Η τιγρη. Του Χαϊνη Δημητρη Αποστολακη

Η τίγρη. Του Χαϊνη Δημήτρη Αποστολάκη

Τα τραγούδια δεν τα γράφουμε εμείς. Τα τραγούδια μας δίνονται. Και δεν ξέρουμε που, πότε και με ποιον τρόπο. Θα αφηγηθώ  μια περίεργη ιστορία του τραγουδιού που λέγεται «Η τίγρη»: Ο Χαϊνης Δημήτρης Αποστολάκης, μιλάει στην Κρυσταλία Πατούλη για τη στήλη του tvxs.gr: «Μια φορά κι ένα τραγούδι».


Δεν ξέρω τι είναι πραγματικό, τι είναι φανταστικό. Ή μάλλον, δεν ξέρω πώς διακρίνονται. Γιατί στην ουσία ζω μια φαντασιακή πραγματικότητα, ή αλλιώς μια πραγματική φαντασία.

Το τραγούδι «Η τίγρη» μου δόθηκε επί των ημερών της πρώτης μου μετοικεσίας εις τας Αθήνας, όταν το συγκρότημα «Χαϊνηδες» είχε διαλυθεί για κάποιο διάστημα και έμενα στην Αθήνα στα Πετράλωνα συγκατοικώντας με τον Ρος Ντέιλι. Αυτή την περίοδο μου δόθηκε το τραγούδι «Η τίγρη».

Όταν έφυγα -μετά από ένα μεγάλο διάστημα παραμονής μου στην Αθήνα- γυρνώντας στην Κρήτη, το τραγούδι είχε εξαφανιστεί  και δεν θυμόμουν τίποτα, παρά μόνο τον τίτλο, αλλά και την ισχυρή αίσθηση που έκανε μέσα μου.

Έψαξα μανιωδώς να βρω το χαρτί που το είχα γράψει. Μια ολόκληρη ημέρα. Τα πράγματά μου, άλλωστε, στο σπίτι, είναι λιγοστά. Το χαρτί, όμως, είχε εξαφανιστεί παντελώς. Έκανα το σπίτι άνω κάτω, δύο και τρεις φορές. Δεν βρέθηκε.

Τη δεύτερη μέρα, φώναξα και φίλους μου. Έκαναν το σπίτι άνω κάτω. Τίποτα.

Την Τρίτη ημέρα, στεναχωρημένος, βγήκα από το σπίτι να κάνω μια βόλτα.

Επιστρέφοντας και ανοίγοντας την πόρτα, οσμίζομαι τη μυρωδιά ζώου. Απορώ πώς, αφού είχα
κλειστά τα πάντα, κάποιο ζώο μπήκε μέσα και μάλιστα επειδή έχω μεγαλώσει σε χωριό, καταλαβαίνω ότι δεν είναι συνηθισμένο ζώο, ότι είναι μεγάλο ζώο.

Ενστικτώδικα, κοιτάζω τη μέση μου γύρω γύρω που έχω το μαχαίρι. Πάει να με κυριέψει προς στιγμήν ένας φόβος, αλλά από την άλλη λέω «να δούμε τι είναι…».

Κοιτώντας παντού, δεν βλέπω απολύτως τίποτα. Μόνο στο πάτωμα, κάποια στιγμή, υπήρχε ένα και μοναδικό χαρτί, που ήταν «Η Τίγρη». Τότε, αυτό που ένιωσα, δεν μπορώ να το αποτυπώσω με λόγια. Αν προσπαθήσω θα είναι αμφίβολο το αποτέλεσμα….

Μετά, πήγα στον Ψαραντώνη, μου πήρε από το χέρι το χαρτί και μου είπε «Αυτό είναι δικό μου τραγούδι». Έτσι η πρώτη εκτέλεση έγινε με τον Ψαραντώνη.

Αυτό έχει συμβεί σε μια πραγματικότητα που έζησα εγώ, και είναι δύσκολο να αναπαραχθεί. Αισθάνομαι φυσικά, άσχημα που μεταφέρω με λόγια μιας καθιερωμένης γλώσσας -η μόνη υπαρκτή βέβαια- αυτή την εμπειρία, που δεν υπάρχει γι αυτήν αλήθεια ή ψέμα. Γιατί δεν μπορώ να την εντάξω κάπου, εφόσον δεν έχει για μένα σημασία αυτός ο διαχωρισμός.

——————–
Info:
FUZZ club Αθήνα  16 Δεκεμβρίου/ μία και μόνο παράσταση
ΘΕΟΙ ΚΑΙ ΔΑΙΜΟΝΕΣ
ΧΑΙΝΗΔΕΣ-MODE PLAGAL-κι όμΩς κινείται
Οι ΧΑΙΝΗΔΕΣ με τη σύμπραξη του ιστορικού συγκροτήματος των MODE PLAGAL και της ομάδας χορού και ακροβασίας κι όμΩς κινείται, σμίγουν καιρούς και τόπους στην παράσταση «Θεοί και Δαίμονες». Η ζωή και η τέχνη είναι μια μεταδιδόμενη ταλάντωση. Σ΄αυτή την παράσταση η ταλάντωση έχει μεγάλο πλάτος-από τον κρητικό ήχο μέχρι τις τζάζ παραπομπές , από το βαλκανικό πανηγύρι μέχρι τις ροκ εξάρσεις ,από το Λόρκα μέχρι τους Σούφι και από το χορό μέχρι την ακροβασία.Σ΄αυτό το παράξενο ταξίδι περιπλέκονται παραδόσεις, ρυθμοί, ηχοχρώματα, αρχετυπικά σύμβολα, αρχαίοι και σύγχρονοι μύθοι, μυσταγωγία και έκσταση. Θεοί, μάγοι, γητευτές, ακροβάτες, αντάρτες, φτωχοδιάβολοι, τίγρεις, γεράκια, κουρσάροι και ληστές παρελαύνουν μπροστά σας, αιώνιοι ταξιδιώτες ,που ενσαρκώνονται από ένα θίασο 15 αμετανόητων τσιρκολάνων.Πολλά διαφορετικά όργανα (φυσικά και ηλεκτρικά),σώματα δονούμενα και αιωρούμενα, σε μια παράσταση άκρως επικίνδυνη γι αυτούς που θέλουν να ζουν συνηθισμένα..

Η τίγρη

Στίχοι: Δημήτρης Αποστολάκης
Μουσική: Δημήτρης Αποστολάκης
Πρώτη εκτέλεση: Ψαραντώνης

Έχω μια τίγρη μέσα μου, άγρια λιμασμένη
π’ όλο με περιμένει
κι όλο την καρτερώ,
τηνε μισώ και με μισεί, θέλει να με σκοτώσει,
μα ελπίζω να φιλιώσει
καιρό με τον καιρό.

Έχει τα δόντια στην καρδιά, τα νύχια στο μυαλό μου
κι εγώ για το καλό μου
για κείνη πολεμώ
κι όλου του κόσμου τα καλά με κάνει να μισήσω,
για να της τραγουδήσω τον πιο βαρύ καημό.

όρη, λαγκάδια και γκρεμνά με σπρώχνει να περάσω,
για να την αγκαλιάσω
στον πιο τρελό χορό,
κι όταν τις κρύες τις βραδιές θυμάται τα κλουβιά της,
μου δίνει την προβιά της
για να τηνε φορώ.

Καμιά φορά απ’ το πιοτό πέφτομε μεθυσμένοι,
σχεδόν αγαπημένοι,
καθείς να κοιμηθεί
και μοιάζει ετούτη η σιωπή με λίγο πριν την μπόρα,
σαν τη στερνή την ώρα
που θα επιτεθεί.