Γκίντερ Γκρας

Ο βραβευμένος με το βραβείο Nobel (1999) Γερμανός συγγραφέας Günter Grass δημοσίευσε χτες Παρασκευή 25-5-2012 στην εφημερίδα Süddeutsche Zeitung ένα ποίημα γραμμένο για την «ελληνική κρίση» και τη στάση της Ευρώπης.

Ντροπή της Ευρώπης

Κοντά στο χάος, διότι δεν ταιριάζει στις αγορές.

Αποστασιοποιήθηκες από τη χώρα που σου έδωσε ρίζες.

Ό,τι αναζήτησες με την ψυχή σου, έκρινες πως κατέκτησες.

Και τ’ αξιολόγησες μ’ αξία απολειφαδιού.

Σαν γυμνή ταπεινωμένη, διαπομπεύουν τη χώρα τούτη,

μα παροιμία δίδασκε να της χρωστάς ευγνωμοσύνη.

Καταδικασμένη στη φτώχεια, χώρα με πλούτο

που διακοσμεί μουσεία, με ανοίκεια και λάθρα λάφυρα.

Ορδές επέδραμαν με όπλων βία

στ’ αγιασμένα νησιά σου, κρατούσαν τον Χαΐδερλιν* στων στολών τις τσέπες.

Χώρα έγινες ανεπιθύμητη, ενώ Συνταγματάρχες σου

γίναν καλοδεχούμενοι σύμμαχοι.

Χώρα αποκαθηλωμένη από δικαιώματα, στημένη από ισχυρογνώμονες,

αυστηρά και δίχως έλεος.

Αντιστέκεται μαυροντυμένη η Αντιγόνη και στο πανελλήνιο

πένθος φέρει ο λαός, αυτός που κάποτε ήταν ξένιος.

Μακρά απ’ τα σύνορα οι οικείοι του Κροίσου κόμισαν ό,τι έλαμπε χρυσό

κι εσύ τα δέχθηκες στα κελάρια σου.

Πιες! Επιτέλους πιες! Οικτίρουν οι υποτακτικοί των επιθεωρητών

αλλά οργίλος ο Σωκράτης πετά το ποτήρι γεμάτο.

Βλασφημούν σε μεικτή χορωδία την ουσία και τον λόγο σου,

ενώ οι θεοί ξεσηκώνονται όταν τους εξορίζεις απ’ τον Όλυμπο…

Δίχως φιλότιμο θα μαραθείς δίχως τη χώρα τούτη,

το πνεύμα που σε εμπνεύστηκε Ευρώπη…

—–

«Europas Schande»

Ein Gedicht von Günter Grass

Dem Chaos nah, weil dem Markt nicht gerecht,
bist fern Du dem Land, das die Wiege Dir lieh.

Was mit there Seele gesucht, gefunden Dir galt,
wird abgetan nun, unter Schrottwert taxiert.

Als Schuldner nackt an den Pranger gestellt, leidet ein Land,
dem Dank zu schulden Dir Redensart war. (…)

Rechtloses Land, dem there Rechthaber Macht.
den Gürtel enger und enger schnallt. (…)

Außer Landes jedoch hat dem Krösus verwandtes Gefolge.
alles, was gülden glänzt gehortet in Deinen Tresoren.

Sauf endlich, sauf! schreien there Kommissare Claqueure,
doch zornig gibt Sokrates Dir den Becher randvoll zurück. (…)

Geistlos verkümmern wirst Du ohne das Land,
dessen Geist Dich, Europa, erdachte.

—-

Σε άλλη μετάφραση

«Η ντροπή της Ευρώπης»

Είσαι πολύ κοντά στο χάος, γιατί δε συμμορφώθηκες πλήρως στην αγορά
κι απομακρύνεσαι απ’ τη χώρα, που ήτανε κάποτε λίκνο για σένα.

Ό,τι με την ψυχή ζητούσες και νόμιζες πως είχες βρει
τώρα σαν κάτι περιττό αποβάλλεις και το πετάς μες στα σκουπίδια.

Ολόγυμνη σαν οφειλέτης διαπομπεύεται, υποφέρει η χώρα εκείνη
που έλεγες πως της χρωστάς ευγνωμοσύνη.

Στη φτώχια καταδικασμένος τόπος, τόπος που ο πλούτος του
τώρα στολίζει τα μουσεία: λάφυρα που έχεις τη φροντίδα Εσύ.

Κείνοι που χίμηξαν με την ορμή των όπλων στη χώρα την ευλογημένη με νησιά
στολή φορούσαν και κρατούσαν τον Χέλντερλιν μες στο γυλιό τους.

Καμιά ανοχή πλέον δε δείχνεις στη χώρα που οι συνταγματάρχες υπήρξαν σύμμαχοι ανεκτικοί.

Χώρα που ζει δίχως το δίκιο, μα με εξουσία που επιμένει πως έχοντας αυτή το δίκιο
ολοένα σφίγγει κι άλλο το ζωνάρι.

Σε πείσμα σου η Αντιγόνη μαυροφορεί – σ’ όλη τη χώρα
πενθοφορεί και ο λαός της που κάποτε σ’ είχε φιλοξενήσει.

Μα οι ακόλουθοι του Κροίσου έχουν στοιβάξει έξω απ’ τη χώρα,
στα θησαυροφυλάκιά σου, ό,τι σαν μάλαμα αστράφτει.

Πιες, επιτέλους, πιες κραυγάζουν επίτροποι σαν μαζορέττες
μα ο Σωκράτης σού επιστρέφει γεμάτο πίσω το ποτήρι.

Σύσσωμοι, ό,τι σου ανήκει, βαριά θα ρίξουν την κατάρα
θεοί, αφού η θέλησή σου ζητά ξεπούλημα του Ολύμπου.

Χωρίς του πνεύματος τροφή, τότε κι εσύ θα καταρρεύσεις
δίχως τη χώρα που ο νους της, Ευρώπη, εσένα έχει πλάσει.

του Γκίντερ Γκράς

(για την Ελλάδα)

Απόδοση στα ελληνικά Γιάννης Ευθυμιάδης – Σοφία Γεωργαλλίδη

 

Ναζίμ Χικμέτ

Η Ζωή δεν είναι έν’ αστείο
Να την παίρνεις στα σοβαρά
Μα τόσο σοβαρά, που ακόμα
Κι αν σε στήσουν στον τοίχο
Να πεθαίνεις για να ζήσουν οι άνθρωποι
Οι άνθρωποι που δεν πρόκειται
Να γνωρίσεις τη μορφή τους.
Και να πεθαίνεις γνωρίζοντας,
Ότι τίποτε δεν υπάρχει πιό όμορφο
Και πιο αληθινό από τη ζωή.

Να παίρνεις τη ζωή στα σοβαρά.
Τόσο σοβαρά, που ακόμα
Και στα εβδομήντα σου χρόνια,
Να φυτεύεις στο κάμπο Ελιές.
Όχι για να μείνουν στα παιδιά σου,
Αλλά γιατί δεν θα πιστεύεις το θάνατο,
Παρόλο που τον φοβάσαι

Και η ζωή έτσι, θα ζυγίζει
πιο πολύ στη ζυγαριά.

Ναζίμ Χικμέτ

(Ζωή)

Trad. Lunapiena


Ο Ναζίμ Χικμέτ (Nâzım Hikmet, Θεσσαλονίκη 15 Ιανουαρίου 1902 – Μόσχα 2 Ιουνίου 1963) ήταν Τούρκος ποιητής και δραματουργός.
Τα έργα του μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες.
Υπήρξε μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Τουρκίας.
Πέθανε στην Μόσχα από καρδιακή προσβολή σε ηλικία 61 ετών.

(φωτογραφία από έργο του ζωγράφου Χρήστου Μποκόρου)

Επικαιρότης ώρα μηδέν. Του Παναγιώτη Αρβανίτη

08:05, 19 Μάιος 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/94845

Για μια στιγμή σώπασε το δωμάτιο
Κόπηκε το ρεύμα
Σβήσαν οι τηλεοράσεις
Τα ραδιόφωνα ξέμειναν από μπαταρία
Ο αέρας πήρε μακριά τις εφημερίδες
Και οι υπολογιστές δε χωρούσαν πια την απελπισία μας
Μείναμε μονάχοι δίχως δημοσιογράφους
Ηταν εκείνη τη στιγμή την ελάχιστη
Που ήθελα ν’ ακούσω την καρδιά μου
Χωρίς δικηγόρο ή ψυχολόγο
Ηταν η στιγμή που είχα παραιτηθεί απ’ τα κόσμια
Ισως κι απ’ τα εγκόσμια
Και μια σκέψη τινάχτηκε μες στο μυαλό μου
Κι είπα

Την ώρα που θα πάψει να μιλά η επικαιρότης
Θα ξαναγεννηθεί η ιστορία
Ματαιότης και λιτότης
Μα πάνω απ’ όλα ηλιθιότης

Ποίημα του Παναγιώτη Αρβανίτη, από τη συλλογή Μια στάλα κατράμι σ’ ένα βαρέλι μέλι, Εκδόσεις Γαβριηλίδης 2009

Μέρα Μαγιού μου μίσεψες. Γιάννης Ρίτσος

03:05, 01 Μάιος 2012 | tvxsteam tvxs.gr/node/92871

Ήταν τα πρώτα ποιήματα μου που είχαν μελοποιηθεί. Μου έκανε τρομερή εντύπωση, μα είναι δυνατόν η ποίηση να βρει μια πλήρη αντιστοιχία με την μουσική. Μέχρι τίνος έλεγα ότι η κάθε τέχνη είναι αυτάρκης και δεν έχει ανάγκη από την βοήθεια της άλλης. Αλλά όταν έγραψες τον Επιτάφιο και αργότερα φυσικά την Ρωμιοσύνη που ήταν η μεγάλη δόξα σου, είπα πραγματικά ότι εδώ πέρα είναι ένας δρόμος για να πλησιάσει η ποίηση μέσο της μουσικής εκείνους τους ανθρώπους που δεν θα τους πλησίαζε ίσως ποτέ» ο Γιάννης Ρίτσος στον Μίκη Θεοδώρακηγια τον «Επιτάφιο».

Μάιος 1936 οι καπνεργάτες της Θεσσαλονίκης κηρύττουν απεργία ζητώντας αύξηση των ημερομισθίων (αφιέρωμα Α,Β). Σύντομα και άλλα εργατικά συνδικάτα ενώνονται μαζί τους και η απεργία αποκτά πανεργατικό χαρακτήρα. Οι αστυνομικές αρχές απαγορεύουν στην πορεία των εργατών να πλησιάσει στο κτίριο διοίκησης της πόλης. Στις 9 Μαΐου πραγματοποιούνται σοβαρά επεισόδια μεταξύ διαδηλωτών και τοπικών αρχών που έχουν σαν απολογισμό δεκάδες τραυματίες και 12 νεκρούς. Ο λαός της Θεσσαλονίκης ξεσηκώνεται και η απεργία αποκτά χαρακτήρα εξέγερσης.

Αυτή η μέρα είναι παραπάνω από σημαδιακή όχι μόνο για τα θλιβερά επεισόδια αλλά κυρίως γιατί αποτέλεσε την αφορμή για την ποιητική στροφή ενός ολόκληρου έθνους. Την επόμενη μέρα δημοσιεύεται στην εφημερίδα Ριζοσπάστης η εικόνα της μάνας του διαδηλωτή Τάσου Τούση, που θρηνεί πάνω από το άψυχο σώμα του γιου της. Ο Γιάννης Ρίτσος στιγματίζεται και εμπνέεται ξεκινώντας να γράφει τους πρώτους στίχους από τον «Επιτάφιο».

Σε 3 μέρες γράφει 14 από τα 20 συνολικά ποιήματα και δημοσιεύει 3 από αυτά στο φύλλο της εφημερίδας του Ριζοσπάστη στις 12 Μαΐου:

Τι έκανες, γιε μου, εσύ κακό;

Για τους δικούς σου κόπους την πλερωμή σου ζήτησες απ΄ άδικους ανθρώπους.

Λίγο ψωμάκι ζήτησες και σούδωκαν μαχαίρι, τον ίδρωτά σου ζήτησες και σούκοψαν το χέρι.

Δεν ήσουν ζήτουλας εσύ να πας παρακαλιόντας, με τη γερή σου την καρδιά πήγες ορθοπατώντας.

Και χύμηξαν απάνου σου τα σμουλωχτά κοράκια και σούπιαν το αίμα, γιόκα μου, σου κλείσαν τα χειλάκια.

Τώρα οι παλάμες σου οι αχνές, μονάκριβέ μου κρίνε, σα δυο πουλάκια ανήμπορα και πληγωμένα μου είνε.

Που τα φτερά τους δίπλωσαν και πια δε φτερουγούνε και τα κρατώ στα χέρια μου και δε μου κελαϊδούνε.

Ω, γιε μου, αυτοί που σ΄ έσφαξαν σφαγμένα να τα βρούνε τα τέκνα τους και τους γονιούς και στο αίμα να πνιγούνε.

Και στο αίμα τους τη φούστα μου κόκκινη να τη βάψω και να χορέψω. Αχ, γιόκα μου, δεν πάει μου να σε κλάψω.

Εν το μεταξύ ο αγώνας των εργαζομένων δικαιώνεται με την αποδοχή των αιτημάτων τους, την ίδια ώρα που το έργο του Ρίτσου λογοκρίνεται έντονα από τοπικές αρχές και πολιτικούς. Στις 8/6/1936 ο «Επιτάφιος» κυκλοφορεί σε 10.000 αντίτυπα, ενώ το εξώφυλλο του βιβλίου (ξυλογραφία) επιμελείται ο χαράκτης Λυδάκης. Η έκδοση προκαλεί έντονες αντιδράσεις από τη δικτατορία Μεταξά οι οποίες και οδηγούν στην πυρά πληθώρα αντιγράφων.

Με τα γεγονότα του Β΄ παγκοσμίου πολέμου, της κατοχής και του εμφυλίου η Ελλάδα  χάνει μέρος από την πολιτιστική της αίγλη. Ο «Επιτάφιος», μετά από τον 20χρονο παραγκωνισμό του, είναι έτοιμος να δώσει νέα πνοή στην ελληνική ποίηση. Ο Ρίτσος με την επιστροφή του από την εξορία αναδημοσιεύει τα έργα του και στέλνει τον «Επιτάφιο» στον Μίκη Θεοδωράκη με την αφιέρωση «το βιβλίο τούτο κάηκε από τον Μεταξά  στα 1938 κάτω από τους Στύλους του Ολυμπίου Διός».

Ο συνθέτης μελοποιεί τμήμα του έργου στο αυτοκίνητό του περιμένοντας την γυναίκα του να επιστέψει από τα ψώνια της σε ένα παρισινό σούπερ μάρκετ. Σημειώνει με μολύβι τις νότες στο περιθώριο κάθε σελίδας του βιβλίου που του είχε στείλει ο Ρίτσος. Ο Μίκης στέλνει την μουσική σύνθεση στον Μάνο Χατζιδάκη, το Γιάννη Ρίτσο και τον Βύρωνα Σάμιο.

Ο Χατζιδάκης ηχογραφεί την πρώτη λυρική έκδοση με τη φωνή της Νάνας Μούσχουρη. Το αποτέλεσμα δεν ικανοποιεί το Γιάννη Ρίτσο αλλά και τον ίδιο τον Μίκη Θεοδωράκη που βρίσκει τελικά στο πρόσωπο του Γρηγόρη Μπιθικώτση τον τέλειο εκφραστή (**). Ο λαϊκός και αγωνιστικός χαρακτήρας του έργου κάνουν διστακτικό ακόμα και τον ποιητή. Οι αντιδράσεις κυρίως για την επιλογή του ερμηνευτή (***) ήταν έντονες από διανοούμενους και πολιτικούς της εποχής, γιατί μέχρι τότε ο Μπιθικώτσης τραγουδούσε μόνο ρεμπέτικα και λαϊκά τραγούδια.
Το έργο εκδίδεται τελικά το 1961, για πρώτη φορά σε δίσκο 33 στροφών, με τη φωνή (****) του Γρηγόρη Μπιθικώτση.

Το εκπληκτικό αποτέλεσμα και η απολαβή του κόσμου κάνουν τον Γιάννη Ρίτσο να δηλώσει: «Ήμουν λάθος! Ακριβώς εκεί ο Επιτάφιος συνάντησε τους απλούς ανθρώπους. Κι εκείνοι του δόθηκαν με τη σειρά τους. Κατάλαβαν το ποίημα. Το έκαναν δικό τους!».

Ο Γιάννης Ρίτσος δηλώνει στον ίδιο τον Μίκη Θεοδωράκη:«Ήταν τα πρώτα ποιήματα μου που είχαν μελοποιηθεί. Μου έκανε τρομερή εντύπωση, μα είναι δυνατόν η ποίηση να βρει μια πλήρη αντιστοιχία με την μουσική. Μέχρι τίνος έλεγα ότι η κάθε τέχνη είναι αυτάρκης και δεν έχει ανάγκη από την βοήθεια της άλλης. Αλλά όταν έγραψες τον Επιτάφιο και αργότερα φυσικά την Ρωμιοσύνη που ήταν η μεγάλη δόξα σου, είπα πραγματικά ότι εδώ πέρα είναι ένας δρόμος για να πλησιάσει η ποίηση μέσο της μουσικής εκείνους τους ανθρώπους που δεν θα τους πλησίαζε ίσως ποτέ».

Ο Επιτάφιος αποτελεί έργο ξεχωριστό που συνδυάζει μοναδικά  το λαϊκό στοιχείο, την έντεχνη μουσική και την ποίηση. Ήταν η αρχή, το πρώτο βήμα για να έρθει ο Έλληνας κοντά στην ποίηση.

Μέρα Μαγιού μου μίσεψες

Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω,
άνοιξη, γιε, που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω

Στο λιακωτό και κοίταζες και δίχως να χορταίνεις
άρμεγες με τα μάτια σου το φως της οικουμένης

Και με το δάχτυλο απλωτό μου τάδειχνες ένα-ένα
τα όσα γλυκά, τα όσα καλά κι αχνά και ροδισμένα

Και μούδειχνες τη θάλασσα να φέγγει πέρα, λάδι,
και τα δεντρά και τα βουνά στο γαλανό μαγνάδι

Και τα μικρά και τα φτωχά, πουλιά, μερμήγκια, θάμνα,
κι αυτές τις διαμαντόπετρες που ίδρωνε δίπλα η στάμνα.

Μα, γιόκα μου, κι αν μούδειχνες τ’ αστέρια και τα πλάτια,
τάβλεπα εγώ πιο λαμπερά στα θαλασσιά σου μάτια.

Και μου ιστορούσες με φωνή γλυκειά, ζεστή κι αντρίκια
τόσα όσα μήτε του γιαλού δε φτάνουν τα χαλίκια

Και μούλεες, γιε, πως όλ’ αυτά τα ωραία θάναι δικά μας,
και τώρα εσβήστης κ’ έσβησε το φέγγος κ’ η φωτιά μας.

(Από τη σύνθεση «ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ», βλ. συγκεντρωτική έκδοση του Γιάννη Ρίτσου, Ποιήματα (Α’ τόμος, 1978, σ. 168)


Η 1 Μαΐου έχει χαρακτηρισθεί σχεδόν παγκόσμια ημέρα αργίας (αν και είναι απεργία) διατυπώσεων των διεκδικήσεων των εργαζομένων, αφού είναι ταυτισμένη με το εργατικό κίνημα, όταν το 1886 έγιναν οι μεγάλες διαδηλώσεις στο Σικάγο με αίτημα τα τρία οχτάρια: οχτώ ώρες εργασίας, οχτώ ψυχαγωγία και οχτώ ύπνος. Στην Ελλάδα, η απεργία των καπνεργατών του 1936 στη Θεσσαλονίκη βάφτηκε με αίμα που καταγράφηκε, στις εφημερίδες της άλλης ημέρας, με την χαρακτηριστική φωτογραφία της μάνας που θρηνεί πεσμένη στα γόνατα πάνω από το σκοτωμένο της παιδί. Η συγκεκριμένη φωτογραφία ενέπνευσε τον ποιητή Γιάννη Ρίτσο να γράψει τον «Επιτάφιο»: «Μέρα Μαγιού μου μίσεψες/μέρα Μαγιού σε χάνω…» που μελοποίησε ο Μίκης Θεοδώρακης.

(*) Ο Επιτάφιος είναι το πρώτο έργο που παρουσιάζει ο Μίκης Θεοδωράκης μετά την επιστροφή του από το Παρίσι.
(**) Το έργο εκδίδεται και πάλι το 1963 με την Μαίρη Λίντα και τον Μανώλη Χιώτη
(***) Ο Γιάννη Ρίτσος μιλά για τον Γρηγόρη Μπιθικώτση.
(****) Τη φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση συνοδεύει το μπουζούκι του Μανώλη Χιώτη.

Δείτε το αφιέρωμα ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ: Ρίτσος διαβάζει, Μίκης διευθύνει… Ερμηνεύει η Μαρία Φαραντούρη.
Μπορείτε να κατεβάσετε το έργο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑ από εδώ.
Κατεβάστε και ακούστε τις δισκογραφικές παρουσίες του Γιάννη Ρίτσου εδώ.
(melodia.gr, orfeas.gr, ritsosgiannis.blogspot.com/, http://ibisclub.blogspot.com)