Βαγγέλης Θεoδωρόπουλος: Ο «Κοινός Λόγος» είναι το δικό μας μνημείο

10:17, 16 Ιουν 2013 | tvxsteam tvxs.gr/node/131534

 

Ο Κοινός λόγος, είναι όπως είναι μια ξερολιθιά. Που φτιάχνεται από διαφορετικές, με διαφορετικό σχήμα και χρώμα πέτρες […] Γι’ αυτό και θεωρώ ότι είναι το δικό μας μνημείο. Ένα μνημείο φτιαγμένο από αυτά τα υλικά, τα ανθρώπινα, κι όχι από εκείνα που φτιάχνει κάθε μορφή εξουσίας, κόβοντας την Ιστορία στα μέτρα της, για να εξυπηρετήσει τους δικούς της σκοπούς […] Πρέπει οι αριστεροί να ξανακαλύψουν τον πολιτισμό. Αυτό θεωρώ ότι είναι το κέντρο. Και ο πολιτισμός δεν είναι η τέχνη. Είναι ο άνθρωπος, η ζωή του, και η ψυχή μας […] Ο σκηνοθέτης Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη για το tvxs.gr, με αφορμή τη θεατρική παράσταση «Κοινός Λόγος» που ανεβάζει για τρίτη φορά, μετά την ερασιτεχνική παράσταση στη Φοιτητική Εστία το 1988 και την αλησμόνητη παράσταση στο Θέατρο του Νέου Κόσμου το 1997 (η οποία επαναλήφθηκε το 2004).

Β.Θ.: Ο Κοινός Λόγος, που πρώτη φορά με απασχόλησε στη θεατρική ομάδα της Φοιτητικής Εστίας του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1988, είναι αφηγήσεις που έχει καταγράψει η Έλλη Παπαδημητρίου από ανώνυμους ανθρώπους που η ζωή τους σημαδεύτηκε από τα μεγάλα και επώδυνα γεγονότα του ελληνικού 20ού αιώνα, αρχίζοντας από την Μικρασιατική Καταστροφή (όντας και η ίδια Σμυρνιά), και φτάνοντας ως την Κατοχή, τον Εμφύλιο και τα κατοπινά δύσκολα χρόνια. 

Η ίδια η Έλλη Παπαδημητρίου δεν έζησε την Μικρασιατική Καταστροφή, γιατί ο πατέρας της την είχε στείλει στην Αγγλία να σπουδάσει γεωπόνος για να επιστρέψει στην Ιωνία και να ασχοληθεί με τα κτήματά τους. Έτσι, βρέθηκε στην Ελλάδα όπου είχε πλέον εγκατασταθεί και η οικογένειά της.

Από την αρχή αφιερώθηκε στην υπόθεση των εκπατρισμένων, και ειδικότερα στο έργο της Επιτροπής Αποκατάστασης Προσφύγων, συμμετέχοντας σε πολλές αποστολές.

Το ελληνικό κράτος μοίραζε γη στους πρόσφυγες με τη βοήθεια των γεωπόνων, και η νεαρή εθελόντρια, μ’ ένα σακίδιο και μια φωτογραφική μηχανή, γύρισε τόπους πολλούς και γνώρισε ανθρώπους.

Ίσως τότε να συνέλαβε την ιδέα να καταγράψει αφηγήσεις από τη ζωή τους, ίσως κι αργότερα.

Αυτό ήταν μια τέχνη άγνωστη κατ’ ουσία στην Ελλάδα, παρότι ο αφηγηματικός λόγος έχει βαθιές ρίζες στον τόπο μας, από τον Όμηρο ως το Δημοτικό τραγούδι, τον Μακρυγιάννη και τα Αντάρτικα.

Αυτό είναι ένα μεγάλο ταλέντο, το να δημιουργείς τις κατάλληλες συνθήκες ώστε ο άλλος να σου ανοίξει την καρδιά του και να αφηγηθεί κομμάτια της ζωής του.

Την καταγραφή αυτών των αφηγήσεων η Έλλη τη συνέχισε και στις κατοπινές περιπέτειες του λαού, Κατοχή, Εμφύλιο και εποχή του Ψυχρού πολέμου, χρόνια δύσκολα -γιατί υπήρχε ο φόβος.

Ένα μέρος αυτών των μαρτυριών πρωτοεκδόθηκε το 1964 από το Θεμέλιο, ένας τόμος κυκλοφόρησε από τον Ερμή της Λένας Σαββίδη μέσα στη δικτατορία, ενώ μεταδικτατορικά, στο διάστημα 1975-79, εκδόθηκε όλο το σώμα των αφηγήσεων από τις εκδόσεις Κέδρος. Σήμερα ο Κοινός Λόγος κυκλοφορεί από τον Ερμή.

Παρόλο που σ’ αυτή την ιστορία η Έλλη κράτησε για τον εαυτό της το ρόλο του καταγραφέα και μόνο (η ίδια γράφει πως δεν πρόσθεσε πουθενά ούτε λέξη), εγώ πιστεύω πως είχε μεγάλο ταλέντο στο να συμπυκνώνει και να κρατάει την ουσία από αυτά που έλεγε ή έγραφε ο άλλος, σεβόμενη απόλυτα το λόγο του – η μαστοριά δεν είναι μόνο των αφηγητών αλλά σαφώς και δική της.

Την ίδια, τη γνώρισα όταν ήμουν σπουδαστής της Δραματικής Σχολής του Ωδείου Αθηνών, και παράλληλα δούλευα στις Εκδόσεις Κέδρος, όπου εκδίδονταν τα βιβλία της.

Αυτή η σούδα που είχε φτιάξει η Νανά Καλλιανέση, το μικρό μαγαζί στη στοά που συνέδεε τη Χαριλάου Τρικούπη με την Πανεπιστημίου, ήταν πολύ μεγάλο σχολείο και μαγικός κόσμος για μένα. Από τον Ρίτσο μέχρι τον Βάρναλη, τον Τάσο Λειβαδίτη, τον Καββαδία και τον Τσίρκα, για να μιλήσω μόνο γι’ αυτούς που έχουν φύγει απ’ τη ζωή, όλοι αυτοί συχνάζανε στο βιβλιοπωλείο και είχα την τύχη να τους γνωρίσω… 

Λίγο αργότερα πήγα φαντάρος στις Σάππες Κομοτηνής, και ήταν πολύ δύσκολα τα πράγματα, γιατί ήμουν χαρακτηρισμένος αριστερός, και την περίοδο μετά τη χούντα ο στρατός ήταν μαύρη μαυρίλα…

Αλληλογραφούσα στη διάρκεια της θητείας μου με την Έλλη, και παρόλο που δεν είχα τότε καθόλου σκηνοθετικές βλέψεις, της είχα γράψει σε ένα γράμμα ότι αυτές οι αφηγήσεις έχουν θεατρικές αρετές και θα μπορούσαν να γίνουν θέατρο! 

Η συζήτηση γι’ αυτό το θέμα συνεχίστηκε και αφού απολύθηκα από το στρατό, αλλά εκείνη είδε τότε μια παράσταση όπου συμμετείχα -κάτι σαν μεταμοντέρνα επιθεώρηση- η οποία δεν της άρεσε καθόλου, και μου είπε: «Αν είναι να το κάνεις σαν κι αυτή την παράσταση που παίζεις, καλύτερα να τα αφήσεις αυτά τα κείμενα στην ησυχία τους!». 

Στη δεκαετία του ’80 με κάλεσαν να αναλάβω το θεατρικό τμήμα της Φοιτητικής Εστίας του Πανεπιστημίου Αθηνών (ΦΕΠΑ), όπου έμεινα οκτώ χρόνια, και ήταν επίσης μεγάλο σχολείο για μένα. Για την ακρίβεια, από εκεί έμαθα να σκηνοθετώ, όσο μαθαίνεται κάτι τέτοιο. 

Έτσι, το 1988, κάναμε με αυτά τα παιδιά μια πρώτη ερασιτεχνική παράσταση του Κοινού Λόγου, που την ονομάσαμε «Άσκηση Αφήγησης», γιατί ήταν κυριολεκτικά μια θεατρική άσκηση πάνω στον αφηγηματικό λόγο. 

Και γιατί το ζήτημα δεν είναι να μιμηθείς αυτά τα πρόσωπα που αφηγούνται. Πώς να μιμηθείς μια μάνα που έχει χάσει το παιδί της, μια γυναίκα που εκτελέσανε τον άντρα της; Αυτό δεν γίνεται ρόλος. Το ζήτημα είναι ν’ ανακαλύψεις τους ρυθμούς, τα χρώματα, την αξία αυτού του ίδιου του λόγου ως αφηγηματικό υλικό. Πώς μπορείς δηλαδή να τον πεις, χωρίς να μετατρέπεται σε ρόλο.

Και η παράσταση έγινε με τον πιο απλό τρόπο, που ταιριάζει στον αφηγηματικό λόγο. Ήταν μια σειρά καρέκλες καφενείου, όπου καθόντουσαν οι φοιτητές, αγόρια και κορίτσια, και μια μουσικός έπαιζε φλογέρα και τραγουδούσε δημοτικά τραγούδια, ενώ για φόντο υπήρχε ένα μεγάλο τελάρο ζωγραφισμένο από τον Μάρκο Καμπάνη, που εξελίχθηκε στη συνέχεια σε έναν από τους πολύ σημαντικούς ζωγράφους μας. Σ’ αυτό το έργο, αχνοφαινόταν ένα βουνό, ο Υμηττός, ο οποίος είναι στην πίσω μεριά της Φοιτητικής Εστίας. 

Όλα αυτά συνδέονται και με τη δική μου παιδική ηλικία, γιατί και γω γεννήθηκα εκατό μέτρα από την Φοιτητική Εστία, αριστερά της, όπως βλέπεις τον Υμηττό, και στα δεξιά την Καισαριανή, όπου έμεναν οι συγγενείς της μητέρας μου, με όλα τα προσφυγικά σπίτια που ακόμα δεν είχαν γίνει πολυκατοικίες, ο συνοικισμός δηλαδή των κομμουνιστών. 

Η επόμενη εκδοχή του Κοινού Λόγου, επαγγελματική πλέον, ήταν το 1997, όταν πήραμε το Θέατρο του Νέου Κόσμου, το χώρο δηλαδή της ζυθαποθήκης του Φιξ. Στην αυλή του υπήρχαν τα χαλάσματα ενός παράσπιτου με ένα πηγάδι μπροστά, κι εκεί στήσαμε μία κερκίδα, και με φόντο αυτό το φυσικό σκηνικό παίχτηκε η παράσταση.

Αυτό όμως με συνδέει και με την αυλή του σπιτιού που μεγάλωσα, όπου τα απογεύματα μαζεύονταν οι γυναίκες και κουβεντιάζαν πολλά και διάφορα, από κουτσομπολιό μέχρι μικρά και μεγάλα περιστατικά της ζωής τους. Κι αυτήν την αυλή τη μετέφερα στην παράσταση στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, το δεύτερο σπίτι μου…

Η αυλή έχει και μια προαιώνια αξία στην Ελλάδα… Μια αυλή δεν είναι η ορχήστρα ενός αρχαίου θεάτρου;

Σε αυτή λοιπόν τη δεύτερη εκδοχή, έπαιζαν μόνο γυναίκες. Και ο λόγος ήταν –πέρα από το γεγονός ότι οι γυναίκες αφηγούνται καλύτερα τα οικεία κακά– ότι μέσα σ’ αυτές τις αφηγήσεις βλέπεις τη δύναμη της γυναικείας φύσης.

Η γυναίκα είναι κυριολεκτικά ο βράχος μέσα σε ένα σπίτι, και ειδικά σε δύσκολες συνθήκες όπως είναι ένας πόλεμος, μια καταστροφή. Είναι αυτή που θα κρατήσει το σπίτι και τους ανθρώπους ζωντανούς, θα παλέψει για να ζήσουνε. Μέσα σε αυτές τις δύσκολες καταστάσεις, δίνει το μήνυμα ότι πρέπει να παλέψουμε, να σταθούμε όρθιοι και να επιβιώσουμε. 

Αυτός είναι ένας πολύ σημαντικός λόγος που ήθελα να κάνω τον Κοινό Λόγο σήμερα, και πάλι με γυναίκες, οι οποίες αφηγούνται πώς χάσανε στο αντάρτικο το παιδί τους, ή πώς σκοτώθηκε στο μέτωπο ο άντρας τους, ή πώς ξεριζώθηκε όλη η οικογένειά τους από τη Μικρά Ασία.

Ο άνθρωπος μέσα σε αυτά τα γεγονότα, και ειδικά η γυναίκα, θέλει να μιλήσει. Και έτσι δημιουργεί το δικό της μνημείο.

Όταν επαναλαμβάνεις μια ιστορία, για να μιλήσεις για το παιδί σου, μιλώντας και ξαναμιλώντας μέσα στο χρόνο, κρατάς την ουσία γι’ αυτό. Φτιάχνεις ένα μνημείο, με την καρδιά, με την ψυχή με το δάκρυ σου. Αυτός ο λόγος έχει άλλη πυκνότητα, άλλο μέγεθος. 

Γι’ αυτό και θεωρώ ότι ο Κοινός Λόγος είναι το δικό μας μνημείο. Ένα μνημείο φτιαγμένο από αυτά τα υλικά, τα ανθρώπινα, κι όχι από εκείνα που φτιάχνει κάθε μορφή εξουσίας, κόβοντας την Ιστορία στα μέτρα της, για να εξυπηρετήσει τους δικούς της σκοπούς. Και ίσως αυτός είναι και ο πιο ουσιαστικός τρόπος να μιλήσεις για την Ιστορία, μέσα από τα βιώματα των ανθρώπων.

Γιατί παραγνωρίζουμε, βάζουμε στην άκρη την ανθρώπινη πλευρά, και ο μόνος μας στόχος είναι να αποδείξουμε πόσο Έλληνες είμαστε, ή πόσο η Ελλάδα ήταν πάντα τεράστια, ή η Τουρκία, ή το έθνος, και πάει λέγοντας… αναλόγως με το τι μας υποβάλλει η νοοτροπία ή η ιδεολογία μας.

Όμως, η σχέση με το παιδί σου δεν θα έχει ποτέ καμία ιδεολογική σκοπιά…
 
Κρ.Π.: Και η σχέση με τη ζωή σου;
 
Β.Θ.: Ακόμα κι όταν έχει, γιατί πολλοί από τους αφηγητές, τις αφηγήτριες είναι αριστεροί, είτε γιατί οι ίδιοι είναι εκεί ταγμένοι, είτε γιατί είναι το παιδί τους ή ο άντρας τους και ακολουθούνε (στις αφηγήσεις από την Κατοχή και μετά), όλα αυτά περνάνε μέσα από το φίλτρο της αγάπης, μακριά απ’ οποιοδήποτε συμφέρον και σκοπιμότητα, δηλαδή αυτό που κάνει η πολιτική, όταν γράφει την επίσημη Ιστορία. 

Αυτή η παράσταση του Κοινού Λόγου νομίζω έδωσε και το στίγμα του Θεάτρου του Νέου Κόσμου, για το τι είδους θέατρο με ενδιαφέρει να κάνω. 

Στο διάστημα που έχει μεσολαβήσει από τότε, 16 χρόνια –για να μη μιλήσω για τα 25 από την πρώτη ερασιτεχνική εκδοχή– και η αισθητική έχει αλλάξει, και το θέατρο, και ο αφηγηματικός λόγος στο ελληνικό θέατρο έχει εξελιχθεί. Έχουν ανεβεί παραστάσεις που δεν μπορώ να τις αγνοήσω, όπως βέβαια δεν μπορώ να αγνοήσω πως είναι σήμερα η κοινωνία, πως έχουν αλλάξει τα πράγματα – κι αυτό είναι ένα σημαντικό κομμάτι της δουλειάς μου, το να αφουγκράζομαι την κοινωνία. 

Οι αφηγήσεις και πάλι προέρχονται κατά μέγα μέρος από τον Κοινό Λόγο της Έλλης Παπαδημητρίου, κι επιπλέον, τρεις τέσσερις αφηγήσεις προέρχονται από άλλες καταγραφές, του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, ανάμεσά τους και ένα κομμάτι που ένιωσα ότι έπρεπε να το βάλω, που αφορά τους Ποντίους, και όλον αυτόν τον αφανισμό που υπέστησαν. Επίσης, στο πρόγραμμα της παράστασης δημοσιεύουμε ένα εξαιρετικό κείμενο για την Έλλη Παπαδημητρίου που έγραψε η ιστορικός Ιωάννα Πετροπούλου. 

Δεν είναι τυχαίο που ξαναγυρίζω σε αυτές τις αφηγήσεις. Δεν πρόκειται δηλαδή για μια απλή επανάληψη, επειδή θεωρήθηκε τότε πολύ καλή παράσταση και θέλεις να εκμεταλλευτείς την επιτυχία της. Το θέατρο είναι ζωντανή υπόθεση, δεν είναι μουσειακό είδος. Το ζήτημα είναι πώς σήμερα, ξαναβλέπεις αυτά τα κείμενα.  

Κρ.Π.: Ποιά ανάγκη σε έκανε να γυρίσεις πάλι στο κείμενο της αφήγησης, η οποία εστιάζει στο πώς βιώνουν τα ιστορικά γεγονότα οι ίδιοι οι άνθρωποι; Και πόσο έχει σημασία αυτός ο αφηγηματικός λόγος, για την Ελλάδα, σήμερα;

Β.Θ.: Όταν κάναμε την παράσταση το 1997, οι πόλεμοι, η προσφυγιά και οι εμφύλιοι ήταν σε κάποια απόσταση από μας. Τώρα οι λέξεις μετανάστης και πρόσφυγας, είναι πολύ έντονα φορτισμένες στον τόπο μας. Και γιατί είμαστε χώρα υποδοχής προσφύγων και μεταναστών, αλλά και γιατί αισίως ξαναγίναμε χώρα εξαγωγής Ελλήνων μεταναστών, λόγω της οικονομικής καταστροφής που βιώνουμε και της τεράστιας ανεργίας.

Υπάρχει κάποια αφήγηση στην παράσταση για την υποδοχή που γνώρισαν οι πρόσφυγες το ’22 εδώ στην Ελλάδα. Δεν ήταν λίγοι αυτοί που τους αντιμετώπισαν με εχθρότητα, αν και ήταν Έλληνες που τα είχαν χάσει όλα…

Παρόλο, λοιπόν, που έχουμε τέτοιες εμπειρίες και μνήμες σαν λαός, βλέπουμε πως δεν σεβόμαστε τον ξένο και τον πρόσφυγα. Κι αυτά τα φαινόμενα είναι πολύ επικίνδυνα. Είναι κανονικός ρατσισμός, κι ας μη θέλουμε να το παραδεχτούμε. 

Κρ.Π.: Όταν η επίσημη Ιστορία, απαξιεί τους ανθρώπους και τα βιώματά τους, βλέπουμε ότι αναλαμβάνουν η τέχνη αλλά και οι μύθοι, να μιλήσουν γι αυτά με τον δικό τους τρόπο; 

Β.Θ.: Για να μη μιλήσω για όλες τις τέχνες, το θέατρο είναι ανθρωποκεντρικό. Μιλάς για τον άνθρωπο. Και ο άνθρωπος είναι το υποκείμενο της Ιστορίας. 

Δεν μπορώ να διανοηθώ ότι έναν άνθρωπο δίπλα μας, έξω από το σπίτι μας, τον αντιμετωπίζουμε σαν κατώτερο είδος. Από καταβολής ο άνθρωπος μετακινείται για να ζήσει, σαν τα αποδημητικά πουλιά. Αυτή τη στιγμή που μιλάμε εξάγουμε Έλληνες μετανάστες, είτε είναι επιστήμονες είτε εργάτες, και όλο αυτό το πράγμα δεν μας διδάσκει τίποτα, δεν σεβόμαστε τον ανθρώπινο πόνο, ούτε τις ανθρώπινες ανάγκες, την ώρα που οι δικοί μας συγγενείς, φίλοι, γείτονες έχουν γίνει άλλη μια φορά μετανάστες.

Τελικά ο άνθρωπος κουβαλάει ένα κτήνος μέσα του, ψάχνει να βρει κάποιον που νομίζει ότι είναι κατώτερος από αυτόν, γιατί αυτό του δίνει υπόσταση, δύναμη.

Κι αν υπάρχει μία άσκηση που πρέπει να κάνουμε σ’ αυτή τη ριμάδα τη ζωή, είναι να μην αφήνουμε το κτήνος που έχουμε μέσα μας να βγαίνει στην επιφάνεια. 

Κρ.Π.: Και αυτή η παράσταση, δείχνει το να είμαστε πιο κοντά στον άνθρωπο και στην κατανόησή του; 

Β.Θ.: Ε, βέβαια, αυτό είναι η δουλειά της τέχνης. Να θέτει μέσα από αυτό που κάνει, ερωτήματα για τη φύση του ανθρώπου, τη φύση της εξουσίας, και όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μας.  Χωρίς να δίνει απαντήσεις ούτε συνταγές. 

Κρ.Π.: Κάποια από αυτά τα ερωτήματα που θέτει επιπλέον, η συγκεκριμένη παράσταση; 

Β.Θ.: Θέτει ερωτήματα για τη μοίρα του ανθρώπου, για το σιδερένιο χέρι της ιστορίας που σαρώνει ζωές, για τους δεσμούς με τον τόπο, το ξερίζωμα, την προσφυγιά, για το θέμα της μνήμης, για την αξιοπρέπεια και τον αγώνα της επιβίωσης, για όλα όσα χωράει η ζωή του ανθρώπου.

Εγώ, ας πούμε, αγαπάω αυτό τον τόπο γιατί εδώ έχω ζήσει τα παιδικά μου χρόνια. Εδώ μεγάλωσα, αυτόν τον αέρα αγάπησα, αυτόν τον ήλιο αντίκρισα με το που άνοιξα τα μάτια μου. Εδώ έχω παίξει, εδώ έχω ερωτευτεί. Αυτή είναι η πατρίδα μου. Τα παιδικά μου χρόνια. Αν τα είχα ζήσει στην Αλβανία ως παιδί μεταστών, την Αλβανία θα είχα αγαπήσει. Το παιδί που είναι από την Αλβανία, αλλά έχει ζήσει εδώ τα παιδικά του χρόνια, αγαπάει την Ελλάδα. Πώς μπορούμε να του αρνηθούμε εμείς αυτόν το δεσμό; 

Αυτός είναι ο κοινός λόγος. Ο Κοινός λόγος, είναι όπως είναι μια ξερολιθιά. Που φτιάχνεται από διαφορετικές, με διαφορετικό σχήμα και χρώμα πέτρες. Μαύρες, άσπρες, γκρίζες, στραβές, ίσιες, όμορφες, και το σύνολο αυτό φτιάχνει έναν τόπο, φτιάχνει μια γλώσσα που μπορούμε να επικοινωνούμε μεταξύ μας. Και ο κοινός λόγος είναι το σύνολο των κοινών πραγμάτων που ζούμε και εκφράζουμε. 

Κρ.Π.: Ο Ντεριντά, έχει πει ότι τα πάντα είναι αφήγηση… Τί αφηγείσαι εσύ προσωπικά μέσα από τον Κοινό Λόγο και γενικά από το θέατρο;  

Β.Θ.: Αφήγηση είναι και το θέατρο. Αφηγείσαι μια ιστορία. Αφηγούμαι, όμως,  κατ’ αρχάς τον εαυτό μου. Το γιατί εμένα με συγκινούν αυτά τα κείμενα. Εγώ, πού συναντιέμαι μ’ αυτά τα κείμενα. Πώς συναντιέμαι μ’ αυτές τις γυναίκες και την ανθρώπινη συμπεριφορά.

Και νομίζω ότι αν δεν μιλάς για τα πράγματα που αγαπάς, για να τα μοιραστείς, δεν έχει νόημα, δεν έχει ουσία. Κάνω θέατρο συνήθως για τα πράγματα που αγαπάω, και όχι γιατί μπορεί να αρέσουν.

Μακάρι αυτό που κάνω να συναντιέται με έναν κόσμο. Είναι πολύ σημαντικό. Έχει νόημα. Αλλά ξεκινάς να αφηγηθείς, γιατί εσένα πρώτα σ’ έχει ακουμπήσει. Αυτό το πράγμα το διαλύεις και το ξεμοντάρεις, για να το ξανασυνθέσεις μέσα από τη δική σου ματιά. Μέσα από τον τρόπο που σκέφτεσαι, για να το κάνεις καλλιτεχνικό έργο, θεατρική παράσταση. 

Κάτι που επίσης παίζει πολύ μεγάλο ρόλο σ’ αυτά τα κείμενα, είναι η αξιοπρέπεια. Το πείσμα για τη ζωή, και μια πολύ μεγάλη αξιοπρέπεια. Το θεωρώ πάρα πολύ σημαντικό για οτιδήποτε κάνουμε στη ζωή μας. Κανείς δεν μπορεί να μείνει ασυγκίνητος με αυτές τις αφηγήσεις.  Και έχουμε πολύ μεγάλη ανάγκη τη συγκίνηση. 

Αυτό επίσης που μου έρχεται τώρα στο μυαλό, σε σχέση με τη λογιστική αντίληψη για τα πράγματα, η οποία αφήνει στην άκρη τις ανθρώπινες ζωές, σήμερα και η αριστερά πέφτει σ’ αυτή την παγίδα, ως ένα βαθμό. Ενώ ο προνομιακός χώρος της αριστεράς είναι ο πολιτισμός! Και αυτό πρέπει να το ξανανακαλύψει, και να το βάλει σε πρώτο πλάνο. 

Κι επειδή ο λόγος που κάποιος γίνεται αριστερός -γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε γιατί γινόμαστε αριστεροί- είναι ο άνθρωπος, κι αυτό έχει πολύ μεγάλη σχέση με τον πολιτισμό. Να μην ξεχνάμε ότι γινόμαστε αριστεροί, από αγάπη για τον άνθρωπο.

Και δεν πρέπει να παρασυρόμαστε (επειδή οι άλλοι σπρώχνουν σε μία κατεύθυνση που δεν σέβεται τον άνθρωπο, δεν ακουμπάει στον πόνο και στις ανάγκες του ανθρώπου) και να μπαίνουμε στη λογική των αριθμών.

Πρέπει οι αριστεροί να ξανακαλύψουν τον πολιτισμό. Αυτό θεωρώ ότι είναι το κέντρο. Και ο πολιτισμός δεν είναι η τέχνη. Είναι ο άνθρωπος, η ζωή του, και η ψυχή μας.-


Τo Θέατρο του Νέου Κόσμου θα παρουσιάσει την Τετάρτη 19 και την Πέμπτη 20 Ιουνίου στο Φεστιβάλ Αθηνών (Πειραιώς 260), στις 27 Ιουνίου στο Φεστιβάλ Βύρωνα, και στη συνέχεια σε όλα τα μεγάλα φεστιβάλ και θέατρα της Ελλάδας, τον «Κοινό Λόγο» της Έλλης Παπαδημητρίου, σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου και με πρωταγωνίστριες τη Λυδία Κονιόρδου και την Ελένη Κοκκίδου.

Συντελεστές της παράστασης:
Σκηνοθεσία : Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος
Σκηνικά – Κοστούμια : Αντώνης Δαγκλίδης
Επιλογή & διδασκαλία τραγουδιών : Κώστας Βόμβολος
Επιμέλεια κίνησης : Αγγελική Στελλάτου
Φωτισμοί : Σάκης Μπιρμπίλης
Φωτογραφίες : Μαριλένα Σταφυλίδου

Παίζουν οι ηθοποιοί:
Λυδία Κονιόρδου, Ελένη Κοκκίδου, Μαρία Κατσανδρή, Ελένη Ουζουνίδου, Τάνια Παλαιολόγου:

  • Για την περιοδεία: online στο viva.gr

 

 

 

 

 

Σχετικά Άρθρα

Τρωάδες του Ευριπίδη

14/01/2010

Η μεγάλη πρόκληση του μέλλοντος, του Χαϊνη Δημήτρη Αποστολάκη

21/02/2013

Μάνια Παπαδημητρίου: Δεν ξέρω αν υπάρχει διέξοδος…

18/02/2013

Tvxs Συνέντευξη: Σε αργή κίνηση, της Δανάης Παπουτσή