Ελένη Νίνα: «Έχουμε πάρει μέρος στην αυτοκτονία του Βαγγέλη Γιακουμάκη»

Tvxs.gr

Ας κρατήσουμε στην μνήμη μας τον Βαγγέλη και τα τόσα θύματα της βίας. Ας κρατήσουμε στην μνήμη μας ότι η βία είναι καθημερινό φαινόμενο. Ας μην ξεχνάμε! […] Με τις πράξεις μας, έχουμε πάρει μέρος στην αυτοκτονία του Βαγγέλη Γιακουμάκη, ως χορός μιας τραγωδίας ο οποίος διαπιστώνει το φαινόμενο και απλά το λέει μόνο στον εαυτό του, αλλά δεν αποφασίζει, δεν δρα, δεν γίνεται πρωταγωνιστής […] Δεν φτάνει να κάνουμε μνημόσυνα. Είναι να κάνουμε μία δράση ώστε να μη φτάνουμε να κηδεύουμε τις αρχές και τις αξίες μας […]

Η κλινικός ψυχολόγος – ψυχοθεραπεύτρια Ελένη Νίνα μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη με αφορμή την επέτειο της κηδείας του Βαγγέλη Γιακουμάκη.

Κρ.Π.: Τι δε θα πρέπει να ξεχάσουμε;

Ελ.Ν.: Αυτή τη στιγμή είναι σα να κάνουμε ένα μνημόσυνο για έναν άνθρωπο που χάθηκε. Μνημόσυνο σημαίνει: εις μνήμην, θυμάμαι, δεν ξεχνάω.

Ας κρατήσουμε στην μνήμη μας τον Βαγγέλη και τα τόσα θύματα της βίας. Ας κρατήσουμε στην μνήμη μας ότι η βία είναι καθημερινό φαινόμενο. Ας μην ξεχνάμε!

Και δεν είναι να θυμόμαστε κάθε φορά που κλείνει άλλος ένας χρόνος, και κάνουμε μνημόσυνο σε ένα γεγονός ή σε ένα πρόσωπο, αλλά κάθε μέρα πρέπει να διατηρούμε ζωντανή τη μνήμη όλων αυτών των ανθρώπων οι οποίοι βασανίζονται, που είναι δίπλα μας, και κάθε μέρα είναι σα να πεθαίνουν μαζί τους οι αρχές μας, οι αξίες μας. Κάθε μέρα είναι να έχουμε το νου μας, μήπως πεθάνουν οι αρχές μας και οι αξίες μας.

Σήμερα ξέρεις τι μου είπε μια θεραπευόμενη; Μου είπε ότι στη γειτονιά της, την ώρα που γύριζε σπίτι της, άκουσε φωνές, γινόταν ένας πολύ μεγάλος καυγάς, ένα ζευγάρι καυγάδιζε, και ο άντρας χτυπούσε τη γυναίκα του. Την έσπρωξε και στα τζάμια, έσπασε η τζαμαρία, και παραλίγο να πέσει στο δρόμο, να σκοτωθεί. Την τράβηξε μέσα όπως ήταν και συνέχισε να τη χτυπάει. Οι περισσότεροι γείτονες κλείσαν τα παράθυρα, κατεβάσαν και τα ρολά. Κάποιοι φώναζαν «ησυχία», κάποιοι «πάλι τη δέρνει!».

Η κοπέλα και ο αδελφός της που ήταν και αυτοί μάρτυρες, πήραν την αστυνομία. Η αστυνομία δεν ήρθε ποτέ.
Κοινώς, η βία είναι καθημερινή. Και έχει νόημα να μην ξεχνάμε ότι υπάρχει αυτό ως φαινόμενο.

Κρ.Π.: Και το θέμα είναι τι πρέπει να κάνουμε πάνω σε αυτό;

Ελ.Ν.: Ένα είναι αυτό που λες πολύ σωστά, ότι πρέπει να μιλάμε γι’ αυτό που μας συμβαίνει. Δεύτερον ότι πρέπει να καταγγέλουμε αυτό που συμβαίνει. Και τρίτον να έχουμε ανοιχτά τα μάτια και τα αυτιά μας γι’ αυτό που συμβαίνει, κι όχι να κλείνουμε τα παράθυρα και να λέμε «συμβαίνει στον διπλανό κι όχι σε μας». Γιατί με αυτό που συμβαίνει διακυβεύονται οι αρχές και οι αξίες του καθενός από εμάς.

Κρ.Π.: Το ότι κλείνουν τα παράθυρα, κυριολεκτικά και μεταφορικά, είναι και γιατί οι άνθρωποι έχουν τα δικά τους προβλήματα;

Ελ.Ν.: Πρώτον είναι ότι απομονώνονται ακριβώς γιατί έχουν τα δικά τους προβλήματα και δεν θέλουν να βάλουν και άλλα στο κεφάλι τους, και δεύτερον είναι ότι φοβούνται γιατί αν καταγγείλουν οτιδήποτε και οι ίδιοι θα μπλέξουν. Θα μπλέξουν με το γείτονα τον οποίον κατήγγειλαν, θα μπλέξουν με αυτό που έγιναν μάρτυρες, θα μπλέξουν με την αστυνομία, θα μπλέξουν με τη γραφειοκρατία. Θα μπλέξουν. Οπότε υπάρχει και μια μεγάλη ευθυνοφοβία στο να καταγγελθεί αυτό που πέφτει στην αντίληψή τους. Και έτσι, γίνονται συνένοχοι.

Κρ.Π.: Είναι ένας φαύλος κύκλος τελικά.

Ελ.Ν.: Είναι ένας φαύλος κύκλος που μας σπρώχνει όλο και περισσότερο στην απομόνωση και στην απάθεια, και αυτό το βλέπουμε και σε ατομικό και σε συλλογικό επίπεδο, ακόμα και σε επίπεδο μεγάλων εθνοτήτων που είναι εγκλωβισμένοι στην απάθεια με ότι κι αν συμβαίνει.

Κρ.Π.: Οπότε είναι κάτι που μάς αφορά όχι μόνο στο μικρόκοσμό μας. Μας αφορά και σαν κοινωνία.

Ελ.Ν.: Μας αφορά και σαν κοινωνία. Ναι. Γι’ αυτό λέω ότι κινδυνεύουν οι αρχές και οι αξίες.

Κρ.Π.: Και μετά πώς μπορούμε να κλαίμε για την αυτοκτονία ενός ανθρώπου, που ουσιαστικά δεν ασχοληθήκαμε –ούτε καν ενδιαφερθήκαμε- ποτέ;

Ελ.Ν.: Με τις πράξεις μας, έχουμε πάρει μέρος στην αυτοκτονία του Βαγγέλη Γιακουμάκη, ως χορός μιας τραγωδίας, ο οποίος διαπιστώνει το φαινόμενο (μιλάει για το δρώμενο, το ονομάζει) και απλά το λέει μόνο στον εαυτό του, αλλά δεν αποφασίζει, δεν δρα, δεν γίνεται πρωταγωνιστής.

Κρ.Π.: Οπότε είναι και σαν να κλαίμε και τον εαυτό μας;

Ελ.Ν.: Ναι, αλλά τελικά είναι αυτοκτονία, ή είναι και λίγο φόνος; Γιατί είμαστε και συμμετέχοντες στο δράμα ως παθητικοί μάρτυρες.
Για παράδειγμα, όλοι αυτοί που έκλεισαν το παράθυρο δεν συμμετείχαν τελικά στον ξυλοδαρμό αυτής της γυναίκας; Και στα δύο παιδιά τα οποία ήταν παρόντα και κλαίγανε για την κακοποίηση της μητέρας τους; Δεν συμμετείχαν, λοιπόν, στον ξυλοδαρμό; Άρα και όσοι κατάλαβαν γι’ αυτό το παιδί, ό,τι κάτι δεν πάει καλά, δεν συμμετείχαν στην αυτοκτονία του;

Άρα πόσο οι αυτοκτονίες είναι αυτοκτονίες, ή είναι και δολοφονίες; Και αυτοκτονίες πολλών, όπως π.χ. κρατούμενων, ή για λόγους οικονομικής χρεωκοπίας που έχουμε συζητήσει στο παρελθόν. Είναι αυτοκτονίες ή είναι και λίγο δολοφονίες;

Κρ.Π.: Σε αυτές τις περιπτώσεις, το να κλαίμε, όμως, ουσιαστικά -γιατί γι’ αυτό κλαίμε- μόνο για την απώλεια των αξιών μας, δεν φτάνει.

Ελ.Ν.: Όχι, δεν φτάνει να κάνουμε μνημόσυνα. Είναι να κάνουμε μία δράση ώστε να μη φτάνουμε να κηδεύουμε τις αρχές και τις αξίες μας.

Ο επιζών της βίας_Βαγγέλης Γιακουμάκης

Tvxs.gr

Οι επιζώντες της βίας  είναι τα άτομα που υπέστησαν βίαιη κακοποίηση ή φρικαλεότητες κάθε μορφής, από διεστραμμένους θύτες, από πολέμους, ή από φυσικές καταστροφές. Σίγουρα ξέρουν να μας πουν τι σημαίνει να είσαι «ζωντανός νεκρός». Όταν όμως κάποτε πεθάνουν, θα συνεχίσουν να λέγονται «επιζώντες». Ο όρος έχει καθιερωθεί διεθνώς.

Δύο χρόνια πέρασαν από την κηδεία του Βαγγέλη Γιακουμάκη, ο οποίος υπήρξε κατ’ εξακολούθηση θύμα μπούλινγκ. Από ό,τι γνωρίζουμε, δεν έκανε γνωστό σε όλο του το φάσμα το μαρτύριο που ζούσε, δεν κατήγγειλε επώνυμα τους βασανιστές του, δεν μπόρεσε να διαχειριστεί την κακοποίηση απαιτώντας λύση από όλους τους αρμόδιους, και κυρίως, δεν απαίτησε αυτό που είχε απόλυτο δικαίωμα, τη «βοήθεια».

«Αν ζητήσεις βοήθεια δεν θα είσαι άντρας κι αν δεν ζητήσεις βοήθεια πάλι δεν είσαι άντρας αφού μπορούμε να σε κακοποιούμε ατιμώρητοι». Υποθετικά, μοιάζει ένα αδιέξοδο διπλό μήνυμα που δεν στάθηκε δυνατό να το διαχειριστεί.

Δεν μπορώ να διαχειριστώ κάτι, σημαίνει ότι δεν μπορώ να το ελέγξω, και αναλόγως μπορεί να φτάσω να νιώθω ότι χάνω τον έλεγχο όλης της ζωής μου, οπότε σε αυτή την περίπτωση το μόνο που απομένει -αφού δεν περιμένω από κανέναν βοήθεια- είναι να ελέγξω το θάνατό μου(1).  Για άλλη μια φορά, και αν βέβαια δεχτούμε ότι όντως ήταν αυτοκτονία, η αυτοχειρία γίνεται διεκδίκηση ελευθερίας(2): Ελευθερίας των επιλογών ενός ανθρώπου, ελευθερίας της ευθύνης και του ελέγχου της ζωής του.

Αλλά το να ζητά κανείς «βοήθεια», για κάτι που δεν μπορεί να διαχειριστεί(κι όταν την ζητήσει και δεν του την δώσουν, απευθύνεται όπου αλλού μπορεί να έχει εμπιστοσύνη), σημαίνει πως μπορεί να επανακτήσει τον έλεγχο της ζωής του, να προστατεύσει τα όριά του, να απαιτήσει την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του. Και καταλαβαίνει πως όποιος δεν μπορεί να μοιραστεί τα βιώματά του, χάνει την ανθρώπινη διάστασή του(3).

Καταλαβαίνει, επίσης, ότι υπάρχει απάντηση απέναντι σε διαστροφικά άτομα, διότι «οι θύτες του μπούλινγκ δεν είναι οι δυνατοί, αλλά οι διαστροφικοί». Κι αυτή την απάντηση οφείλουμε να την μάθουμε σε όλους από μικρή ηλικία, επενδύοντας στην πρόληψη: Μια μάλλον μεγάλη τρύπα στη χώρα, στον πολιτισμό, στην παιδεία, στην οικογένεια, στην κοινωνία.

Έτσι ο Γιακουμάκης, θα μας θυμίζει πάντα πόσο ανεπαρκής κοινωνία είμαστε στο να προστατεύουμε τον ψυχικά υγιή από τους ψυχικά διεστραμμένους, τον πολιτισμένο από τους απολίτιστους.

Θα μας θυμίζει, πως η βία που εύκολα όλοι καταδικάζουμε -απ’ όπου κι αν προέρχεται- νίκησε πάλι. Και αν είμαστε όλοι κάπου εκεί γύρω και καταλάβαμε τι γινόταν, αποδείχθηκε πως τίποτα ουσιαστικά δεν κάναμε. Και θα μας θυμίζει ότι το πιο βίαιο πράγμα είναι το να μην κάνουμε, όπως έχει πει η κλινικός ψυχολόγος – ψυχοθεραπεύτρια Ελένη Νίνα, που η ίδια μιλώντας* με αφορμή την επέτειο της κηδείας του, επισήμανε:

«[…] Με τις πράξεις μας, έχουμε πάρει μέρος στην αυτοκτονία του, ως χορός μιας τραγωδίας ο οποίος διαπιστώνει το φαινόμενο και απλά το λέει μόνο στον εαυτό του, αλλά δεν αποφασίζει, δεν δρα, δεν γίνεται πρωταγωνιστής […] Δεν φτάνει να κάνουμε μνημόσυνα. Είναι να κάνουμε μία δράση ώστε να μη φτάνουμε να κηδεύουμε τις αρχές και τις αξίες μας […] Ας κρατήσουμε στην μνήμη μας τον Βαγγέλη και τα τόσα θύματα της βίας. Ας κρατήσουμε στην μνήμη μας ότι η βία είναι καθημερινό φαινόμενο. Ας μην ξεχνάμε! […]»

Για άλλη μια φορά, δεν μπορέσαμε να προστατεύσουμε τον άνθρωπο και ούτε φροντίσαμε να του δώσουμε τα εφόδια να προστατεύσει ο ίδιος τον εαυτό του, διότι, επιπλέον, το να μιλήσει και να ζητήσει βοήθεια κάποιος στην κοινωνία μας μεταφράζεται ως αδυναμία.

Ο Γιακουμάκης δυστυχώς μπλέχτηκε σε μια αδιέξοδη κουλτούρα που διαπερνάει τη νοοτροπία μας και αναδύει τις επικίνδυνες ελλείψεις μας στην πρόληψη, στην θεραπεία και στην καταστολή της βίας. Έδειξε πως ο πολιτισμός μας μπάζει… και είναι πολύ πιο βίαιος -μέσω και της απάθειας- απ’ ότι θέλουμε να νομίζουμε. Έδειξε, ακόμα χειρότερα, πως δεν μπορούν να μάς έχουν πραγματικά εμπιστοσύνη, να βασίζονται πάνω μας, για όσα είμαστε συνυπεύθυνοι ή και υπεύθυνοι.

Κι ο επιζών της βίας, Βαγγέλης Γιακουμάκης, θα ζει για πάντα για να μας το θυμίζει.

ΥΓ. «Το ψυχικό τραύμα πλήττει τον ανίσχυρο. Τη στιγμή του τραύματος μια τρομακτική δύναμη κάνει το θύμα ανίσχυρο. Όταν η δύναμη αυτή έρχεται από τη φύση, μιλάμε για φυσικές καταστροφές. Όταν επιβάλλεται από άνθρωπο, μιλάμε για φρικαλεότητες.

Ο ψυχίατρος Κάρντινερ περιγράφει: «Οταν ένα άτομο κατακλύζεται από τρόμο και αδυναμία, κατακερματίζεται ολόκληρο το οικοδόμημα της συγκροτημένης και συντονισμένης δραστηριότητας».

Ο θύτης

Το μόνο που ζητάει ο θύτης από τον μάρτυρα είναι να μην κάνει τίποτε. Απευθύνεται στη γενική τάση των ανθρώπων να μη βλέπουν, να μην ακούν και να μη λένε τίποτε κακό. Πρώτη άμυνά του είναι η μυστικότητα και η σιωπή.

Αν αυτά αποτύχουν, τότε ο θύτης αμφισβητεί την αξιοπιστία του θύματός του. Οσο ισχυρότερος είναι ο θύτης τόσο περισσότερες δυνατότητες έχει να παραποιεί την πραγματικότητα.

Για τον τρόπο σκέψης του θύτη δεν γνωρίζουμε πολλά: αυταρχικός, μυστικοπαθής, μεγαλομανής, ακόμη και παρανοϊκός, είναι πολύ ευαίσθητος στην πραγματικότητα της δύναμης και στα κοινωνικά πρότυπα. Συνήθως περιφρονεί εκείνους που προσπαθούν να τον καταλάβουν και έτσι δεν προσφέρεται για μελέτη. Επειδή δεν πιστεύει ότι έχει πρόβλημα, δεν ζητάει βοήθεια ­ παρά μόνον όταν αντιμετωπίζει τον νόμο.

Επιφανειακά δείχνει φυσιολογικός. Από τη σκοπιά των νομικών θεσμών μας και των ηθικών κρίσεών μας, αυτή η φαινομενική ίσως φυσιολογικότητα είναι πολύ πιο απειλητική από όλες μαζί τις φρικαλεότητες.

Το θύμα

Το θύμα όμως ζητάει από τον μάρτυρα να μοιρασθεί μαζί του το φορτίο του πόνου.

Ζητάει δράση, δέσμευση, μνήμη. Σε κάθε πόλεμο οι στρατιώτες, ακόμη και όσοι θεωρήθηκαν ήρωες, παραπονιούνται με πικρία ότι κανείς δεν θέλει να γνωρίζει την αλήθεια για τον πόλεμο.
Οσο για τα κακοποιημένα παιδιά ή τις κακοποιημένες γυναίκες δεν θα βρούμε κανένα μνημείο στον κόσμο, στο όνομά τους!

Όταν το θύμα δεν έχει τόσο εκτίμηση όση έχουν οι ήρωες, όταν είναι μια γυναίκα ή ένα παιδί, τότε διαπιστώνει ότι τα τραυματικά γεγονότα της ζωής του δεν γίνονται αποδεκτά από την κοινωνία. Τότε η εμπειρία του γίνεται ανομολόγητη.» (4)

  1. Ψυχιατρική είναι… Του Μιχάλη Παπαγγελή
  2. Άλντο Καροτενούτο: Η αυτοχειρία ως διεκδίκηση ελευθερίας
  3. Κώστας Νασίκας: Αν δεν μοιράζονται τα βιώματα, χάνεται η ανθρώπινη διάσταση
  4. Βλ. Οι επιζώντες της βίας

*Διαβάστε ολόκληρη την συνέντευξη τις επόμενες μέρες στο Tvxs.

«Κάθε φορά που θυμάμαι αλλάζω το παρελθόν»

[…] Ο άνθρωπος είναι το μόνο ζώο που αφηγείται ιστορίες. Κάνει το χρόνο να κυλά γραμμικά, θέτει τον εαυτό εντός της Ιστορίας. […] Όταν θυμάμαι ανακατεύω την τράπουλα και αναδιανέμω τους ρόλους, αλλάζω το παρελθόν μου εκ των υστέρων. […] Για κάθε ιστορία που γράφεται υπάρχει και μια άλλη, άγραφη. Ο συγγραφέας αφήνει να αναπτύσσονται ανάμεσα στις γραμμές τα λανθάνοντα νοήματα μιας κρυφής ιστορίας, τα οποία και σε αυτόν συμβαίνουν ασυνείδητα. […] Κάθε φορά που θυμάμαι αλλάζω το παρελθόν. Και χαίρομαι γιατί η ίδια η ενθύμηση μεταφέρει νόημα. Ανασυνθέτοντας την ιστορία μου μετασχηματίζω τον ψυχισμό μου. […]

«[…] Στο έργο τέχνης, αναζητά ο αναγνώστης να αισθανθεί ξανά σπίτι του, στον «ερμηνευμένο τούτο κόσμο». Ακολουθώντας με προσοχή τα ίχνη των αισθήσεων που άφησε ο καλλιτέχνης στο έργο, περιμένει να εμφανισθούν απρόσκλητοι επισκέπτες οι απορίες.

Στα μονοπάτια της μνήμης αναδημιουργεί στιγμές-νήματα που συνδέουν τον εξόριστο εαυτό με το πρωταρχικό αντικείμενό του. Το έργο τού θέτει ερωτήματα που αφορούν τους τρόπους της ζωής, το ήθος, την κουλτούρα του. Αφορούν το πλήθος της υποκειμενικότητάς του, το κοινό που μοιράζεται με τους άλλους, τη λαοθάλασα απ’ όπου αντλεί την αίσθηση του εαυτού και όπου καταθέτει κι αυτός το κατιτίς του.

Ο κόσμος δεν υπάρχει για να καταλήξει σε ένα βιβλίο. Το βιβλίο όμως χαράζει ένα σκοπό, δίνει στον κόσμο αρχή, μέση και τέλος. Αφηγείται μια ιστορία.

Διαβάζοντας το διήγημα του Παπαδιαμάντη «Οι ναυαγοσώσται», μεταφερόμαστε στην καρδιά της οδύνης μας (του άγχους και της ενοχής μας) σήμερα με σπαρακτική υπαινικτική ακρίβεια.

Η τέχνη του λόγου του μας δίνει ένα μέτρο να συλλαβίσουμε στοιχεία του χαρακτήρα και της κουλτούρας μας.

Μας δίνει λέξεις για να περισυλλέξουμε τα στοιχεία της επανάληψης με τα οποία παρουσιάζουμε τις ανεπεξέργαστες εμπειρίες στο παρόν, για να τους δώσουμε ένα νόημα, δηλαδή να τις θέσουμε μέσα στο χρόνο και να γίνουμε υποκείμενά τους.

Όσο διαβάζουμε, καταδυόμαστε στα έγκατα του ψυχισμού, πορευόμαστε ακολουθώντας τα ίχνη της μνήμης, καθώς αναπαράγει εντός του ψυχικού πεδίου και της ιστορίας του τις επαναλήψεις των ανεπεξέργαστων ιχνών.

[…] Πώς θα σωθούν τα ναυάγια; Ό,τι από εμάς είναι αποκομμένο από τον κόσμο των άλλων χάνεται. Αυτό που συνδέεται πλέκεται με άλλα-όμοια άτομα, βρίσκει μια θέση, αυτό-αναγνωρίζεται και βρίσκει τον κόσμο μέσα του.

[…] Στο ναυάγιο, κοντά στο τραύμα, συρρέουν τα πλήθη των επενδύσεων να πολεμήσουν τον ψυχικό θάνατο, να αποκαταστήσουν την ακεραιότητα εαυτού. […] Στο βαθμό που μια εμπειρία δεν έχει υποστεί μετασχηματισμούς και διαδικασίες εσωτερίκευσης, αποτυπώνεται πέραν του νοήματος. Τα ίχνη μένουν σαν ανεπεξέργαστα πράγματα στον βυθό.

[…] Γνωρίζουμε τη δύναμη που έχουν οι λέξεις. Με τις λέξεις μια οικογένεια μπορεί να δημιουργήσει μια φυλακή συνηθειών όπου θα εγκλειστούν τα μέλη της ισόβια.

Στην κοινωνία με έναν επαναληπτικό συγκεκριμένο λόγο δημιουργούμε την κουλτούρα που μας υποδουλώνει, μας στερεί την ανθρώπινη δυνατότητα να κάνουμε δοκιμές και λάθη, να αναθεωρούμε και να μαθαίνουμε από τις εμπειρίες.

Αναλαμβάνουμε εμείς την ευθύνη ή αποδίδουμε σε εξωτερικά αντικείμενα τις παντοδύναμες φαντασιώσεις μας; Είμαστε σε θέση να αναλάβουμε τις απώλειες και την οδύνη τους; Οι ιστορίες των «μη νεκρών υπάρξεων» μας βοηθούν να σκεφτούμε την οδυνηρή πορεία από την παντοδυναμία προς την εσωτερίκευση και την ενοχή.

Όταν δεν αφιερώνουμε χρόνο να αναλογιστούμε τι κάνουμε τώρα στις σχέσεις μας, δεν θέτουμε ένα τέλος στην επανάληψη. Πλέουμε ανερμάτιστοι στην αυταπάτη του μύθου μας. Φυλακισμένοι. Πολλαπλασιάζουμε το μαγικό, αλλά δεν πάμε πουθενά. Είμαστε στο βασίλειο των φαντασμάτων.

[…] Βγαίνουμε στον κόσμο όταν από τα αμύθητα πειρατικά πλούτη αρχίζουμε να χωρίζουμε, να μετράμε, να μοιραζόμαστε, να παίρνουμε και να δίνουμε, να επιστρέφουμε στον εαυτό μας, και να ανταλλάσσουμε μεταξύ μας συναισθήματα, φαντασιώσεις μαζί με μια «σταγόνα» που έχει εξαχθεί από το όλον, το αίμα, το σύστημα της συγχώνευσης.

Από τους άπειρους κύκλους της επανάληψης εξάγουμε ένα διακριτό νόημα. Βγαίνουμε στην αγορά όταν κάνουμε τη μετάβαση από το «είναι» στο «έχειν», δεχόμενοι τα όρια της πραγματικότητας.

Στην ανάγνωση του Παπαδιαμάντη βρίσκουμε ένα θέμα ηθικής τάξεως. Το θέμα είναι αν επαναλαμβάνουμε σε πράξεις τις έξεις του χαρακτήρα και της κουλτούρας μας ή αν μπορούμε να σταθούμε και να σκεφτούμε τι κάνουμε.

Οι μάζες δεν θυμούνται. Επαναλαμβάνουν. Οι μάζες παύουν τα άτομα. Συμμορφώνονται σαν αγέλη σε επαναληπτικά πρότυπα μαζικής ψυχολογίας. Δεν μαζεύουν σε απαρτία τα σκόρπια κομμάτια, να θυμηθούν. Κανένας δε λέει «Εγώ…», δεν έχει προσωπική ευθύνη, είναι αναρμόδιος.

[…] Αυτοί που αποφεύγουν να συνειδητοποιήσουν την απώλεια κάνουν ατέλειωτους κύκλους μέσα σε ναυάγια απωλειών. Κινούν αισθήσεις, αισθήματα, ενορμητικές αναζητήσεις, αλλά χωρίς επαρκείς συνδέσεις λέξεων που να τις φέρουν στο φως των νοημάτων.

Οι κινήσεις που δεν έχουν αναπαρασταθεί συνιστούν συναισθηματικές προδιαθέσεις, εικόνες και όχι σύμβολα. Εκφράζονται με ωμό τρόπο, ως συγκινήσεις. Δημιουργούν τον συναισθηματισμό και τον αισθησιασμό μιας κουλτούρας βασισμένης στις διεργασίες μελαγχολίας, στα κεντρικά δελτία ειδήσεων, στις καμπάνιες του μάρκετινγκ, όπου σώζεται η εικόνα, αλλά αδειάζει η αίσθηση του εαυτού.

[…] Οι τραυματισμένες κοινότητες παλινδρομούν και γίνονται ομάδες και άτομα που βυθίζονται σε καταστάσεις συγχώνευσης μεταξύ τους για να αποφύγουν τη συνειδητοποίηση της απώλειας. Παρασύρονται από μια μανιακή άμυνα ανέλκυσης των καταποντισμένων ναυαγίων.  […] Αναζητούν τα πρότυπα (τις κουλτούρες) της επικοινωνίας που έχουν χαθεί.

[…] Αυτά που αισθανόμαστε και δεν τα έχουμε επεξεργαστεί ψυχικά τα εναποθέτουμε (με διχοτομήσεις, προβολές, προβλητικές ταυτίσεις και πράξεις) και διαποτίζουμε τα υλικά και ψυχικά αντικείμενα που κατασκευάζουμε. Έτσι καθιστούμε το περιβάλλον μας οικείο. Αισθανόμαστε ότι το διαπερνά μια «καλή ή κακή αύρα», μια «θετική ή αρνητική ενέργεια».

[…] Όταν συμπεριλάβουμε τα μη απαρτιωμένα στοιχεία ενός βιώματος, τότε η δημιουργικότητά μας (οι επιρροές πάνω στην εξωτερική πραγματικότητα) φέρει το σπέρμα της πρωτότυπης σκέψης και με το έργο της μεταδίδει το πνεύμα της.

[…] Σήμερα παρακάμπτουμε τη σκέψη. Σημαδεύουμε την ύπαρξή μας με κωδικούς πρόσβασης. Φοβόμαστε το σπέρμα της δημιουργικότητας.

Δεν φερόμαστε σαν ιστορικά πρόσωπα αλλά σαν φαντάσματα ενός αόρατου «θιάσου» που στόχο έχει τη διάσωσή του. Αυτό που διασώζεται είναι ο χαρακτήρας των ατόμων και της κουλτούρας τους, μετά από ένα ναυάγιο της πορείας ανταλλαγών με τον κόσμο. Η διάσωση αρχίζει με «πράξεις πειρατείας», αρπαγής, λεηλασίας, ενσωμάτωσης.

[…] Ο κόπος του αφηγητή. Η ανταμοιβή του. Η ανάμνηση ανοίγει νέους δρόμους, επεκτείνει τον ψυχισμό προσαρτώντας νέα εδάφη στη δικαιοδοσία του υποκειμένου.

Η ανάγνωση συνοδεύεται από την άρση των αντιστάσεων στο νόημα και στην ανάμνηση. Όταν θυμάμαι ανακατεύω την τράπουλα και αναδιανέμω τους ρόλους, αλλάζω το παρελθόν μου εκ των υστέρων.

Η περιήγηση δημιουργεί την ιστορία. Η αφήγηση συνιστά μια επίσκεψη, μια ψυχική εργασία, επηρεάζει ακόμα και την κυτταρική αρχιτεκτονική.

Όταν θυμόμαστε, δεν γεμίζουμε κενά. Δημιουργικά μαζεύουμε τα σκόρπια υλικά και τα μεταλλάσσουμε σε νέες μορφές, ενώ τροποποιούμε την ψυχική οικονομία τους. Μεταφερόμαστε από τη μια σκηνή σε μια άλλη, θέτουμε σε λόγο τα πράγματα, σκεφτόμαστε, καθυστερούμε.

Ο άνθρωπος είναι το μόνο ζώο που αφηγείται ιστορίες. Κάνει το χρόνο να κυλά γραμμικά, θέτει τον εαυτό εντός της Ιστορίας.

Όταν αρχίζουμε να έχουμε το όνομά μας, θέλουμε να βαπτιστούμε, να ανήκουμε στο κοινό μιας ένωσης όπου καλλιεργείται ο παράδεισος.

[…] Αυτό που κάνω είναι να καταδυθώ στο ναυάγιο του δικού μου τραύματος, για να ανακτήσω κομμάτια της μνήμης.  Η μνήμη είναι ένας εύθραυστος, ασυνεχής, σφυγμός που για μια στιγμή μάς καθιστά ικανούς να ζήσουμε ένα θαύμα, να ανακτήσουμε συναισθήματα και σκέψεις. Δεν προσθέτουμε, αλλά αναδιατάσσουμε, συναθροίζουμε και συνταιριάζουμε εκ νέου, αναδιανέμουμε και ανασυνθέτουμε τον ψυχισμό μας.

Δεν ανακαλούμε απλώς ένα γεγονός, αφηγούμαστε, αναπλαισιώνουμε. Λέμε εγώ ως πρόσωπο στη θέση της επανάληψης του ανεπεξέργαστου πράγματος των βιωμάτων. Αυτή είναι μια βαθιά ηθική πράξη. Γίνομαι υποκείμενο των φαντασιώσεών μου. Αναλαμβάνω ενδοψυχικά την ευθύνη τους. Δεν εξαναγκάζω τους άλλους να τις πράξουν εκ μέρους μου.

Κάθε φορά που θυμάμαι αλλάζω το παρελθόν. Και χαίρομαι γιατί η ίδια η ενθύμηση μεταφέρει νόημα. Ανασυνθέτοντας την ιστορία μου μετασχηματίζω τον ψυχισμό μου.

[…] η χειρονομία μας αποκτά νόημα και ανοίγει ένα δρόμο προς το μέλλον, ενώ μας συνδέει με το παρελθόν, μια ανάμνηση, για να έχουμε να επιστρέφουμε.

Για κάθε ιστορία που γράφεται υπάρχει και μια άλλη, άγραφη. Ο συγγραφέας αφήνει να αναπτύσσονται ανάμεσα στις γραμμές τα λανθάνοντα νοήματα μιας κρυφής ιστορίας, τα οποία και σε αυτόν συμβαίνουν ασυνείδητα.

Ο λόγος είναι ότι ο συγγραφέας δεν αρχίζει με μια ήδη διαμορφωμένη γνώση, μια προκαθορισμένη θεωρία, μια ιδεολογία, μια ανακάλυψη που έχει ήδη γίνει και απλώς περιμένει από το χρόνο να την αποδείξει.

Ο Παπαδιαμάντης, μετρώντας το πλήθος των υποκειμενικών εμπειριών, αφήνει να εμφανιστούν από το πουθενά και υποδέχεται με φιλόξενη διάθεση, σαν απρόσκλητους επισκέπτες, τις απορίες, τα ερωτήματα, τις σκέψεις.»

Απόσπασμα από το κεφάλαιο: Οι «ναυαγοσώσται» του Παπαδιαμάντη. Μετρώντας το πλήθος της υποκειμενικότητας, του Σωτήρη Μανωλόπουλου, από το συλλογικό βιβλίο «Ψυχανάλυση και νεοελληνική λογοτεχνία: Σταυροδρόμια», με επιμέλεια – εισαγωγή του Θανάση Χατζόπουλου, Εκδόσεις Γαβριηλίδης
Οι «γραφές της ψυχανάλυσης» αποτυπώνουν κάθε φορά μια διαφορετική εκδοχή από τον πλούτο της κλινικής εμπειρίας της ψυχανάλυσης και του ιδιαίτερου τρόπου της να προσεγγίζει τα φαινόμενα της ζωής και του πολιτισμού. Τον πρώτο λόγο έχει εδώ η εκ-τροπή του ασυνειδήτου σε γραφή, ώστε -παραφράζοντας τη γνωστή φροϋδική προτροπή- «εκεί που ήταν αυτό να έρθει …η γραφή», αλλά και η τροποποίηση του πραγματικού δια της γραφής έτσι όπως μόνον μέσω αυτής μπορεί να επισυμβεί, χάρη στο δικό της ίχνος. Η σειρά απευθύνεται σε όλους όσους, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, έχουν αντιληφθεί ή υποψιάζονται πως ό,τι μας κινεί, και μας οδηγεί, σταθερά μας διαφεύγει. (Θ. Χ.)

Γράφουν:
η Κωνστάνς Αθανασιάδου για τον Γεώργιο Βιζυηνό
ο Αθανάσιος Αλεξανδρίδης για τον Ανδρέα Εμπειρίκο
ο Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης για τον Διονύσιο Σολωμό
ο Κώστας Γεμενετζής για τον Γιώργο Σεφέρη
ο Θανάσης Γεωργάς για τον Γιάννη Κιουρτσάκη
η Βιβή Θεοδοσάτου για τον Γιώργο Χειμωνά
ο Γιάννης Σ. Κόντος για τον Κ. Π. Καβάφη
ο Σωτήρης Μανωλόπουλος για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη
ο Νίκος Παπαχριστόπουλος για τον Γεώργιο Βιζυηνό
ο Νίκος Σιδέρης για τον Διονύσιο Σολωμό
ο Θανάσης Τζαβάρας και η Ελένη Τζαβάρα για τον Ανδρέα Εμπειρίκο.

Όλα για καλό. Του Γιάννη Μακριδάκη

13/3/17 – Tvxs.gr

Στο νέο ρεαλιστικό μυθιστόρημα Όλα για καλό, ο συγγραφέας, ερευνητής και φυσικός καλλιεργητής Γιάννης Μακριδάκης, σ’ αυτό το τέταρτο κατά σειρά μυθιστόρημά του και μετά από έξι νουβέλες στις εκδόσεις Εστία, για πρώτη φορά πρωτοτυπεί γράφοντας σε νεοελληνική γλώσσα και σχεδόν σε παρόντα χρόνο.

Ο κεντρικός του ήρωας, ο Δημοσθένης, από τις πρώτες σελίδες ανοίγει συνεχώς νέα μέτωπα που αναζητούν απαντήσεις για το «τι θα συμβεί;», και με αυτόν τον τρόπο λογοτεχνικής αφήγησης που μας άφησε κληρονομιά ο Όμηρος, πλέκεται το Όλα για καλό, μέχρι την τελευταία τελεία.

Κι αν «η ζωή δεν αξίζει τίποτα χωρίς ιστορίες», ο αναγνώστης δεν μπορεί να αφήσει το βιβλίο από τα χέρια του, μέχρι τη λύση όλων των αινιγμάτων, ενώ ο Δημοσθένης θα παραμένει διακριτικά σχεδόν στο περιθώριο για να ρίχνει το φως σε όλους τους άλλους, κάτι που θα αποδειχθεί έως και τραγική ειρωνεία, αφού μ’ αυτόν τον τρόπο θα οδηγήσει, χωρίς να το γνωρίζει, τα ίδια αυτά τα φώτα ολότελα στο δικό του πρόσωπο.

Οι φλέβες του μυθιστορήματος διασταυρώνονται από σελίδα σε σελίδα μέσα στο σώμα της ιστορίας του, όπως και οι παράπλευρες πατημασιές του κάθε ήρωα, νεκρού ή ζωντανού, νεογέννητου, ή πρόγονου, που αφήνει ανίδεος τα αποτυπώματά του στους δρόμους της ζωής των άλλων.

Όλο και πολλαπλασιάζονται τα ερωτήματα όσο εξελίσσονται τα γεγονότα, όλο και μεγαλύτερα μυστικά βγαίνουν στο φως. Οι φλέβες φουσκώνουν και αποκτούν επώδυνο παλμό στη σκηνή της ανάγνωσης.

«Όλα συμβαίνουν γύρω από δύο αλλόκοτες κηδείες, μια απρόσμενη γέννηση και τρία διαδοχικά δείπνα, που επισφράγισαν τα γεγονότα αυτά. Παλιά κιτρινισμένα ψιλόχαρτα ξεθάβονται, ιστορίες ξεχασμένες ξεβράζονται, τόποι έρημοι και στιγματισμένοι ζωντανεύουν ξανά, οικογενειακά και κοινωνικά μυστικά ξεσφαλίζονται, άνθρωποι ξένοι αλλά και τόσο όμοιοι ανταμώνουν στης ζωής τους το διάβα. Οι αποκαλύψεις όμως, που έρχονται στο φως, αποδεικνύονται δυσβάσταχτες για τον Δημοσθένη και τη μικρή του ομήγυρη. Τόσο για τους γέροντες που αναμασούν μοιραία την κοινή φύτρα των πάντων, όσο και για τους νεότερους που ζουν τα συμβάντα για πρώτη φορά.»

Πρέπει να πεθάνουν όλα τα ψέματα για να γεννηθεί η αλήθεια, για να μεταμορφωθεί η πραγματικότητα;

Η Κατρίν που έφτασε στο νησί από το Βερολίνο για «να προσφέρει εθελοντική εργασία και να συνδράμει τους πρόσφυγες, που βγαίνανε μιλιούνια καθημερινά τότε από την απέναντι ακτή» μένει να αποκαλυφθεί για ποιόν παρασκηνιακό πραγματικό σκοπό επισκέφτηκε την άγνωστη πατρίδα.

Κι ο ξέπαπας Μιχάλης, το αυτο-αποκλεισμένο μέλος της τοπικής κοινωνίας, μέλλει να κατέχει το κλειδί της λύσης αυτού του υπόκωφου δράματος που αφορά όχι μόνο με κάποιον τρόπο όλους τους ήρωες, αλλά λαούς και κοινωνίες, που άθελά τους για πρώτη φορά αφουγκράζονται το άγνωστο κοινό παρελθόν τους.

Γιατί οι ήρωες προσπαθώντας να κατασκευάσουν το παρόν και το μέλλον τους, έρχονται αντιμέτωποι με την αναπόφευκτη ανακατασκευή του παρελθόντος τους. Γιατί τελικά όλα γίνονται για καλό, όταν τα όνειρα, οι επιδιώξεις, οι επιθυμίες, χαράζονται -και πολλές φορές ανατρέπονται- από το χθες.

Το τέλος θα αποβεί αναπάντεχο, αλλά δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς, αφού σε αυτό το μυθιστόρημα, όλα αρχίζουν κι όλα τελειώνουν για καλό και πιο ώριμος από ποτέ ο συγγραφέας, μάς το υπογράφει.-

«Δεν προκάναμε όμως να πούμε πολλά γιατί σκουντουφλήσαμε και οι δυο μαζί απάνω στον Μουεζίν, που μόλις εκείνη την ώρα τον είχανε ξεβράσει τα κύματα. Φρεσκοπνιγμένος φαινότανε. Ξυλιασμένος και άκαμπτος ήτανε, σαν σανίδα. Βγάλαμε τότε και οι δυο από μια πνιχτή κραυγή, σαν καταλάβαμε τι μας έλαχε μες στα πόδια μας. Στο λεφτό η Κατρίν, με μια ψυχραιμία γερμανική μού έγνεψε ησυχία και γονάτισε σβέλτα πλάι στον πνιγμένο. Έπιασε να τον ψαχουλεύει με κινήσεις πεταχτές, να χώνει τα χέρια της μέσα στις τσέπες του και να τον ερευνά από πάνω ίσαμε κάτω. Σαν να είχε περάσει κάποια εκπαίδευση ειδική προτού να έρθει εδώ. Εγώ την κοιτούσα σαν παραλυμένος και δεν ανάπνεα καν, για να μην τρίξουνε τα λιλάδια κάτω από τα παπούτσια μου. Από την εσωτερική τσέπη του μπουφάν του τράβηξε μια θήκη πλαστική. Είχε μέσα την ταυτότητά του και το δίπλωμα της οδήγησης. Έριξε δυο πεταχτές ματιές ολόγυρα και αφουγκράστηκε σαν αγρίμι την ατμόσφαιρα, μην τυχόν και φάνηκε κάνα κοράκι απάνω στον λόφο. Σαν σιγουρεύτηκε ότι ήμαστε ολομόναχοι, έβγαλε τον μικρό φακό από την τσέπη της και έφεξε τα χαρτιά. Ήτανε πράγματι πολύ όμορφη, όπως την ξαναείδα στο φέγγος του».

Ο Γιάννης Μακριδάκης (akridaki@gmail.com – yiannismakridakis.gr)γεννήθηκε το 1971 στη Χίο και σπούδασε μαθηματικά. Από το 1997, που ίδρυσε το Κέντρο Χιακών Μελετών με σκοπό την έρευνα, αρχειοθέτηση, μελέτη και διάδοση των τεκμηρίων της Χίου, οργάνωνε τα ερευνητικά και εκπαιδευτικά προγράμματα του Κέντρου, επιμελούνταν τις εκδόσεις του και διηύθυνε το τριμηνιαίο περιοδικό «Πελινναίο» έως το 2011.

Κατόπιν άφησε τις πόλεις και μετακόμισε για μόνιμη διαμονή στην Βολισσό της ΒΔ Χίου. Εκεί, στράφηκε προς την φυσική καλλιέργεια της γης και έγινε παρατηρητής της αργής αβίαστης φυσικής ανάπτυξης. Ίδρυσε το Απλεπιστήμιο Βολισσού, μέσα από το οποίο διοργανώνει σεμινάρια φυσικής καλλιέργειας και πολιτικής στάσης ζωής με γνώμονα τον αντικαταναλωτισμό, την αποανάπτυξη και την πορεία της ανθρωπότητας προς την μετακαταναλωτική εποχή. Επίσης δημιούργησε το Σπίτι της Λογοτεχνίας στη Βολισσό και διοργανώνει λογοτεχνικά εργαστήρια.

Πολιτικά και φιλοσοφικά του κείμενα έχουν δημοσιευτεί στον διεθνή τύπο, έντυπο και ηλεκτρονικό στα γαλλικά, ισπανικά, ολλανδικά, σουηδικά, γερμανικά, αγγλικά.Έχει γράψει τα βιβλία:

  1. Συρματένιοι, ξεσυρματένιοι· όλοι. Χιώτες πρόσφυγες και στρατιώτες στη Μέση Ανατολή: Μαρτυρίες 1941 – 1946 (εκδ. Κ.Χ.Μ., Πελινναίο 2006 και εκδ. Εστία 2010).
  2. 10.516 μέρες: Ιστορία της νεοελληνικής Χίου 1912 -1940, ιστορικό αφήγημα (εκδ. Κ.Χ.Μ., Πελινναίο 2007).
  3. Το πρώτο μυθιστόρημά του Ανάμισης ντενεκές (Eστία 2008) κυκλοφόρησε τον επόμενο χρόνο (2009) και στα τουρκικά με τίτλο Bir bucuk teneke (εκδόσεις Senocak 2009). Το 2015 ανέβηκε στο θέατρο σε σκηνοθεσία Μαρίας Αιγινίτου.
  4. Η δεξιά τσέπη του ράσου, νουβέλα (Εστία 2009).
  5. Ήλιος με δόντια, μυθιστόρημα (Εστία 2010), το οποίο ανέβηκε στο θέατρο (2012) σε σκηνοθεσία Βασίλη Βασιλάκη.
  6. Λαγού μαλλί, νουβέλα (Εστία 2010).
  7. Η άλωση της Κωσταντίας, μυθιστόρημα (Εστία 2011), το οποίο ανέβηκε στο θέατρο (2012) σε σκηνοθεσία Χρήστου Βαλαβανίδη. Κυκλοφόρησε στα Γαλλικά με τίτλο La chute de Constantia (εκδόσεις S. Wespieser 2015).
  8. Το ζουμί του πετεινού, νουβέλα (Εστία 2012).
  9. Του Θεού το μάτι, νουβέλα (Εστία 2013).
  10. Αντί στεφάνου, (Εστία 2015).
  11. Η πρώτη φλέβα, νουβέλα (Εστία 2016).
  12. Το νέο του μυθιστόρημα Όλα για καλό, μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Εστία.

Διαβάστε επίσης στο Tvxs:

*Φωτογραφία εξωφύλλου: «Προνομιούχος Ιησούς Ε.Ε.», Δημήτρης Αντώνογλου, Φωτογραφική Λέσχη Χίου 2016.

Αλκίνοος Ιωαννίδης στο Κύτταρο – «Απ’ την ψυχή ως την ψυχή»

Μου ζητήθηκε, αντί για συνέντευξη, να περιγράψω σε ένα μικρό κείμενο αυτό που ζούμε σαν μουσική ομάδα. Οι ζωές μας δεν έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Είμαστε όμως στη διάρκεια ενός ταξιδιού, και το ταξίδι έχει πάντα κάτι να διηγηθεί:

Ξεκινήσαμε ηχογραφώντας σε κάποιο υπόγειο και καταλήξαμε να γυρίζουμε τη Γη εδώ και δύο χρόνια. Αυτή η συνεχής μετάβαση από το εντός στο εκτός, από το κλειστό στο ανοιχτό, από το βάθος στο ύψος και από τη μοναχική στιγμή στο συλλογικό βίωμα, χαρακτηρίζει τη ζωή και την τέχνη μας.

Όταν όλα γύρω σκοτεινιάζουν και κρυώνουν, ψάχνεις τη ζεστασιά που δίνει το φως του συνανθρώπου. Ψάχνεις να καθρεφτιστείς, για να δεις ποιος είσαι, αν είσαι. Το τραγούδι, από την πρώτη μας μέρα στη γη, λειτουργεί σαν ταυτότητα, σαν συνεκτική δύναμη, σαν συμπύκνωση αισθημάτων και πληροφοριών, σαν άνοιγμα στο αόρατο, σαν υπαρξιακός δίαυλος. «Απ’ την ψυχή ως την ψυχή».

Έτσι, οι συναυλίες τα τελευταία δύσκολα χρόνια απέκτησαν μιαν άλλη δυναμική. Υπάρχει γνήσια, αμοιβαία χαρά στη συνάντηση με το κοινό. Ενέργεια, συγκέντρωση, επικοινωνία, άνεση, ευγένεια, συμμετοχή όλων σε κάτι κοινό. Υπάρχει η επίγνωση πως ζούμε μαζί κάτι πολύτιμο, κάτι πολύ πέραν των ήχων και των λέξεων που τραγουδάμε. Είναι σαν να ψιθυρίζουμε, πίσω από τους ήχους και τους στίχους, ένα άλλο, μυστικό κείμενο, που μας ορίζει προσωπικά και συλλογικά.

Το σχήμα αποτελείται από σπουδαίους μουσικούς, που αγαπούν και σέβονται την τέχνη τους και την ασκούν με προσήλωση, χαρά, θυσία και πάθος.  Είναι ο Γιώργος Καλούδης στο βιολοντσέλο και στην κρητική λύρα, ο Μανόλης Πάππος στο τρίχορδο μπουζούκι και στο λαούτο, ο Φώτης Σιώτας, που εναλλάσσεται με τον Δημήτρη Χατζηζήση στο βιολί και ο Δημήτρης Τσεκούρας στο κοντραμπάσο. Τους αγαπώ και τους θαυμάζω απεριόριστα! Κάθε ένας τους, αποτελεί έναν αισθητικά ολοκληρωμένο κόσμο. Τον προσφέρουν, δημιουργώντας από κοινού την ιδιαίτερη, κοινή μας αισθητική.

Χρησιμοποιούμε αποκλειστικά έγχορδα όργανα. Κάθε σιωπή και κάθε ουρλιαχτό βγαίνει από το άγγιγμά μας στις χορδές, χωρίς τη σιγουριά ή τις ευκολίες που προσφέρουν άλλα όργανα σε μια μπάντα. Το αποτέλεσμα είναι εκλεπτυσμένο και πρωτόγονο, εξευγενισμένο και σκληρό, δομημένο και ελεύθερο. Αλλάζει μέρα με τη μέρα και μάς φανερώνει συνεχώς νέους δρόμους. Αυτούς τους δρόμους καλούνται να επεξεργαστούν και να μεταφέρουν στα αυτιά και στα μάτια των ακροατών, οι ηχολήπτες Βαγγέλης Λάππας και Βασίλης Δρούγκας, και ο φωτιστής – βιοκαλλιεργητής Κωσταντίνος Μαργκάς.

Πιστεύουμε στο τραγούδι. Σήμερα, αφού καταφέραμε όλοι, δημιουργοί, ερμηνευτές και ακροατές, να το ταυτίσουμε με τον χειρότερο εαυτό μας, με τον νεοπλουτισμό, τη μεγαλομανία και τον μίζερο αρχοντοχωριατισμό των προηγούμενων χρόνων, καθώς και με την ανημπόρια του παρόντος μας, τώρα που όλοι το ονομάζουμε ξενέρωτο και ανέμπνευστο, αφού του φορτώσαμε την ευθύνη για όλα τα δεινά μας, τώρα λοιπόν επιστρέφουμε σε αυτό και του ζητάμε να μας δείξει ποιοι είμαστε. Μας δείχνει όπως ακριβώς είμαστε, γι’ αυτό το βρίζουμε το τραγούδι μας. Και δεν μας σιχαίνεται, και αντέχει ακόμα το καημένο να μας καθρεφτίζει…

Όλο αυτό τον καιρό, αντιμετωπίζοντας τις δυσκολίες, πληρώνοντας ευχαρίστως το τίμημα και κερδίζοντας πολλή χαρά, ασχολούμαστε αποκλειστικά με το καλλιτεχνικό μέρος αυτού που κάνουμε. Χωρίς καμιά έκπτωση, χωρίς κολπάκια, χωρίς άλλη έγνοια από τη συνεχή εμβάθυνση στα όσα μοιραζόμαστε με τους ακροατές. Γιατί έτσι αποκτά νόημα η ύπαρξή μας. Αποκτά νόημα, όποτε το μπουζούκι, ξεφορτωμένο από τους συμβολισμούς των τελευταίων δεκαετιών, μουρμουρίζει ξανά τους ουρανούς. Όποτε η λύρα, απαλλαγμένη από τη βία του τουριστικού γλεντιού, ψέλνει τον ήχο των αιώνων. Όποτε τα δοξάρια, ξεφεύγοντας από τη χλιαρότητα της συνοδευτικής «σούπας», από το ακαδημαϊκό, νεκρικό κυριλέ και από το τζούφιο της επίδειξης, ματώνουν δυο νότες με ψυχή. Όποτε μια κιθάρα και μια φωνή, με λάθη και με φάλτσα, προσπαθούν να συλλαβίσουν το όνειρο και την πραγματικότητα με τρόπο αδιαχώριστο.

Αυτά λοιπόν παλεύουμε, δυστυχώς όχι πάντοτε με επιτυχία, παλινδρομώντας από τη δημιουργία στην καταστροφή. Δεν μπορώ να σας εγγυηθώ πως θα περάσετε καλά, αν μας τιμήσετε με την παρουσία σας. Γιατί, ευτυχώς, όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά.

Ευχαριστώ,

Αλκίνοος Ιωαννίδης


*Τρία Παρασκευοσάββατα (10-11, 17-18, 24-25, Μάρτιος 2017 ) στο «Κύτταρο»

 

Νίκος Κούνδουρος: Να βγει εκτός νόμου η Χρυσή Αυγή

nikos-koundouros2«Η «ευρωπαϊκή ντροπή» επέτρεψε να γιγαντωθεί μια φασιστική οργάνωση μέσα στη βουλή.
Η Χρυσή Αυγή δεν είναι ντροπή για την Ελλάδα, είναι ντροπή για την Ευρώπη. Αυτή την ώρα το Κοινοβούλιο υφίσταται κριτική από όλες τις μεριές. Αν λοιπόν αυτό το έρμο, το ταλαιπωρημένο Κοινοβούλιο, αντέχει μέσα στους κόλπους του μία ομάδα φασιστική σαν τη Χρυσή Αυγή, αυτό είναι ντροπή! Και η ντροπή δεν είναι για τη Χρυσή Αυγή΄ αυτοί κάνουν αυτό που νομίζουν, κι αυτό που είναι ικανοί να κάνουνε. Η Βουλή όμως γιατί δεν τους πετάει έξω; Η Βουλή γιατί δεν αρνείται την είσοδό τους ακόμα και στην πόρτα; Η Βουλή γιατί δεν βγάζει π.χ. 800 ψηφίσματα; Γιατί δεν συμβουλεύεται το Σύνταγμα για να πετάξει τη Χρυσή Αυγή και τα φασιστόμουτρα έξω από το Κοινοβούλιο; Ή δεν ξέρουμε ότι το Κοινοβούλιο είναι το Άλφα και το Ωμέγα σε μια Δημοκρατία; Δεν το ξέρουμε; Ή δεν ξέρουμε ότι χρειάζεται, ίσως, ανατροπή του Συντάγματος, προκειμένου να γλυτώσουμε από αυτό το μίασμα; Να γλυτώσει η Ελλάδα, να γλυτώσει το Κοινοβούλιο, να γλυτώσουν οι βουλευτές, να γλυτώσουμε εμείς; Αυτά έχω να πω.».

*Απάντηση στην Κρυσταλία Πατούλη, στο ερώτημα αν θα πρέπει να βγει εκτός νόμου η Χρυσή Αυγή.


Υπογραφές: Δημοψήφισμα τώρα: Να βγει εκτός νόμου η Χρυσή Αυγή

——-
Διαβάστε επίσης:
«Σας χαιρετώ. […] Εδώ τελειώνω. Απότομα, όπως το άρχισα τούτο το συναξάρι της ζωής, μισό αληθινό και μισό ψεύτικο.
[…] Μια μυστηριακή δύναμη αποφασίζει, χωρίς να με ρωτήσει.
[…] Ζήστε για να μας θυμάστε, πάλι η κουβέντα της μάνας. Μείνε ήσυχη μάνα, σκέφτηκα τότε. Και τώρα το ίδιο σκέφτομαι. Μείνε ήσυχη μάνα.»

Πρωτοβουλία πολιτών κατά της Χρυσής Αυγής. Ζητούν δημοψήφισμα για να τεθεί εκτός νόμου

stop_facism

Καμπάνια με αίτημα τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για να τεθεί εκτός νόμου η Χρυσή Αυγή βρίσκεται σε εξέλιξη, με πρωτοβουλία πολιτών, μετά από σχετική ανάρτηση του συγγραφέα Βαγγέλη Ραπτόπουλου στο facebook με τίτλο: «Δημοψήφισμα τώρα. Να βγει εκτός νόμου η Χρυσή Αυγή».

Με τον ίδιο τίτλο η συλλογή υπογραφών γίνεται στην ψηφιακή πλατφόρμα secure.avaaz.org, στην οποία έχει αναρτηθεί κείμενο το οποίο αναφέρει μεταξύ άλλων:

«Ζητάμε από την ελληνική κυβέρνηση δημοψήφισμα τώρα, για να βγει εκτός νόμου η Χρυσή Αυγή. Δεν έχουμε καμία ανοχή σε κανενός είδους ναζιστή φασίστα (….) Καλούνται όλοι οι νοήμονες άνθρωποι σε αυτή τη χώρα, που τα αντανακλαστικά τους φάνηκαν στο παρελθόν να είναι έως και σε βαθμό καταστολής, να αντιδράσουν απέναντι στο ναζισμό. Έξω οι ναζί από τη βουλή».

Στόχος της καμπάνιας είναι η συλλογή όσο περισσότερων υπογραφών γίνεται, ξεκινώντας από τον αριθμό των 10 χιλιάδων.

Υπενθυμίζεται ότι, στις 13 Φεβρουαρίου είδε το φως της δημοσιότητας ακόμη ένα βίντεο από εκδήλωση της Χ.Α., που επιβεβαιώνει εκ νέου όλες τις κατηγορίες για το ναζιστικό χαρακτήρα της Χρυσής Αυγής.

Επίσης, ακριβώς μία ημέρα μετά, χρυσαυγίτες έκαναν αρένα το Εφετείο, όπου διεξάγεται η δίκη της Χ.Α., φωνάζοντας συνθήματα όπως «αίμα, τιμή, Χρυσή Αυγή» και πετώντας αντικείμενα στην απέναντι πλευρά. Μάλιστα, ένας εξ αυτών επιτέθηκε φραστικά στη Μάγδα Φύσσα, μητέρα του δολοφονημένου από τον Γιώργο Ρουπακιά, Παύλο Φύσσα, κραυγάζοντας προς το μέρος της: «Πού είναι τώρα ο Παύλος;»…

Πηγή: Tvxs.gr

Ολόκληρο το κείμενο της συλλογής υπογραφών:

Προς Ελληνική Κυβέρνηση: Δημοψήφισμα τώρα: Να βγει εκτός νόμου η Χρυσή Αυγή

Η Χρυσή Αυγή που κατηγορείται ως ναζιστικό μόρφωμα ‐ όπως δείχνουν τα βίντεο και η πολύχρονη εγκληματική δράση της ‐ γι’ αυτό και ως εγκληματική οργάνωση που εκτός των άλλων ευθύνεται για τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, δεν έχει καμία θέση σε κανένα δημοκρατικό κοινοβούλιο. Οι ναζιστές στην Ιστορία κατέστρεψαν μαζικά την ανθρώπινη διάσταση (βλ.: http://tvxs.gr/news/sinema/o-kostas-nasikas-gia-ti-maziki-katastrofi-tis-anthropinis-diastasis ) και όχι μόνο τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων.
Και ο ελληνικός λαός που πολέμησε τους φασίστες δεν ανέχεται ούτε ίχνος φασισμού.
Η Χρυσή Αυγή η οποία εναντιώνεται και πολεμάει τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα και κοινωνικά δικαιώματα που αυτή προασπίζεται, δε νοείται να τα εκμεταλλεύεται για να βολεύεται σε δημοκρατικά κοινοβούλια.
Όσο για αυτούς που στηρίζουν τη Χρυσή Αυγή μέσα από την ίδια την Αστυνομία και όπου αλλού ειδικά σε δημόσιες θέσεις, νομίζοντας πως κοροϊδεύουν τον ελληνικό λαό που τούς πληρώνει από το υστέρημά του εν μέσω κρίσης για να τον προστατεύουν από εγκληματίες, η θέση τους είναι επίσης η ίδια με της Χρυσής Αυγής:
Εκτός κοινωνίας, εκτός συνύπαρξης, εκτός νόμου. Κι αν οι ναζιστές πρόγονοί τους δεν τιμωρήθηκαν, δεν θα μείνουν και οι ίδιοι ατιμώρητοι.
Γι’ αυτό ζητάμε από την ελληνική κυβέρνηση δημοψήφισμα τώρα, για να βγει εκτός νόμου η Χρυσή Αυγή. Δεν έχουμε καμία ανοχή σε κανενός είδους ναζιστή φασίστα.
Κι αν θα υπάρχουν πάντα εγκληματίες, αυτό δεν σημαίνει ότι θα τους αφήνουμε να περιφέρονται ελεύθεροι νομότυπα.
Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά, λοιπόν, κι ας μας γίνει μάθημα για να συνεχίσουμε επί της ουσίας ως πολίτες πια και όχι ως νοικοκύρηδες κυρ Παντελήδες που κοιτάνε μόνο το σπιτάκι τους και τη δουλίτσα τους, αδιαφορώντας για όλα τα κοινά προβλήματα. Κι ας μην ξαναξεχάσουμε ότι ο φασισμός ξεκινάει μέσα από τα σπίτια μας.
Ο Παττακός έλεγε μέσα από τη φυλακή πως όταν έγινε το πραξικόπημα δεν κουνήθηκε φύλλο. Τα ίδια θα λένε και στο μέλλον για μας. Ότι στρώσαμε χαλί να περάσουν οι ναζί μέσα στη βουλή και δεν κουνήθηκε φύλλο, και μετά αφήσαμε τη Μάγδα Φύσσα να βγάλει το φίδι από την τρύπα.
Καλούνται όλοι οι πολίτες και η κυβέρνηση αυτής της χώρας, να αντιδράσουν απέναντι στο ναζισμό.

Το μήνυμα του σκηνοθέτη Νίκου Κούνδουρου:
«Η «ευρωπαϊκή ντροπή» επέτρεψε να γιγαντωθεί μια φασιστική οργάνωση μέσα στη βουλή. Η Χρυσή Αυγή δεν είναι ντροπή για την Ελλάδα, είναι ντροπή για την Ευρώπη. Αυτή την ώρα το Κοινοβούλιο υφίσταται κριτική από όλες τις μεριές. Αν λοιπόν αυτό το έρμο, το ταλαιπωρημένο Κοινοβούλιο, αντέχει μέσα στους κόλπους του μία ομάδα φασιστική σαν τη Χρυσή Αυγή, αυτό είναι ντροπή! Και η ντροπή δεν είναι για τη Χρυσή Αυγή΄ αυτοί κάνουν αυτό που νομίζουν, κι αυτό που είναι ικανοί να κάνουνε. Η Βουλή όμως γιατί δεν τους πετάει έξω; Η Βουλή γιατί δεν αρνείται την είσοδό τους ακόμα και στην πόρτα;
Η Βουλή γιατί δεν βγάζει π.χ. 800 ψηφίσματα; Γιατί δεν συμβουλεύεται το Σύνταγμα για να πετάξει τη Χρυσή Αυγή και τα φασιστόμουτρα έξω από το Κοινοβούλιο; Ή δεν ξέρουμε ότι το Κοινοβούλιο είναι το Άλφα και το Ωμέγα σε μια Δημοκρατία; Δεν το ξέρουμε; Ή δεν ξέρουμε ότι χρειάζεται, ίσως, ανατροπή του Συντάγματος, προκειμένου να γλυτώσουμε από αυτό το μίασμα; Να γλυτώσει η Ελλάδα, να γλυτώσει το Κοινοβούλιο, να γλυτώσουν οι βουλευτές, να γλυτώσουμε εμείς; Αυτά έχω να πω.»: https://www.youtube.com/watch?v=R2JJx9PeHtw&feature=youtu.be

Υπογράφουμε: ΕΔΩ – Προς Ελληνική Κυβέρνηση: Δημοψήφισμα τώρα: Να βγει εκτός νόμου η Χρυσή Αυγή.

https://secure.avaaz.org/el/petition/Pros_Elliniki_Kyvernisi_Dimopsifisma_tora_Na_vgei_ektos_nomoy_i_Hrysi_Aygi_2/?cxcrhbb