Για τη μοναδικότητα που απέκτησε ο Καβάφης στην παγκόσμια ποίηση

[…] Τελειώνοντας, θα προσθέσω δυο λόγια για το ύστερο ταξίδι του Καβάφη, διότι η «Ιθάκη» εκφράζει, κατά τον Βρισιμιτζάκη, την αποδημητική επιθυμία, «το ταξίδι που σε πάει ο μαύρος καβαλλάρης».
Στο τέλος της ζωής του το θέμα του στοματικού ευνουχισμού επανέρχεται δραματικά: το 1932 εκδηλώνεται καρκίνος του λάρυγγος (γνωστό φαλλικό σύμβολο), που τον καταδικάζει σε αφωνία. Αυτόν τον επιδέξιο και φημισμένο στον κύκλο του ρήτορα. Όμως αρνείται την εγχειρητική αφαίρεση του οργάνου, μιας και τη βιώνει ως ευνουχισμό: «αρτιμελής ήθελε να περάσει από τούτη τη ζωή στην άλλη ο Καβάφης», αναφέρει η Ρίκα Σεγκοπούλου.
Έτσι τελειώνει η ζωή του «χάρη σε μια εκπληκτική συνέπεια της Μοίρας» στις 29 Απριλίου του 1933, την ίδια ακριβώς ημέρα που βγήκε «στον πηγαιμό για την Ιθάκη», μετά από ένα οδύσσειο ταξίδι 70 χρόνων. Ή αν αναλογιστούμε και την ασυνείδητη διάσταση, την ημέρα που «συνέβη» το τρομακτικό τραύμα, ο φαντασιωτικός ευνουχισμός του από τη μητέρα του.
Ίσως, και με αυτό συνοψίζω μια βασική μου υπόθεση, η μοναδικότητα που απέκτησε ο Καβάφης στην παγκόσμια ποίηση με την ιδιομορφία του, να μην είναι άσχετη με τη μοναδικότητα που εκπροσωπούσε για τη μητέρα του η πεθαμένη αδελφή του Ελένη, την οποία όφειλε αυτός να αντικαταστήσει και εν μέρει το πραγματοποίησε.
Υπήρξε στη ζωή του, ως φαίνεται, το ίδιο μοιραία, όπως η άλλη, η ωραία Ελένη για τον Όμηρο.

Απόσπασμα: ΓΙΑΝΝΗΣ Σ. ΚΟΝΤΟΣ, ΟΙ ΨΥΧΙΚΕΣ ΟΔΥΣΣΕΙΕΣ ΤΟΥ Κ.Π.ΚΑΒΑΦΗ (ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ «ΙΘΑΚΗ»),

Από το βιβλίο: Ψυχανάλυση και νεοελληνική λογοτεχνία: Σταυροδρόμια, εκδ. Γαβριηλίδης, Επιμέλεια – Εισαγωγή: Θανάσης Χατζόπουλος

Οι «γραφές της ψυχανάλυσης» αποτυπώνουν κάθε φορά μια διαφορετική εκδοχή από τον πλούτο της κλινικής εμπειρίας της ψυχανάλυσης και του ιδιαίτερου τρόπου της να προσεγγίζει τα φαινόμενα της ζωής και του πολιτισμού. Τον πρώτο λόγο έχει εδώ η εκ-τροπή του ασυνειδήτου σε γραφή, ώστε -παραφράζοντας τη γνωστή φροϋδική προτροπή- «εκεί που ήταν αυτό να έρθει …η γραφή», αλλά και η τροποποίηση του πραγματικού δια της γραφής έτσι όπως μόνον μέσω αυτής μπορεί να επισυμβεί, χάρη στο δικό της ίχνος. Η σειρά απευθύνεται σε όλους όσους, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, έχουν αντιληφθεί ή υποψιάζονται πως ό,τι μας κινεί, και μας οδηγεί, σταθερά μας διαφεύγει.
(Θ. Χ.)

Γράφουν:
η Κωνστάνς Αθανασιάδου για τον Γεώργιο Βιζυηνό
ο Αθανάσιος Αλεξανδρίδης για τον Ανδρέα Εμπειρίκο
ο Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης για τον Διονύσιο Σολωμό
ο Κώστας Γεμενετζής για τον Γιώργο Σεφέρη
ο Θανάσης Γεωργάς για τον Γιάννη Κιουρτσάκη
η Βιβή Θεοδοσάτου για τον Γιώργο Χειμωνά
ο Γιάννης Σ. Κόντος για τον Κ. Π. Καβάφη
ο Σωτήρης Μανωλόπουλος για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη
ο Νίκος Παπαχριστόπουλος για τον Γεώργιο Βιζυηνό
ο Νίκος Σιδέρης για τον Διονύσιο Σολωμό
ο Θανάσης Τζαβάρας και η Ελένη Τζαβάρα για τον Ανδρέα Εμπειρίκο.

 

Advertisements

Γεράσιμος Στεφανάτος: Στη θέση του Οιδίπποδα, βασιλεύει πλέον ο Νάρκισσος

Ποιος ο στόχος και το νόημα της ψυχανάλυσης σήμερα, σε μια εποχή κρίσης, ειδικά στην Ελλάδα, που η κατανάλωση ψυχότροπων φαρμάκων είναι η μεγαλύτερη στην Ευρώπη;

Ο ψυχίατρος, ψυχαναλυτής και συγγραφέας, Γεράσιμος Στεφανάτος, μέλος της γαλλικής ψυχαναλυτικής εταιρείας Quatrieme Groupe O.P.L.F, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη και το Tvxs.gr, επισημαίνοντας, μεταξύ άλλων, πως: «Τίποτα δεν εγγυάται ότι ο έλεγχος που επιτελείται στις ατομικές και συλλογικές ορμές, μπορεί να υποσχεθεί και την πρόοδο των κοινωνιών. Ο πολιτισμός, δεν είναι work in progress, γι’ αυτό οποιαδήποτε στιγμή μπορεί να ανατραπεί», και ότι: «Η γενικότερη κατάσταση -κρίσης- που παρατηρούμε σε διεθνές επίπεδο, και όχι μόνο στη χώρα μας, οδηγεί σε νέες μορφές έκφρασης των διαφόρων ψυχοπαθολογιών του ανθρώπινου υποκειμένου. Δηλαδή, παρατηρούμε νέες μορφές παθολογίας που, αν αναφερθούμε στις κλασσικές φιγούρες της μυθολογίας μας, στη θέση του Οιδίπποδα, βασιλεύει πλέον ο Νάρκισσος».

Ποιο το νόημα της ψυχανάλυσης στη σημερινή εποχή της κρίσης;

Στο κοινωνικό πεδίο αντιλαμβανόμαστε μια δυσφορία στον πολιτισμό, όπως είναι ο τίτλος του περίφημου βιβλίου του Φρόυντ, «Ο πολιτισμός ως πηγή δυστυχίας», που παίρνει πλέον νέες μορφές, μέσα από:

  • την καταστρεπτικότητα και το μίσος που βλέπουμε να κυριαρχούν στις σύγχρονες κοινωνίες,
  • τα διάφορα γεγονότα της καθημερινής ζωής που διαβάζουμε στις εφημερίδες,
  • την άνοδο του ρατσισμού,
  • τους περίεργους πολέμους που δεν είναι όπως παλιά, όπως π.χ. ο οικονομικός πόλεμος,
  • τις μορφές περιθωριοποίησης, φτωχοποίησης των ανθρώπων, σε όλες τις χώρες της Ευρώπης (και μη μιλήσουμε για τις χώρες του Τρίτου κόσμου που είναι τραγικά τα πράγματα),
  • την έλλειψη στόχων – ιδανικών,
  • ή συγκεχυμένες, ακόμη, καταστάσεις που δεν μπορούμε να «διαβάσουμε» άμεσα, μας φαίνονται ανεξήγητες. Δηλαδή, κάποιες νέες μορφές δυσφορίας στον πολιτισμό που ο Φρόυντ δεν περιέγραψε, γιατί δεν υπήρχαν στην εποχή του.

Βεβαίως, ο Φρόυντ, γράφει ότι κάθε άνθρωπος είναι δυνητικά εχθρός του πολιτισμού. Θέλοντας να πει ότι, το τίμημα που οφείλει ο άνθρωπος να καταβάλλει για να ελέγξει τις ατομικές και συλλογικές ορμές, είναι τεράστιο, και κατά συνέπεια, ενώ θα ήθελε τον πολιτισμό, συγχρόνως τον αντιπαλεύει. Είναι σαν να λέει «ναι» στον πολιτισμό εξωτερικά και εσωτερικά να λέει «όχι».

Οπότε, τίποτα δεν εγγυάται ότι ο έλεγχος που επιτελείται στις ατομικές και συλλογικές ορμές, μπορεί να υποσχεθεί και την πρόοδο των κοινωνιών. Ο πολιτισμός, δεν είναι work in progress, γι’ αυτό οποιαδήποτε στιγμή μπορεί να ανατραπεί.

Τώρα, αυτή η γενικότερη κατάσταση -κρίσης- που παρατηρούμε σε διεθνές επίπεδο, και όχι μόνο στη χώρα μας, οδηγεί σε νέες μορφές έκφρασης των διαφόρων ψυχοπαθολογιών του ανθρώπινου υποκειμένου. Δηλαδή, παρατηρούμε νέες μορφές παθολογίας που, αν αναφερθούμε στις κλασσικές φιγούρες της μυθολογίας μας, στη θέση του Οιδίπποδα, βασιλεύει πλέον ο Νάρκισσος.

Εννοώ, ότι το Οιδιππόδειο σύμπλεγμα είναι ένα πλέγμα επιθυμιών αλλά και απαγορεύσεων που δομεί το υποκείμενο. Ενώ, ο ναρκισσισμός, είναι το κλείσιμο του υποκειμένου στην απατηλή εικόνα ενός αυτάρκους και παντοδύναμου εαυτού. Στο κοινωνικό επίπεδο εκφράζεται με ένα κλείσιμο σε πεποιθήσεις οι οποίες μπορεί να γίνουν και νοσηρές.

Έτσι, βλέπουμε κάποιες νέες μορφές ψυχοπαθολογίας που εκφράζονται κυρίως στο σώμα, με εξαρτήσεις, είτε από ουσίες, είτε από το σεξ, είτε από τις παθολογικές ανθρώπινες σχέσεις, αντί της δυνατότητας να συνευρεθεί κανείς αποδεχόμενος την ετερότητα του άλλου.

Το ερώτημα, λοιπόν, που τίθεται κατ’ επέκταση, θα ήταν: Πώς μπορεί ο σύγχρονος ψυχαναλυτής να υποδεχτεί αυτές τις νέες μορφές αιτημάτων; Τροποποιούν τη βασική δομή της ψυχαναλυτικής θεωρίας, ή όχι;

Υπάρχουν πολλές απαντήσεις. Η άποψή μου είναι, ότι η φροϋδική θεωρία πρέπει να διατηρηθεί στη βάση της, διότι μόνο με αυτήν ως κεντρική αναφορά μπορούμε να κατανοήσουμε και τις νέες μορφές παθολογιών. Έχοντας, δηλαδή, κάτι σταθερό, μπορούμε να αναγνωρίσουμε το καινούργιο και να προσαρμοστούμε ως προς τις απαντήσεις που δίνει.

Μια δεύτερη σειρά σκέψεων θα ήταν ότι ο σύγχρονος άνθρωπος μοιάζει, πάλι σε αναφορά με τους περιορισμούς και τις επιθυμίες του οιδιπποδείου, να ξεφεύγει από αυτό το σχήμα:

  • να μη δέχεται το άγχος (το άγχος είναι συστατικό της ανθρώπινης ύπαρξης),
  • να μη δέχεται τους αυτοπεριορισμούς,
  • να θέλει την ικανοποίηση της επιθυμίας του με κάθε κόστος,
  • και στις πιο απλές εκδοχές, για να κατανικήσει το άγχος, να καταφεύγει στην αλόγιστη χρήση ψυχοφαρμάκων. Το άγχος μπορεί να είναι, είτε δημιουργικό, είτε παθολογικό, αλλά εν πάση περιπτώσει το άγχος είναι κάτι προς εξέταση.

Τα φάρμακα, είναι αδιαμφισβήτητα πολλές φορές απαραίτητα, αλλά η αλόγιστη χρήση τους είναι εξαιρετικά επικίνδυνη και δυστυχώς η χρήση αυτή ευνοείται και από τους ασθενείς και από τους ψυχιάτρους.

Δηλαδή, αντί το άγχος να γίνεται αντικείμενο επεξεργασίας, με προσπάθεια μετατροπής του «κατακλυσμιαίου» –παθολογικού- άγχους, σε άγχος εντασσόμενο στην ανθρώπινη συνθήκη με δυνατότητες δημιουργικών διεξόδων, αντ’ αυτού το φάρμακο «βουλώνει», κατά κάποιον τρόπο, κλείνει το ρήγμα που θα μας πήγαινε ενδεχομένως σε κάτι άλλο, σε μια σημασία, σε ένα συναίσθημα, και σε τελευταία ανάλυση, σε ένα τραύμα που προϋπήρχε, αλλά μπορούμε εκ νέου να το επεξεργαστούμε.

Αντί να αφεθεί ελεύθερη αυτή η δίοδος προς το εσωτερικό της ψυχής, έρχονται τα ηρεμιστικά –που στη χώρα μας, έχουμε τις μεγαλύτερες καταναλώσεις στην Ευρώπη- να «ηρεμήσουν» -ειρωνικά το λέω, προφανώς- να κλείσουν, δηλαδή, τη δυνατότητα αναζήτησης της αλήθειας για τον άνθρωπο.

Ασχολούνται, μόνο με την καταστολή του συμπτώματος, δηλαδή, χωρίς να φτάνουν σε αυτό που το προκαλεί; (όπως συμβαίνει, συνήθως, και για τα κοινωνικά προβλήματα)

Ο Φρόυντ, λέει, ότι το σύμπτωμα τη στιγμή που εκδηλώνεται, αποτελεί πολλές φορές, το πιο ζωντανό σημείο του ψυχισμού. Δηλαδή, πολλές φορές ο άνθρωπος κατά βάθος εκφράζεται από το σύμπτωμά του. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα τον αφήσουμε να υποφέρει, αλλά δε θα του στερήσουμε, πάση θυσία, το νόημα που εμπεριέχει το σύμπτωμά του, όπως ακριβώς είπατε.

Και ποιος είναι, λοιπόν, ο στόχος της ψυχανάλυσης, σήμερα;

Ο στόχος της ψυχανάλυσης για τον Φρόυντ, είναι η περίφημη φράση του: «Εκεί που ήταν Αυτό, εγώ πρέπει να γίνω». Όπου, το Αυτό, είναι εν ολίγοις το ασυνείδητο, το ενορμητικό στοιχείο, που σημαίνει ότι το Εγώ του ανθρώπου, οφείλει να το λάβει σοβαρά υπόψη.

Κάτι που προφανώς δε σημαίνει ότι θα εξαφανιστούν οι ορμές, γιατί τότε το ανθρώπινο υποκείμενο θα γινόταν ρομπότ. Σημαίνει οτι το υποκείμενο μέσω της ψυχανάλυσης, θα αποκτήσει γνώση του ενορμητικού του κόσμου -του ασυνειδήτου του , το οποίο ποτέ δεν εξαντλείται- και αυτή η γνώση(που είναι συγχρόνως αποδοχή μιας αδυναμίας, ικανοποίησης επιθυμιών, κυριαρχίας επί του εαυτού), συνιστά συγχρόνως, μια δύναμη.

Σε αυτό το σημείο, γίνεται μία μετατροπή της σχέσης μεταξύ συνειδητού και ασυνειδήτου, μια βαθύτερη αλλαγή της προσωπικότητας, που οδηγεί σε θεραπευτικά αποτελέσματα.

Και ποια τα αποτελέσματα της ψυχανάλυσης;

Κατ’ αρχάς, τα θεραπευτικά αποτελέσματα στην ψυχανάλυση δεν μετριούνται, (όπως μας προτείνουν οι διάφορες τεχνοκρατικές μέθοδοι στατιστικού τύπου, που έχουν ισχύ σε άλλους τομείς). Η ψυχανάλυση έχει δικούς της κώδικες, τους οποίους αναγνωρίζει και ο άνθρωπος που είναι σε ψυχανάλυση και ο αναλυτής.

Τώρα, η αποτελεσματικότητα των θεραπειών είναι ένα μεγάλο ζήτημα, γιατί βοηθούντος του συντηρητισμού των σύγχρονων κοινωνιών, ζητάμε όλα να γίνονται γρήγορα και αποτελεσματικά. Κατά το περίφημο, time is money (ο χρόνος είναι χρήμα), μοιάζει να ζητούνται πλέον απτά και γρήγορα αποτελέσματα, που σίγουρα δεν προσφέρει η ψυχανάλυση. Απ’ την άλλη, μια τέτοια αποτελεσματικότητα, είναι ψευδής, υπό την έννοια ότι έχουμε επανεμφάνιση του συμπτώματος με άλλη μορφή, και όχι μία βαθύτερη αλλαγή της προσωπικότητας.

Πόσο σημαντικό είναι το γνωστικό πεδίο της ψυχανάλυσης, για τον άνθρωπο;

Η γνώση είναι κάτι το οποίο πάντα ανοίγει ορίζοντες, ωστόσο, σε σχέση με τη διεξαγωγή μιας ψυχανάλυσης η ακαδημαϊκή ή εκλαϊκευμένη ψυχολογική γνώση δεν βοηθά ιδιαιτέρως. Αντιστρόφως μπορεί να αποτελέσει και μια άμυνα. Για παράδειγμα όλοι μιλάνε γενικώς για το «οιδιπόδειο σύμπλεγμα», όταν όμως πρόκειται για  την προσωπική ασυνείδητη οιδιπόδεια προβληματική τους, στο πλαίσιο μιας ψυχανάλυσης , τότε τα πράγματα αλλάζουν και εμφανίζονται συχνά αξεπέραστες άμυνες.

Όσον αφορά βέβαια το επιστημονικό γνωστικό πεδίο της ψυχανάλυσης, ανοίγει μια μεγάλη συζήτηση, και για τους άλλους κλάδους. Δηλαδή, κατά πόσο η έννοια του ασυνειδήτου μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν εργαλείο έρευνας για τις άλλες επιστήμες του ανθρώπου. Πράγμα το οποίο συνήθως δεν το βλέπουμε να συμβαίνει.

Μιλάτε για τη διεπιστημονικότητα, και για το πώς οι διάφορες επιστήμες συνθέτουν γνώση και εμπειρία και από τις άλλες επιστήμες;

Ναι, ακριβώς. Και εκεί τίθεται περισσότερο το ζήτημα της γνώσης, που μου θέσατε, και βεβαίως και στον άνθρωπο με την έννοια ότι του δίνει ιδέες, του ανοίγει ορίζοντες.

Επανερχόμενος στο ζήτημα των αντιστάσεων απέναντι στον εσωτερικό – ενορμητικό κόσμο και στο ασυνείδητο, οφείλουμε θα έλεγα μια στάση ταπεινότητας που πρώτος υπέδειξε, και επωμίστηκε, ο Φρόυντ ως επιστήμονας, ως ψυχαναλυτής και ως άνθρωπος, μιλώντας ο ίδιος για τα όνειρά του. Ένα μεγάλο μέρος των ονείρων, που αναφέρονται στην «Ερμηνεία των Ονείρων», είναι όνειρα του ίδιου του Φρόυντ, στο πλαίσιο της αυτό-ανάλυσής του.

Η ψυχανάλυση, βασίζεται στην αφήγηση των αναλυόμενων. Πόσο σημαντικό είναι το να αφηγούνται τη ζωή τους οι άνθρωποι, στο πλαίσιο μιας ανάλυσης, αλλά και γενικά;

Εννοείτε, για τη δυνατότητα του ανθρώπου να μιλήσει για την ιστορία του, για το παρελθόν του, και σε τελευταία ανάλυση να κατασκευάσει ένα παρελθόν για τον εαυτό του; Εδώ ανοίγει μια άλλη μεγάλη συζήτηση. Συμφωνώ ότι είναι αναγκαίες αυτές οι αφηγήσεις, στο τέλος-τέλος μάς το επαληθεύει η ανάγνωση των μεγάλων κλασσικών μυθιστορημάτων, όπως του Μπαλζάκ ή του Ντοστογιέφσκι, που τώρα πια δεν υπάρχουν γιατί οι τρόποι αφήγησης έχουν αλλάξει, αλλά αυτό είναι και θέμα που αφορά την λογοτεχνία.

Όπως και να έχουν τα πράγματα, το ζήτημα της αφήγησης στο ατομικό, στο προσωπικό πεδίο που κυρίως μας ενδιαφέρει αποκτά μια διπλή σημασία: Από τη μία απαιτείται για τη συγκρότηση του υποκειμένου να κατασκευάσει ένα παρελθόν και μία ιστορία, από την άλλη θα πρέπει να ξεχωρίσουμε τη συνειδητή ιστορία των γεγονότων της ζωής, από την ψυχική τους εγγραφή. Ένας που συνέδεσε και τα δύο ήταν ο Προυστ, στο «Αναζητώντας το χαμένο χρόνο», αυτό το κλασσικό μυθιστόρημα που σημάδεψε την ιστορία της  λογοτεχνικής και ψυχικής έκφρασης κάθε αυτο-βιογραφούμενου υποκειμένου.

Εν κατακλείδι, σε μία ψυχανάλυση, έχουμε ανάγκη τη συμβαντολογική αφήγηση(την αφήγηση δηλαδή των συμβάντων, των γεγονότων), η οποία θα χρησιμεύσει σα βάση για να κατασκευαστεί η ασυνείδητη εκδοχή της ιστορίας του υποκειμένου…

Και πόσο σημαντικά είναι τα όνειρα στην ψυχανάλυση;

Αυτή η ερώτηση ανοίγει άλλο ζήτημα, που δεν περίμενε, βέβαια, εμάς για να συζητηθεί. Ο διάλογος έχει αρχίσει από την αρχαιότητα. Ο Φρόυντ στο πρώτο μέρος από την «Ερμηνεία των ονείρων», αναφέρεται στους αρχαίους πως ερμήνευαν τα όνειρα, στη συνέχεια τι έγινε με τους ονειροκρίτες. Θέλω να πώ ότι ο άνθρωπος έχει πάντα την ανάγκη να αναζητήσει νόημα μέσα από διάφορα ψυχικά μορφώματα που εμφανίζονται, όπως είναι κατεξοχήν τα όνειρα.

Είναι γνωστό αυτό που έλεγε ο Φρόυντ, ότι τα όνειρα αποτελούν τη βασιλική οδό προς το ασυνείδητο. Σ’ αυτό μπορούμε να προσθέσουμε ότι τα όνειρα μάς φέρνουν σε επαφή με τον εσωτερικό μας κόσμο και μας εμπλουτίζουν. Πολλές φορές σε διάφορες θεραπείες, όταν εμφανίζονται όνειρα –ανεξαρτήτως του περιεχομένου τους- είναι ένα καλό σημάδι, γιατί δείχνουν ότι το υποκείμενο τρόπον τινά αυτό-θεραπεύεται. Στρέφει δηλαδή την προσοχή του στον εσωτερικό του κόσμο, στρέφει το βλέμμα του, στο εσωτερικό της ψυχής, γεγονός που αποτελεί φροντίδα εαυτού.

Τι θα λέγατε για τη δεοντολογία, ή αλλιώς για την ηθική της ψυχανάλυσης, και για όσους ασκούν το επάγγελμα του ψυχαναλυτή, σε ότι αφορά την συνεχή εποπτεία τους, κλπ;

Με την έννοια της ηθικής βέβαια και όχι της ηθικολογίας. Με την έννοια της ηθικής της ψυχανάλυσης που επιβάλλει διάφορους κανόνες και τόσο για τον αναλυόμενο, όσο και για τον αναλυτή. Ο Φρόυντ έθεσε την προϋπόθεση του ελεύθερου συνειρμού για την διεξαγωγή μιας ψυχανάλυσης, αλλά κυρίως έθεσε για τον αναλυτή την απαίτηση της αποχής και της ουδετερότητας. Δηλαδή, σε μια ψυχανάλυση, να μη δοθεί η δυνατότητα άμεσης ενορμητικής ικανοποίησης, ούτε για το αναλυτή ούτε όμως και για τον αναλυόμενο.

Η ψυχανάλυση είναι μια δραστηριότητα μετουσιωτική η οποία στο πλαίσιο της επιτρέπει, ακριβώς, να έχουμε πρόσβαση στον ενορμητικό κόσμο, μόνον υπό όρους και προυποθέσεις. Που σημαίνει, ότι ο ψυχαναλυτής χρειάζεται-απαιτείται για την άσκηση του επαγγέλματός του, μία διαρκής αυτοανάλυση του ίδιου, σαν προέκταση της ατομικής του ψυχανάλυσης. Αυτό  του επιτρέπει να συνεχίζει να βρίσκεται στην ψυχαναλυτική πολυθρόνα, το υπογραμμίζω, ως ψυχαναλυτής.-

*Ο Γεράσιμος Στεφανάτος είναι ψυχίατρος, ψυχαναλυτής, μέλος της γαλλικής ψυχαναλυτικής εταιρείας Quatrieme Groupe O.P.L.F. Σπούδασε και εργάστηκε στο Παρίσι· Ancient Attache des Hopitaux  Psychiatriques, ασχολήθηκε με τη θεσμική και την ατομική ψυχοθεραπεία των ψυχώσεων και ήταν υπεύθυνος κλινικής διδασκαλίας στην Ιατρική Σχολή Lariboisiere-Saint Louis του Πανεπιστημίου Paris VIΙ . Από το 1989 ασκεί ιδιωτικά την ψυχανάλυση στην Αθήνα. Διετέλεσε Διευθυντής του Τμήματος Ψυχιατρικής Εφήβων και Νέων του ΠΝΑ Γ. Γεννηματάς και ίδρυσε την Εταιρεία Ψυχαναλυτικής Μελέτης της Εφηβείας Ένηβος. Συνεργάστηκε με το Ευρωπαϊκό Κέντρο Μετάφρασης, Λογοτεχνίας και Επιστημών του Ανθρώπου (ΕΚΕΜΕΛ) και δίδαξε στο Τμήμα Θεωρίας και Ιστορίας της Τέχνης της ΑΣΚΤ. Συνιδρυτής του περιοδικού Εκ των υστέρων,  μέλος του  comite de lecture του ψυχαναλυτικού περιοδικού Topique  και της Revue française  de psychanalyse , διευθύνει στις εκδόσεις της Εστίας τη σειρά Ψυχαναλυτικά.  Τελευταίο  βιβλίο του Κατασκευές της ψυχανάλυσης, κατασκευή του ψυχαναλυτή,  Εστία-2016.

Διαβάστε επισης στο Tvxs.gr:

Γεράσιμος Στεφανάτος: Κατασκευή μιας ιστορίας, επινόηση μιας ιστορίας
Η Πιέρα Ολανιέ για την εφηβεία: «Κατασκεύασε το παρελθόν σου

 

Μάσιμο Ρεκαλκάτι: Η «μητέρα» και ο «πατέρας» είναι φιγούρες που υπερβαίνουν το φύλο

Tvxs

«Η ‘μητέρα’ όπως και ο ‘πατέρας’ είναι φιγούρες που υπερβαίνουν το φύλο, το αίμα, τη φυλή και τη βιολογία. ‘Μητέρα’ είναι το όνομα του Άλλου ο οποίος τείνει τα γυμνά του χέρια στη ζωή που έρχεται στον κόσμο, στη ζωή που, ερχόμενη στον κόσμο, επιζητά το νόημα», γράφει ο ψυχαναλυτής Massimo Recalcati, στο βιβλίο «Τα χέρια της μητέρας», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Κέλευθος, και ακολουθεί απόσπασμα*:

«Ευλογημένα, γράφει ο Ρίλκε, ας είναι τα χέρια της μητέρας. Ευλογημένη η υποστήριξη που προσφέρουν στη δροσοσταλίδα και στην αυγή της ζωής. Ευλογημένα το δέντρο της μητέρας και η μνήμη της.

[…] Εγώ και η μητέρα μου στο μικρό σαλονάκι βλέπαμε τηλεόραση. Ήταν μια ασπρόμαυρη ταινία, βασισμένη σε ένα πραγματικό γεγονός, γνωστό από την ειδησεογραφία: Μια μητέρα συγκρατεί στα χέρια της για ώρες τα χέρια του παιδιού της, το οποίο παίζοντας στο μπαλκόνι του τελευταίου ορόφου μιας μεγάλης πολυκατοικίας, έχει γραπωθεί από τα κάγκελα του μπαλκονιού. Αυτή είναι η ανάμνηση που δεν με εγκατέλειψε όλα αυτά τα χρόνια: μια μητέρα κρατάει με τα χέρια της τα χέρια του παιδιού της, που κρέμεται στο κενό.

[…] Να, λέω στον εαυτό μου σήμερα, αυτό που δεν μου έχει διαφύγει, αυτό που για μένα αποδείχτηκε στ’ αλήθεια αλησμόνητο, αυτό που σε αυτές τις εικόνες επιμένει: Τα χέρια της μητέρας του Τορίνου πιάνουν τα χέρια του παιδιού που κρέμεται στο κενό. Είναι μια μεταφορά του Άλλου ο οποίος αποκρίνεται στην κραυγή της ζωής χωρίς να την αφήνει να εκπέσει στην ασημαντότητα, αλλά της παρέχει μια υποστήριξη χωρίς την οποία θα κατακρημνιζόταν στο κενό. Να αυτό που η μητέρα του Τορίνου χάραξε ανεξίτηλα σε εμένα και που σήμερα το ξαναβρίσκω: η σιωπηρή αντίσταση, η προσφορά των γυμνών χεριών της, το πείσμα να μην αφήσει τη ζωή μόνη και χωρίς ελπίδα, το δώρο μιας παρουσίας που δεν χάνεται. Είναι η μητέρα που σαν «δέντρο» υποδέχεται, κατά τα λόγια του Ρίλκε, τη «δροσοσταλίδα» και τον ερχομό της αυγής.

Τα χέρια δεν είναι άραγε το πρώτο πρόσωπο της μητέρας; Τα χέρια της μητέρας μου δεν είναι άραγε αυτά που χάιδεψαν το σώμα μου σπέρνοντάς το με γράμματα, μνήμες, σημεία, οργώνοντάς το σαν να ήταν χώμα, γη;

Πόσο μπορεί να μετράνε για ένα παιδί τα χέρια της μητέρας; Και για τον λόγο αυτό η εικόνα αυτή της εκδήλωσης της μητρότητας δεν με έχει ποτέ εγκαταλείψει και παρέμεινε ανεξίτηλη.

Στη φροϊδική περιγραφή του μητρικού Άλλου, ως του πρώτου «διασώστη-σωτήρα» στο τραυματικό ξεκίνημα της ζωής, μπορούμε να ανακαλύψουμε τα ίχνη ενός πρώτου ορισμού της μητέρας ως εκείνου του «πιο κοντινού» Άλλου, ο οποίος ξέρει να απαντήσει στην έκκληση της ζωής που φωνάζει.

Αν ο άνθρωπος έρχεται στη ζωή, όπως εξηγούν ο Φρόιντ και ο Λακάν, σε μια κατάσταση «πρώιμης ωρίμανσης», «απροετοιμασίας», «κατακερματισμού», «ανημπόριας», «απόλυτης εγκατάλειψης», σε μια κατάσταση ανεπάρκειας, τρωτότητας, έκθεσης στο μη νόημα του πραγματικού, χρειάζονται κυρίως τα χέρια του Άλλου –η παρουσία του Άλλου- για να προφυλάξουν εκείνη τη ζωή, να την προστατέψουν, να τη γλιτώσουν από την πιθανότητα της πτώσης.

Τα χέρια της μητέρας του Τορίνου δεν είναι χέρια που σωφρονίζουν, τιμωρούν, ταπεινώνουν. Δεν είναι τα χέρια της οργής και της βίας, δεν είναι χέρια που χτυπούν και που μπορούμε να θυμηθούμε στις πληγές μας ως τέκνα. Είναι χέρια γυμνά, χέρια που τείνουν προς άλλα χέρια, χέρια που υποστηρίζουν τη ζωή στην απύθμενη άβυσσο. Η ζωή ως ανθρώπινη ζωή έχει ανάγκη να συναντήσει αυτά τα χέρια, τα γυμνά χέρια της μητέρας, τα χέρια που σώζουν από τον γκρεμό που προκύπτει από την έλλειψη νοήματος.

Δεν είναι αυτό που το παιδικό μου βλέμμα, καθώς ήμουν καθισμένος δίπλα στη μητέρα μου, έβλεπε να προβάλλεται στην ασπρόμαυρη οθόνη της τηλεόρασης; Αυτή είναι για μένα το πρώτο πρόσωπο της μητρότητας, που παραμένει αναλλοίωτο αντέχοντας στια αλλαγές των καιρών μας, καθώς και σε όλες τις μεταμορφώσεις της οικογένειας που μας βομβαρδίζουν.

Αν σήμερα η μητρότητα δεν συμπίπτει πια με την ικανότητα αναπαραγωγής ή με την έμπρακτη εμπειρία της κυοφορίας, αλλά χάρη στη δύναμη της επιστήμης, επεκτάθηκε και σε άλλες δυνατές μορφές που καθιστούν μη απαραίτητη τη συνουσία ή το πραγματικό του φύλου, τα χέρια της μητέρας του Τορίνου μάς υπενθυμίζουν μια ουσιαστική λειτουργία της μητρότητας την οποία καμία ιστορική αλλαγή δεν θα μπορέσει ποτέ να ακυρώσει: Η Μητέρα είναι το όνομα του Άλλου που δεν αφήνει να πέσει η ζωή στο κενό, που την συγκρατεί με τα δικά της χέρια, εμποδίζοντάς τη να συντριβεί΄ είναι το όνομα του πρώτου «διασώστη-σωτήρα».

Αυτό είναι ένα κομβικό σημείο του βιβλίου: Αυτό που εδώ αποκαλώ «μητέρα» δεν αντιστοιχεί απαραίτητα στην πραγματική μητέρα, νοούμενη ως τη βιολογική μητέρα που γεννά το παιδί της. Μάλιστα ήδη για τον Φρόιντ η «μητέρα» είναι το όνομα της πρώτης μορφής του Άλλου που ασχολείται με μια ανθρώπινη ζωή, την οποία αναγνωρίζει ως δικό της δημιούργημα.

Αυτό σημαίνει ότι η «μητέρα» όπως και ο «πατέρας» είναι φιγούρες που υπερβαίνουν το φύλο, το αίμα, τη φυλή και τη βιολογία. «Μητέρα» είναι το όνομα του Άλλου ο οποίος τείνει τα γυμνά του χέρια στη ζωή που έρχεται στον κόσμο, στη ζωή που, ερχόμενη στον κόσμο, επιζητά το νόημα.”

*Απόσπασμα από το βιβλίο «Τα χέρια της μητέρας», του Massimo Recalcati, Μετάφραση: Χρήστος Πονηρός, Εκδόσεις Κέλευθος – 2017, (Σελ.11 και 21 με 27).

«Η μητέρα που καταπιέζει τη γυναίκα -όπως συνέβαινε στην πατριαρχική εκδοχή της μητρότητας- ή η γυναίκα που αρνείται τη μητέρα -όπως συμβαίνει στην υπερμοντέρνα εποχή μας- δεν είναι δύο απεικονίσεις της μητέρας, αλλά δύο αποκλίσεις της εξίσου παθολογικές. Αυτό το βιβλίο στέκεται σε αυτό, χωρίς καθόλου ωστόσο να σκοπεύει να περιορίσει τη μητρότητα στην παθολογία της. Η διδασκαλία του Λακάν έδειξε πως η υπόσταση της επιθυμίας ως μη εξ ολοκλήρου απορροφημένης σε αυτή της μητέρας είναι η ουσιαστική προϋπόθεση ώστε η επιθυμία της μητέρας να μπορεί να είναι δημιουργική. Μόνο αν το βλέμμα της μητέρας δεν επικεντρώνεται αποκλειστικά στην ύπαρξη του παιδιού, η μητρότητα μπορεί να ολοκληρώσει την λειτουργία της. Είναι αυτό που διδάσκει καθημερινά η ψυχανάλυση: Μόνο αν η μητέρα δεν είναι όλη μητέρα, το παιδί μπορεί να βιώσει την απουσία αυτή που καθιστά δυνατή την είσοδό του στον κόσμο των συμβόλων και του πολιτισμού».

Ο Μάσιμο Ρεκαλκάτι είναι ένας από τους γνωστoύς Ιταλούς ψυχαναλυτές με αδιαμφισβήτητη αναγνωρισιμότητα όχι μόνο στην ιταλική και διεθνή επιστημονική κοινότητα, αλλά και ευρύτερα στην ιταλική κοινωνία στο σύνολό της. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Μιλάνου και στο Παρίσι. Εκεί μάλιστα του δόθηκε η ευκαιρία να δουλέψει με τον Jacques-Alain Miller και κατόπιν να αναλυθεί από τον ίδιο. Είναι ένα από τα ιδρυτικά μέλη του ALI (Ιταλικός Σύλλογος Λακανικής Ψυχανάλυσης) και επιστημονικός διευθυντής του IRPA (Ερευνητικό Ινστιτούτο Εφαρμοσμένης Ψυχανάλυσης), όπου διδάσκει «Βασικές Αρχές Λακανικής Ψυχανάλυσης». Εμπνευστής και ιδρυτής του Jonas Onlus (Κέντρο Ψυχαναλυτικής Κλινικής για τα νέα Συμπτώματα), με πλούσια δράση σε πολλές πόλεις της Ιταλίας. Από το 2005 είναι επικεφαλής της Νευροψυχιατρικής Μονάδας του Νοσοκομείου Παίδων Sant’Orsola στην Μπολόνια. Έχει διδάξει στα πανεπιστήμια του Μιλάνου, της Πάντοβας, του Μπέργκαμο και του Ουρμπίνο, καθώς και στο Διεθνές Πανεπιστήμιο Menenedez Pelayo της Ισπανίας. Σήμερα διδάσκει Ψυχοπαθολογία της Διατροφικής Συμπεριφοράς στο Πανεπιστήμιο της Παβίας και Ψυχαναλυτική Κλινική της Ανορεξίας στο CEPUSPP (Centre d’Enseignement Post-Universitaire pour la Specialisation en Psychiatrie et Psychotherapie) της Λωζάνης. Συμμετέχει με παρεμβάσεις σε σεμινάρια στις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές πόλεις. Στο συγγραφικό του έργο συγκαταλέγονται περίπου 30 βιβλία, πολλά από τα οποία έχουν μεταφραστεί στη Γαλλία, την Ισπανία, την Αυστρία, την Αργεντινή, τη Σερβία, τη Βραζιλία, τη Γερμανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες.


(κεντρική φωτό, από το έργο του Paul Klee «Mother and child»

Ο Στέφανος Ροζάνης για τον Κορνήλιο Καστοριάδη

Ο καθηγητής φιλοσοφίας και συγγραφέας Στέφανος Ροζάνης, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη, και το Tvxs.gr, για τον Κορνήλιο Καστοριάδη, με αφορμή τα 20 χρόνια από την επέτειο του θανάτου του, το Δεκέμβριο του 1997.

Τι θα λέγατε για τον Κορνήλιο Καστοριάδη, με αφορμή τα 20 χρόνια από την επέτειο του θανάτου του;

Ο Κορνήλιος Καστοριάδης ήταν ένας κομβικός ευρωπαίος στοχαστής, ο οποίος πάντα προσπάθησε να είναι εξεγεργεσιακός. Προσπάθησε, επίσης, να διαβάσει τον μαρξισμό και την φιλοσοφία με ένα διαφορετικό τρόπο. Άφησε ένα πάρα πολύ μεγάλο και βαθύ ίχνος πάνω στη Μετανεωτερικότητα, από το Μάη του ’68 μέχρι σήμερα. Τα βιβλία του και κυριότατα για μένα «Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας», είναι πραγματικά ένα πάρα πολύ σημαντικό βιβλίο, όχι μόνον για την κριτική του παρελθόντος αλλά και του παρόντος και του μέλλοντος. Ένας άνθρωπος με τον οποίο προσωπικά μπορεί να διαφωνούσα σε πολλά σημεία, αλλά που ακόμα και τη διαφωνία την έκανε διάλογο, και ο διάλογος αυτός γεννούσε καινούργια ερωτήματα, καινούργιες αφορμές και εναύσματα για αναστοχασμό.

Είναι από τους λίγους αναστοχαστικούς φιλοσόφους της Ευρώπης, μαζί βέβαια με μια πλειάδα άλλων. Να αναφέρω μόνο τους Έλληνες που για μένα έχουν πολύ μεγάλη σημασία, όπως ο Κώστας Παπαϊωάννου και η Μιμίκα Κρανάκη, που όλοι μαζί συγκροτούν την εξορισμένη Ελλάδα, που παρήγαγε τελικά, σκέψη.

Η σκέψη, την εποχή εκείνη, παρήχθη εκτός της Ελλάδος, από Έλληνες. Δηλαδή, ουσιαστικά η γαλλική σκέψη, οδηγήθηκε – κατά κάποιον τρόπο, για να μην είμαι απόλυτος- από αυτούς τους Έλληνες της διασποράς που βρέθηκαν με το περίφημο «Ματαρόα» στο Παρίσι.

Βλέπω ακόμα και σήμερα, το πόσο οι νεώτεροι άνθρωποι ασχολούνται με τον Καστοριάδη, με αποτέλεσμα να έχουμε πάρα πολύ σημαντικά έργα από νέους Έλληνες διανοουμένους, τα οποία τελικά μιλούν για τον Καστοριάδη, σε μια μετακαστοριαδική εποχή. Ένα από αυτά τα βιβλία που κυκλοφόρησε πρόσφατα, είναι  το βιβλίο του Αλέξανδρου Σχισμένου και του Νίκου Ιωάννου: «Μετά τον Καστοριάδη. Δρόμοι της αυτονομίας στον 21ο αιώνα», των εκδόσεων Εξάρχεια, το οποίο είναι εξαιρετικά σημαντικό βιβλίο.

Κι εκείνο που είναι παρήγορο, γενικά, είναι πως υπάρχει μια ζύμωση των ιδεών του Καστοριάδη, μέσα σε μια καινούργια προοπτική. Που σημαίνει ότι το ίδιο το έργο του δημιούργησε αφορμές για καινούργιες αναγνώσεις. Και επίσης σημαίνει, ότι το έργο αυτού του στοχαστή – διότι προσωπικά, στοχαστή τον ονομάζω – είναι ένα έργο πολυστρωματικό, πολυδυναμικό, που συνέχεια ανανεώνεται μέσα από τα καινούργια κοινωνικά ρεύματα, μέσα από τις καινούργιες κοινωνικές καταστάσεις, όπως διαμορφώνονται στην Ευρώπη, και συνέχεια αποτελεί έναυσμα διαλόγου – κι αυτό είναι το πιο σημαντικό για μένα – που μπορεί να βασίζεται σε προκείμενες καστοριαδικές – όπως λέμε – αλλά που φεύγουν πέρα απ’ αυτό και προεκτείνουν το έργο του ίδιου του Καστοριάδη.

Ποια από εκείνα που έλεγε ο Καστοριάδης, θεωρείτε ότι μας αφορούν περισσότερο σήμερα;

Ουσιαστικά, τα σημαντικά κέντρα γύρω στα οποία κινήθηκε ο Καστοριάδης, είναι η έννοια του «φαντασιακού», την οποία συνέδεσε με το κοινωνικό φαντασιακό, με πάρα πολλά στοιχεία φαντασιακού-ρομαντικού, φέρνοντας τον Φίχτε, τον Χέρντερ και τον Σέλινγκ, πάλι μέσα στην επικαιρότητα, προκειμένου να ερευνήσει το τώρα, το κοινωνικό τώρα. Κι αυτή ακριβώς η επαναφορά, ο αναστοχασμός, πάνω στις παλιές φιλοσοφικές και κοινωνικές πηγές, δημιούργησε στον Καστοριάδη, εκείνο ακριβώς το περιβάλλον, το οποίο χρειαζόταν για να προσθέσει κάτι το οποίο είναι καινούργιο, εξεγερσιακό, ρηγματικό.

Ειδικά για την έννοια του «φαντασιακού», τι θα μπορούσατε, να πείτε, περισσότερο;

Η δική του ιδέα, είναι, ότι η θέσμιση μιας κοινωνίας, δεν είναι μια κοινωνική θέσμιση, αλλά μια φαντασιακή θέσμιση. Εκείνο το οποίο θεσμίζει είναι το φαντασιακό, όχι το εμπειρικό. Το εμπειρικό δεν μπορεί να θεσμίσει μέσα στην κοινωνία. Αυτό που θεσμίζει και προεκτείνει την κοινωνία, είναι το φαντασιακό.  Τώρα, το φαντασιακό του Καστοριάδη, όπως είπα, έχει κατ’ αρχάς, σημαντική προέλευση από τον Σέλινγκ, τον Χέρντερ και τον Φίχτε, αλλά προεκτείνεται σε μια κριτική σκέψη. Κριτική, όμως, του τώρα. Παίρνοντας το φαντασιακό ως κριτική αυτού που γίνεται σήμερα.

Το φαντασιακό, δεν είναι κάτι το οποίο επιλέγει το ανθρώπινο υποκείμενο. Το φαντασιακό του Καστοριάδη, περισσότερο συνδέεται με το συλλογικό ασυνείδητο του Γιουνγκ, παρά με οποιαδήποτε ελεύθερη βούληση και οποιαδήποτε κοινωνική επιλογή.

Τι έχετε κρατήσει από τον Κορνήλιο Καστοριάδη;

Από τον Καστοριάδη και από τις συζητήσεις που είχα μαζί του στο σπίτι του στη Rue de l’ Alboni, από την εποχή εκείνη του Παρισιού, έχω κρατήσει κάτι, κι αυτό το κάτι για μένα είναι πολύτιμο. Μπορεί να διαφωνούσαμε, στο κατά πόσον το φαντασιακό μπορεί να είναι ατομικό ή κοινωνικό. Είναι μια διαφωνία που είχαμε φιλοσοφικά. Πέραν, όμως, αυτού, εκείνο που για μένα έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία, είναι ότι αυτή η διαφωνία -σε εισαγωγικά ή χωρίς εισαγωγικά- γινόταν πάντα αφορμή αναστοχασμού, και δικού μου και δικού του. Μου έγραφε πάντα, ή μου έλεγε, ότι «διαφωνούμε ογκωδώς», χρησιμοποιούσε το επίρρημα «ογκωδώς». Αλλά παρόλα αυτά, έβλεπα πόσο ο ίδιος προσπαθούσε να αντλήσει από τη διαφωνία, και πόσο καλό μου έκανε, εμένα, να αντλήσω πάλι από τη δική του διαφωνία, και να προχωρήσω στη δική μου έρευνα.

Και σχετικά με αυτήν σας την έρευνα, ποια είναι η δική σας η κατάθεση;

Η δική μου η εργασία  είναι να προσπαθήσω να δείξω μια επικαιροποίηση του στοχασμού του 19ου αιώνα. Δηλαδή, να δείξω, πόσο η ρομαντική αντίληψη για την κοινωνία, για την ατομικότητα, για την υποκειμενικότητα, είναι αξίες οι οποίες επικαιροποιούνται σε κάθε πεδίο, σε κάθε χώρο, μέσα στο τώρα των κοινωνικών πραγμάτων. Των πραγμάτων, δηλαδή, τα οποία διαμορφώνονται, βρίσκονται υπό διαμόρφωση.

Μη ξεχνάτε ότι ακόμα και η θέση μου περί του εκφασισμού της Ευρώπης, πάλι βασίζεται σε ρομαντικές προκείμενες. Και προσπαθώ με τα βιβλία μου, να δείξω ακριβώς αυτό το πράγμα: Πόσο ο 19ος αιώνας, υπήρξε «προφητικός», ακόμα και για τον εκφασισμό που σήμερα υποφέρουμε όλοι.

Με ποιόν τρόπο υπήρξε προφητικός ο 19ος αιώνας;

Μέσα στον 20ο αιώνα, ήταν ο Χίτλερ ως απαύγασμα αυτού που λέγεται «αστικό πνεύμα». Θα πρέπει να το λάβουμε υπόψη μας σοβαρά αυτό, ότι ο Χίτλερ, ή ο φασισμός, δεν ήταν μια βαρβαρική επιδρομή, αλλά ήταν γέννημα-θρέμμα του ίδιου του ευρωπαϊκού πνεύματος. Αρκεί να διαβάσουμε συγγραφείς, όπως για παράδειγμα ο Στέφαν Τσβάιχ, ή κοινωνιολόγους όπως ο Μαξ Βέμπερ, ή ακόμα, με τις εμπειρίες του Καρλ Σμιτ, με τον κανόνα εξαίρεσης. Αυτό, δικαιολογεί, σήμερα, τον φασισμό. Όλα αυτά, είναι προϊόντα της σκέψης του 19ου αιώνα.

Υπό αυτή την έννοια, οι δικές μου έρευνες παίρνοντας ως έναυσμα και τον Κορνήλιο Καστοριάδη, προσπαθούν να συνεχιστούν μέχρι τώρα.

Στον Ρομαντισμό όμως βασίστηκε με κάποιον τρόπο και η θεωρία του ναζισμού για την αρία φυλή, κλπ.;

Θα αρκούσε κανείς να διαβάσει τα βιβλία του φίλου μου, Μικαέλ Λεβί, ο οποίος είναι ένας εξαιρετικός κοινωνιολόγος στοχαστής. Είχε, τέτοια, στοιχεία ο ρομαντισμός. Μονάχα που δεν είχε μόνον αυτά! Μέσα στον ρομαντισμό, εκτός από τα στοιχεία αυτά, τα οποία προμηνύουν μια φασιστική νοοτροπία, υπάρχουν άλλα στοιχεία τα οποία είναι εξαιρετικά, ιακωβινικά. Στοιχεία, δηλαδή, τα οποία δημιουργούν το ανθρώπινο υποκείμενο ως εξεγερσιακή οντότητα.

Ο «Homme Revolte» (Ο εξεγερμένος άνθρωπος) του Καμύ, δεν είναι τίποτα άλλο, παρά η σύνοψη αυτών των εξεγερσιακών στοιχείων του ρομαντισμού. Αυτά τα εξεγερσιακά στοιχεία του ρομαντισμού, προβάλλω, ως διαρκή επικαιρότητα του ρομαντισμού. Ο ρομαντισμός ως εξεγερσιακότητα. Αυτό υποστηρίζω σε όλα τα τελευταία βιβλία, όπως είναι τα «Δύο δοκίμια πολιτικής αισθητικής του ρομαντισμού», στις εκδόσεις Εξάρχεια, αυτό ακριβώς προσπαθώ να εδραιώσω και να υποστηρίξω. Και σ’ αυτό, πραγματικά, βρίσκω στον Μικαέλ Λεβί, μια πλήρη συμφωνία, παρόλο ότι διαφωνούμε, επειδή ο Μικαέλ επιμένει να μιλάει για επαναστατικό ρομαντισμό, ενώ εγώ τού αντιτείνω ότι ο ρομαντισμός (που βέβαια είναι επαναστατικός με την έννοια της κοινωνικής επανάστασης), παρόλο που προκάλεσε κοινωνικές επαναστάσεις, ουσιαστικά ήταν εξεγερσιακός.

Τι σημασία έχει, να θυμόμαστε σήμερα τον Κορνήλιο Καστοριάδη;

Θα πρέπει ο νέος στοχασμός, αυτός ο στοχασμός ο οποίος προκύπτει… και η Ελλάδα έχει στοχασμό, όπως έχει και η καινούργια Γαλλία, και η καινούργια Γερμανία. Ο Καστοριάδης είναι ένα σημείο αναφοράς. Δεν μπορεί να προχωρήσουμε σε έναν κοινωνικό αναστοχασμό, χωρίς ένα από τα σημεία αναφοράς μας να είναι ο Καστοριάδης. Όχι βέβαια το μοναδικό. Αλλά ωστόσο, παραμένει ένα σημείο αναφοράς.

Μίλησε και για την αυτονομία, και για την ελευθερία.

Ακριβώς, για την αυτονομία. Και εκεί διαφωνούσαμε, ως προς το πώς έβλεπε τις αρχαίες ελληνικές δημοκρατίες, και την αυτοδιαχειριζόμενη κοινωνία, αλλά εν πάση περιπτώσει, πέρα των επί μέρους διαφωνιών, τα σημεία αυτά, του Καστοριάδη, είναι κομβικά για τον σύγχρονο στοχασμό.

Κάτι που θα θυμάστε πάντα από τον ίδιο;

Πέρα από αυτές τις πάρα πολύ όμορφες συναντήσεις στη Rue de l’ Alboni, θυμάμαι τις πολύ ωραίες συζητήσεις που είχαμε κάνει πάνω στο βιβλίο του «Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας», θυμάμαι τις συζητήσεις που είχαμε κάνει για το το «Fait et à faire» που ήταν το τελευταίο του βιβλίο, το οποίο δεν έχει μεταφραστεί στην Ελλάδα, και στο οποίο συνόψιζε όλη την κοινωνική και φιλοσοφική προοπτική του.

Παρόλο που ήταν ένας άνθρωπος μάλλον είρων και μάλλον σκληρός στη συζήτηση που έκανε, θυμάμαι, πόσο πίσω από αυτή την ειρωνεία ή αυτήν την σκληρότητα, ήταν ένας άνθρωπος στοχαστικός, πραγματικά στοχαστικός. Όπως και με πόση ανοικτότητα δεχότανε τις δικές μου αντιρρήσεις και διαφωνίες, με πραγματικά μεγάλη ευρύτητα και ανοικτότητα.

Μιχάλης Παπαγγελής: Το πορτραίτο της εποχής μας

“Όλες οι καλές τέχνες ήρθαν και ενώθηκαν και γίναν αγκάθινο φωτοστέφανο, που λούζει τα μαλλιά σου με άρρωστο φως…”  Δημήτρης Ασημακόπουλος (2017)

Το πορτραίτο της Dora Maar, λάδι σε καμβά του 1936 (κεντρική φωτογραφία). Ένα πρόσωπο σφιγμένο, σχεδόν ικανοποιημένο. Δυο μάτια έξω από τις κόγχες, εστιάζουν απεγνωσμένα στoν εξωτερικό κόσμο. Πίσω από τα μάτια, δυο πύλες στα εσώτερα της ψυχής, που το φωτεινό χρώμα τους υποδηλώνει έναν κόσμο καυτό και παλλόμενο, που επίσης απεγνωσμένα επιχειρείται να αγνοηθεί. Το γνωρίζω αυτό το πρόσωπο! Καθρεφτίζει τους ανθρώπους της εποχής μας.

Ζούμε προσπαθώντας απελπισμένα να πιαστούμε από την εξωτερική πραγματικότητα. Προσπαθούμε να αντλήσουμε ικανοποίηση από αυτήν. Ταυτιζόμαστε μαζί της. Παραβλέπουμε επιδεικτικά εσωτερικές σκέψεις και συναισθήματα, γινόμαστε ξένοι απέναντι στον ίδιο τον εαυτό μας. Ποιο κίνητρο μας ωθεί σ’αυτήν την στάση;

Υπάρχει ένας κοινά αποδεκτός “ρεαλισμός”, στο όνομα του οποίου όλοι υποκλινόμαστε. Καλούμαστε κάθε στιγμή να επιλέξουμε, όχι ότι έχουμε ανάγκη πραγματικά, αλλά ότι είναι καλύτερο στις δεδομένες συνθήκες. Το “καλύτερο στις δεδομένες συνθήκες”, ενδεχομένως αποτελεί αυτονόητη στάση για όλους τους ανθρώπους σε όλες τις εποχές. Εκείνο που δημιουργεί το πρόβλημα  είναι οι “δεδομένες συνθήκες” της εποχής μας.

Tον τόνο της ιδιαίτερης υφής των “δεδομένων συνθηκών” στον πρώτο κόσμο, μας δίνει ο John Kenneth Galbraith, στο βιβλίο του “Η κοινωνία της αφθονίας” του 1958. Εκεί διαπιστώνει το γεγονός ότι:

“πολλές ανάγκες μας είναι συνθετικά δημιουργήματα των διαφημιστών… τους δίνει  σάρκα και οστά η τεχνική της πώλησης… πλάθονται και διαμορφώνονται σύμφωνα με την θέληση παρασκηνιακών δυνάμεων που αναλαμβάνουν να μας πείσουν για το τι θέλουμε…” και αλλού: “ στην πραγματικότητα η παραγωγή δημιουργεί η ίδια τις ανάγκες που έπειτα επιδιώκει να ικανοποιήσει…” και “η διαφήμιση παίζει έναν αποφασιστικό ρόλο μονάχα όταν απευθύνεται σε ανθρώπους που δεν ξέρουν καλά-καλά τι θέλουν…”.

Με αυτά τα λόγια, ο διαπρεπής οικονομολόγος, διαπιστώνει την ουσία της εποχής μας. Ένας παραγωγικός μηχανισμός, που έκτοτε έχει τελειοποιηθεί και έχει επικρατήσει παγκόσμια, επιβάλει μέσω της διαφήμισης, όχι την χρήση ενός προϊόντος, αλλά την υιοθέτηση ενός ολόκληρου τρόπου ζωής, σε ανθρώπους που δεν ξέρουν καλά – καλά τι θέλουν και απαιτεί την συμμετοχή με διπλό τρόπο:  ·  αφ’ ενός να  εργαζόμαστε γι’ αυτόν σε κάποιο τομέα του (που αυτό σήμερα γίνεται όλο και πιο δύσκολο)

·  και αφ’ ετέρου να καταναλώνουμε, ότι αυτός παράγει, στον ελεύθερο χρόνο μας και έτσι: “η σχέση μεταξύ ανθρώπινης ζωής και παραγωγής, υποβιβάζει την πρώτη σε εφήμερο επιφαινόμενο της δεύτερης”(Adorno).

Σ’ αυτές τις “δεδομένες συνθήκες” μας σπρώχνει να υποταχθούμε ο “ρεαλισμός” που αναφέραμε. Το δίλημμα είναι πραγματικό. Τι εναλλακτικές λύσεις υπάρχουν γι’ αυτούς που αρνούνται να ενταχθούν;

Η συντριπτική πλειοψηφία θα βυθιστεί σε ένα πολύ πιο μίζερο περιθώριο, όπου επικρατεί ένας τρισχειρότερος κομφορμισμός, εν πολλοίς ελεγχόμενος από τον ίδιο παραγωγικό μηχανισμό, κάποιοι θα χαθούν ή θα πεθάνουν και μόνο ελάχιστοι θα μπορέσουν να διασωθούν. Το να πιαστούμε από αυτόν τον κόσμο γίνεται όντως ζήτημα επιβίωσης. Σε αυτόν τον θεμελιώδη εκβιασμό αναγκαζόμαστε να υποκύψουμε.

Στο βιβλίο του “Η έκλειψη του λόγου” του 1947 (όμως τόσο επίκαιρου!) ο Max Horkheimer ονομάζει αυτήν την κυρίαρχη σκέψη της εποχής μας “υποκειμενικό λόγο”. Σύμφωνα με αυτόν, λογικό και αληθινό είναι το χρήσιμο για το κάθε υποκείμενο. Η λογική αυτή οδηγεί σε άκριτη “ρεαλιστική” αποδοχή αυτού που υπάρχει, οδηγεί σε μια αναγνώριση της αυθεντίας της επιστήμης, μιας επιστήμης όμως που όλο και περισσότερο εξαρτάται και καθορίζεται από τον κυρίαρχο παραγωγικό μηχανισμό, έχει σαν αποτέλεσμα την αυταρχική αντίληψη, ότι ο άνθρωπος δικαιούται να εκμεταλλεύεται ασύστολα το φυσικό περιβάλλον και τελικά, καθιστά αδύνατη την στοιχειοθέτηση κάποιας ηθικής.

Σε αυτόν τον τρόπο σκέψης ο Horkheimer αντιδιαστέλει αυτόν που ονομάζει “αντικειμενικό λόγο”. Εδώ η σκέψη προσπαθεί, να ανακαλύψει την αντικειμενική αλήθεια και ο άνθρωπος θεωρείται ένα κομμάτι του σύμπαντος. Κάθε δραστηριότητά του λοιπόν, ατομική, συλλογική ή επιστημονική, πρέπει να περιορίζεται από τους κανόνες, που διέπουν αυτήν την ολότητα. Οδηγούμαστε έτσι στον σεβασμό της Φύσης και στην υιοθέτηση κανόνων ηθικών.

Σε κάθε τομέα των σύγχρονων κοινωνιών αυτοί οι δύο τρόποι σκέψης συγκρούονται, με τον “υποκειμενικό λόγο” να εκτοπίζει τον “αντικειμενικό”, καθώς η κυρίαρχη παραγωγή επικρατεί σε όλα τα μήκη και τα πλάτη.

Ας πάρουμε σαν παράδειγμα τον τομέα της εκπαίδευσης. Ο αντικειμενικός λόγος αντιπροσωπεύεται εδώ από τον τύπο εκπαίδευσης, που ο Noam Chomsky, ονομάζει  “παραδοσιακή αναγεννησιακή αντίληψη”. Σύμφωνα με αυτήν, σκοπός της εκπαίδευσης, είναι να μάθει ο εκπαιδευόμενος να ερευνά, χρησιμοποιώντας την φαντασία και την “παρορμητική ελεύθερη ενασχόληση”, να κατανοεί με τον δικό του τρόπο τα πράγματα, να είναι έτοιμος να επανεξετάσει τις κατευθύνσεις και να απελευθερώνει την δημιουργικότητά του.

Αντίθετα τα  εκπαιδευτικά συστήματα, που καθορίζονται από τον υποκειμενικό λόγο, έχουν στόχο, σύμφωνα με τον Chomsky, την χειραγώγηση των εκπαιδευομένων, την εξειδίκευση, την επαγγελματική αποκατάσταση και τελικά την υποταγή χωρίς αμφισβήτηση στο υπάρχον. “Τι θέλουμε;”, αναρωτιέται ο Chomsky: “καλύτερους ανθρώπους ή ανθρώπους που θα ανεβάσουν το ΑΕΠ”; Η απάντηση σε αυτό το ρητορικό ερώτημα είναι αλλοίμονο εύλογη…

Σε κάθε επίπεδο της εκπαίδευσης έρχονται σε σύγκρουση, αυτοί οι δυο τρόποι σκέψης. Κατ’ αρχήν ακούγονται ηχηρές πολιτικές διακηρύξεις, ότι η εκπαίδευση πρέπει να απελευθερώνει την δημιουργικότητα και να πλάθει ελεύθερους ανθρώπους, αντάξιους ενός δημοκρατικού πολιτεύματος. Στην πραγματικότητα τα υφιστάμενα εκπαιδευτικά προγράμματα και τα εκπαιδευτικά συστήματα, προσαρμόζονται, όλο και περισσότερο στις απαιτήσεις του σύγχρονου παραγωγικού μηχανισμού.

Αυτό δεν συμβαίνει μόνο με άνωθεν εντολές, αλλά είναι και αίτημα των εκπαιδευτικών και των γονέων, που αγωνιώντας για την αποκατάσταση των παιδιών, θεωρούν αυτονόητο και ρεαλιστικό να τα πιέζουν να προσαρμοστούν στην υφιστάμενη τάξη. Δεν πρέπει να δημιουργεί έκπληξη λοιπόν η διαπίστωση του παιδαγωγού sir Ken Robinson, ότι με την πρόοδο της εκπαίδευσης τα παιδιά χάνουν την δημιουργικότητά τους, ούτε η επισήμανση  του Ευγένιου Τριβιζά, ότι:

“η εκπαίδευση, αντί να εμπνέει και να χαρίζει δημιουργικά φτερά, συνθλίβει και καταθλίβει, με την συσσώρευση γνώσεων το παιδί”. Αυτός είναι ο “ρεαλιστικός” στόχος!

Ωστόσο δίπλα σε όλα αυτά και κυρίως κάτω από όλα αυτά, υπόγεια, οι δημιουργικές πνοές των παιδαγωγών, των γονέων και των παιδιών, κάποτε σμίγουν και ίσως βρουν το πεδίο να εκφραστούν με έναν απροσδόκητο τρόπο, στο πρόσωπο του χαρισματικού δασκάλου, που λατρεύεται από τα παιδιά, σε αυτό του τολμηρού μεταρρυθμιστή, που κατορθώνει να θεσμοθετήσει προς δημιουργικές κατευθύνσεις και κυρίως στο “άφημα”, που εκδηλώνεται σε κάποιες προνομιακές στιγμές, των παιδαγωγών και των γονέων, να διδαχθούν από την άμεση και αμόλυντη από θεωρητικές μεσολαβήσεις θεώρηση του κόσμου από τα παιδιά, σεβόμενοι και ανεχόμενοι την αποκλίνουσα σκέψη τους, που ο Ken Robinson, θεωρεί, προϋπόθεση της δημιουργικότητας: “μου πήρε τέσσερα χρόνια να ζωγραφίσω σαν τον Ραφαήλ, αλλά μια ολόκληρη ζωή να ζωγραφίσω σαν παιδί…”, διατείνεται ο Picasso.

Πέρα όμως από αυτές τις περιφερικές εκδηλώσεις αμφισβήτησης, ο κανόνας παραμένει και απαιτεί την προσαρμογή και η προσαρμογή απαιτεί βία. Κάθε κοινωνία, σε κάθε ιστορική εποχή, εκπαιδεύει τα νέα μέλη της, ώστε να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις της. Αυτή η εκπαίδευση ενέχει πάντοτε ένα στοιχείο βίας, αφού οι αυθόρμητες επιθυμίες καταστέλλονται ή εκτρέπονται σε αποδεκτές κατευθύνσεις. Τελικά όμως υπάρχει η επιβράβευση της ενσωμάτωσης και της συμμετοχής στην κοινωνία των ενηλίκων.

Στην εποχή μας, η ενσωμάτωση στην κοινωνία των ενηλίκων, ακόμα και όταν είναι δυνατή, δεν είναι καθόλου ελκυστική. Στο συγκλονιστικό κείμενο της με τίτλο, “Για χάρη των παιδιών”, η ψυχολόγος Ελένη Νίνα, αναφερόμενη στις περιπτώσεις βίας, που ασκείται στα παιδιά, διαπιστώνει, ότι οι άνθρωποι δολοφονούν το μέλλον και αναρωτιέται μήπως: “Μια μυστική ρωγμή της ύπαρξης… ενέχει στους ανθρώπους την επιθυμία να εξαφανιστούν…”. Ίσως όμως αυτή η έκδηλη και οπωσδήποτε καταδικάσιμη βία, να αποτελεί απόρροια μιας άλλης βίας, θεμελιακής και νόμιμης, που κανένας εισαγγελέας ενηλίκων ή ανηλίκων δεν καταδικάζει.

Είναι η βία που σκοπό έχει να οδηγήσει στην προσαρμογή των ανθρώπων σε ένα απάνθρωπο παραγωγικό μηχανισμό. Ο “ρεαλισμός”, μέσα σε αυτήν την κατάσταση εξανδραποδισμού των ζωών μας, δείχνει ότι αυτός ο δρόμος, αυτή η βία, είναι η καλύτερη δυνατή λύση για τα ίδια τα παιδιά.

Είδαμε ότι εναλλακτικές λύσεις σχεδόν δεν υπάρχουν. Ακόμη και για τα δωδεκάχρονα της εξωτικής Ανατολής, που δουλεύουν σε εργοστάσια, που φέρουν δικτυωτό πλέγμα, στα παράθυρα, για να μην αυτοκτονήσουν, η επιλογή αυτή είναι “ρεαλιστική”, αφού διαφορετικά ή θα πεθάνουν από την πείνα ή θα εκδοθούν σε παιδεραστές!

Ίσως η “μυστική ρωγμή της ύπαρξης” να είναι η έκδηλη μορφοποίηση, μιας διεστραμμένης απώθησης, ότι πιο ζωντανού και δημιουργικού κρύβει μέσα του ο άνθρωπος, το τίμημα μιας ψευδούς ασφάλειας, που οδηγεί στον μαρασμό.

“Κάθε υποκείμενο πρέπει όχι μόνο να λάβει μέρος στην καθυπόταξη της εξωτερικής φύσης, ανθρώπινης ή μη, αλλά για να κατορθώσει κάτι τέτοιο, πρέπει να καθυποτάξει την φύση μέσα του…”, λέει ο Max Horkheimer. Ίσως η εκδίκηση της “φύσης μέσα του” να δημιουργεί τις καταστροφικές εκδηλώσεις των ανθρώπων, που εν μέσω του πολέμου, τρόμαξαν τόσο τον Freud, ώστε να τον οδηγήσουν να επινοήσει την θεωρητική έννοια του «ενστίκτου του θανάτου”…

Σε ένα πιο βαθύ επίπεδο, την βία αυτή συνοδεύει η σύγχρονη στάση απέναντι στον θάνατο. Ο Walter Benjamin στο κείμενό του “ο αφηγητής”, πριν έναν αιώνα, αφού διαπιστώσει πως μαζί με την παρακμή της χειροτεχνικής παραγωγής, παρακμάζει και η ικανότητα της αφήγησης και ότι “…o αφηγητής από τον θάνατο δανείστηκε την αυθεντία του…”, συνεχίζει:

“…Στη διάρκεια των νέων χρόνων το θνήσκειν εκτοπίζεται όλο και περισσότερο από τον αντιληπτικό κόσμο των ζωντανών. Κάποτε δεν υπήρχε κανένα σπίτι, ίσως και κανένα δωμάτιο, που να μην είχε πεθάνει κάποιος… Σήμερα οι αστοί είναι αποστειρωμένοι κάτοικοι της αιωνιότητας μέσα σε χώρους, που παρέμειναν καθαροί από τον θάνατο και οι κληρονόμοι θα τους στοιβάξουν, όταν θα φθάσει το τέλος τους, σε σανατόρια ή νοσοκομεία…”, ( θυμίζουν τίποτε τα λόγια αυτά; ).

Έτσι λοιπόν εκτοπίζεται από παντού, το βίωμα του θανάτου. Μέσα σε μια υπνωτιστική καταναλωτική αφέλεια, που θυμίζει την στάση των ιθαγενών της Αμερικής απέναντι στα καθρεφτάκια, που πρόσφεραν οι εισβολείς, ο θάνατος τοποθετείται σε ένα αόριστο μέλλον, κάποια μακρινή στιγμή, σαν κάτι που δεν μας αφορά, που αφορά πάντοτε κάποιον άλλον.

Αν κάποτε μας αγγίξει, με κάποια απώλεια, οριοθετείται άμεσα κάποια περίοδος πένθους και μετά επιτακτικά απαιτείται η επάνοδος στην “φυσιολογικότητα”.

Η σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα δεν ανέχεται την αίσθηση του εφήμερου, ούτε την αίσθηση του απείρου. Αυτό αντανακλάται και στην αγωγή και στην εκπαίδευση, καθώς μόνιμο μέλημα είναι να προστατεύσουμε τα παιδιά, από δυσάρεστες εμπειρίες.

Τι θα πούμε όμως στην μικρή του σχολείου που: “όταν μας έβαζε η δασκάλα έκθεση για την γιορτή του πατέρα εγώ έγραφα ψέματα, μυθοπλασία για το πώς μπορεί να είναι η γιορτή του πατέρα. Μου ήταν απολύτως αντιληπτό, ότι δεν μπορούσα να μοιραστώ τα βιώματά μου, όπως ότι την ημέρα της γιορτής του πατέρα μου, ετοιμάζομαι, γιατί θα πάμε στον τάφο του, θα τον πλύνουμε, θα τον φροντίσουμε, θα βάλουμε λουλούδια, θα ανάψουμε το καντήλι, θα μυρίσει λιβάνι, θα του κάνουμε τρισάγιο και όταν θα γυρίσουμε, θα μοιράσουμε, στην μνήμη του, κόλλυβα σε όλη την γειτονιά”…

Ο ανθρωπολόγος Georges Devereux, θεωρούσε την προσαρμοστικότητα ως την κατ’ εξοχήν ιδιότητα της ψυχικής υγείας. Προσαρμοστικότητα σημαίνει η ικανότητα να επιβιώνεις σε διαφορετικά περιβάλλοντα διατηρώντας την αίσθηση του εαυτού. Σημαίνει επίσης ότι δεν ταυτίζεσαι ολοκληρωτικά με κανένα περιβάλλον.

Αυτήν την προσαρμοστικότητα πρέπει να επιζητά η εκπαίδευση. Να δημιουργήσει ανθρώπους ικανούς να επιβιώνουν στην σύγχρονη κοινωνία. Ικανούς επίσης να βυθίζονται στην μισοφωτισμένη νύχτα, αναζητώντας την καρδιά της δημιουργίας, έτοιμοι αν αξίζει τον κόπο να χαθούν, ακολουθώντας μια επιθυμία ή ένα όνειρο…

ΥΓ: Τα αποσπάσματα του John Kenneth Galbraith είναι από το βιβλίο “H κοινωνία της αφθονίας” εκδόσεις Παπαζήση  1970, σε μετάφραση Κώστα Χατζηαργύρη. Τα αποσπάσματα του Horkheimer, από το βιβλίο “Η έκλειψη του λόγου” εκδόσεις κριτική 1987, σε μετάφραση της εκδότριας Θέμιδος Μίνογλου. Τα αποσπάσματα του Benjamin, είναι από το κείμενο “Ο αφηγητής” δημοσιευμένο στο περιοδικό Λεβιάθαν Νο 11 σε μετάφραση της Ουρανίας Νταρλαντάνη. Η προμετωπίδα είναι από ποίημα του Δημήτρη Ασημακόπουλου, που δεν έχει δημοσιεύσει ακόμη.

* Ο Μιχάλης Παπαγγελής, είναι ψυχίατρος  

Διαβάστε επίσης: Ψυχιατρική είναι… Του Μιχάλη Παπαγγελή

Περικλής Κοροβέσης: Σήμερα είναι η εποχή της σποράς και όχι της συγκομιδής

Ο δημοσιογράφος, συγγραφέας και πολιτικός ακτιβιστής Περικλής Κοροβέσης, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη και το Tvxs.gr με αφορμή τα 100 χρόνια από την Οκτωβριανή Επανάσταση, επισημαίνοντας: «Ν’ αφήσουμε τα μεγαλεπήβολα σχέδια και τις οκτωβριανές επαναστάσεις, ή τις γαλλικές επαναστάσεις, και να δούμε με τις μικρές μας τις δυνάμεις τι μπορούμε να κάνουμε στον μικρό μας χώρο, κι αυτό δεν είναι λίγο […] Προχωράμε την ουτοπία. Δηλαδή, σήμερα, είναι η εποχή της σποράς και όχι της συγκομιδής […] Αν θέλουμε να επαναστατήσουμε, πρώτα απ’ όλα πρέπει να είμαστε ζωντανοί. Να «κρατήσουμε τη ζωή μας». Γιατί όπως είπε ο Καστοριάδης, οι πιο πολλοί άνθρωποι είναι «αναπνέοντα πτώματα». Αφού αναπνέουμε να είμαστε ζωντανοί, και όχι πτώματα».

Η Πρωτοβουλία «Το 2017 για το 1997» σε συνεργασία με τον Οργανισμό Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας Δήμου Αθηναίων (ΟΠΑΝΔΑ)  διοργάνωσε μια εκδήλωση που συμμετείχατε στους ομιλητές. Που καταλήξατε, εκεί;

Ήταν μια συνάντηση του Δημήτρη Πουλικάκου, του Τεό Ρόμβου, του Αντώνη Αντωνάκου και εμού, η οποία έγινε στο κτήριο του EAT-ΕΣΑ, ένας συμβολικός χώρος που από άντρο βασανιστηρίων τώρα έχει γίνει χώρος πολιτισμού και στεγάζονται τα γραφεία της Ένωσης Φυλακισθέντων και Εξορισθέντων ’67-’74.
Ήταν μια μάζωξη από ανθρώπους που ψάχνονται. Και εκεί η κουβέντα εξελίχθηκε σ’ έναν προβληματισμό, «που είμαστε», «τι κάνουμε», «ποιοι είμαστε». Έγιναν κάποιες παρεμβάσεις που είχαν πάρα πολύ μεγάλο ενδιαφέρον, και ο καθένας χωρίς να ταυτίζεται με τον άλλον κατέθεσε τη δικιά του την εμπειρία. Δηλαδή, ο καθένας τι κάνει; Γιατί όλοι αυτοί με το δικό τους τρόπο είναι ενεργά άτομα στην κοινωνία, ο καθένας στον τομέα του. Οπότε, μεταφέραμε τις εμπειρίες μας και λίγο πολύ όλοι είπαμε ότι κάνουμε αυτό που μπορούμε.

Ν’ αφήσουμε τα μεγαλεπήβολα σχέδια και τις οκτωβριανές επαναστάσεις, ή τις γαλλικές επαναστάσεις, και να δούμε με τις μικρές μας τις δυνάμεις τι μπορούμε να κάνουμε στον μικρό μας χώρο, κι αυτό δεν είναι λίγο. Αυτό ήταν περίπου το πνεύμα της εκδήλωσης.

Αυτό τον καιρό παίζεται στους κινηματογράφους η ταινία «Όταν ο Μαρξ συνάντησε τον Ένγκελς», όπου τελειώνει με τη σύνταξη του  Κομμουνιστικού Μανιφέστου. Με αυτά που βλέπουμε να γίνονται στις μέρες μας, όπως π.χ. τα σκλαβοπάζαρα στη Λιβύη, δείχνει τρομακτικά επίκαιρη. Γιατί παρ’ όλους τους αγώνες που άλλαξαν τον πλανήτη, είμαστε ακόμα έως και σε χειρότερη κατάσταση;

Σε χειρότερη δεν είμαστε, αλλά πιστεύω, ότι ξαναβρισκόμαστε στο ίδιο επίπεδο αναζητήσεων του ‘19ου αιώνα, που υπήρχαν οι διάφορες φάσεις, από τον Προυντόν, τον Μαρξ, παλιότερα τους τοπικούς σοσιαλιστές, οπότε ήταν τότε όλα αυτά ένα είδος λέσχης. Δεν ήταν ενωμένα με τα κινήματα. Δηλαδή, είχαμε το 1848, είχαμε την Παρισινή Κομμούνα αργότερα, το 1871, που ήταν ένας συνδυασμός κινημάτων και ιδεών.

Στον ‘21ο αιώνα που είμαστε σήμερα, έχουμε δει ότι η επαναστατική ουτοπία γίνεται ολοκληρωτισμός. Το είδαμε στην Κίνα, στη Ρωσία, στο Βιετνάμ. Είδαμε ότι ο κομμουνισμός σε τελική ανάλυση, ανανέωσε τον καπιταλισμό. Στη Ρωσία έγινε κρατικός καπιταλισμός, στην Κίνα μισοκρατικός-μισοελεύθερος καπιταλισμός, στο Βιετνάμ το ίδιο, οπότε εκεί πέρα υπάρχει ένα πρόβλημα, ότι όταν η επανάσταση είναι για την εξουσία τελικά καταντάει δεξιά εξουσία. Η εξουσία είναι πάντοτε δεξιά, όποιο ένδυμα κι αν φορέσει, του σοσιαλισμού ή του κομμουνισμού. Εκτός βέβαια από τον αναρχισμό, που ο αναρχικός δεν έκανε ποτέ εξουσία.

Επομένως, είμαστε σ’ εκείνη την περίοδο, γιατί μπορεί, ότι δεν κατόρθωσαν να κάνουνε οι Γερμανοί και οι δοσίλογοι, η δεξιά του εμφυλίου πολέμου και η χούντα, δηλαδή να καταργήσουν την Αριστερά… διότι δεν είναι τυχαίο όταν το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ελλάδας με τον εμφύλιο πόλεμο παθαίνει πολιτική και στρατιωτική συντριβή, μέσα σε 8 χρόνια η Αριστερά γίνεται αξιωματική αντιπολίτευση΄ δεν ηττήθηκε στην ουσία ξαναγεννήθηκε.

Ε, με τον Τσίπρα, νομίζω, μπήκε η οριστική ταφόπλακα της Αριστεράς, όπως την γνωρίζαμε. Και μπορεί η Αριστερά να έχει θαφτεί, όχι όμως οι Αριστεροί. Υπάρχουν, σκέφτονται. Τώρα, το τι θα αποδώσει αυτό, είναι ακόμα άγνωστο, αλλά εν πάση περιπτώσει έτσι κινείται η ιστορία.

Δηλαδή σε τι βάσεις, τώρα πια; Να πάρουμε όλες αυτές τις ιστορικές εμπειρίες και να τις μεταμορφώσουμε σε κάτι άλλο, κι αυτά που έλεγαν πριν 100 χρόνια, πρέπει κάπως να τα επαναπροσδιορίσουμε; Να δούμε τι θα κρατήσουμε και τι θα αφήσουμε για να προχωρήσουμε;

Αυτή τη δουλειά έκανα για 10 χρόνια στη στήλη μου στην Εποχή, που λεγόταν «Αριστερή ανακύκλωση». Δηλαδή, ότι πολύτιμο μας έχει δοθεί από την παράδοση αλλά και από όλη την ιστορία της ανθρωπότητας, να το χρησιμοποιήσουμε και να το προχωρήσουμε ακόμη πιο πολύ. Γιατί οι άθλιοι δεν παλεύουνε από το 19ο αιώνα, παλεύουνε από την αρχή της ανθρωπότητας. Συγκεκριμένα όταν αρχίζει η νεολιθική εποχή, που ο άνθρωπος μαθαίνει να εξημερώνει ζώα, να καλλιεργεί τη γη, και παύει πια να είναι τροφοσυλλλέκτης και κυνηγός, εκεί που διαμορφώνεται η πρώτη ιδιοκτησία και αρχίζουν οι πρώτες εξεγέρσεις.

Αυτό είναι μέσα στην ιστορία της ανθρωπότητας, στο σημείο που υπάρχει ιδιοκτησία, διαμορφώνει κράτος και εξουσία, που «μετριέται από το τι αποκλείει», όπως λέει ο Φουκώ. Δηλαδή η εξουσία αποκλείει και όσο πιο πολλούς αποκλείει, τόσο πιο μεγαλύτερη γίνεται η εξουσία. Ολοκληρωτισμός, δηλαδή. Έτσι έχουμε και τις γενοκτονίες και τα ολοκαυτώματα, τις εθνοκαθάρσεις, κλπ.. Ε, λοιπόν, αυτό το παιχνίδι που ξεκινάει από την αρχή της ανθρωπότητας, από τη Νεολιθική εποχή, περίπου από το 10.000 π.Χ., έγινε ένας αγώνας μεταξύ θανάτου-εξουσίας και ζωής-επανάστασης. Υπάρχει αυτό το ζεύγος, και η ζωή συνεχίζεται.

Σήμερα όμως, τι θα μπορούσαμε να κρατήσουμε για να προχωρήσουμε, και πώς;

Προχωράμε την ουτοπία. Για παράδειγμα, όταν οι γυναίκες, που μετείχαν στη Γαλλική Επανάσταση το 1789, ζητήσανε ψήφο, τους έκοψαν το κεφάλι. Σήμερα όλες οι γυναίκες, σχεδόν σε όλο τον κόσμο, ψηφίζουν. Η ιστορία μερικές φορές κάνει πιο μεγάλα βήματα από τη ζωή του ανθρώπου. Είναι σαν έναν σπόρο που τον φυτεύεις για να γίνει ένα δέντρο το οποίο μπορεί να έχει και χίλια χρόνια ζωή. Δηλαδή, σήμερα, είναι η εποχή της σποράς και όχι της συγκομιδής.

Και τι σπέρνουμε;

Τη ζωή μας! Αυτό που μας αναλογεί, πλέον να το κάνουμε! Αν θέλουμε να επαναστατήσουμε, πρώτα απ’ όλα πρέπει να είμαστε ζωντανοί. Να «κρατήσουμε τη ζωή μας». Γιατί όπως είπε ο Καστοριάδης, οι πιο πολλοί άνθρωποι είναι «αναπνέοντα πτώματα». Αφού αναπνέουμε να είμαστε ζωντανοί, και όχι πτώματα.

Διότι ο άνθρωπος που είναι κλεισμένος στο αυτοκίνητό του, στο σπίτι του, στην ψευτοδουλειά του, και δεν κάνει τίποτα, είναι η βάση του φασισμού. Όταν ακούς άνθρωπο που λέει «δε γίνεται τίποτα», αυτός είναι η βάση του φασισμού, γιατί εκτός των άλλων, περιμένει ένα σωτήρα, που σωτήρες δεν υπάρχουνε.

Πώς μπορούμε να λέμε ότι ζούμε, όταν δεν βλέπουμε και δεν ακούμε;

Αν δεν βλέπουμε και δεν ακούμε, είμαστε αναπνέοντα πτώματα, και όχι μόνο. Να δώσω ένα παράδειγμα: Διάβαζα για τη ζωή της Μπίλι Χόλιντεϊ, στη πρέζα που είχε πέσει, ότι σε ένα ξενοδοχείο που τραγουδούσε αναγκαζόταν να αλλάζει στο ανσασέρ, επειδή ήταν μαύρη και δεν της έδιναν δωμάτιο, κλπ.. Λοιπόν, επειδή είναι μια τραγουδίστρια που μου αρέσει, κάνω ένα μυθιστόρημα -στο μυαλό μου, βέβαια- ότι είμαι Έλληνας εργαζόμενος σ’ αυτό το ξενοδοχείο και παίρνω την Μπίλι και της δίνω το δικό μου δωμάτιο. «Εκμεταλλεύομαι» την Μπίλι, στο μυαλό μου, και μετέχω στη ζωή της, και αυτό το κάνω για οποιαδήποτε Μπίλι, και ζω σε έναν κόσμο αγάπης. Γιατί έχω όλη την ανθρωπότητα στην βιβλιοθήκη μου, με τα έργα τους, και λέω, ρε Όμηρε, έλα να μου πεις ιστορίες. Παπ! Τον κατεβάζω τον Όμηρο, και φεύγω με τον Οδυσσέα, περιπλανιέμαι. Λοιπόν, μας έχει δώσει πάρα πολλά η ανθρωπότητα, και μπορεί να μας κάνουνε πλούσιους, πολύ πλούσιους.

Και μπαίνει τώρα η βιοπολιτική, που λέει ο Φουκώ, που μας κλέβουνε τη ζωή. Δηλαδή, η τηλεόραση (όπως ο Έκο το είχε πει, «όταν υπάρχει τηλεόραση δεν χρειάζονται τανκς») μπαίνει μέσα στη ζωή σου και στην αλλοτριώνει. Σε κάνει ένα τίποτα. Αν κοιτάζεις την τηλεόραση από το πρωί μέχρι το βράδυ, συνέχεια, σε κάνουνε να είσαι ένα τίποτα στην υπηρεσία του καπιταλισμού.

Και όταν κάποια στιγμή σταματήσεις να βλέπεις τηλεόραση και βγεις έξω, επειδή έχεις «εκπαιδευτεί» ως θεατής, συνεχίζεις να «ζεις» σαν θεατής;

Κι όχι μονάχα αυτό. Υπάρχει ένας συγγραφέας, ονόματι Χαράρι –Εβραίος είναι- που έχει γράψει το «Sapiens» (κυκλοφορεί και στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Αλεξάνδρεια). Εκεί, γράφει ότι το ανθρώπινο είδος, δεν είναι τόσο αθώο όσο φαίνεται. Ήδη από τη νεολιθική εποχή, δημιούργησε μεγάλες καταστροφές. Και κάνει μια υπόθεση στο τέλος, ότι θα γίνουμε ένα είδος ρομποτοάνθρωποι, εξαρτημένοι από κάποιο μηχάνημα. Στις μέρες μας έχουν βγει τα smartphone και οι άνθρωποι δεν μιλάνε μεταξύ τους, είναι εξαρτημένοι από το μηχάνημα. Κι αυτό είναι πάρα πολύ επικίνδυνο, γιατί όταν π.χ. ο άλλος κάνει sex από το τηλέφωνο, κλπ., απαρνιέται την ανθρώπινή του διάσταση. Κι αυτό μπορεί να οδηγήσει σε πολύ άσχημα πράγματα.

Έχει ήδη οδηγήσει; Γιατί όταν κάποιος έχει ζήσει κολλημένος σε ένα μηχάνημα, μετά περιμένει οι άνθρωποι να αντιδρούν σαν το μηχάνημα.

Ναι, το ότι έχουν την τηλεόραση ανοιχτή από το πρωί μέχρι το βράδυ για συντροφιά, στην ουσία αυτή η συντροφιά είναι η χειρότερη μοναξιά. Γιατί δεν μετέχουν σε τίποτα.

Ενώ π.χ. όταν διαβάζουμε, όπως έλεγε ο καθηγητής κοινωνιολογίας, Γρηγόρης Λάζος, δρούμε, γιατί μέσα στο μυαλό μας δημιουργούμε έναν κόσμο, τον σκηνοθετούμε, τον διαμορφώνουμε, δηλαδή, ο αναγνώστης επεμβαίνει σ’ αυτό που διαβάζει.

Σίγουρα, και το χειρότερο απ’όλα είναι, ότι στην τηλεόραση με το ζάπινγκ και τις συνεχείς διακοπές για διαφημίσεις, ο σύγχρονος άνθρωπος μαθαίνει να αντιλαμβάνεται αποσπασματικά και δεν μπορεί να συγκροτήσει ένα αφήγημα, το αφήγημα της ζωής του. Κι ο άνθρωπος, που δεν μπορεί να αφηγηθεί, σημαίνει ότι έχει χάσει την κυριαρχία του εαυτού του. Ενώ εκείνος που μπορεί να αφηγηθεί τη ζωή του, μπορεί να δαμάσει τη ζωή του, και να δώσει μια εμπειρία για όλους. Όπως ήταν ο Χρόνης Μίσσιος, ο φίλος μου, ο οποίος ήταν ένας πολίτης που κατάφερε και δάμασε την περιπέτεια της ζωής του, την έκανε ένα αφήγημα και μας το έδωσε, στην αρχή προφορικά, μετά και γραπτά.

Και ακόμα πιο πολύ, αυτός που μπορεί να πει τα μυστικά του, τα απόρρητα, τα απαγορευμένα, ακόμα καλύτερα, από εκεί έρχεται η απελευθέρωση, κι αυτό για παράδειγμα, το δείχνει το κίνημα των ομοφυλόφιλων. (Όπου, παρεμπιπτόντως, κακώς τους λέμε ομοφυλόφιλους, γιατί είναι μία διάκριση. Όμως, ανήκουν στο ανθρώπινο είδος, και το ανθρώπινο είδος έχει βιοποικιλία΄ δεν ξέρουμε για τα 7,2 δις που είμαστε στον πλανήτη, τι κάνει ο καθένας. Εγώ θα έλεγα ότι είμαστε όλοι ένα ανθρώπινο είδος, με μια ποικιλία. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει διαφορά άντρα- γυναίκα. Είναι το ανθρώπινο είδος, που βγαίνει με αυτή ή την άλλη μορφή, όπως στα ζώα, ή ακόμα και στα φυτά που υπάρχουν αρσενικά και θηλυκά. Οι διακρίσεις που γίνονται είναι υπό την εξουσία, κι όχι από τη φύση. Η φύση μας θέλει όλους ίσους).

Ο ποιητής Νάνος Βαλαωρίτης, μου είπε σε μια συνέντευξη, ότι οι μεγάλες αφηγήσεις και τα μεγάλα αφηγήματα μας τελειώσανε, και πρέπει να στραφούμε στα μικροαφηγήματα, δηλαδή στις ιστορίες των ανθρώπων.

Έχει απόλυτο δίκιο. Δηλαδή, το να έρθει κάποιος στην παρέα και να μιλάει για τον Πλάτωνα, επειδή έχει κάνει αναλύσεις για τη φιλοσοφία του, ενδιαφέρον έχει, αλλά αυτό μπορώ να δω και μόνος μου. Και εγώ έχω Πλάτωνα στη βιβλιοθήκη μου. Μπορείς, όμως να μου πεις, τι ένιωσες προχτές που τσακώθηκες με τη γυναίκα σου, με το παιδί σου, με το φίλο σου; Μετάφερέ μου ανθρώπινη εμπειρία! Αυτή με θρέφει. Και μας θρέφει όλους, η ανθρώπινη εμπειρία.
Οι γνώσεις δε σημαίνουν αναγκαστικά καλλιέργεια. Αν σκεφτούμε, ότι πολλοί ναζί εγκληματίες πολέμου ήταν γιατροί. Ή αν σκεφτεί κανείς, ακόμα, ότι τα όργανα βασανισμών της Ιεράς Εξέτασης, τα είχαν κάνει οι γιατροί για να επιμηκύνουν τον πόνο και να μη βλάπτουν ζωτικά όργανα, ώστε να βασανίζονται οι άνθρωποι χωρίς να πεθαίνουν, ή να πεθαίνουν με ένα μαρτυρικό θάνατο.

Ως επίλογο, για τα 100 χρόνια από την Οκτωβριανή Επανάσταση, τι θα λέγατε;

Λοιπόν, έχουμε δίκιο να επαναστατούμε, γιατί υποστηρίζουμε τη ζωή, τα παιδιά μας, τα εγγόνια μας, και όλους τους άλλους. Και να τελειώσω με αυτό που είπε ένας ηγέτης Ινδιάνος: «Τίποτα δεν είναι δικό μας, τα πάντα τα έχουμε δανειστεί από το μέλλον».

 

Κρυσταλία Πατούλη: Ποιος θα υποστηρίξει -και- ψυχολογικά τους πλημμυροπαθείς;

Από στατιστικά στοιχεία η Πολιτεία γνωρίζει πως οι θάνατοι από πλημμύρες αποτελούν τη δεύτερη αιτία θανάτου από μαζικές καταστροφές στη χώρα μας, όπως και ότι οι επιζώντες από φυσικές καταστροφές έρχονται αντιμέτωποι με το μετατραυματικό στρες. Η ανάγκη, δηλαδή, ψυχικής υποστήριξης των πληγέντων -πόσο μάλλον εκείνων που χάνουν και δικούς τους ανθρώπους- είναι εξίσου σημαντική με την οικονομική υποστήριξη -μέσω των αποζημιώσεων- αλλά και την παροχή ειδών πρώτης ανάγκης, για να μην αναφερθούμε και στην πρόληψη.

Πατέρας που έχασε το γιο του στη Μάνδρα Αττικής από τις πλημμύρες, είπε χαρακτηριστικά πως “Μόνο μία ψυχολόγο είδαμε, από την ΕΜΑΚ” και αυτήν άπαξ.

Εν τω μεταξύ, το τηλέφωνο της Κοινωνικής Υπηρεσίας του Δήμου Μάνδρας δεν απαντά, εφόσον όλοι οι υπάλληλοι βρίσκονται έξω για τις υπέρογκες ανάγκες των προβλημάτων που έχουν προκύψει. Όσο για την ψυχική υποστήριξη, η κυρία Θεοδώρα Λιούλη από το Γραφείο Δημάρχου, ανέφερε ότι μέχρι στιγμής:

“Δεν έχουμε φτάσει σ’ αυτό το σημείο, διότι ακόμη βγάζουμε ανθρώπους από τη λάσπη! Υπάρχουν ψυχολόγοι που μάς έχουν προταθεί, αλλά αυτή τη στιγμή, ο κόσμος βγάζει ακόμα λάσπες… Δηλαδή, βρίσκεται η αδρεναλίνη στο 100%. Δεν έχει συνειδητοποιήσει ακόμα ο κόσμος τι έχει γίνει…”.

Διαπιστώνουμε, λοιπόν, πως -εκτός των άλλων- οι δομές ψυχικής υγείας στη χώρα, έχουν συρρικνωθεί πλέον σε επικίνδυνο βαθμό,  όπως κατέδειξε και η πρόσφατη έρευνα.

Ο γιατρός Γεώργιος Βήχας, έγραψε στη σελίδα του στο φ/β: […]

Κατά τη παραμονή μας στη περιοχή της Μάνδρας μιλήσαμε με κατοίκους οι οποίοι μία βδομάδα μετά τη καταστροφή παλεύουν μέσα στις λάσπες προσπαθώντας να επαναφέρουν μια στοιχειώδη κανονικότητα στη ζωή τους. Ο τρόμος από τη τραγωδία που έζησαν είναι έκδηλος σε κάθε λέξη τους, σε κάθε βλέμμα τους. Μέσα σε αυτή την απερίγραπτη καταστροφή και την οδύνη, βλέπουμε δύο ανθρώπους, να καθαρίζουν ότι έχει απομείνει από το κατεστραμμένο μαγαζί τους, το φωτογραφείο της περιοχής, με πρόσωπα ήρεμα και χαμογελαστά.Η μόνη στιγμή που η γυναίκα δακρύζει είναι όταν αναφέρεται στη δυστυχία των συμπολιτών της που έχασαν τους ανθρώπους τους λέγοντας, «πως μπορώ να στεναχωριέμαι για τις υλικές ζημιές όσο μεγάλες και αν είναι όταν δίπλα μου έχουν χαθεί ανθρώπινες ζωές; Και δεν είναι μόνο οι καταγεγραμμένοι νεκροί και αγνοούμενοι, είναι και οι ξένοι που δούλευαν στα χωράφια τριγύρω και δεν θα τους αναζητήσει κανείς. Για όλους αυτούς κλαίω και όχι για το μαγαζί μας που καταστράφηκε.» […]”

Για να μπορέσουμε να αντιληφθούμε -στο ελάχιστο- τι αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι που βγήκαν από τα συντρίμμια των τελευταίων πλημμυρών στη χώρα μας, δεν έχουμε παρά να ενημερωθούμε για το τι σημαίνει «επιζών της βίας» από φυσικές –και όχι μόνο- καταστροφές, τι σημαίνει «ψυχικό τραύμα» και μετατραυματικό στρες, και κυρίως τι επιπτώσεις επιφέρει στις ζωές των ανθρώπων, εφόσον δεν αντιμετωπιστεί με την απαραίτητη υποστήριξη ειδικών ψυχικής υγείας και κοινωνικών λειτουργών:

«Επιζώντες της βίας» ονομάζονται όλοι οι άνθρωποι που υπέστησαν ψυχικό τραύμα από φυσικές καταστροφές και όχι μόνο. Αναμετρήθηκαν με τη βία και βγήκαν ζωντανοί, γι’ αυτό και ο όρος «επιζώντες» έχει καθιερωθεί από χρόνια παγκοσμίως. Οι ειδικοί επιστήμονες ανακάλυψαν -ύστερα από μακρόχρονη έρευνα δεκαετιών- αυτή την τόσο ανομοιογενή «ομάδα» που μετά από μία τραυματική εμπειρία απειλείται σοβαρά από το σύνδρομο μετατραυματικού στρες:

Άτομα που επέζησαν από ένα ναυάγιο ή από άλλη φυσική καταστροφή, βετεράνοι πολεμιστές, πολιτικοί κρατούμενοι, αιχμάλωτοι πολέμου, όμηροι, μετανάστες πολέμου, Θύματα σεξουαλικής ή άλλου είδους κακοποίησης ­ ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας, θύματα οικογενειακής βίας, και τέλος άτομα που απειλήθηκε βίαια η ζωή τους με οποιονδήποτε τρόπο, συνθέτουν αυτήν την «ομάδα» με ακρίβεια.

Οι πιθανές αντιδράσεις από μία καταστροφική εμπειρία:

Βάσει στοιχείων της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας Ελλάδος, οι πιθανές αντιδράσεις μετά από μια καταστροφική εμπειρία είναι συνήθως οι εξής:

  • – ο φόβος απώλειας της ζωής
  • – η ανημπόρια
  • – η αδυναμία φυγής
  • – η αίσθηση αβοήθητου

Ανάλογες εμπειρίες είναι ικανές να προκαλέσουν στη συνέχεια, άμεσες ή μακροπρόθεσμες μετατραυματικές αντιδράσεις έως και διαταραχές, όπως συμπτώματα υπερδιέγερσης (υπέρταση, ταχυκαρδία, επιτάχυνση αναπνοής, δυσκολία στον ύπνο), αποφευκτική συμπεριφορά, αποσύνδεση (όταν ένα άτομο, την ώρα του κινδύνου, δεν είναι σε θέση να αμυνθεί ή να φύγει).

Όταν κάποια πίεση ξεπεράσει τα όρια του σώματός μας, επέρχεται σωματικός τραυματισμός: το δέρμα μας ανοίγει, οι μύες και οι τένοντες παθαίνουν θλάση, τα κόκαλα σπάνε. Τι συμβαίνει όμως με την ψυχή μας όταν έρθουμε αντιμέτωποι με μία εξαιρετικά στρεσογόνο ή σοκαριστική εμπειρία, π.χ. από μια φυσική καταστροφή, έως ένα βίαιο ψυχικό ή σωματικό επεισόδιο;

Ο κλάδος της ψυχολογίας που ασχολείται με τη δημιουργία και τις συνέπειες των ψυχικών τραυματισμών είναι η Ψυχοτραυματολογία. Η γένεσή της -δεν είναι τυχαίο πως- συμπίπτει με τους παγκόσμιους πολέμους, το ολοκαύτωμα, τον πόλεμο του Βιετνάμ καθώς και τις τεχνικές και φυσικές καταστροφές του προηγούμενου αιώνα. Τα τραυματικά βιώματα επηρεάζουν άμεσα το σώμα και τον νου, με αντίκτυπο στο άτομο, την οικογένεια και την κοινωνία.

Η «επίθεση» του τρόμου:

Το ψυχικό τραύμα πλήττει τον ανίσχυρο. Τη στιγμή του τραύματος μια τρομακτική δύναμη κάνει το θύμα ανίσχυρο. Όταν η δύναμη αυτή έρχεται από τη φύση, μιλάμε για φυσικές καταστροφές. Όταν επιβάλλεται από άνθρωπο, μιλάμε για φρικαλεότητες.

Ο ψυχίατρος Κάρντινερ περιγράφει: «Οταν ένα άτομο κατακλύζεται από τρόμο και αδυναμία, κατακερματίζεται ολόκληρο το οικοδόμημα της συγκροτημένης και συντονισμένης δραστηριότητας».

Ενδεικτικά, τα συμπτώματα του μετατραυματικό στρες περιγράφονται ως εξής:

  1. Η υπερδιέγερση: Ύστερα από ένα τραυματικό γεγονός, το ανθρώπινο σύστημα αυτοάμυνας φαίνεται να βρίσκεται σε συνεχή συναγερμό, σαν να πρόκειται ο κίνδυνος να επανέλθει οποιαδήποτε στιγμή. Δύο ψυχολόγοι παρατήρησαν ότι: «Στρατιώτες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου που υπέστησαν ψυχικό τραύμα δείχνουν να πάσχουν από χρόνια διέγερση του συμπαθητικού νευρικού συστήματος».
  1. Η παρεμβολή: Αφού περάσει ο κίνδυνος, για πολύ καιρό το τραυματισμένο άτομο ξαναζεί το γεγονός σαν να συμβαίνει συνεχώς στο παρόν. Είναι σαν ο χρόνος να έχει σταματήσει στη στιγμή του τραύματος. Συχνά οι ενήλικες, καθώς και τα παιδιά, νιώθουν την ανάγκη να αναπαραστήσουν τη στιγμή του τρόμου, με την ψευδαίσθηση ότι θα μεταβάλλουν την κατάληξη της τραυματικής εμπειρίας. Σε αυτήν τους την προσπάθεια μπορεί να εκθέσουν τον εαυτό τους σε κίνδυνο μεγαλύτερης βλάβης.
  1. Η συρρίκνωση: Όταν ένα άτομο είναι τελείως ανίσχυρο, όταν θεωρεί ότι οποιαδήποτε μορφή αντίστασης είναι άσκοπη, τότε είναι πιθανό να καταθέσει τα όπλα. Το σύστημα αυτοάμυνας διακόπτεται τελείως. Το ανίσχυρο άτομο ξεφεύγει από αυτή την κατάσταση όχι ενεργώντας μέσα στην πραγματικότητα, αλλά τροποποιώντας την συνειδησιακή κατάστασή του.

Η αντιφατικότητα και τα αποτελέσματά της:

Οι δύο αντικρουόμενες αντιδράσεις της παρεμβολής και της συρρίκνωσης επιβάλλουν έναν ρυθμό με μεταπτώσεις. Και τα δύο συμπτώματα δεν επιτρέπουν την αφομοίωση του τραυματικού γεγονότος. Το άτομο είναι αιχμάλωτο ανάμεσα στα άκρα της αμνησίας και της αναβίωσης του τραύματος, ανάμεσα σε κατακλυσμό από έντονα, ανυπόφορα συναισθήματα και σε καταστάσεις κενού. Με την πάροδο του χρόνου αυτή η αντιφατικότητα αυξάνει.

Μια έρευνα Ολλανδών με άτομα που υπήρξαν όμηροι επιβεβαιώνει τις μακροχρόνιες επιπτώσεις ενός μόνο τραυματικού γεγονότος. Ένας βετεράνος πολεμιστής του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου είχε ξαφνικά ίδιους εφιάλτες και συμπτώματα παρεμβολής ύστερα από 30 χρόνια!

Η ψυχική αποσύνδεση:

Το τραυματικό γεγονός κλονίζει βασικές ανθρώπινες σχέσεις. Κλονίζει τους δεσμούς της οικογένειας, της φιλίας, της αγάπης και της κοινότητας, θρυμματίζει τη δομή της προσωπικότητας, την πίστη του θύματος προς τον Θεό και τη φύση, το ρίχνει σε υπαρξιακή κρίση. Όταν χάνεται η εμπιστοσύνη, το τραυματισμένο άτομο νιώθει ότι ανήκει περισσότερο στους νεκρούς παρά στους ζωντανούς.

Η κλονισμένη προσωπικότητα:

Το τραυματικό γεγονός παραβιάζει τη σωματική ακεραιότητα του ατόμου. Το σώμα κατακτάται, τραυματίζεται, βεβηλώνεται, ή χάνει εντελώς τον έλεγχο. Η πεποίθηση του θύματος ότι μπορεί να διατηρεί την ατομικότητά του σε σχέση με το περιβάλλον κλονίζεται ανεπανόρθωτα.

Ευπάθεια και ανθεκτικότητα:

Κανένα άτομο δεν παραμένει αλώβητο όταν εκτεθεί σε σοβαρό ψυχικό τραύμα. Όταν βιώνεται μια τραυματική εμπειρία ο οργανισμός βρίσκεται σε σοκ, οπότε τα δύο ημισφαίρια δεν συνεργάζονται επαρκώς, με αποτέλεσμα να μπλοκάρεται η επικοινωνία τους και κατ’ επέκταση να κλειδώνεται η εμπειρία ασυνείδητα στο νευρικό μας σύστημα.

Είναι ένας βιολογικός μηχανισμός επιβίωσης (τέσσερις μηχανισμοί άμυνας υπάρχουν για την αντιμετώπιση μιας τραυματικής εμπειρίας: φεύγω, επιτίθεμαι, παγώνω, παραδίδομαι).

Έτσι, ένα τραυματικό βίωμα δεν αφομοιώνεται αν δεν συνεργαστούν τα δύο ημισφαίρια για να το επανεξεργαστούν. «Η εκπαίδευση είναι εξαιρετικό πράγμα. Αλλά ό,τι αξίζει να μάθουμε, δυστυχώς δεν μπορεί να διδαχθεί» είχε πει ο Όσκαρ Ουάιλντ. Δηλαδή, μόνο με τη λογική, κανείς δεν μπορεί να μας «διδάξει», πώς θα θεραπευτούμε από ένα ψυχικό τραύμα.

Τι είναι το ψυχικό τραύμα:

Είναι το αποτέλεσμα μιας εμπειρίας που:

  • -είναι ρεαλιστική και πραγματική απειλή της ζωής (ένας σεισμός, μια πλημμύρα, μια φωτιά, μια εγκληματική επίθεση, ένας πόλεμος κ.λπ.),
  • -συνοδεύεται από την αίσθηση πλήρους αδυναμίας, ανικανότητας, έντονων συναισθημάτων και κατακλυσμιαίου άγχους,
  • -οδηγεί τις περισσότερες φορές στην εκδήλωση/ανάπτυξη της μετατραυματικής αγχώδους διαταραχής (PTSD),
  • -είναι ανεξάρτητη από την ενεργό συμμετοχή μας σε ξαφνικά απρόβλεπτα γεγονότα όπως είναι π.χ. οι φυσικές καταστροφές,
  • -είναι ανεξάρτητη του ρεαλιστικού μεγέθους του γεγονότος.

Ενδεικτικά, ένα ψυχικό τραύμα μπορεί να προκληθεί από:

  • –  θάνατο αγαπημένου προσώπου
  • –  κακοποίηση προς τους ίδιους ή προς άλλους – με συναισθήματα φόβου π.χ. εκφοβισμός (bullying), ανημπόριας ή και φρίκης.
  • –  Σεξουαλική βία ή άλλου είδους ψυχική ή σωματική βία και κακοποίηση – ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας
  • –  Οικογενειακή ψυχική ή σωματική βία, εγκατάλειψη, απουσία φροντίδας, στέρησης, κλπ.
  • –  Εγκληματική βία οποιασδήποτε μορφής και επιπέδου βιαιότητας σωματικής ή ψυχικής
  • –  Πόλεμο, ομηρία, αιχμαλωσία, βίαιη μετανάστευση, βασανιστήρια
  • –  Παντός είδους φυσικές καταστροφές (πχ. φωτιά, σεισμός, πλημμύρες).

Όλοι οι άνθρωποι που έχουν βιώσει ανάλογες εμπειρίες είναι «επιζώντες» της βίας, οι οποίοι κουβαλούν μέσα τους συνήθως ψυχικά τραύματα (αδιαχείριστα) που τους καθιστούν συχνά ασθενείς της περίφημης Μετατραυματικής Αγχώδους Διαταραχής.

Τα συμπτώματα της Μετατραυματικής Αγχώδους Διαταραχής (PTSD – Post Traumatic Stress Disorder), είναι  η πιο συνηθισμένη διαγνωστική κατηγορία που χρησιμοποιούμε για να περιγράψουμε συμπτώματα που προκαλούνται από τραυματικές εμπειρίες. Τα τραυματικά συμπτώματα ενδεχομένως είναι προσαρμοστικά και αρχικά έχουν εξελιχθεί για να μας βοηθούν να αναγνωρίζουμε και να αποφεύγουμε επικίνδυνες καταστάσεις.

Άλλα συμπτώματα που μπορεί να προκύψουν:

-Η κατάθλιψη, το άγχος και ο ψυχικός διχασμός ή διάσχιση μπορεί να προκύψουν μερικές φορές έπειτα από τραυματικές εμπειρίες, ή ακόμη και σωματόμορφες διαταραχές.

-Διαφορές μπορεί να διαπιστωθούν από τον τρόπο με τον οποίο κάθε άτομο αντιμετωπίζει ή εξωτερικεύει το άγχος του, και επηρεάζουν τόσο την ένταση όσο και τον τύπο των συμπτωμάτων που βιώνονται.

Ο ψυχικός διχασμός ή διάσχιση:

Ώς έναν βαθμό, σχεδόν όλοι αποσυνδέονται από ένα τραυματικό γεγονός όπως «περιγράφει» ο ζωγραφικός πίνακας «Η Διόπτρα» του Rene Magritte (1963): Τα δύο ημισφαίρια αποσυνδέονται (Ο ουρανός είναι που «κόβεται» στη μέση; Έξω από το παράθυρο φαίνεται σκοτάδι; Ή μέσα στο δωμάτιο είναι σκοτάδι; Στα τζάμια είναι ο ουρανός;).

Αυτό που έχει σημασία, είναι ότι η πραγματικότητα έχει πια αλλοιωθεί. Μετά από ένα ψυχικό τραύμα δεν μπορούμε να δούμε όλη την «εικόνα», την πραγματική εικόνα. Δεν αντιλαμβανόμαστε, ούτε βιώνουμε, την πραγματικότητα στο σύνολο αλλά σε κομμάτια.

Ο ψυχικός διχασμός είναι μια αρκετά φυσιολογική στρατηγική αντιμετώπισης εν όψει υπερβολικού άγχους, αλλά οι ακραίες διχαστικές τάσεις μπορεί να είναι παθολογικού χαρακτήρα. Τα δύο ημισφαίρια του εγκεφάλου, δείχνουν να μην συνεργάζονται για να διαχειριστούν την συγκεκριμένη ανάμνηση του τραυματικού γεγονότος.

Επίσης τα άτομα μπορεί να:

  1. κατακλύζονται από εικόνες, σκέψεις και συναισθήματα που σχετίζονται με την τραυματική εμπειρία,
  2. παρουσιάζουν δυσκολία συγκέντρωσης,
  3. έχουν γενικευμένο άγχος,
  4. έχουν δυσκολία στον ύπνο,
  5. βλέπουν συχνά εφιάλτες,
  6. έχουν εκρήξεις θυμού,
  7. παρουσιάζουν κρίσεις πανικού ή φοβίες,
  8. υποφέρουν από κατάθλιψη,
  9. σκέφτονται πως η ζωή τους είναι χωρίς νόημα,
  10. δυσκολεύονται να δημιουργήσουν ή να διατηρήσουν στενές σχέσεις,
  11. έχουν ψυχοσωματικές αντιδράσεις (πονοκέφαλοι, ταχυκαρδίες).

Δευτερεύων τραυματισμός:

Μια άλλη πλευρά της έκθεσης σε ψυχικά τραύματα επηρεάζει και τους εργαζόμενους που βοηθούν θύματα ψυχικών τραυμάτων και καταστροφών (αλλά και των μαρτύρων, δηλαδή εκείνων των ατόμων που βρέθηκαν άθελά τους σε μια σκηνή τραυματικού γεγονότος ως παρατηρητές ακόμη και από μια οθόνη τηλεόρασης πχ. Δίδυμοι πύργοι). Στα άτομα αυτά περιλαμβάνονται ψυχολόγοι και άλλοι ειδικοί στην ψυχική υγεία, καθώς επίσης και εργαζόμενοι σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης (αστυνομικοί, διασώστες, πυροσβέστες, ένορκοι, δημοσιογράφοι, φωτορεπόρτερ, κλπ.) οι οποίοι μένουν υπερβολικά εκτεθειμένοι, στη βία, τον πόνο ή και τον βίαιο θάνατο των θυμάτων. Στα επαγγέλματα αυτά υπάρχει πάντα ο κίνδυνος του «δευτερεύοντος» τραυματισμού, με όλα τα επακόλουθα.

Όταν το τραύμα γίνεται μαργαριτάρι

«Καμιά φορά συμβαίνει να εισχωρήσει σε ένα στρείδι ένας κόκκος άμμου ή ένα ξένο σώμα. Εάν το στρείδι δεν μπορεί να το αποβάλει, τότε το ξένο αυτό σώμα διαταράσσει την ισορροπία του. Γύρω του δημιουργείται ένα είδος μόλυνσης, σκλήρυνσης ή σήψης. Αυτή η διαταραχή μπορεί να κάνει όλο το βιολογικό σύστημα του στρειδιού να νοσήσει.

Για να αμυνθεί, το στρείδι χτίζει αλλεπάλληλα στρώματα πέρλας γύρω από τον κόκκο της άμμου. Έτσι δημιουργείται σιγά σιγά το μαργαριτάρι. Ο κόκκος απομονώνεται από το περιβάλλον του και δεν μπορεί πια να βλάψει το στρείδι. Το μαργαριτάρι εξασφαλίζει στο στρείδι την επιβίωση. Ίσως γι’ αυτό παρομοιάζουν το μαργαριτάρι με δάκρυ, επειδή με κάποιον τρόπο εμπεριέχει τον πόνο».

Ο ανθρώπινος οργανισμός ύστερα από μια τραυματική εμπειρία κατά την οποία ένιωσε ανήμπορος και αβοήθητος μπορεί να αντιδράσει σαν το στρείδι, όχι όμως πάντα για να… δημιουργήσει ένα μαργαριτάρι:

Οι αναμνήσεις, οι εικόνες και οι αισθήσεις τις οποίες δεν μπορούμε να επεξεργαστούμε απομονώνονται σωματικά και ψυχικά. Αποσυνδέονται από το σύνολο, ασυνείδητα. Κάποιες φορές δεν θυμόμαστε καν τι έγινε. Όταν όμως υπάρξει η κατάλληλη αφορμή, ή σε μια κρίσιμη περίοδο της ζωής μας, ο τρόμος και η απόγνωση έρχονται στην επιφάνεια. Το στρείδι ανοίγει.

Συνέπεια μπορεί να είναι η εκδήλωση μιας μετατραυματικής διαταραχής, κατάθλιψης, φοβίας ή ψυχοσωματικών συμπτωμάτων. Τα συμπτώματα αυτά, όμως, όσο δυσάρεστα κι αν είναι, μπορεί να αποτελέσουν και την ευκαιρία επούλωσης του ψυχικού τραύματος!

Κατά τη διάρκεια της Τραυματοθεραπείας επιστρατεύονται όλες μας οι δυνάμεις και ικανότητες. Ανακαλύπτουμε τον εσωτερικό πλούτο του ψυχισμού μας και ελευθερώνουμε το παρόν από τον τρόμο του παρελθόντος. Το καθαυτό γεγονός παραμένει κομμάτι της προσωπικής μας ιστορίας.

Μετά την επανεπεξεργασία του όμως, είναι σχεδόν βέβαιο ότι μπορεί να αποκτήσει άλλο νόημα και θέση στη ζωή μας: Σαν ένα ακριβό μαργαριτάρι μέσα στον θησαυρό των πιο δύσκολων -ή ακόμα και τραγικών- εμπειριών μας.

***

Κρυσταλία Πατούλη, σύμβουλος ανθρωπίνων σχέσεων – δημοσιογράφος

Πηγές:

Οι επιζώντες της βίας

Το ψυχικό τραύμα και η μέθοδος EMDR

Τραυματικές εμπειρίες ζωής

by Αντικλείδι , http://antikleidi.com