Σωτηρία Σταυρακοπούλου: Πληρώνουμε την ανοχή μας

00:09, 02 Σεπ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/104733

Η Σωτηρία Σταυρακοπούλου, συγγραφέας και και επίκουρη καθηγήτρια στο Τμήμα Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ, απαντά στην Κρυσταλία Πατούλη «Ποιές αιτίες μας έφεραν ως εδώ, και κυρίως τί πρέπει να κάνουμε;» συμμετέχοντας στον δημόσιο διάλογο του tvxs.

«Με ρωτάτε πώς φτάσαμε ώς εδώ και τι πρέπει να κάνουμε. Καθώς ίσως ξέρετε, γεννήθηκα το 1957 και επομένως ανήκω στη γενιά της Μεταπολίτευσης. Ο όρος «Μεταπολίτευση» σημαίνει ότι ως όριο διαχωρισμού της πολιτικής και κοινωνικής ζωής του τόπου μας θεωρούμε την επτάχρονη δικτατορία (1967-1974) της απριλιανής χούντας των συνταγματαρχών.

Πρέπει επομένως να θυμηθούμε ποια υπήρξαν τα πολιτικοκοινωνικά δεδομένα πριν και μετά τη δικτατορία, τα οποία θα μας βοηθήσουν να αντιληφθούμε καλύτερα το πώς φτάσαμε ώς εδώ. Το δεδομένα όμως αυτά έχουν άμεση σχέση ή, καλύτερα, είναι απότοκα των ιστορικών γεγονότων που καθόρισαν την πορεία της χώρας μετά το προηγούμενο μεγάλο ιστορικό ορόσημο, που υπήρξε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος και η Γερμανική Κατοχή. Βέβαια, τα γεγονότα αυτά εγώ δεν τα έζησα, αλλά τα γνώρισα παιδί από τις αφηγήσεις των γονιών και άλλων συγγενών μου. Ασφαλώς αργότερα τα διάβασα επισταμένα σπουδάζοντας φιλόλογος. Γνώρισα όμως τον απόηχο του Εμφυλίου και τις συνέπειές του μέσα στο ίδιο μου το σπίτι.

Η μητέρα μου υπήρξε νεαρή αντάρτισσα στον Εμφύλιο. Για την αντιστασιακή της δράση τιμήθηκε με δίπλωμα μετά τη Μεταπολίτευση. Όταν πέθανε ενταφιάστηκε, τιμής ένεκεν, στον ειδικό χώρο που διατηρεί το ΚΚΕ στο νεκροταφείο του Βόλου. Ο πατέρας μου πολέμησε στον Εμφύλιο με τη μεριά του εθνικού στρατού και τιμήθηκε κι αυτός (δίπλωμα και μετάλλιο) επ’ ανδραγαθία. Τα δύο αυτά διπλώματα κρέμονται κορνιζωμένα, το ένα δίπλα στο άλλο, στον τοίχο της σάλας του πατρικού μου σπιτιού στον Βόλο. Μπορώ, επομένως, να ισχυριστώ ότι είμαι παιδί ενός νικητή και μιας ηττημένης του Εμφυλίου.

Τα τραύματα του Εμφυλίου άφησαν τα σημάδια τους στους γονείς μου, αλλά καταλάγιασαν μέσα στον θεσμό της  οικογένειας. Οι δυο γονείς μου, φτωχοί και οι δύο, δούλεψαν σκληρά για να μεγαλώσουν εμένα και τον αδελφό μου και να με βοηθήσουν να σπουδάσω.

Δυστυχώς αυτό που έγινε μέσα στην οικογένειά μου τα χρόνια που εγώ υπήρξα παιδί δεν έγινε, με ευθύνη – πες καλύτερα φταίξιμο – των πολιτικών μας στη μεγάλη οικογένεια που είναι η πατρίδα μας, με αποτέλεσμα να εκκολαφθεί και να επικρατήσει  η δικτατορία, φέρνοντας νέα δεινά στη χώρα.

Μετά τη Μεταπολίτευση φταίμε πλέον και εμείς που ανεχτήκαμε την αναζωπύρωση του μετεμφυλιακού πολιτικού κλίματος που επεδίωξαν και κατόρθωσαν να δημιουργήσουν ξανά τα παλιά πολιτικά κόμματα για τη νομή της εξουσίας, τα οποία έδειξαν να μην έχουν τίποτα διδαχτεί από τη λαίλαπα της δικτατορίας. Βέβαια, εμφανίστηκαν κάπως αλλαγμένα και κάποια με νέα ονόματα.

Το ΚΚΕ νομιμοποιήθηκε. Το πολιτειακό ζήτημα, που από τη σύσταση του νέου ελληνικού κράτους ταλάνισε τον τόπο, λύθηκε οριστικά με το δημοψήφισμα του 1975. Η εκλογική όμως βία και νοθεία δεν σταμάτησε∙ άλλαξε μορφή, με το να αλλάζει το κάθε κόμμα, που ήταν στην κυβέρνηση, τον εκλογικό νόμο. Και αυτό όχι μόνο το ανεχτήκαμε εμείς της μεταπολιτευτικής γενιάς, αλλά το συντηρήσαμε και το συντηρούμε μέχρι τώρα. Όλα τα κόμματα μετά τη Μεταπολίτευση συνέχισαν τον προ της δικτατορίας τρόπο δράσης και λειτουργίας τους (θα ταίριαζε καλύτερα να λέγαμε «συνέχισαν τον χαβά τους», για να συνδέσουμε λίγο το παρόν με το παρελθόν μας επί οθωμανικής κυριαρχίας).

Τα λεγόμενα «κόμματα εξουσίας», η ΝΔ και το Πασόκ δηλαδή, αντιμάχονταν ποιο θα κερδίσει τις εκλογές για να λαφυραγωγήσει το κράτος, το δε ΚΚΕ (και οι συνοδοιπόροι του) συνέχισε την προ της δικτατορίας επαναστατική του τακτική με διαδηλώσεις, καταλήψεις δρόμων και εργοστασίων (θυμάμαι ότι στο Βόλο ανάγκασαν την αυτοβιομηχανία Nissan να κλείσει το εργοστάσιό της), κλείσιμο λιμανιών, κτλ. θαρρείς και δεν ήταν πλέον νόμιμο κόμμα. Και δυστυχώς την τακτική του κόμματος  αυτού την υιοθέτησαν και τα κόμματα εξουσίας στη μεταξύ τους διαμάχη.

Κι αυτό το ανεχτήκαμε. Το κομματικό / πελατειακό σύστημα δεν θα μπορούσε να επιζήσει χωρίς τη συναλλαγή, τη διαφθορά, την αναξιοκρατία, τη διόγκωση του κράτους με άχρηστους ή αχρείαστους οργανισμούς, μέσα στους οποίους συντηρούσε ψηφοφόρους-ομήρους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου ή έργου, με τη δημιουργία ανεξέλεγκτων ΔΕΚΟ που τις διεύθυναν διορισμένοι διοικητές (ως επί το πλείστον αποτυχημένοι πολιτευτές) μαζί με τους επικεφαλείς του κομματικά οργανωμένου συνδικαλιστικού κινήματος (μήπως στρατού;) που επέβαλαν τις παράλογες – και αντιδημοκρατικές – πολλές φορές απαιτήσεις τους με τη δύναμη  (πες καλύτερα τη βία) που διέθεταν.

Θυμάμαι ότι στις τόσες απεργίες που έχω ζήσει, το σούπερ-μάρκετ της γειτονιάς μου, το μανάβικο και ο φούρνος ήταν πάντα ανοικτά και μόνο η ΔΕΗ μπορούσε να κατεβάζει τους διακόπτες, η ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ  να μην πετάει, οι τράπεζες να κλείνουν όλες, οι δημοτικοί υπάλληλοι της καθαριότητας να μη συλλέγουν τα σκουπίδια και οι λιμενεργάτες να μην αφήνουν τα πλοία να αποπλεύσουν, αφού κομματικό συνδικαλισμό είχαν πλέον όλα ανεξαιρέτως τα κόμματα.

Και οι κομματικοί αυτοί συνδικαλιστικοί πατέρες ανταμείβονταν για τις «υπηρεσίες» τους με μια θέση βουλευτή από το κόμμα στο οποίο είχαν ενταχθεί (κόμμα εξουσίας ή όχι, αδιάφορο). Αυτός ο κομματικός συνδικαλισμός που ξαπλώθηκε σ’ όλη την κοινωνία καθόρισε και καθορίζει ακόμα και τη λειτουργία των Πανεπιστημίων, ένα χώρο που τον ξέρω καλά, και προσπάθησα να τον αποδώσω σ’ όλη του την παθογένεια, με το μυθιστόρημά μου Σπάνιες αλήθειες (Εστία, 2008).

Οι κομματάρχες της ΕΡΕ, πριν την χούντα, και της ΝΔ  αμέσως μετά, αντικαταστάθηκαν από τους πρασινοφρουρούς του Πασόκ,  μετά την επικράτησή του το 1981, σ’ όλους τους τομείς της πολιτικής και κοινωνικής δράσης, με αποτέλεσμα την υποβάθμιση της πολιτικής και κοινωνικής ζωής παντού (δημόσια διοίκηση, τοπική αυτοδιοίκηση, παιδεία, υγεία κτλ., τι να τα λέμε τώρα). Η χώρα μετά τη Μεταπολίτευση, παρά το γεγονός ότι ο Κωσταντίνος Καραμανλής την έριξε στα βαθιά νερά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μπας και κολυμπώντας πάρει την πάνω βόλτα, επέλεξε την κάτω, και αυτό όχι μόνο το ανεχτήκαμε, αλλά συμπράξαμε κι εμείς της γενιάς μου και το διαιωνίσαμε.

Για να ελαφρύνω λίγο το θέμα,  θα σας θυμίσω ένα ανέκδοτο που κυκλοφορούσε στα αμφιθέατρα αρχές της δεκαετίας του 1980, που το Πασόκ με τα πετυχημένα, πράγματι, συνθήματα που πλάσαρε ο Αντρέας Παπανδρέου, εκμεταλλευόμενος την αγανάκτηση του κόσμου από την καταπίεση της χούντας («ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο», «Η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες», «Έξω οι βάσεις του θανάτου», «Ο αγώνας είναι αγώνας των μικρομεσαίων», κτλ.), κατάφερε να γίνει πρώτο κόμμα με πρωθυπουργό τον Αντρέα Παπανδρέου, ο οποίος συσπείρωσε δίπλα του κάποιους παλιούς πολιτικούς της Ένωσης Κέντρου, αλλά κυρίως νέους και άγνωστους τότε φοιτητές, που είχε στρατολογήσει από το εξωτερικό και το εσωτερικό στη διάρκεια του αντιδικτατορικού του αγώνα.

Ένας, λοιπόν, Έλληνας  τουρίστας επισκέπτεται το Κάιρο. Σε μια γωνιά βλέπει έναν Αιγύπτιο ξαπλωμένο που τον είχαν καλύψει μύγες. Με τον τουριστικό χάρτη που κρατούσε διώχνει τις μύγες για να τον ανακουφίσει. Σηκώνεται τότε ο Αιγύπτιος και του βάζει τις φωνές: «Τι έκανες, βρε άνθρωπέ μου», τον μαλώνει. «Τι έκανα;» τα χάνει ο Έλληνας, «έδιωξα τις μύγες για το καλό σου». «Αυτές που έδιωξες», απαντά ο Αιγύπτιος, «ήταν χορτάτες. Να δεις τι έχω να τραβήξω από αυτές που θα έρθουν τώρα και θα είναι νηστικές». Αυτά τα ανεχτήκαμε.

Θα μου πείτε, μα καλά, όλοι οι πολιτικοί της Μεταπολίτευσης ήταν ίδιοι; Ασφαλώς και όχι. Υπήρξαν άνθρωποι που θέλησαν να πάνε τον τόπο μπροστά∙ κι όταν λέω μπροστά, εννοώ να τον εκσυγχρονίσουν κι όχι να ενδιαφερθούν πρώτα για την πολιτική τους καριέρα, ύστερα για το κόμμα τους και τέλος για τη χώρα ή τον λαό, που «υποτίθεται» ότι εκλέχτηκαν για να υπηρετήσουν «κατά συνείδηση».

Θα περιοριστώ σε ένα μόνο χαρακτηριστικό παράδειγμα, αυτό του Αναστάσιου Πεπονή. Κατόρθωσε να δημιουργήσει το ΑΣΕΠ  για να αφαιρέσει από τα νύχια των κομμάτων το πολιτικό ρουσφέτι του διορισμού στο Δημόσιο. Πότε όμως; Με νόμο το 1994, ναι είκοσι χρόνια μετά την μεταπολίτευση.

Και με αυτή του την πράξη έμεινε στην ιστορία. Η εξαίρεση όμως δεν ανατρέπει τον κανόνα, ούτε τα συμφέροντα και τις παγιωμένες πολιτικές νοοτροπίες. Οι κυβερνήσεις που ακολούθησαν του Πασόκ και της Ν.Δ. άνοιξαν ένα σωρό παραθυράκια στον «νόμο Πεπονή» για να μην χάσουν την εκλογική τους πελατεία.

Στο πρόσφατο μυθιστόρημά μου Αχ, Ελλάδα, σ’ αγαπώ (Εστία, 2012) προσπαθώ, μέσα από τις ζωές των Ελλήνων και αλλοδαπών ηρώων μου που έζησαν ή και ζούνε ακόμα στον τόπο μας (όλοι τους υπαρκτά πρόσωπα, παραλλαγμένα όμως για τις ανάγκες της αφήγησης), να «περάσω» τα δικά μου «πιστεύω» για το ποιοι είμαστε και πώς φτάσαμε ώς εδώ σήμερα από τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Στη σελίδα 159 για το συγκεκριμένο θέμα, η ηρωίδα μου, μια απόφοιτος Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του «Πανεπιστημίου Μακεδονίας», που για να επιβιώσει έκανε του κόσμου τα επαγγέλματα (σερβιτόρος σε φαστφουντάδικο, νηπιαγωγός, υπάλληλος στο σούπερ-μάρκετ της γειτονιάς της, κ.ά.), λέει τα εξής:

Μου τηλεφωνεί τότε ο Αχιλλέας, ο πρόεδρος των αδιόριστων, να δω στο Ίντερνετ κάτι, αλλά δεν είχα Ίντερνετ. Έτσι το κοίταξα σε κάποιο καφέ. Υπήρχε ένα σάιτ των αναπληρωτών εκπαιδευτικών, το «ΕΝΤΡΑ», όπου είχε γράψει ένα κείμενο. Ούτε τηλεφώνησα να του πω ότι το διάβασα, γιατί βαριόμουν. Μου τηλεφώνησε όμως εκείνος, λέγοντας: «Διάβασε, διάβασε, έχω γράψει κάτι για μας». Είχε γίνει φασαρία από κάποιον βουλευτή της αντιπολίτευσης, που ανέδειξε το σκάνδαλο. Αυτός κάτι ήξερε από τους διαγωνισμούς του ΑΣΕΠ, και ειδικά για τους κοινωνιολόγους και τους οικονομολόγους και τα έβγαλε στη φόρα. Του είπα: «Καλά». Δεν έδωσα πάλι σημασία. Καθώς δεν παρακολουθούσα συχνά τηλεόραση, το ξέχασα. Αργότερα διάβασα το άρθρο του στο Ίντερνετ. Ήταν εκτεταμένο. Στάθηκε το μάτι μου μόνο στο σημείο που έλεγε: «Ήρθε η ώρα του εισαγγελέα». Γιατί κάποιοι δεν είχαν πτυχία και είναι μέσα και άλλοι με πτυχία και άριστα, επιλαχόντες ή έξω. «Μακάρι», ευχήθηκα, «να ελέγξουν, να πάρουν και μας». Βάλαμε ένα δικηγόρο για να κάνει ασφαλιστικά, αλλά δεν τα κατάφερε. Δεν είχα όρεξη να δώσω άλλα λεφτά. Είχα πληρώσει ήδη τριακόσια ευρώ και η εκδίκαση δεν είχε καν ξεκινήσει.

Το πρόβλημα με τις μίζες και το μαύρο πολιτικό χρήμα είναι πρώτο θέμα κάθε μέρα πια στις εφημερίδες και στην τηλεόραση. Πολιτικοί, δημοσιογράφοι, συνδικαλιστές, επιχειρηματίες, ο απλός κόσμος, ζητούν όλοι τώρα να πάνε οι ένοχοι στη φυλακή, να γυρίσουν τα κλεμμένα, να γίνει έλεγχος του «πόθεν έσχες» σε πολιτικούς, δημάρχους και άλλα πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα  από το 1974 και μετά.

Κι εγώ μαζί τους∙  αλλά αναρωτιέμαι, ρε αδελφέ, όλοι αυτοί, εμείς, τώρα ανακαλύψαμε τις μίζες; Τριάντα χρόνια δεν βλέπαμε τι ξόδευαν τα κόμματα σε κάθε εκλογική αναμέτρηση; Δεν βλέπαμε τις τεράστιες και πολυδάπανες προεκλογικές συγκεντρώσεις;  Δεν έπεσαν στην αντίληψή μας οι  στρατιές των ετεροδημοτών ψηφοφόρων που τους κουβαλούσαν, ακόμα και απ’ το εξωτερικό, με αεροπλάνα, λεωφορεία και βαπόρια τα κόμματα; Τυφλοί ήμασταν μπροστά στις γιγαντοαφίσες, στις καταχωρήσεις σε εφημερίδες, στα σποτ των τηλεοράσεων;

Όλα αυτά γίνονταν με την κρατική επιχορήγηση ή με τα κουπόνια των μελών τους;  Δεν ξέραμε ότι τα λεφτά τα έδιναν κάποιοι ντόπιοι και ξένοι επιχειρηματίες με το αζημίωτο φυσικά; Δεν είχαμε ποτέ ακούσει για κρατικοδίαιτους επιχειρηματίες; Μήπως οι προεκλογικές και άλλες σπατάλες των κομμάτων γίνονταν με δάνεια από τράπεζες; Και γιατί τα χορηγούσαν οι τραπεζίτες αφού ήξεραν ότι πολλά από αυτά ήταν δανεικά και αγύριστα; Μήπως επειδή ήταν διορισμένοι απ’ αυτούς που τα ζητούσαν;  Κι άντε τα κόμματα. Δεν βλέπαμε το τι ξόδευε ο κάθε υποψήφιος βουλευτής, δήμαρχος, ακόμα και δημοτικός σύμβουλος, για να εκλεγεί; Δεν ξέραμε ότι πολλοί από αυτούς δεν είχαν δουλέψει ποτέ στη ζωή τους; Κι όλα αυτά από ενδιαφέρον για την πρόοδο και σωτηρία του τόπου; Αυτούς δεν ψηφίζαμε ξανά και ξανά. Έλεος! Χρόνια τα ανεχόμασταν όλα αυτά.

Καιρός να πούμε αλήθειες μπας και, βλέποντας το πρόσωπό μας στον καθρέφτη, συνειδητοποιήσουμε το πώς φτάσαμε ώς εδώ. Η μίζα και το ρουσφέτι προϋποθέτει τη σύμπραξη δύο: αυτόν που δίνει τη μίζα για δικό του – παράνομο συνήθως –  όφελος  και αυτόν που την παίρνει (για την ακρίβεια, αναγκάζει τον άλλον να τη δώσει) κλέβοντας ως επί το πλείστον το κράτος.

Μίζες και ρουσφέτια γίνονταν και πριν τη Μεταπολίτευση (ο καθένας που ήθελε κάτι ή μια θέση στο δημόσιο έψαχνε να βρει το κατάλληλο πρόσωπο: τον πολιτικό της περιφέρειά του ή τον κομματάρχη του). Μίζες δίνονταν και στη δικτατορία (ο πολιτικός αντικαταστάθηκε από τον φίλο ή γνωστό συνταγματάρχη που έπαιρνε τα ποσοστά του).

Οι μίζες συνεχίστηκαν και μετά τη Μεταπολίτευση. Με μια όμως διαφορά. Μέχρι το 1980 θεωρούνταν από ένα ευρύ φάσμα της κοινωνίας ως μια πράξη ανήθικη, κατακριτέα. Γι’ αυτό δίνονταν κρυφά, πιο περιορισμένα, και θα έλεγα με κάποια αιδώ. Ε, αυτή η αιδώς χάθηκε με την άνοδο του Πασόκ στην εξουσία. Η μίζα και η διαφθορά έγιναν τρόπος ζωής. Να θυμηθούμε τη δήλωση του Παπανδρέου για τον διοικητή της ΔΕΗ που εκείνος τον είχε διορίσει; «Είπαμε να κάνει κάποιο δώρο στον εαυτό του, αλλά όχι και πεντακόσια εκατομμύρια!» Τα ανεχτήκαμε όλα αυτά ή όχι;

Αυτός ο τρόπος ζωής, η γενικευμένη διαφθορά, η θεοποίηση του χρήματος και ιδίως η απόκτησή του με κομπίνες δίχως κόπο, το εθνικό σπορ της φοροδιαφυγής από τους επιτήδειους, τα δανεικά από τράπεζες χωρίς εγγυήσεις, οι καταναλωτικές κάρτες που σε παρακαλούσαν όλες οι τράπεζες να πάς να πάρεις όσες θέλεις και να ξοδεύεις αβέρτα, χωρίς να σκέφτεσαι πώς θα τις ξοφλήσεις, όλα αυτά βόλευαν πολλούς, γι’ αυτό και τα ανεχτήκαμε.

Αυτό ισχυρίζεται ο Θόδωρος Πάγκαλος με το «Μαζί τα φάγαμε». Μόνο που δεν μας εξηγεί ποιοι είναι οι κύριοι υπεύθυνοι γι’ αυτό το φαγοπότι, ποιοι κατάκλεψαν τις οικονομίες του κόσμου με τη φούσκα του χρηματιστήριου, πόσα έφαγε ο καθένας, και ποιοι είναι αυτοί που τα πληρώνουν τώρα.

Το ερώτημα όμως στο οποίο πρέπει να απαντήσουμε είναι γιατί; Αν βρούμε το γιατί, θα κατανοήσουμε ίσως καλύτερα και την ηθική έκπτωση της κοινωνίας μας. Πιστεύω ότι το γιατί δεν έχει να κάνει μόνο με μας αλλά με το γεγονός ότι η παγκόσμια κοινότητα οδηγήθηκε σε τροχιά ενός απερίσκεπτου καταναλωτισμού, απότοκου του οικονομικού μοντέλου της συνεχούς αύξησης της παραγωγής (σ’ αυτό σημαντικότατο ρόλο έπαιξε και παίζει η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας στα τελευταία τριάντα χρόνια, που συνέβαλε ουσιαστικά στην παγκοσμιοποίηση της οικονομίας).

Η συνεχής αύξηση της παραγωγής προϋποθέτει και την ανάλογη μαζική αύξηση της κατανάλωσης, που από ένα σημείο και πέρα συνεχίστηκε με δανεικά. Έτσι δημιουργήθηκαν τράπεζες-φούσκες. Η πρώτη τραπεζική φούσκα έσκασε στις ΗΠΑ κι άρχισε η κρίση, που γρήγορα  επεκτάθηκε στην Ευρώπη και γιγαντώθηκε σε μας, τον πιο αδύναμο κρίκο της ευρωζώνης, γιατί δεν είχαμε ποτέ ένα σύγχρονο κράτος με συνετούς πολιτικούς. Μόνο αυτό; Φαντάζομαι πως όχι.

Συνέβαλε, κατά την άποψή μου, και η υποβάθμιση της παιδείας σ’ όλα τα επίπεδα∙ και η άμβλυνση της κριτικής μας σκέψης, φαινόμενο στο οποίο πρωταρχικό ρόλο έχει η τηλεόραση. Δείτε π.χ. τι υποδείγματα ζωής και πνευματικής καλλιέργειας προβάλλουν συνεχώς τα κανάλια∙ προσέξτε την αισθητική των περισσοτέρων διαφημίσεων, θαρρείς και απευθύνονται σε κρετίνους για να πουλήσουν τα προϊόντα των εταιρειών που διαφημίζουν∙ φαινόμενο, επαναλαμβάνω, όχι μόνο ελληνικό αλλά, θα έλεγα, παγκόσμιο. Γι’ αυτά όμως θα χρειάζονταν επιστημονικές διατριβές– και υπάρχουν. Τι άλλο να πω εγώ – και τι ξέρω –, μια πεζογράφος που βγάζει το ψωμί της ως φιλόλογος στο πανεπιστήμιο;

Θα κλείσω με το τελευταίο σας ερώτημα: τι κάνουμε τώρα εμείς εδώ, στον τόπο μας. Πάλι δεν ξέρω! Συζητάω συχνά το θέμα αυτό με τους συναδέλφους μου. Άλλοι λένε, μην το ψάχνεις, δεν μπορεί να γίνει τίποτα. Άλλοι λένε πρέπει να τα αλλάξουμε όλα. Η πρώτη είναι μια άποψη μοιρολατρίας, η άλλη μια διάθεση για δράση. Από τη φύση μου δεν είμαι μοιρολάτρης.

Να τα αλλάξουμε , λοιπόν, όλα. Σε ποια όμως κατεύθυνση; Μέσα στην Ευρώπη μαζί με τους εταίρους μας που κι αυτοί αντιμετωπίζουν παρόμοια προβλήματα ή έξω και μόνοι μας; Και πώς; Ορισμένοι εισηγούνται τον άμεσο διαχωρισμό της εκτελεστικής, νομοθετικής και δικαστικής εξουσίας που είναι σήμερα μπλεγμένες κουβάρι. Εισηγούνται, δηλαδή, αλλαγή του πολιτικού συστήματος.

Πετυχημένα τέτοια συστήματα υπάρχουν και έχουν δοκιμαστεί επί μακρόν σε άλλες καλά οργανωμένες χώρες. Θα μπορούσαμε ίσως να επιλέξουμε ένα τέτοιο σύστημα (συνήθως είναι προεδρικό) και να το προσαρμόσουμε στην ελληνική πραγματικότητα.

Πώς όμως θα γίνει αυτό και ποιοι θα το κάνουν; Νέα πολιτικά σχήματα και πρόσωπα ή κάποια από τα παλιά; Μπορεί ένα κράτος μπάχαλο να μεταμορφωθεί σε λειτουργικό και εξυπηρετικό κοινωνικό εργαλείο, πώς και από ποιους πάλι;

Από εμάς, με την βοήθεια των Ευρωπαίων εταίρων μας με το πιστόλι τους στον κρόταφό μας; Σηκώνω τα χέρια ψηλά, ΔΕΝ ΞΕΡΩ.  Αυτό που γνωρίζω είναι ότι την κοινωνική συνοχή μας την κρατάει ακόμα η παράδοση αλληλεγγύης της ελληνικής οικογένειας, και γι’ αυτό αισθάνομαι υπερήφανη. Ξέρω, ξέρουμε όλοι, ότι το ένα εκατομμύριο των ανέργων συντηρείται ακόμα με τις συντάξεις (πενιχρές οι πιο πολλές) των γονιών τους.

Και κάτι πρέπει να γίνει, κάτι πρέπει να κάνουμε όλοι για να πάψουν να αλληλοτρώγονται οι πολιτικοί μας – ακόμα και σήμερα –  για να διατηρήσουν τα κομματικά τους μαγαζάκια. Γιατί, αν χάσει η κοινωνία μας και το τελευταίο αυτό μετερίζι της οικογενειακής μας παράδοσής, τότε, πολύ φοβάμαι ότι θα επαληθευθεί ο κυρ-Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, αυτή η μεγάλη μορφή των γραμμάτων μας γενικά, και της Θεσσαλονίκης ειδικότερα, ο οποίος το 1986 μιλώντας για τη συλλογή διηγημάτων του Περικλή Σφυρίδη Κούφια λόγια (στα διηγήματά του αυτά ο Σφυρίδης περνάει την κρίση της κοινωνίας μας στις διαπροσωπικές σχέσεις και στον έρωτα) είπε τα εξής:

«… Πρώτη φορά στην Ελλάδα βλέπουμε τώρα μια αλλαγή ηθών και εθίμων που περνάει στη λογοτεχνία, όχι σαν σάτιρα εναντίον άλλων, αλλά σαν παράθεση γεγονότων. Αν είναι αυτό καλό ή κακό, είναι άλλο ζήτημα, αλλά για την κατάσταση που δημιουργείται δεν φταίει κανένας. Δεν βάζετε εσείς κανένα φταίχτη, κι αυτό μ’ ενδιαφέρει πολύ στο βιβλίο σας. […] Όσο για την ηθική τάξη που διασαλεύεται, δεν φταίτε εσείς γι’ αυτό. Εσείς την ιστορείτε σωστά και, όπως είπε ο Συμεών ο Περουβιανός (μοναχός του Αγίου Όρους), η ελληνική παράδοση θα διαφθαρεί μ’ αυτόν τον ξενόφερτο τρόπο ζωής και θα φθάσουμε στο μηδέν κι από το μηδέν θα ξαναρχίσουμε το χτίσιμο»  (στο βιβλίο μου, Περικλής Σφυρίδης. Ο πεζογράφος και η κριτική για το έργο του, σ. 112).

Με την τωρινή μου γνώση θα έλεγα ότι δεν φταίει κανείς ξεχωριστά, αλλά φταίμε όλοι μαζί, γιατί ανεχτήκαμε χρόνια αυτή την κατάσταση. Σκέφτομαι μήπως αυτό που είπε ο Συμεών ο Περουβιανός σημαίνει πως έφτασε η ώρα να πληρώσουμε το τίμημα της ανοχής μας.-»
Σωτηρία Σταυρακοπούλου
Αύγουστος,   2012.

Αχ Ελλάδα σ’ αγαπώ. Της Σωτηρίας Σταυρακοπούλου

09:08, 29 Αυγ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/104291

[…] το ερώτημα συνέχιζε να με βασανίζει. Πώς φτάσαμε ώς εδώ από το 1990 και μετά; Μέσα σε λίγα μόλις χρόνια; Και Ελλάδα είναι μόνο οι Έλληνες ή και οι ξένοι που θέλουν ή αναγκάζονται να ζούνε σ’ αυτήν; […] με τις ζωές των εννέα αυτών ανθρώπων περνάω τις δικές μου απόψεις, σκέψεις και εκτιμήσεις για το τι είναι σήμερα η Ελλάδα και πώς φτάσαμε «ανεπαισθήτως» σε μια πολιτική / οικονομική / ηθική και πολιτισμική κρίση που, πολύ φοβάμαι, τείνει να μας αφανίσει…» η Σωτηρία Σταυρακοπούλου, συγγραφέας και επίκουρη καθηγήτρια στο Τμήμα Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ, αφηγείται στην Κρυσταλία Πατούλη, τη δημιουργική εμπειρία της συγγραφής –από την έμπνευση μέχρι το τυπογραφείο– του βιβλίου της Αχ, Ελλάδα, σ’ αγαπώ, των εκδόσεων Βιβλιοπωλείον της Εστίας, συμμετέχοντας με αυτόν τον τρόπο, μέσω των… σελίδων του, στον δημόσιο διάλογο του tvxs.

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 άρχισαν να με προβληματίζουν οι αλλαγές που συντελούνταν στον κοινωνικό και επαγγελματικό μου περίγυρο.

Επινόησα, με βάση υπαρκτά πρόσωπα που γνώριζα, κάποιον της ηλικίας μου που προσπαθούσε να ζήσει ως έκτακτος δημοσιογράφος. Στην πραγματικότητα ήταν άνεργος, ένας σχετικά μορφωμένος ανεπάγγελτος.

Όσο ζούσε η μάνα του, συντηρούνταν από την σύνταξή της. Με το που πέθανε εκείνη, αντιμετώπισε το φάσμα της πείνας. Έψαξε για δουλειά ( ήθελε, βέβαια, να είναι ανάλογη με τα προσόντα που πίστευε ότι διέθετε), αλλά βρήκε όλες τις πόρτες κλειστές.

Το 1997, που η Θεσσαλονίκη ήταν η πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης, προσπάθησε να λύσει το επισιτιστικό του πρόβλημα με τις πολλές πολιτιστικές εκδηλώσεις που γίνονταν την χρονιά εκείνη. Σ’ αυτές, ως γνωστόν, ακολουθεί συνήθως πλούσιος μπουφές.

Εκεί βρήκε κι άλλους που δεν ήταν όμως «αξιοπρεπείς» πένητες, όπως αυτός, αλλά μέλη της μέσης ή και ανώτερης κοινωνικής μας τάξης, που είχαν μάλιστα συμπτύξει και ομάδα.

Γνώρισα κι εγώ μια τέτοια παρέα και εντάχθηκα για να αποκτήσω προσωπική εμπειρία.

Μέχρι που το 2009 έσκασε η φούσκα μιας κατ’ επίφαση πλαστής ευημερίας που ζούσε η χώρα μας με δανεικά και μ’ αυτά διοργάνωσε τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Η κρίση έβγαλε όλα τα άπλυτα στη φόρα: τις συνέπειες του πολιτικού / πελατειακού συστήματος, την ηθική παρακμή της κοινωνίας μας που χαρακτηρίζεται από μια γενικευμένη διαφθορά, την κομματοκρατούμενη αναξιοκρατία, την ανυπαρξία γενικά  οργανωμένου κράτους, με νέα ιδανικά στον δημόσιο και ιδιωτικό χώρο το χρήμα και τη συναλλαγή. Τα επακόλουθα είναι γνωστά: τα ζούμε!

       Στο Αχ, Ελλάδα, σ’ αγαπώ, προσπαθώ πρώτα εγώ να καταλάβω ποια είναι αυτή η χώρα μου, που τη μισώ για όλα τα στραβά της αλλά ταυτόχρονα την αγαπώ επίσης, γιατί είναι ο βιότοπός μου και δεν μπορώ να ζήσω μακριά της.

Ως τίτλο δανείστηκα τον στίχο από το γνωστό τραγούδι του Μανόλη Ρασούλη που το έκανε σουξέ με τη φωνή του ο Νίκος Παπάζογλου, απόδημοι πια και η δύο από την Ελλάδα και τον κόσμο, γι’ αυτό και τους αφιέρωσα το βιβλίο μου.

Ποια, όμως, είναι αυτή η Ελλάδα για την οποία αισθάνθηκα την ανάγκη να γράψω το βιβλίο αυτό και γιατί;

Ο τόπος, βέβαια, είναι δεδομένος και εγώ επιλέγω τις δύο μεγαλύτερες πόλεις, την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, και δύο επαρχίες, ένα χωριό της κεντρικής Μακεδονίας, στο οποίο κυριαρχεί το προσφυγικό ποντιακό στοιχείο, και τη Μάνη του Μοριά με τη συγκεκριμένη δική της παράδοση και νοοτροπία.

Αυτός είναι ο σκηνικός χώρος όπου διαδραματίζονται τα επεισόδια του μυθιστορήματός μου, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν πετάγομαι κι αλλού, π.χ. στην Κρήτη ή στα κυκλαδίτικα νησιά, όταν οι ανάγκες της αφήγησης το επιβάλλουν.

Αλλά πάλι το ερώτημα συνέχιζε να με βασανίζει. Πώς φτάσαμε ώς εδώ – στην κρίση εννοώ – από το 1990 και μετά; Μέσα σε λίγα μόλις χρόνια; Και Ελλάδα είναι μόνο οι Έλληνες ή και οι ξένοι που θέλουν ή αναγκάζονται να ζούνε σ’ αυτήν;

Πώς νιώθουνε όλοι αυτοί τη χώρα στην οποία συνυπάρχουμε, Έλληνες και ξένοι; Ποιες οι εμπειρίες τους; Γρήγορα συνειδητοποίησα ότι ο καθένας κουβαλάει εντός του τη δική του Ελλάδα και πως αυτή έχει άμεση σχέση με τη ζωή του και τις εμπειρίες του.

Αποφάσισα τότε να δώσω στο βιβλίο μου τη μορφή ενός σπονδυλωτού μυθιστορήματος με αντιφατικές ζωές ηρώων σε ζεύγη∙ εννοώ ζεύγη που για κάποια αιτία διασταυρώθηκαν κάποτε οι ζωές τους.

Η τεχνική που ακολούθησα ήταν η ίδια των τριών προηγούμενων μυθιστορημάτων μου: μονόλογοι μέσα από τους οποίους ξετυλίγεται η πλοκή και ενσωματώνονται τα διαλογικά μέρη. Γιατί μονόλογοι; Διότι όλο το εμπειρικό υλικό που μάζεψα από αφηγήσεις ανθρώπων του προσωπικού και κοινωνικού μου περιβάλλοντος έπρεπε να δοθεί με τη μορφή των προσωπικών εξομολογήσεων.

Χώρισα το μυθιστόρημά μου αυτό σε τέσσερα μέρη. Το πρώτο καλύπτει την περίοδο 1996-1999 και αφορά τις ζωές δύο ξένων που γνωρίζουν την Ελλάδα (ο καθένας απ’ τη δική του μεριά) και ζούνε σ’ αυτήν.

Πρόκειται για έναν Γαλλορώσο διπλωμάτη με υψηλή αισθητική καλλιέργεια, που πρώτα υπηρέτησε ως διευθυντής ενός γαλλικού πολιτιστικού ιδρύματος στη Θεσσαλονίκη, αλλά θεωρήθηκε μισέλληνας, επειδή δημοσιοποιούσε τα στραβά της ελληνικής κοινωνίας και πολιτικής συμπεριφοράς. Αυτός όμως αγάπησε την Ελλάδα και έχτισε εξοχικό σε παραθαλάσσιο χωριό της Μάνης για να περάσει εκεί τα γεράματά του.

Στη δούλεψή του πήρε έναν νεαρό Αλβανό μετανάστη που οι εμπειρίες του από την Ελλάδα και τους Έλληνες (τη συμπεριφορά των οποίων σχολιάζει επίσης) είναι διαμετρικά αντίθετες με εκείνες του αφεντικού του.

Το δεύτερο ζευγάρι αφορά ένα γυναικείο δίδυμο που ζει στη Θεσσαλονίκη. Πρόκειται για μια νεαρή πτυχιούχο κοινωνικής ανθρωπολογίας από ένα χωριό της Μακεδονίας, που επειδή είναι άνεργη (έχει κάνει του κόσμου τις δουλειές ως «απασχολήσιμη» σε προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και ως σερβιτόρα σε φασφουντάδικο) καταλήγει υπάλληλος σε μικρό σούπερ μάρκετ της γειτονιάς της, όπου η ιδιοκτήτρια (το δεύτερο κύριο πρόσωπο της ενότητας) με τον άντρα της προσπαθεί με νύχια και με δόντια να το κρατήσει ζωντανό από τον ανταγωνισμό που δέχεται από τα μεγάλα πολυεθνικά πολυκαταστήματα.

Η ιστορία των δύο αυτών γυναικών εξελίσσεται από το 2002 μέχρι το 2004.

Το 2004 είναι η χρονιά των ολυμπιακών αγώνων. Εδώ έχουμε ως δίδυμο έναν γέρο συνταξιούχο δάσκαλο που, έχοντας ενστερνιστεί το αρχαιοελληνικό μεγαλείο, θέλει να αναδείξει τη διαχρονική αξία του ελληνικού πνεύματος, με γράμματα που στέλνει σε μια εφημερίδα και με μια συνέντευξη που δίνει σε τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό (συνέντευξη- παρωδία που του πήραν «για πλάκα» κάποιοι νεαροί δημοσιογράφοι του σταθμού).

Τον γηροκομεί μια σχετικά νέα και καλλιεργημένη Γεωργιανή, που δεν μπορεί να τον αφήσει ούτε μια στιγμή μόνο του και η μόνη της επαφή με τον έξω κόσμο είναι η επικοινωνία της με τον ραδιοφωνικό σταθμό που ανέφερα και τα λογάκια που ανταλλάσει με τους δημοσιογράφους του ή και λίγη τηλεόραση όταν αναμεταδίδει ειδήσεις από την πατρίδα της.

Τέλος, στο τελευταίο μέρος του βιβλίου η πλοκή διαδραματίζεται από το 2007 έως το 2009, χρονιά που ξέσπασε η κρίση. Εδώ πραγματεύομαι τον γνώριμό μου χώρο της λογοτεχνίας και των εκδόσεων και πώς επηρεάστηκε κι αυτός από την κρίση.

Αφηγούμαι τις ζωές δύο γυναικών, αποφοίτων με άριστα της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών, που είναι φίλες και αποφάσισαν να δοκιμάσουν τις δυνάμεις τους ως πεζογράφοι.

Η μία, από πλούσια και καλλιεργημένη οικογένεια, γράφει ελαφρολαϊκά μυθιστορήματα, γίνεται μπεστσελερίστρια, κερδίζει χρήματα και απολαμβάνει δημοσιότητα. Η άλλη, από φτωχή οικογένεια, αγωνίζεται να καταξιωθεί στον δύσκολο στίβο της σοβαρής λογοτεχνίας με όποιες δυσκολίες συνεπάγεται αυτό.

Και ανάμεσα σ’ αυτές ένας καλλιεργημένος πνευματικά εκδότης που, ενώ εκτιμά και αγαπάει τη σοβαρή λογοτεχνία, αναγκάζεται να εκδίδει κι αυτός μυθιστορήματα για φτηνή λαϊκή κατανάλωση που ζητάει η αγορά, για να μην κλείσει τον εκδοτικό οίκο που κληρονόμησε από τον πατέρα του.

Πάνω σ’ αυτόν τον καμβά με τις ζωές των εννέα αυτών ανθρώπων περνάω τις δικές μου απόψεις, σκέψεις και εκτιμήσεις για το τι είναι σήμερα η Ελλάδα και πώς φτάσαμε «ανεπαισθήτως» σε μια πολιτική / οικονομική / ηθική και πολιτισμική κρίση που, πολύ φοβάμαι, τείνει να μας αφανίσει.

Θεωρώ ότι τα τέσσερα αυτά μυθιστορήματά μου αποτελούν μια τετραλογία που αφορά τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα.

Πιστεύω επίσης πως χρέος κάθε σοβαρού λογοτέχνη είναι να αναβιώνει μέσα στα βιβλία του τα προβλήματα του τόπου και της εποχής του, κοιταγμένα φυσικά μέσα από τον δικό του ιδιαίτερο ψυχικό φίλτρο και ευαισθησία.-

Σωτηρία Σταυρακοπούλου


Υγ. Το μυθιστόρημά μου Αχ, Ελλάδα, σ’ αγαπώ είναι το όγδοο πεζογραφικό μου βιβλίο (Εστία 2012). Εμφανίστηκα στα γράμματα το 1980. Τα τέσσερα πρώτα βιβλία μου (τρεις συλλογές διηγημάτων και ένα μυθιστόρημα) αφορούσαν αυτό που θα λέγαμε μια προσωπική «περιπέτεια» ζωής  (προβλήματα παιδικής και εφηβικής ηλικίας, οικογενειακή και φοιτητική ζωή, ερωτική περιπλάνηση, κτλ.). Η γραφή έχει τη μορφή της συνειδησιακής αφηγηματικής τεχνικής που εξυπηρετεί τις ανάγκες μιας αποσπασματικής ενδοσκόπησης του εσωτερικού μου κόσμου την εποχή εκείνη.

Tο 2001 κυκλοφόρησα το μυθιστόρημά μου Οι δεξιώσεις(Εστία). Στο βιβλίο αυτό πραγματεύομαι τον χωρισμό της κοινωνίας μας σε κοινωνία δύο τρίτων. Ο ήρωας του βιβλίου μου είναι αντιπροσωπευτικός εκείνης της εποχής. Ο μέσος τύπος του εγγράμματου παρία που διαμόρφωσε η μαζική δημοκρατία μας στον αντίποδα του «καταφερτζή» νεόπλουτου που εκ συστήματος φοροδιαφεύγει. Βρίσκεται στα όρια της περιθωριοποίησης, χωρίς να ανήκει σε κάποια μειονότητα Ελλήνων ή αλλοδαπών αναξιοπαθούντων.

Το 2005 κυκλοφόρησα το μυθιστόρημά μου Η μεθυσμένη γυναίκα (Εστία). Σ’ αυτό πραγματεύομαι τον αγώνα των οικονομικών μεταναστών στη χώρας μας για να ενταχθούν στην ελληνική κοινωνία, ενώ ένα μέρος των Ελλήνων της μέσης αστικής τάξης περιθωριοποιείται από την ανεργία. Πρόκειται για την ιστορία μιας Αλβανίδας που παντρεύτηκε έναν Έλληνα και δημιούργησαν οικογένεια με δύο αγόρια. Η ανεργία όμως και η ανέχεια από τη μία πλευρά και η διαφορετική τους πολιτισμική νοοτροπία και συμπεριφορά από την άλλη, τους οδηγούν στο διαζύγιο με θύμα τον σύζυγο. Τα πρόσωπα και η ιστορία είναι αληθινά, έχοντας υποστεί φυσικά την αρμόζουσα μυθοπλαστική επεξεργασία.

Το 2008 με το μυθιστόρημά μου Σπάνιες αλήθειες(Εστία) πέρασα στη λογοτεχνία τα όσα θλιβερά συμβαίνουν στον χώρο της ανώτατης παιδείας, στο πανεπιστήμιο που το γνωρίζω καλά, αφού εκεί υπηρετώ είκοσι τόσα χρόνια ως επίκουρη καθηγήτρια. Κι αυτό γιατί ήθελα να επισημάνω ότι η κρίση που υποφώσκει στην κοινωνία μας– για την ακρίβεια ήταν πλέον δεδομένη – ξαπλώνεται σ’ όλα τα επίπεδα, αν υποθέσουμε ότι οι καθηγητές των πανεπιστημίων αποτελούν την ελίτ του επιστημονικού και πνευματικού μας κόσμου.

Φυσικά και για τις Δεξιώσεις και για τις Σπάνιες αλήθειες βρήκα τον μπελά μου γιατί έξυσα πληγές, που η φαρισαϊκή ιθύνουσα τάξη μας (πολιτική, οικονομική, επιστημονική, πνευματική) τις ήθελε «κουκουλωμένες».