Pedro Olalla_The Αmbassador

Συνέντευξη στην Κρυσταλία Πατούλη για το 2Board (p.111)

Κάτοικος Αθηνών. Βραβευμένος Πρεσβευτής του ελληνισμού. ο οραματιστής συγγραφέας και φιλόλογος, Pedro Olalla.

Ο Pedro Olalla Gonzalez de la Vega (Οβιέδο, Ισπανία 1966) είναι συγγραφέας, ελληνιστής, καθηγητής φιλολογίας, μεταφραστής και κινηματογραφιστής και σε αυτούς τους τομείς συνεργάζεται τακτικά με εκδοτικούς οίκους και εκπαιδευτικούς και πολιτιστικούς φορείς από διάφορες χώρες. Τα λογοτεχνικά και οπτικοακουστικά του έργα μελετούν και προβάλλουν τον ελληνικό πολιτισμό συνδυάζοντας, με έντονα προσωπική γλώσσα, λογοτεχνικά, επιστημονικά και εικαστικά στοιχεία. Για το έργο του στο χώρο της μελέτης και της προώθησης του ελληνικού πολιτισμού έχει αναγορευτεί Πρεσβευτής του Ελληνισμού από το ελληνικό κράτος (2010).

  • To 1994 μετοικήσατε στην Αθήνα. Πώς το αποφασίσατε;
    Έφυγα από την Ισπανία σε αναζήτηση νέων ερεθισμάτων και, επειδή ο ελληνικός πολιτισμός με έθελγε ανέκαθεν, αποφάσισα να έρθω στην Ελλάδα. Μετοίκησα στην Ελλάδα, γιατί δεν ήθελα να κάνω ελληνισμό «εξ αποστάσεως», αλλά ελληνισμό «επιτόπου». Γι’ αυτό ήρθα: για να είμαι σε συνεχή επαφή με την Ελλάδα του χθες και του σήμερα, με τις ιστορικές πηγές, με τη γλώσσα, με τους ανθρώπους και με τους τόπους. Για να μοιραστώ τη μοίρα μου μαζί της. Και δεν το έχω μετανιώσει ποτέ, ούτε σήμερα, που τρώει τα παιδιά της.
  • Τι είναι η Αθήνα για εσάς; Τι σας μαγεύει, ίσως, σε αυτήν την πόλη;
    Η Αθήνα είναι η πρωτεύουσα της Ελλάδας… και της ζωής μου! Ξέρετε κάτι; Υπάρχει ένα καίριο στοιχείο, που καθιστά τις πόλεις πολύ διαφορετικές: εμείς. Δεν είναι ίδια η Αθήνα του Σωκράτη με την Αθήνα του Διογένη ή η Βαρκελώνη του Δον Κιχώτη με τη Βαρκελώνη του Σάντσο. Κατά βάθος, είναι ζήτημα ανάφλεξης: εγώ στο Οβιέδο –η πόλη της εφηβείας μου– δεν φλέγομαι, γι’ αυτό έφυγα από εκεί, μετά από δύο χρόνια βαθιάς κατάθλιψης, προς άγραν νέων ερεθισμάτων. Από τότε έχω ένα μότο: οποιοδήποτε μέρος είναι καλό αν μπορείς να φύγεις.
    Το Οβιέδο με σκοτώνει. Η Αθήνα μου δίνει ζωή. Σίγουρα και οι δύο είναι θαυμάσιες πόλεις. Και οι δύο μπορούν να αποτελέσουν συνάμα παράδεισο και κόλαση, τόποι ικανοί να εμπνεύσουν νοσταλγία και απέχθεια, μέρη όπου μπορεί κάποιος να ανακαλύψει την αγάπη ή την ευτυχία. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι πόλεις είναι ίδιες, αλλά ότι η αξιολόγησή τους εξαρτάται από αυτήν την περίεργη ανάφλεξη.
    Στην περίπτωσή μου, η Αθήνα με φλέγει. Η Αθήνα μού δίνει ερεθίσματα τόσο μεροληπτικά και απλόχερα όσο σε άλλους μοιράζει εχθρότητα και αποθάρρυνση, ενώ ποτέ δεν βγήκα στους δρόμους της με σκυμμένο κεφάλι χωρίς να γυρίσω σπίτι μυστηριωδώς παρηγορημένος. Από τότε που την επέλεξα, η Αθήνα μού γεμίζει τις ημέρες. Αν μου ποζάρει, τη φωτογραφίζω, αν αφεθεί, τη φιλάω. Στη θαλπωρή της επωάζω τα σχέδιά μου, στην αγκαλιά της αγκαλιάζω τη ζωή. Την κοιτάζω σαν να είναι ακόμη νεαρή και τους θησαυρούς που μου προσφέρει φροντίζω να της τους επιστρέφω. Θα ήμουν βασανισμένη ψυχή αν μου στερούσα όσα οφείλω σε εκείνη και παντελώς άγνωστος αν τα χρόνια που πέρασα στο πλάι της τα είχα ζήσει στο Οβιέδο ή στη Νέα Υόρκη.
    Τι αγαπώ στην Αθήνα; Εκτός από το κλίμα και το φως, που δεν είναι ακριβώς αξιοκρατικά στοιχεία, δεν θα ήθελα να χαθεί σε αυτήν την πόλη η ύπαρξη μιας «μικρής κλίμακας». Όσo η Αθήνα –μια μεγάλη πρωτεύουσα– έχει ακόμη από χωριό, από γειτονιά, από ελάσσονα κλίμακα: από αυτά που κάνουν τη ζωή πιο ανθρώπινη, πιο πρόσχαρη. Και σε αυτήν αγαπάω… τη διαστρωμάτωση! Το γεγονός ότι υπήρξε και εξακολουθεί να υπάρχει θέατρο τόσο πολλών ιστοριών, κομματιών ιστορίας που δεν είναι μόνο της πόλης, αλλά του ανθρώπου ως όντος σε αναζήτηση νοήματος. Αυτό το στοιχείο υπάρχει και αλλού, βέβαια, αλλά στην Αθήνα είναι σύμφυτο, πυκνό, ακαταμάχητο.
    Και τι θα άλλαζα; Απλά πράγματα. Στην Αθήνα, όπως και παντού, η ζωή των ανθρώπων μπορεί να βελτιωθεί σημαντικά αλλάζοντας μονάχα απλά πράγματα. Καθημερινές χειρονομίες και συμπεριφορές που είναι λάθος. Εκτός από αυτό, ή μέσα από αυτό, θα μου άρεσε ο Αθηναίος –και ο Έλληνας– να γίνει περισσότερο πολίτης, λιγότερο ιδιώτης, να ενδιαφέρεται πιο ουσιαστικά και πιο ενεργώς για τα κοινά. Προς όφελός του και προς τιμήν της πιο αξιόλογης ιστορικής του ταυτότητας.
  • Πώς περνάτε τις ημέρες σας στην Αθήνα;
    Τα τελευταία χρόνια ταξιδεύω συχνά εκτός Ελλάδας, αλλά την Ελλάδα την έχω αλωνίσει και η Αθήνα εξακολουθεί να είναι για μένα ένας ομφαλός, ίσως ο μοναδικός που κατάφερα να δημιουργήσω και να διατηρήσω στη ζωή μου. Είναι η «ζώνη άνεσής» μου, όσο επισφαλής κι αν μου φαίνεται ενίοτε.
    Τις περιόδους που δεν ταξιδεύω, η Αθήνα λειτουργεί ως studiolo, ως προσωπικό εργαστήριο για τη δημιουργία και την έμπνευση. Δεν έχει σημασία αν είμαι σπίτι ή στους δρόμους: διατηρώ μια πνευματική κατάσταση χωρίς σύνορα.
    Η αγαπημένη μου βόλτα; Ύστερα από τόσα χρόνια δεν υπάρχει γωνιά σε αυτήν την πόλη που να μη συνδέεται με προσωπικές αναμνήσεις και βιώματα, ωστόσο προτιμώ το ιστορικό κέντρο, τις περιοχές γύρω από την Αρχαία Αγορά, τον Ιερό Βράχο και τους Λόφους των Νυμφών, των Μουσών και της Πνύκας. Αυτό είναι το τοπίο που εκφράζει καλύτερα την Ελλάδα που κουβαλάω μέσα μου.
  • Τα λογοτεχνικά και οπτικοακουστικά σας έργα μελετούν και προβάλλουν τον ελληνικό πολιτισμό. Τι σας εμπνέει σε αυτόν;
    Το γεγονός ότι ο ελληνικός πολιτισμός –νοούμενος ως ανθρωπιστικός πολιτισμός– δεν είναι απλώς ο πολιτισμός κάποιου λαού ή κάποιας χώρας: είναι ο κοινός πολιτισμός, μια πνευματική πατρίδα αιωνίως νέα, θρεμμένη με την ορμή των πιο λαμπρών και δίκαιων ανθρώπων, μια στάση υπέρ του ανθρώπου που διασχίζει την ιστορία όπως μια διαρκής επανάσταση ή, μάλλον, όπως μια διαρκής έλξη προς το βέλτιστο. Βεβαίως, πρέπει να είμαστε μετριόφρονες και να παραδεχτούμε ότι αυτή η στάση δεν είναι αποκλειστικά ελληνική, ότι κι άλλοι την έχουν κάνει δική τους δίχως να είναι Έλληνες, ότι έχει προδοθεί πολλές φορές από Έλληνες στο αίμα και στη γλώσσα, αλλά, για να είμαστε δίκαιοι, πρέπει επίσης να αναγνωρίσουμε ότι αυτή η ανθρωπιστική στάση έχει σφυρηλατηθεί, καλλιεργηθεί, υποστηριχθεί και ανακτηθεί, ξανά και ξανά, στον ρου της ιστορίας, με κύριο σημείο αναφοράς το ελληνικό στοιχείο. Εντέλει, η Ελλάδα που με τραβάει είναι αυτή που μας ωθεί ανέκαθεν στο να γίνουμε καλύτεροι, η Ελλάδα του ομηρικού αἰὲν ἀριστεύειν.

Inhabitant of Athens. Award-winning Ambassador of Hellenism. Pedro Olalla, A visionary writer and philologist.

Pedro Olalla Gonzalez de la Vega (Oviedo, Spain 1966) is a writer, Hellenist, literature professor, translator and filmmaker who regularly collaborates with publishing houses and educational and cultural institutions from a variety of countries. His literary and audiovisual works study and promote Greek culture by combining literary, scientific and artistic elements in a strong, personal voice. For his work in the field of studying and promoting Greek culture, he was been appointed Ambassador of Hellenism by the Greek government (2010).

  • You moved to Athens in 1994. How did you arrive at this decision?
    I left Spain in search of new stimuli, and because I was always attracted to Greek culture I decided to come to Greece. I moved here because I did not want to engage in “long distance” Hellenism, but rather “in locus”. That is what I came here for: to be in constant contact with Greece, of the past and the present, with the historical sources, the language, with the people and the places. To share my fate with her. And I have never regretted this decision – not even now, when Greece is eating its children.
  • What does Athens mean to you? What enchants you, perhaps, about this city?
    Athens is the capital of Greece… and of my life! You know, there is a crucial element that makes cities very different: us. Socrates’ Athens is not the same as Diogenes’ Athens; Don Quixote’s Barcelona as Sancho’s. Deep down, it is an issue of combustion: in Oviedo, the city of my teenage years, I do not combust, and that is why I left after two years of deep depression, to find new stimuli. Since then, I have the following motto: any place is good, as long as you can leave.
    Oviedo kills me; Athens gives me life. Certainly they are both wonderful cities. They can both be heaven and hell at the same time, places that can inspire nostalgia and repulsion, where one can discover love or happiness. That does not mean that all cities are the same, but that their appraisal depends on this bizarre combustion.
    In my case, Athens ignites me. It generously gives me favouring stimuli as it gives others animosity and discouragement, and I have never walked its streets with my head hanging low not to return home mysteriously comforted. Ever since I have chosen it, Athens fills my days. If she poses for me, I take her picture; if she lets go, I kiss her. In her comfort I incubate my plans, in her embrace I hug life. I look at her as if she were still young, and I make sure to return the treasures she offers me. I would be a tortured soul if I denied me everything I owe her, and a complete unknown had I spent the years I lived by her side in Oviedo or New York instead.
    What do I love about Athens? Apart from its climate and light, which are not really meritocratic features, I would not like the existence of the “small scale” to disappear from the city. Everything that Athens – a large capital city – still retains from the village, the neighbourhood, the minor scale: this is what makes life more humane, more cheerful. And I also love… its stratification! The fact that the city has been, and continues to be, the theatre of so many histories. Parts of history that do not only belong to the city, but also to humans in search of meaning. This element can be found elsewhere of course, but in Athens it is inherent, compact, irresistible.
    And what would I change? Simple things. In Athens, just like anywhere else, the life of people can be significantly improved by changing a few simple things. Daily gestures and behaviours that are wrong. Apart from that, or maybe even through that, I would like Athenians – and Greeks – to become more like citizens, and less like individuals; to show more essential and active interest in the common good. It is to their benefit, but also in honour of this more remarkable historical identity.
  • How do you spend your days in Athens?
    In recent years I travel abroad, but I have explored the whole of Greece and for me, Athens continues to be like an omphalos, maybe the only one I have managed to create and maintain in my life. It is my “comfort zone”, as precarious as this sometimes may seem to me.
    During the times when I am not travelling, Athens functions as a studiolo, a personal workshop for creativity and inspiration. It does not matter if I am home or walking the streets: I preserve a boundless spiritual condition.
    My favourite place to walk? After so many years, there is not a single corner of the city that is not connected with personal memories and experiences; regardless, I prefer the historic centre and the areas around the Ancient Agora, the Sacred Rock and the Hills of the Nymphs, of the Muses and the Pnyx. This is the landscape that best describes the Greece I carry within me.
  • Your literary and audiovisual works study and promote Greek culture. What about Greek culture inspires you?
    The fact that Greek culture and civilisation – understood as a humanist civilization – is not just the culture of a people or a single country; it is a common heritage, a spiritual homeland that is eternally young, nurtured with the impetus of the brightest and fairest people, an outlook in favour of man that experiences history as a constant revolution, or rather, as a constant appeal to the best in us. Of course, we need to be modest and admit that this attitude is not exclusively Greek, and that others have made it their own without being Greek; this outlook has many times also been betrayed by Greeks but to be fair, we must also recognize that this humanistic approach has been forged, developed, supported and regained, again and again in the river of history, with the Greek elements as a central point of reference. In the end, the Greece that appeals to me is the one that always urges us to become better, the Greece of Homer’s phrase “Ever to Excel”.

Γιάννης Γαβράς: Για μένα η γραφή είναι ξέσπασμα

Η αλήθεια είναι ότι δεν είχα ποτέ σκεφθεί να γράψω βιβλίο. Πριν από πέντε περίπου χρόνια ήμουν σε μία φάση αναζήτησης, με τα γνωστά υπαρξιακά ερωτήματα που λίγο- πολύ απασχολούν όλους τους ανθρώπους. Ένοιωθα να «λιμνάζω», ήθελα να βρω ένα καινούργιο νόημα στη ζωή μου, και στα πλαίσια αυτής της αναζήτησης  ανακάλυψα το σεμινάριο «Αφήγηση Ζωής» που μου τράβηξε το ενδιαφέρον. Δεν είναι ένα συνηθισμένο σεμινάριο δημιουργικής γραφής. Παρακολούθησα δύο κύκλους,  όπου ξαναθυμήθηκα την γοητεία της γραφής, που σίγουρα προϋπήρχε , όμως με τον καιρό την είχα λησμονήσει.

Ήρθα σε επαφή με τον συγγραφικό μου εαυτό, ο οποίος δεν είναι μόνο ένας, βρίσκεται πιο μπροστά από μένα, και τον άφησα ελεύθερο να εκφραστεί. Βούτηξα σε παλιά βιώματα και σε ξεχασμένες αναμνήσεις, που όταν καταγράφονται στο χαρτί αλλάζουν την υπόσταση του παρελθόντος.

Στην ουσία, γράφοντας, ανακατασκευάζουμε το παρελθόν, φτιάχνουμε μία άλλη πραγματικότητα. Θεωρώ όμως ότι, η πιο πολύτιμη εμπειρία που αποκόμισα, ήταν η αλληλεπίδραση με τους άλλους συμμετέχοντες, αυτό το ειλικρινές και ανθρώπινο μοίρασμα. Μέσα από τις προσωπικές αφηγήσεις των συμμετεχόντων, και σε ένα κλίμα εμπιστοσύνης  βιώνουμε όλη την γκάμα των συναισθημάτων. Σε κάποιες ιστορίες  συγκινηθήκαμε, σε άλλες  θυμώσαμε ή γελάσαμε, και όλο αυτό είναι  λυτρωτικό. Κάπως έτσι, και με την παρότρυνση όλων, γεννήθηκε η ιδέα και ξεκίνησα να γράφω το «Σαμποτάζ».

Είμαι από αυτούς που πιστεύουν ότι δεν υπάρχει συγγραφέας που να μην χρησιμοποιεί αυτοβιογραφικά στοιχεία. Έχω εμπνευστεί από αληθινές ιστορίες και βιώματα, τόσο δικά μου, όπως για παράδειγμα τα παιδικά μου χρόνια στην Αφρική, όσο και άλλων ανθρώπων και φίλων του κοντινού μου περιβάλλοντος, όμως στην γραφή έχει γίνει μια σύνθεση όλων αυτών σε μία ανακατασκευασμένη βερσιόν.
Το Σαμποτάζ είναι  καρπός αυτού του «παντρέματος» πραγματικότητας και φαντασίας.

Όταν γίνει η αρχή και το νερό μπει στο αυλάκι όπως συνέβη με αυτήν την πρώτη νουβέλα, τότε το κείμενο ρέει ελεύθερα, η πραγματική αφήγηση εναλλάσσεται με τη μυθοπλασία και όλο αυτό είναι κάτι απελευθερωτικό και με γεμίζει.

Κατά την διαδικασία της γραφής, διαπίστωσα ότι  «κουμάντο» κάνει ο ήρωας – αφηγητής και όχι ο συγγραφέας. Ακόμα, είδα, χωρίς αυτό να γίνεται συνειδητά, ότι για κάθε μια περίοδο του ήρωα όπου  αναφερόμουν, χρησιμοποιούσα και την αντίστοιχη γλώσσα (παιδί, έφηβος, κλπ.). Κι εδώ εμφανίζονται οι διαφορετικές φωνές του συγγραφικού εαυτού, όταν αυτός αφήνεται ελεύθερος και δεν λογοκρίνεται.

Γράφω όσο πιο λιτά γίνεται.  Ως αναγνώστης κουράζομαι με τα «φορτωμένα» κείμενα και τα γλωσσικά φτιασιδώματα. Για μένα είναι πολύ σημαντικό να μπορεί κάποιος μέσα σε λίγες σελίδες να μεταφέρει σκηνές και εικόνες χωρίς να εξηγεί, μόνο να δείχνει, να μπορεί να μεταδώσει το συναίσθημα στον αναγνώστη, ίσως και να τον κάνει να ταυτιστεί, να περάσει ένα μήνυμα, χωρίς όμως να γίνεται διδακτικός.

Για μένα η γραφή είναι ξέσπασμα, φυγή από την πραγματικότητα τρόπος έκφρασης και ύπαρξης.-

*Την Τρίτη 25 Φεβρουαρίου 2020, 20:30, IANOS και οι εκδόσεις της Εστίας παρουσιάζουν το βιβλίο Σαμποτάζ του Γιάννη Γάβρα:

θα μιλήσουν μιλήσουν οι:

Κρυσταλία Πατούλη δημοσιογράφος-σύμβουλος Ψυχικής Υγείας, που επιμελήθηκε τη νουβέλα.

Βασίλης Βασιλικός συγγραφέας

Αποσπάσματα θα διαβάσει η ηθοποιός Πηνελόπη Σταυροπούλου.

Θα συνοδεύσει μουσικά ο Δημήτρης Κουκουλιτάκης (κλασική κιθάρα).

Λίγα λόγια για το βιβλίο:

Το ποτό έγινε το ελιξίριο της ελευθερίας μου. Ήταν μια πράξη επαναστατική, μια πράξη αντίδρασης, αντίστασης. Στην αρχή μπορεί και να ήταν έτσι. Το οινόπνευμα άνοιγε δρόμους. Τι πλάνη! Η επανάσταση πνίγηκε μέσα σε θάλασσες αλκοόλ, σε μεθυσμένες νύχτες καταστροφής, στα κόκκινα μάτια, σε ανόητα φιλιά, στο αλόγιστο ξόδεμα του χρόνου. Πέρασα και καλά, μα σαν ήρθε η ώρα, το αλκοόλ που μου «έδινε» απλόχερα τον πρώτο καιρό, ήρθε σαν τοκογλύφος πιστωτής, όχι μόνο να μου τα πάρει όλα, μα και να με ρίξει στην ανημπόρια, στην αρρώστια και στο χάσιμο του ίδιου μου του εαυτού.

Μια καταιγιστική πρωτοπρόσωπη αφήγηση ζωής ενός νέου που, σε ρόλο σαμποτέρ στην οικογένεια, στο σχολείο και στην κοινωνία, πέρασε διά πυρός και σιδήρου, για να κερδίσει τελικά τη μάχη, για «μία μέρα τη φορά, μόνο για σήμερα».

Σημείωμα

Η πρώτη εμφάνιση στο χώρο της λογοτεχνίας του Γιάννη Γαβρά με τη νουβέλα του Σαμποτάζ έχει όλα τα στοιχεία που προοιωνίζονται έναν γεννημένο μελλοντικό πεζογράφο της γενιάς του. Γιατί περιέχει όλα όσα προαπαιτούνται σε μιαν ολοκληρωμένη αφήγηση: ύφος κοφτό, γλώσσα κατεργασμένη, εξέλιξη της πλοκής καταιγιστική, ολοκληρωμένους χαρακτήρες και τα λοιπά. Κι αυτό που μου συνέβη, όταν τη διάβασα δυο φορές με απόσταση μιας εβδομάδας, και την πρώτη αλλά και τη δεύτερη φορά, ενώ γνώριζα πια την υπόθεση, πάλι την ξαναδιάβασα μονορούφι.

Ρέει όπως το λαγαρό νερό σε αυλάκι από τσιμέντο. Είναι έτσι δομημένη που δεν σου επιτρέπει καμιά διακοπή. Αρχίζει όπως ξεκινούν τα τρένα, ξεκολλώντας μαλακά από τον σταθμό κι ανεβάζουν ταχύτητα όσο απομακρύνονται από την αφετηρία τους. Μου θυμίζει την πρώτη ταινία του θείου του, Κώστα Γαβρά, Διαμέρισμα δολοφόνων, με το συναρπαστικό μοντάζ της. Στη νουβέλα του ανεψιού δεν έχουμε βέβαια κανένα φόνο, αλλά μιαν αυτοκαταστροφή. Στην ταινία, η αγωνία του θεατή οφείλεται στην αναζήτηση του δολοφόνου από τους πέντε συνεπιβάτες του τραίνου. Στο Σαμποτάζ αγωνιούμε για το αν ο πρωταγωνιστής που αυτοκαταστρέφεται θα τη βγάλει καθαρή στο τέλος ή όχι.

Και τη «βγάζει», με την τελευταία παράγραφο του βιβλίου: «Βγάζω το μπλοκάκι μου απ’ το μπουφάν και αρχίζω να γράφω. Ευτυχώς, έχω και αυτό. Το μπάχαλο του μυαλού μου, στο χαρτί, μπαίνει σε μια τάξη. Καθώς οι λέξεις κυλούν σαν νερό, το τοπίο ξεκαθαρίζει. Βουρκώνω. Λύτρωση».

Άρα, η ίδια η γραφή σώζει. Και χωρίς το βιβλίο να είναι αυτοβιογραφικό. Μπορεί βέβαια ο συγγραφέας να έζησε και να μεγάλωσε μέχρι τα οκτώ χρόνια του στη Σενεγάλη της Αφρικής, όπως και ο αφηγητής-πρωταγωνιστής του, αλλά πέραν αυτού, όλο το υπόλοιπο είναι καθαρή μυθοπλασία βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα, γραμμένη με στυλ τηλεγραφικό, αποφεύγοντας τη διαδικτυακή φλυαρία πολλών μυθιστοριογράφων της γενιάς του. Διαβάστε το και θα συμφωνήσετε μαζί μου. Είμαι σίγουρος.

Βασίλης Βασιλικός

17.02.2019

Μήνυμα ζωής

Η γοητεία του βιβλίου του Γιάννη Γαβρά είναι ότι η αφήγηση του απλώνεται σε πολλά αλληλένδετα επίπεδα, που μας συνδέουν με συλλογικές μνήμες και βιώματα. Είναι εντυπωσιακό πώς καταφέρνει μ’ έναν απλό και άμεσo τρόπο να μεταφέρει μηνύματα που αγγίζουν την ψυχή και τον νου του αναγνώστη.

Ο συγγραφέας δεν αναλώνεται σε αφορισμούς και μονοδιάστατες ερμηνείες αλλά αντίθετα περιγράφει τη μεγάλη εικόνα μέσα στην οποία όλα τα πρόσωπα (γονείς, επαγγελματίες ψυχικής υγείας, δημόσιοι υπάλληλοι όπως και ο ίδιος) είναι εγκλωβισμένοι σε ρόλους που καθορίζονται από συστημικές δυναμικές που διαμόρφωσαν και διαιωνίζουν όλων των ειδών τα κατεστημένα (ψυχιατρικά, οικογενειακά, κοινωνικο-οικονομικά και πολιτικά). Παρόλο που το ανατρεπτικό και προκλητικό του ύφος θυμίζει καταγγελία και βαθιά αμφισβήτηση του κατεστημένου, αυτό που καθιστά την αφήγηση του μοναδική είναι ότι στηλιτεύει εξίσου και τον ίδιο του τον εαυτό.

Πίσω από τη διάχυτη πεσιμιστική ατμόσφαιρα της διήγησης, ο συγγραφέας στέλνει ένα μήνυμα ζωής: Στο χαοτικό και τοξικό περιβάλλον όπου όλοι ζούμε, δεν έχουμε άλλο δρόμο από το να κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε για να πορευόμαστε ελπίζοντας για μια, όσο γίνεται, πιο λειτουργική ύπαρξη και συνύπαρξη. Ο Κώστας, ο ήρωας της νουβέλας του Γαβρά, είναι ένας «επαναστάτης» που δεν προσπαθεί να σώσει τον κόσμο αλλά πιστεύει ότι ο κόσμος μπορεί να γίνει λίγο καλύτερος, αν προσπαθήσει ο καθένας μας να σώσει τον εαυτό του και αν αντιμετωπίζει τους άλλους με κατανόηση και συμπόνια. Η αποφθεγματική του ρήση «Αυτός ο πάτος θα έχει πολύ ταβάνι» συμπυκνώνει το μήνυμα ολόκληρου του βιβλίου.

Χάρις Κατάκη

Ψυχολόγος, Ιδρύτρια του Εργαστηρίου Διερεύνησης Ανθρωπίνων Σχέσεων

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα:

Ο Γιάννης Γαβράς γεννήθηκε στην Αθήνα το 1970. Αποφοίτησε από το Λύκειο Αναβρύτων και σπούδασε Οικονομικά στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. Εργάζεται στο Δημόσιο.

Η ποιητική συλλογή Της ζωής ο σκηνοθέτης κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μετρονόμος το 2019, ενώ έχουν δημοσιευτεί δύο διήγηματά του στο συλλογικό έργο με τίτλο Αδέσποτα, από τις εκδόσεις Ταξιδευτής.  Το Σαμποτάζ είναι το πρώτο του πεζογραφικό βιβλίο.


Via: https://tvxs.gr/news/biblio/giannis-gabras-gia-mena-i-grafi-einai-ksespasma

Η Χάρις Κατάκη για το βιβλίο: Άνδρας, η σιωπηρή επανάσταση

Η Δρ. Χάρις Κατάκη, ψυχολόγος – ψυχοθεραπεύτρια και ιδρύτρια του Εργαστηρίου Διερεύνησης Ανθρωπίνων Σχέσεων, αφηγείται στην Κρυσταλία Πατούλη, τη δημιουργική εμπειρία της συγγραφής -από την ιδέα μέχρι το τυπογραφείο- του συλλογικού έργου «Άνδρας, η σιωπηρή επανάσταση» που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη.

  • Πώς δημιουργήθηκε η ιδέα να γράψετε ένα βιβλίο για τον άνδρα;

Έστω και με μια φευγαλέα ματιά στα ράφια των βιβλιοπωλείων διεθνώς, στα μέσα ενημέρωσης και στο διαδίκτυο, φτάνει για να διαπιστώσει κανείς ότι στην θεματολογία τους κυριαρχούν τα λεγόμενα women’s issues. Πηγαίνοντας κόντρα στο ρεύμα, από πολύ νωρίς, ασχολήθηκα με θέματα που αφορούσαν τον άνδρα. Αναρωτήθηκα ποιος είναι τελικά αυτός ο άνδρας που δημιούργησε τον κόσμο μας και τον τρόπο που τον αντιλαμβανόμαστε; Tι κρύβεται πίσω από την ορατή πραγματικότητα που θεωρούσαμε ακλόνητη και αμετακίνητη όπως άλλωστε και ο ίδιος;

Για μένα, ουσιαστικά, η συγγραφή αυτού του βιβλίου, ξεκίνησε πριν 34 χρόνια. Στο κεφάλαιο με τίτλο Άνδρας: Η φανερή δύναμη και η κρυμμένη αδυναμία, περιέγραφα τον άνδρα που διατηρεί τα αρχετυπικά στοιχεία της ανδρικής ταυτότητας. Ταγμένος να μένει αμετακίνητος ώστε να διατηρεί τις απαραίτητες ισορροπίες για να εξελίσσεται ο κόσμος μας, είχε βρεθεί σε αδιέξοδο.

  • Υπήρχαν και προσωπικά βιώματα, δηλαδή, που σάς οδήγησαν στην επιλογή της συγγραφής αυτού του βιβλίου;

Βέβαια. Έχω συνειδητοποιήσει προ καιρού και κυρίως μέσα από την προσωπική μου θεραπεία ότι η ενασχόλησή μου με τον άνδρα είχε και βαθιά προσωπικά κίνητρα. Να καταλάβω τον εαυτό μου, να συνδεθώ με τα ανδρικά στοιχεία της ταυτότητάς μου. Μάλιστα, στο βιβλίο μου με τίτλο Το ημερολόγιο ενός θεραπευτή, αναφέρθηκα, επανειλημμένα, στους άνδρες της ζωής μου που σφράγισαν την επιστημονική μου πορεία. Τον πατέρα μου, τον άνδρα μου και το δάσκαλό μου. Ας μείνουμε, όμως, εδώ, γιατί αν αρχίσω να μιλάω γι’ αυτό, θα τελειώσουμε αύριο!

  • Και πώς καταλήξατε στο να το γράψετε;

Νομίζω πως αυτό οφείλεται στο ότι στην καθημερινή μου πρακτική, παρακολουθώ εδώ και δεκαετίες τους προβληματισμούς ανδρών με έναν τρόπο πολύ διαφορετικό, από το πώς οι άνδρες αυτοί παρουσιάζονται στον περίγυρό τους.
Έχοντας την ευκαιρία να εξερευνώ μαζί τους πλευρές του ψυχισμού τους, που οι επιταγές της καθιερωμένης ανδρικής τους ταυτότητας τους υπαγορεύουν να τις κρατούν μύχιες, απέκτησα μια άμεση εμπειρία για το πώς βλέπουν οι άνδρες τον εαυτό τους και οι άλλοι αυτόν.
Στόχος μου ήταν να φωτίσουμε την ύπαρξη του, να  αφουγκραστούμε την σιωπή του, να αυξήσουμε την ένταση της φωνής του για να ακούσουμε να μιλάει για το πώς βλέπει και πώς αισθάνεται για τον εαυτό του.

  • Το βιβλίο δεν ασχολείται μόνο με την θεραπεία των ανδρών, αλλά και με τις αλλαγές τις ανδρικής ταυτότητας σε κοινωνικοπολιτισμικό επίπεδο;

Καθώς αρχίσαμε να προβληματιζόμαστε σχετικά με τους βασικούς πυλώνες της κατασκευής του βιβλίου που είχαμε στα σκαριά, γρήγορα συνειδητοποιήσαμε ότι χωρίς γνώση για το πώς η θεραπευτική διαδικασία συνδέεται με την κοινωνική πραγματικότητα ήταν σαν να χτίζαμε ένα οικοδόμημα χωρίς  επαρκή θεμελιακή στήριξη.
Με βάση το σκεπτικό ότι η θεραπεία είναι μια διαδικασία αλληλένδετη με την αλλαγή και την εξέλιξη σε πολλά επίπεδα, αποφασίσαμε να μην περιοριστούμε σ’ ένα κείμενο για την θεραπεία των ανδρών, αλλά να εντάξουμε την γνώση και την εμπειρία μας μέσα στο κοινωνικό και πολιτισμικό γίγνεσθαι και να συνδέσουμε την θεραπευτική μας εμπειρία με κοινωνικοπολιτισμικές τάσεις αποφεύγοντας έτσι μια περιγραφική και στατική προσέγγιση του θέματος.
Αυτή η διεύρυνση του πλαισίου αναφοράς, μάς οδήγησε στο να προηγηθεί στο πρώτο μέρος μια διεξοδική ανάλυση για τις εξελίξεις που συντελούν στις αλλαγές της ανδρικής ταυτότητας. Τα δύο αυτά αλληλένδετα αλλά και αυτόνομα μέρη του βιβλίου μπορούν να διαβαστούν με όποια σειρά επιλέξει ο αναγνώστης.

  • Πως ήταν η διαδικασία συγγραφής ενός πολυδιάστατου – πολυεπίπεδου βιβλίου;

Μια τέτοια διαδικασία δεν ήταν ούτε εύκολη ούτε απρόσκοπτη, αφού το θέμα της ανδρικής ταυτότητας είναι πολυσχιδές και αχανές. Ήταν σαν να είχαμε να φτιάξουμε ένα παζλ με χιλιάδες κομμάτια χωρίς να έχουμε στη διάθεση μας την μεγάλη εικόνα. Η ρήση του Αντόνιο Ματσάδο Διαβάτη, δεν υπάρχει μονοπάτι, το μονοπάτι το δημιουργείς βαδίζοντας, εκφράζει την βασανιστική ασάφεια του όλου εγχειρήματος.

  • Πώς επιλέξατε τον Χρήστο Ζιούβα ως συνεργάτη στην επιμέλεια του βιβλίου;

Η απόφαση μου να γραφτεί  ένα βιβλίο για τον άνδρα με συν-συγγραφείς εμένα και τον Χρήστο Ζιούβα ήταν συνειδητή και προμελετημένη. Θεώρησα ότι ήταν σημαντικό να αποτυπωθεί τόσο η ανδρική όσο και γυναικεία οπτική για τον άνδρα και τη σχέση του με τη γυναίκα. Οι βασικές προϋποθέσεις για μια γόνιμη συνεργασία με τον Χρήστο υπήρχαν, αφού για χρόνια συνεργαζόμαστε ως συνθεραπευτές, εκπαιδευτές και επόπτες του Προγράμματος Ειδίκευσης στην Συστημική Θεραπεία.
Εξαιρετικά σημαντική ήταν επίσης και η συμβολή όλων των υπόλοιπων μελών της  συγγραφικής ομάδας* που είναι επίσης θεραπευτές που λειτουργούν μέσα σε ένα ολιστικό θεωρητικό πλαίσιο. Αυτή ήταν και η μαγεία της διαδικασίας της συγγραφής του. Πολλοί διαφορετικοί άνθρωποι με δικό τους στιλ, δική τους αντίληψη για τα πράγματα και πολλά διαφορετικά ερεθίσματα και βιώματα  είχαν την ελευθερία και την ικανοποίηση να αποτυπώνουν τις σκέψεις τους με το δικό τους μοναδικό τρόπο. Καθένας μας έπαιξε ένα διακριτό ρόλο σε αυτή τη μακρόχρονη και ιδιόμορφη ομαδική διεργασία.

  • Τι εμπειρίες αποκομίσατε, πιστεύετε, σε αυτή την πορεία;

Υπήρξε για όλους μας ένα ταξίδι ανάπτυξης κι εξέλιξης από κάθε πλευρά: επαγγελματική, εκπαιδευτική, προσωπική. Η ενασχόληση μας με το θέμα της εξέλιξης της ανδρικής ταυτότητας ήταν μια βαθιά θεραπευτική και λυτρωτική εμπειρία. Ψάχνοντας απαντήσεις για το τι σημαίνει να είναι κανείς άνδρας, γιος,  σύντροφος,  φίλος, πατέρας, συνάδελφος και συνεργάτης, καλλιεργούσαμε συνειδητές και, πολύ περισσότερο, ασυνείδητες προσωπικές πτυχές της αυτογνωσίας μας.

  • Πως νιώθετε τώρα που έχει ολοκληρωθεί η έκδοση και βρίσκεται στα χέρια των αναγνωστών;

Θα είμασταν ικανοποιημένοι αν έχουμε συμβάλει στην ανάπτυξη και διατήρηση ενός ζωντανού διαλόγου για τα θέματα της μεταλλασσόμενης ανδρικής ταυτότητας, ο οποίος, συνήθως, είναι είτε άτονος είτε στη σκιά του προβληματισμού για την εξέλιξη της γυναικείας ταυτότητας. Έστω όμως και αν δεν καταφέραμε να χωρέσουμε όλα αυτά που θα θέλαμε μέσα σε ένα βιβλίο, άξιζε τον κόπο και μόνο η διαδρομή.
Ελπίζουμε  η ανάγνωση του βιβλίου να είναι όσο απολαυστική ήταν για μας ή συγγραφή του και να έχουμε προσθέσει έστω ένα μικρό πετραδάκι στην αυτογνωσία και την εξέλιξη του κάθε αναγνώστη.-


Άνδρας, η σιωπηρή επανάσταση
Επιμέλεια: Χρήστος Ζιούβας, Χάρις Κατάκη
*Συλλογικό έργο: Χρήστος Ζιούβας, Χάρις Κατάκη, Κάτια Βούτσα, Όλγα Κοτρώτσου, Βασίλης Μανάτος, Ζωή Μυλωνά, Ελίνα Πανταλέων, Αφροδίτη Παπαϊωάννου – Σπυρούλια
Εκδόσεις Πατάκη, 2019 – 603 σελ.

Οι διεργασίες αλλαγής της ανδρικής ταυτότητας, που πρόσφατα επιταχύνθηκαν εντυπωσιακά αποκαλύπτοντας μια πιο εσωτερική και πιο ιδιωτική πλευρά του άνδρα, γίνονται όλο και πιο ορατές σε κοινωνικοπολιτισμικό, σε οικογενειακό και σε προσωπικό επίπεδο και αντανακλώνται στη δομή και στη λειτουργία της οικογένειας, στη σχέση του ζευγαριού, στις εργασιακές και σε λοιπές κοινωνικές σχέσεις.

Το βιβλίο «Άνδρας: Η σιωπηρή επανάσταση» προσεγγίζει την υπό διαμόρφωση, νέα ανδρική ταυτότητα μέσα από ποικίλες οπτικές γωνίες. Οι συγγραφείς παρακολουθούν τον σύγχρονο άνδρα σε μια πρωτόγνωρη για τα παραδοσιακά μας στερεότυπα πορεία να απεκδύεται σιωπηρά την πανοπλία του και να αμφισβητεί τη μονοδιάστατη εικόνα που είχε εκείνος για τον εαυτό του και οι άλλοι γι’ αυτόν. Εγκαταλείποντας την αρχετυπική ηγεμονική του θέση, έρχεται να σταθεί σε ένα υπαρξιακό σταυροδρόμι, όπου αναθεωρεί πολλά, βαθιά ριζωμένα στοιχεία του παραδοσιακού του εαυτού.

Εφοδιασμένοι με τα ενορατικά εργαλεία κατανόησης που προσφέρει η συστημική επιστημολογία και με μια ευρύτερη, ολιστική οπτική, οι συγγραφείς αναπτύσσουν θεωρητικούς προβληματισμούς και διερευνούν τη σταδιακή μεταβολή της εικόνας του άνδρα στην Ελλάδα και σε άλλες δυτικές κουλτούρες μέσα από ερευνητικό υλικό, τον κινηματογράφο και τη θεραπευτική διαδικασία με άνδρες και με σημαντικούς άλλους.

Ένα βιβλίο για τις θεμελιακές μεταβολές της ανδρικής ταυτότητας, γραμμένο από θεραπευτές που έρχονται καθημερινά σε επαφή με τον ανδρικό ψυχισμό και καταγράφουν, δεκαετίες τώρα, τη σιωπηρή επανάσταση του άνδρα στην επιλογή και στην εκ νέου ιεράρχηση των κοινωνικών του ρόλων, των προσωπικών του αξιών και, τελικά, των επιδιώξεων που του δίνουν ένα νέο νόημα ζωής.


Via: https://tvxs.gr/news/biblio/i-xaris-kataki-gia-biblio-andras-i-siopiri-epanastasi

Καρυοφυλλιά Καραμπέτη: Αυτοί είναι οι ήρωές μου!

Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη στο Tvxs.gr: Αυτοί είναι οι ήρωές μου!

Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, παίζει και πάλι στην «Λούλου», ετοιμάζεται ξανά για τις «Τρεις Αδελφές», ενώ υποδύθηκε συγκλονιστικά την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου στον κινηματογράφο.

Η κορυφαία Ελληνίδα ηθοποιός, μιλά εφ’ όλης της ύλης στην Κρυσταλία Πατούλη για το Tvxs.gr. Η παιδική της ηλικία, τα πρώτα χρόνια στο σανίδι, οι παραστάσεις, οι ταινίες και τις τηλεοπτικές σειρές, οι δικοί της ήρωες, αλλά και πώς μπορεί κάποιος να «φωτίσει» το δρόμο της ζωής του…

  • Μια εικόνα από την παιδική σας ηλικία;

Μεγάλωσα σ’ ένα χωριό στον Έβρο, κοντά στη φύση, με πολύ αγάπη. Θυμάμαι τον πατέρα μου ν’ ανοίγει διάδρομο με το φτυάρι μέσα στα χιόνια, έξω από την πόρτα του σπιτιού μας, για να πάω σχολείο. Ήμουν παιδί, κι όλο αυτό το χιονισμένο τοπίο, ειδικά τις νύχτες με πανσέληνο, ήταν φαντασμαγορικό.

  • Και δώδεκα χρονών φύγατε για Θεσσαλονίκη;

Μετά από δύο σταθμούς: Μια στο αστικό κέντρο της περιοχής, κοντά στο χωριό μου, στην πόλη του Διδυμότειχου όπου πήγα στην 6η Δημοτικού, και ένα χρόνο στην Κομοτηνή και πάλι με την οικογένεια μου. Όλα αυτά, γιατί ο πατέρας μου ήθελε ένα καλύτερο μέλλον για τα παιδιά του, κι έτσι ξεριζώθηκε από το σπίτι του, τους συγγενείς του, τον τόπο του, για να δώσει αυτό που ονειρευόταν στα παιδιά του.

  • Και στη συνέχεια, μεγαλώνοντας, πως αποφασίζεται να σπουδάσετε στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος;

Υπήρχε έντονη επιθυμία από την παιδική μου ηλικία λόγω των ερεθισμάτων που είχα από τον ελληνικό κινηματογράφο, καθώς έφερναν στο χωριό ένα φορτηγάκι με ντουντούκα κι έκαναν προβολές στο καφενείο του πατέρα μου που ήταν στη πλατεία του χωριού, με μια πρόχειρη οθόνη από σεντόνι. Για μένα ήταν ένας κόσμος μαγικός, πόσο μάλλον που δεν υπήρχε τηλεόραση την δεκαετία του ’60, συν τα ερεθίσματα που έπαιρνα από το ραδιόφωνο που ήμουν κολλημένη σε κάθε θεατρική ραδιοφωνική εκπομπή, και άκουγα μεγάλα έργα, όπως των Ίψεν, Τένεσι Ουίλιαμς, Στρίντμπεργκ, Ευγένιου Ο’ Νιλ, και άλλων, παιγμένα από μεγάλους ηθοποιούς του ελληνικού θεάτρου: την Παξινού, τον Μιλωτή, την Ελένη Χατζηαργύρη, συν κάποιες παιδικές παραστάσεις στο Δημοτικό, στις Εθνικές Επετείους, που μού έδωσαν το πρώτο σκηνικό βάπτισμα και τη μεγάλη συγκίνηση που είχε αυτή η επικοινωνία με τον απλό κόσμο του χωριού. Γι’ αυτούς δεν υπήρχε άλλου τύπου διασκέδαση παρά μόνο εκείνες οι όμορφες, τρυφερές παραστάσεις των παιδιών τους στο σχολείο. Κι έτσι λοιπόν όταν ήμουν στη Θεσσαλονίκη, ενώ συνέχισαν αυτές οι παραστάσεις και στα χρόνια του Γυμνασίου, ήθελα τελειώνοντας να γίνω ηθοποιός.

Επειδή δεν γνώριζα ότι υπήρχε Δραματική Σχολή στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, έδωσα εισαγωγικές στο Πολυτεχνείο και δήλωσα πρώτα την Αθήνα γιατί ήθελα να μπω σε σχολή του Εθνικού Θεάτρου ή του Θεάτρου Τέχνης, παράλληλα. Όσο όμως περίμενα να βγουν τα αποτελέσματα των εξετάσεων στο Πανεπιστήμιο, έμαθα ότι υπάρχει Δραματική Σχολή του ΚΘΒΕ στη Θεσσαλονίκη, οπότε έδωσα εισαγωγικές, πέρασα, και είχα ήδη αρχίσει τα μαθήματα όταν ενημερώθηκα ότι πέρασα και στο Πολυτεχνείο και μάλιστα στην Αθήνα, στο Μετσόβιο, όπως ήταν ο αρχικός μου στόχος. Αλλά δεν υπήρχε πια λόγος να κατέβω στην Αθήνα και έτσι παρέμεινα άλλα τρία χρόνια μέχρι να τελειώσω τις σπουδές μου.

  • Και τότε, ξεκινάει η επαγγελματική σας σταδιοδρομία… 

Ναι, εκεί στη Θεσσαλονίκη, με τη «Δραματική Σκηνή» της «Τέχνης». Η λέξη «Τέχνης» μέσα σε εισαγωγικά, γιατί ήταν η «Δραματική Σκηνή» που ανήκε στον όμιλο «Τέχνη». Εκεί, λοιπόν, ήμουν από τα ιδρυτικά στελέχη, γιατί στο έτος το δικό μου, των αποφοίτων της δραματικής σχολής, μαζί με κάποιους απόφοιτους από το προηγούμενο έτος, ιδρύσαμε την «Δραματική Σκηνή».

  • Και από εκεί ξεκινάτε μια πολύ μεγάλη πορεία, στο Θέατρο, στον Κινηματογράφο, και με παραστάσεις στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, αλλά και σε μεγάλες σειρές της τηλεόρασης. Ποιες είναι οι σημαντικότερες παραστάσεις που σάς έχουν μείνει;

Τι να πρωτοπώ; Έχω παίξει πολλά έργα των Σαίξπηρ, Τσέχοφ, Μπρεχτ, δηλαδή πολύ κλασικό ρεπερτόριο, φυσικά και σε αρχαίες τραγωδίες, που είπατε. Το θέμα είναι ότι φεύγοντας από τη Θεσσαλονίκη, ήρθα στην Αθήνα συμμετέχοντας αρχικά στον θίασο του «Αεικινήτου»: Ένα θέατρο που φιλοδοξούσε να φέρει την αποκέντρωση στην Ελλάδα, όπου ήταν ο Κώστας Αρζόγλου, η Μάγια Λυμπεροπούλου, ο Μηνάς Χατζησάββας και σκηνοθετούσε ο Γιώργος Σεβαστίκογλου. Εκεί ανεβάσαμε τους «Αλλοπαρμένους» των Μίντλετον και Ρόουλεϋ. Αυτή ήταν και η πρώτη μου παράσταση στην Αθήνα, που γνώρισα τον Μηνά Ζατζησάββα, ο οποίος με σύστησε αργότερα στον Γιώργο Μιχαηλίδη, που εκείνη την εποχή, το 1984, έφτιαχνε το δεύτερο «Ανοιχτό Θέατρο», Κάλβου και Γκύζη, όπου ξεκινήσαμε με το «Πολύ Κακό για το Τίποτα» του Σαίξπηρ και στη συνέχεια έπαιξα σε εξαιρετικές παραστάσεις, μέσα σε ένα υπέροχο κλίμα.

Εκείνα, ήταν από τα πιο αγαπημένα χρόνια της ζωής μου, με αυτόν τον απίστευτο δάσκαλο, τον πνευματικό μας πατέρα, που υπήρξε ο Γιώργος Μιχαηλίδης, με έναν θίασο «οικογένεια», όπου υπήρχαν τεράστιοι δεσμοί φιλίας, κοινών ονείρων και κοινών στόχων. Τότε παίξαμε και το «Κρίμα που είμαι Πόρνη» του Τζον Φόρντ, την «Λούλου» του Βέντεκιντ, τις «Τρεις Αδελφές» του Τσέχοφ, την «Ανθή» του Αντρέγιεφ, την «Τρικυμία» και τον «Άμλετ» του Σαίξπηρ. Ήταν όλες υπέροχες παραστάσεις με αυτό τον μεγάλο δάσκαλο που είχε τόση μεγάλη σχέση με τις εικαστικές τέχνες, κι όλες αυτές οι παραστάσεις είχαν καταπληκτικά σκηνικά, που έχουν μείνει στην ιστορία του Ελληνικού Θεάτρου. Εκεί παρέμεινα οκτώ χρόνια, και όταν πια έκλεινε αυτός ο κύκλος, προέκυψε η τηλεόραση, μέσα από τον «Κίτρινο Φάκελο» του Καραγάτση το ’90-‘91, και τα «Βαμμένα Κόκκινα Μαλλιά» το ’92-’93, σε σκηνοθεσία και τα δύο του Κώστα Κουτσομύτη. Μετά ήρθε το «Η Αγάπη Άργησε μια Μέρα», το ’96-’97.

  • Ιστορικές σειρές της ελληνικής τηλεόρασης…

…που δυστυχώς δεν γίνονται σήμερα αντίστοιχες παραγωγές. Γιατί ήταν όλες μεταφορές λογοτεχνικών έργων, μυθιστορημάτων, έργα εποχής με καταπληκτική αναπαράσταση, με τρομερά σκηνικά, με φοβερούς ηθοποιούς και υπέροχα σενάρια. Ήταν η χρυσή εποχή της ελληνικής τηλεόρασης που δυστυχώς δεν υπάρχει πια. Μετά ήρθε και η κρίση και τα ισοπέδωσε όλα.   Ήταν εκείνες οι σειρές κάτι το ξεχωριστό και ξεχώριζαν σαν διαμάντια, μέσα σε ένα γενικά μέτριο προς κακό επίπεδο της τηλεόρασης γενικότερα, γι’ αυτό έχουν μείνει και κλασικές. Μετά στο θέατρο, συνέχισα με τον «Γλάρο» του Τσέχοφ, στον θίασο της Κάτιας Δανδουλάκη, όπου έπαιξα την Νίνα. Είχε προηγηθεί και η «Όπερα της Πεντάρας». Μετά έκανα με τον Κιμούλη την «Δεσποινίδα Τζούλια» σε σκηνοθεσία του Ανδρέα Βουτσινά και τον «Μάκβεθ» σε σκηνοθεσία του Άντριου Βισνιέφσκι, ενός Πολωνού σκηνοθέτη που δουλεύει στην Αγγλία. Και εκεί, το καλοκαίρι του ’95 ήρθε η πρώτη Τραγωδία, η πρώτη πρόταση από το Εθνικό Θέατρο και τον Μίνω Βολανάκη για την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή.

Την επόμενη χρονιά το ’96 ήταν η «Ελένη» του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία του Χουβαρδά με το Θέατρο του Νότου, στην Επίδαυρο. Το ’97 ήταν η «Μήδεια» του Ευριπίδη, με το Εθνικό Θέατρο, μια παράσταση που περιόδευσε σ’ όλο τον κόσμο για τρία χρόνια από το ’97 μέχρι το ’99, σε Ευρώπη, Αμερική, Αυστραλία, Κίνα, Ιαπωνία, Καναδά. Και μετά, μια συνεχής παρουσία στην Επίδαυρο όπου έκανα την «Ηλέκτρα» του Ευριπίδη, αργότερα τις «Κλυταιμνήστρες», την «Ορέστεια» και την «Ιφιγένεια εν Αυλίδη».

  • Και κάπως έτσι γίνατε η Ιέρεια του ποιείν ήθος…

Με την ευκαιρία, επειδή είναι κοινή παρεξήγηση, δεν είναι από το ήθος με την έννοια της ηθικής, αλλά τον χαρακτήρα. Ήθος, ίσον χαρακτήρας. Ηθοποιός είναι, λοιπόν, αυτός που πλάθει έναν χαρακτήρα. Χαρακτήρα, πάλι, εννοούμε έναν ήρωα σε ένα θεατρικό έργο έτσι όπως τον έχει αναπτύξει ένας συγγραφέας, όχι με την έννοια «αυτός ο άνθρωπος έχει καλό ή κακό χαρακτήρα». Αυτές είναι οι θεατρικές ορολογίες.

  • Και στη συνέχεια έρχεται και ο κινηματογράφος, με ταινίες που επίσης άφησαν το στίγμα τους.

Παλιότερα ήμουν σε ταινίες όπως ο «Μελισσοκόμος» του Αγγελόπουλου, το «Black Out» του Καραμαγγιώλη, τον «Εργένη» του Παναγιωτόπουλου, την «Ελεύθερη Κατάδυση» του Πανουσόπουλου.

  • Για τους ανθρώπους που σας επηρέασαν;

Η Μάγια Λυμπεροπούλου, ο Μιχαηλίδης, στον χώρο της τηλεόρασης ο Κουτσομύτης, ο Μηνάς Χατζησάββας εξαίρετος φίλος και συνάδελφος με τον οποίο παίξαμε πάρα πολλά έργα και ωριμάσαμε υποκριτικά και ως άνθρωποι μαζί, ήταν ο ηθοποιός με τον οποίο είχα την πιο ονειρεμένη σκηνική χημεία. Λείπει από όλους μας, λείπει από το ελληνικό θέατρο και τον κινηματογράφο και ειδικά στους ανθρώπους που έτυχε να τον έχουμε γνωρίσει και να είμαστε φίλοι μαζί του, σε ανθρώπινο επίπεδο. Αλλά και όλοι οι δάσκαλοι και σκηνοθέτες με τους οποίους συνεργάστηκα, από όλους πήρα και έμαθα πολλά. Από τον Μίνω Βολονάκη, τον Χουβαρδά με τον οποίο συνεχίζω την συνεργασία μου τα τελευταία χρόνια ακόμα πιο εντατικά, με τον Δημήτρη Καρατζά από τη νεότερη γενιά, με τον οποίο είμαι σε πρόβα για τις «Τρείς Αδελφές» στο θέατρο Βεάκη που ανεβαίνουν 5 μέρες μετά το κατέβασμα της Λούλου, δηλαδή 12 Ιανουαρίου 2020, κατεβαίνει η Λούλου, και τη Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2020, ανεβαίνουν οι «Τρεις Αδελφές», οπότε τώρα τρέχω από το ένα θέατρο στο άλλο.

Και βέβαια με τον Άρη Μπινιάρη, με τον οποίο έκανα τις «Βάκχες» στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, πριν από 2 χρόνια. Από όλους είχα να διδαχτώ πράγματα, και με επηρέασαν ο καθένας με τη δική του αισθητική, τη δική του θεατρική οπτική, για να δημιουργηθεί μέσα μου μια συνεχής μαθητεία και η οποία δεν τελειώνει ποτέ. Είμαστε ακόμα στη διαδρομή.

  • Για την ταινία «Ευτυχία»; Τι θα θέλατε να πείτε για αυτή τη γυναίκα;

Με όλα τα στοιχεία του χαρακτήρα της και με τις αντιφάσεις της, με τη μεγάλη της ψυχή, με το πνεύμα ελευθερίας που την διακατείχε, με το χιούμορ, με το γεγονός ότι υπερασπιζόταν ανθρώπους από περιθωριακές ομάδες, ότι βοηθούσε φτωχότερους ανθρώπους και ας μην είχε η ίδια να φάει, που είχαν μεγαλύτερη ανάγκη από την ίδια, το γεγονός ότι είχε ζήσει αυτές τις μεγάλες τραγωδίες τόσο σε επίπεδο ιστορικό όπως η Μικρασιατική καταστροφή, ο ξεριζωμός, η προσφυγιά, η φτώχεια, όσο και σε επίπεδο προσωπικό, όπως οι απώλειες των δικών της ανθρώπων και κυρίως της μεγαλύτερης κόρης της από καρκίνο στον εγκέφαλο, το οποίο είναι μια αξεπέραστη τραγωδία για κάθε μητέρα, όλα αυτά τα στοιχεία, ήταν που συνέθεταν αυτό το μεγάλο παζλ της προσωπικότητας της και η έκφραση ήταν ένα από αυτά τα στοιχεία που συνυπήρχε ταυτόχρονα, γιατί ήταν ποιήτρια, ήδη, από νωρίς.

Διάβαζε ποίηση, ήταν ένας πολύ μορφωμένος άνθρωπος, υπήρξε και δασκάλα, ήξερε ποιητές, ενώ την ίδια ώρα άλλοι αντίστοιχοι στιχουργοί  τής εποχής της δεν γνώριζαν καν τα ονόματα τους. Αγαπούσε, για παράδειγμα, πολύ, τον Νίκο Καββαδία, και έλεγε «Τι ποιητής είναι αυτός!» και «Θα ήθελα να γράφω σαν αυτόν», και στον Κώστα Κρυστάλλη είχε αφιερώσει ένα ποίημα της. Η γραφή, ήταν η τέχνη μέσα από την οποία διαμόρφωνε όλα αυτά τα συναισθήματα που αντλούσε από τη ζωή της, από τον περίγυρο της, από τους ανθρώπους του λαού, του οποίου ήταν και η ίδια κομμάτι και γνώριζε τους καημούς, τα προβλήματα του, αλλά τα περνούσε και μέσα από αυτή την απίστευτη αίσθηση του χιούμορ που είχε και έτσι αλάφραινε τις καταστάσεις και για τους γύρω της. Και επίσης αντιμετώπιζε τη ζωή σαν ένα πετεινό του ουρανού, που δε το νοιάζει το αύριο αλλά ζει το τώρα, το σήμερα, που είναι τόσο έντονο και δυνατό, και «για το αύριο βλέπουμε». Έτσι ζούσε τη ζωή της.

  • Και μέσα από αυτή την εξάρτηση του τζόγου, μπορούσε συγχρόνως να δημιουργεί αριστουργήματα. Παρόλα αυτά, έζησε χάνοντας. Χρήματα, τα πνευματικά της παιδιά, αγαπημένους ανθρώπους…

Το μυαλό, όμως, το πνεύμα της ήταν διαυγές. Η χαρτοπαιξία, όπως το δηλώνει και η ίδια στην ταινία, ήταν το καταφύγιο της, η παρηγοριά της, ειδικά μετά το θάνατο της κόρης της. Ξεχνιόταν εκεί, γι’ αυτό ίσως αναπτύχθηκε έντονα, αυτό το πάθος μέσα της.

  • Εσείς που έχετε υποδυθεί ήρωες αρχαίων Τραγωδιών, που έχετε πει πόσο ξεπερνάτε τον εαυτό σας όταν τους υποδύεστε, θεωρείται ότι και η Ευτυχία ήταν ένα τραγικό πρόσωπο;

Ναι, βεβαίως, αν και με έναν διαφορετικό τρόπο. Η Ευτυχία ήταν ένα πραγματικό πρόσωπο, ενώ τα πρόσωπα μιας  τραγωδίας είναι γραφή ενός μεγάλου συγγραφέα, είναι καλλιτεχνικά δημιουργήματα. Οπότε, υπάρχουν διαφορές. Σε ένα τραγικό ήρωα τα πάντα έχουν συμπυκνωθεί μέσα σε δύο ώρες ενός θεατρικού κειμένου. Η Ευτυχία έζησε 75 χρόνια μιας πολυτάραχης ζωής, με πολλές τραγικές στιγμές κατά τη διάρκεια αυτού του βίου. Αλλά από τη μια το γεγονός της καλλιτεχνικής διεξόδου, της ελευθερίας πνεύματος από την άλλη, αυτού του χιούμορ που διέσωζε, έδινε μια ελαφράδα στα πράγματα. Περισσότερο μάς μένει και γι’ αυτά τα στοιχεία. Και κυρίως φυσικά μέσα από το έργο της το οποίο ακριβώς λόγω αυτής της προσωπικότητας που διέθετε, είχε τέτοια δύναμη και μπορούσε να συνδυάσει κοινωνικό και ερωτικό στοιχείο μέσα σε τρία τετράστιχα και να μιλήσει με πολύ δυνατές λέξεις, που τις έβαζε δίπλα-δίπλα και δημιουργούσε συγκλονιστικά νοήματα. Το «Κι όσοι με πίκραναν πολύ τώρα που φεύγω από τη ζωή όλους τους συγχωρνάω», για παράδειγμα, είναι πολύ μεγάλη κουβέντα, δείχνει ένα μεγαλείο ψυχής απίστευτο.

  • Έχετε πει, ότι ήταν το πρώτο τραγούδι της Παπαγιαννοπούλου που ακούσατε μικρή;

Ναι, και πραγματικά ήταν αποκαλυπτικό, γιατί αυτοί οι στίχοι, ένα κομμάτι τέχνης, με έφεραν σε επαφή με το θάνατο. Τότε που στην παιδική μου ηλικία πρωτοβίωσα και γω το θάνατο, μέσα στο χωριό, με κάποιους θανάτους συγγενικών και φιλικών προσώπων. Αλλά μέσα από την τέχνη, ήταν αυτό το τραγούδι που το άκουσα και δεν ήξερα καν ποιος το είχε γράψει, και να που τόσα χρόνια μετά έχω την τιμή να την υποδυθώ.

  • Έχετε πει πως «αυτήν τη γραμμή ανάμεσα στη γέννηση και στον θάνατο να προσπαθείς να την κάνεις όσο πιο φωτεινή και σημαντική γίνεται». Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου οτιδήποτε την βασάνιζε το έκανε τέχνη, το μετουσίωνε, αυτό είναι κάτι που κάνετε και εσείς;

Για μένα η τέχνη είναι μια ευλογία, είναι μια διέξοδος, είναι το καταφύγιο, είναι το σημείο που αντλώ δύναμη και αισθάνομαι ότι προσφέρω με τον τρόπο μου στο κοινωνικό σύνολο. Γιατί η Τέχνη, πραγματικά, προσπαθεί να σκαλίσει τα μεγάλα υπαρξιακά ερωτήματα. Δεν μπορεί να δώσει απαντήσεις, θέτει όμως ερωτήματα και σίγουρα δημιουργεί ένα πλαίσιο στο οποίο συναντιούνται οι άνθρωποι για να βιώσουν κάτι κοινό, που θα τους δώσει συγκίνηση και αφορμή για σκέψη. Είναι ένας χώρος επικοινωνίας και έστω μιας στιγμιαίας λύτρωσης, μιας κάθαρσης που την έχουμε ανάγκη, γιατί μια τελική κάθαρση δεν μπορούμε να την έχουμε, η ζωή μάς φέρνει συνέχεια μπροστά σε αδιέξοδα, σε οδύνες, έχει τα πάνω και τα κάτω της, αλλά χρειαζόμαστε αυτές τις μικρές ανάσες που θα μας δώσουν δύναμη για να αντιμετωπίσουμε τα παρακάτω, να πάμε παρακάτω. Απλώς, όταν εγώ έλεγα «να την κάνεις όσο πιο φωτεινή» εννοούσα κι άλλα πράγματα, όχι μόνο μέσα από την τέχνη, ως προσωπικός μου δρόμος, αλλά κυρίως μέσα από την αγάπη, την καλοσύνη, την ευγένεια και τον σεβασμό απέναντι στους άλλους ανθρώπους. Να μην επιτρέπουμε στον εαυτό μας να γίνεται φορέας αρνητικών συναισθημάτων, να υποκύπτει σε μίση, στη βία, στην επιθετικότητα, στο ρατσισμό, στη μισαλλοδοξία, σε όλα αυτά τα πράγματα που είναι δηλητήριο για τον κόσμο των ανθρώπων.

  • Θα μας πείτε για τη «Λούλου» του Φρανκ Βέντεκιντ, που ξαναπαίζετε στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, σε διασκευή και σκηνοθεσία του Γιάννη Χουβαρδά;

Ενώ πριν από 30 χρόνια υποδυόμουν την ίδια την Λούλου, το ’88-‘89, τώρα υποδύομαι μια ομοφυλόφιλη αριστοκράτισσα την κόμισσα Γκέσβιτς, η οποία ερωτεύεται παράφορα την Λούλου και θυσιάζει τα πάντα σε αυτόν τον ανεκπλήρωτο έρωτα, γιατί η Λούλου δεν μπορεί να ανταποκριθεί σε αυτόν τον έρωτα. Και θυσιάζει την κοινωνική της θέση και όλη της την περιουσία, την ίδια της τη ζωή. Το 1893 όταν άρχιζε να γράφει το έργο ο Βέντεκιντ, συνέχισε για πολλά χρόνια να το αλλάζει, να το συμπληρώνει, ήταν μια επαναστατική πράξη για την αστική κοινωνία της εποχής του, να παρουσιάσει επί σκηνής μια ομοφυλόφιλη γυναίκα.

Στις μέρες μας, που έχουν γίνει πια θύματα ως προς την αποδοχή από ένα μεγαλύτερο ποσοστό ανθρώπων, ο Γιάννης Χουβαρδάς ήθελε να εστιάσει σ’ αυτό που δυνητικά σοκάρει σήμερα, άρα λοιπόν, όχι μια γοητευτική ομοφυλόφιλη γυναίκα αλλά ένα πλάσμα σχεδόν τερατικό, που είναι στα όρια των φύλων, εγκλωβισμένο σε λάθος σώμα, μέσα στο οποίο ασφυκτιά και δεν το έχει αποδεχτεί. Αυτό που στις μέρες μας γίνεται μεγάλη κουβέντα: το gender fluid και το non binary, που λένε. Μιλάω μέσα από την Γκέσβιτς για τα δικαιώματα αυτών των περιθωριακών ανθρώπων διεκδικώντας ακριβώς για τον κάθε άνθρωπο ανεξαρτήτως φύλου, καταγωγής, σεξουαλικού προσανατολισμού, φυλής, ράτσας, εθνικότητας, την ισοτιμία κάτω από τον ήλιο.

  • Και για τις «Τρεις Αδελφές» που έρχονται σύντομα στο Θέατρο Βεάκη;

Είναι κι αυτό ένα έργο που είχαμε ανεβάσει παλιά με τον Γιώργο Μιχαηλίδη. Είναι ένα από τα πολύ αγαπημένα έργα που είχαμε κάνει, και τότε ερμήνευα τη Μάσα, ενώ τώρα στη σκηνοθεσία του Δημήτρη Καρατζά παίζω την Όλγα, και παρόλο που τώρα πια έχω απομακρυνθεί από την ηλικία των «Τριών Αδελφών», όπως άλλωστε και οι άλλες δυο συνάδελφοι, η Μαρία Κεχαγιόγλου και η Αθηνά Μαξίμου, που είμαστε μεγαλύτερες από τις ηλικίες των 20-28 χρόνων, που είναι οι ηρωίδες στην Πρώτη Πράξη… Επίτηδες όμως έχει πάρει εμάς στο καστ, ακριβώς επειδή η παράσταση του στηρίζεται στην έννοια της μνήμης, του περάσματος του χρόνου, και της ματαίωσης της ύπαρξης. Είναι δηλαδή τρεις αδελφές πολύ μεγάλες πια σε ηλικία, δεν γνωρίζω βέβαια ακριβώς, γιατί έχουμε ακόμα αρκετό καιρό μέχρι την πρεμιέρα, αλλά απ’ ότι φαίνεται θα βγαίνουμε ακόμα πιο γερασμένες ηλικιακά.

Το λέω επιφυλακτικά γιατί μπορεί τελικά να μην ακολουθηθεί αυτό το στοιχείο, αλλά υπάρχει αυτή η σκέψη. Το θέμα είναι, πως ούτως ή άλλως είμαστε σε τόσο διαφορετικές ηλικίες από τις ηρωίδες αυτές, που όλο αυτό συμβαίνει σε ένα τοπίο μνήμης. Ανατρέχουμε σε εκείνο το χρονικό σημείο όπου υπήρχε ελπίδα και προσδοκία για τη ζωή και γι’ αυτά που μπορεί να φέρει: Οι τρεις αδελφές είχαν όνειρα, υπήρχε η προσδοκία του έρωτα, όλα αυτά, τα οποία όμως με το πέρασμα του χρόνου ένα-ένα διαψεύδονται, και στη Μόσχα δεν θα πάνε ποτέ… Το μόνο που τους μένει τώρα πια, είναι το να επιστρέφουν σ’ αυτή τη χρονική στιγμή αναπαράγοντας την και προσπαθώντας μέσα από ένα ταξίδι μνήμης να αναβιώσουν κάτι που δεν υπάρχει πια.

  • Μέσα από τους ρόλους σας, θα έλεγα, πως εμπνέετε και συγκλονίζετε ακατάπαυστα το κοινό, σαν όλους τους ανθρώπους που με το παράδειγμα του έργου τους δίνουν δύναμη και ελπίδα.

Τα λόγια σας με συγκινούν πολύ. Πολλοί άνθρωποι είναι έτσι, Νομίζω είμαστε πολύ περισσότεροι και δεν είναι μόνο αυτοί που φαίνονται, αλλά είναι και οι αφανείς ήρωες. Εκείνοι που δίνουν αγάπη, που ζουν δύσκολα, όπως οι εργαζόμενες μητέρες, οι μονογονεϊκές οικογένειες, που έχουν ήθος, έχουν ανθρωπιά. Υπάρχουν εθελοντές που προσφέρουν κοινωνικό έργο, φιλόζωοι, ακτιβιστές σε πολλούς τομείς, είτε κοινωνικά είτε για το περιβάλλον, αλλά και με πολλούς άλλους τρόπους, όπως, για παράδειγμα, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα. Αυτοί είναι οι ήρωες μου! Οι άνθρωποι που δεν είναι στα φώτα της δημοσιότητας, αλλά οι ζωές τους είναι πολύ σημαντικές και πολύ ουσιαστικές.

Φρανκ Βέντεκιντ

LULU

Διασκευή-Σκηνοθεσία: Γιάννης Χουβαρδάς
Μετάφραση: Γιώργος Δεπάστας
Σκηνικά: Εύα Μανιδάκη
Κοστούμια: Ιωάνννα Τσάμη
Μουσική: Θοδωρής Οικονόμου
Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος
Βοηθός σκηνοθέτη: Ειρήνη Φαναριώτη
Β’ Βοηθός σκηνοθέτη: Ιωάννα Πιταούλη

Παίζουν (με αλφαβητική σειρά): Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης, Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Γιώργος Μπινιάρης, Άλκηστις Πουλοπούλου, Άκης Σακελλαρίου, Αλέκος Συσσοβίτης, Χάρης Φραγκούλης, Νίκος Χατζόπουλος 

Info: Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης (Πειραιώς 206, (ύψος Χαμοστέρνας, Ταύρος, +302103418550 , mcf.gr) 6 Νοεμβρίου – 12 Ιανουαρίου 2020 – Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή & Κυριακή στις 20:30, Σάββατο στις 18:00 & στις 20:30, Τιμή εισιτηρίου: Είσοδος 17 – 25 ευρώ

Anton Chekhov

ΤΡΕΙΣ ΑΔΕΛΦΕΣ

Μετάφραση: Αλέξανδρος Ίσαρης, Γιώργος Δεπάστας
Σκηνοθεσία: Δημήτρης Καραντζάς

Παίζουν: Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Αιμίλιος Χειλάκης, Αθηνά Μαξίμου, Μαρία Κεχαγιόγλου, Ορφέας Αυγουστίδης, Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης, Σύρμω Κεκέ, Γιάννης Κλίνης, Αινείας Τσαμάτης, Ευδοξία Ανδρουλιδάκη, Νίκος Μάνεσης, Υβόννη Μαλτέζου, Δημήτρης Πιατάς

Βοηθός Σκηνοθετη: Ασημίνα Αναστασοπούλου
Σκηνικά: Μαρία Πανουργιά
Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη
Μουσική: Δημήτρης Καμαρωτός
Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου
Χορογραφία: Χρήστος Παπαδόπουλος
Φωτογραφίες: Γκέλυ Καλαμπάκα

Info: Από 17 Ιανουαρίου 2020 στο Θέατρο ΒΕΑΚΗ, Στουρνάρη 32 – 104 33 Αθήνα, 21 0522 3522. Τιμές Εισιτηρίων: 15€ – 25€. Παραστάσεις: Τετάρτη στις 19.00, Πέμπτη στις 20.00, Παρασκευή στις 21.00, Σάββατο στις 18.00 & στις 21.00, Κυριακή στις 19.00

ΕΥΤΥΧΙΑ

Eλληνική ταινία (δράμα – βιογραφία), σκηνοθεσία Άγγελος Φραντζής με τους: Κάτια Γκουλιώνη, Πυγμαλίωνα Δαδακαρίδη, Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Ντίνα Μιχαηλίδου, Θάνο Τοκάκη

Η Tanweer Productions και ο βραβευμένος Έλληνας σκηνοθέτης Άγγελος Φραντζής παρουσιάζουν την Ευτυχία, την μεγαλύτερη ελληνική παραγωγή του 2019.

Βασισμένη στον ταραχώδη βίο και το σπουδαίο έργο που κληρονόμησε η ελληνική μουσική από τη μεγαλειώδη πένα της στιχουργού Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, η ταινία, σε σενάριο της Κατερίνας Μπέη, αντλεί έμπνευση από τα πάθη και τις αδυναμίες αυτής της πληθωρικής, αντισυμβατικής και πρωτοπόρου γυναίκας, που άφησε ανεξίτηλο το σημάδι της στο λαϊκό τραγούδι. Η μοναδική της προσωπικότητα αποτυπώθηκε στους στίχους της που έγιναν μερικές από τις μεγαλύτερες και διαχρονικότερες επιτυχίες, όπως τα «Περασμένες μου αγάπες», «Όνειρο απατηλό», «Είμαι αϊτός χωρίς φτερά», «Ηλιοβασιλέματα», «Η φαντασία», «Είσαι η ζωή μου», «Μαντουμπάλα», «Στ΄ Αποστόλη το κουτούκι», «Πετραδάκι, πετραδάκι», «Μου σπάσανε τον μπαγλαμά», «Δύο πόρτες έχει η ζωή» («Το τελευταίο βράδυ μου»), «Ρίχτε στο γυαλί φαρμάκι».

 

O λόγος του ενήλικα για το δικό του παιδί. Της Αγγελικής Κυβέλου _ diastixo.gr

diastixo.gr

Αγγελική Κυβέλου


Περνώντας το κατώφλι του βιβλίου Αδέσποτα ήδη είσαι προϊδεασμένος. Το μικρό παιδί στη φωτογραφία, ο τίτλος, ο υπότιτλος, η αφήγηση ζωής, ο Ταξιδευτής, όλα σου λένε ότι ένας «τόπος» σε περιμένει. Λέξη τη λέξη, ιστορία την ιστορία, χωρίς να το καταλάβεις, γίνεσαι μέρος της συνθήκης, γιατί δεν μπορεί, πρέπει να έχει υπάρξει αυτό που συνήθως δεν συναντάμε εύκολα: Ο χώρος, ο χρόνος, η ζεστασιά για να βγουν τα δύσκολα της ψυχής μας, τα ξεχασμένα, τα κρυμμένα και τα ανείπωτα.

Θες δεν θες, γίνεσαι μέλος αυτής της ανομοιογενούς «ομάδας», από ανθρώπους με τη βασική μόρφωση έως καθηγητές πανεπιστημίου, και από 18χρονα έως 78χρονους, οι οποίοι συμμετείχαν επί 10 χρόνια στο σεμινάριο Αφήγηση Ζωής που «γέννησε» αυτά τα κείμενα. Θες δεν θες, όχι μόνο γίνεσαι ένας από αυτούς, αλλά θες να τους ψιθυρίσεις κάτι δικό σου.

Σκιαγραφείται ένα πορτρέτο, όπου το κάθε «αδέσποτο» κείμενο αφήνει το χνάρι του, άλλοτε πληγώνοντας το χαρτί κι άλλοτε παίζοντας, εξωραΐζοντας αυτό που κάποτε αδιάφορα άφηνε πίσω του πληγή, μετουσιώνοντας το σκοτάδι σε φωτεινή αλήθεια. Κι αν η βαθιά αλήθεια δεν είναι λογοτεχνία, τότε τι είναι;

Κάποιες αφηγήσεις μού θυμίζουν ανθρώπους και κάποιοι άνθρωποι μου θυμίζουν αφηγήσεις.

Συμβαίνει όταν κάποιος αφηγείται κάτι δύσκολο, πολλές φορές οι άλλοι να αλλάζουν συζήτηση ή να μιλάνε για τον καιρό… Και τότε βλέπεις τον άνθρωπο που διψάει να μοιραστεί κάτι, να συρρικνώνεται αντί να «αγκαλιάζεται» από τους άλλους. Όμως, εδώ, οι αναγνώστες των αδέσποτων θα νιώσουν αυτή την αόρατη αγκαλιά που τους κάνει να νιώσουν ασφάλεια για να μοιραστούν. Τι πιο όμορφο για κάθε μικρό παιδί που όλοι έχουμε μέσα μας.

Στην παιδική και εφηβική ηλικία τα γεγονότα πέφτουν σφοδρά αφήνοντας πίσω τους καλδέρες και κρατήρες, δημιουργώντας το γονιμοποιημένο κενό όπου ο σπόρος του ανθρώπου δύναται να ευδοκιμήσει. Κάποιες αφηγήσεις μού θυμίζουν ανθρώπους και κάποιοι άνθρωποι μου θυμίζουν αφηγήσεις.

Τα Αδέσποτα είναι ένα βιβλίο που με δελεάζει, γιατί αποκαλύπτει σε μένα τη δημιουργικότητα. Τη δημιουργικότητα της ζήσης –και όχι τη συγγραφική, για την οποία ίσως είμαι άσχετη να μιλήσω– του/της καθενός/μιάς συμμετέχοντα/ουσας, και πιο πολύ της δημιουργού του, Κρυσταλίας Πατούλη. Στέκομαι με δέος στη δική της δημιουργικότητα, να δώσει ζωή στην «Αφήγηση ζωής», που είναι ο λόγος του ενήλικα για το δικό του παιδί και έφηβο, να φιλιώσει με ό,τι έχει ψυχραθεί, να συνδεθεί με την ευθραυστότητά του, ζωντανός ανάμεσα σε ζωντανούς, να την τιμήσει και να τη σεβαστεί όπως συμπεριλαμβάνεται στο Εδώ και αρτιώνει το Τώρα.

Αγγελική Κυβέλου – Ευσταθία Παλαιοδήμου

Αδέσποτα

45 αφηγήσεις για την παιδική και εφηβική ηλικία

Milenko Ganna, Papara Entela, Rizk Μαίρη, Α.Θ., Αντωνοπούλου Βάσια, Γαβράς Γιάννης, Γονιδάκης Βαγγέλης, Δερμιτζάκη Ειρήνη, Διαμαντής Π. Γιώργος, Εμμανουήλ Μάνος, Ζαχαρογιάννη Έλλη, Καλ. Π., Καλαχώρας Λεώνικος, Καρέζης Σταύρος, Καρρά Καλλιόπη, Κόρδα Αθανασία, Κυβέλου Αγγελική, Μακρής Πέτρος, Π. Εφ., Π. Ιωσήφ, Π. Κύρα, Πατούλη Κρυσταλία, Ραφτοπούλου Χρυσούλα, Σ. Κατερίνα, Σταματιάδου Κάτια, Τασιούλα Ανδρονίκη, Ταυρή-Παπαϊωάννου Κατερίνα, Φραγκάκη Άννα, Χρυσουλάκη Βιργινία.

Eπιμέλεια: Κρυσταλία Πατούλη

kpatouli

Εκδόσεις Ταξιδευτής

257 σελ.

ISBN 978-960-579-104-9

Τιμή €16,00

Irvin Yalom: Αν οι ηγέτες μας μεγάλωναν με μεγαλύτερη αυτογνωσία…

Irvin Yalom: Αν όλοι οι ηγέτες μας μεγάλωναν με μεγαλύτερη αυτογνωσία, θα είχαν δυνατότητα να γίνουν περισσότερο ευγενικοί και εμπνευσμένοι προς τους άλλους, πιο γενναιόδωροι, πιο ικανοί να αγαπούν τον εαυτό τους, αλλά και τους άλλους, κι έτσι ο κόσμος θα ήταν μακράν καλύτερος

Από την αποκλειστική συνέντευξη του Irvin D. Yalom στην Κρυσταλία Πατούλη για το 2Board που μόλις κυκλοφόρησε:

No47 / Black & White Issue, November 2019 – January 2020 by Identity Media), επίσημο περιοδικό του αεροδρομίου Ελ. Βενιζέλος (236 pages, free press – bilingual, βραβευμένο ως το καλύτερο περιοδικό αεροδρομίων παγκοσμίως.

Περισσότερα: Σελ 176 – 177: https://issuu.com/identitymedia/docs/2board47

  • You are the world’s leading healer. What do you have to say about Psychology? How important is knowing oneself for the development of humanity?
    Tremendously important for us humans to know ourselves. If our leaders all grew more self-aware, more able to be kind and empathic to others, more generous, more able to love oneself and others the world would be a far kinder place.

 

 

Έρωτες στη Μεταπολίτευση

Tvxs.gr

Ο Διονύσης Χαριτόπουλος δίνει τροφή και πάλι στην συλλογική μας συνείδηση, με το νέο του βιβλίο «Έρωτες στη Μεταπολίτευση» που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Τόπος.

Γενναιόδωρα και χωρίς μισόλογα, όπως πάντα, ο συγγραφέας των Παιδιών της Χελιδόνας, του Αρχηγού των Ατάκτων, της Λίστας γάμου, των Σχέσεων, της τριλογίας του Πειραιά (Εκ Πειραιώς, Πειραιώτες και Πειραιάς βαθύς), και πολλών άλλων, δίνει και πάλι το αυτοβιογραφικό του στίγμα μέσα από τα τεκταινόμενα μιας εποχής:

Εδώ, η ακτινογραφία της Μεταπολίτευσης και μέσα από τους έρωτές της.
Όταν μετά από το βαθύ σκοτάδι μιας δικτατορίας αρχίζει να λάμπει το φως, η ζωή εκρήγνυται και οι έρωτές της έρχονται στο προσκήνιο. Έρωτες ζωής, τρόπου ζωής, μετουσίωσης. Έρωτες όχι μόνο μεταξύ ζευγαριών, μόνιμων, περιστασιακών ή και παράνομων. Έρωτες αυτοπραγμάτωσης. Έρωτες, τελεία.

Όπως περιγράφεται στο βιβλίο:«Η Μεταπολίτευση είναι γένους θηλυκού. Είχε ομορφιά, αισιοδοξία, γονιμότητα, ελπίδα. Και η πιο μεγάλη από τις μεγάλες αλλαγές που έφερε ήταν ασφαλώς η γυναικεία χειραφέτηση. Τα κορίτσια βγήκαν από τη σκιά που τις περιόριζαν εκ γενετής και διεκδίκησαν το αυτεξούσιο της ζωής τους. Προέλασαν γενναία στον αντρικό κόσμο κάμπτοντας κάθε αντίσταση».

Ο Χαριτόπουλος, για άλλη μια φορά με κινηματογραφικό ρυθμό και με γραφή που δεν διαχωρίζει την ιστορία και την αλήθεια της από την λογοτεχνική μυθοπλασία, σε αφήνει να μυηθείς σε σκηνές περασμένων δεκαετιών μέσα από το πρίσμα ενός νέου που την έζησε στο πετσί του και δεν την άφησε να περάσει από δίπλα του ανεπηρέαστος.

Είναι η μεταπολιτευτική έκρηξη της πολιτικοποιημένης νεολαίας, αλλά και η δόξα της διαφήμισης, η μεταμόρφωση της γυναικείας χειραφέτησης, ακόμα και η «επανάσταση» των σκυλάδικων, είναι οι κώδικες επικοινωνίας της νύχτας και της μέρας από τα μέσα του 1970 έως το 1990 που τα γκόλντεν μπόις, το διαδίκτυο και η μαζική επικοινωνία αλλάζει άρδην όσα γνωρίζαμε, λίγο πριν την έλευση της κρίσης.

Κι αυτό το βιβλίο του Διονύση Χαριτόπουλου, διαβάζεται απνευστί, με καταιγιστικό παλμό και με την πεποίθηση του ανεξάντλητου αμέσως μετά την τελευταία του σελίδα, αναμένοντας την επόμενη έκδοση, αφού όπως λέει και ο ίδιος κάπου μέσα στις 144 σελίδες του βιβλίου του: «συγγραφέας γίνεσαι γιατί δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς»:

«Περίπου δεκατριών χρονών είχε αρχίσει να γράφει, όπως άλλος αρχίζει πιάνο ή κιθάρα, και από τότε δεν σταμάτησε ποτέ. Κάθε νύχτα η μαγεία επανέρχεται αμείωτη΄ γράφει διαρκώς, χωρίς να ξέρει πού θα βγει, σαν να σκάβει λαγούμι στα τυφλά. Ανακαλύπτει έναν κόσμο μεγαλύτερο από τον πραγματικό. Αλλά το πρωί όταν διαβάζει αυτά που έγραψε, η μαγεία έχει χαθεί. Τίποτα δεν είναι όπως το είχε φανταστεί.
Και ξανά από την αρχή.
Γράφει και σκίζει, γράφει και σκίζει. Χιλιάδες σελίδες. Εκατομμύρια λέξεις. Είναι αδυσώπητος με τον εαυτό του. Δεν του χαρίζεται. Όμως κάπου βαθιά μέσα του πιστεύει πως κάποτε θα γράψει σελίδες που θα διατηρούν τη μαγεία όχι μόνο και την άλλη μέρα αλλά για χρόνια.
Δεν νοούσε τον εαυτό του χωρίς γράψιμο.
Επειδή συγγραφέας γίνεσαι γιατί δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς. Και θα πρέπει να είσαι έτοιμος να υποστείς τις συνέπειες: Δεν θα αποκτήσεις ποτέ χρήματα, θα περνάς μερόνυχτα μόνος σου με το χαρτί, θα χάνεις αγάπες γιατί δεν αντέχουν το δικό σου χάσιμο, η παρουσία σου στον κόσμο θα είναι ασήμαντη για τους πολλούς, κι αν κατορθώσεις να μιλήσεις στην ψυχή κάποιου, μάλλον δεν θα τον γνωρίσεις ποτέ να σου πει τι αισθάνθηκε. Παρότι τα ξέρεις όλα αυτά, συνεχίζεις, δεν παραιτείσαι ποτέ από το γράψιμο.
Είπαμε, δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς».

«Αυτός που τώρα οδεύει μόνος

προς τη δύση του βίου του,

και όλο φεύγει και απομακρύνεται

ώσπου να γίνει μικρή σκιά

και να χαθεί στο βάθος του ορίζοντα,

αυτός μπορεί πια να σου ομολογήσει

πως τα τιμαλφή μιας ζωής

είναι οι έρωτες.»

Διονύσης Χαριτόπουλος, Έρωτες στη Μεταπολίτευση, εκδ. Τόπος

Η ξαφνική ελευθερία τα ανακάτεψε όλα.
Ο γενικευμένος πυρετός απαιτήσεων και προσδοκιών χωρίς όρια. Η φούρια, η τρέλα, τα πάθη, τα λάθη. Η πολιτική και ερωτική υπερκατανάλωση των πρώτων χρόνων.