Η φωτογράφος Ευσταθία Πατούλη

eystathia patouli_5

eystathia patouli

eystathia patouli_2

eystathia patouli_3

eystathia patouli_4

Φωτογραφίες με θέμα: Πέρα απ’ το μύθο, Έρωτας και Ψυχή

Περισσότερα: 

http://photography.teiath.gr/source/works-gallery-students_el.html 

και

http://photography.teiath.gr/docs/iris/2013_IRIS_05.pdf

***

(τοποθεσία Port Pireus, Greece)

Έργο από την έκθεση «Έκπληξη» στην Τεχνόπολις – Γκάζι

ekplixi4pgiyuigh

Advertisements

National Geographic: Οι καλύτερες φωτογραφίες του 2012

cropped-115868g-ngiv.jpeg

National Geographic: Οι καλύτερες φωτογραφίες του 2012

via tvxs.gr

Για τους άστεγους: Έκπληξη 4!

11:11, 16 Νοε 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/111348

Η «Έκπληξη!», η καθιερωμένη εικαστική εκδήλωση του artAZ για την υποστήριξη των αστέγων

της Αθήνας, επιστρέφει με την τέταρτη έκδοση της, μεγαλύτερη και πιο επίκαιρη από ποτέ.

H Αλεξάνδρα Κολλάρου, ιδρύτρια του artAZ, αλλά και εμπνευστής της συγκεκριμένης έκθεσης,

αναφέρει στην Κρυσταλία Πατούλη και το tvxs:

«Η ΕΚΠΛΗΞΗ θέτει την τέχνη στην υπηρεσία της κοινωνίας. Δυστυχώς η φετινή διοργάνωση

είναι εξαιρετικά επίκαιρη – το πρόβλημα των αστέγων στην πόλη μας έχει γιγαντωθεί.

Αν και η έκθεση μας από μόνη της δε μπορεί φυσικά να λύσει το πρόβλημα, αποτελεί

ένα σημαντικό βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση. Φέτος έχουμε δίπλα μας περισσότερους

από 300 καλλιτέχνες απ’ όλον τον κόσμο. Θέλουμε να καλέσουμε και όλους τους συμπολίτες

μας να υποστηρίξουν την προσπάθεια μας και να γίνουν κομμάτι της – όλοι μαζί μπορούμε

να κάνουμε τη διαφορά».

Μεταξύ 16-18 Νοεμβρίου, στην Αίθουσα «Κωστής Παλαμάς», (Κτίριο «Δ10») στην «Τεχνόπολις»

του Δήμου Αθηναίων, Πειραιώς 100, στο Γκάζι  έργα τέχνης «αγνώστου πατρότητας»* περιμένουν

να τα υιοθετήσουμε, ενισχύοντας με αυτόν τον τρόπο το Πρόγραμμα Στήριξης Αστέγων της «ΚΛΙΜΑΚΑ».

Έκπληξη 4 – Η έκθεση

Η εικαστική πλατφόρμα artAZ κάλεσε τους καλλιτέχνες να δημιουργήσουν, από ένα έργο τέχνης.

Τα έργα τους έχουν ενιαία διάσταση (18 x 24 εκ.) και θα προσφέρονται

σε ενιαία συμβολική τιμή (50 €), ενώ είναι υπογεγραμμένα στην πίσω πλευρά τους.

Έτσι η ταυτότητα* του δημιουργού διατηρείται μυστική και αποκαλύπτεται μετά την αγορά

του έργου.  Με άλλα λόγια, μία πραγματική «έκπληξη» περιμένει τους ενδιαφερόμενους!

Οι συμμετέχοντες καλλιτέχνες, που προσφέρουν τα έργα τους αφιλοκερδώς, καλύπτουν

όλη τη γκάμα της καλλιτεχνικής έκφρασης και βρίσκονται σε διαφορετικά στάδια της καριέρας τους.

Φέτος όμως οι συμμετοχές δε περιορίζονται σε Έλληνες εικαστικούς:

Καλλιτέχνες από Αγγλία, Αίγυπτο, Αμερική, Αυστρία, Γαλλία, Γερμανία, Ινδία,

Ιταλία, Κίνα, Μαρόκο, Νιγηρία, Σουηδία κ.α., ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση

και μέσα από τη συμμετοχή τους δηλώνουν την υποστήριξη τους στον σκοπό,

υπογραμμίζοντας για μία ακόμη φορά την οικουμενικότητα της εικαστικής γλώσσας.

Ένα πολυσυλλεκτικό εικαστικό μίγμα λοιπόν -από διεθνώς καταξιωμένους δημιουργούς

μέχρι φοιτητές της Σχολής Καλών Τεχνών- συγκεντρώνεται με πρόθεση να εκπλήξει και

να παρασύρει το κοινό να συμμετάσχει στον σκοπό της εκδήλωσης.

Η έκθεση των έργων της «ΕΚΠΛΗΞΗΣ» ξεκινάει, όπως πάντα, on line στο artAZ.

Στις 15 Οκτωβρίου 2012 ξεκινάει η ανάρτηση των έργων, τα οποία θα ανανεώνονται

σε καθημερινή βάση.

Το ετήσιο ραντεβού θα κορυφωθεί και πάλι στις εγκαταστάσεις της «Τεχνόπολις»

του Δήμου Αθηναίων, στην Αίθουσα «Κωστής Παλαμάς», όπου θα παρουσιαστούν τα έργα

ζωντανά στο κοινό και θα πραγματοποιηθεί η πώληση τους.

Τα έσοδα από τις πωλήσεις των έργων θα διατεθούν και φέτος στην ΚΛΙΜΑΚΑ.

«Spectrum»

Παράλληλα στο δεύτερο επίπεδο της αίθουσας θα φιλοξενηθεί το «Spectrum» – μία ομαδική έκθεση,

με έργα επιλεγμένων καλλιτεχνών, που παντρεύει διαφορετικές τεχνοτροπίες και εικαστικά

ιδιώματα που απέχουν μεταξύ τους, καλύπτοντας ένα ευρύ φάσμα καλλιτεχνικής δημιουργίας.

Ποσοστό από τις πωλήσεις των έργων του «Spectrum» θα διατεθεί επίσης για τους σκοπούς

της «ΕΚΠΛΗΞΗΣ».

Εγκαίνια:

Παρασκευή 16 Νοεμβρίου  19:30–22:30
Σάββατο 17 Νοεμβρίου  12:00–21:00

Έκθεση έργων: Online στο artAZ (www.artaz.gr), από τις 15 Οκτωβρίου 2012

& στην «Τεχνόπολις» του Δήμου Αθηναίων, 16-17 Νοεμβρίου 2012.

Πώληση έργων: Κυριακή 18 Νοεμβρίου 2012, 12:00 – μέχρι εξάντλησης των έργων,

Αίθουσα «Κωστής Παλαμάς», (Κτίριο «Δ10»), «Τεχνόπολις» του Δήμου Αθηναίων

(Πειραιώς 100, Γκάζι).

(Φωτογραφίες από τα εικαστικά έργα που θα φιλοξενηθούν στην Εκλπληξη4! από επώνυμους

και ανώνυμους καλλιτέχνες, οι οποίοι τα υπογράφουν στο πίσω μέρος του κάθε έργου)

info

Το artAZ είναι διαδικτυακή πλατφόρμα προώθησης της σύγχρονης τέχνης. Ο βασικός σκοπός

του είναι να αναδεικνύει και να προωθεί το δημιουργικό ταλέντο, να ενημερώνει

για τις τελευταίες εξελίξεις, να ανακαλύπτει και να παρουσιάζει ότι είναι νέο και

ενδιαφέρον στον κόσμο της τέχνης, λειτουργώντας πάντα σαν σύνδεσμος μεταξύ της Ελληνικής

και της Διεθνούς εικαστικής πραγματικότητας. Η ιστοσελίδα είναι πλήρως διαθέσιμη

σε Ελληνική και Αγγλική έκδοση.
www.artaz.gr

Η ΚΛΙΜΑΚΑ είναι ένας κοινωνικός φορέας, μη κερδοσκοπικός ο οποίος παρέχει πολύπλευρες

υπηρεσίες σε κοινωνικά αποκλεισμένα άτομα με στόχο την αναβάθμιση της ποιότητας ζωής τους

και την κοινωνική τους επανένταξη.

Από το 2001 υλοποιεί ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα στήριξης στους άστεγους συμπολίτες

μας περιλαμβάνοντας δράσεις από την πρόληψη έως την αποκατάσταση. Το Πρόγραμμα

Στήριξης Αστέγων είναι μια πρωτοβουλία του φορέα ΚΛΙΜΑΚΑ η οποία στηρίζεται

αποκλειστικά σε δωρεές και εθελοντική προσφορά.
www.klimaka.org.grwww.astegoi-klimaka.blogspot.com

Συράκος Δανάλης: Μια αέναος κίνηση ήταν για μένα η ζωή μου

11:07, 30 Ιουλ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/102009

Έχω ζήσει πάρα πολλά, έχω ακούσει πάρα πολλά, έχω γυρίσει όλον σχεδόν τον κόσμο, και την Ελλάδα, σαν σβούρα, από μία και δυο και τρεις φορές. Μια αέναος κίνηση ήταν για μένα η ζωή μου. Και γι αυτό, προφανώς, μου έλειπε τόσο πολύ Αθήνα και δεν έβρισκα την ώρα να γυρίσω πίσω. Αυτή –χοντρικά- ήταν η ζωή μου στον κινηματογράφο», ο γνωστός βετεράνος διευθυντής φωτογραφίας του κινηματογράφου και του θεάτρου, Συράκος Δανάλης, πολυβραβευμένος στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, με πάνω από 150 ταινίες και 800 ντοκυμαντέρ στο ενεργητικό του, αλλά και ο άνθρωπος που «έχει κάνει τη μισή Ελλάδα σκηνοθέτες»,  μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη για το tvxs, εξ αφορμής της δεύτερης έκθεσης* που παρουσιάζεται στην Αίγινα για φιλανθρωπικό σκοπό, με θέμα τα πολύμορφα ξύλινα καράβια του.

Σ.Δ.: Όλη μου η ζωή, όπου έχω βρεθεί, τυχαία ήτανε… Μόνο οι σπουδές μου ήταν συγκεκριμένες, αλλά δεν τελείωσαν ποτέ.
Γεννήθηκα το 1927, στην Αθήνα, στην Κυψέλη, Φωκίωνος Νέγρη΄ η οποία Φωκίωνος Νέγρη, τότε, ήταν ρέμα. Στη συνέχεια πήγα σχολείο, έκανα όλα αυτά που κάνουνε οι νέοι, πήγα Γυμνάσιο, τελείωσα, πήγα στρατιώτης…

Κρ.Π.: Ζήσατε και τον πόλεμο του ’40.

Σ.Δ.: Στον πόλεμο, σχεδόν, δεν έκανα τίποτα. Ήμουν σε μια ηλικία που δεν μπορούσα να προσφέρω. Γράφαμε στους τοίχους, μοιράζαμε προκηρύξεις, και όλα αυτά, παράνομα, βέβαια.
Έζησα και τον θάνατο ενός πολύ κολλητού μου φίλου, που μαζί γεννηθήκαμε, μαζί μεγαλώσαμε και μαζί είμαστε όταν τον σκοτώσανε.

Κρ.Π.: Ήσασταν στην ΕΠΟΝ τότε;

Σ.Δ.: Ναι, επί Κατοχής. Την ώρα που γράφαμε στην άσφαλτο, μας είδαν κάποιοι ταγματασφαλίτες, από την ομάδα του Μόρφη, οι οποίοι άρχισαν να πυροβολούν, και σκότωσαν το παιδί που ήταν δίπλα μου.
Στη συνέχεια είχα και φυλακές… Μετά πέρασε ο πόλεμος, και κατόπιν κοιτούσαμε πως θα δουλέψουμε, γιατί δουλειές, βέβαια, δεν υπήρχαν με τίποτε… αφού, δεν λειτουργούσε τίποτε.
Έτσι, στα 18 μου χρόνια, αναγκάστηκα να μπω τυχαία και περιστασιακά, σε κάποιο κινηματογραφικό συνεργείο. Μπήκα στον κινηματογράφο, για μεροκάματα, κάνοντας όλες τις δουλειές. Γιατί τότε, εκτός από τον διευθυντή φωτογραφίας και τον ηχολήπτη, όλοι οι άλλοι, έκαναν όλες τις δουλειές.
Σιγά – σιγά, δούλεψα όσο δούλεψα, και μετά πήγα στο στρατό. Άλλο βάσανο εκεί, να μην τα πολυλογούμε, ιστορίες, εμφύλιος, και με την επιστροφή…

Κρ.Π.: Όταν ξεκίνησε ο εμφύλιος;

Σ.Δ.: Με φέρνεις πίσω και είναι τόσα πολλά τα γεγονότα, και τόσο θλιβερά, για μένα, που δεν ξέρω, μπορεί να μη μπορούμε να συνεχίσουμε τη συνέντευξη…
Εμείς όλοι, είχαμε από έναν φάκελο στην αστυνομία. Να σκεφτείς ότι μετά την Χούντα, αν θυμάμαι καλά, χρειάστηκε να πάω να κάνω κάποιες ταινίες στην Αμερική. Διαβατήριο; Όχι βέβαια΄ δε μου δίνανε με τίποτα.
Αναγκάστηκε να πάει στον Αρχηγό της Αστυνομίας, ο ίδιος ο παραγωγός της ταινίας, όπου εκεί έβγαλαν έναν χοντρό φάκελο και του είπαν «Ορίστε, ο κύριος, αυτός είναι! Πώς να σου δώσουμε τη βίζα;».
Τρόμαξα με αυτά που είδα σε αυτόν τον φάκελο… Έμενα στη Νάξο, πάνω σε ένα απομακρυσμένο  βουνό, όχι φυσικά για παραθερισμό, αλλά γιατί τα πράγματα εδώ ήταν πάρα πολύ δύσκολα.  Και με τα παιδιά, του σπιτιού που έμενα, πηγαίναμε στους αγρούς με τις κατσίκες… και καθώς είχε μία ωραία κατσίκα, κάτασπρη, με το μυαλό μου το παιδικό, όπως θα το χαρακτήριζα -γιατί ένας άνθρωπος με μια λογική δεν θα το έκανε ποτέ- πήρα κατακόκκινα μπορντώ μούρα και ζωγράφισα από τη μια και την άλλη πλευρά ένα σφυροδρέπανο! Καταλαβαίνεις, πως, όταν τα είδαν οι χωριανοί, κόντεψαν να με σκοτώσουν. Γιατί οι Ναξιώτες, τότε, ήταν κατ’ εξοχήν Βασιλικοί.
Θέλω, να πω, είναι τόσα πολλά αυτά που γίνονταν… Τέλος πάντων, κατάφερε ο παραγωγός και πήρε τη βίζα, με την προϋπόθεση να φύγω μόνο για να κάνω τις ταινίες και να γυρίσω αμέσως. Και πράγματι αυτό έγινε.
Αν και στην Αμερική, μου δόθηκε μία καταπληκτική ευκαιρία, μέσω μίας παραγωγού, η οποία μου έκανε την πρόταση: «Συράκο, αν  μείνεις πέντε χρόνια εδώ στην Αμερική, δεν θα χρειαστεί να ξαναδουλέψεις στη ζωή σου, γιατί θα έχεις κερδίσει τόσα χρήματα…», αλλά εγώ της απάντησα ότι «δεν μένω ούτε πέντε ώρες», διότι ήμουν λάτρης της Αθήνας. Όπου πήγαινα, το μυαλό μου ήταν στο πότε θα γυρίσω πίσω…

Κρ.Π.: Και πότε γίνατε Διευθυντής Φωτογραφίας στον Κινηματογράφο;

Σ.Δ.: Πριν από όλα αυτά, να σου πω, ότι πήγα στην Ιταλία, στο Πέργαμο, να σπουδάσω σχεδιαστής υφαντουργικής, αλλά λόγω κάποιον οικονομικών μέτρων του Μαρκεζίνη αναγκάστηκα να τις σταματήσω και να γυρίσω πίσω, όπου, βέβαια, δεν υπήρχαν δουλειές, και έτσι πάλι βρέθηκα να δουλεύω στον κινηματογράφο. Στον οποίον, τελικά, «κόλλησα» κιόλας.

Κρ.Π.: Είπατε ότι ξεκινήσατε να σπουδάζετε σχεδιαστής υφαντουργικής, όπου φαντάζομαι, φάνηκε ότι έχετε ταλέντο να δημιουργείτε με τα χέρια, όπως σήμερα με αυτή την έκθεση με τα καράβια…

Σ.Δ.: Ναι, ίσως. Και πριν αρχίσω τα καράβια, έφτιαχνα καθρέφτες. Οι καθρέφτες αυτοί, με γεωμετρική ζωγραφική, ήταν σημείο αναφοράς.  Δηλαδή, δεν ήταν καθρέφτες που μπορούσες να βάλεις στο μπάνιο κλπ…

Κρ.Π.: Και η υφαντική τέχνη, επίσης έχει γεωμετρική ζωγραφική…

Ναι, αυτού του είδος το σχέδιο, μου άρεσε. Έκανα και εκθέσεις με τους καθρέφτες που πήγαν πολύ καλά. Στη συνέχεια, κάποιες παραμονές Χριστουγέννων, η σύντροφός μου η Άννα, μου λέει «θέλω να κάνεις από χαρτόνι ένα καραβάκι να το στολίσω», και έτσι έφτιαξα το πρώτο καράβι, το στόλισε, και όλα ωραία και καλά. Αλλά μετά, μου λέει, «γιατί δεν κάνεις ένα ξύλινο;». Της λέω, «δεν έχω ιδέα!», «όχι!..» επέμενε, σαν τα παιδιά, «…θέλω να μου κάνεις ένα ξύλινο!».
Βρε μπελά που έβαλα, έλεγα, και ξεκίνησα να κάνω ένα ξύλινο, ένα πρωτόλειο βέβαια, σε μέγεθος 70 εκατοστών. Στο τέλος, κάπου μου άρεσε, όλη αυτή η ιστορία, ήθελα και εγώ να ασχολούμαι με κάτι, και κάπως έτσι, το προχώρησα επί χρόνια, και έχω φτάσει εδώ, και είμαι ικανοποιημένος. Αν και ποτέ δεν είσαι ικανοποιημένος. Οπότε θα προσπαθώ για ακόμα κάτι καλύτερο.

Κρ.Π.: Τι είδους καράβια είναι αυτά; Τί το ιδιαίτερο έχουν;

Σ.Δ.: Για μένα δεν έχουν τίποτα το ιδιαίτερο, για τον κόσμο είναι… Εγώ τα κάνω έτσι όπως μου ‘ρθει… Βέβαια, με τη μορφή του καραβιού πάντα. Κάνω διάφορα: κουρσάρικα, μπρατσέρες, φεριμπόουτ, υπερωκεάνια, ναυάγια, αλλά όλα αυτά -εκτός από τα κότερα– που θα βρίσκονται στην έκθεση, όλα φωτίζονται. Οι καμπίνες τους, τα πάντα, είναι φωτισμένα. Τα κουρσάρικα που είναι και εντυπωσιακά, με τις γέφυρες πίσω, ψηλές, μεγάλες…
Κάναμε πριν δύο χρόνια την πρώτη έκθεση στο Λαογραφικό Μουσείο και πήγε καλά. Τώρα κάνουμε τη δεύτερη, η οποία δεν είναι προς όφελος δικό μου, αφού όλα τα χρήματα θα διατεθούν για φιλανθρωπικό σκοπό. Δηλαδή, για το Νοσοκομείο της Αίγινας το οποίο πάσχει, και για το Θέατρο το οποίο είναι ένα Καποδιστριακό παλιό κτίριο, που το μεταχειριζόμαστε σαν θέατρο, και όπου υπάρχει μια φοβερή ακουστική στην κεντρική του αίθουσα, που δεν το συναντάς στην Αθήνα, σε κανένα θέατρο.
Εκείνοι που το έφτιαξαν, πριν 200 χρόνια, τυχαία, βέβαια το έφτιαξαν έτσι. Αλλά στην Ελλάδα, όπως συμβαίνει συνήθως, τα αφήνουνε και ερημώνουν, και σαπίζουν οι πόρτες και εμείς τα διορθώνουμε. Δεν είχε καθόλου θέρμανση, και πέρυσι έβαλα χρήματα και στην συνέχεια, βέβαια, τα πήρα πίσω. Αλλά πώς τα πήρα; Δίνοντας ένα καράβι, που το βγάλανε στη λοταρία…  Έτσι μπήκε θέρμανση στο θέατρο, και είναι ένα… από τα επτά θαύματα!

Κρ.Π.: Συνήθως τα δημιουργήματα της τέχνης, επειδή πηγάζουν κυρίως από τα βιώματα, έχουν ως αφετηρία την παιδική ηλικία. Τα δικά σας καράβια, έχουν κάποια σχέση με αυτήν;

Σ.Δ.: Όχι, όχι. Δεν έχουν καμία καταγωγή, ούτε εμπειρία, ούτε από το σόι μου… Δεν ήταν καπεταναίοι, καμία σχέση. Καμία απολύτως.
Το ξεκαθάρισα, ότι με τη θάλασσα δεν έχω καμία σχέση.

Κρ.Π.: Το καράβι συμβολίζει το ταξίδι της ζωής…

Σ.Δ.: Γι’ αυτό λοιπόν, και εγώ έχω φροντίσει να κάνω από όλων των ειδών τα καράβια…

Κρ.Π.: Δεν είπατε, πώς φτάσατε μέχρι την δεύτερη έκθεση, από το πρώτο ξύλινο καράβι…

Σ.Δ.: Μου άρεσε η διαδικασία. Συνταξιούχος είμαι, πια, εργάτης είμαι, και φτιάχνω διάφορα καράβια. Ανάλογα το κέφι μου.
Μάλλον, έχεις δίκιο, για τις εσωτερικές καταβολές. Το κάθε τι που έχω ζήσει, μπορεί να συμβολίζει και ένα διαφορετικό καράβι. Δεν ξέρω.

Κρ.Π.: Ως Διευθυντής Φωτογραφίας, έχετε βιώσει τις διαφορετικές οπτικές μιας αφήγησης.

Σ.Δ.: Τις «γωνίες» που λέμε. Ναι, πάρα πολλές. Έχω ζήσει πάρα πολλά, έχω ακούσει πάρα πολλά, έχω γυρίσει όλον σχεδόν τον κόσμο, και την Ελλάδα, σαν σβούρα, από μία και δυο και τρεις φορές. Μια αέναος κίνηση ήταν για μένα η ζωή μου. Και γι αυτό, προφανώς, μου έλειπε τόσο πολύ Αθήνα και δεν έβρισκα την ώρα να γυρίσω πίσω. Αυτή –χοντρικά- ήταν η ζωή μου στον κινηματογράφο.
Ξεκίνησα κάνοντας τα πάντα, αλλά με υπομονή και επιμονή. Στη συνέχεια μου δόθηκε μια ευκαιρία να γίνω βοηθός οπερατέρ, γιατί εδώ στην Ελλάδα, ο διευθυντής φωτογραφίας κάνει και τις δυο δουλειές΄ και οπερατέρ και διευθυντής φωτογραφίας. Για λόγους οικονομίας, δηλαδή.
Ενώ στο εξωτερικό, άλλος είναι ο οπερατέρ και άλλος είναι ο διευθυντής φωτογραφίας.
Σιγά σιγά, δούλεψα με μεγάλους διευθυντές φωτογραφίας, έμαθα, πρόσεξα, μ’ άρεσε, ήθελα να εξελιχθώ, και από κει και πέρα προχώρησα, βάζοντας ένα στοίχημα με τον εαυτό μου, λέγοντας ότι σε πέντε χρόνια, εάν και εφόσον δεν καταφέρω ν’ ανέβω προς τα πάνω, θα τα παρατήσω.
Πράγματι, τα κατάφερα. Και τότε, άρχισαν απανωτά οι ταινίες, τα βραβεία, τα φεστιβάλ, όλα αυτά, εν πάση περιπτώσει, και στο τέλος καταλήξαμε στην ΕΡΤ, λόγω του ότι, πέθανε ο κινηματογράφος.
Όπως ξέρεις, το ’74 – ’75, τελείωσε ο κινηματογράφος. Δηλαδή, όποιος έμεινε να κάνει κινηματογράφο, απλώς, έβγαζε δισκάκι στο δρόμο, για να ζήσει. Δεν γίνονταν ταινίες πια.
Εκείνο τον καιρό, μου έκαναν μια πρόταση από την ΕΡΤ και τελικά, πήγα. Γιατί, στην αρχή, όταν επισκέφτηκα την Ρηγίλλης για να κάνω το συμβόλαιο, λέω «Τί είναι αυτό»; Συνηθισμένος από τον κινηματογράφο, που παίρναμε εκείνα τα χρήματα που παίρναμε, είπα, τί θα ‘ρθω για… το γιαούρτι μου; Και σηκώθηκα και έφυγα.
Τότε, ακριβώς έξω από τον τότε Βασιλικό Κήπο, όπως τον έλεγαν, με πρόλαβε η κυρία Ζαχαροπούλου, και μπράβο της και την ευχαριστώ γι’ αυτό, και μου λέει, σε παρακαλώ Συράκο, γύρνα, υπόγραψέ το, δεν σε πιέζει κανείς, ότι ώρα θες φεύγεις! Αλλά, δυστυχώς, επαληθεύτηκε το μηδέν μονιμότερον του προσωρινού… Βεβαίως, δεν μετανιώνω.

Κρ.Π.: Πόσα χρόνια εργαστήκατε στην ΕΡΤ;

Σ.Δ.: Δεκαοκτώ. Μια ζωή! Αλλά δεν μετανιώνω, όπως είπα. Γιατί, στη συνέχεια, και οικονομικά ικανοποιήθηκα, και έκανα δουλειές ωραίες, που μου αρέσανε, τελικά.
Δηλαδή, έκανα φοβερά πράγματα στην ΕΡΤ, σε σχέση ειδικά με τα ντοκυμαντέρ, εκτός από σήριαλ, τηλεταινίες, κλπ. Πρέπει να έχω κάνει, χωρίς υπερβολή, κάπου 800 με 1000, ημίωρα ντοκυμαντέρ, μόνο για την εκπομπή «Η ΕΡΤ στη Βόρειο Ελλάδα» αλλά και στο «Μουσικό οδοιπορικό» με τη Δόμνα Σαμίου, έγιναν 400 ημίωρα, μόνο από δύο εκπομπές. Και άλλα, εκατοντάδες. Μου άρεσε η εναλλαγή, το ότι σε μια δυο μέρες έφευγες από το ένα μέρος και πήγαινες να κάνεις κάτι άλλο. Δεν καθόσουν, όπως στις ταινίες, δύο και τρεις μήνες στο ίδιο μέρος… Τα ίδια και τα ίδια΄οι ηθοποιοί, ξανά, μανά, κλακέτες, πάμε, άλλος δεν τά ‘λεγε…
Θυμάμαι μία ηθοποιό, μεγάλη κιόλας, που έπρεπε ένα πει σε ένα μαραγκούδικο: «Η πόρτα που μου έφτιαξες, τρίζει». Ε, δεν μπορούσε να το πει΄ έλεγε «θρίζει». Κι η πόρτα «θρίζει»… και η πόρτα «θρίζει»… και έτσι «έθριζε»… μέχρι το πρωί! Καταλαβαίνεις, ότι ανάλογα γεγονότα, σου διαλύουν τα νεύρα. Γι αυτό έκανα και ελάχιστα διαφήμιση. Δεν μπορούσα να κάθομαι πίσω από ένα μπουκάλι πέντε ώρες! Ή μπροστά από ένα μωρό που κλαίει, από το πρωί μέχρι το απόγευμα… Γινόμουν ερείπιο!

Κρ.Π.: Επί τη ευκαιρία, παιδιά κάνατε;

Σ.Δ.: Βεβαίως. Έχω μία κόρη και έναν εγγονό μεγάλο, σπουδαγμένο.

Κρ.Π.: Οι γονείς σας, πού γεννήθηκαν και με τι ασχολούνταν;

Σ.Δ.: Ο πατέρας και η μητέρα μου, ήταν από την Κεφαλλονιά.  Ο πατέρας μου ήταν καθηγητής μαθηματικών στο Σουδάν, και μετά πήγε στην Αλεξάνδρεια, και όταν γύρισε στην Ελλάδα, γνώρισε τη μάνα μου, παντρεύτηκαν και έκαναν πάρα πολλά παιδιά.

Κρ.Π.: Πόσα;

Σ.Δ.: Μην τρομάξεις… Έντεκα!  Βέβαια ποτέ δεν είμαστε έντεκα. Επτά ήμασταν, όταν γεννήθηκα εγώ. Αλλά, τώρα είμαι μόνος μου. Είμαι ο μοναδικός επιζών, που λένε. Και σκοπεύω να ζήσω αρκετά ακόμα. Ήμουν όμως, ο βενιαμίν. Και έχω μοιάσει στη μάνα μου.
Μάλιστα, τώρα το θυμήθηκα αυτό, στην αρχή, ήθελα να γίνω καπετάνιος. Οι φίλοι μου, η παρέα μου, ήθελαν να γίνουν καπεταναίοι… και γω από κοντά… Η μάνα μου, όμως, δεν με άφησε να γίνω, με τίποτα, γιατί είχε χάσει τόσα παιδιά, και φοβόταν.

Κρ.Π.: Το όνομά σας, Συράκος, από πού προέρχεται; 

Σ.Δ.: Ο παππούς μου, ο πατέρας του πατέρα μου,  εργαζόταν στο Αργοστόλι, για τους Κοσμετάτους, δύο αδέλφια, ανύπαντροι και οι δυο. Στη συνέχεια ο ένας από αυτούς, ζήτησε να με βαφτίσει μια και ήταν πολύ φίλοι με τον πατέρα μου. Όπως έμαθα αργότερα, με βάφτισε μαζί με την αρραβωνιαστικιά του, μια γερμανίδα, της οποίας της άρεσε πολύ η Ελλάδα, και σε ένα ταξίδι τους, πέρασε και από το χωριό του Κρυστάλλη του ποιητή, το Συρράκος, (γράφεται με δύο ρ και περισπωμένη στο άλφα) έξω από τα Γιάννενα, απέναντι από τους Καλλαρύτες, (φοβερά χωριά και τα δύο, μάλιστα στο Συρράκος, δεν πάτησαν οι Τούρκοι ποτέ), και της άρεσε, λοιπόν, αυτό το χωριό και μου… φόρτωσε το όνομά του. Τώρα, καλά έκανε; Κακά; Δεν ξέρω. Το πήρε και ο εγγονός μου, και ελπίζω να μη με βλαστημάει…

Τη νονά μου, τη γερμανίδα αυτή, μια μέρα στην Κατοχή, μου είπε η μητέρα μου «έλα εδώ», είχε μία φωτογραφία, που ήταν κρεμασμένη η νονά μου. Μένοντας στην Ελλάδα, που την λάτρευε, όπως είπα, έγινε σύνδεσμος με τους αντάρτες, οπότε, την έπιασαν και την κρεμάσανε.

Κρ.Π.: Θυμάστε κάτι αξιοσημείωτο από την ιστορία της οικογένειά σας;

Σ.Δ.: Τίποτα το αξιοσημείωτο. Ήμασταν μια αστική οικογένεια που μεγαλώναμε όπως όλες οι αστικές οικογένειες.

Κρ.Π.: Με πολλά παιδιά όμως…

Σ.Δ.: Και γι αυτό, είχαμε τέτοια ανεξαρτησία… Δεν μπορούσαν να μας ελέγξουν. Περάσαμε καλή ζωή. Εκτός βέβαια από την Κατοχή, και όλα αυτά…

Κρ.Π.: Πόσες ταινίες κάνατε; Θέλετε να μιλήσετε για κάποιες από αυτές, όπως και για τα ντοκιμαντέρ;

Σ.Δ.: Όσα ντοκιμαντέρ έκανα, χωρίς να αναφέρω και εκείνα της ΕΡΤ, όλα βραβεύτηκαν στο Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης.
Είχα το σκεπτικό, ότι όλοι οι νέοι σκηνοθέτες, πρέπει να βοηθιούνται, και ότι αυτοί είναι και το μέλλον του κινηματογράφου.
Τί γινόταν στον κινηματογράφο τότε; Ήταν περίεργο. Ένας νέος σκηνοθέτης, έμπαινε μέσα; Αμέσως υπήρχε δούλεμα και ψιλοειρωνείες. Μα, τι να ξέρει ένας νέος σκηνοθέτης; Ξέρει, όσα μπορεί να ξέρει. Δηλαδή, δεν ξέρει πολλά πράγματα. Στο κάτω κάτω της γραφής, οι περισσότεροι έκαναν ότι μπορούσαν, ούτως ώστε να τον πετάξουν έξω… Εγώ, ήμουν τελείως αντίθετος. Γι αυτό κυκλοφορούσε και στην πιάτσα του κινηματογράφου, ότι ο Συράκος Δανάλης, έχει κάνει τη μισή Ελλάδα σκηνοθέτες.

Κρ.Π.: Κάποιοι Έλληνες σκηνοθέτες, από τους σημαντικότερους, που έχετε δουλέψει μαζί τους;

Σ.Δ.: Και με ποιόν δεν έχω δουλέψει.. Και με τον Παντελή Βούλγαρη, αφού όμως, πρώτα, είχε κάνει καριέρα και ήταν γνωστός. Και στην αρχή, που έκανε τον Τζίμη τον Τίγρη, μια ιστορία μικρού μήκους, εκεί ήμασταν όλοι, με ότι μπορούσε ο καθένας. Δεν νομίζω ότι υπάρχει κανένας σκηνοθέτης που να μην έχω δουλέψει μαζί του, εκτός από τον Αγγελόπουλο, που στην πρώτη του ταινία, την Αναπαράσταση, ενώ ήταν να την κάνουμε μαζί, δεν το καταφέραμε, γιατί είχα ένα άλλο συμβόλαιο στις ίδιες τις ημερομηνίες για κάποια άλλη ταινία.

Κρ.Π.: Κάποιες ταινίες που ήταν σταθμοί στην καριέρα σας, ως Διευθυντής Φωτογραφίας;

Σ.Δ.: Σταθμός ήταν η Εκδρομή του Κανελλόπουλου, η πρώτη μου δουλειά σαν διευθυντής φωτογραφίας, αν θυμάμαι καλά. Εκεί πήρα και το πρώτο βραβείο φωτογραφίας. Στη συνέχεια, κάναμε την Παρένθεση, πάλι με τον Κανελλόπουλο, και μετά την ταινία Με τη λάμψη στα μάτια, με τον Γλυκοφρύδη, που πήρε οκτώ βραβεία στη Θεσσαλονίκη.
Και εκτός από τις ταινίες, επακολούθησαν και όλα τα παρελκόμενα. Σήριαλ, τηλεταινίες, ντοκυμαντέρ.

Κρ.Π.: Κάποιο βιβλίο γράψατε για όλα αυτά;

Σ.Δ.: Δεν έχω γράψει και ούτε πρόκειται. Δε με ενδιαφέρει. Τα αφήνω πίσω όλα αυτά.

Κρ.Π.: Τουλάχιστον, για τους φοιτητές, που θέλουν να μάθουν την ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου θα ήταν πολύ ενδιαφέρον. 

Σ.Δ.: Το ίδιο πράγμα μου λέει η Άννα, χρόνια τώρα. Αλλά, δεν μπορώ, φορτίζομαι. Διότι, δεν μπορώ να αφηγηθώ μόνο για τον κινηματογράφο. Να αφηγηθώ, και θέλω να μπορέσω, από την Κατοχή και μετά. Γιατί ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της ζωής μου, το οποίο εξακολουθεί να ζει, είναι αυτή η ιστορία με την Αντίσταση, όπως είπα πριν, που σκότωσαν τον κολλητό μου, αυτοί οι αλήτες. Την ώρα που γράφαμε στην άσφαλτο -γιατί τότε εμείς κάναμε… μόδα να γράφουν στην άσφαλτο, εκτός από τους τοίχους- με τον φίλο μου τον Κανάκη, βγήκαν από ένα σπίτι δύο με πολιτικά, και μόλις μας είδαν, έβγαλαν τα περίστροφα και τον σκοτώσανε, ενώ τραυμάτισαν και τον μεγάλο αδελφό μου.

Κρ.Π.: Όλα αυτά, εκτός των άλλων, θα είχαν μεγάλη αξία να τα πείτε και στην εθελοντική Ομάδα Προφορικής Ιστορίας Κυψέλης, που καταγράφει προσωπικές μαρτυρίες για τη δεκαετία του ’40. Επιστρέφοντας, τώρα, στη δεύτερη έκθεση με τα ξύλινα καράβια σας, τι είναι το πιο σημαντικό που θα θέλατε να αναφερθεί;

Σ.Δ.: Το σημαντικό, κατ’ αρχάς, είναι ότι θα γίνει η έκθεση. Αλλά, γι αυτό που έχω μία μικρή αγωνία, είναι να πουληθούν τα καράβια. Άλλωστε, η τιμή τους είναι σχεδόν τσάμπα, ούτως ώστε να μαζευτούν κάποια χρήματα, για να δοθούν σε αυτό το Νοσοκομείο, που δεν έχει σύριγγες, δεν έχει γάζες… είναι τραγωδία. Όπως και στο θέατρο, να φτιαχτούν αυτές οι πόρτες, επιτέλους, κάποτε.

Κρ.Π.: Τα έσοδα δηλαδή, θα δοθούν, τα μεν για την φροντίδα της υγείας του σώματος, τα δε για την φροντίδα της υγείας… της ψυχής; Μάλλον, δεν είναι τυχαίο, που αυτά τα δύο, το Νοσοκομείο και το Θέατρο, τα «πονάτε».  

Σ.Δ.: Ναι, τα «πονάω», όπως και η Άννα Γεραλή, η γυναίκα μου, που παλεύει και εκείνη γι’ αυτό. Δεν γίνεται. Το χειμώνα, για παράδειγμα, στο θέατρο, οι θεατές παρακολουθούσαν με παλτά και σκούφους στο κεφάλι, και οι ηθοποιοί έπαιζαν φορώντας ένα μπλουζάκι… Δεν γινόταν. Πήρα την άδεια από τον Δήμαρχο και βάλαμε θέρμανση…

Κρ.Π.: Επιστρέφοντας στην παρούσα έκθεση, τι άλλο θα θέλατε να προσθέσετε;

Σ.Δ.: Να αναφέρουμε οπωσδήποτε την κυρία Μάρθα Σημαντώνη, που μας παραχωρεί τον χώρο, δωρεάν βέβαια, και την ευχαριστούμε, επί της οδού Σπύρου Ρόδη, πίσω ακριβώς από τα ψαράδικα. Επίσης, ευχαριστούμε την κυρία Βάρτζελη, η οποία είναι η Πρόεδρος του Πολιτιστικού Συλλόγου Γυναικών «Η Αφαία», που διοργανώνει και την έκθεση.

Κρ.Π.: Στην Αίγινα πώς αποφασίσατε να μείνετε μόνιμα;

Σ.Δ.: Το 1950, ήρθε ο πατέρας της Αννούλας, ο ποιητής Γιώργος Γεραλής, τον οποίο κάλεσε ο Τάκης Καλμούχος ένας σπουδαίος ζωγράφος, προσωπικός φίλος του  Καζαντζάκη και αγόρασε ένα οικόπεδο πλάι στη θάλασσα και έχτισαν ένα μικρό σπίτι΄όπως γινόταν τότε. Από τότε που ήμασταν μαζί με την Άννα, ερχόμασταν πάντα ένα μήνα κάθε καλοκαίρι. Πριν 7 χρόνια, της λέω «Γιατί να μη μείνουμε εδώ;». Εμένα προσωπικά με την Αθήνα δε με συνδέει κάτι, όλοι μου οι φίλοι έχουν φύγει. Έμεινα τελευταίος. Όλο, τελευταίος μένω…
Και έτσι, μείναμε εδώ μόνιμα. Να φανταστείς, ότι δεν θέλω ούτε να την ακούω την Αθήνα. Τα παιδιά μου είναι στην Αθήνα; Όποιος θέλει να έρθει…

Κρ.Π.: Μείνατε τελευταίος, να… ταξιδεύετε, όλους τους αγαπημένους σας;

Σ.Δ.: Ακριβώς.

Κρ.Π.: Τι θα λέγατε σε κάποιον νέο που ασχολείται με την φωτογραφία στον κινηματογράφο;

Σ.Δ.: Θα του έλεγα ότι αν δεν το αγαπάει να μην το κάνει. Αν το κάνει μόνο για βιοποριστικούς λόγους, να τα παρατήσει και να κοιτάξει να βρει μια άλλη δουλειά.

Κρ.Π.: Και αν θέλατε να του πείτε, το πιο ωραίο που έχει αυτή η δουλειά, ή και το πιο άσχημο ενδεχομένως; Ποιο θα ήταν αυτό;

Σ.Δ.: Για μένα η ομορφιά αυτής της δουλειάς, είναι το αποτέλεσμα. Όταν το αποτέλεσμα ήταν αυτό που φιλοδοξούσα να είναι, ήμουν πανευτυχής, αδιαφορώντας για οτιδήποτε άλλο. Γιατί; Γιατί αυτό που έκανα το αγαπούσα. Παρόλο που είναι η πιο σκληρή δουλειά που μπορεί να υπάρξει. Όχι ο τωρινός κινηματογράφος. Εκείνος ο κινηματογράφος… που δεν είχες τα μέσα.
Για παράδειγμα, θυμάμαι ένα νυχτερινό γύρισμα στο Λαγκαδά. Ο Κανελλόπουλος μου ζήτησε ένα πλάνο, του Κώστα Καραγιώργη, με τα μάτια του. Ένα τρε γκρο πλαν που λέμε. Αυτό για να το κάνεις, πρέπει να έχεις κάποιο ανάλογο φακό. Που να τους βρούμε τους φακούς, όμως, τότε; Λέω, λοιπόν, θα το επιχειρήσω, και θα δούμε. Όσο ο φακός μακραίνει από το σημείο εστίασης, τόσο γίνεται πιο ζουμ -να το πούμε – πιο μικρός, κλειστός. Λοιπόν, τί έκανα; Έβγαλα το φακό, από τη θέση του, και τον έφερα προς τα έξω και κέρδισα, έτσι, ένα εκατοστό. Και με αυτό, πράγματι, έγινε το πλάνο που ήθελε ο Κανελλόπουλος. Με φόβο ψυχής, μη πέσει ο φακός κάτω… Σήμερα, δεν υπάρχει τέτοιο πρόβλημα, κανένα. Ακόμα κι αν θέλει να πάρεις το μισό μάτι σου…
Χωρίς αυτό να λέει, ότι θέλω να παραστήσω τον εαυτό μου σαν ήρωα, ή τους παλιούς, αλλά γενικά, πράγματι, ήταν ήρωες. Ήταν ηρωικός κινηματογράφος!

Πλέον, έχω κάνει την αυτοκριτική μου, είμαι ήρεμος, είμαι 86 χρονών, και θα πάω 110. Εκεί υπολογίζω. Κάνω τα καραβάκια μου΄ δεν τα πουλάω ποτέ, τα χαρίζω στους φίλους μου΄ όλοι οι φίλοι μου έχουν καράβια΄ να ταξιδεύουν και να ναι καλά. Όλοι, οι καινούργιοι φίλοι μου. Γιατί οι παλιοί έχουν φύγει, όπως είπα, όλοι. Ο τελευταίος ήταν ο Κατσουρίδης


Η έκθεση θα πραγματοποιηθεί από 3 έως 16 Αυγούστου 2012 στο κτήριο της οδού Σπύρου Ρόδη 9, πίσω από το Δημαρχείο.

Αρης Μεσσινης: Ο πολεμος των ατακτων

Ο Άρης Μεσσίνης για τη φωτο που έκανε το γύρο του κόσμου

08:11, 05 Νοε 2011 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/75008

Ο φωτορεπόρτερ Άρης Μεσσίνης μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη και το tvxs.gr, για τον… τρελό πόλεμο της Λιβύης, για τα βιώματα και τους κινδύνους της δουλειάς του, αλλά και για την… σουρεαλιστική φωτο που έκανε το γύρο του κόσμου. Κυρίως, όμως, μοιράζεται μαζί μας το μεγάλο ερωτηματικό που… κουβάλησε στις αποσκευές του, το οποίο – όπως όλα δείχνουν- έγινε και η αφορμή της πρώτης του έκθεσης.

Πώς αποφάσισες να γίνεις φωτογράφος;
Έζησα από μικρός τη φωτογραφία λόγω του πατέρα μου, Δημήτρη Μεσίνη, ο οποίος είναι φωτορεπόρτερ και υπεύθυνος για την ανατολική Ευρώπη και την Ελλάδα στο Associated Press. Ξεκίνησε στη Θεσσαλονίκη αλλά ήρθε στην Αθήνα το ’82, λόγω κρίσης στη δουλειά του και βέβαια τον ακολούθησε όλη η οικογένεια… Εσωτερικοί οικονομικοί μετανάστες!
Η φωτογραφία μπορεί να συγκινεί τον καθένα μας, αλλά με επηρέασε και το γεγονός ότι σε αυτή τη δουλειά έχεις τη δυνατότητα να δεις πράγματα που δεν μπορούν να δούν άλλοι, είσαι στην καρδιά των γεγονότων και αναπόφευκτα είσαι εκείνος που θα ενημερώσει τον κόσμο, δηλαδή, εσύ βγάζεις συμπέρασμα και άποψη από το τι βλέπεις, οπότε, μετά, μπαίνει και ο κανόνας της δουλειάς, το πόσο, δηλαδή, είσαι αντικειμενικός…

Ποια ήταν η πρώτη σου δουλειά;
Στο Act Sports, τα Σαββατοκύριακα, αθλητικό, γήπεδα, τα πάντα, για ένα χρόνο περίπου. Τον επόμενο χρόνο είχε ξεκινήσει ο πατέρας μου στο Associated Press το ’97, και πήγα να δουλέψω άμισθος για πρακτική στο ελεύθερο ρεπορτάζ που τα συμπεριλαμβάνει όλα. Κατόπιν, με προσέλαβε ο διευθυντής του  Associated Press ως βοηθό, χαμηλόμισθο. Έτσι, σιγά σιγά, μπήκα στο… χορό των ξένων πρακτορείων. Το 2003, άνοιξε γραφεία στην Αθήνα το Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων (ΑFP), έκανα αίτηση, με δεχτήκανε, μου έδωσαν καλό μισθό και στη συνέχεια τη θέση του διευθυντή φωτογραφικού τμήματος στην Ελλάδα.

Αυτή η έκθεση πως προέκυψε;
Κατ’ αρχάς, από τον ίδιο το χώρο που γίνεται, το IPPO, το οποίο είναι το μπαρ ενός φίλου  φωτογράφου και βρίσκεται στη Θησέως έναν πεζόδρομο κάτω από τη Λέκκα στο Σύνταγμα. Κάποια στιγμή, είπαμε να βάλουμε κάποιες εικόνες για μας, γιατί εκεί συχνάζουμε φίλοι φωτογράφοι, τα λέμε, πίνουμε καμιά μπύρα. Έτσι, σκεφτήκαμε να βάλω 10- 15 εικόνες τυπωμένες και να δούνε οι συνάδερφοι ένα μέρος του τι έκανα εγώ εκεί κάτω. Μετά κατάλαβα ότι υπήρχε το ενδιαφέρον και άλλων, εκτός χώρου, οπότε είπαμε και με τον πατέρα μου να το κάνουμε σε στυλ έκθεσης. Η συγκεκριμένη έκθεση βέβαια δεν έχει μια συγκεκριμένη θεματολογία, όμως, είναι στιγμιότυπα της καθημερινής ειδησιογραφίας τον καιρό που ήμουν στη Λιβύη, από τον Μάρτιο μέχρι τον Απρίλιο και από τα τέλη Σεπτεμβρίου μέχρι τέλη Οκτωβρίου που, όμως, ότι όποιος τα δει, μπορεί να σχηματίσει μια άποψη για το τι έγινε εκεί.

Πώς αποφάσισες να πάς στη Λιβύη;
Μου ζητήσανε να αντικαταστήσω κάποιους άλλους φωτογράφους, διότι σε τέτοιες καταστάσεις δεν κάθεται κανείς πάνω από ένα μήνα, επειδή αρχίζει και γίνεται επικίνδυνο. Εξοικειώνεσαι -εκτός των άλλων- με το χώρο, οπότε ίσως να κάνεις κι ένα… βήμα παραπάνω που μπορεί να αποβεί μοιραίο για σένα. Σε κάθε ομάδα είναι ένας δημοσιογράφος, ένας φωτογράφος και πιθανόν ένας κάμεραμαν.
Εκεί, ζώντας όλη μέρα με τους αντικαθεστωτικούς της Λιβύης, πρώτα συνειδητοποίησα ότι δεν είχαν καμία γνώση από στρατιωτικές επιχειρήσεις και από όπλα γενικά, γι’ αυτό έχω βάλει και τον τίτλο στην έκθεση «Ο πόλεμος των Ατάκτων».
Μετά, ενώ είχα το σκεπτικό, ότι πάω να δω την επανάσταση ενός λαού που προσπαθεί να κερδίσει την ελευθερία του, αναρωτήθηκα τελικά αν ήταν τόσο το θέμα της ελευθερίας, όσο ο έλεγχος του  πετρελαίου.  Αυτή η εντύπωση μου δόθηκε, ότι, τελικά, ο πόλεμος έγινε για να αλλάξει χέρια το χρήμα. Και έτσι, άρχισε σιγά σιγά και μέσα στο μυαλό μου να φαίνεται σαν ένας… παράλογος πόλεμος, που κανείς δεν ξέρει τον πραγματικό λόγο για τον οποίο πολεμάει.

Οι ίδιοι τι εντύπωση σου έδωσαν;
Ότι πίστευαν πως πολεμάνε για την ελευθερία τους. Την δεύτερη φορά που πήγα, όμως, όταν πια κερδίζανε την επανάστασή, βίωσα και τη διχόνοια μεταξύ τους. Γι’ αυτό έφυγα και μ’ ένα μεγάλο ερωτηματικό: Εντάξει, ναι, τον Καντάφι τον διώξατε, τον φάγατε, αλλά από δω και πέρα για τον λαό της Λιβύης, μήπως είναι πιο επικίνδυνα τα πράγματα;

Φοβάσαι δηλαδή ότι θα γίνει εμφύλιος;
Ναι, δίνω πολλές πιθανότητες ότι θα αρχίζουν να σκοτώνονται μεταξύ τους. Ο στρατός των εξεγερμένων είχε χωριστεί σε δυο στρατούς, τον στρατό της Βεγγάζης και τον στρατό της Μιστράτα. Ναι, μεν, οι δυο στρατοί είχανε τον κοινό στόχο τους, την Σύρτη, που ήταν η τελευταία πόλη που είχε μείνει στα χέρια των Κανταφικών, αλλά όταν συναντιόνταν αυτοί οι δυο στρατοί μέχρι και όπλα βγαίνανε!

Εσύ όταν έφυγες τι γινόταν εκεί; 
Είχαν μείνει δυο μικρές περιοχές υπό τον έλεγχο των Κανταφικών. Ήταν ζήτημα ημερών να τελειώσει η ιστορία, απλά έφτασε ο καιρός που έπρεπε να αλλάξει η ομάδα μας, πάλι. Μας άλλαξαν και δυο- τρεις μέρες νωρίτερα, γιατί την τελευταία μέρα που δούλεψα στην πρώτη γραμμή έγινε μια έκρηξη και τραυματίστηκε ο δημοσιογράφος που ήταν μαζί μου. Έτσι, έφυγα στις 16 Οκτωβρίου.
Εγώ τον ονομάζω εμφύλιο αυτόν τον πόλεμο που έγινε ανάμεσα στον στρατό και τους εξεγερμένους, γιατί από τη στιγμή που ο στρατός της χώρας πολεμάει με τον λαό της χώρας είναι εμφύλιος. Κανένας όμως, μέχρι τώρα δεν έχει τολμήσει να τον ονομάσει εμφύλιο, και δεν ξέρω γιατί.

Ένας φωτορεπόρτερ που ζει στην πρώτη γραμμή ενός πολέμου, εκτός του ότι κινδευνεύει η ίδια του η ζωή, κινδευνεύει και από τον  τον λεγόμενο δευτερεύοντα τραυματισμό, εφόσον εκτίθεται δευτερευόντως, δηλαδή, ως μάρτυρας θανάσιμης βίας ή και φρικαλεοτήτων. Οπότε, κανονικά όλοι εσείς που αναγκάζεστε να εκτίθεστε σε ανάλογες εμπειρίες, μέσω του επαγγέλματός σας, δεν θα έπρεπε να είχατε κάποια ειδική υποστήριξη; Ήδη έχουν υπάρξει θύματα, εκτός από εκείνους που σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν σωματικά. Μιλάω π.χ. για εκείνον τον φωτογράφο που αυτοκτόνησε, ο οποίος είχε πάρει βραβείο Poulitzer, για την φωτογραφία με το βρέφος που πέθαινε από την πείνα… Τι έχεις να πεις;
Υπήρξανε στιγμές που σοκαρίστηκα. Υπάρχουνε εικόνες μέσα στο μυαλό μου που δεν θα τις ξεχάσω ποτέ, αλλά και συμπεράσματα που έβγαλα για το ανθρώπινο είδος εκεί κάτω.
Μπορούσα να σκεφτώ το μίσος που μπορεί να φτάσουν οι άνθρωποι μεταξύ τους, ώστε όχι απλά να θέλουν να σε σκοτώσουν για να σε εξαφανίσουν, αλλά να σε δούν -και το χαιρόντουσαν!- να πεθαίνεις με τους χειρότερους τρόπους. Όπως, σοκαρίστηκα όταν είδα παιδιά δεκάχρονα ένοπλα να συμμετέχουνε στον πόλεμο. Είδα, επίσης, αντικαθεστωτικούς να συλλαμβάνουν αιχμάλωτο πιστό του Καντάφι και να μην τους φτάνει που τον συλλάβανε, αλλά να τον χτυπάνε με σφυριά, με όπλα, να τον καρφώνουν με μαχαίρια ή άλλοι να θέλουν να του πάρουν το κεφάλι. Απ’ τη μια, μπορεί, ναι, να σκεφτείς ότι είναι ο εχθρός κι εκείνη την ώρα μπορούν να είναι όσο αιμοσταγής γίνεται, αλλά εσύ ως τρίτος, λες, εντάξει, μέχρι εκεί!

Είδες παιδί να σκοτώνει;
Είδα παιδί να πυροβολεί, αλλά όχι να σκοτώνει. Είδα παιδιά να πυροβολάνε τον εχθρό απέναντι. Έβλεπες τους πάντες να έχουν ένα όπλο από περίστροφο μέχρι αυτόματο. Είδα παιδιά δεκατριών χρονών να κουβαλάνε RPG και να χτυπάνε! Αυτό είναι αντιαρματικό όπλο το οποίο ρίχνει ρουκέτα, άκρως επικίνδυνο. Ο κίνδυνος είναι παντού στον πόλεμο, μπορεί να φας αδέσποτη σφαίρα, μπορεί οτιδήποτε. Ο κίνδυνος, που με φόβισε πιο πολύ απ’ όλα ήταν αυτό, τα ανεκπαίδευτα παιδιά με τα όπλα, που μπορεί να σκοτωθείς χωρίς λόγο και αιτία από το πουθενά, ούτε καν στην πρώτη τη γραμμή.
Δηλαδή, δεν είναι ότι θα πας στην πρώτη γραμμή και ξέρεις ότι δεν κινδυνεύεις. Αλλά κινδύνευα και πριν πάω στην πρώτη γραμμή στο check- point που ήταν ένα παιδάκι με το όπλο το οποίο δεν ήξερε ότι όταν κρατάει το όπλο δεν πρέπει σημαδεύει και μιλούσε με το χέρι στη σκανδάλη, με το όπλο μη ασφαλισμένο και σημαδεύοντάς σε!

Υπάρχει μία φωτογραφία σου που συζητήθηκε πολύ και κυκλοφόρησε σε όλα τα μέσα ανά τον κόσμο.
Ο πολύς ντόρος έγινε με αυτή την εικόνα με την κιθάρα γιατί είναι μια περίεργη, σουρεαλιστική εικόνα, την οποία μπορούσες και να την περιγράψεις όπως ήθελες…

Εσύ πώς τη βίωσες αυτή την εικόνα;
Τη συγκεκριμένη μέρα είδα το σκηνικό στην απέναντι γωνία, ενώ ήμουν με μια ομάδα η οποία βαρούσε από την απέναντι πλευρά και με το που είδα τον άνθρωπο με την κιθάρα ασυναίσθητα σήκωσα τη μηχανή και άρχισα να τραβάω. Εκείνη τη στιγμή ομολογώ ότι δεν κατάλαβα τη δύναμη αυτής της εικόνας. Το βράδυ και την επόμενη μέρα που την ξαναείδα, είπα: «Ρε συ, τι είναι αυτό;» μέχρι κι εγώ ο ίδιος! Μετά άρχισα να καταλαβαίνω τη σημασία της.
Δηλαδή, από την αρχή όλοι οι συνάδερφοι λέγαμε ότι αυτός είναι ένας τρελός πόλεμος, γιατί είναι μια τρέλα αυτό που ζήσαμε εκεί κάτω. Οπότε αυτή η εικόνα έρχεται και σου δίνει τον τίτλο που έλεγες με τους συναδέλφους σου: Ένας τρελός πόλεμος. Να την η τρέλα ορίστε! Οι άλλοι σκοτώνονται, και ο άλλος είναι με την κιθάρα! Δηλαδή, τι γίνεται εκεί κάτω;

Αυτό το ξαναείδες σαν εικόνα να συμβαίνει;
Σε πρώτη γραμμή, σε ώρα μάχης δεν το είδα. Είδα, όμως, πολλά περίεργα εκεί κάτω. Είδα ανθρώπους με κιθάρα στα check points να τραγουδάνε, είδα στην ώρα της μάχης κάποιοι να κάνουν στην άκρη και να καπνίζουν ναργιλέ, είδα πολλά περίεργα. Έχω εικόνες τέτοιες. Παρόμοιες εικόνες σαν αυτή, όμως, δεν έχω, δηλαδή κάποιον να καπνίζει ναργιλέ και δίπλα να πολεμάνε.. Πάντα τους έβλεπες είκοσι μέτρα πιο πέρα ή μετά τη γωνία. Βέβαια, αφού υπάρχουν σφαίρες που πηγαινοέρχονται δε σημαίνει ότι επειδή είσαι στο άλλο στενό δεν κινδυνεύεις γιατί π.χ. αν άλλο στενό εκραγεί ένας όλμος… Πρώτη γραμμή είναι μέχρι εκεί που είναι τα διασταυρούμενα πυρρά αλλά μπορεί να σκοτωθεί κάποιος και στα διακόσια μέτρα πίσω.
Αλλά, είδα ανθρώπους να παίζουν μπάλα 100 μέτρα πίσω! Έβλεπες πράγματα που έλεγες «Ρε φίλε εδώ έχεις πόλεμο! Τι κάνεις;» Βέβαια όλα αυτά βοηθάνε ίσως και στην ψυχολογία τους.

Έχεις κάτι άλλο να πεις για τη Λιβύη που έζησες και θα ήθελες να καταγραφεί, εκτός από τις φωτογραφίες σου;
Είναι αυτή η απορία μου που θέλω να καταγραφεί. Ναι, τον διώξατε τον Καντάφι. Τώρα; Έφυγα με ένα ερωτηματικό από κει, ειδικά όταν γύρισα εδώ και… έφαγα την πίκρα ότι έχασα τη σύλληψή του. Αλλά είδα ότι εντάξει, τελείωσε ο Καντάφι. Από εδώ και πέρα όμως;
Αυτό που θα ήθελα να δει ο κόσμος, γι’ αυτό και γίνεται η έκθεση, είναι εικόνες που δεν έχει ξαναδεί από την τηλεόραση ή από οπουδήποτε αλλού για το τι γινόταν εκεί κάτω.
Με τις φωτογραφίες, επίσης, θέλω να δώσω, αυτό το το πάθος των ανθρώπων στον αγώνα τους να κερδίσουνε κάτι, να εκπληρώσουν το στόχο τους.
Αυτή την εικόνα του πάθους είχα στο μυαλό μου, όταν ξεκίνησα να πάω εκεί και να φωτογραφίζω. Απλά, τελειώνοντας όλη αυτή η ιστορία μου δημιουργήθηκαν αυτά τα ερωτηματικά οπότε, ναι, μεν, πάθος, αλλά γιατί;
Τελικά, όντως έγινε αυτός ο πόλεμος για την ελευθερία ή έγινε απλά για το πετρέλαιο για να αλλάξουν λεφτά τα χέρια;

Αυτοί οι άνθρωποι πίστευαν ότι πολεμούσανε για την ελευθερία, είπες…
Οι συγκεκριμένοι, αυτοί οι ανεκπαίδευτοι οι πολεμιστές, ναι, οι από πάνω…  που τους καθοδηγούσανε, όμως, πολεμούσαν για την ελευθερία; Γιατί άτακτος στρατός μεν, εξεγερμένοι, αλλά υπάρχουν κάποιες οδηγίες. Κάποιος τους καθοδηγεί.

Εδώ στην Ελλάδα έχει γίνει συζήτηση στα ΜΜΕ, για το γεγονός ότι σε έχουν χτύπησει τα ΜΑΤ σε πορείες;
Τα τελευταία δυόμιση χρόνια γίνομαι στόχος σχεδόν σε κάθε διαδήλωση και  έχω χτυπηθεί πολλές φορές, έχω κυνηγηθεί και στην καλύτερη έχω εκδιωχθεί από το μέρος που θα έπρεπε να βρίσκομαι ώστε να τραβάω φωτογραφίες και ο καλύτερός τους τρόπος είναι με βρίσιμο, με σπρωξιές, και τέτοια.
Με έχουνε χτυπήσει αρκετές φορές, αυτό που έχει γίνει ίσως γνωστό είναι όταν κατέθεσα τη μήνυση πέρυσι στην επέτειο του Πολυτεχνείου, που μου επιτεθήκανε χωρίς λόγο και με χτυπήσε μια ομάδα από ένα δίκυκλο.

Και τι γίνεται με αυτή τη μήνυση τώρα;
Προς το παρόν, ότι ξέρεις, ξέρω. Με χτυπήσανε και φύγανε και έχοντας εγώ το αποδεικτικό υλικό, τα νούμερα από τις πινακίδες κλπ. , και επειδή έχω περάσει και άλλα τόσα τα προηγούμενα δυο χρόνια, είπα δεν πάει άλλο, ίσως έτσι να καταφέρω να δουλέψω ελεύθερος, να κάνω την δουλειά μου. Δεν κάνω κάτι παράνομο. Θέλω να δουλέψω χωρίς φόβο, και όχι κάθε φορά που θα βγαίνω έξω να τρώω ξύλο ή να με κυνηγάνε ή να με βρίζουνε ή οτιδήποτε άλλο. Θέλω, να κάνω μια δουλειά η οποία δεν είναι παράνομη, μη κινδυνεύοντας, και ελεύθερα.
Τώρα,πού βρίσκεται η διαδικασία, πότε θα γίνει το δικαστήριο, δεν έχω ιδέα.

Σήμερα με το διαδίκτυο κλπ., που η φωτογραφία διακινείται πάρα πολύ εύκολα, για έναν επαγγελματία φωτογράφο έχουν αυξηθεί οι απαιτήσεις;
Έχουν αυξηθεί οι απαιτήσεις, και ο ανταγωνισμός γιατί έρχεται μόνο από τους συνάδελφούς σου, είναι από όλο τον κόσμο. Όλοι έχουν μια μηχανή ή ένα καλό κινητό που τραβάει καλές φωτογραφίες και μπορούνε να σε ανταγωνιστούνε. Οπότε οι απαιτήσεις είναι πολύ μεγαλύτερες, ο ανταγωνισμός είναι απίστευτος, οπότε πρέπει να βρεις κι εσύ άλλους τρόπους να κινείσαι, άλλους τρόπου να δουλεύεις, να κάνεις κάτι διαφορετικό ώστε να μπορείς να σταθείς.

Είναι σαν πόλεμος… σε ειρηνικές συνθήκες;
Σίγουρα, βέβαια, ναι. Ειδικά από τότε που έχουνε βγει όλες αυτές οι πολύ μικρούλες μηχανές με την απίστευτη ποιότητα και μπορεί ο καθένας να τραβήξει μια καλή φωτογραφία.
Μετά υπάρχει και το θέμα της χρονικής πίεσης. Δηλαδή, έχεις την εικόνα; Πρέπει να τη στείλεις επί τόπου! Οπότε αυτό σου παίρνει το μυαλό από τη δουλειά που πραγματικά κάνεις και μπαίνεις σε ένα άλλο κομμάτι τεχνικό πια, το οποίο σε αποπροσανατολίζει από το σκοπό σου από το στόχο που είχες βάλει. Δεν μπορείς να βάλεις ένα σχέδιο, και να πεις ότι σήμερα θα κοιτάξω να κάνω ένα συγκεκριμένο θέμα. Δεν υπάρχει αυτό. Αυτό μπορεί να το κάνει ένας free lancer, ο οποίος πάει κάπου, κάνει μια συγκεκριμένη δουλειά, έχει ένα σκεπτικό θα κάνω αυτό το θέμα, το δουλεύει όσο θέλει όπως θέλει και όταν τελειώσει τότε το δημοσιεύει. Εμείς δεν έχουμε αυτή τη δυνατότητα, δυστυχώς.

————–
info
Έκθεση Φωτογραφίας του Άρη Μεσσίνη
ΛΙΒΥΗ: ΤΕΛΟΣ ΕΠΟΧΗΣ
Ο πόλεμος των ατάκτων

4/11 – 4/12/2011
Καθημερινά 16:00 – 24:00

Στο I.P.P.O. Bar ( Intelligent Picture Project Organisation )

Thiseos 11 – Symtagma

Facebook : I.p.p.o.bar