Για την 25η Μαρτίου: Ζβάρα! (Βίντεο του ΓΕΛ Καρέα)

Το video αυτό δημιουργήθηκε για τις ανάγκες σχολικού αφιερώματος για την Επανάσταση του 1821 (ΓΕ.Λ. Καρέα) και δεν έχει καμία οικονομική σκοπιμότητα.
Τα σκίτσα είναι του Κώστα Γρηγοριάδη.
Μουσική: Villagers of Ioannina City – Zvara

Παν+τέλος

2013051510283550_0

Το φαινόμενο Παντελής Παντελίδης, δεν έγινε τυχαία λαϊκό είδωλο. Κατάφερε να εκφράσει με τον δικό του τρόπο πολλούς νέους, όταν δεν υπήρχε κανείς σύγχρονός τους να το καταφέρει.

Και τους εξέφρασε, όχι απαραίτητα με το γενικό νόημα των στίχων του, αλλά κυρίως με τη στάση της ζωής του: Ένας άνθρωπος που άφησε το Ναυτικό και το Δημόσιο, για να κυνηγήσει το όνειρό του, για να είναι –κι όχι μόνο να κάνει- αυτό που αγαπάει, με κάθε ρίσκο, και τα κατάφερε.

Τους εξέφρασε το πείσμα για ζωή, για πάθος, για συναίσθημα, για όνειρα, για ελπίδα. Κατάφερε να τους νιώσει και να τους πείσει ότι «γίνεται». Ό,τι κι αν θελήσουν, γίνεται, γίνεται, γίνεται. Και μάλιστα χωρίς πλάτες. Γίνεται μ’ αξιοπρέπεια, γίνεται με περηφάνια, γίνεται με γενναιοδωρία.

Και τους εξέφρασε, ακόμα, γιατί αν αυτοί οι ίδιοι στίχοι του δεν περιέκλειαν κάποιο τεράστιο βαθύ νόημα, περιέκλειαν πάντα μια αλήθεια.

Χρόνια τώρα ασχολούμαι με αυτή την αλήθεια, και υποστηρίζω την αυτοβιογραφική φωνή του κάθε ανθρώπου είτε είναι καλλιτέχνης (μεγάλος ή μικρός), είτε είναι ένας απλός άνθρωπος που θέλει να εκφραστεί και κυρίως να μοιραστεί τα βιώματά του. Κι αν δεν το κάνει ο ίδιος, θα το κάνει κάποια στιγμή κάποιος καλλιτέχνης γι΄ αυτόν.

Αυτό έκανε κι ο τριανταδυάχρονος Παντέλος. Μιλούσε ειλικρινά, με την ψυχή του για κάποια από εκείνα που ήθελαν να πουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι. Καθημερινά, απλά πράγματα της ζωής, έρωτες ή πίκρες, που άφηναν την λοβοτομημένη πραγματικότητα της οικονομικής και πολιτικής κατάστασης στην Ελλάδα και παντού, απ’ έξω.

Κι αν δεν ήταν Καβάφης, ήταν όμως άνθρωπος. Γιατί δυστυχώς έχει γεμίσει ο τόπος καλλιτέχνες που έχουν χάσει την ανθρώπινη διάσταση, κι έχουν κρατήσει μόνο την καλλιτεχνική τους φόρμα. Αόρατοι δημιουργούν, αόρατοι ζουν, αόρατοι σιωπούν, ενώ γύρω μας όλα ουρλιάζουν.

Οι νέοι πάντα κρατάνε ορατά ακόμα μέσα τους τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά τους, γι’ αυτό ίσως και ψάχνουν εκείνους τους καλλιτέχνες που θα τα αναδείξουν, θα τα δικαιώσουν.

Όταν ήμασταν κάποιοι από εμάς κάποτε νέοι, υπήρχαν καλλιτέχνες πάρα πολύ καλοί, και πάντα θα υπάρχουν, αθάνατοι, που τιμούσαν το ανθρώπινο γένος, το βίο και την πολιτεία μας μέσα από την τέχνη τους, κυρίως όμως καλλιτέχνες που έρχονταν από το παρελθόν.

Γι’ αυτό ψάχναμε να βρούμε και τους σύγχρονούς μας να μιλήσουν, όχι μόνο γενικά για τα ανθρώπινα, ή και για πάνω από αυτά, αλλά για μας τους ίδιους, για τη γενιά μας, γι’ αυτά που εμείς ζούσαμε, μόνο εμείς.

Έτσι θα ψάχνουν πάντα οι νέοι κάποιους «δικούς» τους να μιλήσουν για όσα ζουν, να τους ανακηρύξουν δικούς τους, όχι μόνο για τους στίχους και τη μουσική τους αλλά κυρίως για το παράδειγμα της ζωής τους.

Αυτό δεν το καταλαβαίνουν πολλοί νέοι καλλιτέχνες. Ότι δεν φτάνει η φωνή, δεν φτάνει ο στίχος και η μουσική, δεν φτάνει η τέχνη. Είναι πιο σημαντικός ο τρόπος ζωής του κάθε καλλιτέχνη, το ήθος και το ύφος του, η αυθεντικότητα και αυτό που εκπέμπει στον κόσμο, που μέσα από τη «φωνή» του έρχεται στο φως. Είναι το ίδιο το φως που εκπέμπει. Η τέχνη είναι ένα όχημα. Το θέμα είναι ποιος και πως το καβαλάει.

Και το όποιο φως αυτού του παιδιού, όσο κι αν δεν ήταν για πολλούς ορατό, τώρα που έσβησε με αυτόν τον τραγικά εκκωφαντικό τρόπο, έγινε αντιληπτό.

Όσο για τα βουνά τα λουλούδια, σήμερα θα χαίρονται όσοι πρόλαβαν να τον ράνουν, και καθόλου δεν τους φαίνεται υπερβολή. Γιατί όλα αυτά ξέρουν όλοι οι απλοί άνθρωποι ότι κάτι συμβολίζουν. Και το ίδιο εύχομαι να κάνουν κι αύριο στην κηδεία του, μαζί με ένα τραγούδι του.

Μου είχαν πει κάποτε, πως όταν ο Μητροπάνος τελείωνε το πρόγραμμά του, έφευγε και πήγαινε ξημερώματα στα σκυλάδικα της Εθνικής οδού. Γιατί να είχε αυτή την ανάγκη ένας τόσο μεγάλος λαϊκός καλλιτέχνης; Τι είχε να του πει ή να του δώσει, ένα σκυλάδικο με κυρίως άγνωστους διασκεδαστές, άραγε; Ας αναρωτηθούμε.

Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για την παιδεία μας, για τον πολιτισμό μας, για το πόσο η μουσική ενώνει ή χωρίζει τους ανθρώπους, τους πάει μπροστά ή τους κρατάει πίσω. Μα πάνω από όλα θα πρέπει να μιλήσουμε για το ότι η τέχνη μας αρέσει δεν μας αρέσει εκφράζει τα πρόσωπά μας στο παρελθόν, στο παρόν και στο μέλλον. Κι αυτά τα πρόσωπα δεν είναι μονοδιάστατα. Τα συνθέτει ένα μεγάλο πασλ από αντιφατικά και ξεχωριστά ή άγνωστα κομμάτια. Γι’ αυτό λίγος σεβασμός στη διαφορετικότητα, όσο και στο άγνωστο.

Λοιπόν, Παντέλο. Έσπασε άγρια στα δύο το μπρελόκ σου, χώρισε βίαια το παν από το τέλος. Κρίμα, μεγάλο κρίμα, για ένα τόσο ζωντανό και νέο παιδί. Καλό σου ταξίδι, και να ξέρεις ότι πήραμε κάποιοι ένα μήνυμα. Ότι το παν …γίνεται, με αγάπη, με πάθος, με ειλικρίνεια, με γενναιότητα. Το παν γίνεται αν δεν προδώσουμε τα όνειρά μας. Το πήραμε το μήνυμα γι’ αυτό δεν θα σε ξεχάσουμε. Ήταν η αλήθεια σου που μας βοήθησε να το καταλάβουμε, ακόμα κι αν την άφησες να την δούμε ως έναν βαθμό, όσο πρόλαβες. Για φαντάσου αν…

Κρυσταλία Πατούλη

ΥΓ1. Θερμά συλλυπητήρια στην οικογένεια και στους οικείους του και καλή τους δύναμη. Και περαστικά γρήγορα στα δυο κορίτσια.

ΥΓ2. Το μήνυμα από τη ζωή σου. Γιατί το μήνυμα από το θάνατό σου, θα το πάρουμε μετά τα πορίσματα των ερευνών…  και τις καταθέσεις.

ImageHandler.ashx

ΥΓ.3: (21/2/16). Όταν συνεργάστηκε ο Μητροπάνος με την Πέγκυ Ζήνα, είχα φρίξει. Φυσικά δεν είχα πάει να τον δω και να τον ακούσω και δεν του το συγχώρεσα ποτέ. Μέχρι σήμερα, που κάτι επιτέλους κατάλαβα, και που είδα όλον αυτόν τον ρατσισμό απέναντι σε έναν νεκρό, που ακόμα δεν τον είχαν θάψει. Υπάρχουν ένα κάρο έντεχνα σκουπίδια, κλασσικά λαϊκά, ροκ, και ότι άλλο είδος θέλετε βάλτε μέσα ελληνικό ή ξένο, ακόμα και ρεμπέτικα σκουπίδια, αλλά μας φταίνε μόνο τα σκυλάδικα και τα καψουροτράγουδα που τα αποφεύγουμε όπως ο διάολος το λιβάνι, όπως και όσους τα υπηρετούν. Καλά κάνουμε και σιχαινόμαστε τους μπράβους της νύχτας, τη μαφία, και ότι είναι από πίσω τους. Καλά κάνουμε και σιχαινόμαστε όσους τα εκμεταλλεύονται. Αλλά να έχουμε τόσο κόμπλεξ απέναντι σε ένα νέο παιδί, που έτσι όπως ήξερε, μπορούσε και ήθελε εκφράστηκε, και χωρίς πλάτες έγινε ότι έγινε, και μάλιστα να κάνουμε επίθεση έμμεσα ή άμεσα τη στιγμή που μόλις έχει σκοτωθεί, είναι έως και παθογένεια. Αν έχουμε τα κότσια ας καθίσουμε να σκεφτούμε γιατί τόσος κόσμος ακούει αυτα τα τραγούδια. Τι θέλει να πει ένας απλοίκός στίχος τους, που βγάζουμε φλύκταινες κάποιοι από εμάς όταν τον ακούμε, όπως για παράδειγμα «Μα για φαντάσου όλα τα ρούχα μου/ Να λείπουν απ’ τα σχοινιά σου…» και γιατί κάνει τόσο πολύ κόσμο να συγκινείται; Ακόμα και όσοι κρύβονται πίσω από την βαριά κουλτούρα και τον Ουμπέρτο έκο, λίγο καταλαβαίνουν. Το φαινόμενο Παντελίδη, και κάθε τέτοιο φαινόμενο, δεν είναι τόσο απλοϊκό όσο φαίνεται. Έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας, ακόμα για να καταλάβουμε. Και δεν μιλάω έξω από το χορό, διότι υπήρξα και 20 χρόνια περιστασιακά -από επιλογή- στο τραγούδι, υπηρετώντας τα απέναντι είδη μουσικής από αυτό που ανήκε ο συγκεκριμένος. Ας καθίσουν οι κοινωνιολόγοι να ασχοληθούν, αλλά είναι έως και ηλιθιοτητα να υποτιμάμε τα φαινόμενα και τα γεγονότα. Ότι συμβαίνει κάτι δείχνει κάτι καθρεφτίζει. Αν δεν θέλουμε να το δούμε και να το κατανοήσουμε, αυτό ακριβώς μας πάει πίσω, και όχι αυτό που συμβαίνει μπροστά μας και ουρλιάζει να το δούμε εμείς οι κουλτουριάρηδες τυφλοί.

 

Κώστας Βίρβος: «Εγώ δε ζω γονατιστός»

IMG_20120920_115840Ο ποιητής και στιχουργός Κώστας Βίρβος ανοίγει το σπίτι και την καρδιά του στην Κρυσταλία Πατούλη, μιλά εφ’ όλης της ύλης και συγκινείται απαγγέλλοντας τους μελοποιημένους στίχους του. Πριν κλείσει πίσω του την πόρτα, απαντά: «Ποιο τραγούδι θα αφιέρωνα σήμερα στους Έλληνες; Το «Εγώ δε ζω γονατιστός». Τη Γερακίνα…»

Ο συγκεκριμένος ποιητής – στιχουργός δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Εκτός από τους ίδιους τους στίχους του, έχουν μιλήσει γι’ αυτόν εξέχουσες προσωπικότητες των Γραμμάτων και των Τεχνών: «Ο Βίρβος είναι ένα απ’ τα μεγάλα κλαριά στο δένδρο της ελληνικής μουσικής. Είναι ο λαϊκός ποιητής που έγραψε χιλιάδες τραγούδια. Πολλοί από μας κι από σας ασφαλώς δεν θα ξέρετε ότι τα τραγούδια που έχετε αγαπήσει, έχετε τραγουδήσει, και για τα οποία έχετε συγκινηθεί, έχετε κλάψει, έχετε πονέσει, έχετε ελπίσει, είναι δικοί του οι στίχοι. Έχει συνεργαστεί με όλους σχεδόν, τους πιο μεγάλους, τους πιο κλασικούς συνθέτες της λαϊκής μας μουσικής» Μίκης Θεοδωράκης

«Ο Βίρβος έχει καταλάβει ξεχωριστή θέση ανάμεσα στους δημιουργούς της λαϊκής στιχουργίας. Αυτός και η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου προσέφεραν ιστορικές επιτυχίες, που τραγουδήθηκαν πολύ και παραμένουν αγέραστες […] Έχει γράψει τραγούδια με τρόπο ζωντανό και με ποικίλα αισθήματα της απλής καθημερινότητας και πλούσιας λαϊκής εμπειρίας, ακολουθώντας την τακτική της κλασικής ρεμπέτικης στιχουργίας. Γνωρίζει καλά και πολλαπλασιάζει μέσ’ απ’ τη δική του προσωπική αίσθηση όλη εκείνη τη θεματολογία, που κυρίως αναφέρεται στον πόνο, στον κατατρεγμό, στην καταφρόνια, χωρίς να λείπουν οι όποιες χαρές και το μεγάλο γεγονός του έρωτα […] Υπάρχει όμως και η πολιτική πλευρά στη διαδρομή του. Συνείδηση προοδευτική και με συμμετοχή στην Εθνική Αντίσταση, τραγούδησε τα πάθια του λαού μέσα στις αντίξοες συνθήκες της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης». Νίκος Καρούζος

«Αν δεν υπήρχε ο Κώστας Βίρβος στο λαϊκό τραγούδι της δεκαετίας του ’50, σίγουρα θα ‘πρεπε να τον εφεύρουμε. Γιατί ο Βίρβος πήρε το λαϊκό τραγούδι από το μισοσκόταδο των υπογείων και το περιθώριο, και με τα φτερά της μουσικής του Τσιτσάνη και του Καλδάρα το άπλωσε σε πολιτείες και σε χωριά, σε λιμάνια και φάμπρικες, σε γειτονιές και στρατόπεδα, κάνοντάς το τραγούδι ολόκληρου του ελληνικού λαού […]

Το τραγούδι του είναι πολιτικό. Αν εξετάσουμε τα τραγούδια των συνομηλίκων του και κυρίως της Παπαγιαννοπούλου, του Βασιλειάδη και του Κολοκοτρώνη, θα δούμε ότι το έργο του Βίρβου διαφέρει πολύ και ουσιαστικά […] Ο Βίρβος πιάνει τον ταύρο από τα κέρατα. Βλέπει τι γίνεται γύρω του κι αυτό καταγράφει ερμηνεύοντάς το συγχρόνως. Δεν παρελθοντολογεί. Δεν ονειρεύεται περισσότερο από όσο πρέπει. Δεν είναι ήρεμος. Με το που μπαίνει το τραγούδι, στην καρδιά του εμφυλίου (1948), το πρώτο θέμα που τον βασανίζει είναι αυτός ο αδελφοκτόνος πόλεμος. Γι’ αυτό και το πρώτο τραγούδι του είναι «Ο φαντάρος».

Έτσι ανήσυχος, έτσι άγριος θα μείνει ο Βίρβος σε όλη την πορεία του. Η αιμορραγία της μετανάστευσης δεν θα περάσει δίπλα του χωρίς να τον αγγίξει. Θα τον συγκλονίσει! Η κατοχή, η αντίσταση, δεν θα μείνουν έξω από τον κόσμο της έμπνευσής του. Κι όταν το επιτρέψουν οι πολιτικές συνθήκες θα εκδώσει την «Καταχνιά». Το δράμα των πολιτικών προσφύγων, δεν θα τον αφήσει ασυγκίνητο. Η γραφειοκρατία -βαθειά πληγή αυτής της χώρας- που την ζει έντονα σαν δημόσιος υπάλληλος, θα του βάλει φωτιά για να γράψει και γι’ αυτή. Και στα χρόνια που θα κυριαρχήσει το «έντεχνο» λαϊκό τραγούδι, όπως το λένε, ο Βίρβος θα βρεθεί και πάλι στην πρώτη γραμμή, πλάι στους ποιητές της εποχής.

Αν επιχειρήσουμε να εξηγήσουμε γιατί και πως ο Βίρβος δεν στέκεται στο ανώδυνο ερωτικό τραγούδι αλλά προσπαθεί συνεχώς να σπάει την κρούστα των πραγμάτων και να προχωρά στο βάθος τους, δεν θα δυσκολευτούμε να βρούμε απαντήσεις: ο Βίρβος είναι πολιτικοποιημένο άτομο. Και ξέρει γράμματα. Διαβάζει, σκέφτεται, αναλύει, συμπεραίνει. […]

Ο Βίρβος, το έργο του Βίρβου, δεν ανήκει σε εταιρείες και σήματα. Ανήκει στον ελληνικό λαό. Που αυτός το γέννησε. Και θα το γεννάει συνεχώς». Λευτέρης Παπαδόπολος


Γεννήθηκε στα Τρίκαλα στις 29 Μαρτίου 1926, φοίτησε στην Αναργύρειο και Κοργιαλένειο Σχολή Σπετσών μέχρι την έναρξη του πολέμου και αποφοίτησε από το Γυμνάσιο Τρικάλων το 1943, οπότε ξεκίνησε να φοιτά στην Πάντειο. Τότε ήταν που πέρασε και στις γραμμές της Εθνικής Αντίστασης. Τον Μάρτιο του 1944 τον συνέλαβαν:

«Το ίδιο βράδυ με έριξαν στο απομονωτήριο. Εκεί ήταν κι ένας άλλος. Πονούσα σε όλο μου το κορμί. Ήμουν δεμένος στο κεφάλι σαν χότζας. Έχω ένα σημάδι εδώ στο κεφάλι από βούρδουλα που κατέληγε σε σφαιρίδιο. Μέσα εκεί υπήρχε ένα κούτσουρο. Του είπα «Σε παρακαλώ να ξαπλώσεις στο κούτσουρο κι εγώ πάνω στο σώμα σου». Έτσι έγινε. Σηκωνόμασταν την νύχτα να ξεμουδιάσουμε. Δεν κράτησε πολύ. Δυο μερόνυχτα. Αυτό είναι το αναπαυτικότερο κρεβάτι που κοιμήθηκα ποτέ. Απ’ αυτό εμπνεύστηκα το «ούτε στρώμα να πλαγιάσω, ούτε φως για να διαβάσω» που γράφω στη «Γερακίνα». Στη φυλακή άρχισα να γράφω την «Καταχνιά» σαν ποίηση».

Αργότερα σπούδασε και στη Νομική Θεσσαλονίκης, που ήταν η αρχική επιθυμία του (όπως και η σκηνοθεσία), αλλά χωρίς να πάρει το πτυχίο του. Είναι από τους μετρημένους στα δάχτυλα «εκλεκτούς πρωτομάστορες» του λαϊκού ελληνικού τραγουδιού που μέχρι ο ίδιος εμφανιστεί δεν συνηθιζόταν να προέρχονται από το χώρο των Γραμμάτων.

Ο Βίρβος έκανε την εξαίρεση, μπλέκοντας με λυρισμό και δυναμισμό έκφρασης τη σκληρή δημοτική αλλά και την αργκό με γλωσσικές εισβολές από την καθαρεύουσα, συνθέτοντας τις γνώσεις του στη δημοτική και λαϊκή μουσική, με τη μόρφωση που απέκτησε ακόμα και στην ποίηση: «Ο Καρυωτάκης, είναι ο αγαπημένος μου. Πεσιμιστής…» λέει, και συνεχίζει αστειευόμενος: «…Κι εγώ πεσιμιστής». IMG_20120920_121602Ιδρυτικό μέλος μαζί με τον συνθέτη Θόδωρο Δερβενιώτη (που δημιούργησαν εκατοντάδες τραγούδια), της πρώτης «Ένωσης» συνθετών και στιχουργών του λαϊκού τραγουδιού, καθιέρωσαν με αγώνες το επάγγελμα του στιχουργού, σε μια εποχή που ο κόσμος μάθαινε τα τραγούδια κυρίως μέσα από δίσκους που συνήθως απουσίαζε η υπογραφή του δημιουργού των στίχων.

Ο ίδιος έχει πει για το έργο του: «Έγραψα τραγούδια όλων των ειδών (κατηγοριών) μάγκικα, ρεμπέτικα, κοινωνικοπολιτικά (κυρίως αυτά), «έντεχνα» και ότι άλλο είδος ελληνικού τραγουδιού υπάρχει. Κάποιος δημοσιογράφος με αποκάλεσε «στιχουργό εφ’ όλης της ύλης» […] Το καλό τραγούδι διδάσκει, ενώ το κακό καταστρέφει και κυρίως τις παιδικές και νεανικές ψυχές. Μπορεί το «σύστημα» να προσπαθεί να αποπροσανατολίσει τον κόσμο, επιβάλλοντας τραγούδια 24ώρου, όμως οι νέοι προτιμούν τα καλά λαϊκά τραγούδια και κυρίως τα παλιά. Βέβαια, υπάρχουν και καλά σημερινά τραγούδια, όπως υπάρχουν και καλές λαϊκές φωνές. Όμως, πιστεύω ότι τα παλιά είναι αναντικατάστατα, ενώ παράλληλα πιστεύω ότι διδάσκουν, τόσο τους νέους, όσο και τους ανθρώπους που γράφουν είτε στίχο είτε μουσική»

Κάποιοι από τους στίχους του που έχουν μελοποιηθεί είναι οι εξής: «Καταχνιά», «Ρίξε μια ζαριά καλή», «Μια παλιά ιστορία», «Περιπλανώμενη ζωή», «Δε θέλω να μου δέσετε τα μάτια», «Ο αρκουδιάρης», «Ανέβα στο τραπέζι μου», «Γεννήθηκα για να πονώ», «Ζαΐρα», «Λίγα ψίχουλα αγάπης»,  «Πάρε τα χνάρια μου», «Το διαβατήριο», «Το κουρασμένο βήμα σου», «Φύγε κι άσε με», «Το καράβι», «Εγώ ποτέ δεν αγαπώ», «Είμαι ένα κορμί χαμένο», «Η σκιά μου κι εγώ», «Στις φάμπρικες της Γερμανίας», «Γιατί να γίνω μάνα», «Της γερακίνας γιος», «Κοιμήσου αγγελούδι μου», «Ένα όμορφο αμάξι με δυο άλογα», «Μακριά μου να φύγεις», «Νυχτερίδες κι αράχνες», «Στου Μπελαμή το ουζερί», «Πες μου γιατί», «Το ράκος», «Ο κυρ-Θάνος πέθανε», «Φύγε κι άσε με» «Εγνατίας 406», «Σάντα Μαρία», «Θαλασσόλυκος Νικόλας», «Θα κάνω ντου βρε πονηρή», «Λυπάμαι», «Σε ικετεύω», «Ψύλλοι στ΄ αυτιά μου»,  «Γιατί πονάς και βασανίζεσαι», «Τα χρυσά κλειδιά», «Γιατί θες να φύγεις», «Το κουρασμένο βήμα σου», «Σου ‘χω έτοιμη συγγνώμη», «Άγια Κυριακή», «Ένας ξύλινος σταυρός», «Το παζάρι».

Κρ.Π.: Έχετε ανοίξει νέους δρόμους στη στιχουργική, στο ελληνικό τραγούδι, όπως με τη Βυζαντινή Σχολή, και κυρίως με το λαϊκό-κοινωνικό τραγούδι. Πώς ξεκινήσατε να γράφετε;

Κ.Β.: Παραδόξως για την ηλικία μου, και σχετικά με άλλους στιχουργούς, άρχισα να γράφω από δέκα χρονών. Βέβαια τα πρώτα μου στιχάκια δεν ήταν αξιόλογα. Μετά έφτασα εκεί που έφτασα. Αν είμαι καλός ή δεν είμαι καλός, εσείς το κρίνετε… Απέκτησα με τα χρόνια πείρα μεγάλη. Επαγγελματικά ξεκίνησα από 15 χρονών. Τώρα είμαι 88. Πάνω από 70 χρόνια γράφω. Και γράφοντας, γράφοντας, γράφοντας, βελτιώνομαι. Αυτά τα τραγούδια που γράφω, πάντα περνάνε από τη λογοκρισία μου, μία και δύο και τρεις και τέσσερις φορές. Και μια λέξη ν’ αλλάξω, αλλάζει πολλά πράγματα. Κάτι που δεν το κάνουν πολλοί. Γράφουν, ταπ, ταπ, ταπ, και το δίνουν στο συνθέτη. Αλλά ο συνθέτης πολλές φορές μπορεί να μην διαθέτει το κατάλληλο κριτήριο…

Κρ.Π.: Ζήσατε στα πολύ δύσκολα χρόνια. Στην κατοχή ήσασταν στην ΕΠΟΝ…

Κ.Β.: Ναι, και μετά ήμουν και στον ΕΛΑΣ – ΕΠΟΝ με τον Βελουχιώτη και με όλους τούς τότε επικεφαλείς. Μέρα νύχτα ήμουν εν εγρηγόρσει. Έχω περάσει πολλά. Στην ηλικία μου ειδικά, που πολλοί άνθρωποι δεν ασχολούνταν με πολιτική, εγώ ήμουν ριγμένος μέσα. Και τους γνώρισα όλους αυτούς τούς τότε επαναστάτες. Εθνικούς επαναστάτες, με ψυχή και με μυαλό. Εγώ βγήκα στα βουνά 16 χρονών. Ήμουν ένας μικρός συν-επαναστάτης. Ο μικρότερος, ίσως. Και με σέρναν από δω, με σέρναν από κει. Πήγαινα παντού. Όλοι μας όσοι είχαμε μέσα ψυχή, καρδιά και πρόοδο, είχαμε εισχωρήσει στην ΕΠΟΝ και στον ΕΛΑΣ – ΕΠΟΝ που είχαμε και όπλο.

Κρ.Π.: Πιστεύετε ότι τον εμφύλιο τον έχουμε διαχειριστεί ως κοινωνία;

Κ.Β.: Όχι. Δεν το πιστεύω. Θέλει πολλά πράγματα ακόμα να γίνουν… Δυστυχώς. Αλλά δε φταίει όλος ο ελληνικός λαός. Φταίνε οι δεκαπέντε, είκοσι, τριάντα, οι οποίοι π.χ. ασχολούνται με τη δημοσιογραφία αυτού του είδους, που δεν ασχολήθηκαν. Έτσι είναι. Εμείς φταίμε. Οι λίγοι.

Κρ.Π.: Αρχίσατε να γίνεστε γνωστός ως στιχουργός από το ’43 με το ποίημά σας για τον Φαντάρο, το οποίο αν και μελοποιήθηκε αρχικά από τον Τσιτσάνη και μετά από τον Καλδάρα, λόγω εμφυλίου δεν γραμμοφωνήθηκε παρά το εμφανές μήνυμα συμφιλίωσης που δίνατε;

Κ.Β.: Ναι, ήταν ένα ποίημα που έλεγε «μα ο φαντάρος δεν παραπονιέται/ κι έχει ελπίδα μέσα στην καρδιά/ πως θα γυρίσει πάλι στους δικούς του/ όταν τα χέρια μας θα δώσουμε ξανά…»001

Κρ.Π.: Τι σας ενέπνεε να γράφετε;

Κ.Β.: Με ενδιέφερε να γράφω προοδευτικά. Με θέματα κοινωνικά αλλά και με οποιεσδήποτε άλλες καταστάσεις που μπορεί να συνέβαιναν. Προσπαθούσα να επισημαίνω και να εμφανίζω τα πράγματα λίγο πιο δυνατά… Ο κάθε ποιητής άλλωστε έχει δική του γλώσσα, καθαρή. IMG_20120920_122011Κρ.Π.: Έχουν πει για εσάς, πως στο γράψιμο ήσασταν χείμαρρος. Σε πιο τραγούδι θυμάστε να κλάψατε καθώς το γράφατε;

ΚΒ.: Αυτό για τον φαντάρο, είναι ένα.

Κρ.Π.: Η μητέρα σας τι έλεγε για τα ποιήματά σας;

Κ.Β.: Η μητέρα μου είχε βγάλει το σχολαρχείο τότε και τα κατανοούσε. Έκλινε αριστερά. Όχι με αγώνες, με τέτοια… Έκλινε αριστερά.

Κρ.Π.: Ο πατέρας σας; Που είχε έρθει και στην φυλακή να σας βγάλει το ’44 τότε που σας συνέλαβαν και σας βασάνισαν;

Κ.Β.: Τότε σκότωναν, τουφεκίζαν, αμέσως. Δεν καταλάβαιναν τίποτε. Σε ‘στήναν στον τοίχο. Κι αν δεν πέφτανε οι 800 λίρες από τον πατέρα μου, δεν θα γλύτωνα, δεν θα ήμουν στη ζωή. Αλλά με αυτές τις 800 λίρες σε δυο ώρες βγήκα από τα μπουντρούμια…

Κρ.Π.: Τι συνθήματα γράφατε τότε στους τοίχους και σας πιάσανε;

Κ.Β.: Είχα μπογιατίσει σχεδόν όλη την Πανεπιστημίου και την Σταδίου:  ΕΑΜ – ΕΛΑΣ – ΕΠΟΝ…

Κρ.Π.: Μετά τον εμφύλιο, από το 1954 έως το 1985, στο ισόγειο της του κτιρίου που εργαζόσασταν και ως διευθυντής σε δημόσια υπηρεσία, ήταν οι Γερμανοί γιατροί που εξέταζαν όσους ήθελαν να φύγουν μετανάστες, γιατί «δεν ήθελαν απλώς μετανάστες εργάτες, ήθελαν και υγιείς, να τους βγάλουν το πετσί τους! Και τό ‘βγαλαν!» όπως έχετε πει. Από εκεί αντλήσατε και τα τόσα ποιήματά σας για τους μετανάστες;

Κ.Β.: Ναι, με συγκλόνιζαν όσα έβλεπα και τα κατέγραφα. Τα ζούσα και τα μετέφερα σε εικόνες στο μυαλό μου. Και μετά αυτές τις εικόνες τις μετέφερα στο χαρτί. Κι αν π.χ. ο Καζαντζίδης έγινε ο τραγουδιστής του λαού, βέβαια προσφέρονταν η φωνή του, ήταν από τον στίχο που είπε, που ήταν πράγματι στίχος του λαού, που άγγιζε το λαό. Δηλαδή ο στιχουργός παίζει τον πρωταρχικό ρόλο σ’ αυτό το θέμα.

Κρ.Π.: Στις συναυλίες σας που παρακολουθούσαν χιλιάδες κόσμος, λέγεται πως όταν ακουγόταν το τραγούδι σας «Στις φάμπρικες της Γερμανίας» πετάγανε όλοι τα σακάκια και τα καπέλα τους στον αέρα… Τον άγγιζε τον κόσμο αυτό που γινόταν στην κοινωνία γύρω του;

Κ.Β.: Τον άγγιζε πάρα πολύ. Περίμενε, που λέει ο λόγος. Περίμενε ένα τέτοιο τραγούδι. Το είχε ανάγκη.

Κρ.Π.: Σήμερα;

Κ.Β.: Σήμερα έτσι κι έτσι. Ψαχνόμαστε. Πάντα το ελληνικό λαϊκό τραγούδι είναι προοδευτικό. Κι ο κόσμος περιμένε, που λέει ο λόγος, να βγει ένας καινούργιος δίσκος… Πήγαιναν στη Βαρβάκειο που είχε ένα δισκοπωλείο που ήταν μέσα στην αγορά να μάθουν τι κυκλοφόρησε. Αν πάρουμε σαν κριτήριο την πώληση δίσκων, οι προοδευτικοί δίσκοι πουλιούνται πάρα πολύ. Άρα ο κόσμος προχωράει…

Πικρό σαν δηλητήριο
είναι το διαβατήριο
που πήρα για τα ξένα.
Μα τι να κάνω ο φτωχός,
μπροστά μου βρίσκεται γκρεμός
και πίσω μαύρο ρέμα.

Πικρό σαν δηλητήριο
είναι το διαβατήριο,
μα όταν ζεις χωρίς ελπίδα,
όπου γης είναι πατρίδα.

Κρ.Π.: Πόσα τραγούδια έχετε γράψει περίπου;

Κ.Β.: Συνολικά έγραψα στη ζωή μου κάπου δυόμιση χιλιάδες τραγούδια. Ευτυχώς αμέσως, από τα πρώτα, υπήρχε μεγάλη επιτυχία και δεν χρειάστηκε να ψάξω και να χτυπήσω πόρτες σε εταιρείες. Χτυπούσαν τη δική μου πόρτα.

Ο λαϊκός στίχος, ο στίχος που έμπαινε σε τραγούδι, ήταν πολύ δυνατός για τον κόσμο. Το ελληνικό λαϊκό τραγούδι είναι ένα από τα καλύτερα της Ευρώπης, αν όχι το καλύτερο… Με το κριτήριο της κοινωνικότητας. Μπαίνει παντού και χτυπάει παντού και ακούγεται παντού. b77979(Φωτο: Κώστας Βίρβος, Μια ζωή τραγούδια, Ντέφι, 1985)

Κρ.Π.: Για το μάγκικο τραγούδι και το ρεμπέτικο;

Κ.Β.: Το μάγκικο έχει ορισμένες λέξεις μάγκικες οι οποίες αν δεν υπήρχαν θα ήταν ίσως λίγο πιο καλύτερο. Αλλά είναι καλό! Και το ρεμπέτικο είναι ακόμα καλύτερο!

Κρ.Π: Αν δεν υπήρχε το μάγκικο θα υπήρχε το ρεμπέτικο;

Κ.Β.: Μάλλον όχι, γιατί είναι σκάλα, προχωράει. Ανέρχεται και ποιοτικά και σε έννοιες. IMG_20120920_121356Κρ.Π.: Θέλετε να πείτε για τις τόσες συνεργασίες σας με κορυφαίους συνθέτες όπως ο Τσιτσάνης, ο Καλδάρας, ο Θεοδωράκης, ο Δερβενιώτης, ο Λεοντής, ο Μαρκόπουλος, ο Πλέσσας, ο Μπακάλης, ο Τζουανάκος, ο Νικολόπουλος, ο Μητσάκης, και τόσοι άλλοι;

Κ.Β.: Με τον Τσιτσάνη έχω γράψει πάρα πολλά τραγούδια. Εκεί, τα Τρίκαλα, έχουν βγάλει πολλούς καλούς που ασχολήθηκαν με το λαϊκό τραγούδι. Κληρονομιά ήταν μάλλον. Και ο Καλδάρας (που ήταν κι αυτός από τα Τρίκαλα) και ο Δερβενιώτης, από τους καλύτερους συνθέτες… Με τον Θεοδωράκη έχω γράψει μαζί πολύ σημαντικά τραγούδια. Με τον Πλέσσα έχω γράψει εξαιρετικούς κύκλους τραγουδιών αλλά και με τον Μαρκόπουλο έχω γράψει το Θεσσαλικό κύκλο που τον μελοποίησε με τον καλύτερο τρόπο. Με το Λεοντή έχω γράψει την Καταχνιά που είναι μνημειώδες έργο. Με όλους έχω γράψει. Με τον Χατζιδάκι μόνο δεν προλάβαμε, παρόλο που όλο λέγαμε να συνεργαστούμε. Με τον Μπιθικώτση συνεργάστηκα πολύ και με την ιδιότητά του ως συνθέτη, όχι μόνο ως τραγουδιστή.

«Με συνεπήρε σαν άνθρωπος ο Κώστας Βίρβος αρχικά. Γιατί κι αυτό παίζει ένα μεγάλο ρόλο… Για να μπορέσεις, δηλαδή, να δεις τον άνθρωπο και μετά να δεις τι γράφει αυτός ο άνθρωπος, και να μοιάζουν αυτά που γράφει με το σύνολο της ανθρωπιάς του…» Γρηγόρης Μπιθικώτσης

«Δεν θα δυσκολευόμουν να πω ότι ο Κώστας Βίρβος είναι ο Πατριάρχης του λαϊκού στίχου» Μίμης Πλέσσας

IMG_20120920_121340Κρ.Π.: Ο Μίκης Θεοδωράκης μελοποίησε και το «Κοιμήσου αγγελούδι μου»…

Κ.Β.: Είναι η Ελληνίδα μάνα… Η προοδευτική μάνα…:

Κοιμήσου αγγελούδι μου, παιδί μου νάνι νάνι
Να μεγαλώσεις γρήγορα, σαν τ’ αψηλό πλατάνι
Να γίνεις άντρας στο κορμί και στο μυαλό
Και να `σαι πάντα μεσ’ το δρόμο τον καλό

Κοιμήσου αγγελούδι μου γλυκά με το τραγούδι μου

Κοιμήσου περιστέρι μου να γίνεις σαν ατσάλι
Να γίνει κι η καρδούλα σου σαν του Χριστού μεγάλη
Για να μην πεις μεσ’ τη ζωή σου δεν μπορώ
κι αν πρέπει ακόμα να σηκώσεις και σταυρό

Κρ.Π.: Και σεις ο ίδιος βλέπω ότι όταν λέτε σήμερα τα τραγούδια σας συγκινείστε ακόμα…

Κ.Β.: Συγκινούμαι! Αφού, ακόμα βγαίνει μέσα από την καρδιά μου, την ώρα που το απαγγέλω, έτσι… σε σας…

Κρ.Π.: Για την Καταχνιά με τον Λεοντή τι θυμάστε;»

Κ.Β.: «Μέσα απ’ τη στάχτη τη βαθειά / Μια σπίθα θα πετάξει / Σε πολιτείες και χωριά / Και θα γενεί τρανή φωτιά / Που τη φωτιά θα κάψει…», ή το « Ένας ξύλινος σταυρός που λέει: «Προχωρείτε πάντα μπρος…».

Και το «Δε θέλω να μου δέσετε τα μάτια… αλλά και το «Πές μου και συ του δειλινού καμπάνα, γιατί, γιατί να γίνω μάνα;»… Εγώ δάκρυσα! Κι αυτό το τραγούδι μου το έχω πει χίλιες φορές…

Κρ.Π.: Ποιά είναι τα σημαντικά χαρακτηριστικά ενός στίχου;

Κ.Β.: Να μπαίνει το τραγούδι μέσα στην καρδιά τη δική σας! Αλλά αν δεν βγαίνει μέσα από την καρδιά του στιχουργού, πως θα γράψει ένα τραγούδι τέτοιο;

Ο καθένας άνθρωπος μοιάζει με καράβι
που θαλασσοδέρνεται βράδυ και πρωί,
κι ο βαρύς ο πόνος του το κορμί του σκάβει
ώσπου το λιμάνι του κάποτε θα βρει.

Είμαι κι εγώ ένα καράβι τσακισμένο
κι από σένα λίγη αγάπη περιμένω.

Στη μεγάλη θάλασσα που ζωή τη λέμε
μας χτυπούν τα βάσανα με απανθρωπιά.
Στη μεγάλη θάλασσα κάθε μέρα κλαίμε,
όμως υπομένουμε, μα ως πότε πια.

Είμαι κι εγώ ένα καράβι τσακισμένο
κι από σένα λίγη αγάπη περιμένω.

Κρ.Π.: Για την Κύπρο; Τα τραγούδια σας μεταδίδονταν λένε κρυφά τότε με σκονάκια στα παιδιά μέσα στα σχολεία;

Κ.Β.: Ναι, την αγαπώ την Κύπρο. Γιατί είναι και προοδευτικοί άνθρωποι οι Κύπριοι. Ασχολήθηκα με τραγούδια που βοηθούσαν και την επανάστασή τους: «Το αίμα νερό δε γίνεται», «Η κύπρος είναι ελληνική και …θέλετε δεν θέλετε θα μας τη δώσετε ξανά».

Κρ.Π.: Τα τραγούδια σας είναι πολύ διαχρονικά. Πώς το καταφέρατε αυτό;

Κ.Β.: Εγώ έγραψα για τον άνθρωπο, για την ψυχή του, για τις χαρές, την αγάπη, τις λύπες, τα προβλήματα. Αυτά δεν αλλάζουν, όσο υπάρχουν άνθρωποι! Αλλά δυστυχώς και τα προβλήματα δεν λύνονται εύκολα… Θα σας πω ένα παράδειγμα από ένα κύκλο τραγουδιών μου που δεν είναι ιδιαίτερα γνωστός, τη Γραφειοκρατία, με τον Χρήστο Λεττονό από το 1976. Να δείτε πόσο επίκαιρο είναι το πρόβλημα απλών ανθρώπων που περιγράφει, παρόλο που κι εγώ θα ευχόμουν να μην ήταν ακόμα και στις μέρες μας:

Χρώσταγα στο κράτος δυο χιλιάδες φόρους
Και στα δύο χρόνια έγιναν οκτώ
Βάλε και τους τόκους, βάλε δικηγόρους
Έφτασε το χρέος στις εξηνταοκτώ.
Κι αλά ούνα αλά ντούε αλά τρε
Υποθηκεύουνε το σπίτι μου αδελφέ.
Χτύπαγαν καμπάνες για την εκκλησία
Μέρα της αγάπης, μέρα Κυριακή
Στο δικό μου σπίτι μαύρη απελπισία
Ήρθαν οι κλητήρες οι δικαστικοί.
Κι αλά ούνα αλά ντούε αλά τρε
Μου το πήρανε το σπίτι αδελφέ

Κρ.Π.: Οι ερμηνευτές που συνεργαστήκατε; Ατέλειωτος ο κατάλογος;

Κ.Β.: Είχαμε πολύ καλούς ερμηνευτές. Καζαντζίδης. Μπιθικώτσης. Ήταν μανούλες στα προοδευτικά τραγούδια… αλλά και στα ερωτικά. .  Συνεργάστηκα και με τους δύο πάρα πολύ, αλλά και με όλους τους μεγάλους ερμηνευτές και μεγάλες ερμηνεύτριες. Είχα συνεργασία με το Μάρκο Βαμβακάρη (το πρώτο μου τραγούδι), την Καίτη Γκρεϋ, τη Μαρινέλλα, τη Γιώτα Λύδια, τη Μαρίκα Νίνου, τον Πρόδρομο Τσαουσάκη, την Πόλυ Πάνου, τη Σωτηρία Μπέλλου, τη Βίκυ Μοσχολιού, το Γιώργο Νταλάρα, τον Τόλη Βοσκόπουλο, τη Δήμητρα Γαλάνη, το Μανώλη Μητσιά, το Λάκη Χαλκιά, το Στράτο Διονυσίου, το Γιάννη Καλαντζή, το Γιάννη Πουλόπουλο, τη Ρένα Κουμιώτη, την Χαρούλα Αλεξίου. Ποιον να πρωτοθυμηθώ; Με τον Καζαντζίδη ένα τραγούδι από τα πολλά ήταν το «Πάρε τα χνάρια μου», που το έλεγε πολύ ωραία:

Πάρε τα χνάρια π’ άφησαν τα μαύρα δάκρυά μου
κι έλα απόψε να με βρεις εκεί στην ερημιά μου

Βήμα βήμα, δάκρυ δάκρυ, θα με βρεις σε κάποιαν άκρη
να κλαίω για σέν’ αγάπη μου, που τωρα ζεις μακριά μου

Αντιλαλούν οι ρεματιές όταν αναστενάζω
και απ’ την καρδιά μου βγαίνουν φωτιές για σένα όταν σπαράζω.
Πάρε τα `χνάρια να με βρεις και σώσε με αφού μπορείς

Δακρύζουν μάτια και καρδιές όταν αναστενάζω
κι από τα στήθια βγαίνουν φωτιές για σένα όταν σπαράζω.
Πάρε τα χνάρια να με βρεις και σώσε με αφού μπορείς.

Κρ.Π.: Έχετε πει ότι «Μάγκας θα πει φιλότιμος, μάγκας θα πει δερβίδης, μάγκας θα πει καλή καρδιά και φίνες εξηγήσεις». Υπάρχουν μάγκες σήμερα;

Κ.Β.: Υπάρχουν μάγκες με την καθαρή έννοια: «Αυτός είναι μάγκας ρε, συ!». Αυτός είναι ξύπνιος, μπασμένος…

birbos(Φωτο: Στράτος Παγιουμτζής, ο ποιητής και στιχουργός Κώστας Βίρβος, ο Ζαμπέτας κι άλλοι τρεις φίλοι αρχές του ’50)

Κρ.Π.: Ποιοί άνθρωποι σας αρέσουν;

Κ.Β.: Οι Αυθόρμητοι, οι ειλικρινείς και οι ξύπνιοι. Παρόλο που εμείς οι έλληνες είμαστε ένας υγιής λαός. Δεν πέφτουμε σε λούμπες. Σπάνια… Τονίζω, ότι οι έλληνες ένας υγιής λαός. Γενικώς. Δεν λέω για επιστήμονες… Για το λαό εννοώ. Είναι καθαροί στην ψυχή τους, στο μυαλό τους. Είμαστε καλή ράτσα. Είμαστε ντόμπροι. Έχουμε πολλά προτερήματα. Και εργατικοί είμαστε, και φιλότιμοι είμαστε. Μη βλέπετε τις εξαιρέσεις. Να βλέπετε τα εκατομμύρια.

Κρ.Π.: Η Γερακίνα, ίσως θα έπρεπε σήμερα να είναι ο εθνικός μας ύμνος, για να σώσουμε επιπλέον την περηφάνια, την αγωνιστικότητα, την περηφάνεια και την αξιοπρέπεια που βγαίνει μέσα από αυτούς τους στίχους…

Κ.Β.: Ε, οι περισσότεροι το νιώθουν. Οι περισσότεροι. Όχι όλοι, οι περισσότεροι.

Κρ.Π.: Δηλαδή να μη μας κλαίνε… Θα επιβιώσουμε, θα πάμε καλά ως χώρα;

Κ.Β: Πολύ καλά θα πάμε. Παρόλο που δεν έχουμε. Λαϊκά! Ο ένας με τον άλλον… Μεταδίδει. Ο καλός ο στιχουργός αυτό πρέπει να κάνει, να ανεβάζει το ηθικό των ανθρώπων.

Κρ.Π.: Τι θα λέγατε στους νέους στιχουργούς;

Κ.Β.: Να είναι καθαροί πάντα. Να γράφουν εκείνα που πιστεύουν Να είναι προοδευτικοί. Και κοινωνικά και γενικώς. Τότε γράφουν πιο δυνατούς στίχους και πιο ωραίους. Ο στιχουργός παίζει το δυναμικότερο ρόλο στο τραγούδι! Όταν είναι καλός! Όταν είναι στιχουργός! Ένας στίχος μπορεί να αξίζει όσο αξίζει ένα βιβλίο ή και πέντε βιβλία…

Κρ.Π.: Τι θα απαντούσατε στην ερώτηση της Έρευνας για την Κρίση (2010-2014), εκδ. Κέδρος: «Ποιες αιτίες μας έφεραν ως εδώ και κυρίως τι πρέπει να κάνουμε;».

Κ.Β.: Τι να κάνουμε; Αγώνα! Να αντιδράσουμε. Να αντιδράσουμε δυναμικά! Και εκεί που δεν παίρνουν τα λόγια μας, ακόμα πιο δυναμικά. Τί άλλο;

Κρ.Π.: Ποιό τραγούδι θα αφιερώνατε σήμερα στους Έλληνες που αγωνίζονται να επιβιώσουν;

Κ.Β.: Ποιο τραγούδι θα αφιέρωνα σήμερα στους Έλληνες; Το «Εγώ δε ζω γονατιστός». Τη Γερακίνα

Ούτε στρώμα να πλαγιάσω,
ούτε φως για να διαβάσω
το γλυκό σου γράμμα, ωχ, μανούλα μου
Καλοκαίρι κι είναι κρύο
ένα μέτρο επί δύο
είναι το κελί μου, ωχ, μανούλα μου

Μα εγώ δε ζω γονατιστός,
είμαι της γερακίνας γιος
Τι κι αν μ’ ανοίγουνε πληγές
εγώ αντέχω τις φωτιές
Μάνα μη λυπάσαι, μάνα μη με κλαις

Ένα ρούχο ματωμένο
στρώνω για να ξαποσταίνω
στο υγρό τσιμέντο, ωχ, μανούλα μου
Στο κελί το διπλανό μου
φέραν κάποιον αδελφό μου
πόσο θα τραβήξει, ωχ, μανούλα μου

Μα εγώ δε ζω γονατιστός…

IMG_20120920_121745*** IMG_20120920_115945(Φωτο: Ο Κώστας Βίρβος με την σύζυγό του Καίτη)

*Η συνέντευξη δόθηκε πριν από το σοβαρό ισχυρό εγκεφαλικό επεισόδιο που πρόσφατα υπέστη ο Κώστας Βίρβος. Έκτοτε όπως λέει η κόρη του Μαρία Βίρβου «Έχει νοσηλευθεί τρεις φορές σε νοσοκομεία, και παρ’ όλες τις απαισιόδοξες προβλέψεις των γιατρών, ευτυχώς έχει αρχίσει να πηγαίνει πολύ καλύτερα. Έδωσε μεγάλη μάχη αλλά είναι από τους ανθρώπους που ξέρουν να αγωνίζονται! Τραγουδούσε μόνος του στο νοσοκομείο το Εγώ δεν ζω γονατιστός, κι έπαιρνε δύναμη από τους δικούς του στίχους. Κι όταν κάποια στιγμή είχε χάσει την επαφή με το περιβάλλον, ήρθε στο νοσοκομείο ο Γιώργος Μαργαρίτης (Τρικαλινός κι αυτός) και του το τραγούδησε δυνατά δίπλα στο κρεβάτι του. Μαζεύτηκαν όλοι γύρω τους, ασθενείς, γιατροί, επισκέπτες, νοσοκόμες, και από εκείνη την ώρα άρχισε να βρίσκει πάλι τον εαυτό του! Σαν να πέρασε το τραγούδι μέσα του και τον έκανε καλα!»

**Αποσπάσματα από την εκπομπή του Λευτέρη Παπαδόπουλου «Εν αρχή ην ο λόγος» στην ΕΡΤ, και από το βιβλίο Κώστας Βίρβος, Λαϊκή Στιχουργική Ανθολογία, Εκδόσεις Βιβλιοεκδοτική Αναστασάκη, 1989.

IMG_20120920_121847(Οδός Κώστα Βίρβου στα Τρίκαλα)


ΚΩΣΤΑΣ ΒΙΡΒΟΣ

Μάρτιος, Τρίκαλα αρχίζει η ιστορία
Και βρίσκει μπάρκο το χαμένο μου κορμί
Σε ένα πλοίο που το λεν Σάντα Μαρία
Κι έχει λιμάνι το ουζερί του Μπελαμή

Πόλεμος, φτώχεια, προσφυγιά και ανταρσία
Σύλληψη ένα επί δύο το κελί
Με το μπατίρη το Λουκά στην Εγνατία
Μια στεναχώρια κι ούτε μια ζαριά καλή

Μα εγώ δε ζω γονατιστός
Είμαι ο τόπος μου φτυστός
Και οι ψυχές του
Που όταν πέφτει καταχνιά
Κάνουν τον πόνο τους πενιά
Και ρίχνουν τις στροφές τους

Ένας απόκληρος επί διαταράξει
Απ’ την καρδιά μου δίνω τα χρυσά κλειδιά
Τα δίνω όλα κι ό,τι βρέξει ας κατεβάσει
Έξω από τ’ άδικο και κάθε ξενιτιά

Στίχοι: Λίνα Δημοπούλου
Μουσική: Μιχάλης Κουμπιός

1983 – Συναυλία από το Ερασιτεχνικό Μουσικό Συγκρότημα του μαέστρου Γιώργου Ασημάκη

1983 – Επέτειος Πολυτεχνείου – Απόσπασμα από συναυλία του Ερασιτεχνικού Μουσικού Συγκροτήματος του μαέστρου Γιώργου Ασημάκη στο Πολιτιστικό Κέντρο του Δήμου Καλλιθέας​, τη δεκαετία του ΄80, που άφησε ιστορία:

Μαέστρος (πιάνο): Γιώργος Ασημάκης​
Κιθάρα: Γιάννης Γρίβας & Ιορδάνης Ιορδάνογλου
Μπουζούκι: Γιάννης Σταυρίδης
Ακορντεόν: Νίκος Ζώτος
Ερμηνεία: Κρυσταλία Πατούλη

(Άλλες ερμηνείες: Δέσποινα Μιραράκη, Κρυσταλία Πατούλη, Λεωνίδας Μίαρης, Διονύσης Κρανιδιώτης.  Ιορδάνης Ιορδάνογλου και η παιδική χορωδία του μαέστρου Γιώργου Ασημάκη)

Χαιρετισμός, ευχαριστίες, και κλείσιμο της συναυλίας από τον Ιορδάνη Ιορδάνογλου

(Η συναυλία πραγματοποιήθηκε στο 3ο Λύκειο Καλλιθέας)


TheodorakisMikis4Ο λεβέντης

Στίχοι:  Νότης Περγιάλης
Μουσική:  Μίκης Θεοδωράκης

Σαν τον αητό φτερούγαγε στη στράτα
τον καμαρώνει η γειτονιά στα παραθύρια
με χαμηλά τα μαύρα του τα μάτια
λεβέντης εροβόλαγε.

Στα ματιά του ένα σύννεφο
μες την καρδιά του σίδερο.
Κυλάει το αίμα, σκέπασε τον ήλιο
κι ο χάρος εροβόλαγε.

Σφαλούν τα μάτια κι οι καρδιές
σφαλούν τα παραθύρια
μετά χυμάει ο Χάροντας καβάλα
κι εκείνος χαμογέλαγε.

Ποιος κατεβαίνει σήμερα στον Άδη;
Ποιον κουβεντιάζει η γειτονιά κι ανανταριάζει;
Γιατί βουβά είναι τα βουνά κι οι κάμποι;
Λεβέντης εροβόλαγε.


Δίσκος: Τα τραγούδια του αγώνα 1974 & 1996

Θα βρεθούμε ξανά

Εδώ θα ρίξω στη θάλασσα
σαν πέτρες τα χρόνια που χάλασα
Εδώ θα μου φέρει το κύμα
ένα γράμμα που θα έχει και ρίμα
και θα λάμπει στο τέλος η υπογραφή:
Κολοκοτρώνης, Μακρυγιάννης, Φιλικοί.

Θα βρεθούμε ξανά
όταν όλα θα έχουν περάσει.
Στην Πατρίδα φιλιά
και κουράγιο να πεις, μην ξεχάσει.
Θα βρεθούμε ξανά
όταν όλοι θα έχουν αλλάξει
Θα βρεθούμε ξανά.

Εδώ αρχαία μου θάλασσα
που ξέρεις τι βάσανα τράβηξα
Εδώ θα μου στείλει τ’ αγέρι
ένα γράμμα απ’ τ’ αόρατα μέρη
ο χαμένος ο λόγος, ο πιο ζεστός:
Σεφέρης, Κάλβος, Εμπειρίκος, Σολωμός.

Στίχοι: Τάσος Σαμαρτζής
Μουσική: Νότης Μαυρουδής
Ερμηνεία: Παιδική Χορωδία Δημήτρη Τυπάλδου

Μ’ αυτό το καταπληκτικό τραγούδι (που επέλεξε η Ειρήνη Ρέππα), έκλεισε χτες η διήμερίδα για τα 30 χρόνια του Εργαστηρίου Διερεύνησης Ανθρωπίνων Σχέσεων http://tvxs.gr/news/biblio/imerologio-enos-therapeyti . Όσοι ήταν εκεί ξέρουν…

Αλκίνοος Ιωαννίδης: Μόνο την ουτοπία ονειρεύομαι

[…] Μόνο την ουτοπία ονειρεύομαι. Σηκώνει κοροϊδία η στάση μου, το ξέρω, αλλά δεν αξίζει να ονειρευόμαστε κάτι λιγότερο […] Από εμάς πρέπει να περιμένουμε πρώτα. Από τα βιβλία που θα διαλέξουμε να διαβάσουμε, την τηλεόραση που θα σβήσουμε για να κοιταχτούμε με τους ανθρώπους μέσα στο ίδιο μας το σπίτι, από τις συγνώμες που θα πούμε, από τα όπλα που ο καθένας μας θα ανακαλύψει ξεχασμένα στην ψυχή του και στην αγκαλιά του άλλου. Δε βλέπεις τι γίνεται; Όποιος βγει να μοιραστεί κάτι, πέφτουμε όλοι να τον φάμε. Υπάρχει οργή και μίσος που δεν ξέρουμε πού να διοχετεύσουμε, και τα επιστρέφουμε απλόχερα στον εαυτό μας. Αποτελούμε την ευκαιρία ώστε η επιστημονική κοινότητα να επινοήσει, μετά την οικογενειακή ή την ομαδική ψυχοθεραπεία, την εθνική ψυχοθεραπεία […]
Ο συνθέτης, στιχουργός και ερμηνευτής Αλκίνοος Ιωαννίδης …ανοίγει τη Μικρή βαλίτσα* στην Κρυσταλία Πατούλη (*Τη νέα του δισκογραφική δουλειά μετά από πεντέμιση χρόνια)

«Και πού να πάω και πού να ‘ρθω
και πού να επιστρέψω
που ‘ναι τα ξένα μακρινά
κι είν’ τα δικά μου ξένα
και πού να επιστρέψω
[…] Μικρή βαλίτσα και βαριά
γεμάτη πέτρα κι ήλιο
είναι το εμπρός ανήλιαγο
κι είναι σκληρό το πίσω
και πού να σ’ ακουμπήσω»
Κρ.Π.: Μια «Μικρή βαλίτσα», τι, πως, και πόσα μπορεί να χωρέσει; 

Αλκ. Ι.: Μπορεί να χωρέσει τα απολύτως απαραίτητα. Αυτά που θα σε κάνουν να εξακολουθείς να βλέπεις το δικό σου πρόσωπο σε ξένο καθρέφτη. Τη μνήμη, το παρόν και την προσδοκία της μέρας που θα ‘ρθει. Μπορεί να χωρέσει δηλαδή όλα όσα μας αποτελούν στην ουσία μας.

***
Κρ.Π.: Μήπως αυτή η …μικρή βαλίτσα ήταν η αιτία που δεν έφυγες από την Ελλάδα, ενώ σου δόθηκαν τρεις ευκαιρίες τα τελευταία χρόνια -όπως έγραψες στο δίσκο;

Αλκ.Ι.: Υπήρχαν λόγοι αρκετά σοβαροί για να φύγουμε οικογενειακώς. Ο λόγος που παραμείναμε ήταν ότι, και τις τρεις φορές, ενώ ξεκινούσα με ενθουσιασμό να ψάχνω για σπίτι και σχολείο εκεί για τα παιδιά, όσο περνούσαν οι εβδομάδες βάραινα, αισθανόμουν ηττημένος και τελικά αδικαιολόγητος στο φευγιό μου.

Οι λόγοι της αναχώρησης έμοιαζαν ξαφνικά πολύ μικροί. Κι ας είναι η σύντροφός μου στην αναμονή χρόνια τώρα για μια ειδικότητα, κι ας ορμάει η μιζέρια και η αδικία του τόπου μας από κάθε χαραμάδα μες στο σπίτι, κι ας ήταν για μένα ευκαιρία να εντείνω τη μικρή παρουσία μου στην «ευρωπαϊκή αγορά», ή να κάνω παραγωγές που εδώ ούτε να τις σκεφτώ δεν δικαιούμαι.

Έβλεπα ξαφνικά πως το πιθανότερο θα ήταν να μην κάνω τίποτα το αληθινά δημιουργικό. Έβλεπα το κενό, το ενδεχόμενο της απόλυτης αποτυχίας, αφού δεν έφευγα με όνειρο αλλά με μια βαθιά αίσθηση ήττας.

Θύμιζα στον εαυτό μου πως δεν είμαι με κανέναν τρόπο ίδια περίπτωση με όσους φεύγουν επειδή εδώ είναι άνεργοι, άπραγοι, ανύπαρκτοι και δυστυχείς. Δεν ανήκω στην κατηγορία των ανθρώπων που ο τόπος τους δεν τους έδωσε τίποτα, που δεν τους ζήτησε τίποτα, που δεν ανέδειξε τις ικανότητες ή που δεν δέχτηκε τα όσα έχουν να δώσουν.

Ανταμείφθηκα πολλαπλά από τον τόπο, σε εποχές πιο «εύκολες». Δεν αναφέρομαι στο κράτος, αλλά στους ανθρώπους του τόπου, που μου έδωσαν πολλά, και κυρίως την καλλιτεχνική και δημιουργική μου ελευθερία. Λειτουργώντας σαν καλλιτέχνης, ακόμα και μέσα στη σημερινή δυσκολία, εξακολουθώ να παίρνω πράγματα από το κοινό πρωτόγνωρα.

Όσες συναυλίες και να κάνω στο εξωτερικό, εδώ είναι το σπίτι μου, η τραγουδοποιητική μου πηγή, η δημιουργική μου ομάδα, το κοινό που καταλαβαίνω, οι ακροατές που πραγματικά αισθάνονται σε τι αναφέρομαι κάθε φορά, οι άνθρωποι που μοιραζόμαστε μια κοινή γλώσσα πέραν της γλώσσας, τα βιώματα, οι αναμνήσεις, η ζωή και οι ελπίδες μου.

Μεγάλωσα. Δεν νομίζω πως θα μπορούσα να διαχειριστώ μέσα μου μια τέτοια αλλαγή πια, εκτός και αν δεν είχα άλλη επιλογή. Είχα όμως επιλογή: να μείνω, να ζήσω και να γράψω σε μια πραγματικά ενδιαφέρουσα περίοδο.

Γιατί, όσο τραγική κι αν είναι η κατάσταση, δεν μπορείς να την πεις αδιάφορη. Παλιά γκρινιάζαμε πως πέσαμε σε αδιάφορη εποχή. Πάρε λοιπόν γκρινιάρη μιαν ενδιαφέρουσα εποχή, να δούμε τι θα κάνεις…

Ίσως με κράτησε και η ψευδαίσθηση πως είμαι χρήσιμος εδώ… Μια αυτοκολακεία χωρίς περιεχόμενο δηλαδή, αφού στην πραγματικότητα δεν σε χρειάζεται κανείς. Εσύ πάντα χρειάζεσαι τους άλλους.

Προκειμένου όμως να γλιτώσω από το ενδεχόμενο να γεράσω μαραζωμένος και ηττημένος, χωρίς τους ανθρώπους μου, καλές είναι και οι ψευδαισθήσεις.

***
«Αν έχεις δόντι του φονιά και γούστα ματωμένα
αν μαύρισες τον ουρανό και θες να φας κι εμένα
μέσα στην καταιγίδα
θα γίνω αγκάθι στο λαιμό σου, σκόνη μες στο μάτι
μέσα στ’ αυτί σου ψίθυρος και σύγκρυο στην πλάτη
στη σιγουριά σου αγκίδα
Πάντα θα ξημερώνει […]»
Κρ.Π.: Το  τραγούδι «Πάντα θα ξημερώνει» το έγραψες μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα. Πώς;

Αλκ.Ι.: Ένιωσα τη μαυρίλα να με πνίγει από παντού. Και μαζί ένιωσα την ανάγκη να πω για τη μικρή, αγέννητη αχτίδα που στο βαθύ σκοτάδι συντηρεί την υπόσχεση μιας ολόφωτης μέρας. Να πω για τους ανθρώπους που χωρίς βία, καρφώνονται σαν ασήμαντες αγκίδες στη σκληρή φτέρνα των σίγουρων για την ανωτερότητα των απόψεών τους φονιάδων. Μια μικρή αγκίδα που ενοχλεί το στρατιωτικό, σιδερένιο βάδισμά τους, που τους αποδυναμώνει κι ας κρατάνε πολυβόλο.

Να τραγουδήσω επίσης για το πώς ένα λαϊκό, αισθαντικό παιδί, μπορεί να ζει μετά τον θάνατό του, αφού επηρεάζει ασταμάτητα τις ζωές και τις εξελίξεις γύρω μας. Με τρόπο που χιλιάδες πολιτικοί και διανοούμενοι μαζί, αδυνατούν να πράξουν. Και να κλείσω όλο αυτό με έναν θρήνο λίγων δευτερολέπτων από το κουαρτέτο εγχόρδων, μετά το τραγούδι, για το παιδί που χάθηκε και για όσους χάθηκαν με τον ίδιο τρόπο.

Κρ.Π.: «Ο δίσκος αφιερώνεται σε όσους αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τον τόπο τους και σε όσους εγκαταλείπονται από αυτόν». Με ποιόν τρόπο αλληλοσυνδέονται αυτά τα δύο; Και ποιο είναι – αν μπορούσαμε να πούμε- το χειρότερο; 

Αλκ.Ι.: Αυτά συμβαίνουν συνήθως ταυτόχρονα. Γιατί του οικονομικού προβλήματος ενός τόπου, προηγείται συνήθως ένα σύμπλεγμα άλλων προβλημάτων.

Ένας τόπος φροντίζει τους πολίτες του μέσα από την κοινωνία, μέσα από τις πολιτικές ηγεσίες του, μέσα από τις δομές του, μέσα από τις επιλογές που κάνει στη διάρκεια της ιστορίας, μέσα από την αντίληψή του για τη δικαιοσύνη, για την αξιοπρέπεια, για τον σεβασμό του πολίτη, μέσα από την αισθητική και το γενικότερο πνευματικό του επίπεδο, μέσα από την παιδεία που προσφέρει και το παράδειγμα που εκπέμπει ο λόγος και η πράξη των εκπροσώπων του.

Τότε, όποιος φεύγει, φεύγει γιατί το ποθεί η ψυχή του να ταξιδέψει και να ζήσει αλλού, ή γιατί το απαιτεί το επάγγελμα ή η μόρφωσή του, ή άλλοι δημιουργικοί, «θετικοί» ας τους πούμε, παράγοντες.

Όπως έφυγα από την Κύπρο, πριν από 25 χρόνια. Όχι εκδιωγμένος, αλλά λόγω σπουδών και με τη χαρά μιας ζωής που ανοιγόταν μπροστά μου.

Αυτός που δεν θέλει να φύγει, αλλά αναγκάζεται σε συνθήκες σχετικής ειρήνης να εγκαταλείψει τη μέχρι τώρα ζωή του, ο μετανάστης από ανάγκη δηλαδή, έχει ήδη εγκαταλειφθεί ή και ακόμα απορριφθεί από τον τόπο του, προτού φύγει, συχνά προτού καν γεννηθεί.

Κρ.Π.: Τι νέο έδωσες σ’ αυτόν το δίσκο, που δεν είχες δώσει μέχρι τώρα από τον Αλκίνοο, και τι πιθανά πήρες;

Αλκ.Ι.: Νομίζω πως για πρώτη φορά μίλησα τόσο αβίαστα και καθαρά για τα όσα με απασχολούν. Το είχα μεγάλη ανάγκη να μιλήσω καθαρά, τόσο στιχουργικά, όσο και μουσικά.

Προέκυψε ένας γυμνός δίσκος, χωρίς στολίδια, χωρίς ωραιοποιήσεις και εντυπωσιασμούς, περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Ένας δύσκολος στην υλοποίησή του δίσκος, άμεσος όμως στην ακρόασή του. Σκληρός στο βάθος του και ήσυχος στην επιφάνεια.

Συχνά, ένιωθα πως «σβήνω δίσκο», όχι πως «γράφω δίσκο». Έχτιζα και γκρέμιζα μεγάλα κομμάτια, λέξεις, νότες, όργανα, ήχους, χρόνους και ερμηνείες. Αφαίρεσα αρκετά ολοκληρωμένα τραγούδια από το υλικό, τραγούδια που τα δούλευα για μήνες, χωρίς να με νοιάζει αν είναι «καλά» ή «κακά», μόνο αν προσθέτουν στην αφήγηση ή όχι.

Δύσκολη διαδικασία… Αυτό κάνουμε όλοι όμως σήμερα: Κρατάμε τα άκρως απαραίτητα. Ακόμα και στις μεταξύ μας επαφές, οι περισσότεροι προτιμούμε τελευταίως να πηγαίνουμε κατ’ ευθείαν στην ουσία.

Η φλυαρία και ο χαριεντισμός της φούσκας σιγά-σιγά σβήνει. Αυτό έχω ανάγκη και από τους πολιτικούς: Αντί να φλυαρούν στομφωδώς, «κατακεραυνώνοντας» ο ένας τον άλλον, να μας πουν ήσυχα και καθαρά, μέσα στην καταιγίδα, την όποια αλήθεια τους. Χρειαζόμαστε συγκέντρωση και επικέντρωση, αλλιώς χαροπαλεύουμε μέσα στη σύγχυση, ενισχύοντάς την.

Ήταν όμως, για να επιστρέψω στην ερώτηση, μεγάλο το κέρδος για μένα από την όλη διαδικασία όσο και αν με δυσκόλεψε, γιατί αναγκάστηκα να επικεντρωθώ στην ουσία.

Είναι όπως ένας ήσυχος αναστεναγμός, ή ένα ουρλιαχτό, που για να δημιουργηθεί πρέπει να έχουν συμβεί πολλά, όταν όμως βγαίνει, τότε μπορεί να εκφράσει με απόλυτη ακρίβεια, ειλικρίνεια και βάθος, έννοιες, τις οποίες όσο και να προσπαθήσεις χρησιμοποιώντας περίτεχνα λόγια, αδυνατείς να περιγράψεις. Και για να το κάνει κανείς όλο αυτό τραγούδι, χωρίς αναστεναγμούς και ουρλιαχτά, χρειάζεται μια διαδικασία αρκετά περίπλοκη.

Κρ.Π.: Είναι από τους πρώτους δίσκους που εκφράζει στα περισσότερα τραγούδια του αυτό που ζούμε σήμερα, που τραγουδιέται το παρόν μας. Πόσο δύσκολο είναι να δοθεί η σύγχρονη πραγματικότητα μέσα από ποίηση και μουσική;

Αλκ.Ι.: Θέλει τον χρόνο της η ζωή για να γίνει τέχνη. Για να χωρέσει το μεγάλο παρόν στο μικρό μας τραγούδι, χρειάζεται χρόνος.

Το ανησυχητικό θα ήταν να βγαίναμε όλοι οι τραγουδοποιοί με το που ξεκίνησε η κρίση, μιλώντας όπως-όπως γι’ αυτήν, για να «πιάσουμε τον κόσμο». Είναι ένδειξη υγείας που άργησε αυτή η λειτουργία. Γιατί, δεν αρκεί να μεταφέρεις σε στίχους τα όσα ακούγονται στα καφενεία, ή τα όσα γράφονται στις εφημερίδες, για να εκφραστείς καλλιτεχνικά.

Πρέπει όλα αυτά, τα βιώματά σου, αυτά των συνανθρώπων σου, οι φόβοι, οι ενοχές, οι αβεβαιότητες, οι κλονισμοί σου, να μεταφραστούν σε μια γλώσσα ψυχής. Κι αυτό στους περισσότερους παίρνει χρόνο. Αλλιώς γράφουμε χρονογραφήματα, ή σχολιάζουμε έμμετρα την πραγματικότητα. Σεβαστά και αυτά, αλλά δεν είναι τραγούδια.

***
«Κανενός δεν ξεσηκώνεται η ψυχή
μα το σκυλί μου
το λέω Τσε
κι Άρη φωνάζω το υπέρβαρο γατί μου» (Στίχοι από το τραγούδι «Ο χορτάτος»).
Κρ.Π.: Αδιέξοδο;  Απογοήτευση; Πώς αντέχει κάποιος τόση …θλίψη;

Αλκ.Ι.: Οι περισσότεροι κοιτάμε τον εαυτό μας στον καθρέφτη και είτε τον λυπόμαστε, είτε τον σιχαινόμαστε. Παρατημένοι, πελαγωμένοι και μπερδεμένοι.

Αρκετοί από όσους στρέφονται σε κόμματα που δεν έχουν ακόμα κυβερνήσει (σίγουρα όχι όλοι, αλλά αρκετοί), το κάνουν από απελπισία, οργή και αδιέξοδο, χωρίς να αλλάζουν οι ίδιοι το αξιακό τους σύστημα, χωρίς αληθινή ελπίδα και χωρίς να κινούνται από ανάγκη για αξιοπρέπεια με επίγνωση του κόστους της. Χωρίς όραμα. Χωρίς αυτοκριτική για τις παλαιότερες επιλογές τους και την ως τώρα στάση τους. Μόλις δουν τα σκούρα (γιατί εύκολα δεν θα ‘ναι), θα ψαχτούν ξανά αλλού, οπουδήποτε. Κι εγώ μπερδεμένος είμαι, τι να πω…

Από τη μια το «Βία στη βία της εξουσίας» μου ακούγεται σαν «Νερό στο νερό της πλημμύρας» ή «Φλόγα στη φλόγα της πυρκαγιάς». Ενισχύει δηλαδή ό,τι αντιμάχεται.

Η ασχήμια δεν είναι ο τρόπος για να πολεμήσει κανείς την ασχήμια. Η οργή και η αγανάκτηση, όποτε δεν συνοδεύτηκαν από προσωπική και συλλογική καλλιέργεια, κοινό όραμα, ταυτόχρονη επίγνωση του μεγαλείου και της μικρότητάς μας και βαθιά, αληθινή αγάπη για τον άνθρωπο, έφεραν μόνο νέα καταπίεση και τραγωδίες, εξυπηρετώντας τις περισσότερες φορές, μετά από πολύ αίμα αθώων και ενόχων, όσα ξεκίνησαν να αντιπαλέψουν.

Από την άλλη, το να καθόμαστε άπραγοι, περιμένοντας τις «εξελίξεις»; Το να σιωπούμε σαν καλοχτενισμένα, φρόνιμα μαθητούδια στο κατηχητικό, περιμένοντας κάθε φορά οδηγίες, περιμένοντας να μας πούνε να πάμε να ψηφίσουμε; Κι αυτό με κάνει να αισθάνομαι άχρηστος, συνένοχος, βάρος της γης.

Και η άλλη λύση, αυτή της συλλογικής δράσης, της υγιούς προσφοράς, της αλληλεγγύης, της ανιδιοτελούς ανάμιξης με τα κοινά, να παραμένει ασύνδετη, διασπασμένη, ευάλωτη στο καπέλωμα, στην καχυποψία και στην τύχη, και παρά την αφοσίωση και τις θυσίες τόσων ανθρώπων και ομάδων να μην αποκτά συνολικό χαρακτήρα…

Και η μαυρίλα θεριεύει στην κυβέρνηση, στις τράπεζες, στις οθόνες, στους δρόμους, μέσα μας. Και πραγματικό, βαθύ, φεγγοβόλο όραμα στον καθένα μας και στην κοινωνία, πουθενά. Αυτό εκμεταλλεύονται και μας χώνουν όλο και βαθύτερα στη θανατηφόρα κακογουστιά τους οι κυβερνώντες.

Εναποθέτουμε τις ελπίδες μας στην όποια διεθνή συγκυρία, που, πώς τα καταφέρνουμε, πάντα εναντίον μας είναι, ή στην αλλαγή κυβέρνησης, σάμπως μπορεί κάποιος να αλλάξει τις ζωές μας χωρίς να έχει σύμμαχο τον καλύτερο εαυτό μας, ενώ ο καθένας μας παραμένει στην ουσία αυτό που ήταν. Αποκαρδιωτική η κατάσταση, πράγματι… Αλλά, τουλάχιστον την αναγνωρίζουμε πια.

Γιατί ακόμα θλιβερότερο ήταν όταν στην «καλή» εποχή δεν αναγνωρίζαμε την κατάστασή μας, πράγμα που, από αυτήν τουλάχιστον την άποψη, την καθιστούσε χειρότερη από τη σημερινή. Οπότε, περιέργως, μάλλον υπάρχει πρόοδος… Γιατί το να αναγνωρίσει κανείς την κατάστασή του είναι πάντα το πρώτο βήμα για τη βελτίωσή της. Το επόμενο βήμα πρέπει να γίνει γρήγορα, όχι όμως βιαστικά.

***
«Πού να πήγε τόση ζωή κι αυτά που ήταν να ‘ρθούνε
ούτε στο αύριο πετούν ούτε στο εδώ πατούνε» (στίχοι από το χασάπικο με τίτλο «Πού πεθαίνουν τόσα πουλιά», το πρώτο λαϊκό του δίσκου που έχει αναφορές στη λαϊκή μουσική της δεκαετίας του ’50 και του ’60)
Κρ.Π.: Ποιοί, πότε και πώς, θα απαντήσουν σε αυτό το ερώτημα;

Αλκ.Ι.: Η ζωή θα απαντήσει. Τις απαντήσεις τις δίνει πάντα η ζωή. Η δική μας υποχρέωση είναι να της θέτουμε τις σωστές ερωτήσεις. Αλλιώς, οι απαντήσεις που μας δίνει δεν ανταποκρίνονται στις ερωτήσεις που της θέσαμε. Είναι παντελώς άσχετες.

Και τότε δεν υπάρχει διάλογος, γιατί η συνομιλία μας με τη ζωή αποτελεί μιαν ασυναρτησία. Τότε, εμείς και οι ζωές μας, ζούμε σαν ξένοι που δεν γνώρισαν ποτέ ο ένας τον άλλον.

Κρ.Π.: Το δεύτερο λαϊκό του δίσκου με τίτλο «Μια χούφτα γη» γράφτηκε μετά το θάνατο του Παπάζογλου και έχει αναφορές στην Εκδίκηση της γυφτιάς, και στη Σχολή της Θεσσαλονίκης;

Αλκ.Ι.: Μέσα μου, έχει ξεκάθαρη αναφορά στον Νίκο Παπάζογλου. Μου κάνει εντύπωση που πέρασε τόσο αθόρυβα το φευγιό του. Έκανε σημαντικά πράγματα με έναν τρόπο τελείως δικό του και επηρέασε, μέσα από την τσιγκούνικα μικρή δισκογραφία του, αλλά και μέσα από τις παράπλευρες δραστηριότητές του, τον δρόμο όλων μας.

Φεύγει σχετικά νέος απ’ τη ζωή ένας τέτοιος άνθρωπος, και το μελάνι που χύνεται είναι απείρως λιγότερο από αυτό για τον νέο καλοκαιρινό έρωτα της τάδε φετινής τραγουδίστριας ή τηλε-περσόνας. Δε γκρινιάζω, με πιάνουν τα γέλια, έχει και την πλάκα του όλο αυτό. Μόνο στην πλάκα μπορείς να το πάρεις, αλλιώς χάθηκες… Τέλος πάντων…

Ενώ η «Μικρή Βαλίτσα» στηρίζεται στον ήχο του κουαρτέτου εγχόρδων, υπάρχουν κάποια λαϊκότροπα τραγούδια στον δίσκο, που αναφέρονται σε διαφορετικές εποχές του λαϊκού τραγουδιού, από τα παλιά ρεμπέτικα μέχρι το νεότερο λαϊκό. Οι αναφορές δεν είναι μόνο στο ύφος, αλλά και στον χαρακτήρα των εποχών αυτών, ακόμα και σε συγκεκριμένα τραγούδια, μαζί με μια εσωτερική σύνδεση με τον σημερινό εαυτό μου.

Όταν ο σημερινός εαυτός μας απουσιάζει από τα όσα φτιάχνουμε, τότε κάνουμε απλά αναπαράσταση. Το θέμα είναι να τον εντάξεις δημιουργικά και όχι απλά κραυγαλέα.

Κάθε φορά που ετοιμαζόμουν να φύγω απ’ τη χώρα, άκουγα μόνο δημοτικά και ρεμπέτικα. Αυτά θα έπαιρνα μαζί μου πρώτα, αν έφευγα. Όταν το συνειδητοποίησα, εγώ, ένας «έντεχνος τροβαδούρος» με «κλασικές ανησυχίες», ησύχασαν πολλά πράγματα μέσα μου.

Επίσης, η παρουσία τους στη «Μικρή Βαλίτσα» είναι και αποτέλεσμα της αγωνίας μου που το λαϊκό τραγούδι, από πεντακάθαρο, σπουδαίο μουσικό και ποιητικό είδος, ξέπεσε στα χέρια του λαμέ lifestyle,  της έντεχνης ανακατωσούρας, της επίδειξης ταχύτητας στο μπουζούκι, της χρήσης του απλά σαν «χρώμα» σε πιο «πειραματικές» δουλειές, της ανούσιας εκμετάλλευσής του από τρέντυ, ευχάριστα, νεο-ποπ, καλοκαιρινά εγχειρήματα και της «ωραιοποίησής» του προκειμένου να μπει στα μεγάλα σαλόνια. Μόνο σε κάποια λίγα ταπεινά ρεμπετάδικα, σε ελάχιστους καλλιτέχνες και σε κάποιες παρέες επιβιώνει η ουσία του, κι αυτή η επιβίωση κρέμεται από μια κλωστή.

Όχι πως μπορώ να βοηθήσω προσθέτοντας τρία ή τέσσερα τραγούδια στο ρεπερτόριο, αλλά το είχα προσωπική ανάγκη. Ίσως πάλι κάποιος πιτσιρικάς να ακούσει δυο νότες απ’ το τρίχορδο και να ενδιαφερθεί, να ψάξει και κάτι άλλο, παλαιότερο, να ακούσει στο κεφάλι του κάτι το αυριανό ή το παντοτινό.

Είναι απρόβλεπτοι οι πιτσιρικάδες… Πήγα δυο φορές στο παγκόσμιο φεστιβάλ των Κελτών, στη Γλασκόβη, τη μια για να παρακολουθήσω, την άλλη για να λάβω μέρος. Εκεί είδα μικρά παιδιά, Κελτάκια 10-15 χρονών, να γνωρίζουν και να συμμετέχουν με μεγάλη χαρά στην παράδοσή τους. Έπαιζαν στους δρόμους, τραγουδούσαν παντού, ανεπίσημα, παιδάκια που ήταν εξαιρετικά σύγχρονα και απόλυτα δεμένα με το παρελθόν τους.

Εκεί είδα και γνώρισα επίσης Κέλτες μπουζουξήδες, κυρίως Σκοτσέζους και Ιρλανδούς, αλλά και από άλλες χώρες. Όταν συνειδητοποίησα πόσο δημιουργικά και ελεύθερα έχουν εντάξει το μπουζούκι στην παράδοση αλλά και στη νέα δημιουργία τους, ντράπηκα που εμείς το έχουμε κάνει σημαία της παρακμής μας. Κι όταν άκουσα νέες μπάντες να εντάσσουν στους δίσκους και στις συναυλίες τους παλιά δικά τους λαϊκά τραγούδια, χωρίς καμία ενοχή και χωρίς να τα βιάζουν ώστε να ενθουσιάσουν τα πλήθη, ντράπηκα διπλά που εμείς σνομπάρουμε το είναι μας.

Κρ.Π.: Με φόντο μία κρίση ελληνική, ευρωπαϊκή και παγκόσμια, τι σε κινητοποίησε περισσότερο να γράψεις και να ολοκληρώσεις αυτόν τον δίσκο με κυρίως πολιτικό ύφος;

Αλκ.Ι.: Αυτό που με κινητοποιούσε πάντα: η ανάγκη μου να μοιραστώ με την τέχνη μου και με τους συνανθρώπους μου τα όσα είμαστε και τα όσα μας συμβαίνουν, έτσι όπως τα αισθάνομαι και τα καταλαβαίνω. Έκανα αυτό που έκανα πάντοτε. Ίσως πιο καθαρά και πιο άμεσα.

Κρ.Π.: Αυτά τα χρόνια έχεις παίξει σε συναυλίες ενάντια στην εξόρυξη χρυσού στη Χαλκιδική και για συμπαράσταση κρατουμένων που βασανίστηκαν. Υπάρχουν οι φωνές τους με κάποιον τρόπο μέσα σ’ αυτήν τη «Μικρή βαλίτσα»;

Αλκ.Ι.: Ναι, θα ήταν αδύνατον να εξαιρέσω αυτές τις περιπτώσεις από τα όσα μας συμβαίνουν, άρα και από τα όσα εμπεριέχει ο δίσκος. Οι φωνές που αντιστέκονται στο σκοτάδι, όπως μπορώ να τις ακούσω ο ίδιος τουλάχιστον, είναι σίγουρα μέρος του δίσκου.

Κρ.Π.: Η «μέρα που θα ‘ρθει» πώς θα ‘θελες – και θα ’λεγες- να είναι;

Αλκ.Ι.: Μόνο την ουτοπία ονειρεύομαι. Σηκώνει κοροϊδία η στάση μου, το ξέρω, αλλά δεν αξίζει να ονειρευόμαστε κάτι λιγότερο. Μπορούμε να επιθυμούμε καλύτερη ζωή, να διεκδικούμε περισσότερα δικαιώματα, να αγωνιζόμαστε για μια βελτίωση. Όλα αυτά όμως έχουν νόημα μόνο όταν το όνειρο εκτείνεται στο άπειρο. Αν το όνειρό σου δεν είναι η απόλυτη δικαιοσύνη (είτε υπάρχει φιλοσοφικά ως έννοια, είτε όχι), δεν μπορείς να ονειρεύεσαι λίγη περισσότερη δικαιοσύνη. Μπορείς να παλεύεις για λίγη περισσότερη δικαιοσύνη, αν την ονειρεύεσαι ολόκληρη.

Στο κέντρο της ύπαρξής σου θέτεις το ολόκληρο, όχι το λίγο περισσότερο. Έτσι, μπορείς ίσως να λες πως βαδίζεις προς τη σωστή κατεύθυνση, πως βήμα-βήμα και μάχη-μάχη το πλησιάζεις, κι ας ξέρεις πως ποτέ δεν θα φτάσεις, κι ας φτάσουν άλλοι, αιώνες μετά από σένα. Κι ας μη φτάσουν ούτε κι αυτοί, δεν έχει σημασία…

Κρ.Π.: Ποιο τραγούδι σου σε δυσκόλεψε περισσότερο να γράψεις τους στίχους του, όχι από άποψη τεχνική και πρακτική, αλλά κυρίως ψυχική, και γιατί;

Αλκ.Ι.: Ήταν όλα τα τραγούδια ανοιχτά σε αλλαγές. Ακόμη και μπροστά στο μικρόφωνο άλλαζα λέξεις ή νότες. Το υλικό επέδειξε εξαιρετική ευελιξία στις αλλαγές των βιωμάτων, των αισθημάτων και των αναγκών μου.

Γενικά, δεν μου αρέσει να λέω πως βασανίστηκα να γράψω κάτι. Είναι σαν τη μάνα που κρατάει το παιδί της και παραπονιέται για το πόσο πόνεσε όταν το γεννούσε. Κι απ’ την άλλη, τραγούδια είναι… Εδώ άλλοι σκάβουν όλη μέρα.

Μπορώ πάντως να σου πω πως η δημιουργική ομάδα, οι μουσικοί και οι τεχνικοί, χρειάστηκε να δώσουν πολύ πέραν του αναμενόμενου, σε ώρες, ενέργεια, ταλέντο και γνώση. Το έδωσαν ολόψυχα, παρά την εξάντληση. Αυτό το «ολόψυχα» αποτυπώθηκε στον δίσκο και θα το θυμάμαι για πάντα.

***
«Σαν είν’ τα όνειρα μικρά
μικραίνουνε μαζί και τα τραγούδια
μικραίνει ο τόπος κι η καρδιά
[…] Μια αλυσίδα σε κρατά
και τη γυαλίζεις και την ομορφαίνεις
δένεις γραβάτα τη θηλειά
[…] Σιγανά και ταπεινά
μα όχι σκυμμένα και ταπεινωμένα
γίνε η ζωή σου που περνά»
Κρ.Π.: Είναι τόσο αυτονόητα όλα αυτά, για να φτάσει κανείς στο «Τι περιμένεις πια», δηλαδή στον τίτλο αυτού του τραγουδιού. Νιώθεις σήμερα, πως ζούμε γενικά την αμφισβήτηση του «αυτονόητου» και την ανάγκη για τον επαναπροσδιορισμό του;

Αλκ.Ι.: Το αυτονόητο αποδείχτηκε καταστροφικό. Κι αν δεν είμαστε ακόμα έτοιμοι για το αδιανόητο, εύχομαι να μην παραμείνουμε στο ανόητο. Να πάμε ένα βήμα μπρος. Να πάρουμε την ευθύνη αυτού του βήματος. Με τη γνώση πως δεν θα είναι εύκολη δουλειά ο αγώνας για αξιοπρέπεια, με την επίγνωση πως δεν κάνουμε το βήμα για να βολευτούμε, αλλά για να ξεβολευτούμε δημιουργικά. Και δεν αναφέρομαι αποκλειστικά στην εκλογική διαδικασία.

Πρέπει να γίνει μια επανατοποθέτηση της κοινωνίας, γιατί φτάσαμε στο σημείο μηδέν. Το επίπεδο ζωής, το επίπεδο σκέψης, οι αντιλήψεις, οι αξίες, η αισθητική μας, είναι όλα σε ελεύθερη πτώση. Αναγνωρίζοντας την κατάστασή μας, έχουμε πολλή δουλειά ο καθένας με τον εαυτό του και όλοι μαζί για να μπορέσουμε να σταθούμε σαν προσωπικότητες και σαν σύνολο. Χωρίς θούριους και υψωμένες γροθιές, χωρίς να μετατραπούμε από τη μια μέρα στην άλλη από βολεμένοι δανειολήπτες σε οργισμένους πλην ευκαιριακούς επαναστάτες, αλλά με μεθοδικότητα, απόφαση και κόστος, ατομικά και συλλογικά, με «αίσθημα ευθύνης», που λένε και οι πιο ανεύθυνοι πολιτικοί μας, πρέπει κάποτε να αρχίσουμε την κίνηση προς τα εμπρός. Και με τη βεβαιότητα πως, αν αποτύχουμε, το θηρίο θα επανέλθει ακόμα πιο άγριο.

Κρ.Π.: Στο τραγούδι με τίτλο «Πολιτική τοποθέτηση» κάνεις ακτινογραφία του μέσου –προοδευτικού θεωρητικά- Έλληνα – και όχι μόνο… Λες, για παράδειγμα:
«Ρεύομαι σούσι κι ονειρεύομαι επανάσταση
καλοταϊσμένος περιμένω την ανάσταση
είμαι γελοίος
[…] Μικρός ορκίστηκα τον κόσμο να αλλάξω
μα στα σαράντα μου είμαι ο κόσμος
πού να ψάξω για τον ένοχο
[…] Μεγαλουργώ στα λόγια κι από πράξη τίποτα
[…] Ρεύομαι σούσι κι ονειρεύομαι επανάσταση
Είμαι επιτάφιος, με προσπέρασε η ανάσταση
κι ελπίδα δεν έχω». 

Από πού μπορούμε να περιμένουμε, κάτι, σήμερα; 

Αλκ.Ι.: Από εμάς τους ίδιους. Από κανέναν άλλον. Γιατί, και τον πιο ικανό, τον πιο άφθαρτο να ψηφίσουμε, αν του δώσουμε να οδηγήσει έναν σμπαραλιασμένο, μπερδεμένο θίασο, μόνο εμπόδιο θα του είμαστε.

Από εμάς πρέπει να περιμένουμε πρώτα. Από τα βιβλία που θα διαλέξουμε να διαβάσουμε, την τηλεόραση που θα σβήσουμε για να κοιταχτούμε με τους ανθρώπους μέσα στο ίδιο μας το σπίτι, από τις συγνώμες που θα πούμε, από τα όπλα που ο καθένας μας θα ανακαλύψει ξεχασμένα στην ψυχή του και στην αγκαλιά του άλλου. Δε βλέπεις τι γίνεται; Όποιος βγει να μοιραστεί κάτι, πέφτουμε όλοι να τον φάμε. Υπάρχει οργή και μίσος που δεν ξέρουμε πού να διοχετεύσουμε, και τα επιστρέφουμε απλόχερα στον εαυτό μας. Αποτελούμε την ευκαιρία ώστε η επιστημονική κοινότητα να επινοήσει, μετά την οικογενειακή ή την ομαδική ψυχοθεραπεία, την εθνική ψυχοθεραπεία.

Αν πρέπει να περιμένουμε κάτι, θα γεννηθεί από την ελπίδα, τη μοιρασιά, την ανεκτικότητα, την αγάπη μας για τον άνθρωπο, την αναζήτηση της ουσίας και την πίστη πως αξίζει να ζήσουμε πιο ουσιαστικά. Από τη συνείδηση πως δεν ζούμε μόνοι, ούτε σαν άτομα, ούτε σαν σύνολο, σ’ αυτόν τον πλανήτη, καθώς και από τη συνεχή αυτοκριτική μας: Ένας στίχος από το ίδιο τραγούδι, λέει «Στο διαδίκτυο απαγγέλλω το κενό μου, είμαι μεγάλος στο μικρό δωμάτιό μου». Αυτό ακριβώς κάνω λοιπόν αυτή τη στιγμή… Δε φτάνει.

Κρ.Π.: Τελικά ταξιδεύει η μικρή βαλίτσα… (με χασάπικα, ρεμπέτικα, ζεϊμπέκικα, ροκ, μπαλάντες, δημοτικά, λαϊκά, με αυτοκριτική, σάτιρα, ερωτισμό, αγάπη, κριτική, απογοήτευση, ελπίδα);

Αλκ.Ι.: Ναι, ταξιδεύει! Παίζουμε στο Γυάλινο τώρα, με τον Γιώργο Καλούδη στο τσέλο και τη λύρα, τον Φώτη Σιώτα στο βιολί και στη βιόλα, τον Δημήτρη Τσεκούρα στο κοντραμπάσο και βέβαια τον Μανόλη Πάππο στο μπουζούκι. Μετά θα πάμε στη Θεσσαλονίκη, όπως και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας. Την Άνοιξη στην Ευρώπη, το Καλοκαίρι ποιος ξέρει…

Ξεκίνησε το ταξίδι της η Μικρή Βαλίτσα κι ευτυχώς παίρνει κι εμάς μαζί. Όχι σαν αχθοφόρους, αλλά σαν συνταξιδιώτες.

Κρ.Π.: Θα ήθελα να κλείσει αυτή η συνέντευξή σου με τον «Τιμονιέρη». Είναι αυτός που μας οδηγεί σήμερα; Εντός μας και εκτός μας; Αν και απαντάς με τους στίχους σου, θα ήθελες να πεις κάτι περισσότερο γι’ αυτόν τον σημερινό «ήρωα» της κατάντιας μας;

Αλκ.Ι.: Μας γνωρίζει απ’ έξω κι ανακατωτά, μας παίρνει πατρικά απ’ το χεράκι και μας οδηγεί στην κάθε μέρα μας. Κι εμείς τον ξέρουμε άλλο τόσο καλά. Γιατί εμείς τον φτιάξαμε, κι ας το ξεχνάμε. Δεν θα ζήσω τη μέρα που θα τον γκρεμίσουμε ήσυχα και σίγουρα από το βάθρο του, μέσα και έξω μας. Έχουμε πολύ δρόμο ως τότε. Το επόμενο -και τελευταίο- τραγούδι του δίσκου λέγεται «Η μέρα που θα ‘ρθει» και αναφέρεται στην πτώση του. Και στη γέννηση ενός νέου κύκλου. Πιστεύω πως η μέρα θα ‘ρθει. Γι’ αυτό κάνω παιδιά. Κι ας ξέρω πως, την επομένη της νέας μέρας, θα αρχίσουμε οι άνθρωποι να δημιουργούμε τον «Τιμονιέρη» απ’ την αρχή.-

Ο τιμονιέρης

Μη λες πολλά, μη θες πολλά, μην κάνεις το δικό σου
μην πας ψηλά, μη θες πολλά, μείνε στο μερτικό σου
Μείνε στο μαύρο σου κενό, στη γκρίζα σου την πόλη
μην έχεις μνήμη, μη ρωτάς, κάνε όπως κάνουν όλοι

Βολέψου αναπαυτικά κι άσε μου το τιμόνι
παντρέψου στα περιοδικά, σμίξε με την οθόνη
Μέσ’ απ’ της κάλπης τη σχισμή ξεγέννα τα παιδιά σου
κι ήσυχος κλείσ’ τα μάτια σου κι από τον κόσμο χάσου

Σου δίνω Σάββατο να βγεις στη νύχτα του άλλου κόσμου
μια Κυριακή να βαρεθείς κι αύριο ξανά δικός μου
Ζήτα μου αν θέλεις δανεικά, στέγη, τροφή κι αμάξι
δική μου η γη που σε γεννά κι η γη που θα σε θάψει

Αν μου σταθείς αντίπαλος σου εκδίδω και βιβλίο
και καπετάνιο κάμνω σε σ’ ένα μεγάλο πλοίο
Στης πλάνης σου τ’ απόνερα ελεύθερος κολύμπα
και κάθε χρόνο μια φορά σπάσ’ τα και κάν’ τα λίμπα

Είμαι η ομίχλη στο μυαλό κι ο φράχτης στην καρδιά σου
και στο πανί του ύπνου σου προβάλλω τα όνειρά σου
Είμαι εσύ κι είσαι εγώ και πώς να με νικήσεις
χωρίς εμένα δεν μπορείς να ζήσεις ή να σβήσεις

[jwplayer | file=http://www.youtube.com/watch?v=L3dU6J2isxI]

Μικρή Βαλίτσα

Στίχοι, μουσική, ενορχήστρωση: Αλκίνοος Ιωαννίδης
Καλλιτεχνική παραγωγή, ηχοληψία, μίξη: Βαγγέλης Λάππας

Στο (8), στίχοι: Νίκος Γκάτσος. Στο (9), στίχοι: Άντης Ιωαννίδης
Ενορχήστρωση (4, 5, 6): Μ. Πάππος, Δ. Μυστακίδης, Α. Ιωαννίδης
Ενορχήστρωση (10): Γ. Καλούδης, Α. Ιωαννίδης

Ο δίσκος αφιερώνεται σε όσους αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τον τόπο τους και σε όσους εγκαταλείπονται από αυτόν.

1.   Πάντα θα ξημερώνει
2.   Ο χορτάτος
3.   Πολιτική τοποθέτηση
4.   Πού πεθαίνουν τόσα πουλιά
με την Ναταλία Λαμπαδάκη
5.   Μια χούφτα γη
6.   Η ωραία του χωριού
7.   Χωρισμός
8.   Χατζιδακιάς με την Μαρία Φαραντούρη
στίχοι: Νίκος Γκάτσος
9.   Η μάνα μου το Πάσχα
στίχοι: Άντης Ιωαννίδης
10. Τι περιμένεις πια
11. Μικρή βαλίτσα
12. Ο τιμονιέρης με τον Σωκράτη Μάλαμα
13. Η μέρα που θα ‘ρθει

Στίχοι των Τραγουδιών

Συνήχησαν:

Κουαρτέτο Los Tres Amigos (1, 2, 3, 7, 8, 9):
Μιλτιάδης Παπαστάμου – βιολί
Παύλος Μιχαηλίδης – βιολί
Φώτης Σιώτας – βιόλα
Γιώργος Καλούδης – τσέλο

Μανόλης Πάππος – μπουζούκι (4, 5, 6, 7, 8), μπαγλαμάς (5, 6, 7)
Χάρης Λαμπράκης – νέυ (13)
Γιώργος Καλούδης – κρητική λύρα (10), τσέλο (12, 13)
Δημήτρης Μυστακίδης – λαϊκή κιθάρα (4, 5, 6, 7)
Βαγγέλης Λάππας – κλασσική κιθάρα (2)
Δημήτρης Τσεκούρας – κοντραμπάσο (1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 12, 13)
Σωτήρης Λεμονίδης – πιάνο (3, 4, 8)
Φώτης Σιώτας – βιολί, βιόλα (12, 13)
Αλκίνοος Ιωαννίδης – κλασσική και ακουστική κιθάρα (1, 3, 7, 8, 9) κρητικό και στεριανό λαούτο (1, 10, 12)

Στην «Χατζιδακιάδα», έπαιξαν επίσης οι:
Μαριλένα Δωρή – φλάουτο
Σπύρος Τζέκος – κλαρινέτο
Σωκράτης Άνθης – τρομπέτα
Αντώνης Λαγός – κόρνο
Μιχάλης Διακογιώργης – τρίγωνο, πιατίνι

Οι ηχογραφήσεις έγιναν στο «Στούντιο Αισθητικής»
Οι πρόσθετες ηχογραφήσεις έγιναν στο «Studio Sierra» από τον Παναγιώτη Πετρονικολό και τον Βαγγέλη Λάππα
Οι μίξεις έγιναν στο «Studio Sierra»
Digital mastering: Adam Ayan, Gateway Mastering Studios, Inc.

Τεχνική επιμέλεια, βοηθός ηχολήπτη: Βασίλης Δρούγκας

Ζωγραφικό εξωφύλλου: Άντης Ιωαννίδης

Γραφιστική επιμέλεια: Άντης Ιωαννίδης, Νίκος Κυπαρίσσης
Φωτογραφία (Άγιος Λαυρέντιος Πηλίου): Νικόλας Χρυσός
Φωτογραφίες με κουστούμι (Μέγαρο Μουσικής Ευβοίας): Αιμιλία Μηλού
Φωτογραφίες από το «Στούντιο Αισθητικής»: Δημήτρης Τσεκούρας, Αλκίνοος Ιωαννίδης

Executive Producer: Χρίστος Όθωνος – Roll Out Vision Services (Εκτυλισσόμενες Οραματικές Διακονίες)

Παραγωγή: Cobalt Music

Ηχογράφηση και μίξη: Μάιος – Οκτώβριος 2014
Ημερομηνία κυκλοφορίας: 27 Οκτωβρίου 2014

Ευχαριστώ από καρδιάς όλους τους συντελεστές. Προσέφεραν χωρίς όρια και όρους, καθορίζοντας το αποτέλεσμα με την αισθητική, το αίσθημα, την αντοχή και τη γνώση τους.

Ευχαριστώ επίσης θερμά τους:

Παναγιώτη Πετρονικολό, Χρήστο Ζορμπά, Νίκο Καραπιπέρη, Σάιμον Χιλλ, Γιάννη Φώσκολο, Βασίλη Χριστοδούλου, Γιάννη Πασχαλίδη, Γιάννη Παρχαρίδη.

Τις «Αλουστίνες» και το «Αψέντι» στο Θησείο, την «Οδό Ονείρων» στη Χαλκίδα, το «Θέατρο Ριάλτο» στη Λεμεσό και τη μπουάτ «Απανεμιά» στην Πλάκα, όπου πρωτόπαιξα κάποια από τα τραγούδια.

Για τα όργανα που μας δάνεισαν, τους συναδέλφους: Γιάννη Σερεμέτη, Χρήστο Τόφα, Γιάννη Ζευγόλη, Πέτρο Βαρθακούρη, Νίκο Παραουλάκη, Σωτήρη Λεμονίδη, Γιώργο Μανωλάκη, Δημήτρη Βαρελόπουλο, Δημήτρη Ραπακούσιο, Βενιζέλο Λεβεντογιάννη, Μιχάλη και Ιάκωβο Μουντάκη.

Την Αγαθή Δημητρούκα για τους στίχους του Νίκου Γκάτσου στην «Χατζιδακιάδα».

Τις εκδόσεις Καστανιώτη για το απόσπασμα από τους «Άγριους ντετέκτιβ» του Ρομπέρτο Μπολάνιο, όπως και τον Γιώργο Χουρδάκη, που μου χάρισε το βιβλίο.

Οι στίχοι του πατέρα μου στο «Η μάνα μου το Πάσχα», μελοποιήθηκαν στο φοιτητικό μου δωμάτιο, στα Άνω Ιλίσια, το ‘89.

Ο «Χωρισμός» γράφτηκε στον Βύρωνα, στις αρχές της δεκαετίας του ’90.
Τα άλλα τρία λαϊκά τραγούδια γράφτηκαν το καλοκαίρι του ’13, όταν επιτέλους πήρα τρίχορδο, άσχετος, ακατάσχετος, πιθανότατα ενοχλητικός μπουζουξής παραλίας. Κάτω απ΄το ίδιο αρμυρίκι γράφτηκε και το «Τι περιμένεις πια».
Ο «Χορτάτος» γράφτηκε στην Κέρκυρα, τον Φεβρουάριο του ’11.
Η «Χατζιδακιάς» μελοποιήθηκε επίσης το ’11, για το αφιέρωμα που κάναμε με την Μαρία Φαραντούρη, τον Βασίλη Γισδάκη και τον Μίλτο Λογιάδη στα 100 χρόνια από τη γέννηση του Νίκου Γκάτσου.
Το «Πάντα θα ξημερώνει» γράφτηκε μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα.
Η «Μικρή βαλίτσα» γράφτηκε στην Εύβοια, ο «Τιμονιέρης» και η «Πολιτική τοποθέτηση» στα Κύθηρα και «Η μέρα που θα ‘ρθει» στην Αθήνα, το 2014.

Κόντεψα να φύγω από την Ελλάδα τρεις φορές τα τελευταία χρόνια. Τι θα έβαζα σε μια μικρή αποσκευή; Τι θα κρατούσα από τον τόπο, την εποχή και τον εαυτό που θα άφηνα; Πώς συσκευάζονται ο δρόμος, ο χρόνος και ο πόνος, όσα δηλαδή κάνουν τον κάθε έναν μας αυτό που είναι; Ποια είναι τα απολύτως απαραίτητα; Αυτά που, για να χωρέσουν, πρέπει να αφαιρεθεί κάτι άλλο;
Όπως, φεύγοντας βιαστικά οι πρόσφυγες, παίρνουν μαζί τα στέφανα και τις φωτογραφίες τους, έτσι έκλεισα στη Μικρή Βαλίτσα κάποια λαϊκά τραγούδια, μαζί με εικόνες του προσώπου και του καιρού μας. Επιστρέφοντας χωρίς να έχω φύγει, την ανοίγω πάλι, για να βρω μικρά κομμάτια μνήμης, τη θολή συνείδηση της τωρινής στιγμής και την προσμονή της μέρας που θα έρθει – κι ας μην έρθει. Όλα μαζί ανάκατα, μπερδεμένα, στριμωγμένα κι ακριβά.
Αλκίνοος Ιωαννίδης

http://tvxs.gr/news/moysiki/alkinoos-ioannidis-mono-tin-oytopia-oneireyomai

32 αγαπημένα ελληνικά τραγούδια με φεγγάρι…

panselinos_feggari_tragoudia(playlist στο youtube ΕΔΩ)

Σας αφιερώνω 32+3 από τα αγαπημένα μου ελληνικά τραγούδια με φεγγάρι…

Για τα 23 χρόνια που υπηρέτησα το τραγούδι (1980-2003) περιστασιακά και πολύ επιλεκτικά. Άλλη μια φορά επιθυμώ να τα τιμήσω με τον πιο απλό τρόπο μέσα στα δευτερόλεπτα που χρειάστηκαν για να θυμηθώ τότε που κάποια από αυτά τα τραγουδούσα…

Καλή ακρόαση…

  1. Για τον στίχο «…Θυμήθηκε ξανά φεγγάρια μακρινά και τ’ όνειρο που εχάθη»:

Επίσης:

Και ένα τελευταίο γιατί φεγγάρι χωρίς θάλασσες δεν γίνεται…

***

Φεγγάρια και πανσέληνοι: Καρούζος, Σεφέρης, Βαρβέρης, Λεοντάρης…

«The Low Batsos Project». Tου Κώστα Ντάρα

11:05, 21 Δεκ 2013 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/145598

[…] Το The Low Batsos Project είναι για μας ένα ελεύθερο ταξίδι στις ιδέες και τις σκέψεις μας, χωρίς πυξίδα, χωρίς προλήψεις, χωρίς δεσμεύσεις, χωρίς φόβους… σε κόσμους νεκροζώντανων χωροφυλακισμένων, ευτυχείς δυστυχισμένοι, με τη βοήθεια αποσταγμένων ουσιών, σε καφενεία άλλων αστερισμών, άλλων παραδείσων, γελωτοποιοί, κλόουν κι επικριτές φαύλων καταστάσεων, μετανάστες από μια χώρα που δεν υπάρχει […] Του Κώστα Ντάρα*

Το «The Low Batsos Project» είναι ένα εγχείρημα. Μια ιστορία που σε πρακτικό επίπεδο άρχισε λίγο για πλάκα, λίγο σαν απωθημένο και λίγο υποκινούμενο από προσωπικές ανάγκες που ψάχνανε διέξοδο έκφρασης. Κάπως έτσι πορεύθηκε.

Η ιδέα της δημιουργίας, μέσω διάφορων πρακτικών, πάντα μας γοήτευε και πάντα κάτι κάναμε γι’ αυτό. Από παιδιά. Η ιδέα του συγκεκριμένου εγχειρήματος άρχισε να παίρνει μορφή το 2009 όπου είχαν ωριμάσει κατά κάποιο τρόπο τα σχέδια για να ηχογραφήσουμε κάτι.

Πρόκειται για μια εντελώς ανεξάρτητη παραγωγή, με χαρακτηριστικά DEMO. Το CD διανέμεται δωρεάν, χέρι με χέρι, σε περιορισμένα αντίτυπα. Όλα τα τραγούδια υπάρχουν στο διαδίκτυο για ελεύθερο κατέβασμα στη σελίδα: soundcloud.com/thelowbatsosproject. Στο εσώφυλλο της θήκης του CD βρίσκονται οι συντελεστές. Περαιτέρω πληροφορίες για τη δουλειά αυτή μπορεί κάποιος να βρει και στο blog μας: thelowbatsosproject.blogspot.gr

Αρχικά είχαμε σκεφτεί να κάνουμε μερικές διασκευές μόνο. Κυρίως τραγουδιών που αγαπήσαμε αλλά δεν είχαν ηχογραφηθεί. Οι πρώτες οι ηχογραφήσεις ήταν ο «Xωροφύλακας», το «Τσίπουρο» και το «Ακόρεστα» και δεν ήμασταν σίγουροι αν θα κάναμε κάτι πέρα από αυτά. Τα τρία αυτά κομμάτια, παρ΄ όλες τις ατέλειές τους στις φωνές και στο στήσιμο, μπήκαν στο δισκάκι γιατί αποτέλεσαν την βάση σε πολλά επίπεδα για την εξέλιξη αυτού του εγχειρήματος.

Το πιο σημαντικό μέρος αυτής της εξέλιξης είναι ότι μπήκανε κι άλλοι στο κόλπο. Μ’ έναν περίεργο τρόπο δουλειάς, βάζοντας διάφορους εκλεκτούς φίλους ή φίλους φίλων να παίξουν ή να τραγουδήσουν.

Είμαστε ευτυχείς για τις μικρές και μεγάλες συνεργασίες και ευγνώμονες προς τους «συνένοχους» του αποτελέσματος.

Το The Low Batsos Project είναι για μας ένα ελεύθερο ταξίδι στις ιδέες και τις σκέψεις μας, χωρίς πυξίδα, χωρίς προλήψεις, χωρίς δεσμεύσεις, χωρίς φόβους… σε κόσμους νεκροζώντανων χωροφυλακισμένων, ευτυχείς δυστυχισμένοι, με τη βοήθεια αποσταγμένων ουσιών, σε καφενεία άλλων αστερισμών, άλλων παραδείσων, γελωτοποιοί, κλόουν κι επικριτές φαύλων καταστάσεων, μετανάστες από μια χώρα που δεν υπάρχει.-

Κώστας Ντάρας ζει και εργάζεται στη Γαλλία ως Πολιτισμολόγος – Παιδαγωγός Ανθρώπων με Ειδικές Ανάγκες.

[jwplayer |config=tvxs |file=http://www.youtube.com/watch?v=saoVybdZ5sE]

Playlist:

  • 01 ΕΙΜ ΠΟΡΤ (μουσική: Στέλιος Ντάρας)
  • 02 ΛΑΜΑΡΙΝΕΣ (ερμηνεία: Άγγελος Καρανικόλας & Ευανθία Σωφρονίδου, μουσική: Στέλιος Ντάρας, στίχοι: Στέφανος Κανελλής)
  • 03 ΕΞΟΡΙΑ ΣΤΗΝ ΠΟΜΠΗΙΑ (ερμηνεία & μουσική: Στέλιος Ντάρας, στίχοι: Κώστας Ντάρας)
  • 04 ΑΚΟΡΕΣΤΑ (ερμηνεία: Κώστας Ντάρας, Γιάννης Σιαμσιάρης, μουσική: Στέλιος Ντάρας, στίχοι: Κώστας Ντάρας)
  • 05 ΝΕΚΥΙΑ (ερμηνεία: Άγγελος Καρανικόλας & Βασιλική Αλεξίου, μουσική & στίχοι: Κώστας Ντάρας)
  • 06 ΟΛΟΙ ΣΥΜΦΩΝΗΣΑΝ (απαγγελία: Νίκος Καπέλιος, μουσική: Στέλιος Ντάρας, ποίηση: Αργύρης Χιόνης*)
  • 07 KEYHOLE (ερμηνεία: Γιάννης Αλεξίου, μουσική: Νικόλας Άσιμος*, στίχοι: Κώστας Ντάρας)
  • 08 LE MORAL (μουσική: Στέλιος Ντάρας)
  • 09 ΣΤΟ ΣΕΙΡΙΟ… (ερμηνεία: Γιάννης Σιαμσιάρης, μουσική & στίχοι: Κώστας Ντάρας)
  • 10 ΜΟΔΑ (ατάκες: Πέτρος Κουτσογιάννης, Κώστας Ντάρας & ο θείος Γιώργος, μουσική: Στέλιος Ντάρας)
  • 11 ΤΣΙΠΟΥΡΟ (ερμηνεία: Πέτρος Κουτσογιάννης, Κώστας & Στέλιος Ντάρας, μουσική: Gogol Bordello*, στίχοι: Κώστας Ντάρας)
  • 12 ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ ΤΟ ΤΕΡΕΝ (ερμηνεία: Γιάννης Καλατζόπουλος, μουσική & στίχοι: Κώστας Ντάρας)
  • 13 ΑΝΤΙΔΩΡΟ (μουσική: Στέλιος Ντάρας)
  • 14 ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΑΣ (ερμηνεία: Κώστας Ντάρας, μουσική & στίχοι: Ζωρζ Πιλαλί*)
  • 15 ΠΟΙΑ ΘΥΣΙΑ; (ερμηνεία: Γιάννης Καλαμαριώτης, μουσική & στίχοι: Κώστας Ντάρας)
  • 16 ΚΕΝΟ ΠΑΤΡΙΔΟΣ (ερμηνεία: Γιάννης Καλατζόπουλος, μουσική & στίχοι: Κώστας Ντάρας & Γιάννης Καλατζόπουλος)

*Τα τραγούδια «Keyhole», «Τσίπουρο» & «Χωροφύλακας» αποτελούν διασκευές και τα δικαιώματα δημόσιας αναπαραγωγής ανήκουν στους δημιουργούς τους. Το ίδιο ισχύει και για το ποίημα του Αργύρη Χιόνη.
Ενορχήστρωση: Στέλιος Ντάρας.

Ο Στέλιος Ντάρας έπαιξε κιθάρες, πλήκτρα, τύμπανα, μπάσο, loops και έκανε φωνητικά.
Ο Γιάννης Αλεξίου έπαιξε ηλεκτρική κιθάρα στα 3, 6 και 11, ακουστική κιθάρα στο 6 και τσέλο στο 7.
Ο Γιάννης Καλατζόπουλος έπαιξε κιθάρα στο 16.
Ο Γιάννης Χατζής έπαιξε τύμπανα στο 7.
Ο Βάκης Γκούλιος έπαιξε μπάσο στα 2, 3 και 5.
Ο Βάιος Αηδονούδης έπαιξε βιόλα στο 7 και μπάσο στα 6 και 7.
Ο Παναγιώτης Παναγιωτίδης έπαιξε πιάνο και πλήκτρα στο 9.
Ο Πάνος Αργυριάδης έπαιξε σαξόφωνο στο 12.
Ο Κώστας Χουλιάρας έπαιξε μπουζούκι στο 15.
Η Νικολέτα Ρηγάκη έκανε φωνητικά στο 5.
Η Χριστίνα Ρακιτζή βοήθησε στα φωνητικά στα 2 και 3.
Ο Χρήστος Μπαντής φώναξε στα 11 και 14.

Μίξη ήχου: Στέλιος Ντάρας, Γιάννης Αλεξίου.
Σχεδίαση εξωφύλλου: Νικόλας Καλοτεράκης.

Οι ηχογραφήσεις πραγματοποιήθηκαν από τον Αύγουστο του 2009 ως το Δεκέμβριο του 2012.

Ευχαριστούμε όλους όσους συμμετείχαν σε αυτή τη δουλειά!

Επιμέλεια & Παραγωγή: Κώστας & Στέλιος Ντάρας.

The Low Batsos Project / fb

Σχετικά Άρθρα

01/05/2012
17/01/2013

ΝΑ ΜΗΝ ΖΗΣΟΥΜΕ ΣΑΝ ΔΟΥΛΟΙ

Αδερφέ μου, τα δάκρυα σου μην σκορπάς
Και τα όνειρα σου μην παρατάς.
Τις εντολές τους, μην ακολουθείς.
Δούλος ξανά ποτέ μην βρεθείς.
Να μην ζήσουμε σαν δούλοι !
Να μην ζήσουμε σκυφτοί !
Φως μέσα μας καίει.
Ελπίδα στις φλέβες μας ρέει.
Και μας γέννα μια καινούρια ζωή.
Και μας γέννα μια καινούρια αρχή.
Να μην ζήσουμε σαν δούλοι !
Να μην ζήσουμε σκυφτοί !

(στίχοι : Λίζα και Γιάννης Γιουλούντας / μουσική : Τα Λιμάνια Ξένα)

Το ζεϊμπέκικο της Πόλυς Πάνου. Του Θωμά Κοροβίνη

141264-polu_panou_phfdf

[…] Γεια σου, αδελφή Πόλυ Πάνου, αθάνατη λαϊκή θεά. Λίγοι έφτασαν να προσεγγίσουν -στο είδος του τραγουδιού που υπηρέτησαν- τις παρυφές της τελειότητος, όπως εσύ, αρχόντισσά μου, με τον ιδιαίτερο, τον καίριο και απέριττο τρόπο που πάτησες επάνω στον ζεϊμπέκικο, τον μεταπολεμικό «εθνικό-λαϊκό» μας χορό.-» Του Θωμά Κοροβίνη

Πρώτο, «Μες στην πολλή σκοτούρα μου»(το’ πε σε δεύτερη εκτέλεση και απέδειξε –μαζί με δυο-τρεις άλλες «δεύτερες» ερμηνείες της ακόμη πως, -κάτι πρωτόγνωρο- ναι, υπάρχει περίπτωση η δεύτερη εκτέλεση να ξεπερνάει την πρώτη, κι ας έχεις να κάνεις με τον κολοσσό Τσαουσάκη τον Πρόδρομο),

δεύτερο, «Τα λιμάνια», του Τσιτσάνη κι αυτό(μ’ ένα χθαμαλό εφάπαξ ξεμπέρδεψε μαζί της για τούτη την αριστοτεχνική ερμηνεία ο Μάτσας –με τέτοια ξεφτιλισμένα συμβόλαια σας αλυσόδεναν οι εταιρείες τον καιρό που δοξαστήκατε-, -«αιωνία η μνήμη του Καζαντζίδη» που τα’ βαλε μαζί τους και μας σήκωσε λίγο πιο ψηλά- μου’ χε  πει εκείνη τη φορά στο σπίτι της τσουγκρίζοντας τα ποτήρια μας,

και, τρίτο, «Το καλντερίμι» του Ξαρχάκου(-«Κόκκινα φανάρια» για πάντα: «Είμαι μια γυναίκα αμαρτωλή» του Δερβενιώτη και του Βίρβου, «Στης αμαρτίας το στρατί» του Κολοκοτρώνη, «Το παρελθόν μου το βαρύ» του Μπακάλη και της αθάνατης «Γριάς», μ’  αυτά τα τραγούδια της απόλυτης ανθρώπινης συντριβής και του καθαγιασμού, παράλληλα, των παραστρατημένων γυναικών, που την λάτρεψαν όσο κανέναν άλλο τραγουδιστή κι έκαναν μεταμεσονύχτιο χαρακίρι στους καρπούς των χεριών τους όταν τα «έσκιζε» η «Πολάρα» στα μεγάλα μαγαζιά)

-μ’ αυτά τα τρία κομμάτια της, μαστορικά παιγμένα απ’ την βουρκωμένη πενιά του Καραντίνη, την αποχαιρετήσαμε το τελευταίο δειλινό του Σεπτέμβρη στα κοιμητήρια του Κόκκινου μύλου.

Ντυμένη στα λευκά, πανέμορφη κι αγέρωχη, σα να μη την άγγιξε ο θάνατος, όμως φωτισμένη από διάχυτη αριστοκρατική ταπεινότητα,  -αυτή ήταν η τελευταία της παράσταση μ’ εμάς τους λίγους φίλους και τους θαυμαστές της συγκλονισμένους μα χωρίς να πιστεύουμε το γεγονός.

«Γεια σου ζωή φαρμακερή, γεια σου ζωή μου μαύρη, στάλες είναι οι χαρές σου και βουνά οι συμφορές σου» σιγοτραγούδησα. Κι είδα εκεί που στάθηκα φρουρός στο πλάι της, σαν οπτασίες, θαρρείς, να περνούν και να την αγγίζουν στο μέτωπο οι μεγάλες απούσες, η Ρόζα και η Ρίτα, η Βέμπο και η Δανάη, η Χασκίλ και η Γεωργακοπούλου, η Μαρίκα, η Σωτηρία, η Ντάλια και η Χρυσάφη, η  Φλέρυ και η Βίκυ.

Κι έστεκαν παραδίπλα οι συνοδοιπόροι της λαϊκοί αοιδοί, ο Στέλιος, ο Μανώλης και ο Στράτος, ο Γαβαλάς κι ο Μενιδιάτης, κι ο μάγκας ο Γρηγόρης, ο νονός της στο τραγούδι, που’ γραψε, καθώς λένε, για πάρτη της «Το τρελοκόριτσο», γιατί είχε κάψει, λένε, παιδούλα, την καρδιά ενός κιθαρίστα  συνεργάτη τους. «Γεννήθηκες για την καταστροφή»! Κελαηδούσαν τα μπουζούκια των μεγάλων συνθετών, που ανέδειξε  αρκετά απ’ τα πιο λαοφιλή τραγούδια τους:

του Μάρκου και του Τσιτσάνη, του Καλδάρα, του Χιώτη και του Ζαμπέτα(-Ποιο είναι το παράπονό σου, Πόλυ μου; -Μπαγιαντέρα, δεν τραγούδησα Μπαγιαντέρα, -Ιδού λοιπόν το μέτρο της σοφίας του ακέραιου ανθρώπου στην ωριμότητά του, του χορτασμένου και ευγνώμονος) -Α, τουλάχιστον θα’  χεις την καλύτερη παρέα εκεί κάτω, ψιθύρισα στο αυτί της πρωθιέρειας του ζεϊμπέκικου.

      Η Πόλυ ήταν η νεώτερη από τις κορυφαίες λαϊκές τραγουδίστριες της παλιάς φρουράς.  Ανέβηκε, σαν τη Λίντα κι αυτή, δώδεκα χρονών στο πάλκο. Ψήθηκε από μικρό κοριτσάκι στο απαιτητικό μικρόφωνο (δεν είναι εύκολο  -κι ας νομίζουμε-  να κατακτήσεις τον ερμηνευτικό τρόπο του λαϊκού τραγουδιού) μα ήταν καθαρόαιμη λαϊκή τραγουδίστρια, γεννημένη γι’ αυτό, ήταν φανερό απ’ την αρχή. Μπούκαρε η Μπέλλου μ’ ένα παλτό μια βραδιά στο καμαρίνι του Μπιθικώτση και τον γράπωσε απ’ το γιακά:

-Που την βρήκες αυτή, ρε σύ; Θα κάνει πάταγο. Δούλεψε δυο σεζόν με τη Νίνου, και έμαθε στο πλάι της, ζώντας παράλληλα και την τραγωδία της φθοράς της, καθώς την ανάγκαζαν υποβαζασταζόμενη να στηλώνεται στις πίστες για να βγάλει πρόγραμμα μέχρι την τελική της κατάρρευση.

Είχε προβλέψει τον θρίαμβό της η Μαρίκα: -Αυτή η μικρή θα με αντικαταστήσει σύντομα, Βασίλη, είχε πει του Τσιτσάνη.

Θέρισε τις πίστες της εποχής μέχρι να ενηλικιωθεί έχοντας δίπλα της φύλακα-άγγελο τη μάνα της(«για πρώτη φορά ένιωσα κενό όταν έχασα τη μάνα μου»). Μικρή ήταν κουκλίτσα. Όμως έχουμε πλάκες γραμμοφώνου, όπου ερμηνεύει χασάπικα σε ηλικία δεκαοχτώ χρονών με το ακμαίο πάθος μιας πεπειραμένης τραγουδίστριας πρώτης γραμμής. Ωριμάζοντας έγινε γυναικάρα.

Πάντοτε περιποιημένη, στολισμένη, υπέρκομψη, ψυχωμένη, χωρίς περιττά τσαλίμια και καμώματα, καθιερώθηκε ως ο τύπος της λαϊκής ντίβας που ξέρει να κρατάει χαρακτήρα απ’ το πάλκο και να πρωταγωνιστεί καθηλώνοντας με τον αυστηρό και περήφανο τρόπο της τα οξύθυμα αντράκια και τους φτηνοτσαμπουκάδες. Λιμπιστική βεντέτα, έγινε πρώτο όνομα στις μαρκίζες σκληροτράχηλων κέντρων διασκεδάσεως, πολιορκημένη από εκατοντάδες λιγούρικα αντρικά βλέμματα, έπρεπε να κάνει πέρα πολλούς μακαντάσηδες για κρατήσει το κύρος της, να μη δώσει δικαίωμα, να μην τρωθεί η εικόνα της.

Δεν την πολυένοιαζαν τα λεφτά. Και κυρίως η καριέρα. Αλλιώς   δε θα ξεχνιόταν στην Αμερική να τραγουδάει για τους μετανάστες παρέα με τον Τατασόπουλο και τον Χιώτη, ενώ εδώ τα παιδάκια έπαιζαν στα σοκάκια τραγουδώντας τα σουξέ της : «Άλλα μου λεν τα μάτια σου και άλλα η καρδιά σου, άλλα μου λεν τα χάδια σου και άλλα τα φιλιά σου».

     Βάρβαρες εποχές· με το χνώτο του κανακεμένου απ’ την εξουσία χωροφύλακα στο σβέρκο και την ηθικολογία να διαφημίζει την στειρότητά της με κηρύγματα στους άμβωνες, στις αίθουσες διδασκαλίας, στα αστυνομικά τμήματα και στα δικαστήρια.

Μια χώρα ορθόδοξων παγανιστών έβγαινε σακατεμένη απ’ την γκεσταμπίτικη κατοχή και τον αδελφοφάγο εμφύλιο, καταδικασμένη να χτίσει το προτεκτοράτο μιας ετερόφωτης ψευτοδημοκρατίας παραγεμισμένο με υποδόριες ενέσεις προτεσταντικού πουριτανισμού που τις έμπηγαν στα ψαχνά του οι πρόθυμοι εγκάθετοι της νικηφόρου ρεβανσιστικής δεξιάς.

Το λαϊκό τραγούδι –μπολιασμένο με άφθονο ανατολίτικο σπαραγμό, αρκετές δόσεις μεμψιμοιρίας και μοιρολατρείας, και πολιτικής απάθειας, αλλά συναισθηματικούς κραδασμούς υψίστης εκφραστικότητας-, ανέλαβε  να μιλήσει για το ήθος και το ύφος ενός σαρανταπληγιασμένου λαού που όφειλε να ευγνωμονεί τους πρώην κατακτητές του που του έκλεβαν τον αφρό της νεολαίας του κοιτάζοντάς τον στα δόντια.

«Το πλοίο θα σαλπάρει για λιμάνια ξένα» τραγούδησε το’ 61 η Πόλυ μαζί με τους άλλους σπουδαίους λαϊκούς αοιδούς με προεξάρχοντα του μεταναστευτικού τραγουδιού τον συγκλονιστικό Καζαντζίδη.

Τραγουδιστές χειροποίητοι, αγράμματοι ίσως, αλλά με ισχυρή αίσθηση της αξίας της γλώσσας και του χρέους απέναντι στη μούσα που τους μοίρανε με το χάρισμα να την τραγουδούν, με προφορά τέλεια, τονισμό των σημείων άψογο, δασκαλεμένοι, θαρρείς, στα άριστα των ωδείων, χροιά ο καθένας τους μοναδική και απαρόμοιαστη και φρόνημα απέναντι στο τραγούδι του λαού, όχι εντελώς ανυποψίαστοι ότι κουβαλούν με την φωνή τους αυθεντικά σπαράγματα ζωής και τα αποτυπώνουν στον δίσκο με την κυριολεκτική σημασία της παραστατικής αμεσότητας.

Μ’ ένα ντέρτι ανεξάντλητο να τους καίει τα σπλάχνα. «Έχω τον πόνο του αυτοδίδακτου» είχε εξομολογηθεί ο Σεφέρης.

        Εκεί γύρω στα μέσα προς τα τέλη της δεκαετίας του’ 50 άρχισε το βασίλεμα του ρεμπέτικου. Στη θέση του μπήκε το διάδοχο λαϊκό τραγούδι που πατούσε στα χνάρια του προγόνου του έχοντας όμως αποσείσει αρκετό απ’ το ειδικό βάρος του και  έχοντας ξεπλύνει τον «λεκέ» της βαριάς μαστούρας του τεκέ, δίνοντας ταυτόχρονα θέση στην κυριαρχία του «απελευθερωμένου» μπουζουκιού.

Μέχρι τις αρχές του’ 70 περίπου γράφτηκε η εποποιία του λαϊκού μας τραγουδιού. Η Πόλυ ήταν η πιο «λαϊκή» ανάμεσα στις τρεις εξέχουσες της εποχής, την πιο λυγμική και ανατολίτισσα, βελούδινη και κυρίαρχη των μακαμιών Γιώτα Λύδια και την πιο σεβνταλού και νταλγκαδιασμένη, την παράφορη  Καίτη Γκρέυ.

Το λαϊκό τραγούδι άρχισε να χάνει την ομορφιά και το κύρος του, καθώς, μεσούσης της δικτατορίας, ευτελίστηκε στη δισκογραφία και στα πάλκα προδίδοντας την αυθεντικότητά του και παραδίδοντας τον θρόνο του –με την απόσυρση, λίγο αργότερα και των δύο κορυφαίων Καζαντζίδη και Μπιθικώτση– σ’ ένα μεικτό και νόθο είδος ελαφρολαϊκοσκυλάδικης μελωδίας με τόσο αραβογενείς, όσο και μιξοευρωπαϊκές προσμίξεις που έντυνε αβασάνιστα στιχάκια.

Τότε, αν και στην καλύτερη ώρα τους, άρχισαν να σπρώχνονται στο περιθώριο και οι μεγάλες λαϊκές. Η Πόλυ τραγούδησε εκείνο τον καιρό πολλά «βαριά λαϊκά», σαν αντίδραση, θαρρείς, στην σκυλοπόπ υποκουλτούρα.  Εξακολούθησε να κάνει πρόγραμμα  σε μικρότερα μαγαζιά.

Στην αρχή της χούντας ο Παναγούλης θέλοντας να γνωρίσει στην αγαπημένη του Φαλάτσι το γνήσιο λαϊκό τραγούδι την πήγε κάποιο βράδυ σ’ ένα υπόγειο στην πλατεία Βάθη, όπου τραγουδούσε η Πόλυ. Τόσο πολύ ενθουσιάστηκε που του πήρε δώρο ένα αμάξι. «Για να έρχομαι πιο συχνά στην Ελλάδα και να με πηγαίνεις στην Πόλυ Πάνου» του είπε.  Μ’ εκείνο το μοιραίο αμάξι ήταν να σκοτωθεί ο  Αλέξανδρος εκείνη τη φρικτή πρωτομαγιά.

       Νταγιαντούσε η Πόλυ στα καραβοτσακίσματα. Συνετή και μετρημένη, επέλεξε να ιδιωτεύσει από πολύ νωρίς με κάποια σπάνια διαλείμματα εμφανίσεων, αφιερωμάτων  και συνεντεύξεων.

Οι συρμοί, τα καμώματα των εταιρειών, η στροφή των γούστων προς άλλα μουσικά είδη, ο χρόνος που κυλάει, δε μπορούν να αγγίξουν τίποτε από το στέρεο, δωρικό και ολοκληρωμένο έργο μιας ατόφιας, υποβλητικής, επιβλητικής, εμβληματικής λαϊκής τραγουδίστριας που οι εκτελέσεις των τραγουδιών τα οποία  μας αφήνει κληρονομιά αποτελούν αξεπέραστα υποδείγματα ερμηνείας:

«Βρε, μοίρα, δεν κουράστηκες» του Μάρκου, «Το παρελθόν μου το βαρύ» και «Φαρμάκι και μαχαίρι»  του Μπακάλη, «Της ταβέρνας το ρολόι» και «Το τέλος σου ποιο θα’ ναι» του Τσιτσάνη, «Εσένα δε σου άξιζε αγάπη» του Καραμπεσίνη, «Το φαρμακωμένο δάκρυ» του Λαύκα, «Τα’ αδέρφια δε χωρίζουνε» του Καλδάρα, «Το καμίνι» του Παπαϊωάννου, «Σε ποιο βουνό» του Θεοδωράκη, «Αν μιλούσαν τα σύννεφα» του Μητσάκη, «Τα παιδιά του Πειραιά» του Χατζιδάκι, «Τι να την κάνεις τη ζωή» του Ξαρχάκου.

Γεια σου, αδελφή Πόλυ Πάνου, αθάνατη λαϊκή θεά. Λίγοι έφτασαν να προσεγγίσουν -στο είδος του τραγουδιού που υπηρέτησαν- τις παρυφές της τελειότητος, όπως εσύ, αρχόντισσά μου, με τον ιδιαίτερο, τον καίριο και απέριττο τρόπο που πάτησες επάνω στον ζεϊμπέκικο, τον μεταπολεμικό «εθνικό-λαϊκό» μας χορό.-

lifo.gr

Σχετικά Άρθρα

29/09/2013
17/01/2013

Killah P – Σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ

KILLAH P_SIGA MI KLAPSO

Έγινε ο κόσμος μια μεγάλη φυλακή
κι εγώ ψάχνω έναν τρόπο τα δεσμά να σπάσω.
Έχω ένα μέρος που με περιμένει εκεί,
σε μια πολύ ψηλή κορφή πρέπει να φτάσω.

Γι αυτό απλώνω ξανά πολύ ψηλά τα δυο μου χέρια,
για να κλέψω λίγο φως από τα λαμπερά αστέρια.
Δεν αντέχω εδώ κάτω και κοντεύει να με πνίξει
των ανθρώπων η μιζέρια τόσο, όσο κι η θλίψη.

Δεν αντέχω άλλο κι όλοι αυτοί δε μου ταιριάξαν,
πήρα τ’ άλλο μονοπάτι κι όχι αυτό που μου χαράξαν.
Ήταν δύσβατο, σκληρό και με παγίδες πολλές,
αγάπες σκάρτες και φίλοι φαρμακερές οχιές.

Είχε τέρατα με παράξενες στολές
που παραμονεύαν πάντοτε κρυφά μεσ στις σκιές,
Μην κοντοσταθείς, αν πρόκειται ακολουθήσεις,
τα δόντια σφίξε γερά και μη δακρύσεις.

Εγώ το πήγα και το έφτασα στο τέρμα
κι όπως γράφουν στα βιβλία οι παλιοί σοφοί,
όταν θα φτάσει ο ήλιος στο τελευταίο γέρμα,
θα βάλουνε φωτιά από ψηλά οι αετοί.

Για όσους με πρόδωσαν με πίσω μαχαιριές θέλω να ξέρουν ότι,
σιγά μην κλάψω.
Και για αυτές τις αγάπες  τις παλιές θέλω να ξέρουν ότι,
σιγά μην κλάψω.

Κι όσοι μ απείλησαν με πύρινα δεσμά θέλω να ξέρουν ότι,
σιγά μη φοβηθώ.
Ναρθούνε να με βρουν στην κορυφή ψηλά, τους περιμένω και,
σιγά μη φοβηθώ.

Μου είπαν να μην κάνω όνειρα τρελά,
να μην τολμήσω να κοιτάξω τα αστέρια,
μα εγώ ποτέ μου δεν τους πήρα σοβαρά,
πήρα τον κόσμο ολόκληρο στα δυο μου χέρια.

Θέλουνε τώρα να μου φτιάξουν μια φωλιά,
που εκεί πάνω της το φόβο, την ασχήμια,
κι ένα κλάμα γοερό και μια αλυσίδα βαριά,
κουβαλάει την κατάρα των θεών και τη βλασφήμια.

Δε θα δακρύσω μια και δε θα φοβηθώ.
Δε θα αφήσω να μου κλέψουν τα όνειρα μου,
ελεύθερα, ψηλά, πολύ ψηλά πετώ
κι όλοι ζηλεύουν τα περήφανα και αδέσμευτα φτερά μου.

Και περιμένω κι άλλα αδέρφια για να ρθουν
σ αυτήν την κορυφή που όλους περιμένει,
αρκεί, να μη δακρύσουν και να μη φοβηθούν
σ αυτήν την έξυπνη απάτη, την καλοστημένη.

Για όσους με πρόδωσαν με πίσω μαχαιριές θέλω να ξέρουν ότι,
σιγά μην κλάψω.
Και για αυτές τις αγάπες  τις παλιές θέλω να ξέρουν ότι,
σιγά μην κλάψω.

Κι όσοι μ απείλησαν με πύρινα δεσμά θέλω να ξέρουν ότι,
σιγά μη φοβηθώ.
Ναρθούνε να με βρουν στην κορυφή ψηλά, τους περιμένω και
σιγά μη φοβηθώ.

Eκτός Ελέγχου _ Ένα τραγούδι του δολοφονημένου Παύλου Φύσσα

EKTOΣ ΕΛΕΓΧΟΥ (ANTHEM – KILLAH P)
Killah P.
Εκτός ελέγχου, μοιάζει με επανάσταση που αρχίζει.
Ο σκύλος… λύσσαξε και άρχισε να βρίζει.
Το ποτήρι όντως έχει ήδη ξεχειλίσει,
απ’ την τόση αδιαφορία που μας έχει πλημμυρίσει.Συνεχώς, ο μικρός Αλέξης μου θυμίζει,
Πώς, η ελευθερία του λόγου ακριβά κοστίζει.
Πάνε τα χρόνια που με λέγανε φατσούλα,
τώρα έχω και ταμπέλα: Τρομοκράτης με κουκούλα.Πάλι… το μυαλό μου παρανοεί.
Πως αφήσαμε τη παρακμή τόσο να εξαπλωθεί;
Όλο μας το είναι ένα Πράντα και μια Σέρκοβα.
Γαμώτη μου, γι’ αυτό έφυγ’ ο Juliani ρε στη Γένοβα;Κάτω απ’ το αγέρωχο βλέμμα του αετού,
με φυλάνε κάθε μέρα απ’ το μάτι του κακού.
Είμαι Ευρωπαίος σύμμαχος με υπερδύναμη.
Να πα να γαμηθείτε ρε.. Είσαστε τύραννοι.Mistah Rude

Ζέσταμα οργής από το κοίλο δρόμου ξέβρασμα,
κέρασμα φωτιάς υπευθύνους δίνω το έναυσμα.
Είμ’ η βενζίνη στο μπουκάλι μιας κουκούλας,
και μεμονωμένο περιστατικό μιας χώρας δούλας.

Σάπιες συνειδήσεις με απωθημένα τα βαθιοί
εξαπλώθηκαν σε πόστα που γαμάνε ολή τη Γή.
Νιώθεις τυχερός που ζεις στο σύστημα σαν πιόνι,
Πρόσεξε όμως γιατί και το ανήλικο σκοτώνει.

Επαναπαυμένος, κοιμισμένος απ’ την λύπηση,
αφ’ όλα είναι υπό έλεγχο με καθαρή συνείδηση,
ο δρόμος αλοιφές και βρώμισέ παντού μπαρούτια,
στο τέλος όλοι θα φορέσουν πράσινα παπούτσια.

Neon

Μην προσπαθήσεις να μ’ αλλαξοπιστήσεις
έχω άλλο θεό, εγώ δεν προσκυνάω ειδήσεις.
(πως) τα κόμματα ζητάν να ακολουθήσεις
χαμένες συνειδήσεις σε στημένες συναντήσεις.

(μα απέχω) μαζί με το υπόλοιπο σαράντα οκτώ
τοις εκατό μου ζητάν σταυρό (μα δεν έχω).
Άσε τι σου λένε και βρές κάτι αληθινό
κάτι που να έχει γίνει εδώ (μα δεν βλέπω).

Πολλοί μιλάν μιλάν, και ψέματα σκορπάν,
κι αμά την ψυλλιαστείς στο εξωτερικό το σκάν,
ο νόμος είναι τυφλός και δεν τους βλέπει καν,
μα ο κόσμος είναι τρελός να γίνει πρέπει μπάμ!

ναι… συνέχεια… Μέγας… Λόγος Απειλή… Θανάσιμος.

Μέγας

Βρώμικη εικόνα, Αθηναία Βαβυλώνα,
στον αγκώνα σου κρατάς τον πολιτίσμικο χειμώνα.

(αφενώς) προφανώς ο καπιταλισμός ακμάζει
εμφανώς ο πλούτος ούτως ή αλλιώς είναι καρπός.

Γι’ αυτό συνάπτει με τη σήψη, στην ύψιστη στάθμη
με την πίστη, την ωμή καταστολή, την ανασφάλιστη εργασία,
την ευθεία πορεία στην ανεργία, την πορνεία, την βία,
την παιδεία εκείνη που δεν μπορεί να αφυπνίσει.
βιασμός πάνω στη φύση, η εξέλιξη που πνίγει οτιδήποτε ανθίζει.

Είναι τα πάντα εκτός ελέγχου στην προβολή των λίγων,
επανάσταση κονσέρβας, διανομή πάντα κατ’ οίκον.

Λόγος Απειλή

Πέφτουν νιφάδες, έλα στο 2000,
εννιά παντού ματάδες, μονάδες και ομάδες
μα πίσω τους τυπάδες, με όπλα τη καρδιά και πέτρες πίσω ούλοι,
ημεροδούλοι μεροφάι όμως δούλοι κανενός δεν είναι.

Το συναίσθημα με γράμμα πάει,
και αν στην υψικάμινο της Γης μοιάζουν με ψαροκάικα όσο περνάν φουρτούνες,
μη σκοτώνετε τα ζώα που σας ‘μάθαν,
μα τα ζώα της τιβί και κάντε γούνες.

Να σωθούμε ζούμε δρούμε στο πλανήτη σα κομήτης,
πάντα κάπου, κάποιο πάρκο, θα ανασαίνει ένας αλήτης,
με ανάσα που είν’ ασήκωτη σα τη μαγκιά ρε μόρτη,
είχαμε σκλαβιά μονάχα 400 έτη.

Θανάσιμος

Ζητώ οξυγόνο μα δεν φτάνει στο πνευμόνι, παγώνω,
καίνε τα δάση άσκοπα αλλά στα αλήθεια κάνουν φόνο,
και μέ τον νόμο, ότι κάηκε να γίνει αυθαίρετα.
-Εύχομαι όσα κάηκαν απ’ τα βρείτε σε φέρετρα!

Σημεία και τέρατα που ζούμε πολιτισμένοι,
κυκλοφορούμε τρομοκρατημένοι, εξασθενισμένοι.
Από ώρες εργασίας, μη σε φάει ο Τειρεσίας.
Προσοχή στο σκαλοπάτι της κάθε εκκλησίας.

Προσοχή στα λεφτά, είναι μια άψυχη μάζα,
κι απ’ το θεσμό των Ολυμπιακών, ώς τον Καλιατράβα.

Άντε τράβα, τα πάντα βγήκανε εκτός ελέγχου,
κι αυτοί που επρέπε να είναι εκεί, απέχουν.

Δεν τελειώνει εδώ… Στίγμα Νεολαίος, Tozi, Tiny Jackal

Στίγμα Νεολαίος

Μεσά στα χρόνια που μεγάλωσα έχω μάθει μάγκα,
ότι σα τα ποντίκια μάς πηγαίνουνε στη φάκα.

Το κράτος δεν με ξέρει, δεν ξέρει να προσφέρει
κι όταν τα κάνουμε πουτάνα δεν μας υποφέρει.

Τώρα σκοτώνουνε παιδιά μπροστά στα μάτια μας,
κι εμείς μές στην Ελλάδα να ψάχνουμε τα κομμάτια μας.

Σαν ένα όπλο που κολλάει θελουν το μυαλό σου
γράψε ότι σκέφτεσαι στο θέμα συγκεντρώσου.
είναι να τα σπάς καμιά φορά γιατί βιδώνεσαι,
μην είσαι μαλάκας και με τα κόμματα εκδηλώνεσαι.

Κρυφοπουτάνες και ματσοπιτσιρικάδες
έχουν πάρει λάθος δρόμο και θα γίνουνε πουτάνες.

Πιστός στα ιδανικά μου, όπως και στα σκυλιά μου,
γιατί σε όποιο μονοπάτι πάω είναι πάντα κοντά μου,
δεν δίνω σεβασμό, δεν δίνω τα λεφτά μου
σε καριόληδες που θέλουνε να κάψουν τα μυαλά μου.

Tozi

Σε αυτή τη πόλη μένω μόνος, δεν μέ φαγε ο χρόνος,
τα λόγια μου ειναί περίπου όπως ένας τόνος,
απ ‘ατσάλι για κάποιους μπορεί να’ ναι ένας πόνος
κάθε πούστης αστυνόμος πληρωμένος δολοφόνος.

Δεν είμαι κλώνος, είμαι μπουκάλι και φωτιά συγχρόνως,
στους δρόμους δέκα μπάτσοι κι ένας τροχονόμος
και όλοι σε κοιτάνε λές και είσαι ανθρωποκτόνος.

Έξω γίνεται ένας φόνος και το χρήμα τους ο θρόνος,
υπάρχει φθόνος, μές στα στενά που περπατάμε.

Μας κόψαν τα φτερά και δεν μπορούμε να πετάμε,
όμως ξέρουμε που πάμε και πάντα ποιον πατάμε,
και μη σε νοιάζει πάντα τα χαρτιά μας κουβαλάμε.

Tiny Jackal

Προσφέρουν όντα μη σκεπτόμενα σκυφτούς τυφλούς κι αγνώμονες
γρανάζια σε μια μηχανή με τους δικούς τους γνώμονες,
επάνω στη σκακιέρα δειλά πιόνια υποκινούμενα,
σε μέρη το λογάριασμό να ‘μαστε τα κρατούμενα,
αρνούμαι να ‘με υπόδουλος βγάλτε με απ’ την πρίζα.

Εκτός ελέγχου νιώθω το κακό χτυπάω στη ρίζα,
σε ποια κορνίζα κι ο καμβάς βαμμένος με αίμα από παιδιά,
θέλω να γίνουνε τα δάκρυα μου φωτιά.

Θέλω να γίνουν όλο τους σε χέρι ενός αναρχικού
ή το αίμα που τρέχει, ενός μπάτσου νεκρού.
Μια θηλειά στο λαιμό, κάθε […] κι αλήτη, ή μια σφαίρα καρφωμένη σε κεφάλι ασφαλίτη.

[…] αυτοί γεννάνε επαναστάσεις ακόμα,
κι είναι από αυτούς που δεν φοβούνται να βρεθούν στο χώμα.

Λίπασμα οι πρώτοι νεκροί […] γι αυτούς που έρχονται.

Πατρίδα της ελπίδας για όσους δεν ανέχονται
την καθημερινότητα,
να τους βιάζουν, δεν διστάζουν […] μένουνε και φωνάζουν. […]

Γι αυτούς είμαι επικίνδυνος γιατί παρεκλύνω απ’ την πορεία.

Ακόμα ονειρεύομαι ελευθερία.
Στη μνήμη σου κρατάω στα χέρια μου φωτιά και σίδερο,
και κει που συναντάω τη βία απαντάω με βία […]

Τέλος εποχής […] Στους δρόμους αφθονο μίσος […]

Τέλος τα χάδια, η ανοχή ξεσπάει […] το θήραμα βγαίνει από τη φωλειά του και χτυπάει […]
Χρόνια τώρα η χώρα, κατρακυλάει με φόρα.

Το καταφέρανε, σε κάνανε νεκρό. Με νιώθεις;
[…] ήρθε η στιγμή να τους σκοτώσεις!

Γ. Καλπούζος: Ο μεγαλύτερος εχθρός της εξουσίας είναι ο καλλιεργημένος άνθρωπος

07:08, 18 Μαρ 2013 | tvxsteam tvxs.gr/node/122943

[…] πέρα από την άλλη πρόσληψη της ζωής που μας προσφέρει η εσωτερική καλλιέργεια, ο μεγαλύτερος εχθρός κάθε εξουσίας και κάθε βάρβαρης πολιτικής, συνάμα και ο φρουρός της αξιοπρέπειάς μας, είναι ο καλλιεργημένος άνθρωπος […] Ο ποιητής και συγγραφέας Γιάννης Καλπούζος, απαντά στην Κρυσταλία Πατούλη για το tvxs.gr, στο ερώτημα «Ποιές αιτίες μας έφεραν ως εδώ, και κυρίως τί πρέπει να κάνουμε;». Τέλος, απαντά σχετικά  με την δημιουργική διαδικασία της συγγραφής, με αφορμή ένα από τα μελοποιημένα ποιήματά του.

Οι επιδιώξεις μας και τα όνειρά μας χαρακτηρίζονται από το κυνήγι του εφήμερου και την αισθητική ευτέλεια·

γίναμε σκληρόκαρδοι, θύματα της απληστίας, της αλαζονείας και των μικροπρεπών συμπεριφορών· γίναμε ακολουθητές συνθημάτων·

εξοστρακίσαμε ό,τι σηματοδοτεί την αξιοπρέπειά μας· προσκολληθήκαμε άκριτα σε θεωρίες και τσιτάτα εγκαταλείποντας τη γόνιμη αμφισβήτηση, την ελεύθερη σκέψη, την έρευνα και την αναζήτηση·

τρομάξαμε απέναντι στις κραυγές των δογματικών με αποτέλεσμα να συρόμαστε προς τις απόψεις τους ή να σιωπούμε· και τέλος υιοθετήσαμε σε πάμπολλους τομείς της ζωής μας τη φανατική θέση:

ή είσαι μαζί μας ή είσαι με τους άλλους, αντίπαλος.

Όσο για το τι θα μας βγάλει από τον βούρκο όπου πέσαμε, υπάρχει μόνο ένας δρόμος: να στρέψουμε το βλέμμα μας και να επιδιώξουμε να στρέψουν το βλέμμα τους και οι νέες γενιές προς την κατεύθυνση της καλλιέργειας της ψυχής και του πνεύματος.

Γιατί, πέρα από την άλλη πρόσληψη της ζωής που μας προσφέρει η εσωτερική καλλιέργεια, ο μεγαλύτερος εχθρός κάθε εξουσίας και κάθε βάρβαρης πολιτικής, συνάμα και ο φρουρός της αξιοπρέπειάς μας, είναι ο καλλιεργημένος άνθρωπος.

Όμως αυτός ο δρόμος απαιτεί άσκηση και μαθητεία πολύχρονη. Αν δεν το κατανοήσουμε θα περιπέσουμε και πάλι στα συνθήματα.

Κρ.Π.: Ποιά είναι η ιστορία της συγγραφής ενός από τα ποιήματά σου που έχουν μελοποιηθεί; Για παράδειγμα το «Γιατί πολύ σ’ αγάπησα»;

Κανένα από τα τραγούδια μου μέχρι σήμερα δεν αναφέρεται εξολοκλήρου σε πραγματικό βίωμά μου, ωστόσο όλα έχουν ψιχία από τη ζωή μου και τον ψυχισμό μου.

Μεταβολίζεται μέσα μου ο κόσμος, μετατρέπεται σε δικό μου βίωμα κι ενεργώ γράφοντας ωσάν να είμαι εγώ ο πάσχων ή ο ανατέλλων ήλιος.

Γράφοντας το: «Γιατί πολύ σ’ αγάπησα» έγινα το δέντρο όπου κάθισα και ρίζωσα και συγχρόνως ο άνθρωπος που του δάνειζε τα χέρια του για κλαδιά. Ο άνθρωπος ο οποίος δέθηκε σε ένα με τη μοναξιά κι ας γνώριζα ότι υποδύομαι, ωσάν σε ενσυνείδητη παραίσθηση, τον ρόλο που επέλεξα.

Ωστόσο υπήρξε μια αφορμή, το πρώτο ψιχίο. Ξυπνώντας από τη νάρκωση μιας χειρουργικής επέμβασης, η πρώτη μου κουβέντα ήταν να ζητήσω από την αναισθησιολόγο να ενημερώσει τη γυναίκα μου ότι είμαι καλά.

Η αναισθησιολόγος με κοίταξε παραξενεμένη και κατά κάποιο τρόπο με επέπληξε λέγοντας: Αντί να νοιάζεσαι για τον εαυτό σου σκέφτεσαι τους άλλους; Δεν αγαπάς τον εαυτό σου;

Δεν αποκρίθηκα. Όμως μέσα μου συλλογιζόμουν ότι πάντα δινόμουν απόλυτα σε όσους αγαπούσα κι ότι η απώλειά τους θα επέφερε τη συναισθηματική συντριβή μου.

Μ’ αυτή την αφορμή έκτισα κατόπιν τον ήρωα-χαρακτήρα του τραγουδιού: «Γιατί πολύ σ’ αγάπησα», καθώς και τη συναισθηματική του κατάσταση.

Ντύθηκα τον μανδύα της μοναξιάς και τη βίωσα ως το μεδούλι της, σπαραχτικά. Ωσάν εγκαταλειμμένος από κείνη που αγάπησα. Τόσο που πίστευα ότι ζούσα μια πραγματική ιστορία ερωτικής απώλειας.

Μιας απώλειας η οποία κατάφερε να προσκαλέσει τη Θεία μανία και το Θείο πυρ της έμπνευσης και να ξεπηδήσουν οι στίχοι ως καθάρια ποίηση στα κουπλέ κι ως λαϊκότροπο ξέσπασμα στο ρεφρέν.

Αυτός είναι ο τρόπος που έγραψα τους περισσότερους στίχους για τραγούδια και με τον ίδιο τρόπο γράφω πεζογραφήματα και ποίηση.

Ζώντας πολλές ζωές μέσα από τους ήρωές μου είτε ακολουθούν τη διαδρομή των ολίγων στίχων των τραγουδιών, είτε πορεύονται στα μακρινά ταξίδια των μυθιστορημάτων, είτε σκαρφαλώνουν στους γκρεμούς της ποίησης.-

Στης μοναξιάς το δέντρο κάθισα
και δίψασα και ρίζωσα.
και τίναξα τα φύλλα του
και τον κορμό του ασήμωσα.

Γιατί πολύ σ’ αγάπησα
γιατί δεν αγαπώ εμένα.
γιατί ζωή δεν κράτησα
κι αυτή την άφησα σ’ εσένα.

Στης μοναξιάς το δέντρο κάθισα
το χάραξα και μάτωσα.
περίσσευαν τα χέρια μου
και για κλαδιά του τα `δωσα.

Γιατί πολύ σ’ αγάπησα
γιατί δεν αγαπώ εμένα.
γιατί ζωή δεν κράτησα
κι αυτή την άφησα σ’ εσένα.

Στίχοι: Γιάννης Καλπούζος, Μουσική: Ορφέας Περίδης

https://www.youtube.com/watch?feature=player_embedded&v=l5Ln3_Rw3WE#!

Αρλέτα: Στην Ελλάδα δολοφονούμε τους κυβερνήτες ή τους καλλιτέχνες

09:12, 16 Μαρ 2013 | tvxsteam tvxs.gr/node/122810

[…] στην Ελλάδα, τα δημιουργήματα των ανθρώπων δεν πολυαρέσουν. Ή δολοφονούμε τους κυβερνήτες, ή δολοφονούμε τους καλλιτέχνες. Κι αυτό το λέω μετά λόγου γνώσεως […] το ελληνικό κράτος, είναι πάρα πολύ εχθρικό με τους καλλιτέχνες. Όλοι νομίζουν ότι οι καλλιτέχνες είναι ζάπλουτοι.» Η συνθέτις, στιχουργός και ερμηνεύτρια Αρλέτα, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη και το tvxs.gr για τη ζωή της, για τη μουσική και τα τραγούδια, με φόντο την Ελλάδα: «μια χώρα ποιητών, που είναι σαν την Ιθάκη. Δεν έχει να δώσει…»

Αρλέτα: Έχω ζήσει όλη μου τη ζωή στο τρίγωνο του θανάτου.

Γεννήθηκα στην Αγίου Κωσταντίνου, στο Μεταξουργείο, έμεινα εκεί μέχρι 12 χρονών, και μετά μετακόμισα στα Εξάρχεια, όπου έμεινα όλη μου τη ζωή. Τα Εξάρχεια θεωρώ ότι είναι η πατρίδα μου. Πρόσφατα, μετανάστευσα στην Κυψέλη.

Πήγα σε δημόσιο σχολείο του Μεταξουργείου, και ήμουν ευτυχής εκεί(γιατί έπαιζα και πολύ ξύλο…) αλλά επειδή είχα αγριέψει πάρα πολύ, το είδε η μαμά μου και με μάζεψε. Έτσι βρέθηκα στο Αρσάκειο, μέχρι που αποφοίτησα.

Δεν μου άρεσε το Αρσάκειο του Ψυχικού σαν σχολείο, ίσως επειδή ήταν τελείως διαφορετικό από το μέρος που έμενα. Αλλά η αλήθεια είναι ότι μάθαινε γράμματα. Και είχα την τύχη τα δύο τελευταία χρόνια, να έχω και μία εξαιρετική εκπαιδευτικό, η οποία ήταν μοναδική περίπτωση. Λεγόταν Αντιγόνη Θρεψιάδη, και αν υπήρχαν δέκα σαν κι αυτήν σ’ όλη την Ελλάδα, θα ήταν αλλιώς η Ελλάδα.

Από εκεί και πέρα, αυτό που ήθελα να κάνω ήταν να μπω στη σχολή Καλών Τεχνών, διότι –μεταξύ μας- δεν υπήρχε κι άλλη σχολή τέχνης σε όλη τη χώρα – γιατί είχα πάει κι ένα φεγγάρι στο Ωδείο και έφυγα κραυγάζοντας: «εδώ σκοτώνουν τη μουσική!», όταν μια μέρα είδα μια κυρία να κατεβαίνει τη σκάλα του Ωδείου, καρπαζώνοντας το παιδί της(το οποίο  έκλαιγε με μαύρο δάκρυ) γιατί δεν είχε πάρει άριστα στο σολφέζ.

Μετά από αυτό, δεν ξαναπήγα ποτέ μου. Έκανα ιδιωτικά μαθήματα, κι έμαθα να διαβάζω μουσική τρεις φορές, αλλά ξέχναγα κι άλλες τρεις. Ενώ έχω εξαιρετική μνήμη, τη μουσική δεν μπόρεσα να τη μάθω ποτέ μου. Ίσως επειδή δεν είχα τον κατάλληλο δάσκαλο. Γιατί όταν έβρισκα καλό δάσκαλο, μάθαινα ότι μου ‘λεγε.

Πριν τελειώσω το Γυμνάσιο έδωσα, λοιπόν, εξετάσεις στη Σχολή Καλών Τεχνών. Η μητέρα μου επέμενε να δώσω Αρχιτεκτονική ή Νομική, αλλά της είπα ότι δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση, και να μην πληρώνει τσάμπα το φροντιστήριο που παρακολουθούσα ένα φεγγάρι για την Αρχιτεκτονική, και πήγα φροντιστήριο για την Σχολή Καλών Τεχνών, στην οποία μπήκα ένα χρόνο μετά, αφού τελείωσα το Αρσάκειο.

Κρ.Π.: Και δεν ήταν καθόλου εύκολο να περάσεις στην Καλών Τεχνών. Πόσο, μάλλον, από τον πρώτο χρόνο.

Αρλέτα: Ήταν η πιο δύσκολη σχολή που υπήρχε. Οι Μηχανολόγοι που ήταν η επόμενη πιο δύσκολη σχολή έμπαιναν από εκείνους που εξετάζονταν, ένας προς εννέα, ενώ στην Καλών Τεχνών αντίστοιχα, ήταν ένας προς είκοσι.

Ξεκινώντας, πήγα και παρακολούθησα το εργαστήριο του Μόραλη, ο οποίος ήταν και ο καθηγητής που ήθελαν όλοι, γι’ αυτό αισθάνθηκα πολύ ωραία που με δέχτηκε.

Κρ.Π.: Πώς προέκυψε η επαγγελματική ενασχόληση με τη μουσική;

Αρλέτα: Όταν ακόμα ήμουν πρωτοετής στην Καλών Τεχνών, συναντηθήκαμε για πρώτη φορά με τον Γιώργο Παπαστεφάνου σε μια εκδρομή, με άκουσε να τραγουδάω το «Άξιον Εστί», ενθουσιάστηκε, και με ρώτησε αν θέλω να κάνω δίσκο. Εγώ, τότε, επειδή είχα μπει στη σχολή, αισθανόμουν στο κέντρο του κόσμου και δεν φοβόμουν τίποτα. Του απαντώ, λοιπόν, γιατί όχι;

Και χωρίς να ρωτήσω κανέναν, ξεκίνησα και έκανα τον πρώτο μου δίσκο, LP, που ήταν κάτι πολύ ασυνήθιστο, διότι για να κάνεις μεγάλο δίσκο, έπρεπε πρώτα να κάνεις τουλάχιστον 4-5 μικρά δισκάκια, σε 1-2 χρόνια. Εγώ βρέθηκα κατευθείαν στα βαθιά, δυστυχώς… Και το ακόμα πιο… δυστυχώς, είναι ότι αυτός ο δίσκος είχε πολύ μεγάλη επιτυχία. Γιατί δεν είχα τραγουδήσει ποτέ μου μπροστά σε κοινό, κι ήμουν πάρα πολύ κλειστό παιδί, οπότε βρέθηκα σε πάρα πολύ δύσκολη θέση.

Κρ.Π.: Σ’ αυτόν τον πρώτο δίσκο, ποιοι ήταν οι δημιουργοί;  

Αρλέτα: Μου έδωσαν τραγούδια ο Γιάννης Σπανός, ο Γιώργος Κοντογιώργος(που ήταν φοιτητής της ιατρικής, τότε),  ο Παπαστεφάνου που έγραφε στίχους, ο Νότης Μαυρουδής που ήταν μουσικός – κιθαρίστας και έπαιζε χρόνια σε μπουάτ, και ένα τραγούδι που έγινε πολύ γνωστό, το Πέτρινο Χαμόγελο, ήταν ενός γλύπτη απ’ τη σχολή, του Νίκου Χουλιαρά.

Επειδή τότε ο Πατσιφάς έφτιαχνε τη Λύρα, δεν είχε λεφτά να πάρει έτοιμους τραγουδιστές, και αποφάσισε να βρει καινούργιους, όπως επίσης και συνθέτες…
Ο κυριότερος, τότε, ήταν ο Σπανός, ο μόνος που είχε εμπειρία, γιατί ήδη είχε κάνει μια καριέρα, αρκετά καλή, στο Παρίσι.

Μαζεύτηκαν τα τραγούδια, τα μάζεψε ο Πατσιφάς, δηλαδή, γιατί ο ίδιος ήταν και ο παραγωγός αυτού του δίσκου, και βρέθηκα με έναν μεγάλο δίσκο, και γω δεν ξέρω πώς,  όπου έπαιζα μόνη μου κιθάρα, πάλι δεν ξέρω πως, γιατί εγώ έπαιζα όλα τα τραγούδια με 3 ακόρντα. Δεν ξέρω πως τα κατάφερνα, αλλά τα έπαιζα.  Και τώρα, το ίδιο κάνω περίπου. Κάποια από αυτά μου τα έμαθε ο Νότης Μαυρουδής, γιατί ο Πατσιφάς ήθελε να παίξω και να τραγουδήσω μόνη μου. Επέμενε σε αυτό.

Τότε για να παιχτούν τα τραγούδια απ’ το ραδιόφωνο, πέρναγες εξετάσεις. Εγώ πήγα και έδωσα εξετάσεις, με το «…λίκνο του άστρου» και όλοι γελάγανε μαζί μου, λιγάκι, γιατί ήμουν αστεία με τον Ελύτη παραμάσχαλα.

Είχα πάντα αγάπη για την γλώσσα και την ποίηση. Η αλήθεια είναι αυτή. Κι εμένα αυτά τα τραγούδια μου άρεσαν, γιατί έμαθα να τραγουδώ απ’ τον πατέρα μου, ο οποίος ήταν γιατρός αλλά ήταν κι εξαιρετικός τραγουδιστής. Οπότε μεγάλωσα τραγουδώντας δημοτικά και οπερέτες και μάλιστα χωρίς κανένα συνοδευτικό όργανο.

Στα 15 μου έπιασα μια κιθάρα και άρχισα να γρατζουνάω και μετά έκανα και κάποια μαθήματα.

Κρ.Π.: Ο στίχος από το Άξιον Εστί, «πού να βρω την ψυχή μου, το τετράφυλλο δάκρυ» εννοεί, τον βορά, το νότο, την ανατολή και τη δύση; Δηλαδή το τετράφυλλο δάκρυ, όλον τον κόσμο; 

Αρλέτα: Είναι και όλος ο κόσμος, είναι και όλη η τύχη… Το τετράφυλλο…

Αν έχουμε κάτι σ’ αυτόν τον τόπο, αλλά μου φαίνεται ότι ελάχιστοι το έχουν καταλάβει, είναι η ποίηση. Αυτή μας έβγαλε από την αφάνεια και μας έβαλε στο χάρτη.

Κρ.Π.: Έχουμε δύο Νόμπελ και ένα Λένιν ως βραβεία σε Έλληνες ποιητές, αν και είμαστε τόσο μικρός λαός σε πληθυσμό.

Αρλέτα: Κανονικά έπρεπε να έχουμε 4-5 Νόμπελ, αλλά οι άλλοι δύο ποιητές, οι οποίοι ήταν εξαιρετικά σημαντικοί, ο ένας ήταν κομμουνιστής και ο άλλος ήταν ομοφυλόφιλος.

Κρ.Π.: Ο Καβάφης… και ο Ρίτσος;  

Αρλέτα: Ακριβώς. Όταν ήμασταν στο σχολείο κάναν λογοκρισία στην «Ιθάκη» του Καβάφη, κάτι το οποίο μας επισήμανε γελώντας, αυτή η καθηγήτρια που σας έλεγα, η οποία ποτέ δεν χρησιμοποιούσε το βιβλίο του σχολείου. Μας ζητούσε να φέρνουμε τα αρχικά βιβλία, με τις ποιητικές συλλογές του ποιητή ή με τη λογοτεχνία που ήθελε να διδαχτούμε.

Αυτή η καθηγήτρια έδινε μεγάλη σημασία στην νεοελληνική λογοτεχνία. Έκανε όλα τα ανθρωπιστικά –ας το πούμε- μαθήματα, δηλαδή, αρχαία ελληνικά, λατινικά και νεοελληνικά, και έκλεβε ώρες από τα αρχαία ελληνικά και κυρίως από τα λατινικά, για να μας κάνει νεοελληνική λογοτεχνία.

Κρ.Π.: Παράτυπα…

Αρλέτα: Το πρόγραμμα του υπουργείου, το είχε γραμμένο, και πάρα πολύ καλά έκανε. Για το σχολικό βιβλίο έκανε την εξής ανάλυση: Μας έλεγε ότι ο ένας είχε τη μάνα του στο Παλάτι, ο άλλος ήταν ο κολλητός του τάδε υπουργού ή του πρωθυπουργού, γι’ αυτό, έλεγε, συμπεριλαμβάνονταν στο σχολικό βιβλίο…

Κρ.Π.: Ήταν περίεργο, που δεν την είχαν αποπέμψει, γιατί άλλους τους έστελναν –στην καλύτερη περίπτωση- σε ακριτικά νησιά…

Αρλέτα: Τότε, διευθυντής της φιλεκπαιδευτικής, ήταν ο Πουλίτσας, που είχε κάνει και υπηρεσιακός πρωθυπουργός. Ο οποίος, ήταν Μανιάτης, και αρχαϊστής. Η καθηγήτριά μας ήταν δημοτικίστρια, και μάλιστα φανατική. Ενώ είχε φάει τρεις καταγγελίες ως κομμουνίστρια, και ως δεν ξέρω τι άλλο, αυτός την υπεράσπιζε διότι ήξερε την αξία της. Διότι ήταν άνθρωπος, συντηρητικός μεν, αλλά φωτισμένος. Κι αυτό ήταν πάρα πολύ βασικό.

Αυτή η καθηγήτρια, η Αντιγόνη Μπέλλου – Θρεψιάδη, βοήθησε να γίνει το μουσείο της Θήβας, και επίσης ήταν γραμματέας της Πηνελόπης Δέλτα, όταν έγραφε τα Μυστικά του Βάλτου, και τα ιστορικά της μυθιστορήματα. Η ίδια έκανε και όλη την έρευνα, γιατί η Πηνελόπη Δέλτα ήταν καρφωμένη σε πολυθρόνα, και δεν μπορούσε να γυρίζει.

Κρ.Π.: Ποια ήταν τα τραγούδια σ’ αυτόν τον δίσκο;

Αρλέτα: Μια φορά θυμάμαι, Το πέτρινο χαμόγελο, Άδειες νύχτες, Ερημιά… Αυτά θυμάμαι.

Έκανα 3 δίσκους με διαφορά ενός έτους, τον έναν από τον άλλον. Είχα την τύχη, ή την ατυχία μάλλον, να ξεκινήσω να τραγουδώ το 1966 με 1967, λίγο πριν από τη Χούντα. Και δεν μπορώ να πω ότι ήταν ότι καλύτερο…

Ζωντανά, άρχισα να τραγουδάω το 1968, γιατί δεν υπήρχαν μικροφωνικές, κι εμένα χωρίς μικροφωνική δεν με άκουγε ούτε ο διπλανός μου. Τραγουδούσα πάρα πολύ σιγά και εξακολουθώ να κάνω το ίδιο…

Κρ.Π.: Τι συνέβη επί χούντας;  

Αρλέτα: Ήταν ένα σοκ πολύ άσχημο. Εγώ τότε είχα πάρει μια μπουάτ. Μέσα στην άγνοιά μου, δεν ζήτησα να μου δώσουν άδεια, και δεν κατάφερα στη συνέχεια να πάρω άδεια. Έτσι, αναγκάστηκα να την κλείσω.

Επίσης, αναγκάστηκα να σταματήσω να τραγουδώ για περίπου δύο χρόνια, διότι μου είπαν ξεκάθαρα, ότι οπουδήποτε και να πας θα κλείσει ο χώρος. Κι εγώ, προτίμησα, αντί να πηγαίνω από χώρο σε χώρο και να παίρνω κι άλλους στο λαιμό μου, να σταματήσω να τραγουδάω. Ήταν πάρα πολύ ωραία, έκανα καταπληκτικές διακοπές, γνώρισα πολύ ωραίους ανθρώπους.

Μετά από λίγο πήγα στην Αγγλία, γιατί ήθελα να σπουδάσω ενδυματολογία. Τελείωσα εν τω μεταξύ και τη σχολή μου, αλλά δεν μπορούσα να μείνω γιατί δεν είχα χρήματα. Προσπάθησα να πάρω μία υποτροφία, αλλά δεν τα κατάφερα, κι έτσι γύρισα στην Αθήνα.

Κρ.Π.: Υποτροφία στην Αγγλία, όχι στην Ελλάδα επί Χούντας…

Αρλέτα: Επί χούντας στη σχολή, δεν δόθηκε ούτε μία υποτροφία. Ούτε του ΙΚΥ. Ένας την πήρε, αλλά δεν του την αποδώσανε, γιατί ήταν αριστερός, όπως είπαν. Η Σχολή Καλών Τεχνών, άλλωστε, ήταν αριστερή μονοκούκι… Όλοι. Ήταν αριστεροί, όλοι τους. Κάποιοι ήταν πιο καθορισμένα, στο ΚΚΕ, και κάποια παιδιά εξαφανίστηκαν και βρεθήκανε στις εξορίες. Εν πάση περιπτώσει…

Κρ.Π.: Κι όμως, υπάρχουν κάποιοι αυτή τη στιγμή, που τολμάνε να λένε ακόμα κι ότι δεν υπήρχαν βασανιστήρια στη χούντα.  

Αρλέτα: Είναι πολλά πράγματα τα οποία δεν είναι γνωστά, γιατί εκείνοι που βγήκαν και διαφημίστηκαν ως μεγάλοι αντιστασιακοί, είναι δύο τρεις. Οι υπόλοιποι το βουλώσανε. Και μάλλον, απ’ ότι φάνηκε, δεν κάνανε καλά, γιατί στην Ελλάδα δεν πρέπει να το βουλώνεις. Πρέπει να έχεις κάνει 1, και να λες ότι έχεις κάνει 10. Αν έχεις κάνει 1 και λες ότι δεν έχεις κάνει τίποτα, στο τέλος θεωρείσαι απολεσθείς. Δεν ξέρω αν γίνομαι σαφής.

Κρ.Π.: Γι’ αυτό είπα να εξηγούμε, ειδικά σήμερα, γιατί μοιάζει να μην είναι τίποτα αυτονόητο πια.

Αρλέτα: Να σας πω κάτι. Ουδέποτε μιλάω γι’ αυτά τα πράγματα. Δεν μου άρεσε, και εξακολουθεί να μη μου αρέσει. Δηλαδή, κάτι το κάνεις, επειδή εσύ το αισθάνεσαι. Δεν το κάνεις για να έχεις ένα διάφορο. Εγώ τουλάχιστον έτσι σκέφτομαι, και δεν έχω πρόθεση να πάψω να σκέφτομαι έτσι, επειδή όλοι οι άλλοι σκέφτονται αλλιώς. Είμαι πολύ πεισματάρα ως Ρουμελιώτισσα, ξέρετε. Είμαι αγύριστο κεφάλι, έτσι μου λένε, και δεν έχω λόγο να διαφωνήσω μαζί τους. Το έχω πληρώσει πολύ ακριβά, και χαίρομαι και ιδιαίτερα γι’ αυτό.

Κρ.Π.: Και στη συνέχεια, τι έγινε;

Αρλέτα: Δεν το είχα πάρει σοβαρά το τραγούδι, φυσικά. Γιατί εμένα, το μόνο που με ενδιέφερε ήταν να τελειώσω τη σχολή μου. Κι αυτό και έκανα. Και κει που είπα, τελειώσαμε με το τραγούδι, πάμε παρακάτω, παίρνω ένα τηλεφώνημα, ότι θέλει να με δει ο Ζορζ Μουστακί.

Τότε ο Μουστακί ήταν πολύ… στα πάνω του. Τους κλείνω το τηλέφωνο, γιατί νόμιζα ότι με κοροϊδεύανε, αλλά μετά και το 4ο τηλεφώνημα επείσθην, και πήγα στις Σπέτσες, στο σπίτι της Ναταλίας Μελά, που ήταν φίλος της ο Μουστακί και φιλοξενείτο εκεί, και με κάλεσε να τραγουδήσω στο Bobino, στο Παρίσι.

Βρέθηκα εκεί χωρίς να το καταλάβω για πρώτη φορά σε σκηνή θεάτρου. Μέχρι τότε είχα τραγουδήσει σε πολύ μικρούς χώρους, όπου ήμασταν αγκαλιά ο κόσμος κι εγώ, και γινόντουσαν διάφοροι καυγάδες, όπου εκεί πέρα, έπαθα τέτοιο τράκ(γιατί εγώ έχω γενικώς τρακ, ακόμα και τώρα έχω) που βγήκα στη σκηνή σχεδόν με κλωτσιά. Είχα κοκαλώσει τελείως και ένας μου έδωσε μια γερή σκουντιά και έτσι βγήκα. Ήμουν και πιο αδύνατη απ’ ότι είμαι τώρα, οπότε μπορούσε κάποιος να με σκουντήξει.

Κρ.Π.: Έχετε ιδιαίτερο χιούμορ…

Αρλέτα: Όχι δεν είναι. Είναι η αλήθεια. Τώρα αν με σκουντήξει κάποιος θα πέσω κάτω, γιατί δεν έχω ισορροπία. Ακόμα χειρότερα. Πάντα ήμουν ανισόρροπη, τώρα είμαι ακόμα περισσότερο.

Και βρέθηκα, τότε, ένα μήνα, να τραγουδώ λοιπόν στο Παρίσι. Ήταν πραγματικά, μια πολύ σημαντική εμπειρία, και υπεύθυνος για το ότι συνέχισα να τραγουδώ, ήταν ο Μουστακί απ’ τη μία, και μετά ο Πατσιφάς απ’ την άλλη, με τον οποίο είχαμε τσακωθεί για πολύ σοβαρό λόγο και δεν μιλούσαμε για δύο χρόνια, ενώ με κυνηγούσε για να κάνουμε την Τρίτη Ανθολογία του Σπανού, και αφού με κυνήγησε, μου υποσχέθηκε ότι θα κάνω ένα δίσκο όπως τον ήθελα και έτσι έκανα την Τρίτη Ανθολογία.

Και ευτυχώς που την έκανα, γιατί πραγματικά είναι από τους καλύτερους δίσκους που έχω κάνει και ίσως είναι η καλύτερη δουλειά που έχει κάνει και ο Γιάννης Σπανός.

Επίσης, τα τραγούδια τα αγάπησε ο κόσμος πάρα πολύ, που είναι ακόμα σημαντικότερο. Τα τραγούδια ήταν η Ομίχλη, το Σ’ είπανε Θεό, Ο θρήνος της μάνας, σε στίχους ποιητών που τους αποκαλούν ήσσονες.

Δεν ξέρω ακριβώς, γιατί τους λένε έτσι, αλλά έτσι τους λένε. Έχει να κάνει με το πόσο γνωστοί είναι. Κάποιοι από αυτούς, θεωρώ ότι είναι πολύ σημαντικοί. Ή τουλάχιστον κάποιες από τις δουλειές που έχουν κάνει.

Εγώ είμαι πολύ Καβαφική… Υπάρχει ένα ποίημα του Καβάφη, όπου ένας νεαρός παραπονιέται, ότι τόσο καιρό προσπαθεί και δεν έχει γράψει παρά μόνο ένα μικρό ποιηματάκι, και του λέει ότι ακόμα κι αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό.

Άρχισα να διαβάζω Καβάφη σε ηλικία 16 ετών, και τον διαβάζω ακόμα κάθε τρεις και λίγο, και θεωρώ ότι είναι πραγματικά συγκλονιστικός. Αλλά θέλει πάρα πολύ προσοχή, γιατί αν κάνεις λάθος έστω και μία αναπνοή, τον έχασες. Είναι ποιητής, που έχει τέτοια ακρίβεια… Απίστευτη ακρίβεια.

Και θεωρώ ότι είναι πάρα πολύ σημαντικός για πολλούς λόγους. Πρώτον, γιατί, την ιστορία την έχει βάλει στην τσέπη του, όχι αυθαίρετα, αλλά με πάρα πολύ βάθος, και επίσης έχει σκάψει πάρα πολύ τον ανθρώπινο πόνο και τον έρωτα(τον έχει σκάψει πραγματικά), και έχει βγάλει αυτά που βγαίνουν από πολύ βαθιά…

Κρ.Π.: Σαν από τον Όμηρο το νήμα να ένωσε ο Καβάφης;

Αρλέτα: Εγώ πιστεύω ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα ποίησης. Και εξακολουθεί να είναι. Κι αυτό το ξεχνάμε. Ότι είμαστε από τις λίγες χώρες στον κόσμο, που εξακολουθεί και βγάζει ποιητές. Είναι πολύ σημαντικό. Αλλά, το πρόβλημα είναι, ότι ουδείς ασχολήθηκε ποτέ με τους καλλιτέχνες στην Ελλάδα. Μόνο να τους κυνηγάνε ξέρουν, παρά οτιδήποτε άλλο. Γιατί γι’ αυτούς καλλιτέχνης, είναι μόνον αυτός που τραγουδάει κάπου και τους διασκεδάζει(ούτε καν τους ψυχαγωγεί…)

Κρ.Π.: Και κάποιος που δίνει λεφτά…

Αρλέτα: Μιλάω για τον κόσμο, που δεν τους δίνει λεφτά, τους παίρνει λεφτά. Αυτόν θέλουνε.

Και για μένα τέχνη δεν ήταν μόνο το τραγούδι, αλλά το τραγούδι το θεωρώ πολύ δύσκολο μέρος της τέχνης. Πολλοί δεν το θεωρούν έτσι.

Έχουμε μία τάση, γενικώς, να αισθανόμαστε ανώτεροι, ότι και να είμαστε… Έχω πολλά παραδείγματα απ’ αυτό, το έχω ψάξει πολύ. Έχουμε μία τάση να θέλουμε να κοιτάμε τον άλλον αφ’ υψηλού. Εγώ δεν το είχα ποτέ μου αυτό, και είναι κάτι που δεν μου αρέσει καθόλου, όποιος και να είναι ο άλλος.

Οι πιο αξιόλογοι άνθρωποι που έχω γνωρίσει, και έχω γνωρίσει μερικούς πολύ αξιόλογους ανθρώπους, ήταν οι απλούστεροι και οι πιο ταπεινοί απ’ όλους. Όλες οι επηρμένες κεφαλές που έχω γνωρίσει σε κοιτάνε σα να είσαι μυρμήγκι, ενώ οι ίδιοι δεν είναι τίποτε άλλο από αμοιβάδες(γιατί μολύνουν κιόλας).

Κρ.Π.: Δυστυχώς…

Αρλέτα: Ναι, αλλά όλοι τους δεχόμαστε…

Δυστυχώς, αυτό που λέγεται Παιδεία, είναι αυτό που μαθαίνει τον άνθρωπο να κρίνει. Δεν είναι οι γνώσεις που συσσωρεύει. Ειδικά σήμερα, με την ευκολία που έχουμε στην πληροφόρηση, το να έχεις μια γνώση είναι πολύ απλό. Το θέμα είναι τι την κάνεις αυτή τη γνώση, και σε ποιο πεδίο την ψάχνεις.

Ας πούμε κι εγώ, έχω αρχίσει, κι έχω μπει στο ιντερνέτ. Δεν είμαι άσχετη. Αλλά για να ψάξεις στο ιντερνέτ πρέπει να ξέρεις τι ψάχνεις. Αν δεν ξέρεις τι ψάχνεις, τι κάνεις εκεί; Ο κομπιούτορας είναι ένα χαζό μηχάνημα, τίποτε άλλο. Μπορεί αύριο να μην είναι… Αν και πιστεύω, ότι πάλι θα είναι, γιατί άνθρωποι θα το έχουν φτιάξει.

Κρ.Π.: Όλα τα μέσα είναι πώς τα χρησιμοποιείς…

Αρλέτα: Οι άνθρωποι, για μένα, σήμερα, βρίσκονται στο έσχατο σημείο χαζομάρας. Όντως. Είναι πολύ μεγάλη συζήτηση, ας το αφήσουμε.

Κρ.Π.: Πώς το εννοείτε;

Αρλέτα: Όταν ο άνθρωπος έχει τα μέσα που έχει, και εξακολουθεί να τα χρησιμοποιεί μόνο για να σκοτώσει και να καταστρέψει, ε, με συγχωρείτε, τα λάχανα είναι πολύ πιο έξυπνα από αυτόν.

Κρ.Π.: Να συνεχίσετε, με την πορεία που είχατε στη μουσική;

Αρλέτα: Ξεκίνησα, λοιπόν, με τρεις δίσκους, «Αρλέτα 1», «Αρλέτα 2», «Αρλέτα 3», μόνο με κιθάρα και με τους ίδιους περίπου συντελεστές, νέοι άνθρωποι, πάντα.

Από τον δεύτερο δίσκο, άρχισα να γράφω και δικά μου τραγούδια. Ζήλευα. Ζήλευα πάρα πολύ. Και το πρώτο που έκανα ήταν Τα Μικρά Παιδιά. Δεν είχα ξαναγράψει, ούτε στιχάκι ποτέ. Γιατί εγώ δεν έγραφα στίχους, ούτε ως έφηβη.

Μετά ήταν του Χατζηδάκι, το 12 συν 1, μετά αν θυμάμαι καλά, ήταν οι Έξι Μέρες, σε ποίηση της Παυλίνας Παμπούδη και μουσική δική μου, στη συνέχεια ήταν η διακοπή της χούντας, και ο πρώτος δίσκος που έκανα μετά τη χούντα, ήταν η Τρίτη Ανθολογία του Σπανού. Μετά έκανα το Παιδί της Γης, σε ποίηση Χατζηδάκι και μουσική του Μαυρουδή, κατόπιν το Ένα καπέλο τραγούδια που είναι όλος δικός μου, στίχοι και μουσική.

Μετά, νομίζω ότι ήταν ο δίσκος που έκανα με τον Λάκη Παπαδόπουλο, το Περίπου.

Στη συνέχεια, όταν έφυγε από τη Λύρα ο Πατσιφάς, δεν ήθελα να είμαι πια, αν και μου προτάθηκε να αναλάβω τη μισή παραγωγή της εταιρείας αλλά αρνήθηκα να το κάνω, γιατί είπα στον κύριο που μου το πρότεινε, ότι εγώ είμαι ενεργός καλλιτέχνης, και δεν μπορώ να κάνω τον χωροφύλακα στους συναδέλφους μου.

Με αυτά και με άλλα, βρέθηκα στη Sony, όπου έκανα πολύ καλούς δίσκους: Ο πρώτος ήταν το Τσάι γιασεμιού, ο δεύτερος ήταν το Μετά Τιμής. Έκανα καινούργιες δουλειές, και ενδιάμεσα έκανα και νέες εκτελέσεις. Μετά, έκανα το Ζητάτε να σας πω, με παλιά τραγούδια τα οποία τραγουδούσα σαν παιδί και εξακολουθώ να τα τραγουδάω και τα αγαπώ πάρα πολύ.

Κι εγώ τραγουδάω τα τραγούδια που αγαπώ και μου αντέχουν στον χρόνο. Δηλαδή, ένα τραγούδι που μπορώ να το τραγουδάω 40 χρόνια ή 50 και να μη με κουράζει, αυτό μου αρέσει. Όπως και ένα καινούργιο τραγούδι, ή ένα παλιό που μπορεί να το ανακαλύψω τώρα. Δεν έχει καμία σημασία. Θα βγω και θα το πω και θα μ’ αρέσει πολύ…

Ακολούθησε το Άσε τα κρυφά κρυμμένα, με μισά τραγούδια δικά μου και μισά άλλων, και το Έμπορος ονείρων, και μετά έκανα 13 χρόνια να τραγουδήσω…

Κρ.Π.: Γιατί;

Αρλέτα: Διότι ουδείς ήθελε να κάνει δίσκο μαζί μου.

Κρ.Π.: Σε ποια δεκαετία συνέβη αυτό;

Αρλέτα: Νομίζω το ’90. Μετά το 1995 που βγήκε ο Έμπορος ονείρων, και το βιβλίο μου: Από πού πάνε για την άνοιξη;. Μετά από αυτό, έκανα 13 χρόνια να… σκάσω μύτη, με το Και πάλι χαίρεται.

Κρ.Π.: Το 2009;

Αρλέτα: Ναι, πρέπει να ήταν πριν τρία χρόνια περίπου. Έγινε μετά από μια περιπέτεια πολύ σοβαρή και όταν βγήκε αυτό το cd ανακάλυψαν στα αρχεία της Λύρα μια ηχογράφηση που είχε γίνει demo για να σταλεί έξω, με δώδεκα τραγούδια στα αγγλικά.

Αυτά ήταν τα τελευταία που έκανα, και δεν ξέρω αν θα ξανακάνω τίποτα. Γιατί οι δισκογραφικές εταιρείες για μένα δεν υφίστανται. Έχει ξεφτιλιστεί τελείως η κατάσταση.

Και κάνω αυτά που αγαπάω, κι αυτά που μ’ αρέσουν, κι αυτό έχω σκοπό να κάνω…

Κρ.Π.: Αυτό το διάστημα των 13 χρόνων, που δεν εμφανιστήκατε πουθενά, δηλαδή, από το 1995 μέχρι το 2009;

Aρλέτα: Δεν ήταν επειδή το ήθελα, ήταν κατ’ ανάγκην. Σε μια δεκαετία έχω πάθει περίπου έξι πολύ σοβαρές ασθένειες. Ήμουν άρρωστη, δηλαδή, σχεδόν συνέχεια. Κι αυτό σίγουρα δε μου επέτρεπε να κάνω τίποτα. Ήμουν ή άρρωστη, ή σε ανάρρωση, όπως και τώρα είμαι σε ανάρρωση. Και σε λίγο θα ξαναείμαι.

Kρ.Π.: Έχετε πάρει ντοκτορά στο θέμα της ίασης…

Αρλέτα: Νομίζω έχω πάρει πολλά ολυμπιακά μετάλλια… Ένα πράγμα που είμαι προπονημένη, είναι στις αρρώστιες.

Κρ.Π.: Και ο πατέρας σας ήταν γιατρός…

Αρλέτα: Ναι ήταν γιατρός, και πολύ καλός γιατρός. Και δυστυχώς γι αυτόν και για μας, ιδεολόγος.

Κρ.Π.: Πώς αντιμετωπίζετε μια ασθένεια;

Αρλέτα: Όταν έρθει, ή φεύγεις, ή μένεις. Απ’ τη στιγμή που μένεις, θα πρέπει να προσπαθήσεις να ζήσεις όσο γίνεται καλύτερα. Δεν ξέρω να σας πω ακριβώς, γιατί δεν έχω προλάβει και πολλά πράγματα. Μόλις έφευγε το ένα, ερχόταν το άλλο. Χρειάζεται πάρα πολύ υπομονή, κάτι που έχω, αλλά έχω φτάσει και στο όριό μου, νομίζω. Δεν ξέρω αν θ’ αντέξω τίποτε άλλο. Είμαι, πάντως, άνθρωπος μεγάλης αντοχής.

Κρ.Π.: Ήρωας.

Αρλέτα: Δεν είμαι ήρωας, απλώς έχω κακό γονίδιο. Αλλά και πολύ γερό οργανισμό. Έτσι μου λένε. Αλλιώς δεν θα άντεχα.

Το θέμα είναι ότι πλέον χρωστάω τη ζωή μου σε κάποιους ανθρώπους, και δεν μπορώ να την πάρω πίσω μόνη μου. Δεν είναι δικιά μου πια.

Κρ.Π.: Πώς το εννοείτε αυτό;

Αρλέτα: Εννοώ ότι αν δεν ήταν αυτοί οι άνθρωποι, εγώ δεν ήμουν εδώ, τώρα. Άρα τους την χρωστάω, δεν είναι δικιά μου. Κι επίσης, χρωστάω και της Μιχαλούς. Αυτό είναι σίγουρο.

Κρ.Π.: Εννοείται συναισθηματικά ή πρακτικά;

Αρλέτα: Και συναισθηματικά, και πρακτικά, και ουσιαστικά και όπως θέλετε. Και ξέρετε, μπορεί να έχω πάρα πολλά ελαττώματα, αλλά δεν νομίζω ότι είμαι αχάριστος άνθρωπος. Άχρηστη μπορεί να είμαι, αχάριστη όχι.

Kρ.Π.: Θέλετε να πείτε και για το Νέο Κύμα;

Αρλέτα: Υπάρχει ένας μύθος εκεί. Το Νέο Κύμα, εγώ το συνάντησα προς το τέλος του. Το Νέο Κύμα, ήταν η Καίτη Χωματά, ο Γιώργος Ζωγράφος, ο Γιάννης Σπανός, ο Μαυρουδής, ο Κοντογιώργος, αυτοί το ξεκίνησαν…

Εγώ ήρθα προς το τέλος. Γιατί το Νέο Κύμα, μετά τη χούντα δεν υπήρχε. Κι επίσης, κυνηγήθηκε πάρα πολύ ακόμα κι από κάποιους που ήταν μέσα σ’ αυτό.

Ξέχασα να αναφέρω και τον Διονύση Σαββόπουλο, γιατί κι αυτός ήταν Νέο Κύμα. Το θυμήθηκε πριν από λίγο καιρό.

Το Νέο Κύμα, είναι κάτι που κυνηγήθηκε και δυσφημίστηκε κατά κόρον, πιστεύω γιατί ήταν δημιουργία μιας ομάδας ανθρώπων, με επικεφαλή τον Αλέκο Πατσιφά που έκανε τη Λύρα. Δεν ήταν δηλαδή, ένα είδος που το έκανε ο κόσμος και μετά το πήραν μυρωδιά οι υπόλοιποι. Ήταν δημιούργημα ανθρώπων. Και στην Ελλάδα, τα δημιουργήματα των ανθρώπων δεν πολυαρέσουν. Ή δολοφονούμε τους κυβερνήτες, ή δολοφονούμε τους καλλιτέχνες. Κι αυτό το λέω μετά λόγου γνώσεως.

Αν καθίσουμε να λάβουμε υπόψιν μας το πόσο έχουν δυσφημιστεί οι καλλιτέχνες στην Ελλάδα… Πράγματα τα οποία ξεχνάμε όταν αρχίζουν να τους εκθειάζουν. Δεν θέλω να αναφερθώ συγκεκριμένα. Αλλά θα ‘πρεπε να γίνει μία έρευνα πάνω σ’ αυτό.

Και επίσης, το γεγονός, ότι το ελληνικό κράτος, είναι πάρα πολύ εχθρικό με τους καλλιτέχνες. Όλοι νομίζουν ότι οι καλλιτέχνες είναι ζάπλουτοι.

Εγώ αν έχω να πάρω 100 ευρώ, πριν τα πάρω, τα 33 πάνε στο κράτος. Έχω 33% κρατήσεις στην πηγή. Και βέβαια, μετά, έχουμε επιπλέον φορολογία.

Επίσης, είμαι ουσιαστικά ανασφάλιστη, διότι εμάς μας γράψανε στο ΙΚΑ, όταν εγώ ήμουν 45 χρονών, ενώ τραγουδούσα από τα 20. Κι αν δεν είχα μια ασφάλιση απ’ τον πατέρα μου, όλα αυτά που έχω περάσει, δεν θα τα είχα περάσει, βέβαια. Θα είχα φύγει μια ώρα αρχύτερα…

Το ελληνικό κράτος, όμως, διαλέγει τρείς – τέσσερις οι οποίοι είναι οι γνωστότεροι, και νομίζει κανείς ότι όλοι είναι έτσι… Αλλά, για να υπάρξουν αυτοί οι τρεις – τέσσερις, οι top, πρέπει να υπάρχουν και οι υπόλοιποι. Δεν γίνεται αλλιώς. Για παράδειγμα, μια ποδοσφαιρική ομάδα έχει τ’ αστέρια της. Δεν παίζουν μόνα τους, όμως. Έχουν ανάγκη και τους άλλους για να κάνουν παιχνίδι… Σ’ αυτή τη χώρα, δεν λαμβάνουν υπόψη τους, ότι πρέπει να υπάρχει κι ένας χώρος καλλιτεχνικός και δημιουργικός για να υπάρξουν και οι μεγάλοι. Εδώ, μόνο οι μεγάλοι τους ενδιαφέρουν.

Το πως γίνανε, πως βγήκανε, πως σταθήκανε, ουδέναν ενδιαφέρει. Και ξέρετε, αυτό είναι πάρα πολύ άσχημο, γιατί η Ελλάδα είναι χώρος με πάρα πολλά ταλέντα και γενικά οι Έλληνες, ήταν ένας λαός καλλιεργημένος, μόνο και μόνο επειδή μίλαγε ελληνικά. Μόνο και να μιλάς αυτή τη γλώσσα, είσαι καλλιεργημένος. Είναι τόσο πλούσια και τόσο παλιά. Τά ‘χει όλα μέσα της.

Τώρα πάνε να την καταργήσουν κι αυτή για να ησυχάσουμε.

Και όλοι, με πάρα πολύ χαρά… και εδώ θα το πω αυτό και θέλω πολύ να γραφτεί: Μία κυρία πριν από κάποια χρόνια –κι έχω καλή μνήμη, παρόλα τα εγκεφαλικά που έχω περάσει, είμαι μια χαρά- είπε ότι πρέπει τα αγγλικά να γίνουν επίσημη γλώσσα του ελληνικού κράτους. Κι αντί να την κρεμάσουν ανάποδα στο Σύνταγμα, την έκαναν υπουργό Παιδείας!

Κρ.Π.: Την κυρία Διαμαντοπούλου, εννοείτε…

Αρλέτα: Την κυρία Διαμαντοπούλου με το όνομα. Ουδείς και πουθενά, δεν είδα να αναφέρει ή να αναφέρεται σ’ αυτό. Ενώ το είπε, και είναι καταγραμμένο. Δεν το λέω εγώ. Αυτό αν το είχε πει άνθρωπος, θα έπρεπε να τον είχαν κρεμάσει στο Σύνταγμα, και να του είχαν βάλει και φωτιά από κάτω. Και αντί γι’ αυτό, έγινε υπουργός Παιδείας, παρακαλώ!

Δεν την ξέρω προσωπικά την κυρία. Αλλά αυτή τη φράση που είπε, δεν πρόκειται να την συγχωρήσω όσο ζω. Γιατί, αν γύρισα στην Ελλάδα, γύρισα για τη γλώσσα. Είμαι ερωτευμένη με τη γλώσσα.

Και η Ελλάδα, είναι μια χώρα, σαν την Ιθάκη. Δεν έχει να δώσει… Όλοι γυρεύουν απ’ την Ελλάδα, να φάνε, να φάνε, να φάνε. Δεν έχει να δώσει η Ελλάδα πολλά πράγματα. Είναι μια χώρα παλιά. Φτωχή δεν είναι. Είναι παλιά, κι έχει πάρα πολλές ανάγκες.

Αυτό που δεν καταλαβαίνουν, είναι πως και μόνο το ότι υπάρχουμε, είναι ένα θαύμα. Αν καθίσει κάποιος να σκεφτεί ότι άλλοι λαοί αφομοιώθηκαν σε χρόνο ρεκόρ… κι αντίθετα, εμείς, 2 χιλιάδες χρόνια μετά, δεν αφομοιωθήκαμε! Και τώρα, πάμε να αφομοιωθούμε. Και όλοι, είναι πανευτυχείς που πάμε να αφομοιωθούμε με πρωτεργάτη την πρώην υπουργό Παιδείας.

Διότι, ακούω στην τηλεόραση να λένε ότι αγγλικούρες μπορείτε να φανταστείτε –γιατί ούτε αγγλικά ξέρουν. Οι δε δημοσιογράφοι της κρατικής τηλεόρασης, το τι πατάτες λένε, δεν λέγεται. Κι εγώ, τους πληρώνω, αυτούς. Κι όταν πληρώνω κάποιον έχω την απαίτηση να μιλάει ελληνικά. Όχι την επιθυμία. Την απαίτηση.

Να σας πω όμως κάτι. Ότι και να κάνουνε, δεν πρόκειται να την ξεριζώσουν αυτή τη γλώσσα. Έχετε προσπαθήσει να ξεριζώσετε άγρια βάτα; Δεν ξεριζώνονται με τίποτα.

Το θέμα είναι, πόσοι νέοι άνθρωποι θα αντισταθούν; Πιστεύω ότι θα υπάρξουν λίγοι, πολλοί λίγοι, γιατί οι έλληνες έτσι κι αλλιώς είναι πολύ λίγοι. Πάντα ήταν μικρός λαός.

Κι αυτό που λέμε «είμαι Έλληνας», είναι πολύ βαρύ πράγμα. Είμαι τελείως κάθετη. Είχα παρακολουθήσει στα ορεινά της Κρήτης, δύο γέρους να μιλάνε σε ένα καφενείο, και να έχουν μία φιλοσοφική συζήτηση, απίστευτη. Κι επίσης είχα δάσκαλο τον Παντελή Πρεβελάκη, ο οποίος είχε ζήσει όλη του τη ζωή στο Παρίσι, αλλά εξακολουθούσε να έχει μία τόσο βαριά κρητική προφορά, που πολύ το φχαριστιόμουνα. Δηλαδή, έλεγε γαλλικές λέξεις, και νόμιζες ότι ήσουνα στα ορεινά χωριά της Κρήτης.

Και άλλοι πηγαίνουν για ένα μήνα στο εξωτερικό, και γυρνάνε κι έχουν ξεχάσει τα ελληνικά τους. Μπερδεύουν τις λέξεις. Θεούλη μου και Παναγία μου. Τι γυφτιά!(αν και δεν μ’ αρέσει η λέξη, γιατί οι γύφτοι είναι πολλές φορές, καλύτεροι από μας).

Κρ.Π.: Είπατε ότι κατάγεστε από τη Ρούμελη;

Αρλέτα: Πατρίδα μου, πραγματική, όπως είπα, είναι τα Εξάρχεια. Η καταγωγή μου είναι και από τις δύο μεριές από τη Ρούμελη. Έχω και μία ρίζα από την προγιαγιά μου, από την Κρήτη. Η μητέρα μου ήταν μέσα από τη Λειβαδιά, ο πατέρας μου από τον Ορχομενό, μισή ώρα μακριά από τη Λειβαδιά. Και είμαι από τη μια μεριά από τζάκι(από τη μεριά της μαμάς μας), κι από την άλλη από φουφού(από τη μεριά του μπαμπά). Σύμφωνα με τα πρότυπα της εσπερίας, όχι τα δικά μου.

Η γιαγιά μου, η μητέρα της μητέρας μου, ήταν λίγο high society… Διότι η γιαγιά μου, από τη μεριά του μπαμπά μου, για μένα ήταν ακόμα πιο high society, ήταν θεραπεύτρια όπως και ο παππούς μου, κι από αυτή την οικογένεια, ο πατέρας μου, ήταν το μόνο παιδί που σπούδασε και κατάφερε να γίνει γιατρός.

Αλλά δεν πρόλαβα να γνωρίσω καλά όλους τους προγόνους μου. Γενικά, δεν είμαστε μακρόβια οικογένεια.

Κρ.Π.: Εύχομαι να το… σπάσετε αυτό.

Αρλέτα: Για την ώρα, έχω σπάσει τα μούτρα μου, τόσες φορές, κι έχω δει το χάρο με τα μάτια μου άλλες τόσες, και μού χει πει, σήκω φύγε. Δεν εξηγείται αλλιώς. Γιατί εγώ, δεν έπρεπε να ‘μαι εδώ, τώρα…

Κρ.Π.: Το όνομα Αρλέτα, πώς προέκυψε;

Αρλέτα: Με βάφτισαν Αργυρώ – Νικολέτα. Ο νονός μου πήρε το Αρ- από το Αργυρώ και το Λέτα από το Νικολέτα, και έτσι έγινε το Αρλέτα, ένα όνομα που υπάρχει στη γαλλία, ως Αρλετ, και το είχε και μία γαλλίδα ηθοποιός, που την έλεγαν Αρλετύ.

Κρ.Π.: Έχετε πολύ ήρεμη φωνή.

Αρλέτα: Είμαι αποτελεσματικότετη από τα βαρβιρουρικά και πολύ ολιγότερον τοξική. Έχω κοιμήσει πολλά μωρά και έχω ησυχάσει και πολλά μωρά. Ένα από αυτά ήμουν κι εγώ -η μητέρα μου το έχει πει, γιατί εγώ δεν το θυμόμουν: ότι όταν ήμουν μωρό νανουριζόμουνα μόνη μου.-

https://www.youtube.com/watch?v=uxIAAMy99Ek

Ξεδιψώντας στην έρημο -για την Φλέρυ Νταντωνάκη. Tου Θωμά Κοροβίνη

07:41, 17 Ιαν 2013 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/116823

Είμαι  μια πηγή, μια πληγή, μια προσευχή, ένα όνειρο. Ένας άνεμος κακοποιός μ’ έριξε σ’ αυτή την ξέρα, που δεν έχει όνομα, ούτε τέλος κι αρχή, ένας αέρας κακοήθης με πήρε και με πέταξε σ’ αυτή την  άγνωστη άκρη.

Ξοδεύτηκα σε περιπλανήσεις ατέρμονες μήπως έρθω στα ίσια μου, δαπανήθηκα στα αγκαθωτά μονοπάτια του έρωτα, περπάτησα απ’ άκρου εις
άκρον αναζητώντας τους δρόμους της Φιλίας που δεν είχαν μέχρι τότε ανιχνευτεί κι έφτασα ως το τέρμα  ζητιανεύοντας ψυχία  αγάπης περισσευάμενης,  να ξεδιψάσω στη Σαχάρα των πόλεων -η ψυχή μου κολυμπούσε στην άβυσσο.

Όταν τους είχα χρεία, αλάργευαν, με περικύκλωναν, όταν ζητούσα τη γαλήνη. Γνώρισα μάγους, φακίρηδες, οιωνοσκόπους, δαιμονισμένους, κυνικούς, αλητάμπουρες, πούστηδες, ξόρκια.

Τσαρλατάνους με όψη σοφού, νταβατζήδες με μάσκα Χριστού, πρόθυμοι όλοι τους να σταματήσουν την ακατάσχετη αιμορραγία της ψυχής μου, τους πλήρωσα με όλα μου τα λεφτά, όλα μου τα στολίδια, το τελευταίο μου χαϊμαλί μου το σούφρωσε ένα τζάνκι ανέστιο που τον έκανα μια νύχτα μουσαφίρη  στην καλύβα μου, δίπλα σ’ έναν παραπόταμο του Γάγγη.

Ενώ απέναντί μου φλεγόμενα λείψανα έσβηναν στον ορίζοντα στο ταξίδι του αποχαιρετισμού. Έγινα πλάνης στον κόσμο των Ινδιών, εκεί που γεννήθηκε η  μάνα του τραγουδιού  και του άφατου πόνου, εκεί που ζουν ακόμη οι ανέγγιχτοι, που δεν τολμάει κανείς να τους σιμώσει.

Μάζεψα τα κομμάτια μου, γύρισα πίσω, για να πιάσω το νήμα απ’ την αρχή.

Στην Κρήτη, παιδούλα, με έδεναν σ’ ένα καρεκλάκι πισθάγκωνα, με τσιμπούσαν με μια βελόνα. Αν μάζευα όλο εκείνο το αίμα μου που έσταζε!

Όταν με  έλυναν, έτρεχα στα ρουμάνια, παρέα με τ’ αγρίμια, στα πεδινά μάζευα  καυκαλίθρες, σταμναγκάθια, έπλεκα  στεφάνια από αγριοκρέμμυδα, τα φορούσα στέμμα στην εβένινη κόμη μου και γινόμουν η κόρη της Κνωσού, η  θυγατέρα του Μίνωα, η θεά των όφεων.

Η πληγή που μου άνοιξαν δεν έχει ταίρι.

Α, Δεν έχει εδώ ούτε για τα κοράκια φωλιές! Εδώ, στους άνυδρους αμμόλοφους, μόνο τσακάλια θ’ ανταμώσω, αγριεμένα απ’ το μαρτύριο της δίψας και της πείνας, να τσακώνονται πάνω απ’ τα σαπισμένα κουφάρια των όρνεων.

Εδώ περπάτησε γυμνή η Μαρία η Αιγυπτία με τα μαλλιά ως τους αστραγάλους της πλεγμένα σαν ψάθα. Εδώ δοκιμάστηκε η ψυχή του Ρεμπώ.

Εδώ πιο κάτω πάλεψε ο Διγενής με τον Χάρο. Πού να τελειώνει ο κόσμος; Πού να τελειώνουν τα βάσανα; Περπατώ με τα μάτια κλειστά ψηλαφώντας το χάος. Χωρίς αίσθημα μα και χωρίς ψευδαισθήσεις.

Ναι,  όπως λέει ο προφήτης Ουίλιαμ Μπλέικ <<Οι χαρές είναι αγέλαστες, οι λύπες είναι αδάκρυτες>>.

Έχω απομείνει, ναυαγός ανυπεράσπιστος σ’ αυτή  την σκάλα, που έχει από όλους τους ναυτικούς της γης λησμονηθεί. Και ποιος να δέσει και ν’ αράξει σ’ αυτό τον κάβο τον παντέρημο; Εμένα στα πολλά τα μποφόρια νταγιαντούσε η βάρκα μου, πώς έμπασε νερά και βούλιαξε με τέτοια μπουνάτσα;

Α, κάποιος μου γνέφει απ’ το πέλαγος. Είναι ο Μάνος! Ο Μάνος και μου τραγουδά: << Στην αποβάθρα με περιμένει ένας καημός, δεν είν’ δικός μου, δεν είν δικός σου, μόνο είν’ του φίλου που έφυγε δίχως να μας μιλήσει…….>>.

Στην Αμερική με προσκάλεσαν να ενσαρκώσω την Μπλανς Ντυμπουά, μιαν απεγνωσμένη γυναίκα του Νότου. Δε μου
πρέπανε τέτοιοι ρόλοι, είμαι εγώ ένα κορίτσι  απ’ τη Μεσόγειο, γεμάτο
σφρίγος.

Δε γίνεται να δροσιστώ σ’ αυτή την ξέρα που μ’ έστειλαν εξορία. Μόνο με τ’ όνειρο, ναι, με την δύναμη του ονείρου. Εκεί θα βρεθώ και θα μείνω για πάντα.

Στο μπαλκονάκι μου που έκανα νυχτέρια με την Πανσέληνο  κορτάροντας τα άστρα. Τραγουδώντας το <<Άσπιλε>>, την <<Φραγκοσυριανή>>, την  <<Αχάριστη>>, το <<Bella cao>>, το <<Imagin>>.

Εκεί θα τρέξω με φτερά του ονείρου μου  να ξεχαστώ, κι έτσι ας με θυμάστε, καθώς θα τραγουδώ το ποίημα της Σαπφώς όταν προσεύχεται στην  θαλασσογέννητη  Αφροδίτη για την αγάπη της: <<Κέλομαί σε Γογγύλα…….>>.-

Θωμάς Κοροβίνης

*Κείμενο, από ομιλία του συγγραφέα, ερευνητή και τραγουδοποιού Θωμά Κοροβίνη, για το «Mεγάλο Αφιέρωμα στη Φλέρυ Νταντωνάκη, την Τραγουδίστρια του Ουρανού:

Για δύο συνεχόμενα βράδυα, την Παρασκευή, 11 και το Σάββατο 12/2/12, που η Θεσσαλονίκη τίμησε τη ιέρεια του τραγουδιού Φλέρυ Νταντωνάκη στην αίθουσα του UNDERGROUND-ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟΥ του Γιώργου Κορδομενίδη της οδού Δεσπεραί.

Μέσα σε άκρως μυσταγωγική ατμόσφαιρα και πλήθος συγκινημένων  ακροατών μίλησαν για την ζωή και το έργο της Φλέρυς ο ποιητής Γιώργος Χρονάς, ο συγγραφέας-τραγουδοποιός Θωμάς Κοροβίνης  και ο σκηνοθέτης Αντώνης Μποσκαίτης, του οποίου η εξαιρετική ταινία για την Φλέρυ προβλήθηκε στο τέλος της εκδήλωσης.

Ακούστηκαν τραγούδια από την εργογραφία της Νταντωνάκη και του Χατζιδάκι από τον τραγουδιστή Παντελή Θεοχαρίδη με τον Γιάννη Φιλιπποπολίτη στο πιάνο και ένα τραγούδι το Κοροβίη με το τίτλο «Φλέρυ» που ηχογραφήθηκε το 1992.

Το λαϊκό και ρεμπέτικο τραγούδι στη Θεσσαλονίκη. Tου Θωμά Κοροβίνη

23:12, 22 Δεκ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/114508
rempetikopgtfyfghlhjh

Ας μη γελιόμαστε, λαϊκό τραγούδι δεν υπάρχει παρά μόνο ως επιβίωμα και ως εμμονή κάποιων στερνών μονομάχων που το στηρίζουν. Έχουμε να κάνουμε μ’ έναν λαό νέας κοπής που η ψυχοσύνθεσή του έχει υποστεί ραγδαίες αλλοιώσεις οι οποίες έχουν καταντήσει ακόμη και την πιο πρόσφατη πολιτιστική ταυτότητά του μη αναγνωρίσιμη. Του Θωμά Κοροβίνη

Η Θεσσαλονίκη υπήρξε για αιώνες ένα πολυπολιτισμικό χωνευτήρι των τεχνών και μια κομβική πόλη-σταθμός, από πολλές πλευρές η δεύτερη σε σημασία μητρόπολη δύο αυτοκρατοριών μετά την Βασιλεύουσα, αργότερα Κονσταντινιγιέ και κατόπιν Ιστανμπούλ. Είναι  χτισμένη σε μια θέση, όπου συνυπήρξαν άλλοτε με σχετική ή πλήρη αυτονομία και αυτάρκεια και άλλοτε συνδυαστικά ή αλληλοεπιδραστικά όλα τα μουσικά ρεύματα και οι συρμοί των καιρών.

Η θέση της  και η ιστορία της την φέρνουν ποτέ εντελώς μέσα, πάντοτε όμως  πολύ κοντά, τόσο στην Ανατολή, όσο και στη Δύση, άλλο τόσο όμως και στα Βαλκάνια.

Η αείμνηστη δασκάλα μας  Άλκη Κυριακίδου-Νέστορος δίνει μέσα σε λίγες καίριες προτάσεις μια περιεκτική εικόνα της διαχρονικής σημασίας της:

«Μια πόλη, μια κοσμόπολη σαν την Θεσσαλονίκη μοιάζει με μωσαϊκό.
Η κάθε ψηφίδα της έχει άλλο χρώμα, άλλο σχήμα, άλλη προέλευση. Προέρχεται από μια διαφορετική εποχή ή από μια διαφορετική παράδοση.  Όλες αυτές οι ψηφίδες μαζί, ετερόκλητες, φτιάχνουν μια πολύπλοκη σύνθεση που έχει, ωστόσο, τη λογική της.
Η Θεσσαλονίκη, η δεύτερη πόλη της ελληνικής επικράτειας, είναι ο ιδεολογικός κρίκος που συνδέει την ελληνική αρχαιότητα μέσα από το Βυζάντιο, με την νεώτερη Ελλάδα».

Το μόρφωμα της Θεσσαλονίκης αρκετούς αιώνες πριν και για  λίγο μετά την ένταξή της στον εθνικό κορμό, δηλαδή μέχρι την συνθήκη της Λωζάνης,  θα μπορούσε κανείς να πει ότι συνδυάζει τοπογραφικά, πολιτιστικά, ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά, που την κάνουν να προσιδιάζει σ’ ένα παρδαλό άστυ, που μοιάζει αρκετά με την Σμύρνη και λιγότερο με την Πόλη, έχει κάτι από τις μεσογειακές  πολιτείες της Ισπανίας και λιγότερο της Ιταλίας ή της Γαλλίας –εδώ έπαιξε έντονα τον ρόλο του το σεφραδίτικο στοιχείο των κατοίκων της- αλλά ταυτόχρονα την διακρίνει κι ένας βαλκανικός αέρας που παρόμοιος κάπως φυσάει σε πόλεις σαν τη Σόφια ή το Βελιγράδι και στην πιο παρακατιανή, τρόπος του λέγειν, εκδοχή, τα Σκόπια.

Στην υπόδουλη Θεσσαλονίκη η βυζαντινή παράδοση εξακολούθησε να δίνει καρπούς ιδίως μέσω της ψαλτικής τέχνης την οποία θεραπεύουν με ζήλο οι ιεροψάλτες στους ορθόδοξους ναούς που λειτουργούσαν.

Παράλληλα τραγούδια της τάβλας, καλαματιανά και συρτά, που έρχονται από τα χωριά της επαρχίας ιδίως της κεντρικής και της δυτικής Μακεδονίας αλλά ακόμη μέχρι και από την Ανατολική  Θράκη  δημιουργούν μια παρακαταθήκη σκοπών και τραγουδιού, δημοτικού, θα λέγαμε ύφους, με κεντρική θεματογραφία  την Θεσσαλονίκη, τις ομορφιές  της, τα τσαρσιά και τα μπεζεστένια της, τις γυναίκες και τους λεβέντες της.  (θέμα που εν πολλοίς έχουν αναδείξει οι μελέτες και οι συλλογές του Γιώργη Μελίκη)

Ταυτοχρόνως σε διάφορες κεντρικές γωνιές της συντελούνται καθημερινώς μικρές μουσικές πανηγύρεις.

Για παράδειγμα, στο Ασλά χαν, εκεί που σήμερα περίπου βρίσκονται οι εγκαταστάσεις της εφημερίδας «Μακεδονία», κάθε Παρασκευή λαδωμένοι Τούρκοι πεχλιβάνηδες έκαναν παλαιστικούς αγώνες ενώ τους συνόδευαν κομπανίες Γύφτων με εκκωφαντικούς ζουρνάδες και θεόρατα τύμπανα και η απαραίτητη γύρα με το ταψάκι για το μπαχτσίσι των θεατών και ακροατών.

Ανατολική μουσική με φανερές βυζαντινογενείς επιδράσεις στην διαμόρφωση των μακάμ  (των μουσικών δρόμων) παιζόταν και στους μουσουλμάνικους τεκέδες της, στους πιο ξακουστούς ειδικά, σαν εκείνον των Μεβλεβί δερβισάδων έξω απ’ τα τείχη της Άνω Πόλης, το πλουσιότερο ίσως ισλαμικό μοναστήρι της  οθωμανικής αυτοκρατορίας, που το σάρωσε ο στείρος ελληνοκεντρικός εθνικισμός- και τον Φετιχιέ τεκέ, απέναντι από τον Άγιο Δημήτριο, που κάηκε στην πυρκαγιά του’ 17.

Τα τάγματα αυτά είχαν θέσει ως σκοπό να διασώσουν την μυστικιστική μουσική που την αποδίδουν  σε παράσταση οι ιεροί χοροί «σεμά» των περιδονούμενων δερβισών με την συνοδεία ποικίλων τύπου πλαγίαυλου, του γνωστού νέι ή  νάι.

Πολλά και αξιόλογα λαϊκά τραγούδια γα τη νέα τους πατρίδα έχουν και οι Θεσσαλονικιοί Εβραίοι Σεφαραδί, κάποια από αυτά, όπως ανέδειξαν μελετήματα του αείμνηστου Αλμπέρτου Ναρ, του Ξενοφώντα Κοκόλη και άλλων, κάποτε  συγκλίνουν και με την ατμόσφαιρα γνωστών ρεμπέτικων, μερικά μάλιστα ταυτίζονται, αφού κρατιέται ατόφια η μελωδία και μετατρέπεται απλώς ο στίχος στην ισπανοεβραϊκή γλώσσα.

Υπάρχουν επίσης λίγα δημοτικά ή λαϊκά τραγούδια βλάχικα και  ακόμη πιο λίγα τουρκικά που αναφέρονται υμνητικά ή αποτροπιαστικά στην Θεσσαλονίκη.

Η Θεσσαλονίκη είναι η δεύτερη πόλη και το δεύτερο λιμάνι μετά τον Πειραιά που αναθρέφει το ρεμπέτικο. Η Σμύρνη είναι η γιαγιά του, η Σύρα είναι η  μάνα του, ο Πειραιάς η δασκάλα του μα επάνω στον οργασμό του η Θεσσαλονίκη είναι η φιλόξενη αγαπητικιά όπου βρίσκει την πιο τρανή υποδοχή για  την καλλιέργειά του.

Η Θεσσαλονίκη, μετά και την επαίσχυντη και διεθνώς ουδέποτε και ουδαμού γενομένη,  συνθήκη της ανταλλαγής,  δικαιωματικά μπορεί να φέρει τον τίτλο της «Πρωτεύουσας των προσφύγων», όπως ευφυώς την βάφτισε ο Γιώργος Ιωάννου, ένα άξιο πνευματικό τέκνο της που έπαιξε πρωταρχικό ρόλο στην ανάδειξη του μεταπολεμικού πολιτιστικού προσώπου της.

Η πρόσληψη του ρεμπέτικου στους προσφυγικούς συνοικισμούς της υπήρξε ενθουσιώδης.

Η πόλη την δεκαετία του’  30 και του’ 40  –παρά τα δεινά, -Μεταξική δικτατορία, Κατοχή, Εμφύλιος και μετεμφυλιακές διώξεις του λαού- και, σε μεγάλο βαθμό ίσως εξαιτίας τους-  γίνεται σιτοβολώνας του ρεμπέτικου τραγουδιού που καλλιεργείται σχεδόν παράλληλα τόσο στους πολυάριθμους τεκέδες της, όσο και στα μικρά και απομακρυσμένα και αργότερα στα πιο κεντρικά ταβερνάκια, όπου το ρεμπέτικο θεραπευόταν από μικρή ορχήστρα άνευ μικροφώνων, μια παράδοση που συνεχίστηκε  και που εξακολουθεί ευτυχώς -κατά κάποιον τρόπο- και παρά την σταδιακή φθορά της να ισχύει σε μικροκλίμακα μέχρι σήμερα.

Πολύ ενδιαφέρουσες παραστατικές μαρτυρίες με αναφορές στην γέννηση και την ακμή του ρεμπέτικου στη Θεσσαλονίκη βρίσκουμε στις αυτοβιογραφίες του Μπίνη και του Βαμβακάρη.

Ο Τάκης Μπίνης, γεννημένος το 1923, λίγους μήνες μετά την ανταλλαγή από γονείς Αϊβαλιώτες, μεγαλωμένος στην Τούμπα, γαλουχημένος από πιτσιρίκος στην ατμόσφαιρα των τεκέδων, όπως του Παναγιώτη Μαύρου και των ταβερνείων, όπως του Σουρή και του Μόνου, στην αυτοβιογραφία του με τον τίτλο «Βίος ρεμπέτικος» μιλάει για την γνωριμία του στη Θεσσαλονίκη το 1934 με τον Παπαϊωάννου φαντάρο μα ήδη γνωστό μπουζουξή και αργότερα, το 1940  με τον Τσιτσάνη.

Στο βιβλίο αυτό ανακαλύπτει κανείς πολλές πληροφορίες γύρω από την ατμόσφαιρα που επικρατούσε στα πολυάριθμα στέκια της Θεσσαλονίκης την δεκαετία του’  30, προς το τέλος της οποίας ανεβαίνει και ο Μπίνης στο πάλκο, στο Βαρδάρη, στη  Τούμπα, στην Καλαμαριά και αλλού. Ο Μπίνης μαθαίνει το μπουζούκι από αλανιάρηδες γείτονες.

Και εξομολογείται:

«Έπίσημος μπουζουξής με όνομα δεν υπήρχε τότε στη Θεσσαλονίκη και τα λαϊκά συγκροτήματα αποτελούνταν από σαντούρια, βιολιά, ντέφια, ούτια, και πουθενά, μέχρι το 1935, δεν υπήρχε μπουζούκι επαγγελματικά. Υπήρχαν πολλοί ερασιτέχνες που έπαιζαν για το κέφι τους και το κέφι της παρέας σε τεκέδες και κουτουκάκια, στις προσφυγικές συνοικίες και στο Βαρδάρι».

Σε άλλες σελίδες του βιβλίου μας δίνει πληροφορίες για την ατμόσφαιρα και παραθέτει τα ονόματα πολλών από τα ξακουστά κέντρα της εποχής, όπου στα πάλκα τους θριάμβευε το ρεμπέτικο.

(τα πιο γνωστά: στην Εγνατία, του «Κουφού» και του «Δημόκα», στην Αριστοτέλους : του Βαγγέλη Φραγκολεβαντίνου, Ερμού και Αγίας Σοφίας : το «Αμπελάκι» που έπαιζε ο Τσιτσάνης  κι απέναντι η «Μιμόζα» που έπαιζε ο Γιοβάν τσαούς και ο Καλδάρας, στην Εθνικής Αμύνης: η αντιστασιακή επί Κατοχής ταβέρνα του «Μπούκη», στην Άνω Πόλη : μικροορχήστρες με σαντουρόβιολα, στη Νικηφόρου Φωκά : τα «Κούτσουρα» του Δαλαμάγκα, στο Καραμπουρνάκι : ο «Έλατος» και του «Γιόσκα, στο Βαρδάρι : του σκυλόμαγκα και ταγματασφαλίτη «Κέρκυρα», του «Μακρή», του «Κυπαρίσση», του «Σταμπουλού», του αρχινταβατζή «Καφαντάρη» και οι τεκέδες του Τσικρικόνη και του Σαλικουρτζή)

Ο Μάρκος στην «Αυτοβιογραφία» του, πρώτον:  αναφέρει πληροφορίες για τα κέντρα και τους καλλιτέχνες που συνεργάστηκε, (στου Παπάφη με τον Μπάτη, στην Απάνω Τούμπα με τον Μπάτη και τον Παπαϊωάννου, στην οδό Ειρήνης με τον Παπαϊωάννου –και, εδώ, με καθημερινό θαμώνα τον Τσαουσάκη).

Δεύτερον,  πλέκει ένα μοναδικό  εγκώμιο για την Θεσσαλονίκη της εποχής του’ 30 :

«Η Θεσσαλονίκη μ’ άρεσε πολύ. Ωραία πόλη… Δεν θυμάμαι άλλα μαγαζιά που παίζανε λαϊκά αλλά άκουγα, το τάδε μέρος, το τάδε μέρος…. Αλλά η αγορά της Θεσσαλονίκης μου έκανε εντύπωση. Μεγάλα νταραβέρια, μεγάλα πράματα…. Κόσμος, φτωχόκοσμος έτρεχε ντυμένος καλά. Και οι γυναίκες προπαντός πολύ σικ. Πολύ εντυνόντουσαν και οι άντρες.  Δηλαδή πλούσια χώρα. Σα να ήσουνα στην Ευρώπη… Έγραψα τότε και τραγούδι για τη  Θεσσαλονίκη:

Ωραία την επέρασα μες στη Θεσσαλονίκη, 
θυμήθηκα το δώδεκα που πήραμε τη νίκη.
Μικροί μεγάλοι τρέξανε εμένα για να ιδούνε,
ν’ ακούσουνε γλυκιά πενιά και να φχαριστηθούνε.
Πλούσια είναι τα ελέη τους κι αυτά τα χωρατά τους
κι εμένα μ’ αγαπήσανε όλοι με την καρδιά τους. 

Τέλος, ο Βαμβακάρης μας δίνει ένα πορτρέτο  -της προσωπικής του εκτιμήσεως βέβαια- του διαβόητου Νίκου Μουσχουντή, ζηλωτή κομμουνιστοφάγου μα παραδόξως υψηλού προστάτη του μπουζουκιού και των τεκέδων. (Μια αντικειμενική έρευνα για την ζωή αυτού του ανθρώπου και του κύκλου του θα ήταν πολλαπλά χρήσιμη για την κοινωνιολογικού, πολιτικού και πολιτιστικού χαρακτήρα διερεύνηση της Θεσσαλονίκης επί Κατοχής και Εμφυλίου)

Η Θεσσαλονίκη παίζει σημαντικό ρόλο στην διαμόρφωση της καλλιτεχνικής προσωπικότητας του Βασίλη Τσιτσάνη και είναι βασική μήτρα της δημιουργίας του για τα νεανικά του χρόνια*.

Η μεγάλη Ρόζα Εσκενάζυ τραγουδάει εδώ στα πολύ νεανικά της χρόνια στη δεκαετία του’ 20.

Δεν έχουμε ακριβή στοιχεία για την ύπαρξη καφέ αμάν και καφέ σαντάν, ο Κώστας Τομανάς στα βιβλία του για την Θεσσαλονίκη έχει κάποιες αναφορές, ενώ ο σοβαρός μελετητής Αριστομένης Καλυβιώτης από την Καρδίτσα φέρνει στο φως την ύπαρξη εργοστασίου κοπής δίσκων γραμμοφώνου στη Θεσσαλονίκη στις αρχές του περασμένου αιώνα παράλληλα με την Πόλη και την Σμύρνη.

Γνωστοί Θεσσαλονικιοί μουσικοί που διαπρέπουν στο πάλκο και συνεργάζονται ιδίως με τον Τσιτσάνη είναι ο παλαιστής Πρόδρομος Τσαουσάκης, ανακάλυψη του Τσιτσάνη, που εξελίσσεται σε κορυφαίο ερμηνευτή ρεμπέτικων τραγουδιών, το ντουέτο  Μίγγος – Τσανάκας, αργότερα ο μπουζουξής  Κοκοράκι, η τραγουδίστρια Σεβάς χανούμ, οι τραγουδιστές Γιώργος Χατζηαντωνίου και Σταύρος Καμπάνης, η Μαρινέλλα, και άλλοι.

Στα τέλη της δεκαετίας του’ 50 και καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του’ 60, καθώς το λαϊκό τραγούδι αποενοχοποιείται από το στίγμα των κατωγείων και των ναρκωτικών, χαρακτηριστικά  αμαύρωναν την φήμη του προγενέστερου ρεμπέτικου, και ενώ τα σαλόνια ενδίδουν στον -μόλις πριν λίγο καιρό θεωρούμενο από τους ίδιους τους αστούς και την κρατική εξουσία που τον εδίωκε τριτοκλασάτο ήχο του μπουζουκιού-, η Θεσσαλονίκη γεμίζει κοσμικά κέντρα τύπου «Χορτατζήδες», «Ντελίς», «Φάληρο», «Σταυράκης», «Καλαμάκι» και «Καλαμίτσα», «Ταμπάκης», «Φλοίσβος», «Καρεκλάς», «Κουκουνάρες», «Σαπέρας», «Ηλιοβασιλέμματα», και άλλα ων ουκ έστιν αριθμός.

Οι πρωταγωνιστές του λαϊκού τραγουδιού που θριαμβεύει στα πάλκα και στην δισκογραφία ανεβαίνουν συχνά στην γλεντζού φτωχομάνα.

Τα γνωστά ντουέτα Μητσάκης-Χρυσάφη, Τσιτσάνης-Νίνου, Χιώτης-Λίντα, Τόλης και Λίτσα Χάρμα, η Μπέλλου η οποία συνδέεται ιδιαίτερα με την πόλη και την επισκέπτεται πολλές φορές το χρόνο ως το τέλος, ο Καζαντζίδης, ο οποίος επίσης συνδέεται συναισθηματικά, τραγουδάει εμβληματικά τραγούδια για την Θεσσαλονίκη, όπως τη «Μεγάλη φτωχομάνα» του Χιώτη και το «Ο Γεντί κουλές στενάζει», ο Τζουανάκος, ο Λαύκας, η Πόλυ Πάνου, ο Αγγελόπουλος, η Γιώτα Λύδια, η Καίτη Γκραίη, ο Μπιθικώτσης, ο Διονυσίου, ο Μενιδιάτης, ο Μαρκάκης και άλλοι.

Την ίδια εποχή παρατηρούνται σημαντικές αλλαγές στη σύνθεση της ορχήστρας και στην πρόταση εκτέλεσης των τραγουδιών, καθώς προστίθεται και γίνεται απαραίτητο το ακορντεόν και αργότερα η ντραμς ενώ κατά προαίρεσιν οι μαγαζάτορες  επιλέγουν να συνοδεύει την ορχήστρα μια φανταχτερή χορεύτρια-τραγουδίστρια-θεατρίνα, νέο είδος που καθιερώνεται από μόδα στις πίστες και τραβάει πελατεία.

Στην δεκαετία του’  70 και του’  80 θριαμβεύει κυρίως στο κέντρο «ΜΙΝΟΥΙ», η θρυλική Λιλή-Ζαχαρένια Βαλαβάνη,  με τους σπουδαίους παρτενέρ της μπουζουξήδες Γιώργο Καμπουρέλλο και Σωκράτη Θεοδωρίδη.

Τον ίδιο καιρό σημαντική είναι η παρουσία του εξαίρετου ερμηνευτή και σολίστα του μπουζουκιού Στέλιου Κεφάλα –και αργότερα της κόρης του Μαριάνθης-, του θρυλικού Χοντρονάκου ή Στέφανου Κιουπρούλη με τον μπαγλαμά του, που έχει και ωραίες συνθέσεις για την Θεσσαλονίκη στο όνομά του, της Μαριώς που πέρασε πολλά θεσαλονικιώτικα τραγούδια στην δισκογραφία και άλλων.

Όλοι οι προαναφερθέντες  καλλιτέχνες  συντηρούν με σεβασμό ή συνεχίζουν στο πάλκο ή στις ηχογραφήσεις τον ρεμπέτικο μύθο της Θεσσαλονίκης και γενικότερα της χώρας.

Πολλοί από τους σημαντικούς δημιουργούς που έζησαν ή πέρασαν από δω υμνογραφούν την Θεσσαλονίκη, τις ομορφιές της, τα τοπία της, τα γλέντια, το λαό της, την προσφυγιά της, τους Θεσσαλονικιούς «ξηγημένους, μάγκες και δερβίσια» της, τις γυναίκες της.

Ο Μάρκος, ο Τσιτσάνης, ο Χιώτης, ο Τσαουσάκης, ο Ρούκουνας, ο Γενίτσαρης, ο Καλδάρας, ο Γούναρης, ο Ζαμπέτας, ο Κολοκοτρώνης, ο Καζαντζίδης, ο Γαβαλάς, Ξεχωρίζουν οι συνθέσεις : «Θυμήθηκα το’ 12» του Βαμβακάρη,  «Όμορφη Θεσσαλονίκη» του Τσιτσάνη, «Θεσσαλονίκη μου»  ή «Φτωχομάννα» του Χιώτη, το ωραιότατο αλέγκρο «Μάγισσα Θεσσαλονίκη» του Γαβαλά, και η νεώτερη «Θεσσαλονίκη» του Ζαμπέτα.

Η μυθολογία γύρω από το διαβόητο βυζαντινό Επταπύργιο αποτελεί δυνατή πηγή έμπνευσης για πολλά τραγούδια του εγκλεισμού, της απομόνωσης, των βασανιστηρίων, της καταδίκης, τα οποία άμεσα ή έμμεσα συνδέονται με τα τραγούδια του τεκέ, μουρμούρικα, χασάπικα, απτάλικα και ζεϊμπέκικα,  αδέσποτα ή επώνυμα, με κοινό παρονομαστή την παρανομία, την κλεψιά, το φονικό και κυρίως τη μαστούρα από το χασίσι.

Τα σημαντικότερα από αυτά είναι:

«Πέντε χρόνια δικασμένος» του Σμυρνιού Βαγγέλη Παπάζογλου, εμβληματικό άσμα που έχει κακοποιηθεί έχοντας υποστεί σωρεία κλοπών και νοθεύσεων, «Τα κάστρα του Γεντί κουλέ» και «Βράδιασε και στο Γεντί κουλέ» του Γιώργου  Μητσάκη που έζησε στη πόλη από το 1937 ως το 1939,  «Κελί μου κατασκότεινο» του Στέλιου Καζαντζίδη, «Αναστενάζει ο Γεντί κουλές» του Σαράντη Κοντομάτη,  και το «Γεντί κουλέ» του Βασίλη Τσιτσάνη, σε στίχους της αθάνατης Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, με την συγκλονιστική ερμηνεία του Τσαουσάκη και της Νίνου.

Η μυθολογία του Βαρδάρη έχει επίσης αξιοποιηθεί λιγότερο στο ρεμπέτικο και περισσότερο στο νεώτερο τραγούδι σε συνθέσεις του Νίκου Παπάζογλου, του Θάνου Μικρούτσικου πάνω σε στίχους του Νίκου Καββαδία, του Ντίνου Χριστιανόπουλου σε στίχους δικούς του,  νεώτερων όπως του Γιώργου Σφυρίδη, του Γιάνη Τσολακίδη και άλλων.

Ενώ, συνεχίζοντας μια παράδοση που συντηρεί τους ποικίλους μύθους της Θεσαλονίκης στο πανελλήνιο,  συνθέτες και στιχουργοί, λαϊκοί σαν τον Χρήστο Νικολόπουλο, τον Κώστα Βίρβο, τον Πυθαγόρα, τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, τον Λευτέρη Χαψιάδη, την Σώτια Τσώτου,  και άλλοι που έχουν χαρακτηριστεί «έντεχνοι» ή «έντεχνοι λαϊκοί», όπως πχ, ο Δήμος Μούτσης, ο Νίκος Ξυδάκης, η Αφροδίτη Μάνου, ο Σταμάτης Κραουνάκης, ο Λάκης Παπαδόπουλος, ο Γιάννης Μηλιώκας, ο Νίκος Γκάτσος, ο Ιάκωβος Καμπανέλλης, ο Μιχάλης Μπουρμπούλης, ο Γιώργος Χρονάς, γράφουν τραγούδια για την Θεσσαλονίκη, αλλά  η έμπνευση του Γιώργου Ιωάννου από τον Βαρδάρη και γενικότερα από τους θρύλους της νεώτερης Θεσσαλονίκης μας χαρίζει έναν από τους εξέχοντες δίσκους απάσης της ελληνικής δισκογραφίας του περασμένου αιώνα, το «Κέντρο διερχομένων» σε υποβλητικές συνθέσεις του Νίκου Μαμαγκάκη.

Σημαντικά   κέντρα και μουσικές σκηνές όπου έπαιζαν λαϊκή μουσική είναι:

το «ΜΠΑΛΚΟΝΑΚΙ», το «ΜΥΣΤΙΚΟ», το «ΤΗΝΕΛΛΑ», το «ΑΝΤ’ ΑΥΤΟΥ», η «ΒΑΡΔΙΑ», το «ΠΛΑΤΩ» και  η «ΑΙΓΛΗ» ή «ΓΕΝΙ ΧΑΜΑΜ», κλειστή κι αυτή σήμερα, ένας από τους πλέον ατμοσφαιρικούς χώρους σε πανελλήνια κλίμακα. Μεγάλοι  χώροι φιλοξενίας μουσικών σχημάτων με διάφορο βαθμό ποιοτικών επιλογών είναι   η «ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ»,  ο «ΜΥΛΟΣ»,  η  «ΒΙΛΚΑ».

Το τραγικό με όλους τους χώρους αυτούς, μεσαίας ή μεγάλης χωρητικότητος, είναι ότι οι νεόκοποι και τυχάρπαστοι συνήθως ιδιοκτήτες ή ενοικιαστές τους συχνά επιβάλλουν στην ορχήστρα με το στανιό ρεπερτόριο της δικής τους επιλογής με αποτέλεσμα το  ουλαλούμ πρόγραμμα και την ηθική μείωση των καλλιτεχνών.

Παραδοσιακές λαϊκές ταβέρνες, θεματοφύλακες του ρεμπέτικου και του λαϊκού τραγουδιού με ζωντανή ορχήστρα, τζουκ μποξ ή μαγνητόφωνο, και με την ολόψυχη συνδρομή και στήριξη των  φανατικών θαμώνων τους, τις τελευταίες δεκαετίες υπήρξαν και είναι:

«ΣΟΥΕΖ», «ΥΠΟΒΡΥΧΙΟ», «ΤΖΟΤΖΟΣ» «ΛΟΥΤΡΟΣ»,  «ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΝ»,  «ΑΣΥΛΟ»,  «ΚΟΥΦΟΣ», «ΚΟΚΟΡΑΣ»  και άλλες.

Οι μουσικές σκηνές της Θεσσαλονίκης ανέδειξαν μουσικούς-πολλοί είναι εμπειρικοί, άλλοι όμως σπουδαστές ή δάσκαλοι σε ωδεία-, όπως: ο Αγάθων Ιακωβίδης, από τους καλύτερους νεώτερους εκτελεστές του ρεμπέτικου μαζί με τον Γκολέ, τον Κοντογιάννη, τον Ξηντάρη, τον Τσέρτο, οι σολίστες του μπουζουκιού Χρήστος Μητρέτζης, Μανώλης Πάππος, Παύλος Παφρανίδης, και άλλοι ο και συνθέτης Ισίδωρος Παπαδάμου οι κιθαρίστες  Γιώργος Χουλιάρας, Δημήτρης Μυστακίδης Γιώργος Λίζος, Σταύρος Κρομμύδας, Αντώνης Κουμανδράκης,  Μάκης Πάντσιος,… και άλλοι, οι βιολιστές Κυριάκος Γκουβέντας, Φώτης Σιώτας, Στέργιος Γαργάλας Δημήτρης Θεοδωράκης και άλλοι, οι πιανίστες Γιώργος Καζαντζής, Θανάσης Μπιλιλής, Γιώργος Κοκκινάκης και άλλοι οι ακορντεονίστες Κώστας Βόμβολος (και συνθέτης), Κώστας Τσούκρας, Ηλίας Κρομμύδας, Δημήτρης Τσιολχάς,  οι κοντραμπασίστες και συνθέτες Μιχάλης Σιγανίδης,   και Κώστας Θεοδώρου καθώς και ο Δημήτρης Γουμπερίτσης, ο Δημήτρης Μπασλάμ και άλλοι, οι κρουστοί Λευτέρης Παύλου, Κατερίνα Παπαδοπούλου, και άλλοι. Εδώ, ας μου επιτραπεί να σημειώσω και την προσωπική μου συμβολή στη σύνθεση, το στίχο, την ερμηνεία δικών μου και καθιερωμένων λαϊκών τραγουδιών.

Διάδοχος ίσως του θρυλικού «ΜΙΝΟΥΙ» θα μπορούσε να θεωρηθεί  η «ΟΜΟΡΦΗ ΝΥΧΤΑ» του Χουλιάρα, ο περίφημος «ναός», που στην εποχή του, μέχρι το 2005 περίπου που έκλεισε, δεν είχε το ταίρι της ούτε στον Πειραιά και στην Αθήνα.

Ωραία μαγαζιά με ζωντανή λαϊκή μουσική που λειτουργούν ακόμη σήμερα είναι: η  κλασική πλέον   μουσική ταβέρνα «ΤΟΜΠΟΥΡΛΙΚΑ» του αγωνιστή μπουζουξή και ερμηνευτή  Παντελή Χατζηκυριάκου , το κέντρο του «ΠΛΑΣΤΑΡΑ» στα Κάστρα, η   λαϊκή μπουάτ «ΠΡΙΓΚΙΠΕΣΣΑ» στο Λευκό Πύργο,  και κάποια ταβερνάκια με ζωντανή λαϊκή ορχήστρα άνευ μικροφώνων, όπως το «ΧΑΤΖΗ ΜΠΑΞΕ», το  «ΠΗΡΕ ΚΑΙ ΒΡΑΔΥΑΖΕΙ» και κάποια άλλα.

Στο μεταξύ σημειώνεται η εμφάνιση αξιομνημόνευτων σχήματα παραδοσιακής μουσικής που έχουν τελευταίως αναδειχθεί στην πόλη, όπως ΟΙ «ΕΝ ΧΟΡΔΑΙΣ» και το συγκρότημα «ΛΩΞΑΝΔΡΑ». Σχεδόν ταυτόχρονα  ταλαντούχοι μουσικοί, όπως ο Γιάννης Αγγελάκας και ο Παύλος Παυλίδης προσεγγίζουν μια γκρίζα ή μαύρη εκδοχή τη Θεσσαλονίκης με εμπνευσμένες ροκ συνθέσεις.

Ιδιαίτερα πρέπει να τονιστεί η σημαίνουσα προσφορά ενός –με έναν ιδιαίτερο τρόπο- λαϊκού συνθέτη και ποιητή πρώτης γραμμής, του Θεσσαλονικιού Σταύρου Κουγιουμτζή, για τον οποίο η πατρίδα του αποτελεί βασικό πυρήνα  έμπνευσης, συνεργάζεται σχεδόν με όλους τους εξέχοντες λυρικούς ποιητές-στιχουργούς της εποχής μας, ιδιαιτέρως δε με τον σημαντικό ποιητή της Θεσσαλονίκης Γιώργο Θέμελη.

Η  στάση ζωής του Κουγιουμτζή αποτελεί μοναδικό παράδειγμα καλλιτέχνη αριστοτεχνικού μουσικού ύφους και  ακέραιου ήθους στα μεταπολεμικά μας χρόνια.

Ο Διονύσης Σαββόπουλος καταφεύγει νεαρός στην πρωτεύουσα κουβαλώντας μια τεράστια παρακαταθήκη αναμνήσεων από την Θεσσαλονίκη που διαμορφώνουν εν πολλοίς τη βάση των εμπνεύσεων για τη δημιουργία μιας ιδιόμορφης και ιδιοφυούς τραγουδιστικής εποποιίας.

Το ύφος του διακρίνεται από συγκερασμό στοιχείων με καταγωγή από το ρεμπέτικο, το δημοτικό τραγούδι,  την καντάδα, τις βαλκανικές ορχήστρες, την σύγχρονη δυτική ροκ κουλτούρα.

Ο λατρεμένος Νίκος Παπάζογλου, με συγγενικές καταβολές σαν εκείνες του Σαββόπουλου, αλλά με πιο επίμονη και πιο συναισθηματικής καταγωγής την κεντρομόλο ροπή του προς την Θεσσαλονίκη και την προσφυγιά της, δημιουργεί άκρως πρωτότυπους και ενδιαφέροντες κύκλους τραγουδιών με βάση το λαϊκό τραγούδι και μια μοναδική ανατολίζουσα –ενίοτε σπαρακτική, άλλοτε παιχνιδιάρικη  ερμηνεία.

Ο Μανώλης Ρασούλης, ένας λαϊκός δημιουργός και ποιητής αξιώσεων, τόσο μοντέρνος, όσο και παραδοσιακός μαζί, διαλέγει τα τελευταία χρόνια για θετή του πατρίδα την πόλη μας και την υποστηρίζει σθεναρά με την παρουσία του αλλά δεν τυχαίνει να εμπνευστεί ιδιαίτερα απ’ αυτήν (εξαίρεση το σουξέ «Πότε Βούδας, πότε Κούδας».

Τις δύο τελευταίες δεκαετίες εξακολουθούν να γεννιούνται και να παρουσιάζουν αξιοσημείωτες μουσικές εργασίες -σε ύφος που κατά βάση στηρίζεται στη λαϊκή μουσική παράδοση- με επιτυχία αξιόλογοι δημιουργοί, -πρώτη ταλεντομάννα πανελληνίως η Θεσσαλονίκη- κυρίως τραγουδοποιοί και συνθέτες που δημιουργούν ποιοτικό μουσικό και στιχουργικό έργο, όπως, ο Αργύρης Μπακιρτζής, ο Γιώργος Καζαντζής, ο Γιώργος Ζήκας, ο Σωκράτης Μάλαμας, ο Δημήτρης Ζερβουδάκης και άλλοι, καθώς και πολλοί και καλοί ερμηνευτές και ερμηνεύτριες, όπως η Μελίνα Κανά, η Λιζέτα Καλημέρη, η Ελένη Τσαλιγοπούλου, η Μαρία Φωτίου, η Κατερίνα Σιάπαντα, η Φωτεινή Βελεσιώτου, οι αδερφές Τσαϊρέλη, η Τουρκάλα Ντιλέκ Κοτς, ο Κώστας Μακεδόνας, οι αδελφοί Πρατσινάκη, ο Ανδρέας Καρακότας, ο Παντελής Θεοχαρίδης, ο Δημήτρης Νικολούδης, ο Παναγιώτης Καραδημήτρης και άλλοι. Πολλοί απ’ αυτούς   επιλέγουν να εργαστούν στην Αθήνα, δικαίως, αφού η συμπρωτεύουσα έχει αποδείξει ότι δεν διαθέτει τα μέσα, δεν έχει τον τρόπο ή την διάθεση να βοηθήσει στην ανάδειξη της εργασίας των δημιουργούν που διαμένουν εδώ και σχεδόν δε μπορεί πια να τους θρέψει.

Είναι δυστυχώς γεγονός ότι μια πόλη που πριν από είκοσι χρόνια διέθετε πολλά ατμοσφαιρικά στέκια του ρεμπέτικου και του λαϊκού τραγουδιού, σήμερα έχει ορφανέψει από αυτά και οι  καλοί μουσικοί και τραγουδιστές βρίσκονται εδώ και αρκετά χρόνια σε διαρκή και απεγνωσμένη αναζήτηση εργασίας.

Φαινόμενο, που αποτελεί επιμέρους χαρακτηριστικό μιας φθίνουσας πορείας του πολιτιστικού προσώπου της πόλης, η οποία τις τελευταίες δεκαετίες είχε γυρίσει  τις πλάτες της στις όποιες εξελικτικές διεργασίες της χώρας, προτίμησε το φλερτ με την συντηρητική εσωστρέφεια και αρκέστηκε να συνεχίσει να τραγουδά τον στείρο αμανέ της για την μπαμπέσα  Αθήνα, που «όλο της την φέρνει», εξαντλώντας η ίδια  την καθωσπρεπίστικη αμηχανία της σε αναπλάσεις διατηρητέων πλατειών  όπως τα Λαδάδικα, ή Άθωνος και η Εμπορίου που απευθύνονται σε ανυποψίαστους φοιτητές ή ιλουστρασιόν και λαμέ πελατεία του σαλονικιώτικου νεοπλουτιστάν, -όπως  θα’ λεγε και ο αείμνηστος αδελφός Ρασούλης–  σκυλοπόπ δημαρχιακές φιέστες και  πλαστικολουλουδοπόλεμο στα Σφαγεία.

Τόσο οι ταγοί της, όσο και η πλειοψηφία του λαού της επέλεξαν να την στρέψουν να μιμηθεί τα κακά της Αθήνας αλλά και τα κακά, ας πούμε,  της Λάρισας αντί για τα καλά, τα όποια καλά, της εσαεί «ένοχης» υποτίθεται,  πρωτεύουσας.

Ας μη γελιόμαστε, λαϊκό τραγούδι δεν υπάρχει παρά μόνο ως επιβίωμα και ως εμμονή κάποιων στερνών μονομάχων που το στηρίζουν. Έχουμε να κάνουμε μ’ έναν λαό νέας κοπής που η ψυχοσύνθεσή του έχει υποστεί ραγδαίες αλλοιώσεις οι οποίες έχουν καταντήσει ακόμη και την πιο πρόσφατη πολιτιστική ταυτότητά του μη αναγνωρίσιμη.

Παρόλα αυτά συν τω χρόνω έχει μαζευτεί μια ισχνή σοδειά για το ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι για την Θεσσαλονίκη : μονογραφίες, άρθρα, επιφυλλίδες, συνεντεύξεις, απόπειρες για την παρουσίαση πορτρέτων λαϊκών καλλιτεχνών,   που έχουν κατά καιρούς δημοσιευτεί στον περιοδικό τύπο  ή σε λαογραφικά και λογοτεχνικά έντυπα και ενδιαφέρουσες προσεγγίσεις περιοχών του τραγουδιού.

Ακόμη έχουν την αξία τους βιβλία που περιέχουν το κόρπους των δημιουργιών ενός δόκιμου καλλιτέχνη, όπως εκείνα του Σταύρου Κουγιουμτζή και του Διονύση Σαββόπουλου και αυτοβιογραφίες όπως της Σεβάς χανούμ και της Καίτης Γκραίη.

Όλα αυτά  μαζί συνδιαμορφώνουν το υλικό για την σύνθεση ενός πρώτου πεδίου έρευνας γύρω από το ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι στην πόλη μας.

Να προσθέσω και δουλειές που μου έρχονται στο νου, όπως πονήματα του Ηλία Πετρόπουλου, του Ντίνου Χριστιανόπουλου, του Γιώργου Ιωάννου, του Τόλη Καζαντζή, και νεώτερων, όπως του Γιώργου Σκαμπαρδώνη, ιδίως με το «Ουζερί Τσιτσάνης»   και κάποια αφηγήματα, -δικά μου βιβλία, ιδίως το μυθιστόρημα «Όμορφη νύχτα» και άλλα-, του ακάματου Χρήστου Ζαφείρη, που ετοιμάζει μελέτη για το πρόσωπο του θεσσαλονικιώτικου τραγουδιού, του Άκη Γεροντάκη,  και άλλων.

Μη βαυκαλιζόμαστε βέβαια. Μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει τίποτε το ολοκληρωμένο.

Θα χρειάζονταν χρόνια αυτοθυσίας και επίπονης τριβής κάποιων καμικάζι της μελέτης και της έρευνας με πρόσφορο μόνον ένα υλικό δυσεύρετο έως απολεσθέν  και βάση την υπάρχουσα ισχνή βιβλιογραφία.

Η κατάσταση είναι θλιβερή. Πριν από χρόνια ο Φοίβος Ανωγιαννάκης έκανε θαύματα. Βρέθηκε κάποτε μια ερευνήτρια, η Δέσποινα Μαζαράκη και έγραψε την πολύτιμη μελέτη «Το λαϊκό κλαρίνο στην Ελλάδα».

Υπάρχει βέβαια παλαιά και νέα γενιά ερευνητών που επιμένουν : Ο Κουνάδης, ο Διονυσόπουλος, ο Χατζηδουλής, ο Μανιάτης, ο Λιάβας, ο Καλυβιώτης,  ο Κοντογιάννης, ο Μπαλαχούτης, ο Γεωργιάδης, ο Καπετανάκης και άλλοι. Μα αυτοί εργάζονται σε πανελλήνια κλίμακα και πάντως όχι ιδιαίτερα ή σχεδόν καθόλου για την μουσική ιστορία της Θεσσαλονίκης.

Είναι τραγικό επίσης που σήμερα δεν κυκλοφορεί στην χώρα μας κανένα περιοδικό για το λαϊκό τραγούδι εκτός από τον «Μετρονόμο» που επιμένει να εκδίδει ο χαλκέντερος νεαρός Θανάσης Συλιβός ιδίοις αναλώμασιν και πωλείται μόνο 4 ευρώ με ελάχιστους μουστερήδες.

Μήπως θα ήταν πιο χρήσιμο για όλους μας αντί να διοργανώνουμε συμπόσια για τέτοια σοβαρά θέματα, υψηλών απαιτήσεων, με ανύπαρκτη βιβλιογραφία, να στρωθούμε στη δουλειά για να διασώσουμε έστω τα έσχατα ψυχία του αστικού μουσικού πολιτισμού ενός λαού ο οποίος, προτού να γονατίσει, είχε ήδη εξόφθαλμα ενδώσει και αλλοτριωθεί;

Και πώς άραγε, δηλαδή με τι φόντα, να μιλήσουμε σχετικά με την ιστορία του λαϊκού τραγουδιού της πόλης μας ή της χώρας μας για  ολόκληρο τον περασμένο αιώνα, όταν δεν διαθέτουμε ούτε μια υποτυπώδη μονογραφία της ιστορίας του μπουζουκιού;

Θωμάς Κοροβίνης

Το κείμενο αποτελεί μια πρώτη απόπειρα πρωτεγενούς προσέγγισης ενός μεγάλου κεφαλαίου, του λαϊκού τραγουδιού στη Θεσσαλονίκη τον 20ο αι. Διαβάστηκε ως εισήγηση, την Τρίτη, 4 Σεπτεμβρίου, στο συνέδριο για την μουσική του Φεστιβάλ «Παρά θιν αλός» της Καλαμαριάς και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Μετρονόμος», τεύχος 46-Αφιέρωμα στον Μάνο Λοίζο.

Σημείωση: *(Δεν επεκτάθηκα επ’ αυτού, εκτενώς, επειδή για την σχέση του κορυφαίου συνθέτη με την πόλη μίλησε ο φίλος συγγραφέας Γιώργος Σκαμπαρδώνης).

O Θωμάς Κοροβίνης, φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση, έζησε για μια οχταετία στην Κωνσταντινούπολη. Εδώ και χρόνια ερευνά πτυχές του ελληνικού και του τουρκικού λαϊκού πολιτισμού καθώς και τις σχέσεις μεταξύ τους.

Συνεργάζεται με διάφορα περιοδικά πολιτιστικού προσανατολισμού.

Έγραψε τα βιβλία: Τουρκικές παροιμίες, Κανάλ ντ’ Αμούρ, Τα πρόσωπα της Σωτηρίας Μπέλλου, Φαχισέ Τσίκα, Σκανδαλιστικές και βωμολοχικές ελληνικές παροιμίες, Κωνσταντινούπολη Λογοτεχνική ανθολογία, Τούρκοι ποιητές υμνούν την Κωνσταντινούπολη, Ο Μάρκος στο χαρέμι, Το χτικιό της Άνω Τούμπας, Τρία ζεϊμπέκικα και ένα ποίημα για τον Γιώργο Κούδα, Οι Ασίκηδες ‒ Εισαγωγή και ανθολογία της τουρκικής λαϊκής ποίησης από τον 13ο αιώνα μέχρι σήμερα, Οι Ζεϊμπέκοι της Μικράς Ασίας, Αφιέρωμα στον Στέλιο Καζαντζίδη, Θεσσαλονίκη 2005 – Ρεπορτάζ – Στον αδελφό Γιώργο Ιωάννου πού λείπει 20 χρόνια στην καταπακτή, Σμύρνη, μια πόλη στην λογοτεχνία, Όμορφη Νύχτα ‒ Χρονογραφία-μυθιστόρημα για 20 χρόνια λαϊκού τραγουδιού στη Θεσσαλονίκη [1985-2005], Ο Καραγκιόζης λαϊκός τραγουδιστής, Ο γύρος του θανάτου, Θεσσαλονίκη 1912-2012 ‒ Μέσα στα στενά σου τα σοκάκια, Το αγγελόκρουσμα – Η τελευταία νύχτα του κυρ-Αλέξανδρου.

Το 1995 τιμήθηκε με το βραβείο Ιπεκτσί. Για το μυθιστόρημά του Ο γύρος του θανάτου τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 2011.

Είναι συνθέτης, στιχουργός και ερμηνευτής λαϊκών τραγουδιών.

Δισκογραφία: Από έβενο κι αχάτη, Φουζουλή: Λεϊλά και Μετζνούν, Τακίμια, Το Κελί.

Συχνά παρουσιάζει συναυλίες με το δικό του ρεπερτόριο ή με θέματα του ρεμπέτικου και του λαϊκού τραγουδιού.

***
Φωτογραφία (Ο Βασίλης Τσιτσάνης με αφιέρωση στον Ηλία Πετρόπουλο), από το βιβλίο του Ηλία Πετρόπουλου, (2009) Ρεμπέτικα τραγούδια, Κέδρος

Παρασκευάς Καρασούλος: Είναι η μόνη περίοδος που το παρόν παραμένει ατραγούδιστο…

10:12, 19 Δεκ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/114434
karasoulosdfphdfgdui

«[…] είναι η μόνη περίοδος που το παρόν παραμένει ατραγούδιστο. Δεν έχουμε καινούργια τραγούδια που να εκφράζουν το αίσθημα του κόσμου. Κι αυτό είναι ένα πολύ μεγάλο έλλειμμα και μία πολύ μεγάλη απώλεια […] Νομίζω ότι ειδικά αυτή την περίοδο, οι Έλληνες δημιουργοί θα πρέπει να δουλέψουν όσο γίνεται περισσότερο, για να ενώσουν την κοινωνία στην αντιπαράθεσή της με όλο αυτό που συμβαίνει» Ο στιχουργός Παρασκευάς Καρασούλος, μιλά με την Κρυσταλία Πατούλη με αφορμή την ειδική έκδοση, ένα βιβλίο με 3  cd με  τίτλο Τρεις τελείες, αφιερωμένο στα 25 χρόνια της στιχουργικής του παρουσίας στο ελληνικό τραγούδι, αλλά και συμμετέχοντας στον δημόσιο διάλογο του tvxs.gr.

Π.Κ.: Η Ελλάδα υπήρξε μια χώρα κυρίως προφορικού πολιτισμού, οπότε μοιραία το τραγούδι είχε πολύ μεγάλη βαρύτητα στις ζωές και στις αναφορές όλων μας.

Φέτος, στην επέτειο του Πολυτεχνείου, το κανάλι της  Βουλής αναμετάδωσε την συναυλία του Άξιον Εστί στο Λυκαβηττό πριν 35 χρόνια, το 1977.  Η εικόνα ήταν καθηλωτική: Έβλεπες χιλιάδες ανθρώπους να επικοινωνούν με θρησκευτική ευλάβεια με ένα σπουδαίο μουσικό και ποιητικό έργο που και η εικόνα μόνο, διατηρούσε τη δύναμη της πρώτης συγκίνησης αναλοίωτη. Από την άλλη πλευρά η απόσταση των χρόνων έμοιαζε αγεφύρωτη…

Εύλογα  γεννιόταν το ερώτημα: τί μεσολάβησε όλα αυτά τα χρόνια, ώστε ένας ολόκληρος λαός να χάσει το τραγούδι του,  να αλλάξουν όλα τόσο πολύ; Για μένα το παρόν δεν πρέπει να μένει ατραγούδιστο, σε χώρες όπως η δική μας. Γιατί αν συμβεί αυτό χάνεται ένα όπλο έκφρασης, ενότητας  και άμυνας από τα χέρια του κόσμου πολύ σημαντικό. Η ευθύνη όλων μας είναι πολύ μεγάλη. Δεν πρέπει να  αφήσουμε να συμβεί κάτι τέτοιο.

Κρ.Π.: Για ποιό από τα τραγούδια σου, θα πεις την ιστορία του;

Π.Κ.: Νομίζω ότι ένα από τα πιο αυτοβιογραφικά τραγούδια μου είναι  η «Μικρή Πατρίδα» .

Στην πραγματικότητα  το τραγούδι αυτό όρισε τα σύνορα της δικής μου «εσωτερικής πατρίδας», την απόφασή μου να μείνω «εντός» και να ζήσω με τα υλικά που η ζωή μου δημιούργησε, τις σχέσεις μου, τις επιλογές  και τις αναφορές μου. Το λέω αυτό γιατί κυρίαρχο αίσθημα τα χρόνια που πέρασαν ήταν η φυγή. Η τάση να  δραπετεύουμε από τη χώρα μας –την εσωτερική αλλά και την ευρύτερη- να κόβουμε βίαια τις ρίζες και την σχέση μας με την ιστορία, να γινόμαστε αναλώσιμοι.

Βρισκόμουν σε μία περίοδο, το 1993, όταν γράφτηκε στο χαρτί, που ήταν πολύ μεταβατικά τα πράγματα, η χώρα άλλαζε, το τραγούδι της επίσης.

Ένιωσα ότι το μόνο στήριγμα, η μόνη μυθολογία που εξακολουθούσε να διαθέτει αυτάρκεια και δύναμη στη ζωή μου ήταν οι φίλοι μου, οι άνθρωποί μου με τους οποίους μοιράστηκα αξίες και οράματα,  άρα, η εσωτερική μου πατρίδα. Και το «δεν έκανα ταξίδια μακρινά», βγήκε αβίαστα στο χαρτί…

Άλλωστε, όλα τα τραγούδια  στον ομώνυμο δίσκο, είναι αφιερωμένα σε ανθρώπους που υπήρξαν στη ζωή μου και με έκαναν να αγαπήσω αυτή την χώρα, την Ελλάδα, που με διαμόρφωσαν, και αν θέλετε μ’ αυτό τον τρόπο τους επέστρεψα την οφειλή μου…

Κρ.Π.: Είχες δηλαδή στο νου σου  κάποιους συγκεκριμένους ανθρώπους όταν το έγραφες; Έχει τη δική της ιστορία η Μικρή πατρίδα ως δίσκος και τραγούδι;

Π.Κ.: Ήταν μια ενότητα τραγουδιών αφιερωμένων σε 13 ανθρώπους. Αρχική πρόθεση μου ήταν να δημιουργήσω τραγούδια – πορτραίτα φίλων μου που στην πραγματικότητα οι κοινές μας ζωές συγκρότησαν την προσωπική μου μυθολογία, την ιστορία μου λίγο ως πολύ.

Γράφτηκε μετά από μία περίοδο δύο ετών που υπήρξε για μένα δημιουργικά άνυδρη. Ένιωθα ότι είχε κλείσει ένας κύκλος και φοβόμουν ότι ίσως και να μην μπορέσω να ξαναγράψω πια.  Αφελώς βέβαια, γιατί σε έναν δημιουργό τα πράγματα δουλεύονται εσωτερικά, το εσωτερικό του εργαστήριο δουλεύει ακατάπαυστα.

Έτσι, όταν έφυγα ένα ταξίδι μόνος μου στη Μονεμβασιά και απομονώθηκα, όλη αυτή η ενότητα των τραγουδιών βγήκε αβίαστα μέσα σε 13 μέρες, κάτι που ήταν μια μοναδική εμπειρία.  Μέχρι που είπα, σταμάτα να γράφεις, γιατί μπορεί να γράφεις, πια, και βλακείες!

Μετά ως  ενότητα τραγουδιών, έκανε ένα ολόκληρο ταξίδι σε χέρια πολλών συνθετών, μέχρι να καταλήξει στα χέρια του Γιώργου Ανδρέου, ο οποίος ανέλαβε την τελική μελοποίησή της , και από εκεί και πέρα μας «πάντρεψε» και μας χαρακτήρισε και τους δύο αυτή η δουλειά.

Εκδόθηκε το 1996 σε cd και  αποτέλεσε και την «ιδρυτική πράξη» της Μικρής Άρκτου, που ξεκινήσαμε  με τον Ανδρέα Γεωργιάδη τον ίδιο χρόνο. Ήταν μια εποχή ευμάρειας και μεγάλων ζωτικών ψευδών για την ελληνική κοινωνία που,  δεν ευνοούσε  τις ανεξάρτητες δισκογραφικές ή εκδοτικές πρωτοβουλίες,  οπότε ήταν ένα ρίσκο και μια πολύ τολμηρή απόφαση από μεριάς μας.

Το τραγούδι «Μικρή πατρίδα», δεν ήταν από τα τραγούδια του δίσκου που  υπολογίζαμε ότι  θα ήταν πρώτης ακρόασης και άμεσης μεγάλης απήχησης. Παρόλα αυτά, μέσα στο χρόνο κέρδισε την απόσταση και με δική του ταχύτητα,  έγινε ένα τραγούδι, νομίζω, εμβληματικό των τελευταίων δεκαετιών.

Τραγουδήθηκε σχεδόν απ’ όλους τους Έλληνες τραγουδιστές, είναι δηλαδή, ένα από τα πιο πολυερμηνευμένα τραγούδια και ένα από τα ενδιαφέροντα στοιχεία της ζωής και της ιστορίας αυτού του δίσκου, είναι ότι ποτέ μα ποτέ δεν παρουσιάστηκε ζωντανά σαν ενότητα.

Θυμάμαι επίσης ότι για την πρώτη έκδοση του δίσκου που έγινε το 1996, συγκεντρώθηκαν όλοι οι φίλοι μας για να βοηθήσουν στο κατασκευαστικό μέρος  της συσκευασίας του δίσκου και του cd,  μιας και ήταν η πρώτη έκδοση ενός χειροποίητου οικολογικού cd στην ελληνική δισκογραφία. Τα γραφεία ήταν γεμάτα κόσμο, κι όλοι μας προσπαθούσαμε  να διεκπεραιώσουμε μία πολύ δύσκολη αλλά και πολύ όμορφη πρόταση συσκευασίας ενός κοινού ονείρου.

Από κει και πέρα, η Μικρή Πατρίδα είχε την δική της πορεία, τη δική της ιστορία, και νομίζω ότι είναι από τα τραγούδια που χαρακτηρίζουν περισσότερο τη δουλειά μου στο σύνολό της, κι  ένας πολύ μεγάλος σταθμός, τόσο στην εκδοτική μου δουλειά, όσο και στην προσωπική μου ζωή.

Κρ.Π.: Πώς βρέθηκες να γράφεις στίχους και ποιήματα;

Π.Κ.: Νομίζω, ότι ξεκινά κανείς όπως μπορεί. Εγώ άρχισα από πολύ μικρός, από το Δημοτικό συγκεκριμένα, να γράφω.

Κάποια στιγμή έδειξα  στίχους μου στην Αφροδίτη Μάνου, που είναι και η νονά μου στο τραγούδι, κι εκείνη  μου είπε, κοίταξε Παρασκευά, ή θα πρέπει να επιλέξεις να γράφεις για σένα, ή θα πρέπει να βρεις τον τρόπο να γράφεις για τους άλλους. Είναι δύο διαφορετικοί δρόμοι, ο δρόμος τη ψυχολογικής εκτόνωσης από τον δρόμο της έκδοσης.

Κρ.Π.: Της επικοινωνίας…

Π.Κ.: Της επικοινωνίας με τους άλλους, της συγκρότησης του δικού σου εκφραστικού τρόπου και του καλλιτεχνικού σου αιτήματος… Η αλήθεια είναι, πως η αυστηρότητα της Αφροδίτης προς στιγμήν με σόκαρε πολύ.  Ήταν και η περίοδος που  ήμουν στον στρατό. Αργότερα, όμως κατάλαβα πόσο δίκιο είχε, και πόσο σωστή και σοφή οδηγία ήταν.

Είναι δύο διαφορετικές επιλογές, δύο διαφορετικοί δρόμοι, το να γράφεις για σένα και το να γράφεις με αόρατο αποδέκτη, ακόμη κι αν έχεις στο νου σου, το ιδανικό σου κοινό. Είναι στοιχείο ωρίμανσης  η απόσταση που πρέπει να κατακτά από το υλικό του ένας δημιουργός.

Επέστρεψα στην Αφροδίτη, μετά από ένα χρόνο περίπου, με σχεδόν έτοιμη την πρώτη δισκογραφική δουλειά μου, το «Μαγικό κλειδί» και μέσα σε ένα χρόνο προχωρήσαμε στην διαμόρφωση των στίχων σε τραγούδια και μετά στην έκδοσή τους.

Το πιστεύω πάρα πολύ, και το επαναλαμβάνω σε νέους ανθρώπους, ότι είναι άλλο πράγμα να γράφεις για σένα και άλλο πράγμα να γράφεις θέλοντας να επικοινωνήσεις με τους άλλους ανθρώπους. Κι αφού το τραγούδι είναι τέχνη άρα αυτονόητα  προϋποθέτει την ανακάλυψη της τεχνικής του,  των μυστικών του. Και την κατακτάς, όταν μπορέσεις να αποκτήσεις την απόσταση από το υλικό σου.

Κρ.Π.: Τι εννοείς «απόσταση»;

Π.Κ.: Να μπορείς να υποτάξεις τον ναρκισσισμό σου στα επιτρεπτά εκείνα όρια που δεν αποκλείουν τον άλλο από το έργο σου. Να διατηρείς μια σαφή σχέση και γνώση του τι προηγήθηκε της δικής παρουσίας αλλά και του στόχου, του προσωπικού σου…

Εγώ ήμουν τυχερός, γιατί βγήκα σε μια περίοδο που ακόμα δισκογραφούσαν πολύ σημαντικοί και μεγάλοι Έλληνες, και άρα δημιουργούσαν και τον πήχη που προσπαθούσε ο καθένας να φτάσει ή να υπερβεί. Η πολύ σημαντική παραγωγή που ακόμη υπήρχε στο ελληνικό τραγούδι, διαμόρφωνε κριτήρια και πολύ απαιτητικά μάλιστα κριτήρια. Τότε, έγραφαν ακόμα ο Γκάτσος, ο Σαββόπουλος, ο Χατζιδάκις, ο Μικρούτσικος. Οι φλέβες του ελληνικού τραγουδιού πάλλονταν.

Κυριαρχούσε το τραγούδι που αποκαλέσαμε έντεχνο, και σωστά το αποκαλέσαμε έτσι γιατί είχε και πρόθεση και σαφή στόχο καλλιτεχνικό. Και μια ζωή πολιτιστική γεμάτη εκπλήξεις και θαύματα.

Κρ.Π.: Πόσο βοήθησε η τέχνη σου την ζωή σου;

Π.Κ.: Ο Σεφέρης έλεγε «Πρέπει να ζει κανείς όπως σκέφτεται, διαφορετικά γρήγορα καταλήγει να σκέφτεται όπως έχει ζήσει». Και να γράφει όπως ζει. Ακολούθησα αυτή τη συμβουλή κι όσες δυσκολίες κι αν αντιμετώπισα στη ζωή και την τέχνη μου δεν το μετάνιωσα. Δεν αγάπησα καμία στιγμή την «ψευδοφάνεια» των καιρών. Το να παρουσιάζεσαι  διαρκώς διαφορετικός  απ’ ότι πραγματικά είσαι…

Δεδομένου ότι όλη η ζωή μου, τόσο η γραφή, όσο και οι πολιτιστικές πρωτοβουλίες που πήρα στο χώρο του ελληνικού τραγουδιού,  ήταν ένας ενιαίος κύκλος και μια στάση ζωής. Ήταν μια πολιτική επιλογή.

Είτε αυτή η επιλογή ήταν η Μικρή Άρκτος, είτε ήταν οι Ακροάσεις Νέων Δημιουργών της Μικρής Άρκτου, είτε η λειτουργία μου σε συλλογικότητες και πρωτοβουλίες , όλα αυτά αποτελούν αδιαχώριστες συνιστώσες μιας ενιαίας έκφρασης και δράσης. Επέλεξα να ζω όπως σκεφτόμουν. Και δέχθηκα να πληρώσω και το κόστος αυτής της επιλογής. Και αυτό εξακολουθεί να είναι και το βασικό μου στοίχημα.

Νομίζω πως η Κρίση κι ο Πόλεμος που ζούμε αυτά τα χρόνια θα επαναθεμελιώσουν κριτήρια και αξίες και αιτήματα.

Κρ.Π.: Εάν και όπως… επιβιώσει, βέβαια η ελληνική κοινωνία…

Π.Κ.: Αυτό είναι το κοινό μας στοίχημα.  Εμείς οφείλουμε να το περιφρουρήσουμε και να το διεκδικήσουμε. Αν θέλεις και αυτό που ονομάζουμε «πνευματικοί άνθρωποι» θα πρέπει να είναι στην εμπροσθοφυλακή ενός αιτήματος επιβίωσης και άμυνας της κοινωνίας.

Νομίζω ότι ειδικά αυτή την περίοδο, οι Έλληνες δημιουργοί θα πρέπει να δουλέψουν όσο γίνεται περισσότερο, για να ενώσουν την κοινωνία στην αντιπαράθεσή της με όλο αυτό που συμβαίνει. Πιστεύω ότι πρέπει να είμαστε όσο γίνεται περισσότερο παραγωγικοί. Ο πολιτισμός είναι ένας κρίκος που δένει την κοινωνία, ένας κρίκος που βοηθά την κοινωνική συνοχή και αντίσταση. Να τραγουδήσουμε, να εκφράσουμε, τις αγωνίες και τα αιτήματα του κόσμου.  Γιατί στην πραγματικότητα είναι ένας πόλεμος. Και η τέχνη οφείλει να δώσει τα πολεμοφόδια που χρειάζεται η κοινωνία αυτή τη στιγμή για να αμυνθεί.

Κρ.Π.: Και να ενώσει;

Π.Κ.: Ακριβώς. Η αμηχανία που νιώθουμε όλοι μας, (γιατί νομίζω στο ελληνικό τραγούδι, επικρατεί μία έντονη αμηχανία, τουλάχιστον στο κομμάτι που αφορά το λόγο), είναι και εύλογη και κατανοητή.

Από την άλλη μεριά, είναι η μόνη περίοδος που το παρόν παραμένει ατραγούδιστο. Δεν έχουμε καινούργια τραγούδια που να εκφράζουν το αίσθημα του κόσμου. Κι αυτό είναι ένα πολύ μεγάλο έλλειμμα και μία πολύ μεγάλη απώλεια.

Αυτή την απόσταση θα πρέπει να την κερδίσει όσο γίνεται γρηγορότερα το ελληνικό τραγούδι, και δεν έχει σημασία να βγουν μεγάλες και κορυφαίες εργασίες, είτε στιχουργικές είτε μουσικές.

Σημασία έχει να υπάρξει η παρουσία των ίδιων των δημιουργών και να επαναθεμελιωθεί η σχέση τους με την κοινωνία. Σημασία έχει να είναι παρόντες οι δημιουργοί, μέσα σε όλο αυτόν τον πανικό και τον πόλεμο.

Κρ.Π.: Έχω παρατηρήσει και μέσα από αυτά τα 2μιση χρόνια που πραγματοποιώ αυτή την ποιοτική έρευνα για την κρίση, τον δημόσιο διάλογο που δημοσιεύεται στο tvxs.gr, ότι η Ελλάδα κατά πλειοψηφία, δεν έχει φωνή – θέση, και όταν λέω Ελλάδα, εννοώ την ψυχή της, γιατί ο πολιτισμός είναι η ψυχή μιας χώρας. Με ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις, που όμως επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

Π.Κ.: Εγώ είμαι αισιόδοξος. Νομίζω ότι αυτή η διαδρομή θα αναγκάσει ανθρώπους να τοποθετηθούν. Γιατί ζούμε πρωτοφανείς καταστάσεις, που δεν τις έχουμε ζήσει, ειδικά οι μεταπολιτευτικές γενιές, και με κάποιον τρόπο σε καλούν να πάρεις θέση στα πράγματα.

Οι ευκολίες έχουν καταργηθεί, τα προσχήματα επίσης. Δεν υπάρχει άλλοθι για κανέναν μας. Οι ζωές μας έχουν αλλάξει. Και να προσθέσω κάτι: το ελληνικό τραγούδι, (όπως το διαμόρφωσαν οι ελληνικές αγορές την τελευταία εικοσαετία, και διαμόρφωσαν την φθίνουσα πορεία του όλα αυτά τα χρόνια) έζησε πριν από την ελληνική κοινωνία όλη αυτή την κρίση.

Έχω γράψει πριν δύο μήνες ένα άρθρο γι’ αυτό το θέμα, που έλεγα εκτός των άλλων, ότι

«Η μεγάλη τέχνη βρίσκεται οπουδήποτε ο άνθρωπος κατορθώνει να αναγνωρίζει τον αληθινό εαυτό του και να τον εκφράζει με πληρότητα μες στο ελάχιστο. Σε αντίθετη πορεία, το ελληνικό τραγούδι των τελευταίων χρόνων επέλεξε να ταυτιστεί και να εκφράσει το ψέμα μιας κοινωνίας που ήθελε να ξεχάσει τον εαυτό της, την ιδιοπροσωπία της, τον ολοένα και πιο παρασιτικό προσανατολισμό της, λες κι έτσι θα σταματούσαν να λειτουργούν οι αντιφάσεις που τη χαρακτήριζαν. Το ελληνικό τραγούδι μέσα στη μικρομεσαία θάλασσα που έπεσε, ξέχασε να κολυμπά κι έτσι έμεινε για χρόνια στα ρηχά. Γι’ αυτό κι αποκαλύπτεται τώρα ο βασιλιάς πιο γυμνός από ποτέ στα μάτια όλων μας.»

Το ελληνικό τραγούδι, όμως, υπήρξε και υπάρχει μόνο στη σχέση του με την κοινωνία, είναι η εμπροσθοφυλακή του πολιτισμού μας,  δεν μπορεί να ζήσει ερήμην του παρόντος.

Κρ.Π.: Πολλοί αν όχι οι περισσότεροι πνευματικοί άνθρωποι της Ελλάδας είναι μάλλον κρατικοδίαιτοι και αλλοτριωμένοι πλέον, γι’ αυτό έχουν καθυστερήσει τόσο και μέσα από την τέχνη τους και γενικά να εκφράσουν το παρόν εδώ και δυόμιση χρόνια τουλάχιστον. Και είναι επίσης λίγοι εκείνοι που έχουν εκείνη την ψυχή, που είναι ικανή να τιμήσει το κοινό αίσθημα του λαού της Ελλάδας.

Π.Κ.: Αυτό που είναι πιο τρομοκρατικό, δεν είναι τόσο ότι οι παλιοί καλλιτέχνες, δεν εκφράζονται, αλλά το γεγονός ότι οι νέοι που βγήκανε την τελευταία δεκαετία, οι οποίοι όφειλαν να είναι οι νέοι πρωταγωνιστές είναι απόντες.

Κρ.Π.: Μιλούσα και για παλιούς και για νέους.

Π.Κ.: Όντως, ζήσαμε την αποστασία των διανοουμένων τα τελευταία χρόνια.  Επί Σημίτη, άλλωστε, οι διανοούμενοι δεν κυβερνούσαν; Τον εκσυγχρονισμό ως  μεγάλο όραμα της ελληνικής κοινωνίας ποιος τον διαπίστευσε;

Κρ.Π.: Σήμερα θα μπορούσε να γίνει μία εκδήλωση – διαμαρτυρία από καλλιτέχνες και διανοούμενους, όπου θα σειόταν το… σύμπαν και θα ακουγόταν η φωνή της Ελλάδας παγκοσμίως. Αλλά δεν γίνεται τίποτα.

Π.Κ.: Μην ξεχνάς, ότι στην ιστορία του Οτσαλάν και στην ιστορία της Σερβίας, οι καλλιτέχνες μπήκαν πρώτοι και έγιναν τεράστιες και ογκωδέστατες συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις.

Αμέσως μετά και όχι τυχαία, το ελληνικό τραγούδι ακολούθησε μία πορεία τόσο φθίνουσα που αυτή τη στιγμή δεν μπορεί να υπάρξει ως εργαλείο συσπείρωσης και αντιπαράθεσης του ίδιου του κόσμου. Εγώ, νομίζω δεν ήταν τυχαίο αυτό. Νομίζω ότι το σύστημα, τρόμαξε λίγο εκείνη την περίοδο, με την αυτονομία των καλλιτεχνών από τα κόμματα και την αντιπαραθετική λογική τους.

Κρ.Π.: Και γιατί σήμερα δεν γίνεται κάτι ανάλογο, πιστεύεις; Μήπως γιατί στα προβλήματα των άλλων έχουμε… πιο ανοιχτά μάτια;

Π.Κ.: Γιατί από τότε και ύστερα ανέλαβαν οι αγορές να λύσουν το πρόβλημα… Και απλώς, κατέστρεψαν το ελληνικό τραγούδι και αμέσως μετά την ελληνική κοινωνία. Και όχι τυχαία. Γιατί ήταν ένα από τα πιο μαζικά, αμυντικά εργαλεία του ίδιου του κόσμου.

Πριν απ’ όλα το ελληνικό τραγούδι, είναι ένα από τα πιο βασικά εργαλεία διάσωσης της γλώσσας άρα της ταυτότητας του ίδιου του λαού. Έπειτα είναι το νήμα που δημιουργεί συνέχεια με την παράδοση και τέλος αποτελεί έκφραση της ελληνικής ιδιοπροσωπίας.

Οι  αγορές απεχθάνονται όλα τα παραπάνω. Και τα πολέμησαν. Βέβαια, ακούμπησαν και στην αδράνεια και στην αδυναμία και στην έλλειψη συλλογικής αντίδρασης των ίδιων των δημιουργών. Αλλά δεν μπορούμε να απαιτούμε κι από τους έλληνες τραγουδοποιούς να λειτουργούν πάντα και ως μεσσίες.

Κρ.Π.: Και ο Θεοδωράκης όταν μίλαγε, τον έλεγαν γραφικό…

Π.Κ.: Έτσι. Ο κόσμος γενικά από το κακό και το καλό επιλέγει συνήθως ό,τι είναι πιο εύκολο. Και συνήθως το κακό είναι πιο εύκολα εφικτό. Θέλει πολύ δουλειά για να κάνεις «εύκολο» το δύσκολο. Νομίζω, ότι ίσως, είναι ακόμη νωρίς για να γίνει κάτι.

Ίσως το 2013, δούμε να αλλάζει όλο το τοπίο. Νομίζω ότι η ελληνική κοινωνία, ακόμα το σοκ που έχει υποστεί δεν το έχει μετατρέψει σε επίθεση..

Κρ.Π.: Δεν το έχει διαχειριστεί, γιατί ο καθένας προσπαθεί να διαχειριστεί ακόμα τις απώλειές του. Αλλά, όταν θα έχουν καταστραφεί όλα, να βγούμε να κάνουμε τί; Οι πνευματικοί άνθρωποι αυτού του τόπου έχουν καθυστερήσει πάρα πολύ να συνεργαστούν για κάτι κοινό, και έχουν ευθύνη γι’ αυτό.

Π.Κ.: Και εγώ από την δική μου την πλευρά όσες φορές προσπάθησα με άλλους μαζί  να ενώσουμε  ομάδες καλλιτεχνών, αντιμετωπίσαμε  και φόβο και επιφύλαξη, και αδράνεια. Και στους καλλιτέχνες όπως και στην κοινωνία υπάρχουν δύο στρατόπεδα. Υπάρχει το μνημονιακό, και το στρατόπεδο εκείνο που θέλει μία άλλη πορεία αντίστασης και δημιουργικής ανασυγκρότησης.

Κρ.Π.: Και αυτοί οι άνθρωποι θα ‘πρεπε κάποτε να συνεννοηθούν…

Π.Κ.: Θα ‘πρεπε κάποτε να αναλάβουμε την πρωτοβουλία να ενωθούμε. Να λάβουμε μέρος σε αυτόν τον πόλεμο, γιατί παίρνουμε μέρος και με την αδράνειά μας και με την παθητικότητά μας. Γιατί, εν τω μεταξύ, οι ζωές μας καταστρέφονται. Το  ότι στέρησαν από αυτόν τον λαό το αίσθημα της ελπίδας, είναι το πιο σημαντικό και το πιο θεμελιακό. Γιατί περπατάς στην Αθήνα και βλέπεις ανθρώπους βουτηγμένους στη θλίψη, την απόγνωση και την απελπισία.  Γιατί ο πολιτισμός είναι από τους χώρους που έχουν υποστεί ανεπανόρθωτες βλάβες.

Κρ.Π.: Ναι, την ελπίδα και το μέλλον μας, όμως, ξέρουμε όλοι, ότι μόνοι μας την δημιουργούμε με τις πράξεις μας. Και υπάρχουν και οι άλλοι κάπου μισοί Έλληνες, που ανάμεσα σε αυτούς που λες, περπατάνε συνεχίζοντας να στηρίζουν όσους μας έφεραν ως εδώ! Η τέχνη και ο πολιτισμός, όμως, αντίθετα, αυτό το νόημα δεν έχουν; Να ξυπνάνε την ελπίδα στον κόσμο για να παλέψει, να αντισταθεί και να διεκδικήσει;

Π.Κ.: Ξέρεις, όμως, όλα αυτά τα χρόνια, και οι καλλιτέχνες όπως και ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας σκεφτόταν όπως ζούσαν. Η ψευδοφάνεια που λέγαμε … Ενώ κανείς, όπως είπαμε πριν, πρέπει να ζει όπως σκέφτεται.  Έτσι δημιουργείται η πιο πλούσια εσωτερική περιουσία.-


Info
Σήμερα το απόγευμα η Μικρή Άρκτος και η Αλυσίδα Πολιτισμού IANOS θα παρουσιάσουν το βιβλίο ‑ cd, Τρεις τελείες του Παρασκευά Καρασούλου, μια επιλογή τραγουδιών από το έργο του στιχουργού.

Για την έκδοση θα μιλήσουν:
Γιώργος Ανδρέου, Δήμητρα Γαλάνη, Μαργαρίτα Μυτιληναίου και Ανταίος Χρυσοστομίδης

Ιανός, Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2012, στις 20:00. Σταδίου 24, Αθήνα.

Μια φορα κι ενα τραγουδι _ Κρυσταλια Πατουλη _ tvxs

Μια φορα κι ενα τραγουδι _ Κρυσταλια Πατουλη _ tvxs

——————————————————————-
17 Μαρ. 2012 Είναι η πρώτη φορά που χρησιμοποιεί δημοσίως το ψευδώνυμο Άσιμος. Έκτοτε Φυσικά μετά από λίγο καιρό τα παράτησε μιας και στα υπόγεια (ο οποίος του έμαθε κιθάρα) και τον Γιώργο Κατσικαβέλη. Τα πρώτα τραγούδια
tvxs.gr/…/prepei-na-paizeis-tin-psyxi-soy-nikolas-asimos
Πριν από 3 ώρες είναι η μόνη περίοδος που το παρόν παραμένει ατραγούδιστο. Δεν έχουμε καινούργια τραγούδια που να εκφράζουν το αίσθημα του κόσμου.
tvxs.gr/…/paraskeyas-karasoylos-einai-i-moni-periodos-poy-paron-paramenei -atragoydisto
29 Μαρ. 2012 Αλ.Τσίπρας: «Μια αριστερή κυβέρνηση είναι εφικτή» ἀποφασίζει νὰ μιλήσει γιὰ πρώτη φορὰ δημόσια καὶ νὰ καταγγείλει τὴ Δικτατορία. Ἡ
tvxs.gr/…/giorgos-seferis-ayti-i-anomalia-prepei-na-stamatisei
9 Μαρ. 2012 Βαμμένη. Να σε φέγγει κόκκινο φανάρι. Γιομάτη φύκια και ροδάνθη, αμφίβια Μοίρα. Καβάλαγες ασέλωτο με δίχως χαλινάρι, πρώτη φορά, σε μια
tvxs.gr/news/…/gynaika-toy-nikoy-kabbadia
19 Ιαν. 2012 Η μελοποιημένη ποίηση αξίζει στο ελληνικό τραγούδι, όχι γιατί «κατεβάζει» την ( Απόσπασμα από το βιβλίο «Ο Θάνος κι ο Μικρούτσικος, μια
tvxs.gr/…/stayros-toy-notoy-thanos-mikroytsikos
11 Μαρ. 2012 Μια και ήτανε κοντά το αντίσκηνο στην εκκλησία, πήγαινε την Κυριακή να παπούτσια μας παίρνανε μια φορά το χρόνο και κείνο αν καταφέρναν να τα πάρουνε. «Το τραγούδι «Έχε γεια Παναγιά» μου το πρωτόπε ο Αχιλλέας
tvxs.gr/news/…/exe-geia-panta-geia-domna-samioy
9 Φεβ. 2012 Αδόλφος Χίτλερ και Εύα Μπράουν: Η αυτοκτονία μία μέρα μετά το γάμο. 1968 – στον ομώνυμο δίσκο υπάρχει και το τραγούδι «Nα’χα τη δύναμη»), Γιάννης Σπανός («Μιά φορά μονάχα φτάνει», «Σύννεφα πλατιά» κ.ά- 1964)
tvxs.gr/news/…/pos-na-sopaso-kostas-kindynis
Πριν από 9 ώρες Αδόλφος Χίτλερ και Εύα Μπράουν: Η αυτοκτονία μία μέρα μετά το γάμο. μέχρι τότε ο Μπιθικώτσης τραγουδούσε μόνο ρεμπέτικα και λαϊκά τραγούδια. Το έργο εκδίδεται τελικά το 1961, για πρώτη φορά σε δίσκο 33 στροφών,
tvxs.gr/…/kai-moylees-gie-pos-ol-ayta-ta-oraia-thanai-dika-mas-giannis-ritsos
Πριν από 3 ώρες Όλες σχεδόν οι κριτικές που γράφτηκαν στον Τύπο χαρακτήρισαν τον Σταυρό του Νότου ως μία ατυχή παρένθεση στη δημιουργική μου πορεία.
tvxs.gr/news/moysiki/stayros-toy-notoy-thanos-mikroytsikos
8 Δεκ. 2011 Θα αφηγηθώ μια περίεργη ιστορία του τραγουδιού που λέγεται «Η τίγρη»: Ο Πατούλη για τη στήλη του tvxs.gr: «Μια φορά κι ένα τραγούδι«.
tvxs.gr/news/…/i-tigri-xainis-dimitris-apostolakis
25 Δεκ. 2011 Λέω λοιπόν ας γράψουμε το τραγούδι με το μυαλό και μετά το περνάμε Μου έρχεται, λοιπόν, μια ιδέα: Παίρνω τα περιοδικά που έβγαζε ο Έβγαινε λοιπόν εκείνος κάθε φορά και τους έλεγε «Κοιμάμαι! Τι κάνετε εδώ απ’ έξω;».
tvxs.gr/…/miafora-ki-ena-tragoydi-pote-boydas-pote-koydas
28 Οκτ. 2011 ZAZ (Je Veux) – Μουσική και στίχοι, χωρίς… λόγια για τη στήλη «Μια φορά κι ένα τραγούδι«. Προσφέρετέ μου μια σουίτα στο Ritz… Δεν τη θέλω!
tvxs.gr/…/kalosorisate-sti-diki-moy-pragmatikotita
28 Νοεμ. 2011 Το «Νιώσε με» πάντα πίστευα ότι είναι ένα διαχρονικό τραγούδι, μια μπαλάντα Για παράδειγμα, τα «Ρώσικα μου μάτια» και το «βαλς» που Μόλις το άκουσε ο Μανώλης για πρώτη φορά, μου είπε «Πω, ρε Πέτρο, φοβερό!
tvxs.gr/…/niose-me-o-petros-bagiopoylos-gia-tvxs
8 Οκτ. 2011 Τίποτα δεν πήγε χαμένο, ούτε μία στιγμή, γιατί το τραγούδι είναι απλή τέχνη κι όταν γίνεται… ζητάει σκηνή να πατήσει, σανίδι να φθαρεί, κορμιά
tvxs.gr/…/miafora-ki-ena-tragoydi-ki-eimast-akoma-zontanoi
13 Οκτ. 2011 Μέσα σ’ αυτό το τραγούδι ένιωσα, για πρώτη φορά, την οδύνη σαν χάνεις μια αγαπημένη ύπαρξη κι ύστερα μένεις μόνη. Σ’ αυτούς τους στίχους
tvxs.gr/…/miafora-ki-ena-tragoydi-eytyxia-papagiannopoyloy
6 Σεπτ. 2011 Μια φορά κι ένα… τραγούδι: «Μικρές περιπλανήσεις», από την Κρυσταλία Μια παρέα που της άρεσε να κάνει μικρά και φαινομενικά άσκοπα
tvxs.gr/…/μουσική/μιαφοράκι-ένα…-τραγούδι-«μικρές-περιπλανήσεις»-από -την-κρυσταλία-πατούλη
24 Οκτ. 2011 «Τις νταλίκες, τις γράψαμε με τον Ρασούλη. Είχε ένα κατεβατό από στίχους ως συνήθως… και έπρεπε να διαλέξω. Έτσι, επέλεξα αυτούς τους
tvxs.gr/…/miafora-ki-ena-tragoydi-o-xristos-nikolopoylos-thymatai
16 Σεπτ. 2011 «Κάθε φορά που πήγαινα να γράψω ένα τραγούδι, ήταν σαν το Εν Ιορδάνη Βαπτιζομένου σου Κύριε, Γενάρης δεν είναι τα Φώτα; Και τα νερά
tvxs.gr/…/μουσική/μιαφοράκι-ένα-τραγούδι-ατομική-μου-ενέργεια
20 Σεπτ. 2011 Μια φορά κι ένα τραγούδι: Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος για τον Τσιτσάνη Ενώ ήταν ένας απλός, κι ένας βλάχος, έκανε εκπληκτικά τραγούδια.
tvxs.gr/…/μουσική/μιαφοράκι-ένα-τραγούδι-ο-ντίνος-χριστιανόπουλος-για- τον-τσιτσάνη
29 Σεπτ. 2011 Μια φορά κι ένα τραγούδι: «Η Ζήνωνος, πια, δεν είναι μια οδός» Νίκος Ζούδιαρης Αυτό το τραγούδι αναφέρεται στην εποχή που εγκατέλειπε ο
tvxs.gr/…/μουσική/μιαφοράκι-ένα-τραγούδι-«η-ζήνωνος-πια-δεν-είναι-μια– οδός»-νίκος-ζούδιαρης
6 Οκτ. 2011 Ο συνθέτης Λαυρέντης Μαχαιρίτσας και η ηθοποιός – σεναριογράφος Ελένη Ράντου, μιλούν στο tvxs και την Κρυσταλία Πατούλη για τη στήλη
tvxs.gr/…/pethainoyme…-na-zisoyme-me-maxairitsa-–-rantoy-sto-tvxs
18 Σεπτ. 2011 Mια φορά κι ένα τραγούδι: Ο Δημήτρης Ζερβουδάκης μιλά στο tvxs. 16:09, 18 Σεπ Πές μου μια φορά την αλήθεα… γιατί με παραμυθιάζεις έτσι;
tvxs.gr/…/μουσική/mια-φοράκι-ένα-τραγούδι-ο-δημήτρης-ζερβουδάκης-μιλά -στο-tvxs
12 Σεπτ. 2011 Mια φορά κι ένα… τραγούδι: «Αχ Ελλάδα σ’ αγαπώ» από την Κρυσταλία Κάποια στιγμή σε μια ομίγυρη , προφανώς γιατί εγώ φορούσα τότε τα
tvxs.gr/…/μουσική/mια-φοράκι-ένα-τραγούδι-«αχ-ελλάδα-σ’-αγαπώ»-από- την-κρυσταλία-πατούλη
3 Νοεμ. 2011 Τεράστιες ουρές και ταλαιπωρία στις ΔΟΥ για τα τέλη κυκλοφορίας …. Μια ημέρα που είχαμε φωνολιψία και έβγαζα ένα τραγούδι μου, και η φωνολιψίες …. Μια φορά το πήρε στα χέρια του ο Μάρκος ο Βαμβακάρης, αλλά γρήγορα
tvxs.gr/…/na-os-efera-ta-mpoyzoykia-stin-simerini-doksa-nikos-mathesis
4 Ιαν. 2012 Με βοήθησαν ακόμα κι αυτοί που με ταλαιπώρησαν. Εκείνος ο γελοίος ο για το » Νιώσε με» · Μια φορά κι ένα τραγούδι: Χρήστος Νικολόπουλος
tvxs.gr/…/ki-erxetai-i-stigmi-dionysis-sabbopoylos
5 ημέρες πριν Κάθε φορά που θα περνούσα απ’ το σπίτι της – κι ήταν αυτός ο δρόμος του Μοναδική του διασκέδαση ήταν, μπροστά μας ακριβώς, μια
tvxs.gr/…/isos-mia-mera-otan-xatho-napoleon-lapathiotis
19 Δεκ. 2011 Είχα στείλει τα τραγούδια στον Μίκη Θεοδωράκη, το Γενάρη 1971, νομίζω, στο Κι αυτό το τίποτα έπρεπε να το αξιοποιήσουν, και για να έχει μία
tvxs.gr/…/poios-ti-zoi-moy-poios-tin-kyniga-manos-eleytherioy
8 Νοεμ. 2011 Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω …. Μουσική · Μια φορά κι ένα τραγούδι · Κώστας Καρυωτάκης. Κοινότητα
tvxs.gr/news/…/toylaxiston-kostas-karyotakis
19 Νοεμ. 2011 Θέλω να την ιδώ γραμμένη και να τη διαβάσω απ’ την αρχή ώς το τέλος μα και θα γράφω εκατοντάδες τραγούδια, θα με συγχωρέσουν, μια και
tvxs.gr/…/markos-bambakaris-thelo-na-eimai-perifanos
14 Μαρ. 2011 Καθόμουν χτες το βράδυ, και άκουγα πάλι τα τραγούδια του. Προτελευταία φορά, δώσαμε ραντεβού στον Ιανό τη βραδιά που τραγούδησε α Είναι ένα πικρόχολο τραγούδι για μια ωραία κοπέλα που ήθελα, μέσα από το
tvxs.gr/…/εδώ-είναι-του-ρασούλη-της-κρυσταλίας-πατούλη
15 Μαρ. 2012 «Εκείνη εκοίταξε πονεμένη τα αδέρφια της, εκατέβασε το βλέφαρο και δεν του αποκρίθηκε. Και σε μία στιγμή ξακολούθησε: «Γιατί ν’ αδικηθούν τα αδέρφια μου ;» …. Μουσική · Εκδόσεις Πελεκάνος · Μια φορά κι ένα τραγούδι
tvxs.gr/…/anathema-ta-ta-talara-konstantinos-theotokis

Η Εκδίκηση της Γυφτιάς

 

Μουσική : Νίκος Ξυδάκης
Στίχοι : Μανώλης Ρασούλης
Τραγούδι : Νίκος Παπάζογλου
Δίσκος : «Η Εκδίκηση της Γυφτιάς» (1978)

«Εσύ που είσαι ακόμα εκεί,
στης αμαρτίας το σκαλί
και στο μικρό σου το κορμί
έχεις για πάντα φορτωθεί
της γης όλα τα λάθη.

Εσύ που σου’δωσαν να πιείς
απ’της ζωής το κατακάθι.

Είσαι για μένα ο πιο πικρός
μέσα στη νύχτα στεναγμός,
κάτι σαν ίσκιος σκοτεινός,
μοιάζεις ο ίδιος μου ο εαυτός .

Να γίνονταν να φορτωθώ
τα κρίματά σου να σωθώ.

Εσύ μοιράζεις το φιλί
κι η κοινωνία τη ντροπή,
ένα τραγούδι τι να πει
όταν στο βούρκο η ζωή
ανοίγει μονοπάτι.

Αχ η ελπίδα η κοινή
δε βρίσκει απόψε έναν πελάτη.»

Μουσουρλού

«τo τραγούδι αυτό έχει γνωρίσει εκατοντάδες εκτελέσεις.Μισιρλού, που σημαίνει Αιγύπτια (από την τουρκική λέξη «Mısırlı»; που παράγεται από το αραβικό مصر, Miṣr, «Αίγυπτος» και σημαίνει «Αιγύπτιος/Αιγύπτια») είναι ο τίτλος ενός ελληνικού ρεμπέτικου τραγουδιού, που είναι σήμερα πολύ δημοφιλές σε τέσσερα εντελώς διαφορετικά είδη μουσικής: στο ρεμπέτικο, στη λαϊκή μουσική της Μέσης Ανατολής, στην εβραϊκή μουσική που παίζεται σε γάμους και γιορτές (Κλεζμέρ), και στο surf rock.
Το τραγούδι πρωτοπαίχτηκε από τη ρεμπέτικη ορχήστρα του Μιχάλη Πατρινού στην Αθήνα, το 1927. Όπως συνέβαινε και με σχεδόν όλα τα πρώιμα ρεμπέτικα τραγούδια, ο αυθεντικός συνθέτης του τραγουδιού έμεινε άγνωστος, και η σύνθεση κατοχυρώθηκε στον αρχηγό της κομπανίας. Η μελωδία κατά πάσα πιθανότητα συντέθηκε συλλογικά από τους μουσικούς, όπως συνέβαινε συχνά εκείνη την εποχή, ενώ οι στίχοι ήταν σχεδόν σίγουρα του Πατρινού. Στην αρχική έκδοση του τραγουδιού, το όνομα της κοπέλας του τίτλου προφερόταν από τον Πατρινό «Μουσουρλού», με βαριά Σμυρναΐικη προφορά.»


Στίχοι: Νίκος Ρουμπάνης
Μουσική: Νίκος Ρουμπάνης
Πρώτη εκτέλεση: Σοφία Βέμπο

Άλλες ερμηνείες:
Δανάη Στρατηγοπούλου
Γλυκερία
Γιάννης Κότσιρας

Μισιρλού μου, η γλυκιά σου η ματιά
φλόγα μου ‘χει ανάψει μες στην καρδιά,
αχ γιαχαμπίμπι, αχ γιαλελέλι, αχ
τα δυο σου χείλη στάζουνε μέλι, οϊμέ.

Αχ, Μισιρλού, μαγική ξωτική ομορφιά,
τρέλα θα μου ‘ρθει, δεν υποφέρω πια,
αχ, θα σε κλέψω μέσ’ απ’ την Αραπιά.

Μαυρομάτα Μισιρλού μου τρελή
η ζωή μου αλλάζει μ’ ένα φιλί,
αχ γιαχαμπίμπι, μ’ ένα φιλάκι, αχ
απ’ το δικό σου το στοματάκι, οϊμέ.

Αγρίμια κι αγριμάκια μου

ΑΓΡΙΜΙΑ  ΚΙ  ΑΓΡΙΜΑΚΙΑ  ΜΟΥ

Τραγούδι «ΛΕΥΚΟΡΕΙΤΙΚΟ» (ριζίτικο) με προέλευση από τα ορεινά του Νομού Χανίων Κρήτης.

Αγρίμια  κι  αγριμάκια  μου  αγρίμια  κι  αγριμάκια  μου,
‘λάφια  ε…  ‘λάφια  μου  με…  μερωμένα  …να  μερωμένα
πέστε  μου  που  …ου  είν’  οι  τό…  πέστε  μου  που  είν’  οι  τόποι  σας.

——

Πέστε  που  είν’  οι  τόποι  σας  πέστε  μου  που  είν’  οι  τόποι  σας,
και  που  ε…  και  που  (ν)τα  χει…  χειμαδιά  σας  τα  χειμαδιά  σας
γκρεμνά  είν’  εμάς  …άς  οι  τό…  γκρεμνά  είν’  εμάς  οι  τόποι  μας.

——

Γκρεμνά  είν’  εμάς  οι  τόποι  μας  γκρεμνά  είν’  εμάς  οι  τόποι  μας,
λες  και(ς)  να  λες  και(ς)  τα  χει…  χειμαδιά  μας  τα  χειμαδιά  μας
τα  σπηλιαρά…  …άκια  του  τα  σπηλιαράκια  του  βουνού.

——

Τα  σπηλιαράκια  του  βουνού  τα  σπηλιαράκια  του  βουνού,
είναι  να  είναι  τα  γο…  γονικά  μας  τα  γονικά  μας
αγρίμια  κι  α…  αγριμά…  αγρίμια  κι  αγριμάκια  μου.
—–

Εκτελέσεις: Ψαραντώνης / Νίκος Ξυλούρης / Χαράλαμπος Γαργανουράκης

Αυτές οι καρδιές δεν βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο!

Αυτά τα δέντρα

Aυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,
αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ’ τα ξένα βήματα,
αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο,
αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο.

Eτούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή,
σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια,
σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του και τ’ αμπέλια του.
Δεν υπάρχει νερό. Mονάχα φως.

O δρόμος χάνεται στο φως
κι ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο.

Στίχοι: Γιάννης Ρίτσος
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Πρώτη εκτέλεση: Γρηγόρης Μπιθικώτσης

 

Ελλάς _ Γαλλία απελπισία… Του Λάζαρου Μαυροματίδη

11:06, 06 Ιουν 2012 | Κρυσταλία Πατούλη  tvxs.gr/node/96565

Μάης του 2012. Όνειρο διαρκείας. Δεν έχω το πρόσωπό μου αλλά είμαι εγώ. Ανάμεσα σε αρχαία μάρμαρα, συντρίμμια μιας εποχής που δεν θα ξαναέρθει, κάθομαι και καμαρώνω. Καμαρώνω γιατί απλώς είχα την τύχη να γεννηθώ σε αυτό τον τόπο.

Τον βαφτίζω τόπο μου χωρίς να τον ρωτήσω αν αυτός με θέλει και αποφασίζω ότι κανένας άλλος δεν έχει το δικαίωμα να τον χρησιμοποιήσει. Έπειτα μοιράζω τους ανθρώπους σε ομάδες ανάλογα με τα χαρακτηριστικά, τη σεξουαλικότητα, τη διαφορετικότητά τους ή την κακιά τους μοίρα που τους κληρονομεί την αδικία ως υπόσταση της αυθυπαρξίας τους.

Μαζεύω όσους μου μοιάζουν και κατηγορώ τους υπόλοιπους για όλα μου τα προβλήματα. Τους στήνω στον τοίχο, τους εκτελώ, τους ξαναγεννάω μόνο και μόνο για να τους εκτελέσω ξανά και ξανά εκτονώνοντας την οργή μου ή απλά και μόνο για να περάσω ευχάριστα την ώρα μου. Κι όλα αυτά γιατί δεν μπορώ να αντέξω τον εαυτό μου. Νιώθω περήφανος με το ζόρι, για πολιτισμούς άλλων, ενώ ξεχνάω ότι αυτοί οι πολιτισμοί δεν θα ήταν περήφανοι για μένα.

Δε με νοιάζει, έχω το αποκλειστικό προνόμιο να αποφασίζω. Λέω ότι είναι θέμα γονιδίων. Λέω ότι είναι θέμα ανωτερότητας. Λέω, λέω, λέω…Κλείνομαι στο παραμύθι μου και καταναλώνω οξυγόνο μόνο και μόνο για να μισώ όλους όσους δεν μου μοιάζουν. Όλους όσους δεν συμφωνούν μαζί μου. Απομονώνομαι. Πεθαίνω. Πεθαίνω σαν χώρα… Πεθαίνω σαν άτομο…

Εφιάλτης. Ξυπνάω. Θυμάμαι εμένα πια.

Γεννιέμαι το Φεβρουάριο του 1984 στην Αθήνα ένα πρωί. Βρέχει. Τα χρόνια περνάνε ήσυχα. Γράφομαι στην αρχιτεκτονική σχολή του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου μετά από πανελλαδικές εξετάσεις τον Οκτώβριο του 2001. Τον Οκτώβριο του 2005 βρίσκομαι στο Παρίσι στην Ecole d’ Architecture Paris Val de Seine. Κάποιοι το λένε ανταλλαγή φοιτητών, εγώ αντικατάσταση σπουδών.

Αφήνομαι στην πόλη. Την αφήνω να με οδηγήσει αυτή εκεί που θέλει. Με ξεβράζει σε μια  εγκαταλελειμμένη σιδηροδρομική γραμμή πάνω από ένα κανάλι στις κακόφημες γειτονιές του Βόρειου Παρισιού. Αλληλουχία εικόνων. Συντρίμμια σωμάτων και ψυχών ανάμεσα στα παλιοσίδερα της ‘πόλης του φωτός’. Η ‘πόλη του φωτός’ κατανέμει στις περιοχές της τα σώματα ανάλογα με το χρώμα, τη θρησκεία και την προέλευση. Η δικτατορία της κατανομής.

Κλέβω με όποιο μέσο διαθέτω λίγες από τις στιγμές που ζω εγώ ή οι άλλοι. Στο σπίτι μου, προσπαθώ να τις ξαναφτιάξω. Προσπαθώ να σκηνοθετήσω τα άυλα συναισθήματά μου με υλικά μέσα όπως η εικόνα, ο ήχος και τα λόγια. Μόνο και μόνο για να μπορέσω κι εγώ να συγκροτήσω το «ίδιο» και το «άλλο» σε έναν εαυτό, επηρεασμένος ίσως από τα βιβλία του Γιάννη Κιουρτσάκη.

Μια αέναη σκηνοθεσία είναι η ζωή. Ένα ακαθόριστο άθροισμα στιγμών που καθορίζει την αλληλουχία των αισθήσεων με ένα ασαφή τρόπο. Κι ο χώρος ίσως να είναι εκείνη η διάσταση που έχει τη δύναμη να εγκλωβίζει τις στιγμές όσο αυτές βρίσκονται στη σφαίρα του αοράτου και να τις μετατρέπει σε πραγματικότητα. Ένα χρόνο αργότερα επιστρέφω στη Αθήνα και πάιρνω το πτυχίο μου.

Κι όμως νιώθω σιγά σιγά ότι δεν μπορώ να συνεχίσω να υπάρχω στην Ελλάδα. Στην Ελλάδα της εικονικής ευφορίας βασισμένης στις ποδοσφαιρικές μας ικανότητες και τα Ολυμπιακά μας μετάλλια. Ιδιωτική περιθωριοποίηση ως προσωπική επιλογή. Πάνω απ’όλα σεβασμός στην επιλογή της πλειοψηφίας. Και στο βάθος η Ελλάδα της γονιδιακής ανωτερότητας και της Eurovision. Η δικτατορία των γονιδίων ή η δικτατορία της ανωτερότητας;

Με πλακώνει το βάρος της ανωτερότητας όπου μας επιβάλλεται διαρκώς από τις τηλεοράσεις. Με πλακώνει η Ελλάδα σαν κέντρο του κόσμου. Αμετροέπεια. Όχι από όλους. Μόνο από αυτούς των οποίων η φωνή φτάνει στα αυτιά μου. Πρόβλημα αισθητικής κατά βάση. Το σώμα, υλικό περίβλημα της ύπαρξης. Και η ίδια η ύπαρξη τίποτα περισσότερο. Η δικτατορία της χαμένης αισθητικής.

Ξαναφεύγω. Είμαι στη Lyon. Συνεχίζω να συλλέγω «τυπικά προσόντα». Κατά καιρούς διδάσκω στο πανεπιστήμιο. Νέα παιδιά, ‘αυτιστικά κρυμμένα’ πίσω από υπερσύγχρονους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Προσπαθώ να επικοινωνήσω μαζί τους. Με κάποιους το καταφέρνω. Είμαι ξένος μεταξύ ξένων.

Νιώθω ότι πρέπει να δουλέψω διπλά και τριπλά για να γίνω αποδεκτός. Πάλι καλά. Στην Ελλάδα κάποιοι ξένοι δουλεύουν δεκαπλάσιες φορές από εμένα και ποτέ δεν γίνονται αποδεκτοί. Η δικτατορία των γηγενών. Ελληνική ιδιαιτερότητα ή μεγαλομανία ;

Γίνομαι διδάκτορας. Ασχολούμαι από τη μια με τη φυσική του κτηρίου και από την άλλη με την εμβάθυνση στις θεωρίες αστικού σχεδιασμού στην Ecole Nationale Superieure d’Architecture de Lyon. Έτσι επιβιώνω ευχάριστα ενώ προσπαθώ να συλλέξω τα υλικά μέσα ώστε να ασχοληθώ και με άλλα πράγματα εξασφαλίζοντας την ουσιαστική και καλλιτεχνική μου ανεξαρτησία.

Η δικτατορία της επιβίωσης. Στον ελεύθερο χρόνο μου παρατηρώ και καταγράφω. Προσπαθώ να καταγράψω την πραγματικότητα ή την αλήθεια. Αμφιβάλλω αν το πετυχαίνω και η αμφιβολία μου γίνεται η κινητήρια δύναμή μου. Απαλάσσομαι από τη δικτατορία της βεβαιότητας. Αμφιβάλλω για τα πάντα και είμαι ελεύθερος.

Κατα τ’άλλα παρακολουθώ την Ελλάδα από απόσταση. Σαν αρχιτέκτονας κοιτάω την κάτοψη της κοινωνίας. Φοβάμαι. Φοβάμαι τους ανθρώπους που το 2009 πανηγύριζαν στο Σύνταγμα για την εκλογή και το 2011 μουντζώνουν την επιλογή τους. Κι αυτή τους η επιλογή τους φέρεται αχάριστα. Ξύλο και χημικά ξανά και ξανά. Μαζί τους την πληρώνουν και οι υπόλοιποι. Αυτοί που η δική τους επιλογή μειοψηφούσε πάντα. Η δικτατορία των επιλογών. Η δικτατορία της εκλογικής πλειοψηφίας.

Φοβάμαι. Φοβάμαι τους αυτοαποκαλούμενους φασίστες, εθνικιστές, σοσιαλιστές, δημοκράτες, συντηρητικούς, αριστερούς, κομμουνιστές, αναρχικούς και εν γένει όλους τους αυτοπροσδιοριζόμενους ή ετεροπροσδιοριζόμενους. Φοβάμαι τους ταμπελοφόρους ιδεολογιών απ’όπου και αν προέρχονται. Η δικτατορία της ταμπέλας.

Και φοβάμαι και τους άλλους. Αυτούς που φτιάχνουν κρίσεις κι εξαθλιώνουν λαούς.
Και μαζί με αυτούς φοβάμαι και τους συμμάχους τους. Αυτούς που υποδεικνύουν το σωστό από μακριά. Αυτούς που ξεχνάνε ότι έχουν προκαλέσει δύο παγκόσμιους πολέμους κι όλη η ανθρωπότητα τους το έχει συγχωρήσει. Αχαριστία. Η δικτατορία της αχαριστίας. Η δικτατορία της υπόδειξης.

Αλλά πιο πολύ φοβάμαι τους αδιάφορους. Αυτούς που περιμένουν το πρόβλημα να τους αγγίξει ώστε να ασχοληθούν μαζί του. Η δικτατορία της αδιαφορίας. Και απο μακριά δίνουν συμβουλές. Και υποκρίνονται συμπόνοια. Η δικτατορία των συμβουλών. Άραγε υπήρξαμε κι εμείς αδιάφοροι;
Κι η ευφορία του 2004 και των χρυσών μεταλλίων ενταφιάζεται με το πέρασμα του καιρού. Αυτοκτονίες και πείνα. Αυτοκτονία στο Σύνταγμα. Αναζήτηση εχθρού στην Ομόνοια. Επιλογή του πιο αδύναμου εχθρού. Μετανάστες, ναρκομανείς και πόρνες. Θεωρούνται εξ ορισμού εγκληματίες. Γενικεύσεις. Η δικτατορία της γενίκευσης. Διχασμός και κοινωνική αποσταθεροποίηση.

Μέσα σε όλα συμβουλές από τους ετέρους στις εταίρες. Ευρώπη και πολιτισμός ή χάος. Το μικροαστικό όνειρο που μας καλλιεργήθηκε τόσα χρόνια λιώνει. Το μικροαστικό όνειρο σε πλήρη σήψη κι ο φόβος του χάους πανταχού παρών. Ακολουθεί ο θάνατος της ατομικότητας. Η συλλογικότητα κρίνεται αναγκαία. Κι όμως κάποιοι αποκλείονται. Είναι οι διαφορετικοί. Είναι οι διαφωνούντες που κινδυνεύουν να θεωρηθούν λιγότερο Έλληνες. Ελληνόμετρο σε πλήρη μέτρηση.

Μπερδεύομαι. Απελευθέρωση της πληροφορίας και διακίνησή της σε τέτοιο βαθμό που δεν μπορείς να τη διαχειριστείς. Η δικτατορία της πληροφορίας. Διαμαρτυρίες. Πολιτικοί σχηματισμοί καπηλεύονται τη συλλογικότητα. Διχασμός ξανά. Αναζήτηση εχθρού μόνο και μόνο για να καλλιεργείται το μίσος. Τηλεόραση και φοβισμένοι δημοσιγραφίσκοι. Γραβατομένα μηδενικά ή επαγγελματίες πολιτικοί ως εκλεγμένοι αντιπρόσωποι. Καθένας λέει το μακρύ του και το κοντό του. Δικτατορία της υπερπροβολής. Δικτατορία της γραβάτας.

Από την άλλη νοσταλγοί της παρελθούσης υπαρκτής δικτατορίας εκλέγονται. Δεχόμαστε να εκλεγούν! Δέχονται να εκλεγούν και όχι να επιβληθούν! Παλινδρόμηση ιστορίας και εκατέρωθεν μετατροπή του τανκ σε ψήφο.

Στη Γαλλία τα ίδια. Η κατάσταση παραπέμπει στην Ελλάδα του 2004. Η Ελλάδα χλευάζεται. Με εκνευρίζει ο χλευασμός. Αλλά ξέρω ότι πάντα ο χλευασμός ακολουθεί την αποθέωση. Ιδίως όταν η δόξα στηρίςεται σε χάρτινα πόδια και όχι σε στέρεη συνεισφορά. Έρχεται κι εδώ όμως η τρικυμία. Και πλανιέται ο ‘φόβος’ της αριστεράς παντού. Η αριστερά ξανά καταδικαστέα.

Υπάρχει, άραγε, αληθινή αριστερά σήμερα; Κι αν υπάρχει μπορεί να λειτουργήσει ως αριστερά στο υπάρχον πλαίσιο άραγε; Πόσο εκτός εποχής είναι να μιλάμε με όρους προϊστορικούς που γεννήθηκαν σε άλλο αιώνα με βάση το πως τα κόμματα καθόντουσαν στα τότε κοινοβούλια; Γόνιμες αμφιβολίες και λαϊκισμοί. Η συνύπαρξη αυτών των δύο ως αποπροσανατολισμός.

Η δικτατορία των διαρκών αποπροσανατολισμών. Κι αν η κρίση σε οικονομικό επίπεδο μας φέρνει 20 χρόνια πίσω, σε πολιτικό επίπεδο γυρνάμε στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και τον εμφύλιο. Ρητορική εξαθλίωση από τους μνηστήρες της εξουσίας. Κανένα επιχείρημα. Μόνο αφορισμοί. Μόνοι διαχωρισμοί και μοίρασμα των ανθρώπων σε ιδεολογίες. Μικροί κοινωνικοί διχασμοί. Η δικτατορία των διχασμών. Ελλάς Γαλλία απελπισία. Η δικτατορία της απουσίας επιχειρημάτων. Η δικτατορία των αφορισμών.

Και μικρές ειδήσεις που δείχνουν το μέλλον. Κάποιοι ανακαλύπτουν το Μεταξουργείο και τα σώματα σκιές. Είναι το ίδιο Μεταξουργείο που παραμένει ίδιο όλα αυτά τα χρόνια. Κι όμως τώρα το ανακαλύπτει η τηλεόραση. Προεκλογικός δημόσιος κίνδυνος και διαπόμπευση. Σύντομα όλοι θα είμαστε εν δυνάμει δημόσιοι κίνδυνοι. Για αυτά που πιστεύουμε, για αυτά που δεν πιστεύουμε, για αυτά που επιλέγουμε, για αυτά που δεν επιλέγουμε, για αυτά που είμαστε, για αυτά που δεν είμαστε.

Απογοήτευση και μόνη διέξοδος η επικοινωνία. Σε δανεική γλώσσα μεταφράζω σκέψεις άλλων. Προσπαθούμε ασυνείδητα όλοι μαζί να φτιάξουμε μια αλυσίδα κυκλοφορίας ελεύθερων ιδεών. Στον υλικό κόσμο δημιουργείται από μόνος του ένας άυλος κύκλος ελεύθερης διακίνησης σκέψεων. Κρυσταλία Πατούλη, Κώστας Ντάρας, Γιάννης Μακριδάκης και Χαϊνης Δημήτρης Αποστολάκης είναι τα ονόματα που συναναστρέφομαι. Τους ξέρω μέσα από συγκεκριμένα γραπτά τους.  Αργότερα προστίθεται και ο Jose Manuel Lamarque και άλλοι που δεν τους γνωρίζω καν. Δίκτυο μέσα στο διαδίκτυο. Ανοιχτό σε όλους. Με σκοπό να μεγαλώνει μέσα από την εθελοντική συμμετοχή. Διαρκής ανοιχτή πρόσκληση. Διέξοδος; Ίσως.

Αδιέξοδο. Εκλογές μπροστά και συνεχείς αμφιβολίες. Διλήμματα. Στην Ελλάδα επικρατεί γενικευμένο αίσθημα αδικίας και ανάγκη για εκδίκηση. Αλήθεια ποιον θέλουμε να εκδικηθούμε; Αυτούς που μας διώχνουν από το Ευρωπαϊκό πανηγύρι του «προηγμένου κόσμου». Γιατί η Ευρώπη θεωρείται προηγμένος κόσμος; Το λέει η τηλεόραση. Μας κρύβει όμως την πραγματικότητα και την αλήθεια. Η δικτατορία της απόκρυψης.

Ναι, στην Ελλάδα θεωρούμε ότι έχουμε εξ ορισμού δικαίωμα να ανήκουμε σε αυτό τον «προηγμένο κόσμο» που τόσο πολύ θαυμάζουμε. Τον κόσμο της κοινωνικής δικτύωσης, των τηλεραντεβού, των γκλαμουρ Ολυμπιάδων, των χρυσών μεταλλίων, των τυπικών συναναστροφών και της κίβδηλης ευημερίας. Πιο παλιά ένιωθα ότι έπρεπε να διώξω αυτόν τον κόσμο πριν με διώξει.

Δεν τα κατάφερα, με έδιωξε αυτός πρώτος και συνεχίζει να με διώχνει. Πάντα σέβομαι τη άποψη της ‘πλειοψηφίας’. Γιατί και στην Ελλάδα, τόσο καιρό αυτό τον κόσμο τον υπερασπιζόμασταν. Εξάλλου, νομίζουμε ότι μας τον χρωστάνε αυτό τον κόσμο λόγω της καλής μας καταγωγής και του ένδοξου παρελθόντος μας. Η δικτατορία του ένδοξου παρελθόντος.

Αδυνατούμε να καταλάβουμε σαν ολότητα ότι μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα τα κράτη λειτουργούν σαν Ανώνυμες Εταιρίες και έτσι η κοινωνία καθοδηγείται με γνώμονα το ιδιωτικό και όχι το κοινωνικό συμφέρον. Μόνο όταν το καταλάβουμε όλοι αυτό θα μπορέσουμε να αλλάξουμε τη φορά του καιρού. Κι αυτό θα αργήσει να γίνει. Ίσως γιατί η μετάβαση πρέπει να γίνει σταδιακά. Ίσως γιατί η μετάβαση θα είναι οδυνηρή και δεν θα αντέξουμε. Ίσως γιατί δεν θα μας αφήσουν. Αμφιβολίες. Καλός οιωνός. Μακριά από τη δικτατορία της σιγουριάς.

Προτείνω όμως να θυμηθούμε. Νομίζω ότι έχουμε ανάγκη να θυμηθούμε. Να θυμηθούμε όλοι μαζί τις αφετηρίες μας και το παρελθόν μας. Και κυρίως την αληθινή μας ιστορία. Μακριά από την πραγματικότητα ας προσπαθήσουμε να δούμε την αλήθεια. Να καθίσουμε και να μιλήσουμε ανοιχτά για όλα όσα μας πονάνε. Για τα λάθη μας, ατομικά και συλλογικά. Εις μνήμη. Φόρος τιμής στο παρελθόν. Όχι στο ένδοξο παρελθόν. Στο άλλο.

Στο καταδικασμένο στη λήθη παρελθόν που φοβόμαστε να αντικρύσουμε. Κάποιος λέει ότι ο λαός που ξεχνά την ιστορία του την ξαναζεί. Ας αποφασίσουμε λοιπόν αν θέλουμε να την ξαναζήσουμε. Ας αποφασίσουμε λοιπόν με ποιους θα πάμε και ποιους θα αφήσουμε.

Προτείνω να θυμηθούμε το παρελθόν μας ως κατακτημένοι. Ας θυμηθούμε σφαγές, γενοκτονίες, κατοχές, παγκόσμιους, βαλκανικούς και εμφύλιους πολέμους, μαζική μετανάστευση, οικογένειες που μείνανε μισές και άλλα τόσα. Ας θυμηθούμε και τον πόνο που εμείς έχουμε προκαλέσει σε άλλους. Γι’ αυτό φέρουμε διπλή ευθύνη για τις επιλογές μας και για τη συμπεριφορά μας σε βάρος τον αδυνάτων. Υπήρξαμε κι εμείς αδικημένοι και τώρα που ξανανιώθουμε έτσι είναι η ευκαιρία να σταματήσουμε να αδικούμε όσους αδικούσαμε.

Ας ξαναζήσουμε το παρελθόν λοιπόν όχι σαν απλή ανάμνηση, όχι σαν στείρα περηφάνια αλλά σαν παρόν και μέλλον. Σαν στάση ζωής. Μακριά από φτηνούς πατριωτισμούς, εθνικές κορώνες και εκδικητικές μανίες ας ζήσουμε ξανά τα γεγονότα αντικειμενικά και ας συνειδητοποιήσουμε πως πέρα από την πολιτισμική μας ταυτότητα καθένας από εμάς είναι ικανός για το καλύτερο και το χειρότερο. Και ας προσεγγίσουμε και τους υπόλοιπους πολιτισμούς. Ίσως όλοι μαζί μπορέσουμε να πετύχουμε κάτι. Ίσως όχι. Στην παρούσα φάση το αποτέλεσμα δεν έχει σημασία.

Το αξιακό σύστημα κάθε εποχής μας χώριζε σε ομάδες ανάλογα με την καταγωγή, το φυλό, τη μόρφωση, το επάγγελμα, τη γλώσσα και μας έστρεφε τον ένα ενάντια στον άλλο. Πλέον προτείνω όλοι μαζί να διεκδικήσουμε ισότητα για όλους. Ισότητα χωρίς σύνορα. Αυτή είναι η ιστορική μας ευθύνη και υποχρέωση. Η εθνική ανεξαρτησία μας είναι πλέον συνυφασμένη με τον αγώνα μας για ισότητα, ίσες ευκαιρίες και ίσα δικαιώματα για οποιονδήποτε σέβεται κάθε μέλος της κοινωνίας εντός της επικράτειας που εμείς ορίζουμε.

Έννοιες αυτονόητες που σήμερα διαστρεβλώνονται στους κώδικες του διαδικτύου και της εικονικής πραγματικότητας. Ας ξανατρέξουμε λοιπόν πίσω από τα αυτονόητα. Όχι σήμερα δεν είμαστε ίσοι. Όχι, σήμερα δεν είμαστε ελεύθεροι. Έχουμε μια ψευδαίσθηση ισότητας και ελευθερίας. Η δικτατορία της ψευδαίσθησης. Όλα αυτά ίσως να πηγάζουν από την ανάγκη να αναζητούμε μόνο την εύκολη αλήθεια όπως αυτή προσφέρεται απλόχερα από το κάθε λογής αξιακό σύστημα που ανήκουμε. Η δικτατορία της εύκολης αλήθειας.

Πιστεύω ότι σήμερα έφτασε η στιγμή καθένας από εμάς να αναζητήσει τη δική του ιδιωτική αλήθεια προς όφελος όλων. Και θεωρώ ότι μόνο αν απλώσουμε το χέρι μας στον διπλανό μας χωρίς προκαταλήψεις θα μπορέσουμε να την αποκτήσουμε. Στην Ελλάδα της δικτατορίας των ΜΜΕ και των μικρών προσωπικών μικροαστικών δικτατοριών αχνοφέγγει μια μικρή ελπίδα για κάτι μεγάλο που προσωρινά παραμένει ανολοκλήρωτο. Ας το ολοκληρώσουμε επιτέλους και ας μη διχαστούμε ξανά. Ας φτιάξουμε για πρώτη φορά μόνοι μας το μέλλον μας και ας αποτύχουμε ύστερα.

Θυμάμαι τέλος μια άλλη εικόνα. Δεύτερο όνειρο.

Ένας άνθρωπος δικάζεται σε θάνατο. Προδομένος από εχθρούς και φίλους. Δικάζεται σε θάνατο και γελάει κρατώντας στα χέρια ένα γαρύφαλλο. Το μόνο όπλο της αθανασίας του. Κι όμως στην Ελλάδα αυτόν τον άνθρωπο τον εκτελέσαμε. Δεν τον εκτελέσανε. Τον εκτελέσαμε και τον εκτελούμε καθημερινά μέσα από τις μικρές προσωπικές μας δικτατορίες.

Ξυπνάω και θυμάμαι τα λόγια του :

«Αγωνιστήκαμε δίχως να γνωρίσουμε ύπνο για να προφτάσουμε την αυγή και το αύριο και να δημιουργήσουμε νέους χρόνους και εποχές στο μπόι των ονείρων μας στο μπόι των ανθρώπων» (Νίκος Μπελογιάννης, απολογία)

Κι ίσως για αυτό να πρέπει να συνεχίσουν να ακούγονται τραγούδια. Γιατί σε ένα μόνο τραγούδι πως να χωρέσουν όλα αυτά ;

Μετά τιμής
λάζαρος μαυροματίδης

Την ύστατη ώρα, ας έρθει μια μπόρα… Του Λάζαρου Μαυροματίδη

04:06, 04 Ιουν 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/96359

«Παιδιά καλησπέρα και πολλούς χαιρετισμούς στην πατρίδα. Πρόσφατα ηχογράφησα ένα τραγούδι μου εμπνευσμένο από την όλη κατάσταση… Όπως και να έχει με ενδιαφέρει πρωτίστως η γνώμη σας ως ακροατές και σκεπτόμενοι άνθρωποι που εκτιμώ ιδιαίτερα… Γενικώς δεν αποσκοπώ σε κάτι περισσότερο από το να ακουστεί η φωνή μου μέσα σε αυτό το διάλογο που προσπαθούμε να ανοίξουμε…» Λ.Μ.

Ο Λάζαρος, είναι για μένα ο… άυλος μεταφραστής από τη Λυόν. Δεν τον έχω δει ποτέ, ούτε σε φωτογραφία. Μου τον… σύστησε ο επίσης διαδικτυακός φίλος μου, Κώστας Ντάρας, τον οποίο «γνώρισα» και εκείνον ως… ιμέηλ από τη Γαλλία, μια νύχτα. Από την Κρυσταλία Πατούλη

Συγκεκριμένα, έλαβα από τον Κώστα μία απάντηση για τη δημοσιογραφική έρευνα με τίτλο «Τι πρέπει να κάνουμε», όπου ο ίδιος, εμπνεόμενος από τις απαντήσεις των συμμετεχόντων σ’ αυτόν τον δημόσιο διάλογο του tvxs.gr, φαντάστηκε, πώς θα ήταν -αν γινόταν- να απαντήσει στο ίδιο ερώτημα, ο Νικόλας Άσιμος μέσα από τους στίχους του!

Ο Κώστας, στη συνέχεια, μου σύστησε, και άλλους Έλληνες που ζουν και εργάζονται στη Γαλλία, καταξιωμένους ο καθένας στο αντικείμενό του, που αγωνιούν για την πατρίδα τους…

Κάποια στιγμή, προσπαθώντας να βρω έναν εθελοντή μεταφραστή για ένα άρθρο (από τα Ελληνικά στα Γαλλικά), το οποίο, κατόπιν, δημοσιεύτηκε στη Γαλλία, όπως και στο tvxs.gr, έγινε και η σύσταση (συνεχίζονται τα εισαγωγικά) με τον Λάζαρο:

Όσο κι αν φανεί περίεργο, λοιπόν, δεν γνωρίζω τίποτε άλλο γι αυτόν, όπως είπα. Δεν έτυχε μέχρι σήμερα να ρωτήσω ποτέ. Ούτε κι αυτός εμένα. Ξέρω μόνο ότι ξενυχτάει για να μεταφράζει, και δουλεύει εθελοντικά από τότε, όπως όλοι, για τα συγκεκριμένα άρθρα και την επικοινωνία τους κυρίως στο εξωτερικό, μέσα από αυτήν την τυχαία, άτυπη, και οριζόντια οργανωμένη -άναρχα- μικρή συλλογικότητα, που την δένει κάτι κοινό: η κατάσταση στην Ελλάδα και το να προσπαθούμε να ακουστεί η «φωνή» της στους ξένους.

Ανταλλάσσουμε από τότε δεκάδες αν όχι εκατοντάδες ιμέηλ και πλέον η… ηλεκτρονική μας επικοινωνία επεκτάθηκε, αφού προσχώρησε σε αυτήν, επίσης άτυπα, εκτός από τον δημοσιογράφο φιλέλληνα Λαμάρκ, και άλλοι εθελοντές δημοσιογράφοι, αρθογράφοι και μεταφραστές, από την Ελλάδα και κυρίως τη Γαλλία, και διευρύνεται συνεχώς…

Σήμερα, σηκώθηκα από τον ύπνο μου, όπως πολύ συχνά μου συμβαίνει κυρίως, τα τελευταία δύο χρόνια… και καθώς άνοιξα το κομπιούτερ μου, βρήκα το παρακάτω μήνυμα από τον Λάζαρο:

«Παιδιά καλησπέρα και πολλούς χαιρετισμούς στην πατρίδα. Πρόσφατα ηχογράφησα ένα τραγούδι μου εμπνευσμένο από την όλη κατάσταση… Όπως και να έχει με ενδιαφέρει πρωτίστως η γνώμη σας ως ακροατές και σκεπτόμενοι άνθρωποι που εκτιμώ ιδιαίτερα… Γενικώς δεν αποσκοπώ σε κάτι περισσότερο από το να ακουστεί η φωνή μου μέσα σε αυτό το διάλογο που προσπαθούμε να ανοίξουμε…» Λ.Μ.

Του έχω ζητήσει να μου πει κι άλλα για τον εαυτό του και αναμένω, τι άλλο; Ιμέηλ…

Όταν κοιτάζω δεξιά
με πιάνει πόνος στην καρδιά
γραβάτες, πρόβατα, σωροί από κόμματα
νεκροταφεία ιδεών
και κομματόσκυλα σαν τα μαντρόσκυλα
στα εκτροφεία οπαδών.

Όταν κοιτάζω αριστερά
με πιάνει πόνος στην καρδιά
καθένας μόνος του αυτός κι ο δρόμος του
διαμαρτυρία περιοπής
κι όταν τελειώνουμε
μαζί πληρώνουμε
την ήττα της συγκομιδής.

Τηλεόραση, ασφαλίτες, Πασόκοι και φασίστες
κι ένας λαός που ξεψυχά…
την ύστατη ώρα ας έρθει μια μπόρα
για να ξεπλύνει τη σκουριά.

Δεν ξέρω αν ψάχνω για λαό
ή ίσως για πρωθυπουργό
και φτιάχνω κόμματα κι άλλα προσχώματα
απ’ τον εαυτό μου να κρυφτώ,
σε ιδεολογήματα
ή μες στα χρήματα
αρέσκομαι να κολυμπώ.

Το παρελθόν μου όμως ξεχνώ
κι ίσως γι’ αυτό το ξαναζώ
όσοι μου μοιάζουνε καταδικάζουνε
ο,τι είναι διαφορετικό
κι η ανωτερότητα
λαμβάνει οντότητα
με χαρακτήρα γονιδιακό.

Τηλεόραση, ασφαλίτες, Πασόκοι και φασίστες
κι ένας λαός που ξεψυχά…
την ύστατη ώρα ας έρθει μια μπόρα
για να ξεπλύνει τη σκουριά.

To τραγούδι του Λάζαρου Μαυροματίδη, με τίτλο «Περισκόπιο» (Lyon, 28.05.2012). Γράφτηκε με αφορμή τις ελληνικές βουλευτικές εκλογές το Μάη του 2012.

Μέρα Μαγιού μου μίσεψες. Γιάννης Ρίτσος

03:05, 01 Μάιος 2012 | tvxsteam tvxs.gr/node/92871

Ήταν τα πρώτα ποιήματα μου που είχαν μελοποιηθεί. Μου έκανε τρομερή εντύπωση, μα είναι δυνατόν η ποίηση να βρει μια πλήρη αντιστοιχία με την μουσική. Μέχρι τίνος έλεγα ότι η κάθε τέχνη είναι αυτάρκης και δεν έχει ανάγκη από την βοήθεια της άλλης. Αλλά όταν έγραψες τον Επιτάφιο και αργότερα φυσικά την Ρωμιοσύνη που ήταν η μεγάλη δόξα σου, είπα πραγματικά ότι εδώ πέρα είναι ένας δρόμος για να πλησιάσει η ποίηση μέσο της μουσικής εκείνους τους ανθρώπους που δεν θα τους πλησίαζε ίσως ποτέ» ο Γιάννης Ρίτσος στον Μίκη Θεοδώρακηγια τον «Επιτάφιο».

Μάιος 1936 οι καπνεργάτες της Θεσσαλονίκης κηρύττουν απεργία ζητώντας αύξηση των ημερομισθίων (αφιέρωμα Α,Β). Σύντομα και άλλα εργατικά συνδικάτα ενώνονται μαζί τους και η απεργία αποκτά πανεργατικό χαρακτήρα. Οι αστυνομικές αρχές απαγορεύουν στην πορεία των εργατών να πλησιάσει στο κτίριο διοίκησης της πόλης. Στις 9 Μαΐου πραγματοποιούνται σοβαρά επεισόδια μεταξύ διαδηλωτών και τοπικών αρχών που έχουν σαν απολογισμό δεκάδες τραυματίες και 12 νεκρούς. Ο λαός της Θεσσαλονίκης ξεσηκώνεται και η απεργία αποκτά χαρακτήρα εξέγερσης.

Αυτή η μέρα είναι παραπάνω από σημαδιακή όχι μόνο για τα θλιβερά επεισόδια αλλά κυρίως γιατί αποτέλεσε την αφορμή για την ποιητική στροφή ενός ολόκληρου έθνους. Την επόμενη μέρα δημοσιεύεται στην εφημερίδα Ριζοσπάστης η εικόνα της μάνας του διαδηλωτή Τάσου Τούση, που θρηνεί πάνω από το άψυχο σώμα του γιου της. Ο Γιάννης Ρίτσος στιγματίζεται και εμπνέεται ξεκινώντας να γράφει τους πρώτους στίχους από τον «Επιτάφιο».

Σε 3 μέρες γράφει 14 από τα 20 συνολικά ποιήματα και δημοσιεύει 3 από αυτά στο φύλλο της εφημερίδας του Ριζοσπάστη στις 12 Μαΐου:

Τι έκανες, γιε μου, εσύ κακό;

Για τους δικούς σου κόπους την πλερωμή σου ζήτησες απ΄ άδικους ανθρώπους.

Λίγο ψωμάκι ζήτησες και σούδωκαν μαχαίρι, τον ίδρωτά σου ζήτησες και σούκοψαν το χέρι.

Δεν ήσουν ζήτουλας εσύ να πας παρακαλιόντας, με τη γερή σου την καρδιά πήγες ορθοπατώντας.

Και χύμηξαν απάνου σου τα σμουλωχτά κοράκια και σούπιαν το αίμα, γιόκα μου, σου κλείσαν τα χειλάκια.

Τώρα οι παλάμες σου οι αχνές, μονάκριβέ μου κρίνε, σα δυο πουλάκια ανήμπορα και πληγωμένα μου είνε.

Που τα φτερά τους δίπλωσαν και πια δε φτερουγούνε και τα κρατώ στα χέρια μου και δε μου κελαϊδούνε.

Ω, γιε μου, αυτοί που σ΄ έσφαξαν σφαγμένα να τα βρούνε τα τέκνα τους και τους γονιούς και στο αίμα να πνιγούνε.

Και στο αίμα τους τη φούστα μου κόκκινη να τη βάψω και να χορέψω. Αχ, γιόκα μου, δεν πάει μου να σε κλάψω.

Εν το μεταξύ ο αγώνας των εργαζομένων δικαιώνεται με την αποδοχή των αιτημάτων τους, την ίδια ώρα που το έργο του Ρίτσου λογοκρίνεται έντονα από τοπικές αρχές και πολιτικούς. Στις 8/6/1936 ο «Επιτάφιος» κυκλοφορεί σε 10.000 αντίτυπα, ενώ το εξώφυλλο του βιβλίου (ξυλογραφία) επιμελείται ο χαράκτης Λυδάκης. Η έκδοση προκαλεί έντονες αντιδράσεις από τη δικτατορία Μεταξά οι οποίες και οδηγούν στην πυρά πληθώρα αντιγράφων.

Με τα γεγονότα του Β΄ παγκοσμίου πολέμου, της κατοχής και του εμφυλίου η Ελλάδα  χάνει μέρος από την πολιτιστική της αίγλη. Ο «Επιτάφιος», μετά από τον 20χρονο παραγκωνισμό του, είναι έτοιμος να δώσει νέα πνοή στην ελληνική ποίηση. Ο Ρίτσος με την επιστροφή του από την εξορία αναδημοσιεύει τα έργα του και στέλνει τον «Επιτάφιο» στον Μίκη Θεοδωράκη με την αφιέρωση «το βιβλίο τούτο κάηκε από τον Μεταξά  στα 1938 κάτω από τους Στύλους του Ολυμπίου Διός».

Ο συνθέτης μελοποιεί τμήμα του έργου στο αυτοκίνητό του περιμένοντας την γυναίκα του να επιστέψει από τα ψώνια της σε ένα παρισινό σούπερ μάρκετ. Σημειώνει με μολύβι τις νότες στο περιθώριο κάθε σελίδας του βιβλίου που του είχε στείλει ο Ρίτσος. Ο Μίκης στέλνει την μουσική σύνθεση στον Μάνο Χατζιδάκη, το Γιάννη Ρίτσο και τον Βύρωνα Σάμιο.

Ο Χατζιδάκης ηχογραφεί την πρώτη λυρική έκδοση με τη φωνή της Νάνας Μούσχουρη. Το αποτέλεσμα δεν ικανοποιεί το Γιάννη Ρίτσο αλλά και τον ίδιο τον Μίκη Θεοδωράκη που βρίσκει τελικά στο πρόσωπο του Γρηγόρη Μπιθικώτση τον τέλειο εκφραστή (**). Ο λαϊκός και αγωνιστικός χαρακτήρας του έργου κάνουν διστακτικό ακόμα και τον ποιητή. Οι αντιδράσεις κυρίως για την επιλογή του ερμηνευτή (***) ήταν έντονες από διανοούμενους και πολιτικούς της εποχής, γιατί μέχρι τότε ο Μπιθικώτσης τραγουδούσε μόνο ρεμπέτικα και λαϊκά τραγούδια.
Το έργο εκδίδεται τελικά το 1961, για πρώτη φορά σε δίσκο 33 στροφών, με τη φωνή (****) του Γρηγόρη Μπιθικώτση.

Το εκπληκτικό αποτέλεσμα και η απολαβή του κόσμου κάνουν τον Γιάννη Ρίτσο να δηλώσει: «Ήμουν λάθος! Ακριβώς εκεί ο Επιτάφιος συνάντησε τους απλούς ανθρώπους. Κι εκείνοι του δόθηκαν με τη σειρά τους. Κατάλαβαν το ποίημα. Το έκαναν δικό τους!».

Ο Γιάννης Ρίτσος δηλώνει στον ίδιο τον Μίκη Θεοδωράκη:«Ήταν τα πρώτα ποιήματα μου που είχαν μελοποιηθεί. Μου έκανε τρομερή εντύπωση, μα είναι δυνατόν η ποίηση να βρει μια πλήρη αντιστοιχία με την μουσική. Μέχρι τίνος έλεγα ότι η κάθε τέχνη είναι αυτάρκης και δεν έχει ανάγκη από την βοήθεια της άλλης. Αλλά όταν έγραψες τον Επιτάφιο και αργότερα φυσικά την Ρωμιοσύνη που ήταν η μεγάλη δόξα σου, είπα πραγματικά ότι εδώ πέρα είναι ένας δρόμος για να πλησιάσει η ποίηση μέσο της μουσικής εκείνους τους ανθρώπους που δεν θα τους πλησίαζε ίσως ποτέ».

Ο Επιτάφιος αποτελεί έργο ξεχωριστό που συνδυάζει μοναδικά  το λαϊκό στοιχείο, την έντεχνη μουσική και την ποίηση. Ήταν η αρχή, το πρώτο βήμα για να έρθει ο Έλληνας κοντά στην ποίηση.

Μέρα Μαγιού μου μίσεψες

Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω,
άνοιξη, γιε, που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω

Στο λιακωτό και κοίταζες και δίχως να χορταίνεις
άρμεγες με τα μάτια σου το φως της οικουμένης

Και με το δάχτυλο απλωτό μου τάδειχνες ένα-ένα
τα όσα γλυκά, τα όσα καλά κι αχνά και ροδισμένα

Και μούδειχνες τη θάλασσα να φέγγει πέρα, λάδι,
και τα δεντρά και τα βουνά στο γαλανό μαγνάδι

Και τα μικρά και τα φτωχά, πουλιά, μερμήγκια, θάμνα,
κι αυτές τις διαμαντόπετρες που ίδρωνε δίπλα η στάμνα.

Μα, γιόκα μου, κι αν μούδειχνες τ’ αστέρια και τα πλάτια,
τάβλεπα εγώ πιο λαμπερά στα θαλασσιά σου μάτια.

Και μου ιστορούσες με φωνή γλυκειά, ζεστή κι αντρίκια
τόσα όσα μήτε του γιαλού δε φτάνουν τα χαλίκια

Και μούλεες, γιε, πως όλ’ αυτά τα ωραία θάναι δικά μας,
και τώρα εσβήστης κ’ έσβησε το φέγγος κ’ η φωτιά μας.

(Από τη σύνθεση «ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ», βλ. συγκεντρωτική έκδοση του Γιάννη Ρίτσου, Ποιήματα (Α’ τόμος, 1978, σ. 168)


Η 1 Μαΐου έχει χαρακτηρισθεί σχεδόν παγκόσμια ημέρα αργίας (αν και είναι απεργία) διατυπώσεων των διεκδικήσεων των εργαζομένων, αφού είναι ταυτισμένη με το εργατικό κίνημα, όταν το 1886 έγιναν οι μεγάλες διαδηλώσεις στο Σικάγο με αίτημα τα τρία οχτάρια: οχτώ ώρες εργασίας, οχτώ ψυχαγωγία και οχτώ ύπνος. Στην Ελλάδα, η απεργία των καπνεργατών του 1936 στη Θεσσαλονίκη βάφτηκε με αίμα που καταγράφηκε, στις εφημερίδες της άλλης ημέρας, με την χαρακτηριστική φωτογραφία της μάνας που θρηνεί πεσμένη στα γόνατα πάνω από το σκοτωμένο της παιδί. Η συγκεκριμένη φωτογραφία ενέπνευσε τον ποιητή Γιάννη Ρίτσο να γράψει τον «Επιτάφιο»: «Μέρα Μαγιού μου μίσεψες/μέρα Μαγιού σε χάνω…» που μελοποίησε ο Μίκης Θεοδώρακης.

(*) Ο Επιτάφιος είναι το πρώτο έργο που παρουσιάζει ο Μίκης Θεοδωράκης μετά την επιστροφή του από το Παρίσι.
(**) Το έργο εκδίδεται και πάλι το 1963 με την Μαίρη Λίντα και τον Μανώλη Χιώτη
(***) Ο Γιάννη Ρίτσος μιλά για τον Γρηγόρη Μπιθικώτση.
(****) Τη φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση συνοδεύει το μπουζούκι του Μανώλη Χιώτη.

Δείτε το αφιέρωμα ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ: Ρίτσος διαβάζει, Μίκης διευθύνει… Ερμηνεύει η Μαρία Φαραντούρη.
Μπορείτε να κατεβάσετε το έργο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑ από εδώ.
Κατεβάστε και ακούστε τις δισκογραφικές παρουσίες του Γιάννη Ρίτσου εδώ.
(melodia.gr, orfeas.gr, ritsosgiannis.blogspot.com/, http://ibisclub.blogspot.com)

Eχε γεια… παντα γεια… Δομνα Σαμιου

Έχε γεια, πάντα γεια… Δόμνα Σαμίου

17:03, 11 Μαρ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/87623

«Γεννήθηκα στην Καισαριανή το 1928. Οι γονείς μου ήτανε Μικρασιάτες. Η μητέρα μου ήρθε το ’22 μαζί με τους πρόσφυγες, ήρθε μόνη της εδώ με διάφορους πατριώτες και γνωστούς. Έφυγε από το χωριό, το Μπαϊντίρι, πήγε στη Σμύρνη, απ’ ό,τι μου έλεγε, κρυβόντουσαν από το ένα σπίτι στο άλλο, μετά έπιασε φωτιά…

O πατέρας μου έμεινε αιχμάλωτος στη Μικρά Ασία και γύρισε μετά από ένα χρόνο με την Ανταλλαγή των πληθυσμών. Στην αρχή η μητέρα μου, όπως όλοι οι πρόσφυγες έμενε σε αποθήκες, σε σχολεία, μετά τους δώσανε αντίσκηνα στην Καισαριανή. Υπάρχει μια φωτογραφία στο Δήμο της Καισαριανής που υπάρχουν τα αντίσκηνα, που είναι η πρώτη φάση.

Ερχόμενος ο πατέρας μου από τη Μικρά Ασία, τους βγάλανε στον Πειραιά με το καράβι και άρχισε ο καημένος να ρωτάει πού υπάρχουνε Μπαϊντιριανές. Βρέθηκε μια Μπαϊντιριανιά, συχωριανή της μάνας μου, η οποία ήξερε πού μένει η μάνα μου, τον πήρε και τον οδήγησε και τον έφερε στην Καισαριανή. Φαντάζεσαι τη συγκίνηση και των δύο, ο πατέρας με τσουβάλια και με ψείρα κουκουνάρι… Συναντήθηκαν λοιπόν ο Γιάννης κι η Μαρία. Η μάνα μου δεν ήξερε αν ζούσε ή αν πέθανε. Απ’ ό,τι μου έλεγε πήγαινε και ρωτούσε κάποια μέντιουμ να της πει αν ζει, και της έλεγε ότι ζει και να μην ανησυχεί. Και τον έβλεπε, λέει, να ταΐζει καμήλες, και όντως τον είχανε οι Τούρκοι στο στρατό να ταΐζει καμήλες.


Τέλος πάντων ήρθε λοιπόν ο πατέρας μου και απ’ ό,τι μου ’λεγε η μάνα μου βάλανε γκαζοτενεκέδες και τάβλες να κάνουνε οι άνθρωποι κρεβάτι μες στο αντίσκηνο να κοιμηθούνε. Εντωμεταξύ είχανε φτιάξει και την εκκλησία, τον άγιο Νικόλαο. Ο πατέρας μου ήτανε, ας το πούμε θρησκόληπτος, του άρεσε πολύ η εκκλησιαστική μουσική και η εκκλησία. Μια και ήτανε κοντά το αντίσκηνο στην εκκλησία, πήγαινε την Κυριακή να παρακολουθήσει τη λειτουργία αλλά και πολλές φορές το απόγευμα που γίνονταν βαφτίσια και γάμοι…

Εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί…

…Από φτώχεια τώρα καταλαβαίνετε τι γινότανε. Θυμάμαι πάρα πολλές φορές ότι τα βράδια δεν είχαμε τίποτα στο σπίτι να φάμε και παίρναμε μια ρέγγα από τον μπακάλη κι ο πατέρας μου άναβε μια εφημερίδα για να την ψήσει και τρώγαμε τέσσερα άτομα, τρώγαμε μια ρέγγα και τα τέσσερα άτομα, πίναμε και μπόλικο νερό γιατί ήτανε αλμυρή η ρέγγα, φούσκωνε η κοιλιά μας και κοιμόμασταν.

Από ρούχα; Εγώ θυμάμαι ότι παπούτσια μας παίρνανε μια φορά το χρόνο και κείνο αν καταφέρναν να τα πάρουνε.

Το χειμώνα η παράγκα έτρεχε γιατί εμείς ήμασταν στην πιο χαμηλή στάθμη. Υπήρχαν άλλες παράγκες, όχι καν χτιστά σπίτια, παράγκες που ήτανε απέναντί μας και επειδή αυτοί οι άνθρωποι είχαν κάποια καλύτερη οικονομική άνεση από μας, έβαλαν κεραμίδια για να αποφύγουν το νερό που έμπαινε. Ενώ σε μας τους υπόλοιπους κάθε φθινόπωρο μας έδινε η δημαρχία από ένα τόπι πισσόχαρτο, ανέβαιναν οι νοικοκυραίοι και άπλωναν αυτό το πισσόχαρτο, έβαζαν πήχες και το κάρφωναν, αλλά με πολύ δυνατό αέρα σκιζόταν το πισσόχαρτο και η βροχή έμπαινε μέσα. Όπου η κακομοίρα η μάνα μου έπαιρνε τσουκάλια, τεντζερέδια, κατσαρόλια και τα ’βαζε όπου έτρεχε το νερό κι έσταζε. Θυμάμαι πολλές φορές έσταζε και πάνω στο κρεβάτι που κοιμόμουνα με την αδερφή μου. Τύλιγε τότε η μάνα το στρώμα ρολό για να μη βραχεί και μουχλιάσει, το ’κανε στην άκρη και μας έβαζε επάνω και κάποιες βραδιές ξενυχτούσαμε πάνω στο στρώμα.

Αυτό το πρόβλημα ήτανε μόνιμο μέχρι που κάηκε η παράγκα. Υπήρχε λοιπόν υγρασία μέσα στην παράγκα και προσπαθούσε η μάνα μου να τη ζεστάνει μ’ αυτόν τον τρόπο: Αγόραζε καρβουνόσκονη, τα υπολείμματα του ήμερου κάρβουνου, όχι του κωκ, από τον μπάρμπα-Αλέκο, αγόραζε και ασβέστη, τα έπλαθε μαζί και τα έκανε μπαλάκια σαν ψωμάκια, τα στέγνωνε στον ήλιο και αυτά όταν ξεραινόντουσαν, τα φύλαγε σε κάτι τενεκέδες μέσα και το χειμώνα τα έβαζε στο μαγκάλι. Η μάνα μου είχε και φουφού. Ένα στρογγυλό βαρελάκι, το είχε χτίσει ο πατέρας μου με τούβλα και το είχε κάνει φουφού.

Εκεί μαγείρευε η μάνα μου, εκεί έβραζε και το νερό για να κάνει μπουγάδα, μπουγάδα στη σκάφη, είχε και το κοφίνι, έβαζε τα ρούχα μέσα και το σταχτόπανο από πάνω και τα περεχούσε. Για φως βέβαια είχαμε λάμπες, μπρούτζινη η καλή μας λάμπα -μάλιστα με έβαζε η μάνα μου να τη γυαλίζω με στάχτη και λεμόνι- και στην κουζίνα μέσα ήταν σαν αυτές τις γυάλινες τις στρογγυλές.» Δόμνα Σαμίου

———–

«Το τραγούδι «Έχε γεια Παναγιά» μου το πρωτόπε ο Αχιλλέας Ζαφειρόπουλος, αδελφός μιας καλής μου φίλης που είχα πρωτοσυναντήσει δεκαεπτά – δεκαοκτώ χρονών στην Κωνσταντινούπολη, το 1970. Μάλιστα, εκ των υστέρων, γύρω στα 1998, ένας άλλος φίλος μου από την Ίμβρο μου είπε ότι ο στίχος δεν ήταν «Έχε γεια Παναγιά» αλλά «Έχε γεια, πάντα γεια». Κατά πόσον είναι σωστό κι αυτό δεν ξέρω, αλλά δεν είναι η πρώτη φορά που ο ανώνυμος λαός αλλάζει κάτι το οποίο δεν του πάει καλά σ’ ένα τραγούδι» Δόμνα Σαμίου (2000)

Έχε γεια Παναγιά

Στίχοι: Παραδοσιακό
Μουσική: Παραδοσιακό
Εκτελέσεις: Δόμνα Σαμίου

Στο Γαλατά ψιλή βροχή και στα Tαταύλα μπόρα
βασίλισσα των κοριτσιών είναι η Mαυροφόρα.

Έχε γεια Παναγιά τα μιλήσαμε,
όνειρο ήτανε, τα λησμονήσαμε.

Στο Γαλατά θα πιω κρασί, στο Πέρα θα μεθύσω,
και μες απ’ το Γεντί Kουλέ κοπέλα θ’ αγαπήσω.

Έχε γεια Παναγιά τα μιλήσαμε,
όνειρο ήτανε, τα λησμονήσαμε

Γεντί Kουλέ και Θαραπειά, Ταταύλα και Nιχώρι,
αυτά τα τέσσερα χωριά ‘μορφαίνουνε την Πόλη.

Έχε γεια Παναγιά τα μιλήσαμε,
όνειρο ήτανε, τα λησμονήσαμε

Η Δόμνα Σαμίου γεννήθηκε στις 12 Οκτωβρίου 1928 στην Καισαριανή της Αθήνας. Οι γονείς της ήταν μικρασιάτες πρόσφυγες από το Μπαϊντίρι, χωριό της περιοχής της Σμύρνης. H μητέρα της ήρθε στην Ελλάδα το 1922, ο πατέρας της, αιχμάλωτος στρατιώτης, λίγο αργότερα, με την Ανταλλαγή. Έζησε τα παιδικά της χρόνια μέσα στις απάνθρωπες αλλά παράλληλα πολύ ανθρώπινες και αλληλέγγυες συνθήκες της προσφυγιάς, κι εκεί απέκτησε τα λαϊκά ερείσματα της προσωπικότητάς της και την ατόφια συμμετοχικότητά της. Στο περιβάλλον αυτό είχε τα πρώτα μουσικά της ακούσματα απ’ τα οποία και πήγασε η αγάπη της για την παραδοσιακή μουσική.

Σε ηλικία 13 ετών η Δόμνα Σαμίου έχει την πρώτη διδακτική επαφή με τη βυζαντινή και τη δημοτική μουσική αλλά και με τη λογική της επιτόπιας έρευνας, μαθητεύοντας κοντά στον Σίμωνα Καρά, στο «Σύλλογο προς Διάδοσιν της Εθνικής Μουσικής», ενώ παράλληλα φοιτά στο νυχτερινό Γυμνάσιο.

Ως μέλος της χορωδίας του Σίμωνα Καρά αρχίζει η σχέση της και με το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας/Ε.Ι.Ρ όπου αργότερα, το 1954, προσλαμβάνεται στο Τμήμα Εθνικής Μουσικής. Από τη θέση αυτή γνωρίζει τους σημαντικότερους λαϊκούς μουσικούς, οι οποίοι την εποχή εκείνη της εσωτερικής μετανάστευσης συρρέουν στην Αθήνα απ’ όλες τις περιοχές της Ελλάδας, και τους οποίους το ΤΕΜ ηχογραφεί για τις εκπομπές του. Έτσι η Δόμνα εξοικειώνεται με όλα τα τοπικά μουσικά ιδιώματα. Παράλληλα κάνει μουσική επιμέλεια σε εκδόσεις δίσκων, θεατρικές εκπομπές, κινηματογραφικές ταινίες. Το 1963 αρχίζει τα ταξίδια της στην επαρχία για επιτόπιες καταγραφές και συγκέντρωση μουσικού υλικού για το προσωπικό της αρχείο με δικά της μηχανήματα.

Το 1971 παραιτείται από την Ραδιοφωνία. Την ίδια χρονιά-σταθμό αποδέχεται την πρόσκληση του Διονύση Σαββόπουλου και πρωτοεμφανίζεται στο νεανικό και αντιχουντικό Ροντέο, δίνοντας μια μεγάλη έκτοτε στροφή στη σχέση των νέων με την παραδοσιακή μουσική. Τις σημαντικές αυτές εμφανίσεις ακολουθεί η συμμετοχή στο Φεστιβάλ Μπαχ στο Λονδίνο, οργανωμένο από τη Λίλα Λαλάντη. Η λαμπρή καλλιτεχνική καριέρα της Δόμνας Σαμίου έχει ξεκινήσει θριαμβευτικά. «Πέρασε η ντροπή που είχαν για το δημοτικό τραγούδι», όπως δηλώνει σε συνέντευξή της η ίδια.


Το 1974 αρχίζει η συνεργασία με την Columbia και οι αλλεπάλληλες εκδόσεις LP. Το 1976-77 με σκηνοθέτες τον Φώτο Λαμπρινό και τον Ανδρέα Θωμόπουλο γυρίζουν στην ελληνική επαρχία είκοσι επεισόδια για την εκπομπή της ΕΡΤ «Μουσικό οδοιπορικό».

Το 1981 ιδρύεται ο Καλλιτεχνικός Σύλλογος Δημοτικής Μουσικής – Δόμνα Σαμίου με σκοπό την διάσωση και προβολή της παραδοσιακής μουσικής και κυρίως την έκδοση δίσκων και τη διοργάνωση εκδηλώσεων με αυστηρές επιστημονικές και ποιοτικές προδιαγραφές, μακρυά από τις απαιτήσεις των εμπορικών εταιριών.

Το έργο της ξεπερνά πια τα ελληνικά σύνορα. Εκδίδονται δίσκοι της στη Γαλλία και τη Σουηδία. Επί σαράντα περίπου χρόνια πραγματοποιεί σειρά συναυλιών από την Αυστραλία μέχρι τη Νότια Αμερική που όχι μόνο συγκινούν τους Έλληνες της Διασποράς αλλά και αποκαλύπτουν στους ξένους μια ποιοτική «ελληνική μουσική δίχως μπουζούκι», όπως γράφτηκε σε κάποια κριτική συναυλίας της στη Σουηδία.

Στο εσωτερικό της Ελλάδας οι εμφανίσεις της σε συναυλίες κάθε είδους και με κάθε αφορμή είναι αναρίθμητες καθώς και οι τιμητικές προσκλήσεις και τα αφιερώματα, όπως π.χ. η επετειακή παράσταση για τα 70 της χρόνια: «Η Δόμνα Σαμίου στο Μέγαρο Μουσικής: η γνωστή και άγνωστη Δόμνα», τον Οκτώβριο του 1998.

Για τις ποικίλες δραστηριότητες της συνεργάζεται με τους πιο καταξιωμένους Έλληνες και ξένους μουσικούς, μουσικολόγους, λαογράφους, εθνομουσικολόγους αλλά και διδάσκει, μυεί και αναδεικνύει πρωτόβγαλτους νέους καλλιτέχνες. Aπό το 1994 δίνει μαθήματα δημοτικού τραγουδιού για ενήλικες στο Μουσείο Ελληνικών Λαϊκών Οργάνων της Αθήνας. Πάμπολλες είναι επίσης οι πρωτοβουλίες της και έμπρακτη και ανιδιοτελής η προσφορά της σχετικά με την βελτίωση της μουσικής εκπαίδευσης των παιδιών στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, αίτημα παιδαγωγικά πρωταρχικό και επιτακτικό κατά την ίδια.


Καταξιωμένη και αγαπητή για την προσφορά και την προσήνια της είδε το έργο της να αναγνωρίζεται πολλαπλά και τιμήθηκε με πολλές διακρίσεις, με αποκορύφωση την απονομή μεταλλίου από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κ. Στεφανόπουλο το 2005.

Περιστοιχιζόμενη από τους συνεργάτες, φίλους και υποστηρικτές της η Δόμνα συνεχίζει το έργο της με εκδόσεις υπομνηματισμένων με αναλυτικά κείμενα θεματικών CD, την οργάνωση του ανέκδοτου προσωπικού Αρχείου της και την προετοιμασία για ανάρτησή του στο διαδίκτυο.

Άλλοι μιλάνε για τη Δόμνα

Η κυρά Δόμνα δεν είναι πια ανάμεσά μας. Έφυγε το βράδυ του Σαββάτου για το μεγάλο ταξίδι. Όμως θα συνεχίσει να να τραγουδάει, να μιλά, να πετά και ν΄αγγίζει τις ψυχές όλων εκείνων που την αγάπησαν για τη φωτεινή τέχνη της και την πολύτιμη προσφορά της.

Η κηδεία της θα γίνει την Τρίτη 13 Μαρτίου στις 15:00, στο νεκροταφείο της Νέας Σμύρνης.
Παράκληση σε αυτούς που θέλουν να τιμήσουν τη μνήμη της, αντί για στεφάνι, τα χρήματα να δοθούν στο Σύλλογο Βοήθειας Παιδιών Αιθιοπίας –  Lalibela και στο Κοσμέτειο Ίδρυμα για τις ανάγκες των απόρων Κωνσταντινοπολιτών.
Για περισσότερες πληροφορίες πατήστε εδώ.

http://www.domnasamiou.gr/

Γυναικα _ Του Νικου Καββαδια

Γυναίκα. Του Νίκου Καββαδία

23:03, 08 Μαρ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/87374

« …Σίδερα. Χαρά στο πράμα! Να βάλεις μια δεκάρα στην μπάντα και να τα μουτζώσεις για πάντα. Να μην κατεβαίνεις στο γιαλό. Να μην τα θυμάσαι…Όμως ποιος είδε πιο ανοιχτές πληγές απ’ αυτές της σκουριάς στα πλευρά τους, ή της παλιωμένης μοράβιας; Ποιος άκουσε πιο ανθρώπινο κλάμα από τούτο της τσιμινιέρας που μαρκαλίζει την ομίχλη, ή από κείνο που λαχαίνει σε θύελλα, χωρίς κανένα χέρι να σύρει το σύρμα της σφυρίχτρας; Να σκούζει μονάχη της, καθώς παντρεύεται με τον άνεμο… Δυο μάτια. Πράσινο το ‘να, σμαράγδι. Τ’ άλλο κόκκινο, ρουμπίνι. Τα λένε πλευρικά. Φώτα γραμμής. Είναι μάτια. Τα καράβια δεν τα πάμε. Μας πάνε.» Νίκος Καββαδίας («Βάρδια» (1954)

Γυναίκα

Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία.
Παίξε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα.
Αλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μαρία.
Το φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα.
Από παιδί βιαζόμουνα, μα τώρα πάω καλιά μου.
Μια τσιμινιέρα με όρισε στον κόσμο και σφυρίζει.
Το χέρι σου, που χάιδεψε τα λιγοστά μαλλιά μου,
για μια στιγμή αν με λύγισε, σήμερα δε με ορίζει.
Το μετζαρόλι ράγισε και το τεσσαροχάλι.
Την τάβλα πάρε, τζόβενο, να ξαναπάμε αρόδο.
Ποιος σκύλας γιος μας μούντζωσε κι έχουμε τέτοιο χάλι,
που γέροι και μικρά παιδιά μας πήραν στο κορόιδο;
Βαμμένη. Να σε φέγγει κόκκινο φανάρι.
Γιομάτη φύκια και ροδάνθη, αμφίβια Μοίρα.
Καβάλαγες ασέλωτο με δίχως χαλινάρι,
πρώτη φορά, σε μια σπηλιά, στην Αλταμίρα.
Σαλτάρει ο γλάρος το δελφίνι να στραβώσει.
Τι με κοιτάς; Θα σου θυμίσω εγώ που μ’ είδες.
Στην άμμο πάνω σ’ είχα ανάστροφα ζαβώσει
τη νύχτα που θεμέλιωναν τις Πυραμίδες.
Το τείχος περπατήσαμε μαζί το Σινικό.
Κοντά σου ναύτες απ’ την Ουρ πρωτόσκαρο εβιδώναν.
Ανάμεσα σε ολόγυμνα σπαθιά στο Γρανικό
έχυνες λάδι στις βαθιές πληγές του Μακεδόνα.
Πράσινο. Αφρός, θαλασσινό βαθύ και βυσσινί.
Γυμνή. Μονάχα ένα χρυσό στη μέση σου ζωστήρι.
Τα μάτια σου τα χώριζαν εφτά Ισημερινοί
μες στου Giorgione το αργαστήρι.
Πέτρα θα του ‘ριξα και δε με θέλει το ποτάμι.
Τι σου ‘φταιξα και με ξυπνάς προτού να φέξει.
Στερνή νυχτιά του λιμανιού δεν πάει χαράμι.
Αμαρτωλός που δε χαρεί και που δε φταίξει.
Βαμμένη. Να σε φέγγει φως αρρωστημένο.
Διψάς χρυσάφι. Πάρε, ψάξε, μέτρα.
Εδώ κοντά σου, χρόνια ασάλευτος να μένω
ως να μου γίνεις Μοίρα, Θάνατος και Πέτρα.
Ινδικός Ωκεανός 1951

———–
Κριτική για το έργο του

«Μαραμπού» (1933)

«Το βιβλίο του είναι η μόνη σπίθα ζωής μέσα στη νέκρα του μηνός» – Αλκης Θρύλος (Ελένη Ουράνη) (Περιοδικό «Σήμερα»/Ιούνιος 1933)

«Ένα μεγάλο πάθος κυριαρχεί στην ποίηση του Καββαδία. Το πάθος των ταξιδιών» – Γ.Μ. Μυλωνογιάννης. (Περιοδικό «Λυτρωμός»/αρ. 2/15 Ιουλίου 1933)

«Τα ποιήματα του κ. Καββαδία δίνουν μια ανακούφιση και μια παρηγοριά» – Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος. (Περιοδικό «Κύκλος»/αρ. 6-7/Αύγουστος-Σεπτέμβριος 1933).

«Ο πρώτος ναυτικός που τραγουδεί τη θάλασσα ή μάλλον τα ταξίδια στους μακρινούς τόπους» – Κλέων Παράσχος. (Περιοδικό «Νέα Εστία»/αρ. 160/1933).

«Στη συλλογή αυτή ολοφάνερη είναι η επίδραση του Ουράνη. Νομίζω όμως πως η συγγένεια είναι πιο πολύ εξωτερική παρά τίποτε άλλο (…). Ο Ουράνης δεν είναι επαναστατημένος ποιητής, ο Καββαδίας σαν τον Ρεμπώ που επηρέασε τον Ουράνη είναι επαναστατημένος! Αν δεν γυρεύει με σφυρίγματα αλήτικα και με σαρκασμό να εκφράσει την αδυναμία προσαρμογής στην αστική πραγματικότητα, αν η poesie maudite (σ.σ. καταραμένη ποίηση) παίρνει σ’ αυτόν την μορφή ταξιδιού, δεν αλλάζει αυτό το ουσιαστικότερο περιεχόμενο της ψυχής του» – Νίκος Καλαμάρης (Μ. Σπιέρος, Νικόλαος Κάλας, Νικήτας Ράντος). (Περιοδικό «Νέοι Πρωτοπόροι»/αρ. 8-9/Αύγουστος-Σεπτέμβριος 1933)

«Ενας νέος κόσμος έρχεται, τη στιγμή ίσια-ίσια, που τα παλιότερα ιδανικά των περασμένων γενεών βρίσκονται στο τελευταίο στάδιο της φθοράς των. Οι νέοι τ’ αποστρέφονται πιά, με το δίκιο τους. Αυτοί είναι η πιο άγρια, η πιο απόλυτη κατάφαση της ζωής. Και μυρίζονται εύκολα τη σήψη. Πως είναι μπορετό να τους ενθουσιάσουν οι γλωσσικοί αγώνες, οι προγονοπληξίες, οι εθνικοί ρομαντισμοί, οι κενές ηθικολογίες; Συγκρίνουν κι αυτοί φαινόμενα και πράγματα, και μάλιστα ξέρουν να τα συγκρίνουν με βλέμμα αλύγιστο, σκληρό σαν ατσάλι. Η λογική είναι το προικιό του ανθρώπου από τα παιδικά του χρόνια. Κι ο ορθολογισμός του εφήβου δεν χαρίζει κάστανα, ένας κόσμος που καταρρέει από παντού, υψώνοντας ακόμα σαν καταξεσκισμένη και ξεθωριασμένη σημαία του, τα παλιά ιδανικά του, δεν είναι θέαμα ελκυστικό για τους νέους ανθρώπους (…).

Σήμερα θα ήθελα να δείξω μόνο την εικόνα ενός νέου, που παρουσιάζει πολλά από τα χαρακτηριστικά των καινούργιων νεανικών τάσεων (…). Τα ποιήματά του δεν έχουν καθόλου τα γνωρίσματα των ποιητικών συλλογών των τελευταίων χρόνων (…). Και κάτω από την διαυγή εικόνα των πραγμάτων, μια βαθύτερη ανθρωπιά, ένας καθάριος ανθρώπινος παλμός, μια γαλήνια έφεση για δικαίωση του ξένου ατόμου, είτε άνθρωπος είναι αυτό, είτε ζώο (…). Ο νέος αυτός ποιητής έχει πραγματικήν ανθρωπιά μέσα του. Και ξέρει να μεταδίδει και σ’ εμάς τις συγκινήσεις του (…). Τέτοιοι νέοι είναι τα πρώτα θεμέλια ενός πολιτισμού μελλοντικού που θ’ ανανεώσει τις ηθικές ανθρώπινες αξίες». – Φώτος Πολίτης (εφημερίδα «Πρωϊα»/15 Δεκεμβρίου 1933).

«Πούσι» (1947)

«Με το δεύτερο ποίημα το «Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα», ο ποιητής παίρνει φανερά και συνειδητά στάση υπέρ εκείνων (σ’ οποια γής!) που πολεμάνε για τη λευτεριά, υπέρ των τίμιων αγωνιστών του Λαού, που τους σκοτώνουν οι φασιστικές τρομοκρατίες (όποιας χώρας!). Και σ’ αυτήν την περίσταση δεν φαίνεται απίθανο να συνεχίσει ο ποιητής τον ηρωϊκό αυτό δρόμο. Αλλά το πνεύμα του Ισπανοτσιγγάνου Λόρκα αποτελεί και το κλειδί για να βρούμε το βαθύτερο κοινωνικό περιεχόμενο των άλλων του ποιημάτων. Η συμπάθειά του για τους ναυαγούς της θάλασσας και της ζωής (όλοι και ζωντανοί και πνιγμένοι είναι ναυαγοί) φανερώνει ποιος είναι ο Αίτιος πίσω από το πούσι που τον κρύβει. Ο Αϊτιος κι ο Υπεύθυνος για το σκοτωμό των ανθρώπων του Λαού είτε με τον πόλεμο είτε με την πείνα και για το πνευματικό και το ηθικό τους σκοτάδι είναι ο ίδιος διεθνικός Μινώταυρος, ο καπιταλισμός που στην ακμή του εκφυλισμού του και στην ώρα της πτώσης του γίνεται χίλιες φορές αιμοβορότερο θηρίο» – Κώστας Βάρναλης (εφημερίδα «Ο Ρίζος της Δευτέρας»/αρ.15/27 Ιανουαρίου 1947)

«Κανείς πραγματικά δεν μπορεί ν’ αγαπήσει τον άνθρωπο κι ίσως ακόμα και να τον καταλάβει, αν δεν γνωρίσει σαν μια ενότητα της γής – το παράξενο αστέρι που είμαστε παιδιά του κι εμείς και το πνεύμα μας (…). Όμως ο Νίκος Καββαδίας δεν είναι ο εγωκεντρικός περιηγητής που αντιπαραθέτεται ατομικά στον κόσμο και τον ερευνά για να γνωρίσει τον εαυτό του. Ο κόσμος είναι γοητευτικός γιατί υπάρχουν οι άνθρωποι, η μεγάλη ανθρωπότητα, το εξελιγμένο αυτό κομμάτι της φύσης που αγωνίζεται ενάντια στη φύση και δημιουργεί την ζωή και το πνεύμα. Παλεύει και ματώνει και νοσταλγεί, αλλά δεν φεύγει ποτέ από τον αγώνα γιατί αυτός είναι πάθος δυνατό σαν την μοίρα. Ετσι μέσα στο Πούσι του Καββαδία το ανθρώπινο τοπίο είναι στο πρώτο πλάνο και το φυσικό τοπίο στο πλαίσιο (…).

Τη γής αυτή που ‘ναι γεμάτη δυστυχία και ομορφιά, ο ποιητής την ανακαλύπτει κάθε στιγμή μέσα από το πούσι του μυστηρίου της και την αγαπά γιατί μπορεί να την υποτάζει. Τα όραματά του είναι γήινα και γι΄αυτό είναι βέβαια και μεγάλα, γιατί η γής είναι το πραγματικότερο ανθρώπινο περιβάλλο κι είναι στα μέτρα του ανθρώπου από τη στιγμή που ο άνθρωπος μπορει να κινιέται και να φαντάζεται (…). – Ασημάκης Πανσέληνος (περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα»/αρ. 61/1η Μαρτίου 1947)

«Από το 1933, όταν ο Φώτος Πολίτης παρουσίαζε τον ποιητή των Μαραμπού σαν αντιπρόσωπο μιας νέας συναισθηματικής στάσης απέναντι στα παραδεδεγμένα του καιρού, αντιπρόσωπο ενός νέου κόσμου που αναφαίνεται ακριβώς τη στιγμή που τα παλιότερα ιδανικά των περασμένων γενεών βρίσκονται στο τελευταίο στάδιο της φθοράς των – από τότε ίσαμε σήμερα πέρασαν δεκαπέντε πλήρη, μεγάλα, ακέραια χρόνια. Εχώρεσαν τη Διχτατορία, τον Πόλεμο, την Κατοχή, την Απελευθέρωση, τον Εμφύλιο (πράξη πρώτη), τον Εμφύλιο (πράξη δεύτερη), το Δράμα του έθνους…Ο Ν. Καββαδίας έμεινε ο συμπαθέστατος, ο πρωτότυπος έστω – δηλαδή ο όχι και τόσο πρωτότυπος πια – ο αδιάφορος σ’ όλη την άλλη, την έξω από τα καράβια, τις αντένες, τις βάρδιες και τους πνιχτούς μεθυσμένους έρωτες των λιμανιών ζωή. Μαραμπού! Ένα πυκνό πούσι έχει κατέβει και κρύψει από την οπτική γραμμή του ποιητή όλο τον πόνο των ανθρώπων. Κοιτάζω από περιέργεια τις χρονολογίες των τραγουδιών του. Ένα το 1940. Δύο άλλα στα 1942. Ένα άλλο στα 1944. Δύο στα 1945. Αλλα δύο στα 1946. Τ’ αποδέλοιπα είναι πριν από το Σαράντα. Μια νύξη, κάποια θύμηση της τραγωδίας της φυλής του, πουθενά. ¨Η μάλλον δύο στίχοι υπομνηστικοί των εκτελέσεων στην Καισαριανή και της τραγωδίας του Διστόμου, μα κι αυτοί για χάρη του Γκαρθία Λόρκα (…) πως μπορεί ο κ. Καββαδίας να είναι αισθηματικά ένας πάροικος του τόπου αυτού, μπορεί χώρος του, πατρίδα του, κόσμος του να είναι οι άνθρωποι της Τοκοπίλλα, του Περού, ή της Μπομπάλα, μα στα 1947, έπειτα από δέκα ολόκληρα χρόνια αγωνίας και θανάτου, η ποίησή του δεν έχει ήθος». – Αιμίλιος Χουρμούζιος (περιοδικό «Νέα Εστία»/αρ. 483)

«Βάρδια» (1954)

«…Φανερό είναι πως τον κ. Καββαδία, σαν γνήσιο Ελληνα, εκείνο που περισσότερο τον ελκύει, από αισθητική άποψη, είναι ο άνθρωπος με την ανεξάντλητη σ’ εκπλήξεις, μυστήριο και ιδιοτροπία ψυχή του, (…) Η Βάρδια είναι το δώρο μιας πολύτιμης θαλασσινής πείρας. Είναι ένα βιβλίο οίστρου, άκακου θυμοσοφικού κυνισμού, αλλά και βαθιάς συμπάθειας για τον άνθρωπο και την μοίρα του». – Τίμος Μαλάνος (εφημερίδα «Καθημερινή»/17 Μαρτίου 1954

«Εμένα εκείνο που με συναρπάζει είναι το ήθος του. Η ανθρώπινη σχέση σε αυτό το βιβλίο έχει μια μοναδική συνέπεια (…). Εκείνο που ανατρέπει την καθεστηκυία ηθική – και δίνει στην Βάρδια μια άλλη διάσταση σχεδόν πολιτική – είναι το γεγονός πως όλοι αυτοί οι ντεσπεράντος (πόρνες, ρουφιάνοι, λαθρέμποροι, παιδεραστές, τυχοδιώκτες κλπ) δείχνουν όχι μόνο μια καταπληκτική αλληλεγγύη μα και μια συνέπεια κυριολεκτικά απροσδόκητη (…). Θεωρώ τη Βάρδια μέγιστο μάθημα ήθους. Μακάρι να μπορούσε να διδαχθεί στα σχολεία». – Ηλίας Παπαδημητρόπουλος (εφημερίδα «Καθημερινή»/4 Αυγούστου 1977).

Μελοποιημένα ποιήματά του

Γιάννης Σπανός: Τρίτη Ανθολογία (Περιέχει το ποίημα Ιδανικός και Ανάξιος Εραστής)

Θάνος Μικρούτσικος: Ο Σταυρός του Νότου

Θάνος Μικρούτσικος: Γραμμές των Οριζόντων

Θάνος Μικρούτσικος: Η αγάπη είναι ζάλη (Περιέχει το ποίημα 7 Μικροί Νάνοι στο S/S Cyrenia)

Μαρίζα Κώχ: Μαρίζα Κώχ

Δημήτρης Ζερβουδάκης: Γράμμα σ’ ένα ποιητή

Ξέμπαρκοι: S/S IONION

Το ποίημα «Η μαϊμού του Ινδικού λιμανιού» απο το «Μαραμπού» έχει μελοποιηθεί απο τους Χάρη και Πάνο Κατσιμίχα και έχει ηχογραφηθεί στον δίσκο τους «Όταν σου λέω πορτοκάλι να βγαίνεις».

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Ταυ ιδίου

«Μαραμπού» (Α έκδοση 1933) – Ανατύπωση 1975 – «Εκδόσεις Κέδρος»

«Πούσι» (Α έκδοση 1947/ «Εκδόσεις Α. Καραβία») – 1980 – «Εκδόσεις Κέδρος»

«Τραβέρσο» (Α έκδοση 1975-1989 – «Εκδόσεις Κέδρος») – 1989 – «Εκδόσεις Αγρα»

«Βάρδια» (Α έκδοση 1954/ «Εκδόσεις Α. Καραβία») – 1996 – «Εκδόσεις Αγρα»

«Του Πολέμου/Στο άλογό μου» – (Η Ανατύπωση) 1987-2002 – «Εκδόσεις Αγρα»

«Λι» – ΙΔ Ανατύπωση – Ιούνιος 2005 – «Εκδόσεις Αγρα»

«Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη» – 2005 – «Εκδόσεις Αγρα»

Άλλων

Φίλιππος Φιλίππου: «Ο πολιτικός Νίκος Καββαδίας» – 1996 – «Εκδόσεις Αγρα»

Δημήτρης Νικορέντζος: «Νίκος Καββαδίας – Ο τελευταίος αμαρτωλός» – 2001 – «Εκδόσεις Εντός»

Μήτσος Κασόλας: «Νίκος Καββαδίας – Γυναίκα-Θάλασσα-Ζωή (αφηγήσεις στο μαγνητόφωνο) – 2004 – «Εκδόσεις Καστανιώτη» (Ο συγγραφέας βρίσκεται σε δικαστική διαμάχη με συγγενείς του ποιητή για το βιβλίο αυτό).

Ποιήματά του

* Μαραμπού

* Ενα μαχαίρι

* Γράμμα στον ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ

* Πούσι

* KURO SIWO

* Σταυρός του Νότου

* FEDERICO GARCIA LORCA

* Τραβέρσο

* Fata Morgana

* Πικρία

 

Σταυρος του Νοτου _ Θανος Μικρουτσικος

Σταυρός του Νότου. Θάνος Μικρούτσικος

16:01, 19 Ιαν 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/82313

Η πρώτη αντίδραση του Πατσιφά δεν ήταν ενθαρρυντική γιατί δεν του άρεσε ο Καββαδίας ως ποιητής, παρ’ όλα αυτά μου έδωσε το πράσινο φως να μπω στο στούντιο και να ηχογραφήσω […] Αισθάνθηκα πως μου το έκανε ως χάρη, κάτι που αργότερα το παραδέχτηκε και ο ίδιος κατά τη διάρκεια της πρώτης ακρόασης του δίσκου: «Σε αγαπάω πολύ και σε πιστεύω, αλλά αυτόν τον δίσκο θεώρησέ τον ως ένα δώρο από μένα. Δεν πρόκειται να πουλήσει ούτε χίλια αντίτυπα!»

Δεν ήταν όμως μόνον ο Πατσιφάς που είχε εκείνη την άποψη, αλλά και πολλοί δικοί μου άνθρωποι, φίλοι, ακόμη και ο αδερφός μου. Ο Αντρέας, μάλιστα, που έγραφε με ψευδώνυμο κριτικές δίσκων σε ένα μουσικό περιοδικό, έγραψε «Τι κρίμα για αυτόν τον συνθέτη να κυκλοφορήσει έναν τέτοιο δίσκο!». Μάλιστα, το συνέχισε, γράφοντας «Ο δίσκος θα έπρεπε να συνοδεύεται και από λεξικό άγνωστων λέξεων, γιατί υπάρχουν περισσότερες από εβδομήντα άγνωστες λέξεις σε έντεκα τραγούδια».

Όλες σχεδόν οι κριτικές που γράφτηκαν στον Τύπο χαρακτήρισαν τον Σταυρό του Νότου ως μία ατυχή παρένθεση στη δημιουργική μου πορεία.
Στην Καθημερινή –την οποία είχαν γραφτεί διθύραμβοι για την Καντάτα για τη Μακρόνησο- γράφτηκε πως ο Σταυρός του Νότου είναι ένας πληκτικός δίσκος και το κείμενο κατέληγε «Ευχόμαστε στον ταλαντούχο συνθέτη να τον ξεχάσει το συντομότερο δυνατόν». Με κατηγόρησαν για πληκτική μελωδική ανάπτυξη, λόγω των επαναλαμβανόμενων μοτίβων, αλλά τους διέφευγε πως ο ίδιος ο Καββαδίας δεν έγραφε κουπλέ-ρεφρέν, αλλά αφηγηματικό παραμύθι πολλών στροφών.

Προσπαθώντας να καταλάβω τον λόγο αυτής της γενικευμένης απόρριψης του δίσκου, κατάληξα στο συμπέρασμα πως εκείνο που ενόχλησε τους περισσότερους δημοσιογράφους και κριτικούς δεν ήταν τόσο τα τραγούδια αυτά καθαυτά, αλλά η επιλογή του Καββαδία, γιατί δεν τον θεωρούσαν σπουδαίο ποιητή.

Αυτό ήταν μια πραγματικότητα εκείνη την εποχή στη Νεοελληνική Γραμματεία ο Καββαδίας είχε καταχωρηθεί ως ένας ποιητής κάτι λιγότερο από ελάσσων.

Από το 1933 που κυκλοφόρησε την πρώτη του ποιητική συλλογή -το Μαραμπού- έως το 1975 που πέθανε, ο Καββαδίας είχε χαρακτηριστεί ως «ποιητής ημερολογίου» και τον χαρακτήριζαν επιπόλαια ως «ποιητή της θάλασσας και των ναυτικών», ως έναν ελάσσονα ηθογράφο, δίνοντας αρνητικό πρόσημο σε αυτούς τους χαρακτηρισμούς, υποτιμώντας τη συμβολή του στην ελληνική ποίηση.

Δεν του είχαν αναγνωρίσει ούτε τον εξαιρετικό χειρισμό της ελληνικής γλώσσας, αλλά ούτε τα επίπεδα των νοημάτων που «κρύβονταν» στην ποίησή του.

Η μελοποιημένη ποίηση αξίζει στο ελληνικό τραγούδι, όχι γιατί «κατεβάζει» την υψηλή ποίηση στον λαό, όπως υποστήριξαν πολλοί –δεν θεωρώ πως τη δικαιώνει αυτή η πρόθεση από μόνη της-, αλλά γιατί έχει την ικανότητα να φωτίζει κρυμμένα επίπεδα του ποιήματος.

Όσο σπουδαιότερο είναι ένα ποίημα, τόσο περισσότερες διαστάσεις έχει, ποτέ ένα σπουδαίο ποίημα δεν είναι μόνο αυτό που φαίνεται στην πρώτη ανάγνωση.

Για τον λόγο αυτόν δεν πρέπει να χρησιμοποιούμε απλώς ένα ποίημα, φέρνοντάς το στα μέτρα της προκάτ συνθετικής μας άποψης, προσπαθώντας να το χωρέσουμε μέσα στις ευκολίες και στις μανιέρες μας.

Χρειάζεται να το αποκαλύπτουμε, να το φωτίζουμε. Αυτός ήταν και ο λόγος της επιτυχίας εκείνου του δίσκου, εκτός αν κάποιος θεωρεί πως ξαφνικά όλη η Ελλάδα άρχισε να τραγουδάει για τη ζωή των ναυτικών!

Για μένα ο Καββαδίας δεν είναι ο ποιητής της θάλασσας και των ναυτικών –αυτά τα χρησιμοποίησε σχεδόν προσχηματικά-, αλλά ένας ποιητής που μίλησε για την ελευθερία, για την αξία της ανατροπής, για τη δύναμη της ζωής χωρίς συμβάσεις. Αυτά τα επίπεδα προσπάθησα να αναδείξω με τη μελοποίησή μου, και φαίνεται πως δικαιώθηκα, αν αναλογιστούμε πως αυτά τα τραγούδια έγιναν πολύ αγαπητά, κυρίως στη νεολαία, και πως έχουν ήδη περάσει σε μια Τρίτη γενιά.

Με αυτά τα τραγούδια ο Κούτρας παίρνει το χρίσμα του σπουδαίου ερμηνευτή και ταυτόχρονα ταυτίζεται στη συνείδηση του κόσμου με αυτή την εργασία. Τους πρώτους έξι μήνες ο δίσκος πούλησε περίπου πενήντα χιλιάδες αντίτυπα και από τότε μέχρι σήμερα οι πωλήσεις έχουν υπεργεί το ένα εκατομμύριο.» Θάνος Μικρούτσικος

(Απόσπασμα από το βιβλίο «Ο Θάνος κι ο Μικρούτσικος, μια αυτοβιογραφία μέσα από 24 συναντήσεις«, Οδυσσέας Ιωάννου, εκδόσεις Πατάκη, 2011)

Σταυρός του Νότου

Στίχοι: Νίκος Καββαδίας
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Πρώτη εκτέλεση: Αιμιλία Σαρρή

Έβραζε το κύμα του γαρμπή
είμαστε σκυφτοί κι οι δυο στο χάρτη
γύρισες και μου ‘πες πως το Μάρτη
σ’ άλλους παραλλήλους θα ‘χεις μπει

Κούλικο στο στήθος σου τατού
που όσο κι αν το καις δε λέει να σβήσει
είπαν πως την είχες αγαπήσει
σε μια κρίση μαύρου πυρετού

Βάρδια πλάι σε κάβο φαλακρό
κι ο Σταυρός του Νότου με τα στράλια
Κομπολόι κρατάς από κοράλλια
κι άκοπο μασάς καφέ πικρό

Το ʼλφα του Κενταύρου μια νυχτιά
με το παλλινώριο πήρα κάτου
μου ‘πες με φωνή ετοιμοθανάτου
να φοβάσαι τ’ άστρα του Νοτιά

ʼλλοτε απ’ τον ίδιον ουρανό
έπαιρνες τρεις μήνες στην αράδα
με του καπετάνιου τη μιγάδα
μάθημα πορείας νυχτερινό

Σ’ ένα μαγαζί του Nossi Be
πήρες το μαχαίρι δυο σελίνια
μέρα μεσημέρι απά στη λίνια
ξάστραψες σαν φάρου αναλαμπή

Κάτω στις ακτές της Αφρικής
πάνε χρόνια τώρα που κοιμάσαι
τα φανάρια πια δεν τα θυμάσαι
και το ωραίο γλυκό της Κυριακής


Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ

Σε ποίηση Νίκου Καββαδία
Τραγουδούν: Γιάννης Κούτρας, Αιμιλία Σαρρή, Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Επτά από τα τραγούδια του δίσκου ακούστηκαν στην τηλεοπτική σειρά «ΠΟΡΕΙΑ 090»
σε σενάριο και σκηνοθεσία Τάσου Ψαρρά.
1979. LYRA

1. KURO SIWO (2:29)
2. ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ (2:54)
3. ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ (4:50)
4. ΕΝΑ ΜΑΧΑΙΡΙ (4:08)
5. ΓΥΝΑΙΚΑ (6:10)
6. ΕΝΑΣ ΝΕΓΡΟΣ ΘΕΡΜΑΣΤΗΣ ΑΠΟ ΤΟ ΤΖΙΜΠΟΥΤΙ (5:13)
7. FEDERICO GARCIA LORCA (3:16)
8. ΑΡΜΙΔΑ (1:41)
9. CAMBAY’S WATER (3:59)
10. ΕΣΜΕΡΑΛΔΑ (2:41)
11. ΠΙΚΡΙΑ (3:16)

Ποιος τη ζωη μου ποιος την κυνηγα. Μανος Ελευθεριου

«Ποιός τη ζωή μου, ποιός την κυνηγά;» Μάνος Ελευθερίου

07:12, 19 Δεκ 2011 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/79222

Συγγραφέας, ποιητής και ένας από τους σημαντικότερους έλληνες στιχουργούς ο Μάνος Ελευθερίου, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη , συμμετέχοντας στο δημόσιο διάλογο του tvxs, για τα παράλογα χρόνια που ζούμε, τη δημιουργική εμπειρία της συγγραφής, όπως και για τους στίχους του «Ποιός τη ζωή μου, ποιός την κυνηγά…»

Τι έχετε να πείτε για την σημερινή κατάσταση που βρίσκεται η χώρα;
Εκείνο που φοβάμαι είναι μήπως φτάσει ο κόσμος κάποια στιγμή στον εμφύλιο. Είναι το χειρότερο πράγμα που μπορεί να συμβεί. Και βεβαίως ότι οι κρατούντες ίσως… θα τρέχουνε από χωρίου εις χωρίον να σωθούνε. Διότι ο κόσμος δεν αντέχει πια τούτο το ρεζιλίκι.

Τι πιστεύετε ότι πρέπει να κάνουμε;
Τίποτα. Θα γίνουν πάλι αυτά που γίναν με τα Δεκεμβριανά.
Δεν ξέρω τι να κάνουμε. Εκείνη τη στιγμή, την άγια τη στιγμή, θα γίνει κάτι.

Ο Θεός και η ψυχή μας δηλαδή…
Ακριβώς.

Θέλετε να μας πείτε για τους στίχους «Ποιός τη ζωή μου…»;
Είχα στείλει τα τραγούδια στον Μίκη Θεοδωράκη, το Γενάρη 1971, νομίζω, στο Λονδίνο που έμενε τότε με τη Μαρία Δημητριάδη και από ότι μου έγραψε μετά η Μαρία, ο Μίκης μόλις τα έλαβε κάθισε και έγραψε τα τραγούδια αυθημερόν και συμπεριελήφθησαν μετά στο δίσκο «Τα τραγούδια του αγώνα». Αλλά ούτε θυμάμαι πως γράφτηκαν. Τίποτα δεν θυμάμαι. Ήταν δύσκολη εποχή, μέσα στη δικτατορία.
Κι έχω καιρό να το ακούσω. Αλλά νομίζω ότι έχει αντίκτυπο στον κόσμο. Από ότι μου έλεγε ο Κατσιμίχας όποτε το τραγουδάνε το αποθεώνουν.

Τι θέλατε να πείτε με τη φράση: «Που πήγε αυτός που ξέρει να μιλά»;
Ήταν αυτοί οι άνθρωποι που μπορούσαν να κάνουνε κάτι και εξαφανίστηκαν. Αν είχαν τη δυνατότητα και τις ευκαιρίες να αναδειχτούν σε ηγετικές μορφές θα μπορούσαν να βοηθήσουν. Πρέπει να υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι. Όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και τις ευρωπαϊκές χώρες.
Για παράδειγμα, είχα γνωρίσει κάποιον εκείνα τα χρόνια που το έγραψα, ο οποίος θα γινόταν μεγάλη πρσωπικότητα αλλά πέθανε στα 28 του χρόνια.

Για κάποιον μες τον κόσμο είναι αργά…
Ναι. Ήταν και γι αυτόν αυτός ο στίχος. Θα γινόταν πολύ σημαντικός κριτικός βιβλίων, συγγραφέων, ήταν μεγάλη μορφή… Αλλά αλλιώς τα είχε κανονίσει ο Πανάγαθος και τον πήρε κοντά του (τα λέμε… έτσι όπως τα λέει και πολύς κόσμος).

Σήμερα, ετοιμάζετε κάποιο νέο βιβλίο;
Ναι, για τον Μάρκο Βαμβακάρη. Με αυτόν ασχολούμαι αυτό τον καιρό. Δηλαδή γράφω για τη Συριανή κοινωνία που έζησε την περίοδο από το 1905 μέχρι το 1920. Ήθελα να δω μέσα σε πιο κλίμα μεγάλωσε τα πρώτα 15 χρόνια της ζωής του, στη Σύρα, οποιοδήποτε θέμα προτάσσει την αυτοβιογραφία του… ώστε να δω, την περιρρέουσα ατμόσφαιρα που έζησε στη Σύρα.

Τα βιογραφικά των συγγραφέων ή των συνθετών, συνήθως ξεκινούν με την ημερομηνία γέννησης και αμέσως περνάνε στις σπουδές…
Έτσι είναι. Κι όμως, διαμορφώθηκε πάρα πολύ η προσωπικότητα και η συνείδησή του εκείνη την περίοδο. Ήταν καθοριστικά τα χρόνια που έμεινε στη Σύρο.

Έχετε καταλάβει τι σας επηρέασε πιθανά ως παιδί για να ασχοληθείτε μεγαλώνοντας με τους στίχους, την ποίηση και την συγγραφή;
Δεν ξέρω. Πάρα πολλά πράγματα που γράφω, έχουν αναφορές σε εκείνα που γνώρισα ως παιδί. Βεβαίως τα μετατοπίζω στους ήρωες των βιβλίων μου. Έμαθα πάρα πολλά πράγματα όταν ήμουν παιδί και οι άνθρωποι που συναναστράφηκα ήταν κατά κάποιο τρόπο «δάσκαλοι» σε πάρα πολλά, χωρίς τον ακαδημαϊκό τίτλο του δασκάλου βεβαίως. Ήξεραν, όμως, πάρα πολλά πράγματα, αλλά δυστυχώς χάθηκαν…

Μην ξεχνάτε ότι οι άνθρωποι που συναναστράφηκα εγώ στα παιδικά μου χρόνια, ζούσαν με το τίποτα. Κι αυτό το τίποτα έπρεπε να το αξιοποιήσουν, και για να έχει μία διάρκεια να του δίνουνε μια καινούργια μορφή, να ξεγελούν τον εαυτό τους ότι αλλάζουνε τα πράγματα.

Αυτό το βλέπει κανείς στις κοινωνίες των ανθρώπων που είναι αναγκασμένοι να εφευρίσκουν συνεχώς κάτι καινούργιο μέσα από το ίδιο το θέμα που έχουνε. Ένα παρατραβηγμένο παράδειγμα, είναι οι Ηπειρώτες οι οποίοι έζησαν σε ζυγό δουλείας πάρα πολλά χρόνια, όπως όλοι οι έλληνες, αλλά ιδιαίτερα εκεί πάνω, που είχαν βροχές και έτσι είχαν και πολλά χόρτα, ώστε ανήγαγαν τις χορτόπιτες σε… επιστήμη.

Όπως στο Άγιον όρος έχουν 100 τρόπους να μαγειρεύουνε τα ψάρια, διότι τα ψάρια ευλόγησε ο Χριστός κατά τα λεγόμενα των Αποστόλων. Αν και στον γάμο εν Κανά, δε νομίζω να τη βγάλανε με ψάρια…
Δυστυχώς δεν έγραψε κανένας από τους ευαγγελιστές ότι έφαγαν κρέας. Μιλάνε όμως για το κρασί και ευτυχώς φτιάχνουνε κρασί στο Άγιον όρος. Σκεφτείτε να είχε γράψει κάποιος ότι ο Ιησούς ήπιε π.χ. ουίσκι…

Μιλάνε επίσης για μια συκιά που ο Χριστός λιμπίστηκε να φάει ένα σύκο, πλησίασε, αλλά η συκιά είχε μόνο φύλλα και έτσι την καταράστηκε να ξεραθεί. Ήταν πολύ σκληρό αυτό. Το έχω γράψει στο βιβλίο «Άνθρωπος στο πηγάδι»…  Αλλά το καλύτερο βιβλίο μου, νομίζω ότι είναι το «Η μελαγχολία της πατρίδας μετά τις ειδήσεις των οκτώ», επειδή, κυρίως, τα διηγήματά του τα δούλευα πάρα πολλά χρόνια… και τα θέματα τους έχουν το ενδιαφέρον ότι υπάρχει μέσα το παράλογο, δοσμένο, όμως, με κρυστάλλινη διαύγεια, να μη φαίνεται, δηλαδή, ότι κρύβω ορισμένα πράγματα…

Και το παράλογο τι είναι, δηλαδή, για εσάς;
Το να μπεις σε ένα λεωφορείο να πας κάπου ενώ βιάζεσαι να πας κάπου αλλού. Ενώ βιάζεσαι να πας σε άλλο μέρος, εν τούτοις ενσυνείδητα παίρνεις ένα λεωφορείο που γράφει Κηφισιά, ενώ π.χ. θέλεις να πας στον Πειραιά. Αλλά αυτό πρέπει να το γράψεις με κρυστάλλινη διαύγεια. Να μην είναι μασημένα τα λόγια. Να πιστέψει και ο αναγνώστης ότι δεν κάνει λάθος…

Δηλαδή, μπορεί να μην είναι λογικό, αλλά δεν πάει να πει ότι δεν είναι και αληθινό, πραγματικό;
Ναι. Και τα χρόνια που ζούμε είναι παράλογα.

Και το συναίσθημα μπορεί να δείχνει πολλές φορές παράλογο, αλλά αυτό δεν είναι που μας προσανατολίζει;
Έτσι είναι.

————–
Ο Μάνος Ελευθερίου γεννήθηκε στην Ερμούπολη της Σύρας το 1938. Έχει εκδώσει μυθιστορήματα, ποιητικές συλλογές, τόμους με πεζά, λευκώματα και τέσσερις τόμους για το «Θέατρο στην Ερμούπολη τον 20ό αιώνα, 1901-1921», καθώς και την ανθολογία «Ερμούπολη, Μια πόλη στη λογοτεχνία» (Μεταίχμιο, 2004). Τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 2005 για το μυθιστόρημά του «O καιρός των χρυσανθέμων» (Mεταίχμιο, 2004). Παράλληλα ασχολήθηκε με το τραγούδι. Ως στιχουργός έχει στο ενεργητικό του περίπου 400 τραγούδια και έχει συνεργαστεί σχεδόν με όλους τους Έλληνες συνθέτες.

Ποιός τη ζωή μου

Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Πρώτη εκτέλεση: Μαρία Φαραντούρη
Άλλες ερμηνείες:
Χάρης&Πάνος Κατσιμίχας

Ποιός τη ζωή μου, ποιός την κυνηγά
να την ξεμοναχιάσει μες στη νύχτα;
ουρλιάζουν και σφυρίζουν φορτηγά
σαν ψάρι μ’ έχουν πιάσει μες στα δίχτυα

Για κάποιον μες στον κόσμο είν’ αργά
ποιός τη ζωή μου, ποιός την κυνηγά;

Ποιός τη ζωή μου, ποιός παραφυλά
στου κόσμου τα στενά ποιος σημαδεύει;
πού πήγε αυτός που ξέρει να μιλά
που ξέρει πιο πολύ και να πιστεύει;