Συράκος Δανάλης: Μια αέναος κίνηση ήταν για μένα η ζωή μου

11:07, 30 Ιουλ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/102009

Έχω ζήσει πάρα πολλά, έχω ακούσει πάρα πολλά, έχω γυρίσει όλον σχεδόν τον κόσμο, και την Ελλάδα, σαν σβούρα, από μία και δυο και τρεις φορές. Μια αέναος κίνηση ήταν για μένα η ζωή μου. Και γι αυτό, προφανώς, μου έλειπε τόσο πολύ Αθήνα και δεν έβρισκα την ώρα να γυρίσω πίσω. Αυτή –χοντρικά- ήταν η ζωή μου στον κινηματογράφο», ο γνωστός βετεράνος διευθυντής φωτογραφίας του κινηματογράφου και του θεάτρου, Συράκος Δανάλης, πολυβραβευμένος στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, με πάνω από 150 ταινίες και 800 ντοκυμαντέρ στο ενεργητικό του, αλλά και ο άνθρωπος που «έχει κάνει τη μισή Ελλάδα σκηνοθέτες»,  μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη για το tvxs, εξ αφορμής της δεύτερης έκθεσης* που παρουσιάζεται στην Αίγινα για φιλανθρωπικό σκοπό, με θέμα τα πολύμορφα ξύλινα καράβια του.

Σ.Δ.: Όλη μου η ζωή, όπου έχω βρεθεί, τυχαία ήτανε… Μόνο οι σπουδές μου ήταν συγκεκριμένες, αλλά δεν τελείωσαν ποτέ.
Γεννήθηκα το 1927, στην Αθήνα, στην Κυψέλη, Φωκίωνος Νέγρη΄ η οποία Φωκίωνος Νέγρη, τότε, ήταν ρέμα. Στη συνέχεια πήγα σχολείο, έκανα όλα αυτά που κάνουνε οι νέοι, πήγα Γυμνάσιο, τελείωσα, πήγα στρατιώτης…

Κρ.Π.: Ζήσατε και τον πόλεμο του ’40.

Σ.Δ.: Στον πόλεμο, σχεδόν, δεν έκανα τίποτα. Ήμουν σε μια ηλικία που δεν μπορούσα να προσφέρω. Γράφαμε στους τοίχους, μοιράζαμε προκηρύξεις, και όλα αυτά, παράνομα, βέβαια.
Έζησα και τον θάνατο ενός πολύ κολλητού μου φίλου, που μαζί γεννηθήκαμε, μαζί μεγαλώσαμε και μαζί είμαστε όταν τον σκοτώσανε.

Κρ.Π.: Ήσασταν στην ΕΠΟΝ τότε;

Σ.Δ.: Ναι, επί Κατοχής. Την ώρα που γράφαμε στην άσφαλτο, μας είδαν κάποιοι ταγματασφαλίτες, από την ομάδα του Μόρφη, οι οποίοι άρχισαν να πυροβολούν, και σκότωσαν το παιδί που ήταν δίπλα μου.
Στη συνέχεια είχα και φυλακές… Μετά πέρασε ο πόλεμος, και κατόπιν κοιτούσαμε πως θα δουλέψουμε, γιατί δουλειές, βέβαια, δεν υπήρχαν με τίποτε… αφού, δεν λειτουργούσε τίποτε.
Έτσι, στα 18 μου χρόνια, αναγκάστηκα να μπω τυχαία και περιστασιακά, σε κάποιο κινηματογραφικό συνεργείο. Μπήκα στον κινηματογράφο, για μεροκάματα, κάνοντας όλες τις δουλειές. Γιατί τότε, εκτός από τον διευθυντή φωτογραφίας και τον ηχολήπτη, όλοι οι άλλοι, έκαναν όλες τις δουλειές.
Σιγά – σιγά, δούλεψα όσο δούλεψα, και μετά πήγα στο στρατό. Άλλο βάσανο εκεί, να μην τα πολυλογούμε, ιστορίες, εμφύλιος, και με την επιστροφή…

Κρ.Π.: Όταν ξεκίνησε ο εμφύλιος;

Σ.Δ.: Με φέρνεις πίσω και είναι τόσα πολλά τα γεγονότα, και τόσο θλιβερά, για μένα, που δεν ξέρω, μπορεί να μη μπορούμε να συνεχίσουμε τη συνέντευξη…
Εμείς όλοι, είχαμε από έναν φάκελο στην αστυνομία. Να σκεφτείς ότι μετά την Χούντα, αν θυμάμαι καλά, χρειάστηκε να πάω να κάνω κάποιες ταινίες στην Αμερική. Διαβατήριο; Όχι βέβαια΄ δε μου δίνανε με τίποτα.
Αναγκάστηκε να πάει στον Αρχηγό της Αστυνομίας, ο ίδιος ο παραγωγός της ταινίας, όπου εκεί έβγαλαν έναν χοντρό φάκελο και του είπαν «Ορίστε, ο κύριος, αυτός είναι! Πώς να σου δώσουμε τη βίζα;».
Τρόμαξα με αυτά που είδα σε αυτόν τον φάκελο… Έμενα στη Νάξο, πάνω σε ένα απομακρυσμένο  βουνό, όχι φυσικά για παραθερισμό, αλλά γιατί τα πράγματα εδώ ήταν πάρα πολύ δύσκολα.  Και με τα παιδιά, του σπιτιού που έμενα, πηγαίναμε στους αγρούς με τις κατσίκες… και καθώς είχε μία ωραία κατσίκα, κάτασπρη, με το μυαλό μου το παιδικό, όπως θα το χαρακτήριζα -γιατί ένας άνθρωπος με μια λογική δεν θα το έκανε ποτέ- πήρα κατακόκκινα μπορντώ μούρα και ζωγράφισα από τη μια και την άλλη πλευρά ένα σφυροδρέπανο! Καταλαβαίνεις, πως, όταν τα είδαν οι χωριανοί, κόντεψαν να με σκοτώσουν. Γιατί οι Ναξιώτες, τότε, ήταν κατ’ εξοχήν Βασιλικοί.
Θέλω, να πω, είναι τόσα πολλά αυτά που γίνονταν… Τέλος πάντων, κατάφερε ο παραγωγός και πήρε τη βίζα, με την προϋπόθεση να φύγω μόνο για να κάνω τις ταινίες και να γυρίσω αμέσως. Και πράγματι αυτό έγινε.
Αν και στην Αμερική, μου δόθηκε μία καταπληκτική ευκαιρία, μέσω μίας παραγωγού, η οποία μου έκανε την πρόταση: «Συράκο, αν  μείνεις πέντε χρόνια εδώ στην Αμερική, δεν θα χρειαστεί να ξαναδουλέψεις στη ζωή σου, γιατί θα έχεις κερδίσει τόσα χρήματα…», αλλά εγώ της απάντησα ότι «δεν μένω ούτε πέντε ώρες», διότι ήμουν λάτρης της Αθήνας. Όπου πήγαινα, το μυαλό μου ήταν στο πότε θα γυρίσω πίσω…

Κρ.Π.: Και πότε γίνατε Διευθυντής Φωτογραφίας στον Κινηματογράφο;

Σ.Δ.: Πριν από όλα αυτά, να σου πω, ότι πήγα στην Ιταλία, στο Πέργαμο, να σπουδάσω σχεδιαστής υφαντουργικής, αλλά λόγω κάποιον οικονομικών μέτρων του Μαρκεζίνη αναγκάστηκα να τις σταματήσω και να γυρίσω πίσω, όπου, βέβαια, δεν υπήρχαν δουλειές, και έτσι πάλι βρέθηκα να δουλεύω στον κινηματογράφο. Στον οποίον, τελικά, «κόλλησα» κιόλας.

Κρ.Π.: Είπατε ότι ξεκινήσατε να σπουδάζετε σχεδιαστής υφαντουργικής, όπου φαντάζομαι, φάνηκε ότι έχετε ταλέντο να δημιουργείτε με τα χέρια, όπως σήμερα με αυτή την έκθεση με τα καράβια…

Σ.Δ.: Ναι, ίσως. Και πριν αρχίσω τα καράβια, έφτιαχνα καθρέφτες. Οι καθρέφτες αυτοί, με γεωμετρική ζωγραφική, ήταν σημείο αναφοράς.  Δηλαδή, δεν ήταν καθρέφτες που μπορούσες να βάλεις στο μπάνιο κλπ…

Κρ.Π.: Και η υφαντική τέχνη, επίσης έχει γεωμετρική ζωγραφική…

Ναι, αυτού του είδος το σχέδιο, μου άρεσε. Έκανα και εκθέσεις με τους καθρέφτες που πήγαν πολύ καλά. Στη συνέχεια, κάποιες παραμονές Χριστουγέννων, η σύντροφός μου η Άννα, μου λέει «θέλω να κάνεις από χαρτόνι ένα καραβάκι να το στολίσω», και έτσι έφτιαξα το πρώτο καράβι, το στόλισε, και όλα ωραία και καλά. Αλλά μετά, μου λέει, «γιατί δεν κάνεις ένα ξύλινο;». Της λέω, «δεν έχω ιδέα!», «όχι!..» επέμενε, σαν τα παιδιά, «…θέλω να μου κάνεις ένα ξύλινο!».
Βρε μπελά που έβαλα, έλεγα, και ξεκίνησα να κάνω ένα ξύλινο, ένα πρωτόλειο βέβαια, σε μέγεθος 70 εκατοστών. Στο τέλος, κάπου μου άρεσε, όλη αυτή η ιστορία, ήθελα και εγώ να ασχολούμαι με κάτι, και κάπως έτσι, το προχώρησα επί χρόνια, και έχω φτάσει εδώ, και είμαι ικανοποιημένος. Αν και ποτέ δεν είσαι ικανοποιημένος. Οπότε θα προσπαθώ για ακόμα κάτι καλύτερο.

Κρ.Π.: Τι είδους καράβια είναι αυτά; Τί το ιδιαίτερο έχουν;

Σ.Δ.: Για μένα δεν έχουν τίποτα το ιδιαίτερο, για τον κόσμο είναι… Εγώ τα κάνω έτσι όπως μου ‘ρθει… Βέβαια, με τη μορφή του καραβιού πάντα. Κάνω διάφορα: κουρσάρικα, μπρατσέρες, φεριμπόουτ, υπερωκεάνια, ναυάγια, αλλά όλα αυτά -εκτός από τα κότερα– που θα βρίσκονται στην έκθεση, όλα φωτίζονται. Οι καμπίνες τους, τα πάντα, είναι φωτισμένα. Τα κουρσάρικα που είναι και εντυπωσιακά, με τις γέφυρες πίσω, ψηλές, μεγάλες…
Κάναμε πριν δύο χρόνια την πρώτη έκθεση στο Λαογραφικό Μουσείο και πήγε καλά. Τώρα κάνουμε τη δεύτερη, η οποία δεν είναι προς όφελος δικό μου, αφού όλα τα χρήματα θα διατεθούν για φιλανθρωπικό σκοπό. Δηλαδή, για το Νοσοκομείο της Αίγινας το οποίο πάσχει, και για το Θέατρο το οποίο είναι ένα Καποδιστριακό παλιό κτίριο, που το μεταχειριζόμαστε σαν θέατρο, και όπου υπάρχει μια φοβερή ακουστική στην κεντρική του αίθουσα, που δεν το συναντάς στην Αθήνα, σε κανένα θέατρο.
Εκείνοι που το έφτιαξαν, πριν 200 χρόνια, τυχαία, βέβαια το έφτιαξαν έτσι. Αλλά στην Ελλάδα, όπως συμβαίνει συνήθως, τα αφήνουνε και ερημώνουν, και σαπίζουν οι πόρτες και εμείς τα διορθώνουμε. Δεν είχε καθόλου θέρμανση, και πέρυσι έβαλα χρήματα και στην συνέχεια, βέβαια, τα πήρα πίσω. Αλλά πώς τα πήρα; Δίνοντας ένα καράβι, που το βγάλανε στη λοταρία…  Έτσι μπήκε θέρμανση στο θέατρο, και είναι ένα… από τα επτά θαύματα!

Κρ.Π.: Συνήθως τα δημιουργήματα της τέχνης, επειδή πηγάζουν κυρίως από τα βιώματα, έχουν ως αφετηρία την παιδική ηλικία. Τα δικά σας καράβια, έχουν κάποια σχέση με αυτήν;

Σ.Δ.: Όχι, όχι. Δεν έχουν καμία καταγωγή, ούτε εμπειρία, ούτε από το σόι μου… Δεν ήταν καπεταναίοι, καμία σχέση. Καμία απολύτως.
Το ξεκαθάρισα, ότι με τη θάλασσα δεν έχω καμία σχέση.

Κρ.Π.: Το καράβι συμβολίζει το ταξίδι της ζωής…

Σ.Δ.: Γι’ αυτό λοιπόν, και εγώ έχω φροντίσει να κάνω από όλων των ειδών τα καράβια…

Κρ.Π.: Δεν είπατε, πώς φτάσατε μέχρι την δεύτερη έκθεση, από το πρώτο ξύλινο καράβι…

Σ.Δ.: Μου άρεσε η διαδικασία. Συνταξιούχος είμαι, πια, εργάτης είμαι, και φτιάχνω διάφορα καράβια. Ανάλογα το κέφι μου.
Μάλλον, έχεις δίκιο, για τις εσωτερικές καταβολές. Το κάθε τι που έχω ζήσει, μπορεί να συμβολίζει και ένα διαφορετικό καράβι. Δεν ξέρω.

Κρ.Π.: Ως Διευθυντής Φωτογραφίας, έχετε βιώσει τις διαφορετικές οπτικές μιας αφήγησης.

Σ.Δ.: Τις «γωνίες» που λέμε. Ναι, πάρα πολλές. Έχω ζήσει πάρα πολλά, έχω ακούσει πάρα πολλά, έχω γυρίσει όλον σχεδόν τον κόσμο, και την Ελλάδα, σαν σβούρα, από μία και δυο και τρεις φορές. Μια αέναος κίνηση ήταν για μένα η ζωή μου. Και γι αυτό, προφανώς, μου έλειπε τόσο πολύ Αθήνα και δεν έβρισκα την ώρα να γυρίσω πίσω. Αυτή –χοντρικά- ήταν η ζωή μου στον κινηματογράφο.
Ξεκίνησα κάνοντας τα πάντα, αλλά με υπομονή και επιμονή. Στη συνέχεια μου δόθηκε μια ευκαιρία να γίνω βοηθός οπερατέρ, γιατί εδώ στην Ελλάδα, ο διευθυντής φωτογραφίας κάνει και τις δυο δουλειές΄ και οπερατέρ και διευθυντής φωτογραφίας. Για λόγους οικονομίας, δηλαδή.
Ενώ στο εξωτερικό, άλλος είναι ο οπερατέρ και άλλος είναι ο διευθυντής φωτογραφίας.
Σιγά σιγά, δούλεψα με μεγάλους διευθυντές φωτογραφίας, έμαθα, πρόσεξα, μ’ άρεσε, ήθελα να εξελιχθώ, και από κει και πέρα προχώρησα, βάζοντας ένα στοίχημα με τον εαυτό μου, λέγοντας ότι σε πέντε χρόνια, εάν και εφόσον δεν καταφέρω ν’ ανέβω προς τα πάνω, θα τα παρατήσω.
Πράγματι, τα κατάφερα. Και τότε, άρχισαν απανωτά οι ταινίες, τα βραβεία, τα φεστιβάλ, όλα αυτά, εν πάση περιπτώσει, και στο τέλος καταλήξαμε στην ΕΡΤ, λόγω του ότι, πέθανε ο κινηματογράφος.
Όπως ξέρεις, το ’74 – ’75, τελείωσε ο κινηματογράφος. Δηλαδή, όποιος έμεινε να κάνει κινηματογράφο, απλώς, έβγαζε δισκάκι στο δρόμο, για να ζήσει. Δεν γίνονταν ταινίες πια.
Εκείνο τον καιρό, μου έκαναν μια πρόταση από την ΕΡΤ και τελικά, πήγα. Γιατί, στην αρχή, όταν επισκέφτηκα την Ρηγίλλης για να κάνω το συμβόλαιο, λέω «Τί είναι αυτό»; Συνηθισμένος από τον κινηματογράφο, που παίρναμε εκείνα τα χρήματα που παίρναμε, είπα, τί θα ‘ρθω για… το γιαούρτι μου; Και σηκώθηκα και έφυγα.
Τότε, ακριβώς έξω από τον τότε Βασιλικό Κήπο, όπως τον έλεγαν, με πρόλαβε η κυρία Ζαχαροπούλου, και μπράβο της και την ευχαριστώ γι’ αυτό, και μου λέει, σε παρακαλώ Συράκο, γύρνα, υπόγραψέ το, δεν σε πιέζει κανείς, ότι ώρα θες φεύγεις! Αλλά, δυστυχώς, επαληθεύτηκε το μηδέν μονιμότερον του προσωρινού… Βεβαίως, δεν μετανιώνω.

Κρ.Π.: Πόσα χρόνια εργαστήκατε στην ΕΡΤ;

Σ.Δ.: Δεκαοκτώ. Μια ζωή! Αλλά δεν μετανιώνω, όπως είπα. Γιατί, στη συνέχεια, και οικονομικά ικανοποιήθηκα, και έκανα δουλειές ωραίες, που μου αρέσανε, τελικά.
Δηλαδή, έκανα φοβερά πράγματα στην ΕΡΤ, σε σχέση ειδικά με τα ντοκυμαντέρ, εκτός από σήριαλ, τηλεταινίες, κλπ. Πρέπει να έχω κάνει, χωρίς υπερβολή, κάπου 800 με 1000, ημίωρα ντοκυμαντέρ, μόνο για την εκπομπή «Η ΕΡΤ στη Βόρειο Ελλάδα» αλλά και στο «Μουσικό οδοιπορικό» με τη Δόμνα Σαμίου, έγιναν 400 ημίωρα, μόνο από δύο εκπομπές. Και άλλα, εκατοντάδες. Μου άρεσε η εναλλαγή, το ότι σε μια δυο μέρες έφευγες από το ένα μέρος και πήγαινες να κάνεις κάτι άλλο. Δεν καθόσουν, όπως στις ταινίες, δύο και τρεις μήνες στο ίδιο μέρος… Τα ίδια και τα ίδια΄οι ηθοποιοί, ξανά, μανά, κλακέτες, πάμε, άλλος δεν τά ‘λεγε…
Θυμάμαι μία ηθοποιό, μεγάλη κιόλας, που έπρεπε ένα πει σε ένα μαραγκούδικο: «Η πόρτα που μου έφτιαξες, τρίζει». Ε, δεν μπορούσε να το πει΄ έλεγε «θρίζει». Κι η πόρτα «θρίζει»… και η πόρτα «θρίζει»… και έτσι «έθριζε»… μέχρι το πρωί! Καταλαβαίνεις, ότι ανάλογα γεγονότα, σου διαλύουν τα νεύρα. Γι αυτό έκανα και ελάχιστα διαφήμιση. Δεν μπορούσα να κάθομαι πίσω από ένα μπουκάλι πέντε ώρες! Ή μπροστά από ένα μωρό που κλαίει, από το πρωί μέχρι το απόγευμα… Γινόμουν ερείπιο!

Κρ.Π.: Επί τη ευκαιρία, παιδιά κάνατε;

Σ.Δ.: Βεβαίως. Έχω μία κόρη και έναν εγγονό μεγάλο, σπουδαγμένο.

Κρ.Π.: Οι γονείς σας, πού γεννήθηκαν και με τι ασχολούνταν;

Σ.Δ.: Ο πατέρας και η μητέρα μου, ήταν από την Κεφαλλονιά.  Ο πατέρας μου ήταν καθηγητής μαθηματικών στο Σουδάν, και μετά πήγε στην Αλεξάνδρεια, και όταν γύρισε στην Ελλάδα, γνώρισε τη μάνα μου, παντρεύτηκαν και έκαναν πάρα πολλά παιδιά.

Κρ.Π.: Πόσα;

Σ.Δ.: Μην τρομάξεις… Έντεκα!  Βέβαια ποτέ δεν είμαστε έντεκα. Επτά ήμασταν, όταν γεννήθηκα εγώ. Αλλά, τώρα είμαι μόνος μου. Είμαι ο μοναδικός επιζών, που λένε. Και σκοπεύω να ζήσω αρκετά ακόμα. Ήμουν όμως, ο βενιαμίν. Και έχω μοιάσει στη μάνα μου.
Μάλιστα, τώρα το θυμήθηκα αυτό, στην αρχή, ήθελα να γίνω καπετάνιος. Οι φίλοι μου, η παρέα μου, ήθελαν να γίνουν καπεταναίοι… και γω από κοντά… Η μάνα μου, όμως, δεν με άφησε να γίνω, με τίποτα, γιατί είχε χάσει τόσα παιδιά, και φοβόταν.

Κρ.Π.: Το όνομά σας, Συράκος, από πού προέρχεται; 

Σ.Δ.: Ο παππούς μου, ο πατέρας του πατέρα μου,  εργαζόταν στο Αργοστόλι, για τους Κοσμετάτους, δύο αδέλφια, ανύπαντροι και οι δυο. Στη συνέχεια ο ένας από αυτούς, ζήτησε να με βαφτίσει μια και ήταν πολύ φίλοι με τον πατέρα μου. Όπως έμαθα αργότερα, με βάφτισε μαζί με την αρραβωνιαστικιά του, μια γερμανίδα, της οποίας της άρεσε πολύ η Ελλάδα, και σε ένα ταξίδι τους, πέρασε και από το χωριό του Κρυστάλλη του ποιητή, το Συρράκος, (γράφεται με δύο ρ και περισπωμένη στο άλφα) έξω από τα Γιάννενα, απέναντι από τους Καλλαρύτες, (φοβερά χωριά και τα δύο, μάλιστα στο Συρράκος, δεν πάτησαν οι Τούρκοι ποτέ), και της άρεσε, λοιπόν, αυτό το χωριό και μου… φόρτωσε το όνομά του. Τώρα, καλά έκανε; Κακά; Δεν ξέρω. Το πήρε και ο εγγονός μου, και ελπίζω να μη με βλαστημάει…

Τη νονά μου, τη γερμανίδα αυτή, μια μέρα στην Κατοχή, μου είπε η μητέρα μου «έλα εδώ», είχε μία φωτογραφία, που ήταν κρεμασμένη η νονά μου. Μένοντας στην Ελλάδα, που την λάτρευε, όπως είπα, έγινε σύνδεσμος με τους αντάρτες, οπότε, την έπιασαν και την κρεμάσανε.

Κρ.Π.: Θυμάστε κάτι αξιοσημείωτο από την ιστορία της οικογένειά σας;

Σ.Δ.: Τίποτα το αξιοσημείωτο. Ήμασταν μια αστική οικογένεια που μεγαλώναμε όπως όλες οι αστικές οικογένειες.

Κρ.Π.: Με πολλά παιδιά όμως…

Σ.Δ.: Και γι αυτό, είχαμε τέτοια ανεξαρτησία… Δεν μπορούσαν να μας ελέγξουν. Περάσαμε καλή ζωή. Εκτός βέβαια από την Κατοχή, και όλα αυτά…

Κρ.Π.: Πόσες ταινίες κάνατε; Θέλετε να μιλήσετε για κάποιες από αυτές, όπως και για τα ντοκιμαντέρ;

Σ.Δ.: Όσα ντοκιμαντέρ έκανα, χωρίς να αναφέρω και εκείνα της ΕΡΤ, όλα βραβεύτηκαν στο Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης.
Είχα το σκεπτικό, ότι όλοι οι νέοι σκηνοθέτες, πρέπει να βοηθιούνται, και ότι αυτοί είναι και το μέλλον του κινηματογράφου.
Τί γινόταν στον κινηματογράφο τότε; Ήταν περίεργο. Ένας νέος σκηνοθέτης, έμπαινε μέσα; Αμέσως υπήρχε δούλεμα και ψιλοειρωνείες. Μα, τι να ξέρει ένας νέος σκηνοθέτης; Ξέρει, όσα μπορεί να ξέρει. Δηλαδή, δεν ξέρει πολλά πράγματα. Στο κάτω κάτω της γραφής, οι περισσότεροι έκαναν ότι μπορούσαν, ούτως ώστε να τον πετάξουν έξω… Εγώ, ήμουν τελείως αντίθετος. Γι αυτό κυκλοφορούσε και στην πιάτσα του κινηματογράφου, ότι ο Συράκος Δανάλης, έχει κάνει τη μισή Ελλάδα σκηνοθέτες.

Κρ.Π.: Κάποιοι Έλληνες σκηνοθέτες, από τους σημαντικότερους, που έχετε δουλέψει μαζί τους;

Σ.Δ.: Και με ποιόν δεν έχω δουλέψει.. Και με τον Παντελή Βούλγαρη, αφού όμως, πρώτα, είχε κάνει καριέρα και ήταν γνωστός. Και στην αρχή, που έκανε τον Τζίμη τον Τίγρη, μια ιστορία μικρού μήκους, εκεί ήμασταν όλοι, με ότι μπορούσε ο καθένας. Δεν νομίζω ότι υπάρχει κανένας σκηνοθέτης που να μην έχω δουλέψει μαζί του, εκτός από τον Αγγελόπουλο, που στην πρώτη του ταινία, την Αναπαράσταση, ενώ ήταν να την κάνουμε μαζί, δεν το καταφέραμε, γιατί είχα ένα άλλο συμβόλαιο στις ίδιες τις ημερομηνίες για κάποια άλλη ταινία.

Κρ.Π.: Κάποιες ταινίες που ήταν σταθμοί στην καριέρα σας, ως Διευθυντής Φωτογραφίας;

Σ.Δ.: Σταθμός ήταν η Εκδρομή του Κανελλόπουλου, η πρώτη μου δουλειά σαν διευθυντής φωτογραφίας, αν θυμάμαι καλά. Εκεί πήρα και το πρώτο βραβείο φωτογραφίας. Στη συνέχεια, κάναμε την Παρένθεση, πάλι με τον Κανελλόπουλο, και μετά την ταινία Με τη λάμψη στα μάτια, με τον Γλυκοφρύδη, που πήρε οκτώ βραβεία στη Θεσσαλονίκη.
Και εκτός από τις ταινίες, επακολούθησαν και όλα τα παρελκόμενα. Σήριαλ, τηλεταινίες, ντοκυμαντέρ.

Κρ.Π.: Κάποιο βιβλίο γράψατε για όλα αυτά;

Σ.Δ.: Δεν έχω γράψει και ούτε πρόκειται. Δε με ενδιαφέρει. Τα αφήνω πίσω όλα αυτά.

Κρ.Π.: Τουλάχιστον, για τους φοιτητές, που θέλουν να μάθουν την ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου θα ήταν πολύ ενδιαφέρον. 

Σ.Δ.: Το ίδιο πράγμα μου λέει η Άννα, χρόνια τώρα. Αλλά, δεν μπορώ, φορτίζομαι. Διότι, δεν μπορώ να αφηγηθώ μόνο για τον κινηματογράφο. Να αφηγηθώ, και θέλω να μπορέσω, από την Κατοχή και μετά. Γιατί ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της ζωής μου, το οποίο εξακολουθεί να ζει, είναι αυτή η ιστορία με την Αντίσταση, όπως είπα πριν, που σκότωσαν τον κολλητό μου, αυτοί οι αλήτες. Την ώρα που γράφαμε στην άσφαλτο -γιατί τότε εμείς κάναμε… μόδα να γράφουν στην άσφαλτο, εκτός από τους τοίχους- με τον φίλο μου τον Κανάκη, βγήκαν από ένα σπίτι δύο με πολιτικά, και μόλις μας είδαν, έβγαλαν τα περίστροφα και τον σκοτώσανε, ενώ τραυμάτισαν και τον μεγάλο αδελφό μου.

Κρ.Π.: Όλα αυτά, εκτός των άλλων, θα είχαν μεγάλη αξία να τα πείτε και στην εθελοντική Ομάδα Προφορικής Ιστορίας Κυψέλης, που καταγράφει προσωπικές μαρτυρίες για τη δεκαετία του ’40. Επιστρέφοντας, τώρα, στη δεύτερη έκθεση με τα ξύλινα καράβια σας, τι είναι το πιο σημαντικό που θα θέλατε να αναφερθεί;

Σ.Δ.: Το σημαντικό, κατ’ αρχάς, είναι ότι θα γίνει η έκθεση. Αλλά, γι αυτό που έχω μία μικρή αγωνία, είναι να πουληθούν τα καράβια. Άλλωστε, η τιμή τους είναι σχεδόν τσάμπα, ούτως ώστε να μαζευτούν κάποια χρήματα, για να δοθούν σε αυτό το Νοσοκομείο, που δεν έχει σύριγγες, δεν έχει γάζες… είναι τραγωδία. Όπως και στο θέατρο, να φτιαχτούν αυτές οι πόρτες, επιτέλους, κάποτε.

Κρ.Π.: Τα έσοδα δηλαδή, θα δοθούν, τα μεν για την φροντίδα της υγείας του σώματος, τα δε για την φροντίδα της υγείας… της ψυχής; Μάλλον, δεν είναι τυχαίο, που αυτά τα δύο, το Νοσοκομείο και το Θέατρο, τα «πονάτε».  

Σ.Δ.: Ναι, τα «πονάω», όπως και η Άννα Γεραλή, η γυναίκα μου, που παλεύει και εκείνη γι’ αυτό. Δεν γίνεται. Το χειμώνα, για παράδειγμα, στο θέατρο, οι θεατές παρακολουθούσαν με παλτά και σκούφους στο κεφάλι, και οι ηθοποιοί έπαιζαν φορώντας ένα μπλουζάκι… Δεν γινόταν. Πήρα την άδεια από τον Δήμαρχο και βάλαμε θέρμανση…

Κρ.Π.: Επιστρέφοντας στην παρούσα έκθεση, τι άλλο θα θέλατε να προσθέσετε;

Σ.Δ.: Να αναφέρουμε οπωσδήποτε την κυρία Μάρθα Σημαντώνη, που μας παραχωρεί τον χώρο, δωρεάν βέβαια, και την ευχαριστούμε, επί της οδού Σπύρου Ρόδη, πίσω ακριβώς από τα ψαράδικα. Επίσης, ευχαριστούμε την κυρία Βάρτζελη, η οποία είναι η Πρόεδρος του Πολιτιστικού Συλλόγου Γυναικών «Η Αφαία», που διοργανώνει και την έκθεση.

Κρ.Π.: Στην Αίγινα πώς αποφασίσατε να μείνετε μόνιμα;

Σ.Δ.: Το 1950, ήρθε ο πατέρας της Αννούλας, ο ποιητής Γιώργος Γεραλής, τον οποίο κάλεσε ο Τάκης Καλμούχος ένας σπουδαίος ζωγράφος, προσωπικός φίλος του  Καζαντζάκη και αγόρασε ένα οικόπεδο πλάι στη θάλασσα και έχτισαν ένα μικρό σπίτι΄όπως γινόταν τότε. Από τότε που ήμασταν μαζί με την Άννα, ερχόμασταν πάντα ένα μήνα κάθε καλοκαίρι. Πριν 7 χρόνια, της λέω «Γιατί να μη μείνουμε εδώ;». Εμένα προσωπικά με την Αθήνα δε με συνδέει κάτι, όλοι μου οι φίλοι έχουν φύγει. Έμεινα τελευταίος. Όλο, τελευταίος μένω…
Και έτσι, μείναμε εδώ μόνιμα. Να φανταστείς, ότι δεν θέλω ούτε να την ακούω την Αθήνα. Τα παιδιά μου είναι στην Αθήνα; Όποιος θέλει να έρθει…

Κρ.Π.: Μείνατε τελευταίος, να… ταξιδεύετε, όλους τους αγαπημένους σας;

Σ.Δ.: Ακριβώς.

Κρ.Π.: Τι θα λέγατε σε κάποιον νέο που ασχολείται με την φωτογραφία στον κινηματογράφο;

Σ.Δ.: Θα του έλεγα ότι αν δεν το αγαπάει να μην το κάνει. Αν το κάνει μόνο για βιοποριστικούς λόγους, να τα παρατήσει και να κοιτάξει να βρει μια άλλη δουλειά.

Κρ.Π.: Και αν θέλατε να του πείτε, το πιο ωραίο που έχει αυτή η δουλειά, ή και το πιο άσχημο ενδεχομένως; Ποιο θα ήταν αυτό;

Σ.Δ.: Για μένα η ομορφιά αυτής της δουλειάς, είναι το αποτέλεσμα. Όταν το αποτέλεσμα ήταν αυτό που φιλοδοξούσα να είναι, ήμουν πανευτυχής, αδιαφορώντας για οτιδήποτε άλλο. Γιατί; Γιατί αυτό που έκανα το αγαπούσα. Παρόλο που είναι η πιο σκληρή δουλειά που μπορεί να υπάρξει. Όχι ο τωρινός κινηματογράφος. Εκείνος ο κινηματογράφος… που δεν είχες τα μέσα.
Για παράδειγμα, θυμάμαι ένα νυχτερινό γύρισμα στο Λαγκαδά. Ο Κανελλόπουλος μου ζήτησε ένα πλάνο, του Κώστα Καραγιώργη, με τα μάτια του. Ένα τρε γκρο πλαν που λέμε. Αυτό για να το κάνεις, πρέπει να έχεις κάποιο ανάλογο φακό. Που να τους βρούμε τους φακούς, όμως, τότε; Λέω, λοιπόν, θα το επιχειρήσω, και θα δούμε. Όσο ο φακός μακραίνει από το σημείο εστίασης, τόσο γίνεται πιο ζουμ -να το πούμε – πιο μικρός, κλειστός. Λοιπόν, τί έκανα; Έβγαλα το φακό, από τη θέση του, και τον έφερα προς τα έξω και κέρδισα, έτσι, ένα εκατοστό. Και με αυτό, πράγματι, έγινε το πλάνο που ήθελε ο Κανελλόπουλος. Με φόβο ψυχής, μη πέσει ο φακός κάτω… Σήμερα, δεν υπάρχει τέτοιο πρόβλημα, κανένα. Ακόμα κι αν θέλει να πάρεις το μισό μάτι σου…
Χωρίς αυτό να λέει, ότι θέλω να παραστήσω τον εαυτό μου σαν ήρωα, ή τους παλιούς, αλλά γενικά, πράγματι, ήταν ήρωες. Ήταν ηρωικός κινηματογράφος!

Πλέον, έχω κάνει την αυτοκριτική μου, είμαι ήρεμος, είμαι 86 χρονών, και θα πάω 110. Εκεί υπολογίζω. Κάνω τα καραβάκια μου΄ δεν τα πουλάω ποτέ, τα χαρίζω στους φίλους μου΄ όλοι οι φίλοι μου έχουν καράβια΄ να ταξιδεύουν και να ναι καλά. Όλοι, οι καινούργιοι φίλοι μου. Γιατί οι παλιοί έχουν φύγει, όπως είπα, όλοι. Ο τελευταίος ήταν ο Κατσουρίδης


Η έκθεση θα πραγματοποιηθεί από 3 έως 16 Αυγούστου 2012 στο κτήριο της οδού Σπύρου Ρόδη 9, πίσω από το Δημαρχείο.