Για την 25η Μαρτίου: Ζβάρα! (Βίντεο του ΓΕΛ Καρέα)

Το video αυτό δημιουργήθηκε για τις ανάγκες σχολικού αφιερώματος για την Επανάσταση του 1821 (ΓΕ.Λ. Καρέα) και δεν έχει καμία οικονομική σκοπιμότητα.
Τα σκίτσα είναι του Κώστα Γρηγοριάδη.
Μουσική: Villagers of Ioannina City – Zvara

Advertisements

Παν+τέλος

2013051510283550_0

Το φαινόμενο Παντελής Παντελίδης, δεν έγινε τυχαία λαϊκό είδωλο. Κατάφερε να εκφράσει με τον δικό του τρόπο πολλούς νέους, όταν δεν υπήρχε κανείς σύγχρονός τους να το καταφέρει.

Και τους εξέφρασε, όχι απαραίτητα με το γενικό νόημα των στίχων του, αλλά κυρίως με τη στάση της ζωής του: Ένας άνθρωπος που άφησε το Ναυτικό και το Δημόσιο, για να κυνηγήσει το όνειρό του, για να είναι –κι όχι μόνο να κάνει- αυτό που αγαπάει, με κάθε ρίσκο, και τα κατάφερε.

Τους εξέφρασε το πείσμα για ζωή, για πάθος, για συναίσθημα, για όνειρα, για ελπίδα. Κατάφερε να τους νιώσει και να τους πείσει ότι «γίνεται». Ό,τι κι αν θελήσουν, γίνεται, γίνεται, γίνεται. Και μάλιστα χωρίς πλάτες. Γίνεται μ’ αξιοπρέπεια, γίνεται με περηφάνια, γίνεται με γενναιοδωρία.

Και τους εξέφρασε, ακόμα, γιατί αν αυτοί οι ίδιοι στίχοι του δεν περιέκλειαν κάποιο τεράστιο βαθύ νόημα, περιέκλειαν πάντα μια αλήθεια.

Χρόνια τώρα ασχολούμαι με αυτή την αλήθεια, και υποστηρίζω την αυτοβιογραφική φωνή του κάθε ανθρώπου είτε είναι καλλιτέχνης (μεγάλος ή μικρός), είτε είναι ένας απλός άνθρωπος που θέλει να εκφραστεί και κυρίως να μοιραστεί τα βιώματά του. Κι αν δεν το κάνει ο ίδιος, θα το κάνει κάποια στιγμή κάποιος καλλιτέχνης γι΄ αυτόν.

Αυτό έκανε κι ο τριανταδυάχρονος Παντέλος. Μιλούσε ειλικρινά, με την ψυχή του για κάποια από εκείνα που ήθελαν να πουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι. Καθημερινά, απλά πράγματα της ζωής, έρωτες ή πίκρες, που άφηναν την λοβοτομημένη πραγματικότητα της οικονομικής και πολιτικής κατάστασης στην Ελλάδα και παντού, απ’ έξω.

Κι αν δεν ήταν Καβάφης, ήταν όμως άνθρωπος. Γιατί δυστυχώς έχει γεμίσει ο τόπος καλλιτέχνες που έχουν χάσει την ανθρώπινη διάσταση, κι έχουν κρατήσει μόνο την καλλιτεχνική τους φόρμα. Αόρατοι δημιουργούν, αόρατοι ζουν, αόρατοι σιωπούν, ενώ γύρω μας όλα ουρλιάζουν.

Οι νέοι πάντα κρατάνε ορατά ακόμα μέσα τους τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά τους, γι’ αυτό ίσως και ψάχνουν εκείνους τους καλλιτέχνες που θα τα αναδείξουν, θα τα δικαιώσουν.

Όταν ήμασταν κάποιοι από εμάς κάποτε νέοι, υπήρχαν καλλιτέχνες πάρα πολύ καλοί, και πάντα θα υπάρχουν, αθάνατοι, που τιμούσαν το ανθρώπινο γένος, το βίο και την πολιτεία μας μέσα από την τέχνη τους, κυρίως όμως καλλιτέχνες που έρχονταν από το παρελθόν.

Γι’ αυτό ψάχναμε να βρούμε και τους σύγχρονούς μας να μιλήσουν, όχι μόνο γενικά για τα ανθρώπινα, ή και για πάνω από αυτά, αλλά για μας τους ίδιους, για τη γενιά μας, γι’ αυτά που εμείς ζούσαμε, μόνο εμείς.

Έτσι θα ψάχνουν πάντα οι νέοι κάποιους «δικούς» τους να μιλήσουν για όσα ζουν, να τους ανακηρύξουν δικούς τους, όχι μόνο για τους στίχους και τη μουσική τους αλλά κυρίως για το παράδειγμα της ζωής τους.

Αυτό δεν το καταλαβαίνουν πολλοί νέοι καλλιτέχνες. Ότι δεν φτάνει η φωνή, δεν φτάνει ο στίχος και η μουσική, δεν φτάνει η τέχνη. Είναι πιο σημαντικός ο τρόπος ζωής του κάθε καλλιτέχνη, το ήθος και το ύφος του, η αυθεντικότητα και αυτό που εκπέμπει στον κόσμο, που μέσα από τη «φωνή» του έρχεται στο φως. Είναι το ίδιο το φως που εκπέμπει. Η τέχνη είναι ένα όχημα. Το θέμα είναι ποιος και πως το καβαλάει.

Και το όποιο φως αυτού του παιδιού, όσο κι αν δεν ήταν για πολλούς ορατό, τώρα που έσβησε με αυτόν τον τραγικά εκκωφαντικό τρόπο, έγινε αντιληπτό.

Όσο για τα βουνά τα λουλούδια, σήμερα θα χαίρονται όσοι πρόλαβαν να τον ράνουν, και καθόλου δεν τους φαίνεται υπερβολή. Γιατί όλα αυτά ξέρουν όλοι οι απλοί άνθρωποι ότι κάτι συμβολίζουν. Και το ίδιο εύχομαι να κάνουν κι αύριο στην κηδεία του, μαζί με ένα τραγούδι του.

Μου είχαν πει κάποτε, πως όταν ο Μητροπάνος τελείωνε το πρόγραμμά του, έφευγε και πήγαινε ξημερώματα στα σκυλάδικα της Εθνικής οδού. Γιατί να είχε αυτή την ανάγκη ένας τόσο μεγάλος λαϊκός καλλιτέχνης; Τι είχε να του πει ή να του δώσει, ένα σκυλάδικο με κυρίως άγνωστους διασκεδαστές, άραγε; Ας αναρωτηθούμε.

Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για την παιδεία μας, για τον πολιτισμό μας, για το πόσο η μουσική ενώνει ή χωρίζει τους ανθρώπους, τους πάει μπροστά ή τους κρατάει πίσω. Μα πάνω από όλα θα πρέπει να μιλήσουμε για το ότι η τέχνη μας αρέσει δεν μας αρέσει εκφράζει τα πρόσωπά μας στο παρελθόν, στο παρόν και στο μέλλον. Κι αυτά τα πρόσωπα δεν είναι μονοδιάστατα. Τα συνθέτει ένα μεγάλο πασλ από αντιφατικά και ξεχωριστά ή άγνωστα κομμάτια. Γι’ αυτό λίγος σεβασμός στη διαφορετικότητα, όσο και στο άγνωστο.

Λοιπόν, Παντέλο. Έσπασε άγρια στα δύο το μπρελόκ σου, χώρισε βίαια το παν από το τέλος. Κρίμα, μεγάλο κρίμα, για ένα τόσο ζωντανό και νέο παιδί. Καλό σου ταξίδι, και να ξέρεις ότι πήραμε κάποιοι ένα μήνυμα. Ότι το παν …γίνεται, με αγάπη, με πάθος, με ειλικρίνεια, με γενναιότητα. Το παν γίνεται αν δεν προδώσουμε τα όνειρά μας. Το πήραμε το μήνυμα γι’ αυτό δεν θα σε ξεχάσουμε. Ήταν η αλήθεια σου που μας βοήθησε να το καταλάβουμε, ακόμα κι αν την άφησες να την δούμε ως έναν βαθμό, όσο πρόλαβες. Για φαντάσου αν…

Κρυσταλία Πατούλη

ΥΓ1. Θερμά συλλυπητήρια στην οικογένεια και στους οικείους του και καλή τους δύναμη. Και περαστικά γρήγορα στα δυο κορίτσια.

ΥΓ2. Το μήνυμα από τη ζωή σου. Γιατί το μήνυμα από το θάνατό σου, θα το πάρουμε μετά τα πορίσματα των ερευνών…  και τις καταθέσεις.

ImageHandler.ashx

ΥΓ.3: (21/2/16). Όταν συνεργάστηκε ο Μητροπάνος με την Πέγκυ Ζήνα, είχα φρίξει. Φυσικά δεν είχα πάει να τον δω και να τον ακούσω και δεν του το συγχώρεσα ποτέ. Μέχρι σήμερα, που κάτι επιτέλους κατάλαβα, και που είδα όλον αυτόν τον ρατσισμό απέναντι σε έναν νεκρό, που ακόμα δεν τον είχαν θάψει. Υπάρχουν ένα κάρο έντεχνα σκουπίδια, κλασσικά λαϊκά, ροκ, και ότι άλλο είδος θέλετε βάλτε μέσα ελληνικό ή ξένο, ακόμα και ρεμπέτικα σκουπίδια, αλλά μας φταίνε μόνο τα σκυλάδικα και τα καψουροτράγουδα που τα αποφεύγουμε όπως ο διάολος το λιβάνι, όπως και όσους τα υπηρετούν. Καλά κάνουμε και σιχαινόμαστε τους μπράβους της νύχτας, τη μαφία, και ότι είναι από πίσω τους. Καλά κάνουμε και σιχαινόμαστε όσους τα εκμεταλλεύονται. Αλλά να έχουμε τόσο κόμπλεξ απέναντι σε ένα νέο παιδί, που έτσι όπως ήξερε, μπορούσε και ήθελε εκφράστηκε, και χωρίς πλάτες έγινε ότι έγινε, και μάλιστα να κάνουμε επίθεση έμμεσα ή άμεσα τη στιγμή που μόλις έχει σκοτωθεί, είναι έως και παθογένεια. Αν έχουμε τα κότσια ας καθίσουμε να σκεφτούμε γιατί τόσος κόσμος ακούει αυτα τα τραγούδια. Τι θέλει να πει ένας απλοίκός στίχος τους, που βγάζουμε φλύκταινες κάποιοι από εμάς όταν τον ακούμε, όπως για παράδειγμα «Μα για φαντάσου όλα τα ρούχα μου/ Να λείπουν απ’ τα σχοινιά σου…» και γιατί κάνει τόσο πολύ κόσμο να συγκινείται; Ακόμα και όσοι κρύβονται πίσω από την βαριά κουλτούρα και τον Ουμπέρτο έκο, λίγο καταλαβαίνουν. Το φαινόμενο Παντελίδη, και κάθε τέτοιο φαινόμενο, δεν είναι τόσο απλοϊκό όσο φαίνεται. Έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας, ακόμα για να καταλάβουμε. Και δεν μιλάω έξω από το χορό, διότι υπήρξα και 20 χρόνια περιστασιακά -από επιλογή- στο τραγούδι, υπηρετώντας τα απέναντι είδη μουσικής από αυτό που ανήκε ο συγκεκριμένος. Ας καθίσουν οι κοινωνιολόγοι να ασχοληθούν, αλλά είναι έως και ηλιθιοτητα να υποτιμάμε τα φαινόμενα και τα γεγονότα. Ότι συμβαίνει κάτι δείχνει κάτι καθρεφτίζει. Αν δεν θέλουμε να το δούμε και να το κατανοήσουμε, αυτό ακριβώς μας πάει πίσω, και όχι αυτό που συμβαίνει μπροστά μας και ουρλιάζει να το δούμε εμείς οι κουλτουριάρηδες τυφλοί.

 

Κώστας Βίρβος: «Εγώ δε ζω γονατιστός»

IMG_20120920_115840Ο ποιητής και στιχουργός Κώστας Βίρβος ανοίγει το σπίτι και την καρδιά του στην Κρυσταλία Πατούλη, μιλά εφ’ όλης της ύλης και συγκινείται απαγγέλλοντας τους μελοποιημένους στίχους του. Πριν κλείσει πίσω του την πόρτα, απαντά: «Ποιο τραγούδι θα αφιέρωνα σήμερα στους Έλληνες; Το «Εγώ δε ζω γονατιστός». Τη Γερακίνα…»

Ο συγκεκριμένος ποιητής – στιχουργός δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Εκτός από τους ίδιους τους στίχους του, έχουν μιλήσει γι’ αυτόν εξέχουσες προσωπικότητες των Γραμμάτων και των Τεχνών: «Ο Βίρβος είναι ένα απ’ τα μεγάλα κλαριά στο δένδρο της ελληνικής μουσικής. Είναι ο λαϊκός ποιητής που έγραψε χιλιάδες τραγούδια. Πολλοί από μας κι από σας ασφαλώς δεν θα ξέρετε ότι τα τραγούδια που έχετε αγαπήσει, έχετε τραγουδήσει, και για τα οποία έχετε συγκινηθεί, έχετε κλάψει, έχετε πονέσει, έχετε ελπίσει, είναι δικοί του οι στίχοι. Έχει συνεργαστεί με όλους σχεδόν, τους πιο μεγάλους, τους πιο κλασικούς συνθέτες της λαϊκής μας μουσικής» Μίκης Θεοδωράκης

«Ο Βίρβος έχει καταλάβει ξεχωριστή θέση ανάμεσα στους δημιουργούς της λαϊκής στιχουργίας. Αυτός και η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου προσέφεραν ιστορικές επιτυχίες, που τραγουδήθηκαν πολύ και παραμένουν αγέραστες […] Έχει γράψει τραγούδια με τρόπο ζωντανό και με ποικίλα αισθήματα της απλής καθημερινότητας και πλούσιας λαϊκής εμπειρίας, ακολουθώντας την τακτική της κλασικής ρεμπέτικης στιχουργίας. Γνωρίζει καλά και πολλαπλασιάζει μέσ’ απ’ τη δική του προσωπική αίσθηση όλη εκείνη τη θεματολογία, που κυρίως αναφέρεται στον πόνο, στον κατατρεγμό, στην καταφρόνια, χωρίς να λείπουν οι όποιες χαρές και το μεγάλο γεγονός του έρωτα […] Υπάρχει όμως και η πολιτική πλευρά στη διαδρομή του. Συνείδηση προοδευτική και με συμμετοχή στην Εθνική Αντίσταση, τραγούδησε τα πάθια του λαού μέσα στις αντίξοες συνθήκες της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης». Νίκος Καρούζος

«Αν δεν υπήρχε ο Κώστας Βίρβος στο λαϊκό τραγούδι της δεκαετίας του ’50, σίγουρα θα ‘πρεπε να τον εφεύρουμε. Γιατί ο Βίρβος πήρε το λαϊκό τραγούδι από το μισοσκόταδο των υπογείων και το περιθώριο, και με τα φτερά της μουσικής του Τσιτσάνη και του Καλδάρα το άπλωσε σε πολιτείες και σε χωριά, σε λιμάνια και φάμπρικες, σε γειτονιές και στρατόπεδα, κάνοντάς το τραγούδι ολόκληρου του ελληνικού λαού […]

Το τραγούδι του είναι πολιτικό. Αν εξετάσουμε τα τραγούδια των συνομηλίκων του και κυρίως της Παπαγιαννοπούλου, του Βασιλειάδη και του Κολοκοτρώνη, θα δούμε ότι το έργο του Βίρβου διαφέρει πολύ και ουσιαστικά […] Ο Βίρβος πιάνει τον ταύρο από τα κέρατα. Βλέπει τι γίνεται γύρω του κι αυτό καταγράφει ερμηνεύοντάς το συγχρόνως. Δεν παρελθοντολογεί. Δεν ονειρεύεται περισσότερο από όσο πρέπει. Δεν είναι ήρεμος. Με το που μπαίνει το τραγούδι, στην καρδιά του εμφυλίου (1948), το πρώτο θέμα που τον βασανίζει είναι αυτός ο αδελφοκτόνος πόλεμος. Γι’ αυτό και το πρώτο τραγούδι του είναι «Ο φαντάρος».

Έτσι ανήσυχος, έτσι άγριος θα μείνει ο Βίρβος σε όλη την πορεία του. Η αιμορραγία της μετανάστευσης δεν θα περάσει δίπλα του χωρίς να τον αγγίξει. Θα τον συγκλονίσει! Η κατοχή, η αντίσταση, δεν θα μείνουν έξω από τον κόσμο της έμπνευσής του. Κι όταν το επιτρέψουν οι πολιτικές συνθήκες θα εκδώσει την «Καταχνιά». Το δράμα των πολιτικών προσφύγων, δεν θα τον αφήσει ασυγκίνητο. Η γραφειοκρατία -βαθειά πληγή αυτής της χώρας- που την ζει έντονα σαν δημόσιος υπάλληλος, θα του βάλει φωτιά για να γράψει και γι’ αυτή. Και στα χρόνια που θα κυριαρχήσει το «έντεχνο» λαϊκό τραγούδι, όπως το λένε, ο Βίρβος θα βρεθεί και πάλι στην πρώτη γραμμή, πλάι στους ποιητές της εποχής.

Αν επιχειρήσουμε να εξηγήσουμε γιατί και πως ο Βίρβος δεν στέκεται στο ανώδυνο ερωτικό τραγούδι αλλά προσπαθεί συνεχώς να σπάει την κρούστα των πραγμάτων και να προχωρά στο βάθος τους, δεν θα δυσκολευτούμε να βρούμε απαντήσεις: ο Βίρβος είναι πολιτικοποιημένο άτομο. Και ξέρει γράμματα. Διαβάζει, σκέφτεται, αναλύει, συμπεραίνει. […]

Ο Βίρβος, το έργο του Βίρβου, δεν ανήκει σε εταιρείες και σήματα. Ανήκει στον ελληνικό λαό. Που αυτός το γέννησε. Και θα το γεννάει συνεχώς». Λευτέρης Παπαδόπολος


Γεννήθηκε στα Τρίκαλα στις 29 Μαρτίου 1926, φοίτησε στην Αναργύρειο και Κοργιαλένειο Σχολή Σπετσών μέχρι την έναρξη του πολέμου και αποφοίτησε από το Γυμνάσιο Τρικάλων το 1943, οπότε ξεκίνησε να φοιτά στην Πάντειο. Τότε ήταν που πέρασε και στις γραμμές της Εθνικής Αντίστασης. Τον Μάρτιο του 1944 τον συνέλαβαν:

«Το ίδιο βράδυ με έριξαν στο απομονωτήριο. Εκεί ήταν κι ένας άλλος. Πονούσα σε όλο μου το κορμί. Ήμουν δεμένος στο κεφάλι σαν χότζας. Έχω ένα σημάδι εδώ στο κεφάλι από βούρδουλα που κατέληγε σε σφαιρίδιο. Μέσα εκεί υπήρχε ένα κούτσουρο. Του είπα «Σε παρακαλώ να ξαπλώσεις στο κούτσουρο κι εγώ πάνω στο σώμα σου». Έτσι έγινε. Σηκωνόμασταν την νύχτα να ξεμουδιάσουμε. Δεν κράτησε πολύ. Δυο μερόνυχτα. Αυτό είναι το αναπαυτικότερο κρεβάτι που κοιμήθηκα ποτέ. Απ’ αυτό εμπνεύστηκα το «ούτε στρώμα να πλαγιάσω, ούτε φως για να διαβάσω» που γράφω στη «Γερακίνα». Στη φυλακή άρχισα να γράφω την «Καταχνιά» σαν ποίηση».

Αργότερα σπούδασε και στη Νομική Θεσσαλονίκης, που ήταν η αρχική επιθυμία του (όπως και η σκηνοθεσία), αλλά χωρίς να πάρει το πτυχίο του. Είναι από τους μετρημένους στα δάχτυλα «εκλεκτούς πρωτομάστορες» του λαϊκού ελληνικού τραγουδιού που μέχρι ο ίδιος εμφανιστεί δεν συνηθιζόταν να προέρχονται από το χώρο των Γραμμάτων.

Ο Βίρβος έκανε την εξαίρεση, μπλέκοντας με λυρισμό και δυναμισμό έκφρασης τη σκληρή δημοτική αλλά και την αργκό με γλωσσικές εισβολές από την καθαρεύουσα, συνθέτοντας τις γνώσεις του στη δημοτική και λαϊκή μουσική, με τη μόρφωση που απέκτησε ακόμα και στην ποίηση: «Ο Καρυωτάκης, είναι ο αγαπημένος μου. Πεσιμιστής…» λέει, και συνεχίζει αστειευόμενος: «…Κι εγώ πεσιμιστής». IMG_20120920_121602Ιδρυτικό μέλος μαζί με τον συνθέτη Θόδωρο Δερβενιώτη (που δημιούργησαν εκατοντάδες τραγούδια), της πρώτης «Ένωσης» συνθετών και στιχουργών του λαϊκού τραγουδιού, καθιέρωσαν με αγώνες το επάγγελμα του στιχουργού, σε μια εποχή που ο κόσμος μάθαινε τα τραγούδια κυρίως μέσα από δίσκους που συνήθως απουσίαζε η υπογραφή του δημιουργού των στίχων.

Ο ίδιος έχει πει για το έργο του: «Έγραψα τραγούδια όλων των ειδών (κατηγοριών) μάγκικα, ρεμπέτικα, κοινωνικοπολιτικά (κυρίως αυτά), «έντεχνα» και ότι άλλο είδος ελληνικού τραγουδιού υπάρχει. Κάποιος δημοσιογράφος με αποκάλεσε «στιχουργό εφ’ όλης της ύλης» […] Το καλό τραγούδι διδάσκει, ενώ το κακό καταστρέφει και κυρίως τις παιδικές και νεανικές ψυχές. Μπορεί το «σύστημα» να προσπαθεί να αποπροσανατολίσει τον κόσμο, επιβάλλοντας τραγούδια 24ώρου, όμως οι νέοι προτιμούν τα καλά λαϊκά τραγούδια και κυρίως τα παλιά. Βέβαια, υπάρχουν και καλά σημερινά τραγούδια, όπως υπάρχουν και καλές λαϊκές φωνές. Όμως, πιστεύω ότι τα παλιά είναι αναντικατάστατα, ενώ παράλληλα πιστεύω ότι διδάσκουν, τόσο τους νέους, όσο και τους ανθρώπους που γράφουν είτε στίχο είτε μουσική»

Κάποιοι από τους στίχους του που έχουν μελοποιηθεί είναι οι εξής: «Καταχνιά», «Ρίξε μια ζαριά καλή», «Μια παλιά ιστορία», «Περιπλανώμενη ζωή», «Δε θέλω να μου δέσετε τα μάτια», «Ο αρκουδιάρης», «Ανέβα στο τραπέζι μου», «Γεννήθηκα για να πονώ», «Ζαΐρα», «Λίγα ψίχουλα αγάπης»,  «Πάρε τα χνάρια μου», «Το διαβατήριο», «Το κουρασμένο βήμα σου», «Φύγε κι άσε με», «Το καράβι», «Εγώ ποτέ δεν αγαπώ», «Είμαι ένα κορμί χαμένο», «Η σκιά μου κι εγώ», «Στις φάμπρικες της Γερμανίας», «Γιατί να γίνω μάνα», «Της γερακίνας γιος», «Κοιμήσου αγγελούδι μου», «Ένα όμορφο αμάξι με δυο άλογα», «Μακριά μου να φύγεις», «Νυχτερίδες κι αράχνες», «Στου Μπελαμή το ουζερί», «Πες μου γιατί», «Το ράκος», «Ο κυρ-Θάνος πέθανε», «Φύγε κι άσε με» «Εγνατίας 406», «Σάντα Μαρία», «Θαλασσόλυκος Νικόλας», «Θα κάνω ντου βρε πονηρή», «Λυπάμαι», «Σε ικετεύω», «Ψύλλοι στ΄ αυτιά μου»,  «Γιατί πονάς και βασανίζεσαι», «Τα χρυσά κλειδιά», «Γιατί θες να φύγεις», «Το κουρασμένο βήμα σου», «Σου ‘χω έτοιμη συγγνώμη», «Άγια Κυριακή», «Ένας ξύλινος σταυρός», «Το παζάρι».

Κρ.Π.: Έχετε ανοίξει νέους δρόμους στη στιχουργική, στο ελληνικό τραγούδι, όπως με τη Βυζαντινή Σχολή, και κυρίως με το λαϊκό-κοινωνικό τραγούδι. Πώς ξεκινήσατε να γράφετε;

Κ.Β.: Παραδόξως για την ηλικία μου, και σχετικά με άλλους στιχουργούς, άρχισα να γράφω από δέκα χρονών. Βέβαια τα πρώτα μου στιχάκια δεν ήταν αξιόλογα. Μετά έφτασα εκεί που έφτασα. Αν είμαι καλός ή δεν είμαι καλός, εσείς το κρίνετε… Απέκτησα με τα χρόνια πείρα μεγάλη. Επαγγελματικά ξεκίνησα από 15 χρονών. Τώρα είμαι 88. Πάνω από 70 χρόνια γράφω. Και γράφοντας, γράφοντας, γράφοντας, βελτιώνομαι. Αυτά τα τραγούδια που γράφω, πάντα περνάνε από τη λογοκρισία μου, μία και δύο και τρεις και τέσσερις φορές. Και μια λέξη ν’ αλλάξω, αλλάζει πολλά πράγματα. Κάτι που δεν το κάνουν πολλοί. Γράφουν, ταπ, ταπ, ταπ, και το δίνουν στο συνθέτη. Αλλά ο συνθέτης πολλές φορές μπορεί να μην διαθέτει το κατάλληλο κριτήριο…

Κρ.Π.: Ζήσατε στα πολύ δύσκολα χρόνια. Στην κατοχή ήσασταν στην ΕΠΟΝ…

Κ.Β.: Ναι, και μετά ήμουν και στον ΕΛΑΣ – ΕΠΟΝ με τον Βελουχιώτη και με όλους τούς τότε επικεφαλείς. Μέρα νύχτα ήμουν εν εγρηγόρσει. Έχω περάσει πολλά. Στην ηλικία μου ειδικά, που πολλοί άνθρωποι δεν ασχολούνταν με πολιτική, εγώ ήμουν ριγμένος μέσα. Και τους γνώρισα όλους αυτούς τούς τότε επαναστάτες. Εθνικούς επαναστάτες, με ψυχή και με μυαλό. Εγώ βγήκα στα βουνά 16 χρονών. Ήμουν ένας μικρός συν-επαναστάτης. Ο μικρότερος, ίσως. Και με σέρναν από δω, με σέρναν από κει. Πήγαινα παντού. Όλοι μας όσοι είχαμε μέσα ψυχή, καρδιά και πρόοδο, είχαμε εισχωρήσει στην ΕΠΟΝ και στον ΕΛΑΣ – ΕΠΟΝ που είχαμε και όπλο.

Κρ.Π.: Πιστεύετε ότι τον εμφύλιο τον έχουμε διαχειριστεί ως κοινωνία;

Κ.Β.: Όχι. Δεν το πιστεύω. Θέλει πολλά πράγματα ακόμα να γίνουν… Δυστυχώς. Αλλά δε φταίει όλος ο ελληνικός λαός. Φταίνε οι δεκαπέντε, είκοσι, τριάντα, οι οποίοι π.χ. ασχολούνται με τη δημοσιογραφία αυτού του είδους, που δεν ασχολήθηκαν. Έτσι είναι. Εμείς φταίμε. Οι λίγοι.

Κρ.Π.: Αρχίσατε να γίνεστε γνωστός ως στιχουργός από το ’43 με το ποίημά σας για τον Φαντάρο, το οποίο αν και μελοποιήθηκε αρχικά από τον Τσιτσάνη και μετά από τον Καλδάρα, λόγω εμφυλίου δεν γραμμοφωνήθηκε παρά το εμφανές μήνυμα συμφιλίωσης που δίνατε;

Κ.Β.: Ναι, ήταν ένα ποίημα που έλεγε «μα ο φαντάρος δεν παραπονιέται/ κι έχει ελπίδα μέσα στην καρδιά/ πως θα γυρίσει πάλι στους δικούς του/ όταν τα χέρια μας θα δώσουμε ξανά…»001

Κρ.Π.: Τι σας ενέπνεε να γράφετε;

Κ.Β.: Με ενδιέφερε να γράφω προοδευτικά. Με θέματα κοινωνικά αλλά και με οποιεσδήποτε άλλες καταστάσεις που μπορεί να συνέβαιναν. Προσπαθούσα να επισημαίνω και να εμφανίζω τα πράγματα λίγο πιο δυνατά… Ο κάθε ποιητής άλλωστε έχει δική του γλώσσα, καθαρή. IMG_20120920_122011Κρ.Π.: Έχουν πει για εσάς, πως στο γράψιμο ήσασταν χείμαρρος. Σε πιο τραγούδι θυμάστε να κλάψατε καθώς το γράφατε;

ΚΒ.: Αυτό για τον φαντάρο, είναι ένα.

Κρ.Π.: Η μητέρα σας τι έλεγε για τα ποιήματά σας;

Κ.Β.: Η μητέρα μου είχε βγάλει το σχολαρχείο τότε και τα κατανοούσε. Έκλινε αριστερά. Όχι με αγώνες, με τέτοια… Έκλινε αριστερά.

Κρ.Π.: Ο πατέρας σας; Που είχε έρθει και στην φυλακή να σας βγάλει το ’44 τότε που σας συνέλαβαν και σας βασάνισαν;

Κ.Β.: Τότε σκότωναν, τουφεκίζαν, αμέσως. Δεν καταλάβαιναν τίποτε. Σε ‘στήναν στον τοίχο. Κι αν δεν πέφτανε οι 800 λίρες από τον πατέρα μου, δεν θα γλύτωνα, δεν θα ήμουν στη ζωή. Αλλά με αυτές τις 800 λίρες σε δυο ώρες βγήκα από τα μπουντρούμια…

Κρ.Π.: Τι συνθήματα γράφατε τότε στους τοίχους και σας πιάσανε;

Κ.Β.: Είχα μπογιατίσει σχεδόν όλη την Πανεπιστημίου και την Σταδίου:  ΕΑΜ – ΕΛΑΣ – ΕΠΟΝ…

Κρ.Π.: Μετά τον εμφύλιο, από το 1954 έως το 1985, στο ισόγειο της του κτιρίου που εργαζόσασταν και ως διευθυντής σε δημόσια υπηρεσία, ήταν οι Γερμανοί γιατροί που εξέταζαν όσους ήθελαν να φύγουν μετανάστες, γιατί «δεν ήθελαν απλώς μετανάστες εργάτες, ήθελαν και υγιείς, να τους βγάλουν το πετσί τους! Και τό ‘βγαλαν!» όπως έχετε πει. Από εκεί αντλήσατε και τα τόσα ποιήματά σας για τους μετανάστες;

Κ.Β.: Ναι, με συγκλόνιζαν όσα έβλεπα και τα κατέγραφα. Τα ζούσα και τα μετέφερα σε εικόνες στο μυαλό μου. Και μετά αυτές τις εικόνες τις μετέφερα στο χαρτί. Κι αν π.χ. ο Καζαντζίδης έγινε ο τραγουδιστής του λαού, βέβαια προσφέρονταν η φωνή του, ήταν από τον στίχο που είπε, που ήταν πράγματι στίχος του λαού, που άγγιζε το λαό. Δηλαδή ο στιχουργός παίζει τον πρωταρχικό ρόλο σ’ αυτό το θέμα.

Κρ.Π.: Στις συναυλίες σας που παρακολουθούσαν χιλιάδες κόσμος, λέγεται πως όταν ακουγόταν το τραγούδι σας «Στις φάμπρικες της Γερμανίας» πετάγανε όλοι τα σακάκια και τα καπέλα τους στον αέρα… Τον άγγιζε τον κόσμο αυτό που γινόταν στην κοινωνία γύρω του;

Κ.Β.: Τον άγγιζε πάρα πολύ. Περίμενε, που λέει ο λόγος. Περίμενε ένα τέτοιο τραγούδι. Το είχε ανάγκη.

Κρ.Π.: Σήμερα;

Κ.Β.: Σήμερα έτσι κι έτσι. Ψαχνόμαστε. Πάντα το ελληνικό λαϊκό τραγούδι είναι προοδευτικό. Κι ο κόσμος περιμένε, που λέει ο λόγος, να βγει ένας καινούργιος δίσκος… Πήγαιναν στη Βαρβάκειο που είχε ένα δισκοπωλείο που ήταν μέσα στην αγορά να μάθουν τι κυκλοφόρησε. Αν πάρουμε σαν κριτήριο την πώληση δίσκων, οι προοδευτικοί δίσκοι πουλιούνται πάρα πολύ. Άρα ο κόσμος προχωράει…

Πικρό σαν δηλητήριο
είναι το διαβατήριο
που πήρα για τα ξένα.
Μα τι να κάνω ο φτωχός,
μπροστά μου βρίσκεται γκρεμός
και πίσω μαύρο ρέμα.

Πικρό σαν δηλητήριο
είναι το διαβατήριο,
μα όταν ζεις χωρίς ελπίδα,
όπου γης είναι πατρίδα.

Κρ.Π.: Πόσα τραγούδια έχετε γράψει περίπου;

Κ.Β.: Συνολικά έγραψα στη ζωή μου κάπου δυόμιση χιλιάδες τραγούδια. Ευτυχώς αμέσως, από τα πρώτα, υπήρχε μεγάλη επιτυχία και δεν χρειάστηκε να ψάξω και να χτυπήσω πόρτες σε εταιρείες. Χτυπούσαν τη δική μου πόρτα.

Ο λαϊκός στίχος, ο στίχος που έμπαινε σε τραγούδι, ήταν πολύ δυνατός για τον κόσμο. Το ελληνικό λαϊκό τραγούδι είναι ένα από τα καλύτερα της Ευρώπης, αν όχι το καλύτερο… Με το κριτήριο της κοινωνικότητας. Μπαίνει παντού και χτυπάει παντού και ακούγεται παντού. b77979(Φωτο: Κώστας Βίρβος, Μια ζωή τραγούδια, Ντέφι, 1985)

Κρ.Π.: Για το μάγκικο τραγούδι και το ρεμπέτικο;

Κ.Β.: Το μάγκικο έχει ορισμένες λέξεις μάγκικες οι οποίες αν δεν υπήρχαν θα ήταν ίσως λίγο πιο καλύτερο. Αλλά είναι καλό! Και το ρεμπέτικο είναι ακόμα καλύτερο!

Κρ.Π: Αν δεν υπήρχε το μάγκικο θα υπήρχε το ρεμπέτικο;

Κ.Β.: Μάλλον όχι, γιατί είναι σκάλα, προχωράει. Ανέρχεται και ποιοτικά και σε έννοιες. IMG_20120920_121356Κρ.Π.: Θέλετε να πείτε για τις τόσες συνεργασίες σας με κορυφαίους συνθέτες όπως ο Τσιτσάνης, ο Καλδάρας, ο Θεοδωράκης, ο Δερβενιώτης, ο Λεοντής, ο Μαρκόπουλος, ο Πλέσσας, ο Μπακάλης, ο Τζουανάκος, ο Νικολόπουλος, ο Μητσάκης, και τόσοι άλλοι;

Κ.Β.: Με τον Τσιτσάνη έχω γράψει πάρα πολλά τραγούδια. Εκεί, τα Τρίκαλα, έχουν βγάλει πολλούς καλούς που ασχολήθηκαν με το λαϊκό τραγούδι. Κληρονομιά ήταν μάλλον. Και ο Καλδάρας (που ήταν κι αυτός από τα Τρίκαλα) και ο Δερβενιώτης, από τους καλύτερους συνθέτες… Με τον Θεοδωράκη έχω γράψει μαζί πολύ σημαντικά τραγούδια. Με τον Πλέσσα έχω γράψει εξαιρετικούς κύκλους τραγουδιών αλλά και με τον Μαρκόπουλο έχω γράψει το Θεσσαλικό κύκλο που τον μελοποίησε με τον καλύτερο τρόπο. Με το Λεοντή έχω γράψει την Καταχνιά που είναι μνημειώδες έργο. Με όλους έχω γράψει. Με τον Χατζιδάκι μόνο δεν προλάβαμε, παρόλο που όλο λέγαμε να συνεργαστούμε. Με τον Μπιθικώτση συνεργάστηκα πολύ και με την ιδιότητά του ως συνθέτη, όχι μόνο ως τραγουδιστή.

«Με συνεπήρε σαν άνθρωπος ο Κώστας Βίρβος αρχικά. Γιατί κι αυτό παίζει ένα μεγάλο ρόλο… Για να μπορέσεις, δηλαδή, να δεις τον άνθρωπο και μετά να δεις τι γράφει αυτός ο άνθρωπος, και να μοιάζουν αυτά που γράφει με το σύνολο της ανθρωπιάς του…» Γρηγόρης Μπιθικώτσης

«Δεν θα δυσκολευόμουν να πω ότι ο Κώστας Βίρβος είναι ο Πατριάρχης του λαϊκού στίχου» Μίμης Πλέσσας

IMG_20120920_121340Κρ.Π.: Ο Μίκης Θεοδωράκης μελοποίησε και το «Κοιμήσου αγγελούδι μου»…

Κ.Β.: Είναι η Ελληνίδα μάνα… Η προοδευτική μάνα…:

Κοιμήσου αγγελούδι μου, παιδί μου νάνι νάνι
Να μεγαλώσεις γρήγορα, σαν τ’ αψηλό πλατάνι
Να γίνεις άντρας στο κορμί και στο μυαλό
Και να `σαι πάντα μεσ’ το δρόμο τον καλό

Κοιμήσου αγγελούδι μου γλυκά με το τραγούδι μου

Κοιμήσου περιστέρι μου να γίνεις σαν ατσάλι
Να γίνει κι η καρδούλα σου σαν του Χριστού μεγάλη
Για να μην πεις μεσ’ τη ζωή σου δεν μπορώ
κι αν πρέπει ακόμα να σηκώσεις και σταυρό

Κρ.Π.: Και σεις ο ίδιος βλέπω ότι όταν λέτε σήμερα τα τραγούδια σας συγκινείστε ακόμα…

Κ.Β.: Συγκινούμαι! Αφού, ακόμα βγαίνει μέσα από την καρδιά μου, την ώρα που το απαγγέλω, έτσι… σε σας…

Κρ.Π.: Για την Καταχνιά με τον Λεοντή τι θυμάστε;»

Κ.Β.: «Μέσα απ’ τη στάχτη τη βαθειά / Μια σπίθα θα πετάξει / Σε πολιτείες και χωριά / Και θα γενεί τρανή φωτιά / Που τη φωτιά θα κάψει…», ή το « Ένας ξύλινος σταυρός που λέει: «Προχωρείτε πάντα μπρος…».

Και το «Δε θέλω να μου δέσετε τα μάτια… αλλά και το «Πές μου και συ του δειλινού καμπάνα, γιατί, γιατί να γίνω μάνα;»… Εγώ δάκρυσα! Κι αυτό το τραγούδι μου το έχω πει χίλιες φορές…

Κρ.Π.: Ποιά είναι τα σημαντικά χαρακτηριστικά ενός στίχου;

Κ.Β.: Να μπαίνει το τραγούδι μέσα στην καρδιά τη δική σας! Αλλά αν δεν βγαίνει μέσα από την καρδιά του στιχουργού, πως θα γράψει ένα τραγούδι τέτοιο;

Ο καθένας άνθρωπος μοιάζει με καράβι
που θαλασσοδέρνεται βράδυ και πρωί,
κι ο βαρύς ο πόνος του το κορμί του σκάβει
ώσπου το λιμάνι του κάποτε θα βρει.

Είμαι κι εγώ ένα καράβι τσακισμένο
κι από σένα λίγη αγάπη περιμένω.

Στη μεγάλη θάλασσα που ζωή τη λέμε
μας χτυπούν τα βάσανα με απανθρωπιά.
Στη μεγάλη θάλασσα κάθε μέρα κλαίμε,
όμως υπομένουμε, μα ως πότε πια.

Είμαι κι εγώ ένα καράβι τσακισμένο
κι από σένα λίγη αγάπη περιμένω.

Κρ.Π.: Για την Κύπρο; Τα τραγούδια σας μεταδίδονταν λένε κρυφά τότε με σκονάκια στα παιδιά μέσα στα σχολεία;

Κ.Β.: Ναι, την αγαπώ την Κύπρο. Γιατί είναι και προοδευτικοί άνθρωποι οι Κύπριοι. Ασχολήθηκα με τραγούδια που βοηθούσαν και την επανάστασή τους: «Το αίμα νερό δε γίνεται», «Η κύπρος είναι ελληνική και …θέλετε δεν θέλετε θα μας τη δώσετε ξανά».

Κρ.Π.: Τα τραγούδια σας είναι πολύ διαχρονικά. Πώς το καταφέρατε αυτό;

Κ.Β.: Εγώ έγραψα για τον άνθρωπο, για την ψυχή του, για τις χαρές, την αγάπη, τις λύπες, τα προβλήματα. Αυτά δεν αλλάζουν, όσο υπάρχουν άνθρωποι! Αλλά δυστυχώς και τα προβλήματα δεν λύνονται εύκολα… Θα σας πω ένα παράδειγμα από ένα κύκλο τραγουδιών μου που δεν είναι ιδιαίτερα γνωστός, τη Γραφειοκρατία, με τον Χρήστο Λεττονό από το 1976. Να δείτε πόσο επίκαιρο είναι το πρόβλημα απλών ανθρώπων που περιγράφει, παρόλο που κι εγώ θα ευχόμουν να μην ήταν ακόμα και στις μέρες μας:

Χρώσταγα στο κράτος δυο χιλιάδες φόρους
Και στα δύο χρόνια έγιναν οκτώ
Βάλε και τους τόκους, βάλε δικηγόρους
Έφτασε το χρέος στις εξηνταοκτώ.
Κι αλά ούνα αλά ντούε αλά τρε
Υποθηκεύουνε το σπίτι μου αδελφέ.
Χτύπαγαν καμπάνες για την εκκλησία
Μέρα της αγάπης, μέρα Κυριακή
Στο δικό μου σπίτι μαύρη απελπισία
Ήρθαν οι κλητήρες οι δικαστικοί.
Κι αλά ούνα αλά ντούε αλά τρε
Μου το πήρανε το σπίτι αδελφέ

Κρ.Π.: Οι ερμηνευτές που συνεργαστήκατε; Ατέλειωτος ο κατάλογος;

Κ.Β.: Είχαμε πολύ καλούς ερμηνευτές. Καζαντζίδης. Μπιθικώτσης. Ήταν μανούλες στα προοδευτικά τραγούδια… αλλά και στα ερωτικά. .  Συνεργάστηκα και με τους δύο πάρα πολύ, αλλά και με όλους τους μεγάλους ερμηνευτές και μεγάλες ερμηνεύτριες. Είχα συνεργασία με το Μάρκο Βαμβακάρη (το πρώτο μου τραγούδι), την Καίτη Γκρεϋ, τη Μαρινέλλα, τη Γιώτα Λύδια, τη Μαρίκα Νίνου, τον Πρόδρομο Τσαουσάκη, την Πόλυ Πάνου, τη Σωτηρία Μπέλλου, τη Βίκυ Μοσχολιού, το Γιώργο Νταλάρα, τον Τόλη Βοσκόπουλο, τη Δήμητρα Γαλάνη, το Μανώλη Μητσιά, το Λάκη Χαλκιά, το Στράτο Διονυσίου, το Γιάννη Καλαντζή, το Γιάννη Πουλόπουλο, τη Ρένα Κουμιώτη, την Χαρούλα Αλεξίου. Ποιον να πρωτοθυμηθώ; Με τον Καζαντζίδη ένα τραγούδι από τα πολλά ήταν το «Πάρε τα χνάρια μου», που το έλεγε πολύ ωραία:

Πάρε τα χνάρια π’ άφησαν τα μαύρα δάκρυά μου
κι έλα απόψε να με βρεις εκεί στην ερημιά μου

Βήμα βήμα, δάκρυ δάκρυ, θα με βρεις σε κάποιαν άκρη
να κλαίω για σέν’ αγάπη μου, που τωρα ζεις μακριά μου

Αντιλαλούν οι ρεματιές όταν αναστενάζω
και απ’ την καρδιά μου βγαίνουν φωτιές για σένα όταν σπαράζω.
Πάρε τα `χνάρια να με βρεις και σώσε με αφού μπορείς

Δακρύζουν μάτια και καρδιές όταν αναστενάζω
κι από τα στήθια βγαίνουν φωτιές για σένα όταν σπαράζω.
Πάρε τα χνάρια να με βρεις και σώσε με αφού μπορείς.

Κρ.Π.: Έχετε πει ότι «Μάγκας θα πει φιλότιμος, μάγκας θα πει δερβίδης, μάγκας θα πει καλή καρδιά και φίνες εξηγήσεις». Υπάρχουν μάγκες σήμερα;

Κ.Β.: Υπάρχουν μάγκες με την καθαρή έννοια: «Αυτός είναι μάγκας ρε, συ!». Αυτός είναι ξύπνιος, μπασμένος…

birbos(Φωτο: Στράτος Παγιουμτζής, ο ποιητής και στιχουργός Κώστας Βίρβος, ο Ζαμπέτας κι άλλοι τρεις φίλοι αρχές του ’50)

Κρ.Π.: Ποιοί άνθρωποι σας αρέσουν;

Κ.Β.: Οι Αυθόρμητοι, οι ειλικρινείς και οι ξύπνιοι. Παρόλο που εμείς οι έλληνες είμαστε ένας υγιής λαός. Δεν πέφτουμε σε λούμπες. Σπάνια… Τονίζω, ότι οι έλληνες ένας υγιής λαός. Γενικώς. Δεν λέω για επιστήμονες… Για το λαό εννοώ. Είναι καθαροί στην ψυχή τους, στο μυαλό τους. Είμαστε καλή ράτσα. Είμαστε ντόμπροι. Έχουμε πολλά προτερήματα. Και εργατικοί είμαστε, και φιλότιμοι είμαστε. Μη βλέπετε τις εξαιρέσεις. Να βλέπετε τα εκατομμύρια.

Κρ.Π.: Η Γερακίνα, ίσως θα έπρεπε σήμερα να είναι ο εθνικός μας ύμνος, για να σώσουμε επιπλέον την περηφάνια, την αγωνιστικότητα, την περηφάνεια και την αξιοπρέπεια που βγαίνει μέσα από αυτούς τους στίχους…

Κ.Β.: Ε, οι περισσότεροι το νιώθουν. Οι περισσότεροι. Όχι όλοι, οι περισσότεροι.

Κρ.Π.: Δηλαδή να μη μας κλαίνε… Θα επιβιώσουμε, θα πάμε καλά ως χώρα;

Κ.Β: Πολύ καλά θα πάμε. Παρόλο που δεν έχουμε. Λαϊκά! Ο ένας με τον άλλον… Μεταδίδει. Ο καλός ο στιχουργός αυτό πρέπει να κάνει, να ανεβάζει το ηθικό των ανθρώπων.

Κρ.Π.: Τι θα λέγατε στους νέους στιχουργούς;

Κ.Β.: Να είναι καθαροί πάντα. Να γράφουν εκείνα που πιστεύουν Να είναι προοδευτικοί. Και κοινωνικά και γενικώς. Τότε γράφουν πιο δυνατούς στίχους και πιο ωραίους. Ο στιχουργός παίζει το δυναμικότερο ρόλο στο τραγούδι! Όταν είναι καλός! Όταν είναι στιχουργός! Ένας στίχος μπορεί να αξίζει όσο αξίζει ένα βιβλίο ή και πέντε βιβλία…

Κρ.Π.: Τι θα απαντούσατε στην ερώτηση της Έρευνας για την Κρίση (2010-2014), εκδ. Κέδρος: «Ποιες αιτίες μας έφεραν ως εδώ και κυρίως τι πρέπει να κάνουμε;».

Κ.Β.: Τι να κάνουμε; Αγώνα! Να αντιδράσουμε. Να αντιδράσουμε δυναμικά! Και εκεί που δεν παίρνουν τα λόγια μας, ακόμα πιο δυναμικά. Τί άλλο;

Κρ.Π.: Ποιό τραγούδι θα αφιερώνατε σήμερα στους Έλληνες που αγωνίζονται να επιβιώσουν;

Κ.Β.: Ποιο τραγούδι θα αφιέρωνα σήμερα στους Έλληνες; Το «Εγώ δε ζω γονατιστός». Τη Γερακίνα

Ούτε στρώμα να πλαγιάσω,
ούτε φως για να διαβάσω
το γλυκό σου γράμμα, ωχ, μανούλα μου
Καλοκαίρι κι είναι κρύο
ένα μέτρο επί δύο
είναι το κελί μου, ωχ, μανούλα μου

Μα εγώ δε ζω γονατιστός,
είμαι της γερακίνας γιος
Τι κι αν μ’ ανοίγουνε πληγές
εγώ αντέχω τις φωτιές
Μάνα μη λυπάσαι, μάνα μη με κλαις

Ένα ρούχο ματωμένο
στρώνω για να ξαποσταίνω
στο υγρό τσιμέντο, ωχ, μανούλα μου
Στο κελί το διπλανό μου
φέραν κάποιον αδελφό μου
πόσο θα τραβήξει, ωχ, μανούλα μου

Μα εγώ δε ζω γονατιστός…

IMG_20120920_121745*** IMG_20120920_115945(Φωτο: Ο Κώστας Βίρβος με την σύζυγό του Καίτη)

*Η συνέντευξη δόθηκε πριν από το σοβαρό ισχυρό εγκεφαλικό επεισόδιο που πρόσφατα υπέστη ο Κώστας Βίρβος. Έκτοτε όπως λέει η κόρη του Μαρία Βίρβου «Έχει νοσηλευθεί τρεις φορές σε νοσοκομεία, και παρ’ όλες τις απαισιόδοξες προβλέψεις των γιατρών, ευτυχώς έχει αρχίσει να πηγαίνει πολύ καλύτερα. Έδωσε μεγάλη μάχη αλλά είναι από τους ανθρώπους που ξέρουν να αγωνίζονται! Τραγουδούσε μόνος του στο νοσοκομείο το Εγώ δεν ζω γονατιστός, κι έπαιρνε δύναμη από τους δικούς του στίχους. Κι όταν κάποια στιγμή είχε χάσει την επαφή με το περιβάλλον, ήρθε στο νοσοκομείο ο Γιώργος Μαργαρίτης (Τρικαλινός κι αυτός) και του το τραγούδησε δυνατά δίπλα στο κρεβάτι του. Μαζεύτηκαν όλοι γύρω τους, ασθενείς, γιατροί, επισκέπτες, νοσοκόμες, και από εκείνη την ώρα άρχισε να βρίσκει πάλι τον εαυτό του! Σαν να πέρασε το τραγούδι μέσα του και τον έκανε καλα!»

**Αποσπάσματα από την εκπομπή του Λευτέρη Παπαδόπουλου «Εν αρχή ην ο λόγος» στην ΕΡΤ, και από το βιβλίο Κώστας Βίρβος, Λαϊκή Στιχουργική Ανθολογία, Εκδόσεις Βιβλιοεκδοτική Αναστασάκη, 1989.

IMG_20120920_121847(Οδός Κώστα Βίρβου στα Τρίκαλα)


ΚΩΣΤΑΣ ΒΙΡΒΟΣ

Μάρτιος, Τρίκαλα αρχίζει η ιστορία
Και βρίσκει μπάρκο το χαμένο μου κορμί
Σε ένα πλοίο που το λεν Σάντα Μαρία
Κι έχει λιμάνι το ουζερί του Μπελαμή

Πόλεμος, φτώχεια, προσφυγιά και ανταρσία
Σύλληψη ένα επί δύο το κελί
Με το μπατίρη το Λουκά στην Εγνατία
Μια στεναχώρια κι ούτε μια ζαριά καλή

Μα εγώ δε ζω γονατιστός
Είμαι ο τόπος μου φτυστός
Και οι ψυχές του
Που όταν πέφτει καταχνιά
Κάνουν τον πόνο τους πενιά
Και ρίχνουν τις στροφές τους

Ένας απόκληρος επί διαταράξει
Απ’ την καρδιά μου δίνω τα χρυσά κλειδιά
Τα δίνω όλα κι ό,τι βρέξει ας κατεβάσει
Έξω από τ’ άδικο και κάθε ξενιτιά

Στίχοι: Λίνα Δημοπούλου
Μουσική: Μιχάλης Κουμπιός

1983 – Συναυλία από το Ερασιτεχνικό Μουσικό Συγκρότημα του μαέστρου Γιώργου Ασημάκη

1983 – Επέτειος Πολυτεχνείου – Απόσπασμα από συναυλία του Ερασιτεχνικού Μουσικού Συγκροτήματος του μαέστρου Γιώργου Ασημάκη στο Πολιτιστικό Κέντρο του Δήμου Καλλιθέας​, τη δεκαετία του ΄80, που άφησε ιστορία:

Μαέστρος (πιάνο): Γιώργος Ασημάκης​
Κιθάρα: Γιάννης Γρίβας & Ιορδάνης Ιορδάνογλου
Μπουζούκι: Γιάννης Σταυρίδης
Ακορντεόν: Νίκος Ζώτος
Ερμηνεία: Κρυσταλία Πατούλη

(Άλλες ερμηνείες: Δέσποινα Μιραράκη, Κρυσταλία Πατούλη, Λεωνίδας Μίαρης, Διονύσης Κρανιδιώτης.  Ιορδάνης Ιορδάνογλου και η παιδική χορωδία του μαέστρου Γιώργου Ασημάκη)

Χαιρετισμός, ευχαριστίες, και κλείσιμο της συναυλίας από τον Ιορδάνη Ιορδάνογλου

(Η συναυλία πραγματοποιήθηκε στο 3ο Λύκειο Καλλιθέας)


TheodorakisMikis4Ο λεβέντης

Στίχοι:  Νότης Περγιάλης
Μουσική:  Μίκης Θεοδωράκης

Σαν τον αητό φτερούγαγε στη στράτα
τον καμαρώνει η γειτονιά στα παραθύρια
με χαμηλά τα μαύρα του τα μάτια
λεβέντης εροβόλαγε.

Στα ματιά του ένα σύννεφο
μες την καρδιά του σίδερο.
Κυλάει το αίμα, σκέπασε τον ήλιο
κι ο χάρος εροβόλαγε.

Σφαλούν τα μάτια κι οι καρδιές
σφαλούν τα παραθύρια
μετά χυμάει ο Χάροντας καβάλα
κι εκείνος χαμογέλαγε.

Ποιος κατεβαίνει σήμερα στον Άδη;
Ποιον κουβεντιάζει η γειτονιά κι ανανταριάζει;
Γιατί βουβά είναι τα βουνά κι οι κάμποι;
Λεβέντης εροβόλαγε.


Δίσκος: Τα τραγούδια του αγώνα 1974 & 1996

Θα βρεθούμε ξανά

Εδώ θα ρίξω στη θάλασσα
σαν πέτρες τα χρόνια που χάλασα
Εδώ θα μου φέρει το κύμα
ένα γράμμα που θα έχει και ρίμα
και θα λάμπει στο τέλος η υπογραφή:
Κολοκοτρώνης, Μακρυγιάννης, Φιλικοί.

Θα βρεθούμε ξανά
όταν όλα θα έχουν περάσει.
Στην Πατρίδα φιλιά
και κουράγιο να πεις, μην ξεχάσει.
Θα βρεθούμε ξανά
όταν όλοι θα έχουν αλλάξει
Θα βρεθούμε ξανά.

Εδώ αρχαία μου θάλασσα
που ξέρεις τι βάσανα τράβηξα
Εδώ θα μου στείλει τ’ αγέρι
ένα γράμμα απ’ τ’ αόρατα μέρη
ο χαμένος ο λόγος, ο πιο ζεστός:
Σεφέρης, Κάλβος, Εμπειρίκος, Σολωμός.

Στίχοι: Τάσος Σαμαρτζής
Μουσική: Νότης Μαυρουδής
Ερμηνεία: Παιδική Χορωδία Δημήτρη Τυπάλδου

Μ’ αυτό το καταπληκτικό τραγούδι (που επέλεξε η Ειρήνη Ρέππα), έκλεισε χτες η διήμερίδα για τα 30 χρόνια του Εργαστηρίου Διερεύνησης Ανθρωπίνων Σχέσεων http://tvxs.gr/news/biblio/imerologio-enos-therapeyti . Όσοι ήταν εκεί ξέρουν…

Αλκίνοος Ιωαννίδης: Μόνο την ουτοπία ονειρεύομαι

[…] Μόνο την ουτοπία ονειρεύομαι. Σηκώνει κοροϊδία η στάση μου, το ξέρω, αλλά δεν αξίζει να ονειρευόμαστε κάτι λιγότερο […] Από εμάς πρέπει να περιμένουμε πρώτα. Από τα βιβλία που θα διαλέξουμε να διαβάσουμε, την τηλεόραση που θα σβήσουμε για να κοιταχτούμε με τους ανθρώπους μέσα στο ίδιο μας το σπίτι, από τις συγνώμες που θα πούμε, από τα όπλα που ο καθένας μας θα ανακαλύψει ξεχασμένα στην ψυχή του και στην αγκαλιά του άλλου. Δε βλέπεις τι γίνεται; Όποιος βγει να μοιραστεί κάτι, πέφτουμε όλοι να τον φάμε. Υπάρχει οργή και μίσος που δεν ξέρουμε πού να διοχετεύσουμε, και τα επιστρέφουμε απλόχερα στον εαυτό μας. Αποτελούμε την ευκαιρία ώστε η επιστημονική κοινότητα να επινοήσει, μετά την οικογενειακή ή την ομαδική ψυχοθεραπεία, την εθνική ψυχοθεραπεία […]
Ο συνθέτης, στιχουργός και ερμηνευτής Αλκίνοος Ιωαννίδης …ανοίγει τη Μικρή βαλίτσα* στην Κρυσταλία Πατούλη (*Τη νέα του δισκογραφική δουλειά μετά από πεντέμιση χρόνια)

«Και πού να πάω και πού να ‘ρθω
και πού να επιστρέψω
που ‘ναι τα ξένα μακρινά
κι είν’ τα δικά μου ξένα
και πού να επιστρέψω
[…] Μικρή βαλίτσα και βαριά
γεμάτη πέτρα κι ήλιο
είναι το εμπρός ανήλιαγο
κι είναι σκληρό το πίσω
και πού να σ’ ακουμπήσω»
Κρ.Π.: Μια «Μικρή βαλίτσα», τι, πως, και πόσα μπορεί να χωρέσει; 

Αλκ. Ι.: Μπορεί να χωρέσει τα απολύτως απαραίτητα. Αυτά που θα σε κάνουν να εξακολουθείς να βλέπεις το δικό σου πρόσωπο σε ξένο καθρέφτη. Τη μνήμη, το παρόν και την προσδοκία της μέρας που θα ‘ρθει. Μπορεί να χωρέσει δηλαδή όλα όσα μας αποτελούν στην ουσία μας.

***
Κρ.Π.: Μήπως αυτή η …μικρή βαλίτσα ήταν η αιτία που δεν έφυγες από την Ελλάδα, ενώ σου δόθηκαν τρεις ευκαιρίες τα τελευταία χρόνια -όπως έγραψες στο δίσκο;

Αλκ.Ι.: Υπήρχαν λόγοι αρκετά σοβαροί για να φύγουμε οικογενειακώς. Ο λόγος που παραμείναμε ήταν ότι, και τις τρεις φορές, ενώ ξεκινούσα με ενθουσιασμό να ψάχνω για σπίτι και σχολείο εκεί για τα παιδιά, όσο περνούσαν οι εβδομάδες βάραινα, αισθανόμουν ηττημένος και τελικά αδικαιολόγητος στο φευγιό μου.

Οι λόγοι της αναχώρησης έμοιαζαν ξαφνικά πολύ μικροί. Κι ας είναι η σύντροφός μου στην αναμονή χρόνια τώρα για μια ειδικότητα, κι ας ορμάει η μιζέρια και η αδικία του τόπου μας από κάθε χαραμάδα μες στο σπίτι, κι ας ήταν για μένα ευκαιρία να εντείνω τη μικρή παρουσία μου στην «ευρωπαϊκή αγορά», ή να κάνω παραγωγές που εδώ ούτε να τις σκεφτώ δεν δικαιούμαι.

Έβλεπα ξαφνικά πως το πιθανότερο θα ήταν να μην κάνω τίποτα το αληθινά δημιουργικό. Έβλεπα το κενό, το ενδεχόμενο της απόλυτης αποτυχίας, αφού δεν έφευγα με όνειρο αλλά με μια βαθιά αίσθηση ήττας.

Θύμιζα στον εαυτό μου πως δεν είμαι με κανέναν τρόπο ίδια περίπτωση με όσους φεύγουν επειδή εδώ είναι άνεργοι, άπραγοι, ανύπαρκτοι και δυστυχείς. Δεν ανήκω στην κατηγορία των ανθρώπων που ο τόπος τους δεν τους έδωσε τίποτα, που δεν τους ζήτησε τίποτα, που δεν ανέδειξε τις ικανότητες ή που δεν δέχτηκε τα όσα έχουν να δώσουν.

Ανταμείφθηκα πολλαπλά από τον τόπο, σε εποχές πιο «εύκολες». Δεν αναφέρομαι στο κράτος, αλλά στους ανθρώπους του τόπου, που μου έδωσαν πολλά, και κυρίως την καλλιτεχνική και δημιουργική μου ελευθερία. Λειτουργώντας σαν καλλιτέχνης, ακόμα και μέσα στη σημερινή δυσκολία, εξακολουθώ να παίρνω πράγματα από το κοινό πρωτόγνωρα.

Όσες συναυλίες και να κάνω στο εξωτερικό, εδώ είναι το σπίτι μου, η τραγουδοποιητική μου πηγή, η δημιουργική μου ομάδα, το κοινό που καταλαβαίνω, οι ακροατές που πραγματικά αισθάνονται σε τι αναφέρομαι κάθε φορά, οι άνθρωποι που μοιραζόμαστε μια κοινή γλώσσα πέραν της γλώσσας, τα βιώματα, οι αναμνήσεις, η ζωή και οι ελπίδες μου.

Μεγάλωσα. Δεν νομίζω πως θα μπορούσα να διαχειριστώ μέσα μου μια τέτοια αλλαγή πια, εκτός και αν δεν είχα άλλη επιλογή. Είχα όμως επιλογή: να μείνω, να ζήσω και να γράψω σε μια πραγματικά ενδιαφέρουσα περίοδο.

Γιατί, όσο τραγική κι αν είναι η κατάσταση, δεν μπορείς να την πεις αδιάφορη. Παλιά γκρινιάζαμε πως πέσαμε σε αδιάφορη εποχή. Πάρε λοιπόν γκρινιάρη μιαν ενδιαφέρουσα εποχή, να δούμε τι θα κάνεις…

Ίσως με κράτησε και η ψευδαίσθηση πως είμαι χρήσιμος εδώ… Μια αυτοκολακεία χωρίς περιεχόμενο δηλαδή, αφού στην πραγματικότητα δεν σε χρειάζεται κανείς. Εσύ πάντα χρειάζεσαι τους άλλους.

Προκειμένου όμως να γλιτώσω από το ενδεχόμενο να γεράσω μαραζωμένος και ηττημένος, χωρίς τους ανθρώπους μου, καλές είναι και οι ψευδαισθήσεις.

***
«Αν έχεις δόντι του φονιά και γούστα ματωμένα
αν μαύρισες τον ουρανό και θες να φας κι εμένα
μέσα στην καταιγίδα
θα γίνω αγκάθι στο λαιμό σου, σκόνη μες στο μάτι
μέσα στ’ αυτί σου ψίθυρος και σύγκρυο στην πλάτη
στη σιγουριά σου αγκίδα
Πάντα θα ξημερώνει […]»
Κρ.Π.: Το  τραγούδι «Πάντα θα ξημερώνει» το έγραψες μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα. Πώς;

Αλκ.Ι.: Ένιωσα τη μαυρίλα να με πνίγει από παντού. Και μαζί ένιωσα την ανάγκη να πω για τη μικρή, αγέννητη αχτίδα που στο βαθύ σκοτάδι συντηρεί την υπόσχεση μιας ολόφωτης μέρας. Να πω για τους ανθρώπους που χωρίς βία, καρφώνονται σαν ασήμαντες αγκίδες στη σκληρή φτέρνα των σίγουρων για την ανωτερότητα των απόψεών τους φονιάδων. Μια μικρή αγκίδα που ενοχλεί το στρατιωτικό, σιδερένιο βάδισμά τους, που τους αποδυναμώνει κι ας κρατάνε πολυβόλο.

Να τραγουδήσω επίσης για το πώς ένα λαϊκό, αισθαντικό παιδί, μπορεί να ζει μετά τον θάνατό του, αφού επηρεάζει ασταμάτητα τις ζωές και τις εξελίξεις γύρω μας. Με τρόπο που χιλιάδες πολιτικοί και διανοούμενοι μαζί, αδυνατούν να πράξουν. Και να κλείσω όλο αυτό με έναν θρήνο λίγων δευτερολέπτων από το κουαρτέτο εγχόρδων, μετά το τραγούδι, για το παιδί που χάθηκε και για όσους χάθηκαν με τον ίδιο τρόπο.

Κρ.Π.: «Ο δίσκος αφιερώνεται σε όσους αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τον τόπο τους και σε όσους εγκαταλείπονται από αυτόν». Με ποιόν τρόπο αλληλοσυνδέονται αυτά τα δύο; Και ποιο είναι – αν μπορούσαμε να πούμε- το χειρότερο; 

Αλκ.Ι.: Αυτά συμβαίνουν συνήθως ταυτόχρονα. Γιατί του οικονομικού προβλήματος ενός τόπου, προηγείται συνήθως ένα σύμπλεγμα άλλων προβλημάτων.

Ένας τόπος φροντίζει τους πολίτες του μέσα από την κοινωνία, μέσα από τις πολιτικές ηγεσίες του, μέσα από τις δομές του, μέσα από τις επιλογές που κάνει στη διάρκεια της ιστορίας, μέσα από την αντίληψή του για τη δικαιοσύνη, για την αξιοπρέπεια, για τον σεβασμό του πολίτη, μέσα από την αισθητική και το γενικότερο πνευματικό του επίπεδο, μέσα από την παιδεία που προσφέρει και το παράδειγμα που εκπέμπει ο λόγος και η πράξη των εκπροσώπων του.

Τότε, όποιος φεύγει, φεύγει γιατί το ποθεί η ψυχή του να ταξιδέψει και να ζήσει αλλού, ή γιατί το απαιτεί το επάγγελμα ή η μόρφωσή του, ή άλλοι δημιουργικοί, «θετικοί» ας τους πούμε, παράγοντες.

Όπως έφυγα από την Κύπρο, πριν από 25 χρόνια. Όχι εκδιωγμένος, αλλά λόγω σπουδών και με τη χαρά μιας ζωής που ανοιγόταν μπροστά μου.

Αυτός που δεν θέλει να φύγει, αλλά αναγκάζεται σε συνθήκες σχετικής ειρήνης να εγκαταλείψει τη μέχρι τώρα ζωή του, ο μετανάστης από ανάγκη δηλαδή, έχει ήδη εγκαταλειφθεί ή και ακόμα απορριφθεί από τον τόπο του, προτού φύγει, συχνά προτού καν γεννηθεί.

Κρ.Π.: Τι νέο έδωσες σ’ αυτόν το δίσκο, που δεν είχες δώσει μέχρι τώρα από τον Αλκίνοο, και τι πιθανά πήρες;

Αλκ.Ι.: Νομίζω πως για πρώτη φορά μίλησα τόσο αβίαστα και καθαρά για τα όσα με απασχολούν. Το είχα μεγάλη ανάγκη να μιλήσω καθαρά, τόσο στιχουργικά, όσο και μουσικά.

Προέκυψε ένας γυμνός δίσκος, χωρίς στολίδια, χωρίς ωραιοποιήσεις και εντυπωσιασμούς, περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Ένας δύσκολος στην υλοποίησή του δίσκος, άμεσος όμως στην ακρόασή του. Σκληρός στο βάθος του και ήσυχος στην επιφάνεια.

Συχνά, ένιωθα πως «σβήνω δίσκο», όχι πως «γράφω δίσκο». Έχτιζα και γκρέμιζα μεγάλα κομμάτια, λέξεις, νότες, όργανα, ήχους, χρόνους και ερμηνείες. Αφαίρεσα αρκετά ολοκληρωμένα τραγούδια από το υλικό, τραγούδια που τα δούλευα για μήνες, χωρίς να με νοιάζει αν είναι «καλά» ή «κακά», μόνο αν προσθέτουν στην αφήγηση ή όχι.

Δύσκολη διαδικασία… Αυτό κάνουμε όλοι όμως σήμερα: Κρατάμε τα άκρως απαραίτητα. Ακόμα και στις μεταξύ μας επαφές, οι περισσότεροι προτιμούμε τελευταίως να πηγαίνουμε κατ’ ευθείαν στην ουσία.

Η φλυαρία και ο χαριεντισμός της φούσκας σιγά-σιγά σβήνει. Αυτό έχω ανάγκη και από τους πολιτικούς: Αντί να φλυαρούν στομφωδώς, «κατακεραυνώνοντας» ο ένας τον άλλον, να μας πουν ήσυχα και καθαρά, μέσα στην καταιγίδα, την όποια αλήθεια τους. Χρειαζόμαστε συγκέντρωση και επικέντρωση, αλλιώς χαροπαλεύουμε μέσα στη σύγχυση, ενισχύοντάς την.

Ήταν όμως, για να επιστρέψω στην ερώτηση, μεγάλο το κέρδος για μένα από την όλη διαδικασία όσο και αν με δυσκόλεψε, γιατί αναγκάστηκα να επικεντρωθώ στην ουσία.

Είναι όπως ένας ήσυχος αναστεναγμός, ή ένα ουρλιαχτό, που για να δημιουργηθεί πρέπει να έχουν συμβεί πολλά, όταν όμως βγαίνει, τότε μπορεί να εκφράσει με απόλυτη ακρίβεια, ειλικρίνεια και βάθος, έννοιες, τις οποίες όσο και να προσπαθήσεις χρησιμοποιώντας περίτεχνα λόγια, αδυνατείς να περιγράψεις. Και για να το κάνει κανείς όλο αυτό τραγούδι, χωρίς αναστεναγμούς και ουρλιαχτά, χρειάζεται μια διαδικασία αρκετά περίπλοκη.

Κρ.Π.: Είναι από τους πρώτους δίσκους που εκφράζει στα περισσότερα τραγούδια του αυτό που ζούμε σήμερα, που τραγουδιέται το παρόν μας. Πόσο δύσκολο είναι να δοθεί η σύγχρονη πραγματικότητα μέσα από ποίηση και μουσική;

Αλκ.Ι.: Θέλει τον χρόνο της η ζωή για να γίνει τέχνη. Για να χωρέσει το μεγάλο παρόν στο μικρό μας τραγούδι, χρειάζεται χρόνος.

Το ανησυχητικό θα ήταν να βγαίναμε όλοι οι τραγουδοποιοί με το που ξεκίνησε η κρίση, μιλώντας όπως-όπως γι’ αυτήν, για να «πιάσουμε τον κόσμο». Είναι ένδειξη υγείας που άργησε αυτή η λειτουργία. Γιατί, δεν αρκεί να μεταφέρεις σε στίχους τα όσα ακούγονται στα καφενεία, ή τα όσα γράφονται στις εφημερίδες, για να εκφραστείς καλλιτεχνικά.

Πρέπει όλα αυτά, τα βιώματά σου, αυτά των συνανθρώπων σου, οι φόβοι, οι ενοχές, οι αβεβαιότητες, οι κλονισμοί σου, να μεταφραστούν σε μια γλώσσα ψυχής. Κι αυτό στους περισσότερους παίρνει χρόνο. Αλλιώς γράφουμε χρονογραφήματα, ή σχολιάζουμε έμμετρα την πραγματικότητα. Σεβαστά και αυτά, αλλά δεν είναι τραγούδια.

***
«Κανενός δεν ξεσηκώνεται η ψυχή
μα το σκυλί μου
το λέω Τσε
κι Άρη φωνάζω το υπέρβαρο γατί μου» (Στίχοι από το τραγούδι «Ο χορτάτος»).
Κρ.Π.: Αδιέξοδο;  Απογοήτευση; Πώς αντέχει κάποιος τόση …θλίψη;

Αλκ.Ι.: Οι περισσότεροι κοιτάμε τον εαυτό μας στον καθρέφτη και είτε τον λυπόμαστε, είτε τον σιχαινόμαστε. Παρατημένοι, πελαγωμένοι και μπερδεμένοι.

Αρκετοί από όσους στρέφονται σε κόμματα που δεν έχουν ακόμα κυβερνήσει (σίγουρα όχι όλοι, αλλά αρκετοί), το κάνουν από απελπισία, οργή και αδιέξοδο, χωρίς να αλλάζουν οι ίδιοι το αξιακό τους σύστημα, χωρίς αληθινή ελπίδα και χωρίς να κινούνται από ανάγκη για αξιοπρέπεια με επίγνωση του κόστους της. Χωρίς όραμα. Χωρίς αυτοκριτική για τις παλαιότερες επιλογές τους και την ως τώρα στάση τους. Μόλις δουν τα σκούρα (γιατί εύκολα δεν θα ‘ναι), θα ψαχτούν ξανά αλλού, οπουδήποτε. Κι εγώ μπερδεμένος είμαι, τι να πω…

Από τη μια το «Βία στη βία της εξουσίας» μου ακούγεται σαν «Νερό στο νερό της πλημμύρας» ή «Φλόγα στη φλόγα της πυρκαγιάς». Ενισχύει δηλαδή ό,τι αντιμάχεται.

Η ασχήμια δεν είναι ο τρόπος για να πολεμήσει κανείς την ασχήμια. Η οργή και η αγανάκτηση, όποτε δεν συνοδεύτηκαν από προσωπική και συλλογική καλλιέργεια, κοινό όραμα, ταυτόχρονη επίγνωση του μεγαλείου και της μικρότητάς μας και βαθιά, αληθινή αγάπη για τον άνθρωπο, έφεραν μόνο νέα καταπίεση και τραγωδίες, εξυπηρετώντας τις περισσότερες φορές, μετά από πολύ αίμα αθώων και ενόχων, όσα ξεκίνησαν να αντιπαλέψουν.

Από την άλλη, το να καθόμαστε άπραγοι, περιμένοντας τις «εξελίξεις»; Το να σιωπούμε σαν καλοχτενισμένα, φρόνιμα μαθητούδια στο κατηχητικό, περιμένοντας κάθε φορά οδηγίες, περιμένοντας να μας πούνε να πάμε να ψηφίσουμε; Κι αυτό με κάνει να αισθάνομαι άχρηστος, συνένοχος, βάρος της γης.

Και η άλλη λύση, αυτή της συλλογικής δράσης, της υγιούς προσφοράς, της αλληλεγγύης, της ανιδιοτελούς ανάμιξης με τα κοινά, να παραμένει ασύνδετη, διασπασμένη, ευάλωτη στο καπέλωμα, στην καχυποψία και στην τύχη, και παρά την αφοσίωση και τις θυσίες τόσων ανθρώπων και ομάδων να μην αποκτά συνολικό χαρακτήρα…

Και η μαυρίλα θεριεύει στην κυβέρνηση, στις τράπεζες, στις οθόνες, στους δρόμους, μέσα μας. Και πραγματικό, βαθύ, φεγγοβόλο όραμα στον καθένα μας και στην κοινωνία, πουθενά. Αυτό εκμεταλλεύονται και μας χώνουν όλο και βαθύτερα στη θανατηφόρα κακογουστιά τους οι κυβερνώντες.

Εναποθέτουμε τις ελπίδες μας στην όποια διεθνή συγκυρία, που, πώς τα καταφέρνουμε, πάντα εναντίον μας είναι, ή στην αλλαγή κυβέρνησης, σάμπως μπορεί κάποιος να αλλάξει τις ζωές μας χωρίς να έχει σύμμαχο τον καλύτερο εαυτό μας, ενώ ο καθένας μας παραμένει στην ουσία αυτό που ήταν. Αποκαρδιωτική η κατάσταση, πράγματι… Αλλά, τουλάχιστον την αναγνωρίζουμε πια.

Γιατί ακόμα θλιβερότερο ήταν όταν στην «καλή» εποχή δεν αναγνωρίζαμε την κατάστασή μας, πράγμα που, από αυτήν τουλάχιστον την άποψη, την καθιστούσε χειρότερη από τη σημερινή. Οπότε, περιέργως, μάλλον υπάρχει πρόοδος… Γιατί το να αναγνωρίσει κανείς την κατάστασή του είναι πάντα το πρώτο βήμα για τη βελτίωσή της. Το επόμενο βήμα πρέπει να γίνει γρήγορα, όχι όμως βιαστικά.

***
«Πού να πήγε τόση ζωή κι αυτά που ήταν να ‘ρθούνε
ούτε στο αύριο πετούν ούτε στο εδώ πατούνε» (στίχοι από το χασάπικο με τίτλο «Πού πεθαίνουν τόσα πουλιά», το πρώτο λαϊκό του δίσκου που έχει αναφορές στη λαϊκή μουσική της δεκαετίας του ’50 και του ’60)
Κρ.Π.: Ποιοί, πότε και πώς, θα απαντήσουν σε αυτό το ερώτημα;

Αλκ.Ι.: Η ζωή θα απαντήσει. Τις απαντήσεις τις δίνει πάντα η ζωή. Η δική μας υποχρέωση είναι να της θέτουμε τις σωστές ερωτήσεις. Αλλιώς, οι απαντήσεις που μας δίνει δεν ανταποκρίνονται στις ερωτήσεις που της θέσαμε. Είναι παντελώς άσχετες.

Και τότε δεν υπάρχει διάλογος, γιατί η συνομιλία μας με τη ζωή αποτελεί μιαν ασυναρτησία. Τότε, εμείς και οι ζωές μας, ζούμε σαν ξένοι που δεν γνώρισαν ποτέ ο ένας τον άλλον.

Κρ.Π.: Το δεύτερο λαϊκό του δίσκου με τίτλο «Μια χούφτα γη» γράφτηκε μετά το θάνατο του Παπάζογλου και έχει αναφορές στην Εκδίκηση της γυφτιάς, και στη Σχολή της Θεσσαλονίκης;

Αλκ.Ι.: Μέσα μου, έχει ξεκάθαρη αναφορά στον Νίκο Παπάζογλου. Μου κάνει εντύπωση που πέρασε τόσο αθόρυβα το φευγιό του. Έκανε σημαντικά πράγματα με έναν τρόπο τελείως δικό του και επηρέασε, μέσα από την τσιγκούνικα μικρή δισκογραφία του, αλλά και μέσα από τις παράπλευρες δραστηριότητές του, τον δρόμο όλων μας.

Φεύγει σχετικά νέος απ’ τη ζωή ένας τέτοιος άνθρωπος, και το μελάνι που χύνεται είναι απείρως λιγότερο από αυτό για τον νέο καλοκαιρινό έρωτα της τάδε φετινής τραγουδίστριας ή τηλε-περσόνας. Δε γκρινιάζω, με πιάνουν τα γέλια, έχει και την πλάκα του όλο αυτό. Μόνο στην πλάκα μπορείς να το πάρεις, αλλιώς χάθηκες… Τέλος πάντων…

Ενώ η «Μικρή Βαλίτσα» στηρίζεται στον ήχο του κουαρτέτου εγχόρδων, υπάρχουν κάποια λαϊκότροπα τραγούδια στον δίσκο, που αναφέρονται σε διαφορετικές εποχές του λαϊκού τραγουδιού, από τα παλιά ρεμπέτικα μέχρι το νεότερο λαϊκό. Οι αναφορές δεν είναι μόνο στο ύφος, αλλά και στον χαρακτήρα των εποχών αυτών, ακόμα και σε συγκεκριμένα τραγούδια, μαζί με μια εσωτερική σύνδεση με τον σημερινό εαυτό μου.

Όταν ο σημερινός εαυτός μας απουσιάζει από τα όσα φτιάχνουμε, τότε κάνουμε απλά αναπαράσταση. Το θέμα είναι να τον εντάξεις δημιουργικά και όχι απλά κραυγαλέα.

Κάθε φορά που ετοιμαζόμουν να φύγω απ’ τη χώρα, άκουγα μόνο δημοτικά και ρεμπέτικα. Αυτά θα έπαιρνα μαζί μου πρώτα, αν έφευγα. Όταν το συνειδητοποίησα, εγώ, ένας «έντεχνος τροβαδούρος» με «κλασικές ανησυχίες», ησύχασαν πολλά πράγματα μέσα μου.

Επίσης, η παρουσία τους στη «Μικρή Βαλίτσα» είναι και αποτέλεσμα της αγωνίας μου που το λαϊκό τραγούδι, από πεντακάθαρο, σπουδαίο μουσικό και ποιητικό είδος, ξέπεσε στα χέρια του λαμέ lifestyle,  της έντεχνης ανακατωσούρας, της επίδειξης ταχύτητας στο μπουζούκι, της χρήσης του απλά σαν «χρώμα» σε πιο «πειραματικές» δουλειές, της ανούσιας εκμετάλλευσής του από τρέντυ, ευχάριστα, νεο-ποπ, καλοκαιρινά εγχειρήματα και της «ωραιοποίησής» του προκειμένου να μπει στα μεγάλα σαλόνια. Μόνο σε κάποια λίγα ταπεινά ρεμπετάδικα, σε ελάχιστους καλλιτέχνες και σε κάποιες παρέες επιβιώνει η ουσία του, κι αυτή η επιβίωση κρέμεται από μια κλωστή.

Όχι πως μπορώ να βοηθήσω προσθέτοντας τρία ή τέσσερα τραγούδια στο ρεπερτόριο, αλλά το είχα προσωπική ανάγκη. Ίσως πάλι κάποιος πιτσιρικάς να ακούσει δυο νότες απ’ το τρίχορδο και να ενδιαφερθεί, να ψάξει και κάτι άλλο, παλαιότερο, να ακούσει στο κεφάλι του κάτι το αυριανό ή το παντοτινό.

Είναι απρόβλεπτοι οι πιτσιρικάδες… Πήγα δυο φορές στο παγκόσμιο φεστιβάλ των Κελτών, στη Γλασκόβη, τη μια για να παρακολουθήσω, την άλλη για να λάβω μέρος. Εκεί είδα μικρά παιδιά, Κελτάκια 10-15 χρονών, να γνωρίζουν και να συμμετέχουν με μεγάλη χαρά στην παράδοσή τους. Έπαιζαν στους δρόμους, τραγουδούσαν παντού, ανεπίσημα, παιδάκια που ήταν εξαιρετικά σύγχρονα και απόλυτα δεμένα με το παρελθόν τους.

Εκεί είδα και γνώρισα επίσης Κέλτες μπουζουξήδες, κυρίως Σκοτσέζους και Ιρλανδούς, αλλά και από άλλες χώρες. Όταν συνειδητοποίησα πόσο δημιουργικά και ελεύθερα έχουν εντάξει το μπουζούκι στην παράδοση αλλά και στη νέα δημιουργία τους, ντράπηκα που εμείς το έχουμε κάνει σημαία της παρακμής μας. Κι όταν άκουσα νέες μπάντες να εντάσσουν στους δίσκους και στις συναυλίες τους παλιά δικά τους λαϊκά τραγούδια, χωρίς καμία ενοχή και χωρίς να τα βιάζουν ώστε να ενθουσιάσουν τα πλήθη, ντράπηκα διπλά που εμείς σνομπάρουμε το είναι μας.

Κρ.Π.: Με φόντο μία κρίση ελληνική, ευρωπαϊκή και παγκόσμια, τι σε κινητοποίησε περισσότερο να γράψεις και να ολοκληρώσεις αυτόν τον δίσκο με κυρίως πολιτικό ύφος;

Αλκ.Ι.: Αυτό που με κινητοποιούσε πάντα: η ανάγκη μου να μοιραστώ με την τέχνη μου και με τους συνανθρώπους μου τα όσα είμαστε και τα όσα μας συμβαίνουν, έτσι όπως τα αισθάνομαι και τα καταλαβαίνω. Έκανα αυτό που έκανα πάντοτε. Ίσως πιο καθαρά και πιο άμεσα.

Κρ.Π.: Αυτά τα χρόνια έχεις παίξει σε συναυλίες ενάντια στην εξόρυξη χρυσού στη Χαλκιδική και για συμπαράσταση κρατουμένων που βασανίστηκαν. Υπάρχουν οι φωνές τους με κάποιον τρόπο μέσα σ’ αυτήν τη «Μικρή βαλίτσα»;

Αλκ.Ι.: Ναι, θα ήταν αδύνατον να εξαιρέσω αυτές τις περιπτώσεις από τα όσα μας συμβαίνουν, άρα και από τα όσα εμπεριέχει ο δίσκος. Οι φωνές που αντιστέκονται στο σκοτάδι, όπως μπορώ να τις ακούσω ο ίδιος τουλάχιστον, είναι σίγουρα μέρος του δίσκου.

Κρ.Π.: Η «μέρα που θα ‘ρθει» πώς θα ‘θελες – και θα ’λεγες- να είναι;

Αλκ.Ι.: Μόνο την ουτοπία ονειρεύομαι. Σηκώνει κοροϊδία η στάση μου, το ξέρω, αλλά δεν αξίζει να ονειρευόμαστε κάτι λιγότερο. Μπορούμε να επιθυμούμε καλύτερη ζωή, να διεκδικούμε περισσότερα δικαιώματα, να αγωνιζόμαστε για μια βελτίωση. Όλα αυτά όμως έχουν νόημα μόνο όταν το όνειρο εκτείνεται στο άπειρο. Αν το όνειρό σου δεν είναι η απόλυτη δικαιοσύνη (είτε υπάρχει φιλοσοφικά ως έννοια, είτε όχι), δεν μπορείς να ονειρεύεσαι λίγη περισσότερη δικαιοσύνη. Μπορείς να παλεύεις για λίγη περισσότερη δικαιοσύνη, αν την ονειρεύεσαι ολόκληρη.

Στο κέντρο της ύπαρξής σου θέτεις το ολόκληρο, όχι το λίγο περισσότερο. Έτσι, μπορείς ίσως να λες πως βαδίζεις προς τη σωστή κατεύθυνση, πως βήμα-βήμα και μάχη-μάχη το πλησιάζεις, κι ας ξέρεις πως ποτέ δεν θα φτάσεις, κι ας φτάσουν άλλοι, αιώνες μετά από σένα. Κι ας μη φτάσουν ούτε κι αυτοί, δεν έχει σημασία…

Κρ.Π.: Ποιο τραγούδι σου σε δυσκόλεψε περισσότερο να γράψεις τους στίχους του, όχι από άποψη τεχνική και πρακτική, αλλά κυρίως ψυχική, και γιατί;

Αλκ.Ι.: Ήταν όλα τα τραγούδια ανοιχτά σε αλλαγές. Ακόμη και μπροστά στο μικρόφωνο άλλαζα λέξεις ή νότες. Το υλικό επέδειξε εξαιρετική ευελιξία στις αλλαγές των βιωμάτων, των αισθημάτων και των αναγκών μου.

Γενικά, δεν μου αρέσει να λέω πως βασανίστηκα να γράψω κάτι. Είναι σαν τη μάνα που κρατάει το παιδί της και παραπονιέται για το πόσο πόνεσε όταν το γεννούσε. Κι απ’ την άλλη, τραγούδια είναι… Εδώ άλλοι σκάβουν όλη μέρα.

Μπορώ πάντως να σου πω πως η δημιουργική ομάδα, οι μουσικοί και οι τεχνικοί, χρειάστηκε να δώσουν πολύ πέραν του αναμενόμενου, σε ώρες, ενέργεια, ταλέντο και γνώση. Το έδωσαν ολόψυχα, παρά την εξάντληση. Αυτό το «ολόψυχα» αποτυπώθηκε στον δίσκο και θα το θυμάμαι για πάντα.

***
«Σαν είν’ τα όνειρα μικρά
μικραίνουνε μαζί και τα τραγούδια
μικραίνει ο τόπος κι η καρδιά
[…] Μια αλυσίδα σε κρατά
και τη γυαλίζεις και την ομορφαίνεις
δένεις γραβάτα τη θηλειά
[…] Σιγανά και ταπεινά
μα όχι σκυμμένα και ταπεινωμένα
γίνε η ζωή σου που περνά»
Κρ.Π.: Είναι τόσο αυτονόητα όλα αυτά, για να φτάσει κανείς στο «Τι περιμένεις πια», δηλαδή στον τίτλο αυτού του τραγουδιού. Νιώθεις σήμερα, πως ζούμε γενικά την αμφισβήτηση του «αυτονόητου» και την ανάγκη για τον επαναπροσδιορισμό του;

Αλκ.Ι.: Το αυτονόητο αποδείχτηκε καταστροφικό. Κι αν δεν είμαστε ακόμα έτοιμοι για το αδιανόητο, εύχομαι να μην παραμείνουμε στο ανόητο. Να πάμε ένα βήμα μπρος. Να πάρουμε την ευθύνη αυτού του βήματος. Με τη γνώση πως δεν θα είναι εύκολη δουλειά ο αγώνας για αξιοπρέπεια, με την επίγνωση πως δεν κάνουμε το βήμα για να βολευτούμε, αλλά για να ξεβολευτούμε δημιουργικά. Και δεν αναφέρομαι αποκλειστικά στην εκλογική διαδικασία.

Πρέπει να γίνει μια επανατοποθέτηση της κοινωνίας, γιατί φτάσαμε στο σημείο μηδέν. Το επίπεδο ζωής, το επίπεδο σκέψης, οι αντιλήψεις, οι αξίες, η αισθητική μας, είναι όλα σε ελεύθερη πτώση. Αναγνωρίζοντας την κατάστασή μας, έχουμε πολλή δουλειά ο καθένας με τον εαυτό του και όλοι μαζί για να μπορέσουμε να σταθούμε σαν προσωπικότητες και σαν σύνολο. Χωρίς θούριους και υψωμένες γροθιές, χωρίς να μετατραπούμε από τη μια μέρα στην άλλη από βολεμένοι δανειολήπτες σε οργισμένους πλην ευκαιριακούς επαναστάτες, αλλά με μεθοδικότητα, απόφαση και κόστος, ατομικά και συλλογικά, με «αίσθημα ευθύνης», που λένε και οι πιο ανεύθυνοι πολιτικοί μας, πρέπει κάποτε να αρχίσουμε την κίνηση προς τα εμπρός. Και με τη βεβαιότητα πως, αν αποτύχουμε, το θηρίο θα επανέλθει ακόμα πιο άγριο.

Κρ.Π.: Στο τραγούδι με τίτλο «Πολιτική τοποθέτηση» κάνεις ακτινογραφία του μέσου –προοδευτικού θεωρητικά- Έλληνα – και όχι μόνο… Λες, για παράδειγμα:
«Ρεύομαι σούσι κι ονειρεύομαι επανάσταση
καλοταϊσμένος περιμένω την ανάσταση
είμαι γελοίος
[…] Μικρός ορκίστηκα τον κόσμο να αλλάξω
μα στα σαράντα μου είμαι ο κόσμος
πού να ψάξω για τον ένοχο
[…] Μεγαλουργώ στα λόγια κι από πράξη τίποτα
[…] Ρεύομαι σούσι κι ονειρεύομαι επανάσταση
Είμαι επιτάφιος, με προσπέρασε η ανάσταση
κι ελπίδα δεν έχω». 

Από πού μπορούμε να περιμένουμε, κάτι, σήμερα; 

Αλκ.Ι.: Από εμάς τους ίδιους. Από κανέναν άλλον. Γιατί, και τον πιο ικανό, τον πιο άφθαρτο να ψηφίσουμε, αν του δώσουμε να οδηγήσει έναν σμπαραλιασμένο, μπερδεμένο θίασο, μόνο εμπόδιο θα του είμαστε.

Από εμάς πρέπει να περιμένουμε πρώτα. Από τα βιβλία που θα διαλέξουμε να διαβάσουμε, την τηλεόραση που θα σβήσουμε για να κοιταχτούμε με τους ανθρώπους μέσα στο ίδιο μας το σπίτι, από τις συγνώμες που θα πούμε, από τα όπλα που ο καθένας μας θα ανακαλύψει ξεχασμένα στην ψυχή του και στην αγκαλιά του άλλου. Δε βλέπεις τι γίνεται; Όποιος βγει να μοιραστεί κάτι, πέφτουμε όλοι να τον φάμε. Υπάρχει οργή και μίσος που δεν ξέρουμε πού να διοχετεύσουμε, και τα επιστρέφουμε απλόχερα στον εαυτό μας. Αποτελούμε την ευκαιρία ώστε η επιστημονική κοινότητα να επινοήσει, μετά την οικογενειακή ή την ομαδική ψυχοθεραπεία, την εθνική ψυχοθεραπεία.

Αν πρέπει να περιμένουμε κάτι, θα γεννηθεί από την ελπίδα, τη μοιρασιά, την ανεκτικότητα, την αγάπη μας για τον άνθρωπο, την αναζήτηση της ουσίας και την πίστη πως αξίζει να ζήσουμε πιο ουσιαστικά. Από τη συνείδηση πως δεν ζούμε μόνοι, ούτε σαν άτομα, ούτε σαν σύνολο, σ’ αυτόν τον πλανήτη, καθώς και από τη συνεχή αυτοκριτική μας: Ένας στίχος από το ίδιο τραγούδι, λέει «Στο διαδίκτυο απαγγέλλω το κενό μου, είμαι μεγάλος στο μικρό δωμάτιό μου». Αυτό ακριβώς κάνω λοιπόν αυτή τη στιγμή… Δε φτάνει.

Κρ.Π.: Τελικά ταξιδεύει η μικρή βαλίτσα… (με χασάπικα, ρεμπέτικα, ζεϊμπέκικα, ροκ, μπαλάντες, δημοτικά, λαϊκά, με αυτοκριτική, σάτιρα, ερωτισμό, αγάπη, κριτική, απογοήτευση, ελπίδα);

Αλκ.Ι.: Ναι, ταξιδεύει! Παίζουμε στο Γυάλινο τώρα, με τον Γιώργο Καλούδη στο τσέλο και τη λύρα, τον Φώτη Σιώτα στο βιολί και στη βιόλα, τον Δημήτρη Τσεκούρα στο κοντραμπάσο και βέβαια τον Μανόλη Πάππο στο μπουζούκι. Μετά θα πάμε στη Θεσσαλονίκη, όπως και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας. Την Άνοιξη στην Ευρώπη, το Καλοκαίρι ποιος ξέρει…

Ξεκίνησε το ταξίδι της η Μικρή Βαλίτσα κι ευτυχώς παίρνει κι εμάς μαζί. Όχι σαν αχθοφόρους, αλλά σαν συνταξιδιώτες.

Κρ.Π.: Θα ήθελα να κλείσει αυτή η συνέντευξή σου με τον «Τιμονιέρη». Είναι αυτός που μας οδηγεί σήμερα; Εντός μας και εκτός μας; Αν και απαντάς με τους στίχους σου, θα ήθελες να πεις κάτι περισσότερο γι’ αυτόν τον σημερινό «ήρωα» της κατάντιας μας;

Αλκ.Ι.: Μας γνωρίζει απ’ έξω κι ανακατωτά, μας παίρνει πατρικά απ’ το χεράκι και μας οδηγεί στην κάθε μέρα μας. Κι εμείς τον ξέρουμε άλλο τόσο καλά. Γιατί εμείς τον φτιάξαμε, κι ας το ξεχνάμε. Δεν θα ζήσω τη μέρα που θα τον γκρεμίσουμε ήσυχα και σίγουρα από το βάθρο του, μέσα και έξω μας. Έχουμε πολύ δρόμο ως τότε. Το επόμενο -και τελευταίο- τραγούδι του δίσκου λέγεται «Η μέρα που θα ‘ρθει» και αναφέρεται στην πτώση του. Και στη γέννηση ενός νέου κύκλου. Πιστεύω πως η μέρα θα ‘ρθει. Γι’ αυτό κάνω παιδιά. Κι ας ξέρω πως, την επομένη της νέας μέρας, θα αρχίσουμε οι άνθρωποι να δημιουργούμε τον «Τιμονιέρη» απ’ την αρχή.-

Ο τιμονιέρης

Μη λες πολλά, μη θες πολλά, μην κάνεις το δικό σου
μην πας ψηλά, μη θες πολλά, μείνε στο μερτικό σου
Μείνε στο μαύρο σου κενό, στη γκρίζα σου την πόλη
μην έχεις μνήμη, μη ρωτάς, κάνε όπως κάνουν όλοι

Βολέψου αναπαυτικά κι άσε μου το τιμόνι
παντρέψου στα περιοδικά, σμίξε με την οθόνη
Μέσ’ απ’ της κάλπης τη σχισμή ξεγέννα τα παιδιά σου
κι ήσυχος κλείσ’ τα μάτια σου κι από τον κόσμο χάσου

Σου δίνω Σάββατο να βγεις στη νύχτα του άλλου κόσμου
μια Κυριακή να βαρεθείς κι αύριο ξανά δικός μου
Ζήτα μου αν θέλεις δανεικά, στέγη, τροφή κι αμάξι
δική μου η γη που σε γεννά κι η γη που θα σε θάψει

Αν μου σταθείς αντίπαλος σου εκδίδω και βιβλίο
και καπετάνιο κάμνω σε σ’ ένα μεγάλο πλοίο
Στης πλάνης σου τ’ απόνερα ελεύθερος κολύμπα
και κάθε χρόνο μια φορά σπάσ’ τα και κάν’ τα λίμπα

Είμαι η ομίχλη στο μυαλό κι ο φράχτης στην καρδιά σου
και στο πανί του ύπνου σου προβάλλω τα όνειρά σου
Είμαι εσύ κι είσαι εγώ και πώς να με νικήσεις
χωρίς εμένα δεν μπορείς να ζήσεις ή να σβήσεις

[jwplayer | file=http://www.youtube.com/watch?v=L3dU6J2isxI]

Μικρή Βαλίτσα

Στίχοι, μουσική, ενορχήστρωση: Αλκίνοος Ιωαννίδης
Καλλιτεχνική παραγωγή, ηχοληψία, μίξη: Βαγγέλης Λάππας

Στο (8), στίχοι: Νίκος Γκάτσος. Στο (9), στίχοι: Άντης Ιωαννίδης
Ενορχήστρωση (4, 5, 6): Μ. Πάππος, Δ. Μυστακίδης, Α. Ιωαννίδης
Ενορχήστρωση (10): Γ. Καλούδης, Α. Ιωαννίδης

Ο δίσκος αφιερώνεται σε όσους αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τον τόπο τους και σε όσους εγκαταλείπονται από αυτόν.

1.   Πάντα θα ξημερώνει
2.   Ο χορτάτος
3.   Πολιτική τοποθέτηση
4.   Πού πεθαίνουν τόσα πουλιά
με την Ναταλία Λαμπαδάκη
5.   Μια χούφτα γη
6.   Η ωραία του χωριού
7.   Χωρισμός
8.   Χατζιδακιάς με την Μαρία Φαραντούρη
στίχοι: Νίκος Γκάτσος
9.   Η μάνα μου το Πάσχα
στίχοι: Άντης Ιωαννίδης
10. Τι περιμένεις πια
11. Μικρή βαλίτσα
12. Ο τιμονιέρης με τον Σωκράτη Μάλαμα
13. Η μέρα που θα ‘ρθει

Στίχοι των Τραγουδιών

Συνήχησαν:

Κουαρτέτο Los Tres Amigos (1, 2, 3, 7, 8, 9):
Μιλτιάδης Παπαστάμου – βιολί
Παύλος Μιχαηλίδης – βιολί
Φώτης Σιώτας – βιόλα
Γιώργος Καλούδης – τσέλο

Μανόλης Πάππος – μπουζούκι (4, 5, 6, 7, 8), μπαγλαμάς (5, 6, 7)
Χάρης Λαμπράκης – νέυ (13)
Γιώργος Καλούδης – κρητική λύρα (10), τσέλο (12, 13)
Δημήτρης Μυστακίδης – λαϊκή κιθάρα (4, 5, 6, 7)
Βαγγέλης Λάππας – κλασσική κιθάρα (2)
Δημήτρης Τσεκούρας – κοντραμπάσο (1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 12, 13)
Σωτήρης Λεμονίδης – πιάνο (3, 4, 8)
Φώτης Σιώτας – βιολί, βιόλα (12, 13)
Αλκίνοος Ιωαννίδης – κλασσική και ακουστική κιθάρα (1, 3, 7, 8, 9) κρητικό και στεριανό λαούτο (1, 10, 12)

Στην «Χατζιδακιάδα», έπαιξαν επίσης οι:
Μαριλένα Δωρή – φλάουτο
Σπύρος Τζέκος – κλαρινέτο
Σωκράτης Άνθης – τρομπέτα
Αντώνης Λαγός – κόρνο
Μιχάλης Διακογιώργης – τρίγωνο, πιατίνι

Οι ηχογραφήσεις έγιναν στο «Στούντιο Αισθητικής»
Οι πρόσθετες ηχογραφήσεις έγιναν στο «Studio Sierra» από τον Παναγιώτη Πετρονικολό και τον Βαγγέλη Λάππα
Οι μίξεις έγιναν στο «Studio Sierra»
Digital mastering: Adam Ayan, Gateway Mastering Studios, Inc.

Τεχνική επιμέλεια, βοηθός ηχολήπτη: Βασίλης Δρούγκας

Ζωγραφικό εξωφύλλου: Άντης Ιωαννίδης

Γραφιστική επιμέλεια: Άντης Ιωαννίδης, Νίκος Κυπαρίσσης
Φωτογραφία (Άγιος Λαυρέντιος Πηλίου): Νικόλας Χρυσός
Φωτογραφίες με κουστούμι (Μέγαρο Μουσικής Ευβοίας): Αιμιλία Μηλού
Φωτογραφίες από το «Στούντιο Αισθητικής»: Δημήτρης Τσεκούρας, Αλκίνοος Ιωαννίδης

Executive Producer: Χρίστος Όθωνος – Roll Out Vision Services (Εκτυλισσόμενες Οραματικές Διακονίες)

Παραγωγή: Cobalt Music

Ηχογράφηση και μίξη: Μάιος – Οκτώβριος 2014
Ημερομηνία κυκλοφορίας: 27 Οκτωβρίου 2014

Ευχαριστώ από καρδιάς όλους τους συντελεστές. Προσέφεραν χωρίς όρια και όρους, καθορίζοντας το αποτέλεσμα με την αισθητική, το αίσθημα, την αντοχή και τη γνώση τους.

Ευχαριστώ επίσης θερμά τους:

Παναγιώτη Πετρονικολό, Χρήστο Ζορμπά, Νίκο Καραπιπέρη, Σάιμον Χιλλ, Γιάννη Φώσκολο, Βασίλη Χριστοδούλου, Γιάννη Πασχαλίδη, Γιάννη Παρχαρίδη.

Τις «Αλουστίνες» και το «Αψέντι» στο Θησείο, την «Οδό Ονείρων» στη Χαλκίδα, το «Θέατρο Ριάλτο» στη Λεμεσό και τη μπουάτ «Απανεμιά» στην Πλάκα, όπου πρωτόπαιξα κάποια από τα τραγούδια.

Για τα όργανα που μας δάνεισαν, τους συναδέλφους: Γιάννη Σερεμέτη, Χρήστο Τόφα, Γιάννη Ζευγόλη, Πέτρο Βαρθακούρη, Νίκο Παραουλάκη, Σωτήρη Λεμονίδη, Γιώργο Μανωλάκη, Δημήτρη Βαρελόπουλο, Δημήτρη Ραπακούσιο, Βενιζέλο Λεβεντογιάννη, Μιχάλη και Ιάκωβο Μουντάκη.

Την Αγαθή Δημητρούκα για τους στίχους του Νίκου Γκάτσου στην «Χατζιδακιάδα».

Τις εκδόσεις Καστανιώτη για το απόσπασμα από τους «Άγριους ντετέκτιβ» του Ρομπέρτο Μπολάνιο, όπως και τον Γιώργο Χουρδάκη, που μου χάρισε το βιβλίο.

Οι στίχοι του πατέρα μου στο «Η μάνα μου το Πάσχα», μελοποιήθηκαν στο φοιτητικό μου δωμάτιο, στα Άνω Ιλίσια, το ‘89.

Ο «Χωρισμός» γράφτηκε στον Βύρωνα, στις αρχές της δεκαετίας του ’90.
Τα άλλα τρία λαϊκά τραγούδια γράφτηκαν το καλοκαίρι του ’13, όταν επιτέλους πήρα τρίχορδο, άσχετος, ακατάσχετος, πιθανότατα ενοχλητικός μπουζουξής παραλίας. Κάτω απ΄το ίδιο αρμυρίκι γράφτηκε και το «Τι περιμένεις πια».
Ο «Χορτάτος» γράφτηκε στην Κέρκυρα, τον Φεβρουάριο του ’11.
Η «Χατζιδακιάς» μελοποιήθηκε επίσης το ’11, για το αφιέρωμα που κάναμε με την Μαρία Φαραντούρη, τον Βασίλη Γισδάκη και τον Μίλτο Λογιάδη στα 100 χρόνια από τη γέννηση του Νίκου Γκάτσου.
Το «Πάντα θα ξημερώνει» γράφτηκε μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα.
Η «Μικρή βαλίτσα» γράφτηκε στην Εύβοια, ο «Τιμονιέρης» και η «Πολιτική τοποθέτηση» στα Κύθηρα και «Η μέρα που θα ‘ρθει» στην Αθήνα, το 2014.

Κόντεψα να φύγω από την Ελλάδα τρεις φορές τα τελευταία χρόνια. Τι θα έβαζα σε μια μικρή αποσκευή; Τι θα κρατούσα από τον τόπο, την εποχή και τον εαυτό που θα άφηνα; Πώς συσκευάζονται ο δρόμος, ο χρόνος και ο πόνος, όσα δηλαδή κάνουν τον κάθε έναν μας αυτό που είναι; Ποια είναι τα απολύτως απαραίτητα; Αυτά που, για να χωρέσουν, πρέπει να αφαιρεθεί κάτι άλλο;
Όπως, φεύγοντας βιαστικά οι πρόσφυγες, παίρνουν μαζί τα στέφανα και τις φωτογραφίες τους, έτσι έκλεισα στη Μικρή Βαλίτσα κάποια λαϊκά τραγούδια, μαζί με εικόνες του προσώπου και του καιρού μας. Επιστρέφοντας χωρίς να έχω φύγει, την ανοίγω πάλι, για να βρω μικρά κομμάτια μνήμης, τη θολή συνείδηση της τωρινής στιγμής και την προσμονή της μέρας που θα έρθει – κι ας μην έρθει. Όλα μαζί ανάκατα, μπερδεμένα, στριμωγμένα κι ακριβά.
Αλκίνοος Ιωαννίδης

http://tvxs.gr/news/moysiki/alkinoos-ioannidis-mono-tin-oytopia-oneireyomai

32 αγαπημένα ελληνικά τραγούδια με φεγγάρι…

panselinos_feggari_tragoudia(playlist στο youtube ΕΔΩ)

Σας αφιερώνω 32+3 από τα αγαπημένα μου ελληνικά τραγούδια με φεγγάρι…

Για τα 23 χρόνια που υπηρέτησα το τραγούδι (1980-2003) περιστασιακά και πολύ επιλεκτικά. Άλλη μια φορά επιθυμώ να τα τιμήσω με τον πιο απλό τρόπο μέσα στα δευτερόλεπτα που χρειάστηκαν για να θυμηθώ τότε που κάποια από αυτά τα τραγουδούσα…

Καλή ακρόαση…

  1. Για τον στίχο «…Θυμήθηκε ξανά φεγγάρια μακρινά και τ’ όνειρο που εχάθη»:

Επίσης:

Και ένα τελευταίο γιατί φεγγάρι χωρίς θάλασσες δεν γίνεται…

***

Φεγγάρια και πανσέληνοι: Καρούζος, Σεφέρης, Βαρβέρης, Λεοντάρης…