Η παρακαταθήκη του Σωτήρη Δημητρίου σε ένα μήνυμα: Να αλλάξουμε πολιτισμό

dimitriouΟ Σωτήρης Δημητρίου, πρωτοπόρος της κοινωνικής ανθρωπολογίας στην Ελλάδα, πολιτικός μηχανικός, συγγραφέας πολλών δοκιμιακών βιβλίων και άρθρων σε περιοδικά και συλλογικούς τόμους και ένας από τους σημαντικότερους θεωρητικούς του κινηματογράφου στη χώρα μας, πέθανε χτες σε ηλικία 91 ετών.

Δεν ήταν μόνο ένας ξεχωριστός άνθρωπος με ιδιαίτερη καλλιέργεια πνεύματος και ψυχής, όπως και αγωνιστής της Αριστεράς, και δεν άφησε παρακαταθήκη μόνο το έργο και το παράδειγμα της ζωής του, αλλά και το μήνυμά «Να αλλάξουμε πολιτισμό (δηλ. τον τρόπο που ζούμε)»,  απαντώντας στο ερώτημα «Ποιές αιτίες μας έφεραν ως εδώ, και κυρίως τι πρέπει να κάνουμε» της Έρευνας για την κρίση (2010 – 2014) Εκδόσεις Κέδρος, η οποία δημοσιεύτηκε στο Tvxs.gr , κατόπιν αναδημοσιεύτηκε εκτός των άλλων μεταφρασμένη στη γαλλική εφημερίδα Les Cercle Les Echos, και παρουσιάστηκε στα αγγλικά στο Crisis Art Festival της Ιταλίας.

Στην ανάλυσή του, που έγινε η σημαντικότερη έμπνευση και αφορμή για να ξεκινήσω την εν λόγω ακτιβιστική έρευνα, όταν τον είχα ακούσει να μιλάει για τις αιτίες της κρίσης σε εκδήλωση τον Απρίλιο του 2014, όπως σημειώνω και στον πρόλογο της έκδοσης, ο ίδιος είχε -μεταξύ άλλων- τονίσει χαρακτηριστικά:

« […] Η κρίση της οικονομικής λειτουργίας, της χαρακτηριστικής λειτουργίας του βιομηχανικού πολιτισμού, αποτελεί την άμεσα ορατή ένδειξη αποδόμησης του όλου συστήματος. Άρα βρισκόμαστε στην ιστορική καμπή της αλλαγής πολιτισμού.

[…] Εφόσον το καθεστώς εξαίρεσης* αποτελεί συστατικό της νεωτερικότητας** και η γενίκευσή του οφείλεται στην αποδόμηση του βιομηχανικού μοντέλου που τη θεμελιώνει, είναι αδιανόητη η διάσωση με επιστροφή στη νεωτερικότητα διαμέσου μεταρρυθμίσεων.

Αντιμετωπίζουμε μεταδόμηση πολιτισμού, συνεπώς, μοναδική ιστορική έξοδος από την παγκόσμια κρίση είναι η ανατροπή και η αναδόμηση του συστήματος.

Έχουν αναπτυχθεί πλέον οι τεχνικές προϋποθέσεις γι’ αυτήν –υπολογιστές, θεωρία του προγραμματισμού κ.ά. Απομένει να αναπτυχθούν και οι κοινωνικές: αλληλεγγύη και αξιοπρέπεια.

Ανεξάρτητα και παράλληλα με τις προτάσεις που συζητούνται από τους Ζαπατίστας και άλλους (άμεση δημοκρατία, κυκλική διαχείριση, συνεταιριστική επιχείρηση), εμφανίζεται μια τάση διάλυσης των συγκεντρωτικών δομών σε αυτόνομες-ομοσπονδιακές […] » (Ολόκληρη η τοποθέτησή του στο TVXS: Σ. Δημητρίου: Μοναδική ιστορική έξοδος από την παγκόσμια κρίση η ανατροπή)

Ο Σωτήρης Δημητρίου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1925, και ήταν σύντροφος της σκηνοθέτιδας Αλίντας Δημητρίου. Υπήρξε αντιστασιακός και τον Ιούλιο του 1944 φυλακίστηκε. Μετά την απελευθέρωση εξορίστηκε στη Μακρόνησο.

Συγχρόνως με την εργασία του ως πολιτικός μηχανικός ως απόφοιτος του ΕΜΠ, μελέτησε την ανθρωπολογία και γράφτηκε στη Φιλοσοφική σχολή, αν και δεν πήρε πτυχίο αποφασίζοντας να συνεχίσει μόνος τις μελέτες του. Το πρώτο του βιβλίο «Προϊστορικοί πολιτισμοί και εξέλιξη» κυκλοφόρησε το 1964.

Μεταξύ άλλων ασχολήθηκε και με την έβδομη τέχνη, ως μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Kριτικών Κινηματογράφου και κριτικών επιτροπών σε φεστιβάλ κινηματογράφου.

Είχε δημοσιεύσει τις ποιητικές συλλογές «Γράμματα της ανακωχής» (1965), εκδ. Φυτράκης και «Ψηλαφήσεις» (1985), εκδ. Δωδώνη, όπως και τα βιβλία «Κινηματογράφος, Σημειολογία, Κρίση της αισθητικής» (1973), εκδ. ‘Αλμα, «Εισαγωγή στο ‘Δώρο’ του Mauss» (1979), εκδ. Καστανιώτη, το πεντάτομο «Λεξικό Όρων: I. Σημειολογικής και δομικής ανάλυσης της τέχνης» (1978), «II. Επικοινωνίας και σημειωτικής ανάλυσης» (1978), «III. Γλωσσολογίας (1983) Α’ & Β’», «IV. Σημαντικής» (1986), «V. Κυβερνητικής, δομισμού και θεωρίας των συστημάτων» (1987), εκδ. Καστανιώτη, καθώς και την πεντάτομη σειρά «Η εξέλιξη του ανθρώπου: I. Ανθρωπογένεση» (1990), «II. Τα πρώτα βήματα» (1993), «III. Παλαιολιθική εποχή» (1993), «IV. Αρχές της κοινωνικής οργάνωσης» (1996), «V. Γλώσσα-Σώμα» (2001), εκδ. Καστανιώτη κ.α..


Παραπομπές:

  • Καθεστώς εξαίρεσης ή ανάγκης είναι η ψήφιση από τη Βουλή νομοθετικών διαταγμάτων καθ’ υπέρβασιν του συντάγματος, χωρίς να περνούν προηγούμενα από τον έλεγχο της συνταγματικότητας, με το επιχείρημα ότι η χώρα απειλείται από εξωτερικό ή από εσωτερικό εχθρό. Εφαρμόστηκε αρχικά στη δημοκρατία της Βαϊμάρης, στα 1930-32.

** Η νεωτερικότητα συνδέεται με την ιδέα της «ευρωπαίκής ταυτότητας», δηλαδή με την αντίληψη ότι, με αφετηρία το Διαφωτισμό, η Ευρώπη αφενός έγινε παγκόσμιο κέντρο της επιστημονικής προόδου και της, ¨κατά τον Max Weber, ¨απομάγευσης του κόσμου¨ (της εκδίωξης των δεισιδαιμονιών), και αφετέρου κατέκτησε τον υψηλότερο πολιτισμό και, ταυτόχρονα, την αποστολή να τον διαδώσει στον κόσμο.


Δημοσιεύτηκε: http://tvxs.gr/news/politismos/i-parakatathiki-toy-s-dimitrioy-se-ena-minyma-na-allaksoyme-politismo

Διαβάζουμε και γράφουμε με τον χαρακτήρα μας

vanhove[…] Στα χρόνια όπου άρχιζα πια να δημιουργώ, αντιλήφθηκα σχεδόν με φρίκη τι πραγματικά μάς συμβαίνει, συχνά χωρίς καν να το συνειδητοποιούμε΄
γράφουμε μ’ αυτό που συνήθως προσπαθούμε να κρύψουμε: με τον χαρακτήρα μας! […]

«Παιδί, άκουγα τη μητέρα μου να λέει –και δεν πίστευα ποτέ ότι θα ερχόμουν στα λόγια της- πως όλα είναι ζήτημα χαρακτήρα. Έζησα χρόνια με την ψευδαίσθηση ότι μπορεί κανείς να κρυφτεί πίσω από τις λέξεις.

Αφέθηκα στη λογοτεχνία σαν να επρόκειτο για ένα παιχνίδι μεταμφιέσεων, όπου οι φόβοι, οι επιθυμίες και τα όνειρά μας ήταν οι συνήθεις μασκαράδες.

Πίστευα αφελώς πως ο συγγραφέας οχυρώνεται απόλυτα πίσω από τους μύθους, μεταμορφώνεται σαν άλλος Πρωτέας και διασκεδάζει παραπλανώντας τους αναγνώστες του.

Στα χρόνια όπου άρχιζα πια να δημιουργώ, αντιλήφθηκα σχεδόν με φρίκη τι πραγματικά μάς συμβαίνει, συχνά χωρίς καν να το συνειδητοποιούμε΄ γράφουμε μ’ αυτό που συνήθως προσπαθούμε να κρύψουμε: με τον χαρακτήρα μας!

Κάτι τέτοιο ίσως είχε στο μυαλό του κι ο Χέμινγουεϊ όταν έλεγε: «Δεν αλλάζουμε. Με τα χρόνια γινόμαστε απλώς πιο προσεκτικοί».  Ακόμη όμως και αν δεν σκεφτόταν το ίδιο πράγμα, η ρήση του παραμένει μια πολύτιμη οδηγία για μας τους συγγραφείς που στα βιβλία μα εκθέτουμε θέλοντας και μη τον εαυτό μας.

Οι πιο έμπειροι το ξέρουν κιόλας καλά κι έχουν μάθει πώς να αμβλύνουν τις αδυναμίες τους ή πώς να τις αξιοποιούν επ’ ωφελεία τους. Αλλά κι αυτοί πέφτουν συχνά στην πλάνη πως είναι αόρατοι και απροσπέλαστοι πίσω από λέξεις – οχυρά.

Έχουν την εντύπωση πως οι συνήθειες και οι κυρίαρχες τάσεις στη συμπεριφορά τους είναι καλά προστατευμένες ή δεν αφορούν κανένα. Κι έτσι διαπράττουν το ασυγχώρητο σφάλμα να αφήνουν ανοιχτή την πόρτα της ύπαρξής τους στον πρώτο τυχόντα.

Από την άλλη οι εγγενείς αδυναμίες τους, για τις οποίες συχνά υπερηφανεύονται, ζημιώνουν ανεπανόρθωτα τα γραπτά τους.

Πάρτε παράδειγμα κάποιον που μονίμως απολογείται. Του είναι αδύνατον να γράψει χωρίς να αναλωθεί σε υπερβολικές εξηγήσεις.

Όταν όμως εξηγείς πολλά, είναι σαν να υποτιμάς τη νοημοσύνη του αναγνώστη κι αυτό αργά ή γρήγορα το πληρώνεις.

Ένας καλός συγγραφέας, που συνηθίζει να προσεγγίζει με δυσπιστία τα κείμενά του, στην ουσία δυσπιστεί απέναντι στον χαρακτήρα του που τα διατρέχει.

Από την άλλη, και οι αναγνώστες ξεδιπλώνουν τον χαρακτήρα τους διαβάζοντας. Ένας ανυπόμονος άνθρωπος δυσκολεύεται πολύ να ακολουθήσει τους δαιδάλους της αφήγησης και δεν είναι λίγες οι φορές που συλλαμβάνεται να «πηδάει» σελίδες, μόνο και μόνο για να επιταχύνει πραξικοπηματικά τη δράση.

Ένας αμετανόητος χρησιμοθήρας θα περιφρονήσει την απόλαυση του κειμένου, αναζητώντας μόνο την απτή χρηστική του αξία, κι έτσι θα στερήσει τον εαυτό του από τους γλωσσικούς χυμούς της αφήγησης.

Όσο για τον εγωκεντρικό αναγνώστη –και ποιος από μας δεν είναι εγωκεντρικός;- θα επιθυμούσε να δει τη διήγηση της πεζής και αδιάφορης λογοτεχνικά ζωής του σε μυθιστόρημα, ειδάλλως να μην ανοίξει ποτέ του βιβλίο.

Η ανάγνωση, ωστόσο, είναι πράξη αυταπάρνησης υπό την έννοια ότι, περνώντας την πύλη της μυθοπλασίας, βγάζεις από πάνω σου το χιλιοφορεμένο πουκάμισο της ύπαρξής σου.

Σαν να σου δίνουν άλλα ρούχα και παπούτσια, άλλη ταυτότητα, άλλα χαρακτηριστικά, αλλιώς είναι αδύνατο να περπατήσεις στους ονειρικούς δρόμους του μύθου και να διασταυρωθείς με τους ήρωες για τη ζωή των οποίων διαβάζεις.

Όπως ακριβώς ένας καλός συγγραφέας μιμείται τον ηθοποιό που υποδύεται αμέτρητους ρόλους, έτσι κι ένας καλός αναγνώστης δοκιμάζει τα κοστούμια και τους χαρακτήρες που διαβάζει στο χαρτί.  Πασχίζει να μπει στο πετσί κάθε ήρωα, να συναισθανθεί τη θέση του, να μοιραστεί το πάθος, τα όνειρα ή τους φόβους του. Αφήνει συχνά τη θέση του αμέτοχου παρατηρητή και συμμετέχει στη δράση με τον δικό του νοερό τρόπο.

Πλανώνται όσοι νομίζουν ότι η ανάγνωση είναι εύκολο πράγμα. Κι αν θέλει κανείς να ευεργετηθεί από τη λογοτεχνία θα πρέπει κατά στιγμές να ξεχνά τον εαυτό του, γιατί είναι παρατηρημένο:  αυτό που μας εμποδίζει να αντιληφθούμε σε βάθος τα νοήματα ενός κειμένου είναι το ότι μπαίνουμε στις σελίδες ενός βιβλίου με αδιανόητες απαιτήσεις.

Προσδοκούμε κυρίως από το εκάστοτε ανάγνωσμα να επιβεβαιώσει όσα είμαστε, όσα πιστεύουμε, όσα έχουμε ζήσει.  Αυτός ο δυναστικός αναγνώστης με τη νοσηρή φιλαυτία στέκει αδιάφορος απέναντι στο καλό βιβλίο. Κατά τον ίδιο τρόπο αδιαφορεί και η καλή λογοτεχνία για αυτόν.»

*Απόσπασμα από το βιβλίο Πώς η λογοτεχνία σού αλλάζει τη ζωή του Δημήτρη Στεφανάκη, Εκδόσεις Ψυχογιός, 2016, 160 σελ.

TVXS – Επιμέλεια: Κρυσταλία Πατούλη

Η λογοτεχνία είναι μια απόδειξη
ότι η πραγματικότητα δεν αρκεί.
Φερνάντο Πεσσόα

Πώς η λογοτεχνία σου αλλάζει τη ζωή

«Αν επιμένουμε ακόμη να γράφουμε και, κυρίως, να διαβάζουμε λογοτεχνία στην εποχή μας, είναι γιατί πιστεύουμε σε αυτό που μας προσφέρει.

Δε θα καταφέρουμε ποτέ να αλλάξουμε τον κόσμο με την ποίηση και τα μυθιστορήματα, αξίζει όμως τον κόπο να δοκιμάσουμε την ευεργετική επίδρασή τους στη ζωή και στον χαρακτήρα μας.

Αναρωτιέται βέβαια κανείς τι κερδίζουμε από την ανάγνωση ενός βιβλίου, όταν μάλιστα έχουμε εκ προοιμίου απορρίψει κάθε έννοια διδακτισμού στη λογοτεχνία.

Ζητούμε από τους συγγραφείς να μας συναρπάσουν με τις ιστορίες τους, αλλά καλά θα κάνουν να μείνουν στην ικανότητά τους να αφηγούνται και ας αφήσουν σε εμάς το δικαίωμα να εξάγουμε συμπεράσματα.

          Ποια είναι λοιπόν η χρηστική αξία της λογοτεχνία αν αυτή δε μεταφέρει μηνύματα και πρακτικές συμβουλές στου αναγνώστες της;  Η απάντηση βρίσκεται στο βασικό εργαλείο της που δεν είναι άλλο από τη γλώσσα.

Όργανο επικοινωνίας και έκφρασης η γλώσσα αποτελεί πιστοποιητικό της ανθρώπινης νοημοσύνης. Είναι στην ουσία το διαβατήριο για την κοινωνική μας ζωή΄ το ρούχο που φοράμε. Κι όπως συμβαίνει πάντοτε με την ένδυση, το γούστο παίζει τον πρωτεύοντα ρόλο.

Αυτό που συνήθως υποτιμούμε στη σχέση μας με τη λογοτεχνία είναι το ζήτημα της αισθητικής. Κι είναι παράξενο, αν σκεφτούμε πως στην εποχή μας όλοι απευθύνονται στην αισθητική μας προκειμένου να κερδίσουν την καταναλωτική μας εύνοια.

Καλαίσθητα καταστήματα, καλαίσθητα προϊόντα, καλαίσθητες ρεκλάμες. Έχουμε εξορίσει την κακογουστιά από τη ζωή μας αλλά όχι και από τη λογοτεχνία.

Τα ευπώλητα αναγνώσματα του καιρού μας χαρακτηρίζονται συχνά από χοντροκοπιά και μετριότητα.

Λησμονούμε, φαίνεται πως οι καλοί συγγραφείς είναι σαν τους ευγενικούς επισκέπτες. Διακριτικοί, συνεσταλμένοι, αναποφάσιστοι, υπαινικτικοί, ψιθυρίζουν τις μεγάλες αλήθειες τους.  Εμείς όμως προτιμούμε τα εκκωφαντικά αναγνώσματα με τις ιδεολογικές κορόνες. Αναζητούμε κείμενα που δε μας αντιστέκονται, κείμενα που επιβεβαιώνουν έναν ανούσιο τρόπο ζωής.

Την ίδια στιγμή τα μεγάλα βιβλία μάς περιμένουν να τα ανακαλύψουμε. Στις σελίδες τους θα βρούμε δρόμους που οδηγούν πέρα από τα στενά όρια της καθημερινής συναναστροφής. Από αυτή την περιπλάνηση, επιστρέφουμε συνήθως με περισσότερη διακριτικότητα, ανοχή, κατανόηση αλλά και οξυδέρκεια.

Βλέπουμε πια τον κόσμο με άλλα μάτια και τότε αντιλαμβανόμαστε τι εννοεί ο αρχαίος φιλόσοφος λέγοντας: «Όταν δεις κάποιον να πίνει πολύ κρασί, μην σκεφτείς ότι κάνει άσχημα. Πες απλά πως πίνει πολύ κρασί. Γιατί πού ξέρεις, πριν καταλάβεις τι έχει στο μυαλό του, ότι δεν φέρεται σωστά;»

Στη ζωή τα πράγματα δεν είναι συνήθως όπως φαίνονται κι η λογοτεχνία θα βρίσκεται πάντα εδώ για να μας το θυμίζει.»

*Απόσπασμα από το βιβλίο Πώς η λογοτεχνία σού αλλάζει τη ζωή του Δημήτρη Στεφανάκη, Εκδόσεις Ψυχογιός, 2016, 160 σελ.


(Κεντρική εικονογράφιση: Francine Van Hove)

Δημοσιεύτηκε: http://tvxs.gr/news/biblio/diabazoyme-kai-grafoyme-me-ton-xaraktira-mas

Τα ζωτικά ψεύδη στις ομάδες

[…] Πολύ συχνά τα μέλη των ομάδων κατασκευάζουν καθησυχαστικές ιστορίες για να αποφύγουν ή να αποκρύψουν μια αλήθεια που είναι οδυνηρή και μπορεί να οδηγήσει σε ψυχική ή φυσική κατάρρευση. Κάθε ζωτικό ψεύδος συνδέεται με ιστορίες που διαστρεβλώνουν την πραγματικότητα, ενώ ασήμαντα γεγονότα αποκτούν μεγάλη διάσταση, προκειμένου να διατηρηθεί η ασφάλεια της ομάδας και η εικόνα ενός υπέροχου εαυτού που δεν κινδυνεύει από το φόβο της κατάρρευσης και θα παραμείνει όρθιος, οτιδήποτε και να συμβεί […]

«Τι είναι αυτό που συνδέει το Νορβηγό θεατρικό συγγραφέα Ερρίκο Ίψεν με τη δυναμική των ομάδων; Η έννοια του ζωτικού ψεύδους[i]. Ο Ίψεν το 1896 έγραψε το θεατρικό έργο Γιάννης Γαβριήλ Μπόργκμαν [ii], το οποίο αναφέρεται στην ιστορία ενός διευθυντή τράπεζας που καταχράστηκε τα χρήματα των καταθετών προκειμένου, όπως ο ίδιος ισχυριζόταν, να υπηρετήσει το όραμά του, που ήταν να δώσει ευτυχία στους άλλους ανθρώπους.

Ο ήρωας του Ίψεν σύντομα ανακαλύπτει τη ματαιότητα αυτής της προσπάθειας για τον ίδιο και την ασημαντότητά της για τους άλλους ανθρώπους. Φυλακίζεται, καταστρέφει τη ζωή και τη σταδιοδρομία του και, παραμένοντας επί χρόνια αποκομμένος από την πραγματικότητα, καταλήγει στην πεποίθηση ότι ο ίδιος υπηρετεί υψηλά ιδανικά, κατασκευάζοντας ζωτικά ψεύδη για τον εαυτό του και τους άλλους και αρνούμενος την ενοχή του. Ο Μπόργκμαν πιστεύει ότι το όραμα του ήταν θεόσταλτο και πως κάποιοι μοχθηροί άνθρωποι θέλησαν να τον εξοντώσουν.

Στην κοινωνική και συναισθηματική του απομόνωση συναντά έναν μουσικοσυνθέτη που, ενώ υπήρξε και ο ίδιος θύμα της απάτης του Μπόργκμαν, έχει και αυτός την ανάγκη να κατασκευάσει ζωτικά ψεύδη που θα τον βγάλουν από τη μιζέρια και τη δυστυχία που βιώνει. Τα ζωτικά αυτά ψεύδη τον βοηθούν να νιώσει σημαντικός και να αποκτήσει υπόσταση. Έτσι αναπτύσσεται μια περίεργη συμμαχία μεταξύ των δύο αυτών ανθρώπων που επιζητούν τη λύτρωσή τους, ο ένας στην ψευδαίσθηση του άλλου. Την στιγμή της αποκάλυψης, όταν ξεδιπλώνονται τα ψεύδη του παρελθόντος και αποκαλύπτονται οι αυταπάτες του μέλλοντος, το παρόν γίνεται τόσο επώδυνο που αμφισβητεί την ύπαρξή τους.

Το ζωτικό ψεύδος, δηλαδή η παραποίηση της πραγματικότητας και η αυταπάτη που το άτομο ή η ομάδα[iii] επιλέγει εξαπατώντας τον ίδιο της τον εαυτό, μπορεί να οφείλεται σε αρκετούς παράγοντες όπως είναι ο φόβος της κατάρρευσης σε ατομικό ή ομαδικό επίπεδο αλλά και σε βαθύτερες ανάγκες ή εσωτερικευμένες αναπαραστάσεις σημαντικών προσώπων που έχουν τις ρίζες τους στην παιδική ηλικία. Το φαινόμενο του ζωτικού ψεύδους που οδηγεί σε αυταπάτη αποτελεί το κλειδί για την κατανόηση ενός συνδρόμου που παρατηρείται στις ομάδες και επηρεάζει την ποιότητα των σχέσεων.

Το ζωτικό ψεύδος στηρίζεται σε έναν κώδικα ηθικής ο οποίος έχει διαμορφωθεί προκειμένου, φαινομενικά, να συνεισφέρει στους «σημαντικούς στόχους της ομάδας». Στην πραγματικότητα όμως εξυπηρετεί τα άτομα και τις ομάδες, ώστε να κατασκευάσουν ιστορίες μέσα από τις οποίες μπορούν να δικαιολογήσουν τη στάση και τη συμπεριφορά τους. Οι ομάδες, δηλαδή, όπως και τα άτομα τείνουν να θεωρητικοποιούν την παραποίηση της πραγματικότητας, επιλέγοντας ασυνείδητα να αναπαράγουν επιλεκτικές αναμνήσεις και γεγονότα που συνεισφέρουν σε αυτή την κατεύθυνση. Στην προσπάθειά τους να συντηρήσουν τη θετική εικόνα που ίσως είχε η ομάδα στο παρελθόν, αλλά δεν ανταποκρίνεται πια στην πραγματικότητα που βιώνει σήμερα, ενισχύουν τη συλλογική αυταπάτη (collective selfdeception).

Πολύ συχνά τα μέλη των ομάδων κατασκευάζουν καθησυχαστικές ιστορίες για να αποφύγουν ή να αποκρύψουν μια αλήθεια που είναι οδυνηρή και μπορεί να οδηγήσει σε ψυχική ή φυσική κατάρρευση. Κάθε ζωτικό ψεύδος συνδέεται με ιστορίες που διαστρεβλώνουν την πραγματικότητα, ενώ ασήμαντα γεγονότα αποκτούν μεγάλη διάσταση, προκειμένου να διατηρηθεί η ασφάλεια της ομάδας και η εικόνα ενός υπέροχου εαυτού που δεν κινδυνεύει από το φόβο της κατάρρευσης και θα παραμείνει όρθιος, οτιδήποτε και να συμβεί.

Ο φόβος της κατάρρευσης αποτελεί κατά τον Winnicott[iv]  μια επώδυνη εμπειρία που κρύβεται βαθιά στο ασυνείδητο του ατόμου και έρχεται στην επιφάνεια κάτω από ορισμένες συνθήκες. Ενώ το «εγώ» προσπαθεί να οργανώσει άμυνες κατά της κατάρρευσης, την ίδια στιγμή τίθεται σε κίνδυνο και απειλείται με αποδιοργάνωση. Επινοεί τότε ζωτικά ψεύδη για να μπορέσει να βρει σημεία σταθερότητας και ασφάλειας.

Ο Laing[v] θεωρεί ότι το άτομο που βιώνει έντονη οντολογική ανασφάλεια προσπαθεί να επινοήσει τρόπους με τους οποίους θα καταφέρει να διατηρήσει την ταυτότητά του, τον εαυτό του και τους άλλους ζωντανούς, κατασκευάζοντας ζωτικά ψεύδη. Τα μικρά και ασήμαντα γεγονότα παίρνουν μεγάλη διάσταση στον ιδιαίτερο κόσμο που πλάθει το άτομο προκειμένου, να εδραιώσει και να διατηρήσει την υπόστασή του. Η οντολογική ανασφάλεια που βιώνει το άτομο προσομοιάζει με έναn διαρκή ψυχολογικό θάνατο.

Ο Winnicot[vi], όταν αναφέρεται στον φόβο της κατάρρευσης, στην ουσία αναφέρεται σε έναν φαινομενικό θάνατο, ο οποίος έχει βιωθεί ως εμπειρία στο παρελθόν. Αυτός είναι ένας λόγος που συχνά  για τους ανθρώπους στους οποίους έχει επέλθει ο ψυχολογικός θάνατος, η αυτοκτονία ως λύση απελπισίας φαίνεται να δίνει λύτρωση, καθώς νοιώθουν περισσότερο νεκροί παρά ζωντανοί. Στις ομάδες, στους οργανισμούς, στα κινήματα και αλλού ο φόβος της κατάρρευσης από ατομικός γίνεται συλλογικός.

Τα ζωτικά ψεύδη και η συλλογική αυταπάτη εξυπηρετούν την εσωτερική ισορροπία και συγκράτηση της ομάδας, μειώνοντας το ατομικό και συλλογικό άγχος για τη διάλυση της ομάδας. Η αυταπάτη αναπαράγεται μέσα από συγκεκριμένους μηχανισμούς και την κατασκευή μιας ψευδο-εικόνας (false image) που κατασκευάζεται ασυνείδητα, παρά το γεγονός ότι τα δεδομένα υποδεικνύουν μια διαφορετική πραγματικότητα. Η άρνηση της πραγματικότητας και η άρνηση της άρνησης της πραγματικότητας ενισχύουν την αυταπάτη[vii]. Ωστόσο, το άγχος και η αίσθηση απειλής αναδύονται σε στιγμές που το άτομο και η ομάδα αδυνατούν να τις ελέγξουν.

Έτσι συχνά τα άτομα και οι ομάδες μέσα από μη ελέγξιμες ψυχοκοινωνικές διεργασίες μπορεί να οδηγηθούν ακόμη και σε «μη-ηθικές» αποφάσεις[viii] συντηρώντας την αυταπάτη τους, στην προσπάθεια για αυτό-συντήρηση, δηλαδή στην προσπάθεια αποφυγής του φόβου της κατάρρευσης. Σε αυτό το φαινόμενο ιδιαίτερη σημασία έχει η διαμόρφωση της «τυφλής» ομαδικής σκέψης (group think), το οποίο μπορεί να έχει καταστροφικές συνέπειες για τις ομάδες, τους οργανισμούς αλλά και τα μέλη τους.»

*Απόσπασμα από το βιβλίο Δυναμική των ομάδων και αλλαγή στους οργανισμούς του Χαράλαμπου Πουλόπουλου και της Άννας Τσιμπουκλή, Εκδόσεις Τόπος – 2016
(Δείτε επίσης: Η ανεπαρκής ηγεσία)

TVXS – Επιμέλεια: Κρυσταλία Πατούλη


Ο ρόλος της ηγεσίας, οι συγκρούσεις, η εσωστρέφεια και η παθογένεια, αλλά και θέματα που αφορούν στην εκπαίδευση, την έρευνα και την εποπτεία των ομάδων εξετάζονται σε συνάρτηση με τη δυνατότητα των πάσης φύσεως ομάδων να μετεξελιχθούν από κλειστά σε ανοικτά συστήματα.

«To βιβλίο αυτό είναι ευπρόσδεκτο την περίοδο των έντονων αναταράξεων που διανύουμε. Οικονομικές κρίσεις, θρησκευτικοί φανατισμοί, τυχοδιωκτικές γεωπολιτικές στρατηγικές, διαφθορά, εκμετάλλευση, κακομεταχείριση και υποδούλωση,  αυταρχισμός και ανευθυνότητα:  είναι πολλά τα δεινά που επηρεάζουν τους κοινωνικούς οργανισμούς και τα άτομα, και τα οποία η αυτοαποκαλούμενη Πρόοδος δεν έχει καταφέρει να  εξαλείψει. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η πίστη στη θετική επίδραση των επιστημονικών ανακαλύψεων και στην πρόοδο της εκπαίδευσης η οποία δεν μετριάζεται από σαφή κατανόηση των δυνάμεων της εντροπίας θα μπορούσε να θεωρηθεί αφέλεια. Γιατί, δυστυχώς, οι δυνάμεις αυτές είναι πάντα ενεργές και δρουν λιγότερο ή περισσότερο σιωπηρά,  όπως έχει αποδείξει η Ιστορία.
Σ’ αυτό ακριβώς το επίπεδο η ψυχοκοινωνική προσέγγιση, καθώς και η ψυχαναλυτική  προσφέρουν αναντικατάστατα εργαλεία κατανόησης των ομάδων και των οργανισμών, όπως πολύ σωστά υπογραμμίζουν οι συγγραφείς αυτού του βιβλίου. Εξάλλου η αρμονική συνάρθρωση των δύο αυτών προσεγγίσεων επιτρέπει να αποφύγουμε τόσο την «ψυχολογικοποίηση» των κοινωνικών φαινομένων όσο και την «κοινωνιολογικοποίηση» των ψυχικών διαδικασιών.Όταν, για παράδειγμα, ο Harold Bridger,  ένας από τους ιδρυτές του Ινστιτούτου Tavistock, ακούραστα επαναλάμβανε «There is no group without a task»[Αγγλικά στο πρωτότυπο: Δεν υπάρχει ομάδα χωρίς καθήκοντα (αρμοδιότητες, στόχους)] το έκανε  σίγουρα για να δηλώσει την αντίθεσή του στην τάση να διερευνάται  μόνο η   συναισθηματική ζωή των ομάδων και των θεσμών, η οποία είναι  βεβαίως  σημαντική, αλλά πολύ συχνά ανίκανη να εξετάσει και να αμφισβητήσει το οργανωσιακό υπόστρωμα που τη δημιουργεί. Εξ ου και η ανάγκη να διερευνηθούν οι οργανωσιακοί ρόλοι, οι διαδικασίες, τα εργαλεία και οι δράσεις, και να εκτιμηθούν οι επιπτώσεις τους στις παρατηρήσιμες συμπεριφορές και στην ψυχική ζωή των κοινωνικών δρώντων.

Γιατί οι διεργασίες της επιρροής-εξάρτησης, της συμμόρφωσης, της εθελοντικής δουλείας ή, αντιθέτως, της αυτονομίας, της καινοτομίας και της κοινωνικής ευθύνης πάντοτε εξαρτώνται, τουλάχιστον εν μέρει, από τα συμφραζόμενα που τις δημιουργούν.

Το ίδιο ισχύει για τους μηχανισμούς του ασυνειδήτου –προβολική ταύτιση, απώθηση, εκλογίκευση, αρνητικές συμφωνίες, ομαδική ψευδαίσθηση, άγχος κατακερματισμού και εγκατάλειψης– που σπανίως προκύπτουν εν κενώ. Ο εντοπισμός τους εξάλλου αντιμετωπίζεται πάντα με επιφυλάξεις στο κοινωνικό πεδίο, στο μέτρο που ο αναλυτής αυτών των φαινομένων δεν μπορεί να καυχηθεί για την αντικειμενική και αποστασιοποιημένη μελέτη τους, εφόσον αυτή παραμένει ανίκανη να συλλάβει τις πραγματικές δυνάμεις της ζωής (και της καταστροφής) στην καρδιά των ενδο-ανθρωπίνων διεργασιών.

Από αυτή προφανώς τη θέση εκκινώντας, ο Kurt Lewin υποστήριξε ότι «για να καταλάβουμε μια πραγματικότητα, πρέπει να δοκιμάσουμε να την αλλάξουμε», ανοίγοντας έτσι τον δρόμο στη συμμετοχική έρευνα-δράση και στην κοινωνική στράτευση των ερευνητών του πεδίου.

Αντιλαμβάνομαι ότι σ’ αυτό το πνεύμα επίσης ο Χαράλαμπος Πουλόπουλος και η Άννα Τσιμπουκλή έχουν συμβάλει καθοριστικά και με διορατικότητα στην περιπέτεια των θεραπευτικών κοινοτήτων του ΚΕΘΕΑ – που θεωρούνται από τις πλέον πρωτότυπες σε όλο τον κόσμο. Έχουν εφαρμόσει σε αυτές σε όλη την Ελλάδα μαζί με ικανές ομάδες συνεργατών τη γνώση και την κλινική τους εμπειρία, πραγματοποιώντας έτσι, εδώ και μερικές δεκαετίες, ένα κοινωνικό πείραμα του οποίου το κύρος και ο ανθρωπισμός μπορούν να αποτελέσουν σχολή.

Είναι επομένως σε θέση να  παρουσιάσουν θεωρίες  που συνεχίζουν να εμπνέουν τη δράση και τον προβληματισμό τους και που κάνουν πράξη τον αφορισμό του Lewin ότι «τίποτα δεν είναι πιο πρακτικό από μια καλή θεωρία».

Η έγνοια να συνδυαστεί η αποτελεσματικότητα, θεραπευτική στην περίπτωσή τους, με μια δημοκρατική λειτουργία δεν είναι αυτονόητη -το αποδεικνύει με το παράδειγμα της  η πολιτική σκηνή. Τα ηθικά διακυβεύματα  είναι πάντα παρόντα  και μπορεί να οδηγούν είτε σε ολισθήματα προς τον ολοκληρωτισμό  ή, αντιθέτως, σε καινοτομίες και στην πιο γόνιμη προσωπική και κοινωνική ανάπτυξη.

Η ψυχοκοινωνική οπτική  που υιοθετούν οι συγγραφείς, εκθέτοντας  στο βιβλίο αυτό τις πολυάριθμες πτυχές της με παιδαγωγικό τρόπο, έχει στόχο να συμβάλει στη δημοκρατική ανάπτυξη μέσα από μια πολυμορφία περιοχών ρύθμισης, διαβούλευσης και δημιουργικότητας, που οι εκπρόσωποί της επιχειρούν να εφαρμόσουν σε οργανισμούς και ιδρύματα.

Πρόκειται επομένως για ένα πολύτιμο έργο που θα μπορέσει να διαφωτίσει όλους όσοι αναζητούν όχι μόνον να κατανοήσουν τις πηγές της κοινωνικής ζωής αλλά και να εμπλακούν σ’ αυτήν προκειμένου να καλλιεργηθεί μια ζωτικότητα ωφέλιμη σε όλους, ώστε να γίνουν πραγματικότητα κάποιες ουτοπίες …δίχως αυταπάτες.»

Gilles AMADO
Ομότιμος καθηγητής Ψυχοκοινωνιολογίας στο HEC Paris, Ιδρυτικό Μέλος της Διεθνούς Εταιρείας για την Ψυχαναλυτική Μελέτη Οργανισμών (International Society for the Psychoanalytic Study of Organizations, ISPSO) και του Διεθνούς Κέντρου για την Έρευνα, την Εκπαίδευση και την Παρέμβαση στην Ψυχοκοινωνιολογία (Centre International pour la Recherche, la Formation et l’Intervention en Psychosociologie, CIRFIP).

Ο Χαράλαμπος Πουλόπουλος είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Κοινωνικής Εργασίας στο Τμήμα Κοινωνικής Διοίκησης και Πολιτικής Επιστήμης του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης. Ξεκίνησε να εργάζεται στον τομέα αντιμετώπισης της τοξικοεξάρτησης το 1983  και διετέλεσε διευθυντής του Κέντρου Θεραπείας Εξαρτημένων Ατόμων (ΚΕΘΕΑ) από το 1995 έως το 2013. Συμμετείχε στο σχεδιασμό και στην ανάπτυξη των Ελληνικών Θεραπευτικών Κοινοτήτων για εξαρτημένους από ψυχοτρόπες ουσίες και στην ανάπτυξη προγραμμάτων πρόληψης, έγκαιρης παρέμβασης και κοινωνικής επανένταξης. Διετέλεσε για περισσότερο από μια δεκαετία Πρόεδρος της Επιτροπής Επιστημονικής και Επαγγελματικής Συμβουλευτικής της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Θεραπευτικών Κοινοτήτων (WFTC). Έχει συγγράψει τα βιβλία Εξαρτήσεις: Θεραπευτικές Κοινότητες (2005), Κοινωνική Εργασία και Εξαρτήσεις: Οι κοινότητες της αλλαγής (2011) και Κρίση, Φόβος και Διάρρηξη της Κοινωνικής Συνοχής (2014). Τα επιστημονικά και ερευνητικά του ενδιαφέροντα εστιάζουν στην θεραπεία και πρόληψη των εξαρτήσεων, στην δυναμική των ομάδων, την εποπτεία και συμβουλευτική οργανισμών, με έμφαση στη διεργασία της αλλαγής και στην αντιμετώπιση των κρίσεων.


H Άννα Τσιμπουκλή είναι Εκπαιδευτική Ψυχολόγος, Υπεύθυνη του Τομέα Εκπαίδευσης του ΚΕΘΕΑ και συνεργάτης του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου, ως διδάσκουσα στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών Εκπαίδευση Ενηλίκων. Ολοκλήρωσε τη διδακτορική της διατριβή στο Institute of Education του Πανεπιστημίου του Λονδίνου και τη μετά-διδακτορική της έρευνα στο Institute of  Psychiatry, King’s College, Είναι ιδρυτικό μέλος της Επιστημονικής Ένωσης Εκπαίδευσης Ενηλίκων. Έχει εκπαιδεύσει στελέχη φορέων ψυχικής υγείας, εκπαιδευτές ενηλίκων, συνδικαλιστικά στελέχη, φοιτητές κ.α. στην Ελλάδα και στην Κύπρο. Είναι συγγραφέας των εγχειριδίων Δυναμική Ομάδας και Επικοινωνία στην Εκπαίδευση Ενηλίκων (2012) και Διεργασία Ομάδας-Εκπαίδευση και Υποστήριξη Κοινωνικά Ευπαθών Ομάδων (2007). Έχει επίσης δημοσιεύσει σχετικά κείμενα για την εκπαίδευση, τους οργανισμούς και τη δυναμική των ομάδων σε επιστημονικά περιοδικά και συλλογικούς τόμους.


Παραπομπές:

[i] Trivers R (2000). The elements of a scientific theory of self-deception.Ann N Y Acad Sci., 907:114-31.

[ii] Ερρίκος Ίψεν (2014) Ιωάννης Γαβριήλ Μπόρκμαν. Gutenberg – Γιώργος & Κώστας Δαρδανός
[iii] Baumeister, Roy F.; Hastings, Stephen Pennebaker, James W. (Ed); Paez, Dario (Ed); (1997). Distortions of collective memory: How groups flatter and deceive themselves. Rimé, Bernard (Ed), Collective memory of political events: Social psychological perspectives. Hillsdale, NJ, England: Lawrence Erlbaum Associates Inc., pp. 277-293.
[iv] Winnicott, Donald W., (1896-1971). Φόβος κατάρρευσης / Donald W. Winnicott · μετάφραση. Πάνος Αλούπης. – 1η έκδ. – Αθήνα : Άγρα
[v] Laing, Roland (2004) Ο διχασμένος εαυτός. Εκδόσεις Καστανιώτη
[vi]  Όπως (σημ. iv)
[vii] Trivers, R. (2000). The Elements of a Scientific Theory of Self-Deception. http://roberttrivers.com/Publications_files/Trivers2000.pdf

[viii] Ann E. Tenbrunsel & David M. Messick (2004) Ethical Fading: The Role of Self-Deception in Unethical Behavior, Social Justice Research, Vol. 17, No. 2, June 2004



Δημοσιεύτηκε: http://tvxs.gr/news/biblio/ta-zotika-pseydi-stis-omades

Η ανεπαρκής ηγεσία

Η ηγεσία διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στο ασυνείδητο ενός οργανισμού[i]. Η ανεπαρκής συνεπώς ηγεσία σχετίζεται με μια συνολική κατάσταση δυσλειτουργίας του οργανισμού ή του ευρύτερου συστήματος και οδηγεί σε παλινδρόμηση των ομαδικών διεργασιών. Η ανεπαρκής ηγεσία αποτελεί σύμπτωμα παθολογίας του συστήματος, στο οποίο οι ανταγωνισμοί, οι προκλήσεις και η ανάγκη για έλεγχο κυριαρχούν απέναντι στο  συλλογικό καλό.  Η ανεπαρκής ηγεσία αισθάνεται ότι δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις και τους κινδύνου που απειλούν το σύστημα. Αντιδρώντας σε αυτό και προσπαθώντας να υποκαταστήσει την αίσθηση ελέγχου, τείνει να υπέρ-ελέγχει το εσωτερικό του συστήματος, λόγω αδυναμίας ελέγχου του εξωτερικού περιβάλλοντος[ii].

Η ανεπάρκεια της ηγεσίας εμφανίζεται με τη μορφή επιθετικής συμπεριφοράς και στάσης. Παραδείγματα παθητικά επιθετικών συμπεριφορών είναι ορατά σε αρκετούς οργανισμούς, κόμματα, κράτη αλλά και στην ίδια την οικογένεια. Σε αυτό το ασαφές και χαοτικό περιβάλλον η  εξουσία περιέρχεται σε ένα πρόσωπο που μπορεί να λειτουργήσει καταστροφικά για τον οργανισμό.

Τα χαρακτηριστικά της ανεπαρκούς ηγεσίας εκφράζονται συνήθως μέσα από την υποτίμηση των στόχων, των εργασιών και των πόρων του οργανισμού αλλά και μέσα από την έλλειψη κινητοποίησης του προσωπικού.  Όταν η συμπεριφορά αυτή εμφανίζεται ως επαναλαμβανόμενη, ενδέχεται τελικώς να οδηγήσει σε παραβίαση των συμφερόντων του οργανισμού ή του ευρύτερου συστήματος.

Η καταστροφική[iii] συμπεριφορά μπορεί να παίρνει διάφορες μορφές. Μια από τις μορφές με την οποία εμφανίζεται είναι η υποστηρικτική-άπιστη, με την οποία παρέχονται σε ορισμένα μέλη του συστήματος περισσότερα προνόμια από αυτά που τους αναλογούν, γεγονός που λειτουργεί εις βάρος του οργανισμού. Μια άλλη μορφή είναι καταστροφικής συμπεριφοράς είναι η τυραννική. Η τυραννική συμπεριφορά στρέφεται προς τα μέλη ενός οργανισμού τα οποία καταπιέζει και στα οποία επιβάλλει τις εντολές της αλλά κατά παράδοξο τρόπο μπορεί η συμπεριφορά αυτή για ένα τουλάχιστον χρονικό διάστημα να παράγει εξαιρετικά αποτελέσματα για τον οργανισμό. Μια τρίτη μορφή είναι η εκτροχιασμένη, με την οποία ο ηγέτης αδυνατεί να προσαρμοστεί στον ρόλο που κατέχει και, όντας υπέρμετρα φιλόδοξος, αναλώνεται στη φαντασίωση της επόμενης θέσης την οποία θα ήθελε να κατακτήσει. Στην πράξη, δηλαδή, η ανεπαρκής ηγεσία, συνειδητά ή ασυνείδητα, υποτιμά ή υποσκάπτει τους στόχους του οργανισμού ή του ευρύτερου συστήματος, την αποτελεσματικότητα ή/και τα κίνητρα των στελεχών του, στερώντας τους οποιαδήποτε άντληση ικανοποίησης από τον χώρο εργασίας ή την ομάδα στην οποία εντάσσονται.

Η κατανόηση της φύσης της ανεπαρκούς ηγεσίας[iv] προϋποθέτει την κατανόηση των ασυνείδητων φαντασιώσεων του προσώπου που ηγείται μιας ομάδας αλλά και των φαντασιώσεων της ίδιας της ομάδας οι οποίες προσωποποιούνται στην εικόνα του ηγέτη[v]. Θεωρητικοί και ερευνητές του πεδίου έχουν καταλήξει ότι υπάρχουν τουλάχιστον εννέα είδη φαντασιώσεων για την ηγεσία  που προβάλλονται στην ομάδα, ενώ και τα μέλη της ομάδας χρησιμοποιούν τον ηγέτη ως «καθρέφτη των δικών τους φαντασιώσεων»  και απαιτήσεων.

Μία από αυτές τις φαντασιώσεις είναι η παρανοϊκή και αφορά τους ηγέτες που διακατέχονται από παρανοϊκές τάσεις, θεωρούν ότι κινδυνεύουν από εξωτερικούς κινδύνους και απειλές και είναι επιρρεπείς στην καταδίωξη όσων θεωρούν ότι τους απειλούν. Οι εντάσεις σε ένα τέτοιο το περιβάλλον είναι μεγάλες. Η ηγεσία στην προσπάθειά της να προστατευθεί από ισχυρά στελέχη τα οποία θεωρεί ότι απειλούν την εξουσία της, καθώς είναι πιο ικανά για να ηγηθούν, γίνεται ιδιαίτερα αμυντική και απολυταρχική. Με τον τρόπο αυτό πυροδοτείται η παθολογία στο εσωτερικό των οργανισμών και διαμορφώνεται μια κουλτούρα φόβου που οδηγεί στην εγκαθίδρυση ενός αυταρχικού συστήματος.

Σε αυτό το αυταρχικό σύστημα, η ηγεσία προσπαθεί να διατηρήσει την απόσταση, τοποθετώντας σε πολύ χαμηλό επίπεδο τα υπόλοιπα μέλη του οργανισμού. Με τον τρόπο αυτόν υψώνει αδιαπέραστα τείχη, ώστε η αμφισβήτηση ή διεκδίκηση του ηγετικού ρόλου καθίσταται δύσκολη. Ταυτόχρονα, όμως, αυξάνεται η ισχύς και η εξουσία της, ενώ το σύνολο των αποτυχιών  αποδίδεται σε ορισμένα μέλη του συστήματος τα οποία η ηγεσία στιγματίζει και απομονώνει. Αντίθετα στους δημοκρατικούς οργανισμούς η κοινωνική απόσταση μεταξύ του ηγέτη και των υφισταμένων είναι μικρή και οι διαχωριστικές γραμμές ελάχιστα ορατές.

Μία άλλη μορφή φαντασίωσης για την ηγεσία είναι αυτή ενός ηγέτη με ναρκισσιστικό σύνδρομο ο οποίος θεωρεί ότι έχει ματαιωθεί και ότι του αξίζει ανταμοιβή. Ο ηγέτης με σύνδρομο κακοήθους ναρκισσισμού[vi] υποτιμά ο ίδιος τον οργανισμό τον οποίο διοικεί. Αντιδρά παρανοϊκά και φοβικά και ενεργοποιεί στους άλλους μια παρανοϊκή επιθυμία για προδοσία[vii]. Η ενεργοποίηση των μηχανισμών παράνοιας ανατροφοδοτεί τοn φαύλο κύκλο της αυταρχικής ηγεσίας, η οποία σε αντίθεση με τη δημοκρατική[viii],[ix] λαμβάνει τις αποφάσεις με τρόπο αδιαφανή.

Η αδιαφάνεια στη λήψη των αποφάσεων εντείνει την επιθετικότητα και την κατασκευή αποδιοπομπαίων τράγων[x],  ενισχύει την στρεβλή επικοινωνία, τη μη-σχέση, την αποξένωση και δημιουργεί κλίμα αβεβαιότητας για την εξέλιξη του οργανισμού. Τα χαρακτηριστικά αυτά αφορούν μια σχιζοειδή ηγεσία που προσπαθεί να διατηρήσει αποστάσεις στις σχέσεις της με τα υπόλοιπα μέλη, φοβούμενη την σύγκρουση η οποία μπορεί να είναι επώδυνη. Η, ηγεσία αποφεύγει την έκφραση συναισθημάτων, θεωρώντας ότι μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί σα να μην υπήρχαν αυτά τα συναισθήματα.

Η καταστροφική ηγεσία είναι εν τέλει αντιπαραγωγική και επιθετική εάν όχι τυραννική σε συμπεριφορά[xi], αποδίδοντας επαίνους σε όσους υιοθετούν υποτελείς συμπεριφορές τις οποίες και προσδοκεί. Αντίστοιχα, ασκεί κριτική σε όσους δεν υποκύπτουν στις προσδοκίες υποτέλειας ανεξαρτήτως της πραγματικής απόδοσης και των αντικειμενικών κριτηρίων μέτρησής της.

Ο ηγέτης σε ένα παθολογικό σύστημα μετατρέπεται σε έμπορο ψευδαισθήσεων[xii]. μέσα από το μηχανισμό της μεταβίβασης, δηλαδή της ενεργοποίησης ασυνείδητων επιθυμιών των μελών του οργανισμού απέναντι σε πρόσωπα κύρους όπως είναι ο ηγέτης, αλλά και της αντιμεταβίβασης[xiii], δηλαδή του συνόλου των ασυνείδητων αντιδράσεων του ηγέτη προς τα μέλη του οργανισμού[xiv].

Η δημοκρατική ηγεσία[xv] είναι αυτή που εν τέλει επιτρέπει στην ομάδα να καθορίσει την πολιτική, να βρει εναλλακτικές λύσεις, που ενθαρρύνει τη συνεργασία και την ανάληψη πρωτοβουλιών, που επαινεί ή ασκεί κριτική με βάση αντικειμενικά κριτήρια. Η δημοκρατική ηγεσία χαρακτηρίζεται από εντιμότητα και αμεροληψία στις πολιτικές διεργασίες, από την ικανότητα δημιουργίας και διατήρησης ουσιαστικών σχέσεων, από έναν υγιή ναρκισσισμό και μια υγιή δόση παράνοιας, η οποία, σε συνδυασμό με τον υγιή ναρκισσισμό, αποτελούν ίσως τις πιο αιρετικές αλλά ταυτόχρονα και τις πιο σημαντικές απαιτήσεις από την ηγεσία[xvi].

Ο υγιής ναρκισσισμός προστατεύει την ηγεσία από την υπερβολική εξάρτηση από την αποδοχή των άλλων και ενισχύει την ικανότητα αυτόνομης λειτουργίας της. Μια ήπια παρανοϊκή στάση διατηρεί την ηγεσία σε εγρήγορση απέναντι στους κινδύνους διαφθοράς και παλινδρόμησης και στην εκδήλωση της επιθετικότητας που ενεργοποιείται ασυνείδητα σε όλες τις διεργασίες του οργανισμού. Προστατεύει επίσης από τυχόν εμπόδια στην σε βάθος ανάλυση των κινήτρων των συγκρούσεων που έρχονται στην επιφάνεια ενός οργανισμού.

Γίνεται φανερό ότι το ζήτημα της ηγεσίας έχει απασχολήσει ερευνητές, θεωρητικούς και έχει επηρεάσει επί σειρά ετών τη λειτουργία των οργανισμών και των ευρύτερων συστημάτων. Η θεωρία του Lewin στο πεδίο αυτό δε μπορεί να περάσει απαρατήρητη και ιδιαίτερα η πρωταρχική θέση του για δημοκρατική ηγεσία. Τα πειράματα του Lewin αλλά και η εμπειρία από τη ζωή στους οργανισμούς έχουν καταδείξει την ανάγκη για ανάπτυξη οργανισμών μάθησης, με έμφαση στη δημοκρατία και στην ανάληψη ευθύνης από όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη.  Τα παραδείγματα από τις συνέπειες της ανεπαρκούς ηγεσίας εξάλλου δείχνουν ότι η τυφλή εκχώρηση δικαιωμάτων και ισχύος σε μια ηγεσία χωρίς έλεγχο και λογοδοσία αποτελεί πρακτική που περικλείει κινδύνους για τις ομάδες, τους οργανισμούς αλλά και την κοινωνία που επιλέγει αυτό τον δρόμο.

*Απόσπασμα από το βιβλίο Δυναμική των ομάδων και αλλαγή στους οργανισμούς του Χαράλαμπου Πουλόπουλου και της Άννας Τσιμπουκλή, Εκδόσεις Τόπος – 2016
(Δείτε επίσης: Τα ζωτικά ψεύδη στις ομάδες)

TVXS – Επιμέλεια: Κρυσταλία Πατούλη


Ο ρόλος της ηγεσίας, οι συγκρούσεις, η εσωστρέφεια και η παθογένεια, αλλά και θέματα που αφορούν στην εκπαίδευση, την έρευνα και την εποπτεία των ομάδων εξετάζονται σε συνάρτηση με τη δυνατότητα των πάσης φύσεως ομάδων να μετεξελιχθούν από κλειστά σε ανοικτά συστήματα.

«To βιβλίο αυτό είναι ευπρόσδεκτο την περίοδο των έντονων αναταράξεων που διανύουμε. Οικονομικές κρίσεις, θρησκευτικοί φανατισμοί, τυχοδιωκτικές γεωπολιτικές στρατηγικές, διαφθορά, εκμετάλλευση, κακομεταχείριση και υποδούλωση,  αυταρχισμός και ανευθυνότητα:  είναι πολλά τα δεινά που επηρεάζουν τους κοινωνικούς οργανισμούς και τα άτομα, και τα οποία η αυτοαποκαλούμενη Πρόοδος δεν έχει καταφέρει να  εξαλείψει. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η πίστη στη θετική επίδραση των επιστημονικών ανακαλύψεων και στην πρόοδο της εκπαίδευσης η οποία δεν μετριάζεται από σαφή κατανόηση των δυνάμεων της εντροπίας θα μπορούσε να θεωρηθεί αφέλεια. Γιατί, δυστυχώς, οι δυνάμεις αυτές είναι πάντα ενεργές και δρουν λιγότερο ή περισσότερο σιωπηρά,  όπως έχει αποδείξει η Ιστορία.

Σ’ αυτό ακριβώς το επίπεδο η ψυχοκοινωνική προσέγγιση, καθώς και η ψυχαναλυτική  προσφέρουν αναντικατάστατα εργαλεία κατανόησης των ομάδων και των οργανισμών, όπως πολύ σωστά υπογραμμίζουν οι συγγραφείς αυτού του βιβλίου. Εξάλλου η αρμονική συνάρθρωση των δύο αυτών προσεγγίσεων επιτρέπει να αποφύγουμε τόσο την «ψυχολογικοποίηση» των κοινωνικών φαινομένων όσο και την «κοινωνιολογικοποίηση» των ψυχικών διαδικασιών.

Όταν, για παράδειγμα, ο Harold Bridger,  ένας από τους ιδρυτές του Ινστιτούτου Tavistock, ακούραστα επαναλάμβανε «There is no group without a task»[Αγγλικά στο πρωτότυπο: Δεν υπάρχει ομάδα χωρίς καθήκοντα (αρμοδιότητες, στόχους)] το έκανε  σίγουρα για να δηλώσει την αντίθεσή του στην τάση να διερευνάται  μόνο η   συναισθηματική ζωή των ομάδων και των θεσμών, η οποία είναι  βεβαίως  σημαντική, αλλά πολύ συχνά ανίκανη να εξετάσει και να αμφισβητήσει το οργανωσιακό υπόστρωμα που τη δημιουργεί. Εξ ου και η ανάγκη να διερευνηθούν οι οργανωσιακοί ρόλοι, οι διαδικασίες, τα εργαλεία και οι δράσεις, και να εκτιμηθούν οι επιπτώσεις τους στις παρατηρήσιμες συμπεριφορές και στην ψυχική ζωή των κοινωνικών δρώντων.

Γιατί οι διεργασίες της επιρροής-εξάρτησης, της συμμόρφωσης, της εθελοντικής δουλείας ή, αντιθέτως, της αυτονομίας, της καινοτομίας και της κοινωνικής ευθύνης πάντοτε εξαρτώνται, τουλάχιστον εν μέρει, από τα συμφραζόμενα που τις δημιουργούν.

Το ίδιο ισχύει για τους μηχανισμούς του ασυνειδήτου –προβολική ταύτιση, απώθηση, εκλογίκευση, αρνητικές συμφωνίες, ομαδική ψευδαίσθηση, άγχος κατακερματισμού και εγκατάλειψης– που σπανίως προκύπτουν εν κενώ. Ο εντοπισμός τους εξάλλου αντιμετωπίζεται πάντα με επιφυλάξεις στο κοινωνικό πεδίο, στο μέτρο που ο αναλυτής αυτών των φαινομένων δεν μπορεί να καυχηθεί για την αντικειμενική και αποστασιοποιημένη μελέτη τους, εφόσον αυτή παραμένει ανίκανη να συλλάβει τις πραγματικές δυνάμεις της ζωής (και της καταστροφής) στην καρδιά των ενδο-ανθρωπίνων διεργασιών.

Από αυτή προφανώς τη θέση εκκινώντας, ο Kurt Lewin υποστήριξε ότι «για να καταλάβουμε μια πραγματικότητα, πρέπει να δοκιμάσουμε να την αλλάξουμε», ανοίγοντας έτσι τον δρόμο στη συμμετοχική έρευνα-δράση και στην κοινωνική στράτευση των ερευνητών του πεδίου.

Αντιλαμβάνομαι ότι σ’ αυτό το πνεύμα επίσης ο Χαράλαμπος Πουλόπουλος και η Άννα Τσιμπουκλή έχουν συμβάλει καθοριστικά και με διορατικότητα στην περιπέτεια των θεραπευτικών κοινοτήτων του ΚΕΘΕΑ – που θεωρούνται από τις πλέον πρωτότυπες σε όλο τον κόσμο. Έχουν εφαρμόσει σε αυτές σε όλη την Ελλάδα μαζί με ικανές ομάδες συνεργατών τη γνώση και την κλινική τους εμπειρία, πραγματοποιώντας έτσι, εδώ και μερικές δεκαετίες, ένα κοινωνικό πείραμα του οποίου το κύρος και ο ανθρωπισμός μπορούν να αποτελέσουν σχολή.

Είναι επομένως σε θέση να  παρουσιάσουν θεωρίες  που συνεχίζουν να εμπνέουν τη δράση και τον προβληματισμό τους και που κάνουν πράξη τον αφορισμό του Lewin ότι «τίποτα δεν είναι πιο πρακτικό από μια καλή θεωρία».

Η έγνοια να συνδυαστεί η αποτελεσματικότητα, θεραπευτική στην περίπτωσή τους, με μια δημοκρατική λειτουργία δεν είναι αυτονόητη -το αποδεικνύει με το παράδειγμα της  η πολιτική σκηνή. Τα ηθικά διακυβεύματα  είναι πάντα παρόντα  και μπορεί να οδηγούν είτε σε ολισθήματα προς τον ολοκληρωτισμό  ή, αντιθέτως, σε καινοτομίες και στην πιο γόνιμη προσωπική και κοινωνική ανάπτυξη.

Η ψυχοκοινωνική οπτική  που υιοθετούν οι συγγραφείς, εκθέτοντας  στο βιβλίο αυτό τις πολυάριθμες πτυχές της με παιδαγωγικό τρόπο, έχει στόχο να συμβάλει στη δημοκρατική ανάπτυξη μέσα από μια πολυμορφία περιοχών ρύθμισης, διαβούλευσης και δημιουργικότητας, που οι εκπρόσωποί της επιχειρούν να εφαρμόσουν σε οργανισμούς και ιδρύματα.

Πρόκειται επομένως για ένα πολύτιμο έργο που θα μπορέσει να διαφωτίσει όλους όσοι αναζητούν όχι μόνον να κατανοήσουν τις πηγές της κοινωνικής ζωής αλλά και να εμπλακούν σ’ αυτήν προκειμένου να καλλιεργηθεί μια ζωτικότητα ωφέλιμη σε όλους, ώστε να γίνουν πραγματικότητα κάποιες ουτοπίες …δίχως αυταπάτες.»

Gilles AMADO
Ομότιμος καθηγητής Ψυχοκοινωνιολογίας στο HEC Paris, Ιδρυτικό Μέλος της Διεθνούς Εταιρείας για την Ψυχαναλυτική Μελέτη Οργανισμών (International Society for the Psychoanalytic Study of Organizations, ISPSO) και του Διεθνούς Κέντρου για την Έρευνα, την Εκπαίδευση και την Παρέμβαση στην Ψυχοκοινωνιολογία (Centre International pour la Recherche, la Formation et l’Intervention en Psychosociologie, CIRFIP).

Ο Χαράλαμπος Πουλόπουλος είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Κοινωνικής Εργασίας στο Τμήμα Κοινωνικής Διοίκησης και Πολιτικής Επιστήμης του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης. Ξεκίνησε να εργάζεται στον τομέα αντιμετώπισης της τοξικοεξάρτησης το 1983  και διετέλεσε διευθυντής του Κέντρου Θεραπείας Εξαρτημένων Ατόμων (ΚΕΘΕΑ) από το 1995 έως το 2013. Συμμετείχε στο σχεδιασμό και στην ανάπτυξη των Ελληνικών Θεραπευτικών Κοινοτήτων για εξαρτημένους από ψυχοτρόπες ουσίες και στην ανάπτυξη προγραμμάτων πρόληψης, έγκαιρης παρέμβασης και κοινωνικής επανένταξης. Διετέλεσε για περισσότερο από μια δεκαετία Πρόεδρος της Επιτροπής Επιστημονικής και Επαγγελματικής Συμβουλευτικής της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Θεραπευτικών Κοινοτήτων (WFTC). Έχει συγγράψει τα βιβλία Εξαρτήσεις: Θεραπευτικές Κοινότητες (2005), Κοινωνική Εργασία και Εξαρτήσεις: Οι κοινότητες της αλλαγής (2011) και Κρίση, Φόβος και Διάρρηξη της Κοινωνικής Συνοχής (2014). Τα επιστημονικά και ερευνητικά του ενδιαφέροντα εστιάζουν στην θεραπεία και πρόληψη των εξαρτήσεων, στην δυναμική των ομάδων, την εποπτεία και συμβουλευτική οργανισμών, με έμφαση στη διεργασία της αλλαγής και στην αντιμετώπιση των κρίσεων.


H Άννα Τσιμπουκλή είναι Εκπαιδευτική Ψυχολόγος, Υπεύθυνη του Τομέα Εκπαίδευσης του ΚΕΘΕΑ και συνεργάτης του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου, ως διδάσκουσα στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών Εκπαίδευση Ενηλίκων. Ολοκλήρωσε τη διδακτορική της διατριβή στο Institute of Education του Πανεπιστημίου του Λονδίνου και τη μετά-διδακτορική της έρευνα στο Institute of  Psychiatry, King’s College, Είναι ιδρυτικό μέλος της Επιστημονικής Ένωσης Εκπαίδευσης Ενηλίκων. Έχει εκπαιδεύσει στελέχη φορέων ψυχικής υγείας, εκπαιδευτές ενηλίκων, συνδικαλιστικά στελέχη, φοιτητές κ.α. στην Ελλάδα και στην Κύπρο. Είναι συγγραφέας των εγχειριδίων Δυναμική Ομάδας και Επικοινωνία στην Εκπαίδευση Ενηλίκων (2012) και Διεργασία Ομάδας-Εκπαίδευση και Υποστήριξη Κοινωνικά Ευπαθών Ομάδων (2007). Έχει επίσης δημοσιεύσει σχετικά κείμενα για την εκπαίδευση, τους οργανισμούς και τη δυναμική των ομάδων σε επιστημονικά περιοδικά και συλλογικούς τόμους.


Παραπομπές:

[i] Rice,A.K.(1965).Learning for leadership. London: TavistockPublications.

[ii] Hirschhorn,L.(1993).The work place within:Psychodynamics of organizational life. Cambridge: MITPress.

[iii] Skogstad, A. , Einarsen, S. , Torsheim, T. , Aasland, M. , and Hetland, H. (2007). The destructiveness of laissez-faire leadership behavior. Journal of Occupational Health Psychology, 12(1), 80–92.

[iv] Kernberg, Otto F. (1993). Severe personality disorders: psychotherapeutic strategies. USA: Yale University Press.

[v] DeVries, Kets, F.R. (1991). Organizations on the  couch: Handbookof psychoanalysis and management. NewYork:Jossey-Bass.

[vi] Kernberg, O. F. (1994). The Psychotherapeutic Management of Psychopathic, Narcissistic, and Paranoid Transferences.

[vii] Jacobson, E. (1971). Depression: Comparative Studies of Normal, Neurotic, and Psychotic Conditions. New York: International University Press

[viii] Lewin, K., & Lippit, R. (1938). An experimental approach to the study of autocracy and democracy: A preliminary note. Sociometry, 1, 292-300.

[ix] Lewin, K., Lippitt, R. and White R., (1939). Patterns of Aggressive Behavior in Experimentally Created ‘Social Climates. Journal of Social Psychology, 10, 271-99.

[x] Reid, K. E. (1981). Expansion and professionalism, 1937-1955. From Character Building to Social Treatment.  The history of the use of groups in social work. Westport, Connecticut: Greenwood Press.

[xi] Einarsen, Ståle, Aasland, Merethe Schanke, Anders Skogstad (2007). Destructive leadership behaviour: A definition and conceptual model. The Leadership Quarterly doi:10.1016/j.leaqua.2007.03.002

[xii] Anzieu, Didier, (1984). The Group and the Unconscious (RLE: Group Therapy). NY: Routledge Library Editions.

[xiii] Ναυρίδης Κ., (2005). Ψυχολογία των Ομάδων. Κλινική Ψυχοδυναμική Προσέγγιση. Αθήνα: Εκδ. Παπαζήση.

[xiv] Spotnitz, Hyman & Meadow, Phyllis W (1976). Treatment of the Narcissistic Neurosis. New York: Manhattan Center for Advanced Psychoanalytic Studies.

[xv] Gastil, John (1994). A Definition and Illustration of Democratic Leadership.
Human Relations, VoL 47, No. 8, 953-975.

[xvi] Lippit, R. (1986). The small groups and participatory democracy: Comment on Gnebner. Journal of Social Issues, 1, 42, 155-156.

Δημοσιεύτηκε: http://tvxs.gr/news/biblio/i-aneparkis-igesia

Πολιτικοί επικίνδυνα βλαμμένοι

Ο μικρός που αυτοκτόνησε αφού σκότωσε τόσους ανθρώπους μέσα σε αμόκ και είχε ψυχολογικά προβλήματα – επίσης λέχθηκε πως θαύμαζε τον Μπρέιβικ – για την Μέρκελ είναι πρόκληση σύγκλισης ολόκληρου συμβουλίου για έρευνα εις βάθος ώστε να εξιχνιάσει το μυστήριο (βλ. τρομοκρατικό χτύπημα).
Για να βάλει παιδοψυχοθεραπευτές και οικογενειακούς θεραπευτές μέσα σε κάθε μα κάθε σχολείο, ούτε λόγος. Για το τι γίνεται με την παράνομη διακίνηση όπλων, δε, ούτε συζήτηση.
Τόσο επικίνδυνα βλαμμένοι οι πολιτικοί. Και άλλο τόσο, όσο μέχρι τον Ερντογάν που επικαλείται τη γνώμη του λαού -δήθεν- για να επιτρέψει τη θανατική ποινή, όταν αυτή τη στιγμή συλλαμβάνει (και βασανίζει) αθώους ανθρώπους χωρίς καμία κατηγορία και δεν τους επιτρέπει το δικαίωμα να έχουν επαφή με δικηγόρο για 30 μέρες τουλάχιστον μέσα στη φυλακή. Κι αυτό δεν είναι τίποτα μπροστά στα εγκλήματα κατά των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που διαπράττονται αυτή τη στιγμή στην Τουρκία, και κατά ανθρωπίνων ζωών επίσης.
Βαριά ψυχικά ασθενείς, εγκληματίες, επικίνδυνοι κυβερνάνε τον κόσμο. Και κυρίως βλαμμένοι, μέσα σε μια δική τους πραγματικότητα. Και όταν είναι και πολιτικοί, αυτή την επικίνδυνη βλάβη τους την ιδεολογικοποιούν για να απενοχοποιούνται για ότι πράττουν.
Γιατί δε μιλάμε για εκείνους τους βλαμμένους που αθωώνουν τα δικαστήρια «λόγω βλακείας», αλλά για εκείνους τους βλαμμένους που τους ενοχοποιούν επειδή έβλαψαν. Εκείνους που τους ενοχοποιούν για την ανήκεστη βλάβη που κατέχει κάθε εξυπνάκιας επικίνδυνος εγκληματίας.
Ξέρετε, οι εγκληματίες κάθε λογής, μπορεί να έχουν ένα σωρό θαυμαστές δεξιότητες ζωής, αλλά η βλάβη τους θα παραμένει ανίκητη στους αιώνες, όσο δεν την τοποθετούμε ως τον καθοριστικότερο παρανομαστή τους.
Κάπως έτσι ξυπνάει μια μέρα ορεξάτος ένας έλληνας πολιτικός και αυτοβαφτίζεται αναιδέστατα «εξαμηνίτικος πολιτικός κρατούμενος» στη χώρα μάλιστα που κυρίως το κόμμα του ευθύνεται γι’ αυτούς.
ΥΓ1: Christine Cooreman: Μου αρέσει η λεξη «βλαμμενοι» που χρησιμοποιείς διότι προέρχεται από το «βλάπτω» κι αυτοί οι πολιτικοί έχουν όντως βλάβη…
ΥΓ2: Τώρα, καλώς ή κακώς το παιδί στο Μόναχο, είχε μια μορφή ψυχοπάθειας. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είχε μαζί και χιλιάδες άλλα πράγματα, θετικά ή ακόμα και θαυμαστά. Πολύ πιθανόν να ήταν και χαρισματικό παιδί. Αν όλη αυτή την ενέργειά του δεν την έστρεφε -προφανώς γιατί δεν βρήκε καμία άλλη διέξοδο καλώς ή κακώς- προς την καταστροφή, μπορεί να διέπρεπε σε κάποιον τομέα. Όλα τα δύσκολα που έχουμε μέσα μας, μπορούν συνήθως να μετουσιωθούν θετικά, εφόσον πάρουμε τη σωστή υποστήριξη, φροντίδα και γνώση, και σε κάποιες περιπτώσεις και φαρμακευτική αγωγή. Δεν είναι κακό όταν χρειάζεται η φαρμακευτική αγωγή, αρκεί να υπάρχουν και τα υπόλοιπα. Δύσκολα οι άνθρωποι ξαφνικά ξυπνάνε μια μέρα στη ζωή τους και αρχίζουν να σκοτώνουν. Έχουν δείξει κάποια σημάδια να χτυπάνε σαν καμπανάκια που το περιβάλλον χρειάζεται να τα ακούσει για να δώσει σε αυτόν τον άνθρωπο όσα έχει ανάγκη. Αλλιώς μετά η καμπάνα χτυπάει για όποιον λάχει γύρω του. Όσο δεν υπάρχει α) πρόληψη για τις ψυχικές ασθένειες, β) υποστήριξη από ψυχοθεραπευτές στα σχολεία, γ) ενημέρωση, δ) ευαισθητοποίηση στην κοινωνία και στην οικογένεια, ε) γνώση και πληροφόρηση, και στ) ολισθική θεραπεία όπου χρειάζεται, θα βλέπουμε τέτοια τραγικά περιστατικά, αν δεν τα βιώνουμε. Ακόμα και ως παρατηρητές, όμως, τα βιώνουμε σε έναν βαθμό δευτερογενώς τραυματικά, και έχουν ανάλογο αντίκτυπο μέσα μας.

Irv. Yalom: Αδύνατον να καταλάβουμε με ποιούς τρόπους λειτουργεί η ψυχοθεραπεία

205219-yalom[…] Αδύνατον τελικά να καταλάβουμε με ποιούς τρόπους λειτουργεί η ψυχοθεραπεία.

Εμείς οι θεραπευτές αγωνιζόμαστε με τόσο ζήλο να είμαστε σωστοί στη δουλειά μας και η φιλοδοξία μας είναι να γίνουμε καλοκουρδισμένοι εμπειριστές, που θα μπορούν να προσφέρουν στους θεραπευόμενους ακριβείς τρόπους για να επιδιορθώσουν τα σπασμένα μέρη των δεσμών τους, ή της ακολουθίας του DNA τους.

Όμως οι πραγματικές παράμετροι της δουλειάς μας δεν ταιριάζουν σ’ αυτό το μοντέλο, κι εμείς οι ίδιοι συχνά αυτοσχεδιάζουμε και πολλές φορές σκοντάφτουμε προχωρώντας μαζί με τους θεραπευόμενους στο ταξίδι προς τη βελτίωση.

Παλιότερα αυτό με αποσυντόνιζε, τώρα όμως που με τα χρόνια έγινα πιο σοφός, εκφράζω κατ’ ιδίαν μ’ ένα σιγανό σφύριγμα το θαυμασμό μου για την πολυπλοκότητα και την απρόβλεπτη φύση της ανθρώπινης διάνοιας και συμπεριφοράς.

Τώρα όχι μόνο δεν με καταβάλλει η αβεβαιότητα αλλά συνειδητοποιώ ότι είναι ύβρις να υποστηρίζουμε πως μπορεί να υπάρξει ορθότητα και ακρίβεια.

Τώρα το μόνο πράγμα που γνωρίζω με βεβαιότητα είναι πως, αν εγώ μπορέσω να οικοδομήσω ένα αυθεντικό και στοργικό περιβάλλον, οι θεραπευόμενοί μου θα βρουν τη βοήθεια που έχουν ανάγκη, συχνά με απίθανους τρόπους που ποτέ δεν θα μπορούσα να τους προβλέψω ούτε να τους φανταστώ. […]

Απόσπασμα από το βιβλίο του Ίρβιν Γιάλομ, «Πλάσματα μιας μέρας«, εκδόσεις Άγρα – 2015, σελ. 101.
Μετάφραση: Ευαγγελία Ανδριτσάνου.  Πρόλογος: Γιάννης Ζέρβας

TVXS – Επιμέλεια: Κρυσταλία Πατούλη


Ιστορίες σύντομων ψυχοθεραπειών που μας καθοδηγούν στον καθημερινό μόχθο να δώσουμε νόημα στη ζωή, με χιούμορ, μαεστρία και βαθιά ανθρωπιά.

«Είμαστε όλοι πλάσματα μιας μέρας΄ και εκείνος που θυμάται κάτι, και αυτό το κάτι.
Παν εφήμερον, και το μνημονεύον και το μνημονευόμενον. Κοντεύει ο καιρός που θα τα ξεχάσεις όλα΄ κοντεύει ο καιρός που θα σε ξεχάσουν όλοι. Να στοχάζεσαι πάντοτε ότι σε λίγο θα είσαι ο καθένας στο πουθενά.»
ΜΑΡΚΟΣ ΑΥΡΗΛΙΟΣ, Τα εις εαυτόν

Όλοι μας είμαστε πλάσματα μιας μέρας. Με τα λόγια αυτά ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Μάρκος Αυρήλιος υπενθυμίζει στον εαυτό του το εφήμερο της ζωής. Από αυτόν αντλεί ο 84χρονος Ίρβιν Γιάλομ τον τίτλο του νέου του βιβλίου με ψυχοθεραπευτικές ιστορίες και μας προσκαλεί να ζήσουμε μαζί του τον αγώνα, τον πόνο και τη μαγεία της ζωής και της ψυχοθεραπείας. Η σοφία του ηλικιωμένου θεραπευτή είναι φανερή στην αμεσότητα με την οποία προσεγγίζει τον άνθρωπο που έρχεται στο γραφείο του, στα καίρια σχόλιά του και στην άνεσή του να μοιραστεί τις προσωπικές του αγωνίες, αν κάτι τέτοιο μπορεί να βοηθήσει τον θεραπευόμενο. Καθώς κλείνει ο κύκλος της ζωής του, η δεκτικότητα του Γιάλομ αυξάνεται. Με ταπεινότητα και ειλικρίνεια ομολογεί ότι εξακολουθεί να εκπλήσσεται, να μαθαίνει από τους θεραπευόμενους και να θαυμάζει τη δυνατότητά τους να αξιοποιούν με τον δικό τους μοναδικό τρόπο τα ιαματικά συστατικά της ψυχοθεραπευτικής συνάντησης.

Σε αυτές τις σελίδες θα συναντήσουμε μια νοσοκόμα, θυμωμένη και παραδομένη στη δυστυχία, χωρίς διέξοδο, η οποία έχασε τον γιο της μέσα στον κόσμο των ναρκωτικών και του εγκλήματος, και που όμως πρέπει να παρηγορεί τους προνομιούχους ασθενείς της στον δικό τους πόνο· έναν επιτυχημένο επιχειρηματία ο οποίος στον απόηχο μιας αυτοκτονίας νιώθει απελπισμένος μπροστά στα χάσματα και στα μυστικά που μολύνουν κάθε σχέση· μια νεόκοπη ψυχοθεραπεύτρια που η σπουδή της πάνω στην ανθρώπινη κατάσταση διαβρώνει τις αναμνήσεις της για μια χαμένη φιλία· και έναν άνδρα του οποίου η άρνηση για τη φιλοσοφία αναγκάζει ακόμα και τον Γιάλομ να αμφιβάλλει για την εμπιστοσύνη του σε αυτή. Οι άνθρωποι ετούτοι και οι ιστορίες τους θα μείνουν για πολύ καιρό ακόμη στο μυαλό μας αφότου διαβάσουμε και την τελευταία σελίδα του βιβλίου του.

Όπως ο Δήμιος του έρωτα και τα άλλα γραπτά του, τα Πλάσματα μίας μέρας μας χαρίζουν μια διεισδυτική, συμπονετική και ταυτόχρονα θαρραλέα ματιά στην ανθρώπινη ψυχή, με τον πόνο, τη σύγχυση και την ελπίδα που τη συνέχουν.

Ο Γιάλομ προσφέρει μ’ αυτό το βιβλίο το απόσταγμα της σκέψης και της εμπειρίας του, με χιούμορ, μαεστρία και βαθιά ανθρωπιά.

Δημοσιεύτηκε: http://tvxs.gr/news/biblio/irb-gialom-adynaton-na-katalaboyme-me-poioys-tropoys-leitoyrgei-i-psyxotherapeia

 

 

Ομιλούντες τοίχοι

___just_a_brick_in_the_wall_by_janborutaΣτον οργανισμό τηλεπικοινωνιών μια μεσόκοπη γυναίκα από την ουρά, φτάνει στο ταμείο. Θέλω να πληρώσω, λέει, 34 ευρώ έναντι των 104 που είναι σε σύνολο ο λογαριασμός που χρωστάω, και θα τον εξοφλήσω την άλλη βδομάδα, γιατί έχουν καθυστερήσει να με πληρώσουν και μένα.

Πρέπει να δώσετε το 40% του ποσού, της απαντά η ταμίας, για να μην σας το κόψουνε εν τω μεταξύ.

Μα γι’ αυτό ήρθα, απαντά η συνδρομήτρια, επειδή ο λογαριασμός έχει λήξει από το τέλος του προηγούμενου μήνα, είπα να πληρώσω ένα ποσόν έναντι, για να μην μου το κόψουνε εν τω μεταξύ, γιατί…

-Κυρία μου, σας λέω, πως ή θα πληρώσετε το 40% του ποσού, ή θα σας το κόψουνε το τηλέφωνο. Δεν έχει νόημα να δώσετε μικρότερο ποσόν από 42 ευρώ, διότι ούτως ή άλλως θα σας το κόψουν.

Αμίλητη η γυναίκα στραπατσάρει στο χέρι της ένα μάτσο το λογαριασμό με τα λίγα χρήματά της και κάνει επί τόπου στροφή.

Φεύγοντας βλέπω το θολό βλέμμα της που δευτερόλεπτα πριν καθρέφτιζε το κενό του απρόσωπου συ-στή-μα-τος μεσα από τα μάτια ενός από τους αντιπροσώπους του, της υπαλλήλου του ταμείου ή αλλιώς ενός κουφού ομιλούντα τοίχου, που «επικοινωνεί» χωρίς αυτιά, χωρίς μάτια, χωρίς ψυχή.

Πώς έφτασε να αντιπροσωπεύει το ίδιο το άκαμπτο κουφό σύ-στη-μα ένας άνθρωπος; Ποιοί γονείς έπεισαν κάποτε ένα παιδί πως οι ομιλούντες τοίχοι είναι ιδανικοί για να ταυτιστείς μαζί τους; Ποιοί δάσκαλοι, ίσως; Ποιοί ίδιοι ολόιδιοι απροσπέλαστοι ομιλούντες τοίχοι έχτισαν τούβλο τούβλο αυτό το τέρας;