Β. Θεοδωρόπουλος: Η δύναμη των αγωνιστών είναι χρήσιμη στον πόλεμο

AIAS(2)

[…] Η δύναμη των αγωνιστών είναι χρήσιμη στον πόλεμο. Εκεί κανείς δεν μπορεί να τους αντικαταστήσει και όλη η δόξα είναι δική τους. Μετά τον πόλεμο όμως […]
Ο σκηνοθέτης Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη για τον Αίαντα του Σοφοκλή που παρουσιάζεται στις 17-18 Ιουλίου στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου.

Ο «Αίαντας» είναι η αρχαιότερη από τις επτά σωζόμενες τραγωδίες του Σοφοκλή που περιγράφει την αντίδρασή του όταν αποδόθηκαν στον ίδιο τα όπλα του Αχιλλέα, αλλά στον Οδυσσέα. Θα ήθελες να μας πεις την ιστορία του;

Μετά το θάνατο του Αχιλλέα, ο Αίας είναι ο καλύτερος πολεμιστής στο στρατόπεδο των Ελλήνων. Όμως, κατά την «κρίση των όπλων» του νεκρού ήρωα, την ώρα της απόφασης δηλαδή σε ποιον θα δοθούν ως έπαθλο αριστείας τα όπλα του Αχιλλέα, οι αρχηγοί των Αχαιών δεν τα δίνουν στον Αίαντα αλλά μεροληπτούν υπέρ του Οδυσσέα.

Αυτό θίγει βαθιά τον Αίαντα. Τυφλωμένος από την οργή, επιχειρεί να επιτεθεί στις σκηνές των αντιπάλων του, όμως η Αθηνά θολώνει το μυαλό του και η φονική του μανία ξεσπάει στα κοπάδια, τη λεία των Αχαιών.

Κυρίαρχο κατά τη γνώμη μου θέμα του Αίαντα είναι η σύγκρουση δύο κόσμων: του ηρωικού, με εκφραστή τον Αίαντα, και της νέας τάξης πραγμάτων, όπου κυριαρχεί η πολιτική, με εκφραστή τον Οδυσσέα.

Φυσικά και το θέμα του απρόβλεπτου της ανθρώπινης ζωής, της ανθρώπινης μοίρας, αλλά και άλλα θέματα που πιάνει αυτή η τραγωδία, όπως η αξιοπρέπεια και η τιμή, η ελευθερία και το αυτεξούσιο της ανθρώπινης ύπαρξης, το ιερό δικαίωμα στην ταφή του νεκρού, σχέσεις και συγκρούσεις των ανθρώπων με τους θεούς.

Ποια στιγμή της τραγωδίας (η αγανάκτηση του Αίαντα, που φτάνει σε παραλογισμό, αν και λόγω επέμβασης της Αθηνάς), η αυτοκτονία του, η απαγόρευση της ταφής του, κλπ.) είναι εκείνη που έδωσες ίσως τη μεγαλύτερη έμφαση στη σκηνοθεσία και γιατί;

Η τραγωδία αρχίζει αφού έχει συντελεστεί η σφαγή των κοπαδιών. Κι αυτά που αναφέρεις και άλλες σημαντικές στιγμές, όπως η συμπαιγνία της θεάς Αθηνάς με τον Οδυσσέα εις βάρος του Αίαντα, όλα όσα λέει ο ήρωας για τον εαυτό του, για τις αξίες και για τη μοίρα του, η συνομιλία του με τη γυναίκα του την Τέκμησσα, η σχέση του με τα παλικάρια του, τους Σαλαμίνιους ναύτες, συνυπάρχουν στην παράσταση και ισορροπούν.

Αν κάτι, όμως, με απασχόλησε περισσότερο, είναι οι σύγκρουση των δύο κόσμων που προανέφερα, η σύγκρουση των δύο αξιακών συστημάτων, στην οποία συντρίβεται ο Αίας. Κι αν κάτι με ακουμπάει βαθύτερα είναι το μοναχικό και σκοτεινό μονοπάτι της αυτοκτονίας του.

Σε περιόδους κρίσης, παρατηρείται από τους ιστορικούς ότι αλλάζει το κυρίαρχο κάθε φορά αξιακό σύστημα (ή τέλος πάντων επαναπροσδιορίζεται). Γιατί επέλεξες να ανεβάσεις σήμερα τον Αίαντα;

Πάνε αρκετά χρόνια που ο φίλος Μίμης Μαρωνίτης μου έδωσε τη θαυμάσια μετάφρασή του και φέτος το καλλιτεχνικό αυτό σχέδιο πήρε σάρκα και οστά.

Ο Αίας είναι έργο διαχρονικό, γι’ αυτό και επίκαιρο, κι επιπλέον έργο εντελώς σύγχρονο στη φόρμα του, λιτό, με θεατρικά ευρήματα που εκπλήσσουν.

Από όσα μας λέει ο Αίας, εκείνο που βαραίνει στην εποχή μας είναι όχι μόνο η έμφαση στην αξιοπρέπεια και την τιμή αλλά και το να κατανοούμε κάθε στιγμή πόσο περίπλοκο είναι το πολιτικό παιχνίδι και η διαχείριση των δύσκολων καταστάσεων. Και πόσο όλη αυτή η ιστορία έχει και τα θύματά της, που δε γίνεται να μη μας συγκινούν.

Ποιό αρχετυπικό μοτίβο μεταδίδει αυτή η τραγωδία (όπως και κάθε τραγωδία); Ότι π.χ. τη «δύναμη» των αγωνιστών είναι μοιραίο να τη νέμονται οι πολιτικοί;

Η δύναμη των αγωνιστών είναι χρήσιμη στον πόλεμο. Εκεί κανείς δεν μπορεί να τους αντικαταστήσει και όλη η δόξα είναι δική τους. Μετά τον πόλεμο όμως, μετά την επανάσταση, μετά τη σύγκρουση, μετά τη δικτατορία, έρχεται μια φάση ανασυγκρότησης, κι εκεί τα ινία τα αναλαμβάνουν μοιραία οι πολιτικοί, παραμερίζοντας τους ήρωες, τους πολεμιστές, τους άτακτους.

Καμιά ανασυγκρότηση, καμιά κρατική οργάνωση δεν έχει ανάγκη τους ήρωες.

Σε περίοδο πολέμου, ένας γενναίος μαχητής ανακηρύσσεται ως υπέρτατη αξία’ αντίθετα, σε περίοδο ειρήνης, ποια αξία φαίνεται να υπερτερεί ίσως κατά τον Σοφοκλή;

Δε νομίζω πως εδώ εκθέτει μια προσωπική γνώμη ο Σοφοκλής, προσωπική φυσικά είναι η ματιά του. Στον πόλεμο μετράνε οι μαχητές.

Παράλληλα με τον πόλεμο όμως, και φυσικά μετά το τέλος του, υπάρχουν οι εσωτερικές έριδες, οι εμφύλιες διαμάχες, οι δύσκολες καταστάσεις που πρέπει να αντιμετωπιστούν,  η διεκδίκηση της εξουσίας, κι εδώ φυσικά αναλαμβάνουν δράση οι πολιτικοί.

Οι μαχητές αποσύρονται (ή τους αποσύρουν). Είναι η ώρα που τα όνειρα προσγειώνονται στην πραγματικότητα.

Σε ποιους ήρωες παραπέμπει μεταγενέστερα η ιστορία του Αίαντα; (π.χ. στον Ανδρούτσο όπως έχεις πει, ή στον Βελουχιώτη και στη συμφωνία της Βάρκιζας; )

Αναλογίες θα μπορούσε να βρει κανείς κι άλλες, οι δύο αυτές είναι πολύ χαρακτηριστικές. Ο Βελουχιώτης απομονώθηκε πολιτικά, διαγράφτηκε από το κόμμα και αυτοκτόνησε. Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, από τις μεγαλύτερες μορφές του Αγώνα, ένιωσε στο πετσί του τον παραμερισμό του από τους πολιτικούς.

Η νέα τάξη πραγμάτων δεν τον χρειαζόταν τον χτεσινό ήρωα, έπρεπε να τον ακυρώσει. Αμαυρώνοντας το όνομά του και παίρνοντας τη ζωή του με τον πιο βίαιο τρόπο. Στην πρόβα χρησιμοποιήσαμε κι άλλα παραδείγματα από την ιστορία και κυρίως από τη ζωή, και όλα είναι χρήσιμα.

Ωστόσο κάποια απ’ αυτές τις αναλογίες βαραίνει περισσότερο και αφήνει το αποτύπωμά της στη σκηνοθετική ματιά και στην αισθητική της παράστασης. Σ’ εμάς ήταν η μορφή του Ανδρούτσου. Που δε θα τη δούμε φυσικά στην παράστασή μας. Γιατί όλα αυτά υπάρχουν, αλλά με τον τρόπο που διυλίζονται τα πράγματα στην τέχνη.

Είναι πολύ σκληρό, ταπεινωτικό και πικρό να μην τιμούνται οι ήρωες όπως τους αρμόζει; Γιατί σήμερα σε «στοιχειώνει» μια τέτοια τραγωδία;

Το χειρότερο δεν είναι η μη απόδοση τιμών αλλά η αμαύρωση, η σπίλωση του ονόματος του χτεσινού ήρωα, από αυτούς που διεκδικούν την εξουσία. Υπάρχει εδώ κάτι μοιραίο, ότι ο ρόλος των πολεμιστών κάποια στιγμή τελειώνει, ότι οι ήρωες δεν είναι οι πιο κατάλληλοι να διαχειριστούν την πολιτική.

Πόσο ρόλο όμως παίζει και η ανθρώπινη φιλοδοξία! Μια τραγωδία σαν τον Αίαντα, με πλουτίζει, μου ανοίγει ένα παράθυρο στην πραγματικότητα, με κάνει να σκεφτώ για τη μοναχική και μεγαλειώδη μορφή του ήρωα και από την άλλη πλευρά για τη διαχείριση της πραγματικότητας, που απαιτεί άλλες ικανότητες, ευελιξία και πολιτικό αισθητήριο. Για τις ανθρώπινες ζωές που αλέθει η ιστορία.

Ο Αίας είναι έργο βαθιά πολιτικό, θέτει ερωτήματα.

Τελικά, μια γενναία πράξη «αποτελεί από μόνη της και την ανταμοιβή της»;

Μια γενναία πράξη, ας πούμε στο πεδίο της μάχης, δεν γίνεται για ανταποδοτικά οφέλη. Εκεί χρειάζεται δύναμη και ψυχή. Μετά τη μάχη, έρχονται τα παράσημα κι εκεί κανείς δεν θέλει να αδικηθεί.

Και ο Αίας αδικήθηκε κατάφωρα. Εξού και ο θυμός του, που με την παρέμβαση της Αθηνάς εκτρέπεται σε τρέλα, και τον οδηγεί να κατασφάξει τα κοπάδια των Αχαιών, νομίζοντας πως είναι οι αντίπαλοί του.

Δεν υπάρχει χειρότερη τιμωρία από τον εξευτελισμό. Τα υπόλοιπα θα τα αναλάβει ο Αίας μόνος του.-

Σοφοκλή
“Αίας”

Την Παρασκευή 17 και το Σάββατο 18 Ιουλίου
Στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου

Το Θέατρο του Νέου Κόσμου παρουσιάζει στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών την Παρασκευή 17 και το Σάββατο 18 Ιουλίου στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου τον Αίαντα του Σοφοκλή σε μετάφραση Δ. Ν. Μαρωνίτη και σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου.

Τους κεντρικούς ήρωες ερμηνεύουν οι : Νίκος Κουρής, Μαρία Πρωτόπαππα, Γιάννος Περλέγκας, Γιάννης Τσορτέκης, Ελένη Ουζουνίδου, Παντελής Δεντάκης, Γιάννης Κλίνης, Δημήτρης Παπανικολάου.
Θα ακολουθήσουν παραστάσεις και σε επιλεγμένα φεστιβάλ της Αττικής.


Αναλυτικά :

  • Παρ. 17/07, Επίδαυρος, 21:00, Αρχ. Θέατρο
  • Σάββ. 18/07, Επίδαυρος, 21:00, Αρχ. Θέατρο
  • Δευτ. 27/7,  Βύρωνας, 21:30, Θέατρ. Βράχων
  • Τρ. 01/09, Πειραιάς. 21:30, Βεάκειο
  • Τετ. 02/09, Ηλιούπολη, 21:30, Αμφ/τρο Άλσους Δ. Κιντής
  • Δευτ. 07/09, Παπάγου, 21:00. Κηποθέατρο
  • Τρ. 08/09, Παπάγου, 21:00, Κηποθέατρο
  • Τρ. 22/09, Ν. Σμύρνη, 20:30, Θέατρ. Άλσους

*Πολύ άμεσα θα ανακοινωθούν και οι ημερομηνίες που θα παρουσιαστεί η παράσταση στο Ηρώδειο.

Λίγα λόγια για το έργο :
Ο Αίας θεωρείται η παλαιότερη από τις σωζόμενες τραγωδίες του Σοφοκλή, ενδεικτική ωστόσο της θεατρικής ιδιοφυΐας του.

Μετά το θάνατο του Αχιλλέα, ο καλύτερος πολεμιστής στο στρατόπεδο των Ελλήνων είναι ο Αίας. Ωστόσο, κατά την κρίση των όπλων, οι Έλληνες αρχηγοί αποφασίζουν τα όπλα του νεκρού ήρωα να δοθούν στον Οδυσσέα. Ο Αίας θίγεται βαθιά από τη μεγάλη αδικία. Θυμωμένος, επιχειρεί να επιτεθεί τους Αχαιούς, όμως η Αθηνά θολώνει το μυαλό του και η φονική του μανία ξεσπάει στα κοπάδια τους. Όταν συνέρχεται και συνειδητοποιεί τι έκανε, η αξιοπρέπειά του έχει πληγεί τόσο ώστε ο ήρωας επιλέγει να αυτοκτονήσει.

Ο κεντρικός ήρωας, ανυπέρβλητα γενναίος, παλεύει με τη μοίρα του, καθώς επιθυμεί μόνος του να ορίζει ζωή και θάνατο, απορρίπτοντας σταθερά τη θεϊκή βοήθεια. Ακέραιος χαρακτήρας με ακλόνητη πίστη στις ηθικές του αξίες, αρνείται και την παραμικρή έκπτωση σ’ αυτές. Ταυτίζει την τιμή με την ύπαρξή του κι όταν χάνει την πρώτη, η δεύτερη δεν έχει πια κανένα νόημα. Ο δυνατός ήρωας έχει απόλυτη αδυναμία να υποχωρήσει και να προσαρμοστεί σε οτιδήποτε αντιβαίνει στις αντιλήψεις του. Μακριά από το πεδίο της μάχης, όπου το προβάδισμα κερδίζουν η πολιτική και η διπλωματία, ο άριστος πολεμιστής απομονώνεται, δεν έχει πια θέση στη νέα τάξη πραγμάτων.


Συντελεστές της παράστασης :
Μετάφραση : Δ.Ν. Μαρωνίτης
Σκηνοθεσία : Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος
Μουσική : Νίκος Κυπουργός
Σκηνικά-Κοστούμια : Ελένη Μανωλοπούλου
Χορογραφίες : Αγγελική Στελλάτου
Σχεδιασμός φωτισμών : Σάκης Μπιρμπίλης
Μουσική διδασκαλία : Αναστάσης Σαρακατσάνος
Βοηθός σκηνοθέτη : Βάσια Χρήστου

ΔΙΑΝΟΜΗ :
Αίας / Νίκος Κουρής
Τέκμησσα / Μαρία Πρωτόπαππα
Οδυσσέας / Γιάννης Τσορτέκης
Αθηνά / Ελένη Ουζουνίδου
Τεύκρος / Γιάννος Περλέγκας
Άγγελος / Παντελής Δεντάκης
Μενέλαος / Γιάννης Κλίνης
Αγαμέμνων / Δημήτρης Παπανικολάου
Ευρυσάκης / Νικόλας Κατσαμπάνης

Ραψωδός Μιχάλης Τιτόπουλος

ΧΟΡΟΣ :
Θύμιος Κούκιος
Δαβίδ Μαλτέζε
Δημήτρης Πασσάς
Κρις Ραντάνοφ
Αλέξανδρος Μαυρόπουλος
Χρήστος Μαλάκης
Σταύρος Σβήγκος
Αλέξανδρος Χρυσανθόπουλος
Μάνος Στεφανάκης
Σπύρος Κυριαζόπουλος
Θοδωρής Σκυφτούλης

info@nkt.gr
www.nkt.gr
www.facebook.com/theatroneoukosmou


Δημοσιεύτηκε: http://tvxs.gr/news/theatro/b-theodoropoylos-i-dynami-ton-agoniston-einai-xrisimi-ston-polemo

Advertisements

Ο «Ανάμισης Ντενεκές» του Γιάννη Μακριδάκη στο θέατρο

14:46 | 05 Φεβ. 2015
Τελευταία ανανέωση 16:27 | 05 Φεβ. 2015
Κρυσταλία Πατούλη

Η θεατρική διασκευή του Ανάμιση Ντενεκέ του φυσικού καλλιεργητή, ερευνητή και συγγραφέα Γιάννη Μακριδάκη, σκηνοθετικά, ίσως είναι η επιτομή της λεγόμενης πολυφωνικότητας του μεγάλου θεωρητικού Μιχαήλ Μπαχτίν που έλεγε πως μέσα σε ένα συγγραφικό έργο δεν υπάρχει μόνο η φωνή του συγγραφέα του αλλά και πολλές άλλες φωνές.

Ο πρωταγωνιστής Χάρης Χαραλάμπους, καλείται να αλλάζει επίπονα και σε δευτερόλεπτα του δευτερολέπτου τη μία φωνή/ρόλο με την άλλη, και σε όλη τη διάρκεια της παράστασης όλες τις διαφορετικές φωνές/ρόλους που συνυπάρχουν και διασταυρώνονται στο μυθιστόρημα, μαζί με εκείνη του συγγραφέα του.

Σ’ αυτήν την παράσταση είναι σα να ζεις τη συγγραφή του βιβλίου.

Πως ο Μακριδάκης γράφοντας περνούσε από τη μια φωνή στην άλλη, κι άλλαζε ζωές και υπάρξεις, χαρακτήρες και προσωπικότητες, για να μπορέσει να αποδώσει τον κάθε ήρωα, τις σκέψεις και τη δράση του, τα συναισθήματά του, τις σχέσεις του με τους δικούς του και την κοινωνία, τη θέση του άντρα και της γυναίκας, τη δομή της οικογένειας αλλά και της κοινότητας, και μέσα από όλα αυτά την πλοκή του έργου;

Κορυφαίες φωνές, είναι αυτή του Γιώργη Πέτικα και κατά δεύτερον του ίδιου του ερευνητή του, που είναι και οι σημαντικότεροι ήρωες της ιστορίας, οι οποίοι αν και ποτέ δεν συναντιούνται, βαδίζουν παράλληλα στα ίδια χνάρια, σε έναν άλλο χρόνο, στον ίδιο τόπο, για άλλο λόγο και σκοπό, με άλλο τρόπο.

Μέσα από τη ζωή του Πέτικα, ξεδιπλώνεται η ιστορία της Ελλάδας και της Χίου, όπως και η λαογραφία, η κοινωνία μιας άλλης ξεχασμένης εποχής που ο Γιάννης Μακριδάκης αναβιώνει στη φράση «Ήμασταν πλούσιοι, όλα τα είχαμε, μόνο λεφτά δεν είχαμε!» και οι θεατές στο άκουσμά της ξεκαρδίζονται, αντί να κλαίνε…

Το δράμα του πιο διαβόητου κυνηγημένου εγκληματία της Χίου, που οι αστυνομικές αρχές κατέληξαν να του φορτώνουν τελικά, όλα τα άλυτα μικρά ή μεγάλα εγκλήματα του νησιού, από τη λύσα τους που δεν κατάφερναν να τον συλλάβουν, παραμένει επίκαιρο ακόμα κι ως σύγχρονος προβληματισμός:

Να κυνηγάς κάποιον που διέπραξε αρχικά έναν φόνο, όχι για να κατανοήσεις πώς κατέληξε σε αυτόν, και βέβαια πως να φτιάξεις μια κοινωνία που δεν θα περνούν οι άνθρωποι σε ανάλογες απονενοημένες πράξεις, αλλά κυρίως για να τον τιμωρήσεις, να τον μπουντρουμιάσεις και εν τέλει να τον εξουσιάσεις και εκδικηθείς που ξεφτίλισε κάποιες από τις κοινωνικές δομές για την απουσία της αποτελεσματικότητάς τους όπως και την αχρηστία του ρόλου τους.

Η τιμωρία κάποτε έρχεται, όπως και στον Ντοστογιέφσκι, η λύση του δράματος όμως δεν φαίνεται να είναι αυτή.

Αντίθετα, φαίνεται να είναι η «συνάντηση» των μελλοντικών γενεών με τον ήρωα, μέσα στη σπηλιά που κρυβόταν ως φυγόδικος για χρόνια (μια σκηνή του βιβλίου που έλειψε στην παράσταση), στον Ανάμιση ντενεκέ, όταν ο συγγραφέας επιχειρεί το μέχρι στιγμής αδιανόητο:

Να σταθεί στον ίδιο βράχο που καθόταν ο φονιάς, ψάχνοντας το στίγμα του με άλλα μάτια, αντίθετα με όλους εκείνους που το διαστρέβλωσαν μέσα από σαθρούς θεσμούς, άκαμπτες κοινωνικές κατασκευές και κατασκευασμένες αξίες, που αφήνει μετέωρες μέχρι σήμερα τις απορίες για τη φύση ενός άντρα που τόλμησε να ερωτευτεί και να κάνει όνειρα για το μέλλον, αψηφώντας τα ήθη και έθιμα της εποχής του και τελικά όλους τους γραπτούς νόμους, δημιουργώντας έναν ζωντανό θρύλο στο όνομά του.

Μήπως το κάθε έγκλημα είναι το βαρύτερο σύμπτωμα και ο καθρέφτης μιας εκ βάθρων εγκληματικής κοινωνίας;

Κρυσταλία Πατούλη
5/2/15
Σκέψεις μετά την παράσταση που παρακολουθήσαμε με τους συμμετέχοντες του σεμιναρίου «Αφήγηση Ζωής»

Για περισσότερα, οι θεατές (αλλά και οι αναγνώστες του μυθιστορήματος Ανάμισης ντενεκές), θα έχουν την ευκαιρία να συμμετέχουν σε συζήτηση μετά την παράσταση με τον ίδιο τον συγγραφέα του έργου, στις 23 και 24 Φεβρουαρίου στο θέατρο Μεταξουργείο, αλλά και στις 19 Φεβρουαρίου σε παρουσίαση του νέου του βιβλίου «Αντί Στεφάνου» επίσης από τις εκδόσεις Εστία, στο βιβλιοπωλείο Μωβ Σκίουρος στην πλατεία Καρύτση.

Ο Γιάννης Μακριδάκης επιστρέφει στο Θέατρο Μεταξουργείο. Μετά την επιτυχημένη παράσταση «Η άλωση της Κωνσταντίας» το 2012, παρουσιάζεται ο «Ανάμισης ντενεκές», το πρώτο μυθιστόρημα του συγγραφέα σε μορφή μονολόγου, σε σκηνοθεσία της Μαρίας Αιγινίτου.

Η ιστορία ενός ανθρώπου που πέρασε στην παρανομία για ένα έγκλημα πάθους. Μέσα από την έρευνα για τη θρυλική ζωή του Γιώργη Πέτικα ξετυλίγεται και η ιστορία της Χίου από την εποχή που ήταν ακόμα τουρκική ως τα χρόνια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Μέσω της αφήγησης ο ηθοποιός πλάθει επί σκηνής τους ήρωες και τη δράση τους. Σαν παραμυθάς ζωντανεύει ανθρώπους και εικόνες ανεπιτήδευτα, με μοναδικό του εργαλείο το λόγο.

Γιάννη Μακριδάκη
ΑΝΑΜΙΣΗΣ ΝΤΕΝΕΚΕΣ

Διασκευή: Μ. Αιγινίτου – Χ. Χαραλάμπους
Σκηνοθεσία: Μαρία Αιγινίτου
Διαμόρφωση Σκηνικού Χώρου – Κοστούμι: Δανάη Ελευσινιώτη
Σχεδιασμός Φωτισμού: Ηλέκτρα Περσελή
Μουσική: Σωτήρης Καστάνης
Επιμέλεια Κίνησης: Βαγγέλης Τελώνης
Βοηθός Σκηνοθέτη: Ίρις Κανδρή
Ερμηνεύει ο Χάρης Χαραλάμπους

Θέατρο Μεταξουργείο, Ακαδήμου 14, τηλέφωνο κρατήσεων: 2105234382. Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Δευτέρα και Τρίτη στις 21:00 από 20/1/15.

Το τρέιλερ της παράστασης εδώ

http://tvxs.gr/news/theatro/o-anamisis-ntenekes-sto-theatro

Perse.πολις: Μία παράσταση σωματικού θεάτρου και αφήγησης με ελεύθερη είσοδο

«Σε μια ταραγμένη εποχή, δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε ήσυχο θέατρο. Γιατί αυτή η πόλη πολλά κοινά μοιράζεται μ’εκείνες που θεωρεί μίλια μακριά, κι ας μην το ξέρει…» Ρένια Πουρνάρα

Με όχημα ένα βιβλίο animation, η θεατρική ομάδα του ΟΠΑ, εξερευνά με το σώμα μια ιστορία έντονης αλλαγής και συνειδητοποίησης. Μια ιστορία για τον εσωτερικό και εξωτερικό πόλεμο στις perse.πόλεις του κόσμου, στις 24-28 Μαΐου 2014, ώρα 20:30, 22:30 (24 & 26 διπλές παραστάσεις) θέατρο ΕΜΠΡΟΣ, με ελεύθερη είσοδο.

«…Η ιδέα να φέρουμε το Περσέπολις στο θέατρο ήρθε σε μία στιγμή μετάβασης και αλλαγής. Σε μία συνάντηση με νέους ανθρώπους, έτοιμους να ριχτούν στη μάχη προς την ενηλικίωση, την εξερεύνηση. Σε μία στιγμή που ο εσωτερικός κι εξωτερικός πόλεμος έχει φουντώσει στο κόσμο, στην Ελλάδα. Στην Αθήνα που εκφασίζεται μέρα με την ημέρα. Όμως η ζωή πάντα βρίσκει χώρο ν’ανασάνει. Και είναι τώρα που στρέφουμε τα μάτια μας ολόγυρα, για να θυμηθούμε και να μάθουμε από την ιστορία. Κι αφού κι η καταπίεση επαναλαμβάνεται, η αντίσταση ως πράξη πλέον, είναι η μόνη διέξοδος.

Όλα αυτά τα συνάντησα στο Περσέπολις, έργο εικόνας, έργο έξυπνο, βαθιά πολιτικό. Πρόκληση για τη θεατρική μεταφορά του, που με χαρά και κόπο αναλάβαμε. Εστιάζοντας στο πρώτο βιβλίο της Μαριάν Σατράπι κι εξερευνώντας το μεγάλωμα ενός παιδιού μέσα στον πόλεμο, που θα μπορούσε να είναι εδώ, στην Τουρκία, τη Συρία, τη Βραζιλία. Ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας.

Έτσι διαλέξαμε την εικονοπλασία, με τα σώματά μας, με την γραφιστική τέχνη και με ελάχιστα σκηνικά αντικείμενα, στην προσπάθειά μας να εξερευνήσουμε τη βία που γεννάται, απορροφάται κι αντεπιτίθεται. Στην προσπάθεια να ανακαλέσουμε την απλότητα του θεάτρου, και να πούμε απλώς μια ιστορία.

Άλλωστε οι ομοιότητες μας με τους άλλους, θαρρώ πως φαίνονται σαν κάνουμε μια παύση και τους κοιτάξουμε στα μάτια. Αυτό θα κάνουμε στο θέατρο Εμπρός, και θα χαρούμε να το μοιραστούμε.»  Ρένια Πουρνάρα

perse.polis

μία παράσταση σωματικού θεάτρου και αφήγησης  
από την θεατρική ομάδα του ΟΠΑ.    
άνοιξη 2014.

تخت جمشید

«Αυτή η χώρα είχε πάντα πολέμους και μάρτυρες.
Όπως έλεγε και ο πατέρας μου: όταν έρχεται ένα μεγάλο κύμα
χαμήλωσε το κεφάλι σου και άφησέ το να περάσει»
ήταν η συμβουλή της μαμάς της μικρής και ανυπότακτης Μάρτζι.

Ένα παιδί που βίωσε τον πόλεμο, την επανάσταση, την φυγή
σε μια εποχή ταραγμένη
όπου ο πόλεμος στην Ανατολή ήταν είδηση
στις οθόνες του Δυτικού κόσμου.

Στην Αθήνα του σήμερα,  αυτό το παιδί είμαστε όλοι μας.
Διώκτες και φυγάδες μαζί. 

Έτσι, και με όχημα ένα βιβλίο animation, εξερευνούμε με τα σώματά μας
μια ιστορία έντονης αλλαγής και συνειδητοποίησης.

Μια ιστορία για τον εσωτερικό και εξωτερικό πόλεμο στις perse.πόλεις του κόσμου.


Επιμέλεια-Σκηνοθεσία:ρένια πουρνάρα
Σκηνογραφία-graphic design: ράνια μακρυγιάννη
Φωτισμοί: σοφία αναστασιάδη
Θεατρική διασκευή πρωτότυπου κειμένου: ρένια πουρνάρα
Βοηθός σκηνοθέτη: θανάσης φατούρος
Φωτογραφία-video: μάνος τσίζεκ, αλέξιος τζιάλλας
Πρωτότυπο κείμενο: μαργιάν σατραπί
Μετάφραση: γεωργία τσάκωνα

Ερμηνεύουν: μάγδα αλεξάνδροβιτς
θεοδοσία βασιλείου
χριστίνα δαββέτα
γεωργία κανελλάκη
γαβριέλλα καραγιάννη
έρη κορνελάτου
γιάννης λάπας
εράλντα λέκα
γιάννης μαμωλής
θοδωρής μπομπότης
εύα μυλωνά
αλέξανδρος νούσκας-βαρελάς
λίλη σταϊκίδου
έλσα τοψαχαλίδου
νίκος χορταριάς

24-28 Μαΐου 2014, ώρα 20:30, 22:30, (24 & 26 διπλές παραστάσεις), θέατρο ΕΜΠΡΟΣ

  • Ρήγα Παλαμήδη 2, Ψυρρή, τηλ. κρατήσεων: 6948.121454, είσοδος ελεύθερη

http://persepolistheatre.blogspot.gr/


fb page: https://www.facebook.com/events/263131927192985/?fref=ts

press: 

http://www.exitnews.gr/perse-polis-apo-tin-omada-opa-sto-theatro-empros/


Δείτε επίσης: http://tvxs.gr/news/theatro/persepolis-mia-parastasi-somatikoy-theatroy-kai-afigisis-me-eleytheri-eisodo

Γιώργος Κιμούλης: Έχει τυφλωθεί το βλέμμα μας προς το αύριο!

12:26, 26 Οκτ 2013 | tvxsteam tvxs.gr/node/142089
george_kimoulis

[…] Κλείνει ο ορίζοντας της φαντασίας μας. Και αυτό οφείλεται στις παλαιότερες γενιές, οι οποίες, απέτυχαν στο να βλέπουν έναν μέλλοντα χρόνο, ή στο να ενδιαφέρονται γι’ αυτόν. Έχει τυφλωθεί το βλέμμα μας προς το αύριο! Και αυτά που κινούνται στο θολό τοπίο του μελλοντικού χρόνου είναι αδιάφορα. Να γιατί οι G7 ή ο οποιοσδήποτε κυβερνήτης μιας χώρας, αδιαφορεί για το «μετά» […] Ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Γιώργος Κιμούλης, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη, με αφορμή τον τραπεζίτη Τζον Γαβριήλ Μπόρκμαν του Ίψεν.

Κρ.Π.: Ποιό το κυρίως θέμα του συγκεκριμένου έργου;

Γ.Κ.: Το πρώτο θέμα του Μπόρκμαν δεν είναι άλλο από αυτό που βιώνει ο σύγχρονος άνθρωπος: τον ακραίο απομονωτισμό.

Χρόνια τώρα η ανθρωπότητα παλεύει να συμφιλιώσει δύο έννοιες: το ατομικό και το κοινωνικό. Πώς το άτομο και το εγώ του, η προσωπική του ασφάλεια, η προσωπική του ευτυχία και επιτυχία μπορεί να αναπτυχθεί απρόσκοπτα μέσα σε έναν κοινωνικό χώρο;

Τα πολιτικά συστήματα προσπάθησαν και σε θεωρητικό και σε πρακτικό επίπεδο να κινηθούν είτε μόνο μέσω μιας αυστηρής πειθαρχημένης κοινωνικής οργάνωσης κονιορτοποιώντας όμως τις προσωπικές επιθυμίες του ατόμου, είτε με αυτό που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια, μία εικονική ελευθερία του ως προς την επιβίωση του και την «ανάπτυξή» του μέσα σε μία κοινωνία η οποία λειτουργεί έχοντας ως άξονά της την αυταπάτη της περίφημης ελεύθερης αγοράς.

Και το ένα και το άλλο, απέτυχε. Το μελλοντικό αίτημα του ανθρώπου, είναι να μπορέσει να γίνει ατομικά κοινωνικό ον, χωρίς αυτό να συνιστά αντίφαση.
Ο Ίψεν στον Μπόρκμαν αυτό είναι που προσπαθεί να αναπτύξει ως συλλογισμό και ως θέση, λέγοντας ευθαρσώς ότι κατ´ αρχάς η ατομική εγωτική ανάπτυξη ενός ανθρώπου μέσα σ’ έναν κοινωνικό χώρο δεν καταστρέφει μόνο το άτομο που προσπαθεί μόνο του ν’ αναπτυχθεί, αλλά καταστρέφει και τους γύρω του! 
Είναι εκπληκτικό το πώς ο Ίψεν είχε δει τη μεταμόρφωση του βιομηχανικού καπιταλισμού σε χρηματοοικονομικό και το τέλος αυτού του τελευταίου, όπως το βιώνουμε τώρα. Είχε μιλήσει, με τα δικά του λόγια βέβαια, τριάντα χρόνια πριν τον Ρώσο οικονομολόγο Κοντράτιεφ, για τη θεωρία των μεγάλων οικονομικών κύκλων. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ο Ίψεν από το 1896 άρθρωσε το γνωστό σύνθημα που αυτή τη στιγμή κυριαρχεί στον παγκόσμιο χώρο: Οι άνθρωποι πάνω από το κέρδος! Αυτή είναι ουσιαστικά και η τελευταία φράση του Μπόρκμαν.
Κρ.Π.: Ένα σύνθημα που ακούστηκε σε πολλά κινήματα ανά τον κόσμο, και εμπεριέχει αυτά τα στοιχεία, ήταν το «Είμαστε όλοι Έλληνες…» που κατόπιν είδαμε να το χρησιμοποιούν και για τους Τούρκους, και για τους Βραζιλιάνους, κλπ., δηλαδή, ένα μήνυμα ό,τι όλοι ανήκουμε στο ίδιο δυναμικό υπερσύστημα, στο όλον, οπότε αλληλοεπηρεαζόμαστε…
Γ.Κ.: Είναι έτσι ακριβώς. Το δεύτερο θέμα για το οποίο μιλάει ο Ίψεν στον Μπόρκμαν είναι η αποφυσικοποίηση του ανθρώπου.
Ο ήρωας του θεατρικού του έργου πίστεψε πως χρησιμοποιώντας μόνος του απερίσκεπτα και ασεβώς τον κρυμμένο ορυκτό πλούτο της χώρας του, αυτό που η ίδια η φύση προσφέρει, μπορεί να κάνει ευημερές και εύπορο το κοινωνικό σύνολο και γι’ αυτό καταστρέφεται.
Ανέκαθεν η χρηστική επεξεργασία της φύσης, όταν δε γινόταν με φειδώ και με σεβασμό προς αυτήν, οδηγούσε στην καταστροφή. Γιατί, από τη στιγμή που ο άνθρωπος ξεχνά ότι είναι μέρος της φύσης, εξορίζεται στο χώρο της αποφυσικοποίησής του και καταστρέφεται. Το σύμπαν δε δημιουργήθηκε για να το κατανοήσει – καταλάβει – κατακτήσει, ο άνθρωπος. Δυστυχώς όμως σ’ αυτήν ακριβώς την παγίδα έχει πέσει: να νομίζει ότι το σύμπαν δημιουργήθηκε για να το «δει» αυτός.
Κρ.Π.: Ο ανθρωπολόγος Σωτήρης Δημητρίου, έχει πει ότι μετά την βιομηχανική επανάσταση, τα κράτη εκ-βίασαν τη φύση για την… παραγωγή κέρδους, που είναι η βασική αιτία ττης παγκόσμιας κρίσης, η οποία είναι δομική γι’ αυτό συνιστά την αλλαγή πολιτισμού, και ότι οι G7, γνώριζαν από μελέτες πολλά χρόνια πριν ότι οδηγούμαστε με μαθηματική ακρίβεια σε αυτήν, εφόσον ξεπερνάμε εδώ και χρόνια τα όρια του υπερσυστήματος, αλλά δεν τις έλαβαν υπόψιν τους…
Γ.Κ.: Αυτό είναι το τρίτο θέμα του έργου. Το πρώτο είναι το κοινωνικοπολιτικοοικονομικό ζήτημα που ανέφερα, το δεύτερο είναι η αποφυσικοποίηση του ανθρώπου, και το τρίτο είναι η αποτίναξη του βάρους που εχει φορτώσει η παλαιότερη γενιά στη νεώτερη. 
Ο άνθρωπος, συνειδητά ή μη, γνωρίζοντας ότι θα φύγει από αυτή τη ζωή, βλέπει τα πράγματα μόνον ως προς την χρηστική αξία που θα έχουν όσο αυτός ζει! Αυτό συμβαίνει και με τους πολιτικούς άρχοντες. Βλέπουν τις πράξεις τους, ως προς το κατά πόσο θα είναι χρηστικές για όσο καιρό βρίσκονται στην εξουσία, αδιαφορώντας εντελώς γι’ αυτό το οποίο θα συμβεί μετά.
Δηλαδή, ο ορίζοντάς τους σταματά στην τετραετία ή στην τριετία που αυτοί διακυβερνούν μία χώρα. Αν το δείτε αυτό και στον υπόλοιπο κοινωνικό χώρο, θα καταλάβετε ότι αυτοί οι άνθρωποι έχουν κληροδοτήσει σε όλη τη νεώτερη γενιά αυτό το βλέμμα. 
Παλαιότερα οι νεώτερες γενιές έβλεπαν τον εαυτό τους -με τα μάτια της φαντασίας τους βέβαια- τι θα γίνουν ή τι θα κάνουν όταν φτάσουν 30, 40, ή και 50 χρονών.  Τώρα, η νεώτερη γενιά λειτουργεί βάσει με το τι θα καταφέρει τα δύο ή τα τρία επόμενα χρόνια, ή τον αμέσως επόμενο χρόνο. Κλείνει ο ορίζοντας της φαντασίας μας.
Και αυτό οφείλεται στις παλαιότερες γενιές, οι οποίες, απέτυχαν στο να βλέπουν έναν μέλλοντα χρόνο, ή στο να ενδιαφέρονται γι’ αυτόν. Έχει τυφλωθεί το βλέμμα μας προς το αύριο! Και αυτά που κινούνται στο θολό τοπίο του μελλοντικού χρόνου είναι αδιάφορα. Να γιατί οι G7 ή ο οποιοσδήποτε κυβερνήτης μιας χώρας, αδιαφορεί για το «μετά».
Στον Μπόρκμαν θίγεται αυτή η σχέση της παλαιότερης γενιάς με τη νεώτερη. Μια παλαιότερη γενιά που έχει πεθάνει και η οποία όχι μόνο δεν το αποδέχεται, αλλά ζητά συνεχώς να υπάρχει μέσα από τον τρόπο που σκέπτεται η νεώτερη γενιά! Όμως στον Μπόρκμαν η νεώτερη γενιά γυρίζει εντελώς την πλάτη της στην παλαιότερη, αφήνοντάς την να χορεύει μόνη της το μακάβριο χορό του Καμίγ Σαιν-Σανς στο νεκρό παγωμένο τόπο της.
Κρ.Π.: Υπάρχει μια αφρικάνικη παροιμία που λέει, αν δεν ξέρεις που πας, ψάξε από πού έρχεσαι. Δηλαδή, το να χαράξουμε το μέλλον, έχει να κάνει και με το πόσο γνωρίζουμε το παρελθόν μας. Κι αν σκεφτούμε ότι οι νεώτερες γενιές έχουν μεγαλώσει κυρίως με νταντάδες, τι έχουν κληρονομήσει από τους γονείς τους; Μόνο τα περιουσιακά τους στοιχεία;
Γ.Κ.: Η αλήθεια είναι πως ο σεβασμός στο παρελθόν μας και προς αυτό που μας έφερε στον κόσμο είναι αναγκαίος, αλλά εδώ έχουμε φτάσει στο μη περαιτέρω. Σχεδόν απαιτείται να συμπεριφερθούν οι νεώτεροι σαν ορφανοί. Πρέπει να σκεφτούμε ξανά με μεγάλη σοβαρότητα τη φράση του Μαρξ: «η παράδοση από όλες τις πεθαμένες γενιές βαραίνει σαν εφιάλτης πάνω στα μυαλά των ζωντανών». 
Δυστυχώς – αθώα ή όχι δεν ξέρω – έχουμε κληροδοτήσει στη νεώτερη γενιά τα δικά μας γερασμένα μάτια, που βλέπουν μικρό το μέλλον, και βεβαίως, λόγω ηλικίας, μεγαλύτερο το παρελθόν! Χρειάζεται μία αποκόλληση της νεώτερης γενιάς από την παλαιότερη.
Το δυστύχημα είναι, ότι έχουμε δημιουργήσει τέτοια ανασφάλεια στη νεώτερη γενιά, που δεν μπορεί εύκολα να αρχίσει να περπατά σε ένα τοπίο άγνωστο και απάτητο, που δεν έχει ιχνηλατηθεί.
Ανέκαθεν η νεώτερη γενιά πατούσε στα χνάρια της παλαιότερης και ανακάλυπτε το καινούργιο τοπίο το οποίο η ίδια ιχνηλατούσε απ´ την αρχή.  Τώρα όμως οτιδήποτε έχει πατήσει η παλαιότερη γενιά οδηγεί σε αδιέξοδο. Είναι αναγκαίο, η νεώτερη γενιά λοιπόν να γυρίσει εντελώς την πλάτη της στην παλαιότερη και να κατασκευάσει ή να φτιάξει ή να γκρεμίσει αυτόν τον τοίχο που γεννάει το αδιέξοδο, για να ανακαλύψει ένα καινούργιο τοπίο μη ιχνηλατημένο! 
Είναι μεγάλο το βάρος, δύσκολο το να γυρίσεις την πλάτη σου στο γονιό σου και ακόμη πιο δύσκολο να βαδίσεις με μυωπικά μάτια, που έχεις άδικα κληρονομήσει, ένα σκοτεινό και άγνωστο δρομο. Αλλά δε νομίζω να υπάρχει άλλη λύση!
Αυτό είναι το τρίτο θέμα που θίγεται στο Μπόρκμαν: Όσο κοιτάζεις τον γονιό σου, ο οποίος έχει αποτύχει και δεν το παραδέχεται, τόσο θα σε ρουφάει ο διαρκής πνευματικός βαμπιρισμός του. Δεν μπορεί εύκολα η παλαιότερη γενιά να δεχτεί την αποτυχία της. Συνεχώς θα προσπαθεί να πείσει τη νεώτερη ότι είχε δίκιο, και ότι οι συνθήκες ίσως δεν την βοήθησαν.
Κρ.Π.: Πάνω σε αυτό, έχετε προβληματιστεί…
Γ.Κ.: …Εγώ ανήκω στην παλαιότερη γενιά…
Κρ.Π.: Ναι… αλλά αφού έχετε προβληματιστεί, θα έχετε προσπαθήσει να μπείτε στη θέση ενός νέου…
Γ.Κ.: Όχι, δε μπορείς να μπεις στη θέση ενός νέου. Δεν γίνεται. Με την έννοια, ότι είμαι και γονιός και δάσκαλος. Κι αυτό το οποίο έχω καταλάβει πολύ καλά είναι πως και οι δύο – και ο γονιός και ο δάσκαλος – πρέπει να ακολουθούν έναν κανόνα: οι νεώτεροι δεν αντιγράφουν αυτό που τους λες, αλλά αυτό που τους κρύβεις! Αν λοιπόν αυτό που τους κρύβεις είναι μια καθολική αποτυχία σου, αυτό θα αντιγράψουν. Την αποτυχία σου. 
Πόσο εύκολο όμως είναι να εμφανίζεις την αποτυχία σου και να μη γίνεσαι ένας γραφικός ή ένας Ιταλός μοναχός που αυτομαστιγώνεται με το δικό του ηθικό φραγγέλιο ή για να εξιλεωθεί ή για να τον λυπηθούν; Καθόλου εύκολο. Εγώ απλώς προσπαθώ να αρθρώσω αυτή τη στιγμή μια προβληματική, όχι τη λύση του προβλήματος. Τη λύση του προβλήματος πρέπει να τη βρει ο νεώτερος.
Κρ.Π.: Σε ποια σημεία πιθανά σας δυσκόλεψε η ενσάρκωση του χαρακτήρα του Μπόρκμαν;
Γ.Κ.: Κατ´ αρχάς και κατ´ αρχήν δεν πιστεύω ότι υπάρχουν χαρακτήρες στο θέατρο. Άρα δε μπορεί να υπάρξει ενσάρκωση.
Τα θεατρικά έργα είναι μία συρραφή λέξεων και φράσεων. Έχουν μεσολαβητική αξία. Είναι το μέσον που χρησιμοποιεί ο κάθε ερμηνευτής για να εμφανίσει ένα μέρος του δικού του χαρακτήρα.
Πάνω στη σκηνή δεν είμαστε άλλοι. Είμαστε εμείς! Και επειδή ο άνθρωπος δεν είναι μονοσήμαντος αλλά πολυδιάστατος, έχει εντός του όλες τις «μάσκες» συμπεριφοράς που αναγνωρίζει στον έξω από αυτόν κόσμο.
Το γεγονός ότι χρησιμοποιεί στη ζωή του, μία – δύο – τρεις – τέσσερις μάσκες συμπεριφοράς, είναι ή γιατί έτσι τον βολεύει, ή γιατί έτσι του έχουν επιβάλλει, ή γιατί έτσι του έχουν μάθει ή γιατί έτσι πιστεύει ότι αρέσει στους άλλους.
Αυτό δεν σημαίνει ότι εντός του κουβαλά και φέρει μόνο αυτές τις μάσκες. Ο άνθρωπος έχει στη μνήμη του όλες τις μάσκες που αναγνωρίζει στον έξω από αυτόν κόσμο, γιατί τις ανά-γνωρίζει, δηλαδή τις γνωρίζει ξανά. Με τί; Με το μυαλό του!
Προτιμώ, ως άλλος περιεργοπένης λοιπόν, την ετυμολογία της λέξης μίμησις, που προτείνει ο Αλεξανδρινός λεξικογράφος Ησύχιος: εκ της προστακτικής μέμνησο του ρήματος μιμνήσκω. Σαν να προστάζει δηλαδή κάτι τη μνήμη σου να εμφανίσει αυτό που ήδη υπάρχει εντός της. Κι αυτό το κάτι είναι το κείμενο. Εδώ λοιπόν μιλάμε για τη σχέση που έχει η υποκριτική με τη δύναμη και το θάρρος του κάθε ηθοποιού, να εμφανίσει τις μάσκες συμπεριφοράς, που μπορεί στη ζωή του να μην εμφανίζει.

Κρ.Π.: Άρα, δεν θα έπρεπε στον 21ο αιώνα στα θέατρα όλου του κόσμου, να συνεργάζονταν μόνιμα και ψυχολόγοι, ώστε να βοηθούσαν σκηνοθέτες και ηθοποιούς στην ακόμα μεγαλύτερη εμβάθυνση των ρόλων; Διότι ενίοτε συναντάμε τεχνική μεν αρτιότητα, αλλά και ρηχότητα, ως προς την απόδοσή τους.

Γ.Κ.: Η σχέση θεατρικής τέχνης με τις επιστήμες μπορεί όντως να είχε ενδιαφέρον και πολλές φορές το έχουν προσπαθήσει. Και σε άλλες χώρες πιο συχνά, αλλά και εδώ πιο σπάνια. Ναι. Θα είχε ενδιαφέρον αν δεν υπήρχε μία εκ γενετής αντιπαλότητα αυτών των δύο χώρων.

Στην πραγματικότητα όμως κατά τη γνώμη μου ο τόπος συνάντησης αυτών των δύο είναι terra incognita ακόμη. Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε κατ´ αρχάς πως σε θεωρητικό επίπεδο υπάρχει ανισοτιμία. Η θεατρική τέχνη θεωρητικά είναι νεογνό. Μόλις 100 ετών. Αν εξαιρέσουμε το κείμενο του Ντιντερό και κάποιες σκέψεις του Άππια και του Γκραιγκ, οι πρώτες θεωρητικές σκέψεις γύρω από την υποκριτική διατυπώθηκαν από τον Στανισλάβσκι στις αρχές του 20ου αιώνα.

Κρ.Π.: Αυτό που είπατε για τις μάσκες, συνδέεται με αυτό που είχε πει ο μεγάλος θεωρητικός Μιχαήλ Μπαχτίν, για τις πολλές φωνές που υπάρχουν μέσα στο έργο ενός καλλιτέχνη; Άρα έχουμε μέσα μας, το όλον. Υπάρχουν μέσα μας όλοι οι γύρω μας…

Γ.Κ.: Ναι. Ίσως. Θα μπορούσε να πει κάποιος, πως μπορεί να υπάρχει και μία σχέση  με την περίφημη μπαχτινική πολυφωνία.

Κρ.Π.: Δηλαδή, όπως έχει πει ο Σαββόπουλος στον Μικρό Μονομάχο, «Άμα κάνεις μια βουτιά στον εαυτό σου / δε θα βρεις τον εαυτό σου / αλλά όλους τους άλλους / τους μικρούς και τους μεγάλους / γιατί ο χρόνος είναι ένας / και δεν πέθανε κανένας»;  Άρα αυτός ο ατομικισμός που αναφέρατε, ήταν ουσιαστικά απαξίωση του εαυτού μας, εφόσον δεν συμπεριελάμβανε «όλους τους άλλους», δεν συμπεριελάμβανε το «όλον»;

Γ.Κ.: Όλο αυτό ο άνθρωπος είναι πολύ δύσκολο να το αποδεχτεί. Γιατί το βλέμμα του, αυτό που βλέπει προς τα έξω, δεν μπορεί να δει το όλον.

Πρώτον γιατί είναι μέρος του όλου, άρα δεν μπορείς να δεις το όλον όταν είσαι μέρος του. Είναι σαν το κουκούτσι ενός μήλου να θέλει να βγει έξω από το μήλο για να εξηγήσει πως είναι το μήλο…

Και δεύτερον, γιατί τα μάτια μας είναι μπροστά μας, όχι στο πλάι. Είμαστε άνθρωποι, όχι ψάρια. Άρα οι μοίρες που βλέπουμε, πάντα είναι λιγότερες από τις μοίρες που δεν βλέπουμε.

Για να μην προσθέσω την ειρωνεία της φύσης, που τοποθέτησε το οπτικό μας νεύρο στο τυφλό μας σημείο, από πίσω… Με αυτή λοιπόν την έννοια, είναι πολύ δύσκολο ο άνθρωπος να δει το όλον. Τι μπορεί να κάνει; Να το σεβαστεί! Να το αποδεχτεί και να το σεβαστεί. Αυτός ουσιαστικά είναι ο Θεός. Αυτό το άγνωστο. Το άγνωστο είναι ο Θεός και γι’ αυτό απαιτείται σεβασμός.
Κρ.Π.: Και να κλείσει τα μάτια; Να γυρίσει το βλέμμα προς τα μέσα; Γιατί μέσα του δεν είναι όλοι οι άλλοι;
Γ.Κ.: Δε χρειάζεται να τα κλείσει. Αρκεί να μην εμπιστεύεται μόνον αυτά, αλλιώς κάποια στιγμή θα αυτοτιμωρηθεί ως άλλος Οιδίπους. Αν και, επειδή δεν έχω τρίτο μάτι όπως ο Οιδίπους του Χαίντερλιν, μου αρέσει μία άλλη φράση από ένα σονέτο του Σαίξπηρ: «Βλέπω καλύτερα, με τα μάτια μου κλειστά.»
Κρ.Π.: Σχετικά με την επαγγελματική ιδιότητα του Μπόρκμαν ως τραπεζίτη, πιστεύεται ότι το επάγγελμα δημιουργεί τον χαρακτήρα ή το αντίθετο;
Γ.Κ.: Μακάρι να συνέβαινε ο χαρακτήρας να φτιάχνει το επάγγελμα. Οι άνθρωποι θα ήταν πιο ευτυχισμένοι, γιατί τότε δεν θα έκαναν επάγγελμα ή δουλειά, θα έκαναν εργασία, θα δημιουργούσαν έργο.
Υπάρχουν ευτυχισμένοι άνθρωποι που έχουν κατορθώσει να εμπιστευτούν τον χαρακτήρα τους, και έχουν τοποθετήσει τον εαυτό τους, σε έναν τέτοιο τόπο εργασίας. Υπάρχουν όμως και άνθρωποι οι οποίοι καθοδηγούμενοι από την παλαιότερη γενιά, ακολούθησαν ένα επάγγελμα που δεν είχε καμία σχέση με τον χαρακτήρα τους.
Γιατί ξέρετε, η λέξη χαρακτήρας βγαίνει από το χαράττω. Δηλαδή είναι το εργαλείο που μας βοηθά να ιχνηλατήσουμε τον τόπο της ζωής μας. Γιατί η ζωή μας τόπος είναι, όχι χρόνος.
Κρ.Π.: Ο Κορνήλιος Καστοριάδης, είχε πει ότι το καπιταλιστικό σύστημα καταστρέφει βαθμιαία όλους τους ανθρωπολογικούς τύπους που είναι αναγκαίοι για την ύπαρξη και λειτουργία του, και στηρίχτηκε σ’ αυτούς αρχικά για να δημιουργηθεί. Αυτό συμβαίνει, διότι εκβιάσαμε τη φύση υπέρ της αισχροκέρδειας, ξεπεράσαμε δηλαδή τα όρια λειτουργίας του υπερσυστήματος της φύσης, δημιουργώντας συγχρόνως ανθρώπους-μηχανές κέρδους;
Γ.Κ.: Από τη στιγμή κατά την οποία το χρήμα ή το κέρδος απέκτησε θέση υποκειμένου σε μία φράση, έχασε αμέσως τη βασική του χρηστική αξία, που ήταν: να είναι αντικείμενο.
Είπαμε κάποτε ότι ο άνθρωπος μπορεί να ζει καλύτερα με το χρήμα, ότι ο άνθρωπος χρησιμοποιεί το χρήμα. Τώρα η φράση έγινε: Το χρήμα κάνει ευτυχισμένο τον άνθρωπο. Αυτό το αναποδογύρισμα, η μεταμόρφωση ενός αντικειμένου σε υποκείμενο, ήταν καταστροφική για τον άνθρωπο, επειδή δημιούργησε σ’ αυτό το αντικείμενο, σχεδόν μια δική του βούληση. Και το χρήμα πλέον έχει δική του βούληση – κατ’ επέκταση και το κέρδος.
Κρ.Π.: Σήμερα όπως φαίνεται ο πόλεμος είναι ανάμεσα στην οικονομία και την πολιτική(ως αντιπρόσωπος της κοινωνίας πολιτών). Αν επικρατήσει η οικονομία, τότε παύουμε να μιλάμε για πολιτική, άρα για πολίτες και κοινωνία πολιτών. Οπότε, στις μέρες, καταστρέφεται η έννοια της κοινωνίας;
Γ.Κ.: Ναι, αυτό είναι αλήθεια. Βεβαίως και είμαστε σε ένα στάδιο όπου το μέλλον φαντάζει ως έτσι. Η πολιτική έχει αρχίσει να ταυτίζεται πλήρως με την οικονομία. Η πολιτική έπαψε να είναι ένα τοπίο ανταλλαγής ιδεών, και έχει γίνει ένα υψηλού επιπέδου οικονομοτεχνικό σύστημα.
Κρ.Π.: Γι’ αυτό κάποιοι μιλούν για τεχνοκρατική δικτατορία…
Γ.Κ.: Μα είναι έτσι ακριβώς. Κι αυτό έχει άμεση σχέση και με την παιδεία και την εκπαίδευση. Δείτε πως αναπτύσσεται σιγά σιγά η παιδεία, το σύστημά της. Έχουμε σε πρώτο επίπεδο τα οικονομικά, τα μαθηματικά.
Τα μαθηματικά, δε, χωρίς την παραμικρή φιλοσοφική σχέση που μπορεί να έχει η ίδια η επιστήμη, αλλά απλώς και μόνο για να μας διευκολύνουν να χειριζόμαστε ένα Excel, ώστε να μπορούμε να φτιάχνουμε τις λογιστικές μας αλχημείες. Μετά από τα οικονομικά και τα μαθηματικά, έχουμε σε πολύ δεύτερο και χαμηλό επίπεδο, τις οποιεσδήποτε ανθρωπιστικές σπουδές. Και στο τέλος, στο βάθος, χαμένο σε ένα ημίφως, τις τέχνες! 
Όταν λοιπόν ένα παιδί για 12 χρόνια κουρδίζεται σ’ αυτή τη λογική, είναι φυσικό όταν βγει στον κοινωνικό του χώρο το μάτι του να μην έχει καμία καλλιτεχνική διαύγεια, να μην έχει την παραμικρή ανθρωπιστική ερμηνεία του κόσμου, να μη βλέπει τον κόσμο σαν ένα σύνολο ανθρώπων, ούτε να βλέπει τη ζωή σαν έργο τέχνης, αλλά να βλέπει και τους ανθρώπους και τη ζωή σαν έναν αριθμό. Αυτό είναι εγκληματικό!
Κρ.Π.: Τι θα έπρεπε να ορίζουμε ως τέχνη σήμερα; (Καθώς βλέπουμε την όλο και μεγαλύτερη απαξίωσή της σε άλλη μια μηχανή κέρδους;)
Γ.Κ.: Το τί είναι τέχνη, έχουν προσπαθήσει πάρα πολλοί να ορίσουν. Στη φάση που βρισκόμαστε, η τέχνη δεν μπορεί να είναι καθοδηγητική. Στη φάση που βρισκόμαστε, ο ρόλος της τέχνης οφείλει να είναι μόνον υπομνηστικός. Να θυμίζει στους ανθρώπους αυτά που έχουν ξεχάσει! Εκεί βρίσκεται η αλήθεια της.
Κρ.Π.: Και ποιά είναι η αλήθεια του Μπόρκμαν;
Γ.Κ.: Η αλήθεια του Μπόρκμαν ως έργο είναι όσα είπαμε πριν. Η αλήθεια του Μπόρκμαν ως πρόσωπο είναι το περίφημο ιψενικό ζωτικό του ψεύδος.
Πίστεψε ως πρώιμος νεοφιλελεύθερος, πως στην υποτιθέμενη ελεύθερη κοινωνία ο κάθε άνθρωπος, όποια κι αν είναι η κοινωνική του θέση, έχει τη δυνατότητα να ευημερήσει. Ενώ ταυτόχρονα, προσπαθώντας να εξωραΐσει την ατομική του επιτυχία, κρύβεται πίσω από την ιδέα, που λέει: η ευημερία του ενός, μπορεί  να οδηγησεί στην ευημερία και τους πολλούς. Αυτό είναι το ζωτικό του ψεύδος.
Κανείς όμως δεν μπορεί να αναπτυχθεί μόνος του σε ένα κοινωνικό χώρο, όσες ευκαιρίες και αν του δίδει το αμερικάνικο ή το ευρωπαϊκό όνειρο. Γιατί από τη στιγμή που τα μέσα παραγωγής βρίσκονται στα χέρια των ολίγων δεν μπορεί ο καθένας να αναπτυχθεί ελεύθερα. Ο,τι κι αν λένε οι νεοφιλελεύθεροι η ευτυχία πάντα θα βρίσκεται στο συλλογικό.
Κρ.Π.: Υπάρχει μία αντίφαση (τουλάχιστον) στον νέο-φιλ-ελευθερισμό, αφού η ελευθερία είναι τελικά…
Γ.Κ.: …η δυνατότητα να αναπτυχθεί ο άνθρωπος μαζί με όλους τους άλλους ανθρώπους, κι όχι να αναπτύσσονται κάποιοι, ενώ κάποιοι άλλοι κατρακυλούν στην υπανάπτυξη! Έτσι είναι.
Κρ.Π.: Η καθημερινή επανάληψη μιας παράστασης, θυμίζει την επανάληψη κάθε ψυχικού τραύματος, που σταματά το χρόνο με αυτήν ακριβώς την ιδιότητά του, δηλαδή με το να επαναλαμβάνεται, προσπαθώντας κάθε φορά να γιατρέψει μια πληγή. Ποιό… τραύμα, ίσως, επαναλαμβάνεται σε αυτό το έργο;
Γ.Κ.: Ωραίο ακούγεται αυτό που λέτε και μακάρι να επέρχετο κάποια ίαση. Μακάρι να έκλεινε κάποια πληγή. Αλλά νομίζω συμβαίνει το αντίθετο. Σε κάθε παράσταση η πληγή ανοίγει πάλι.
Άλλωστε είναι η έλλειψη του καθενός από εμάς, που μας ανεβάζει στη σκηνή και το ατελέσφορο και μη ιάσιμο που μας ανεβάζει ξανά την επόμενη ημέρα. Η επανάληψη δεν έχει σχέση με κάποια ελπίδα θεραπείας ή κάλυψης ακάλυπτης ανάγκης.
Έχει περισσότερη σχέση με την παιγνιώδη υπενθύμιση του ανολοκλήρωτου. Μιας και η προσωπική ολοκλήρωση του καθενός επέρχεται με το θάνατό του. Ένα κλείσιμο ματιού στο θάνατο είναι. Τίποτα άλλο. Και είναι πολύ αυτό!

Ερρίκου Ίψεν
«ΜΠΟΡΚΜΑΝ»

Συντελεστές: Μετάφραση – Σκηνοθεσία: Σταμάτης Φασουλής, Σκηνικά: Εύα Μανιδάκη, Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη, Σχεδιασμός Φωτισμών: Λευτέρης Παυλόπουλος, Βοηθός σκηνοθέτη: Γιώργος Λύρας, Φωτογραφίες παράστασης: Γιώργος Καβαλλιεράκης,

Τους ρόλους ερμηνεύουν: Γιώργος Κιμούλης, Πέμη Ζούνη, Σμαράγδα Σμυρναίου, Γιώργος Ζιόβας, Αμαλία Νίνου, Νάνα Παπαδάκη, Γιάννης Καπελέρης, Ελευθερία Μπενοβία.

Παραγωγή: Ελληνική Θεαμάτων

Θέατρο Δημήτρης Χορν, Αμερικής 10, Τ.: 210 3612500. Ημέρες & Ώρες Παραστάσεων: Τετάρτη 20:00, Πέμπτη 21:00, Παρασκευή 21:00 (λαϊκή), Σάββατο 18:00 (λαϊκή) & 21:00, Κυριακή 20:00.

 

Σχετικά Άρθρα

31/10/2011
30/11/2012
16/06/2013

Βαγγέλης Θεoδωρόπουλος: Ο «Κοινός Λόγος» είναι το δικό μας μνημείο

10:17, 16 Ιουν 2013 | tvxsteam tvxs.gr/node/131534

 

Ο Κοινός λόγος, είναι όπως είναι μια ξερολιθιά. Που φτιάχνεται από διαφορετικές, με διαφορετικό σχήμα και χρώμα πέτρες […] Γι’ αυτό και θεωρώ ότι είναι το δικό μας μνημείο. Ένα μνημείο φτιαγμένο από αυτά τα υλικά, τα ανθρώπινα, κι όχι από εκείνα που φτιάχνει κάθε μορφή εξουσίας, κόβοντας την Ιστορία στα μέτρα της, για να εξυπηρετήσει τους δικούς της σκοπούς […] Πρέπει οι αριστεροί να ξανακαλύψουν τον πολιτισμό. Αυτό θεωρώ ότι είναι το κέντρο. Και ο πολιτισμός δεν είναι η τέχνη. Είναι ο άνθρωπος, η ζωή του, και η ψυχή μας […] Ο σκηνοθέτης Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη για το tvxs.gr, με αφορμή τη θεατρική παράσταση «Κοινός Λόγος» που ανεβάζει για τρίτη φορά, μετά την ερασιτεχνική παράσταση στη Φοιτητική Εστία το 1988 και την αλησμόνητη παράσταση στο Θέατρο του Νέου Κόσμου το 1997 (η οποία επαναλήφθηκε το 2004).

Β.Θ.: Ο Κοινός Λόγος, που πρώτη φορά με απασχόλησε στη θεατρική ομάδα της Φοιτητικής Εστίας του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1988, είναι αφηγήσεις που έχει καταγράψει η Έλλη Παπαδημητρίου από ανώνυμους ανθρώπους που η ζωή τους σημαδεύτηκε από τα μεγάλα και επώδυνα γεγονότα του ελληνικού 20ού αιώνα, αρχίζοντας από την Μικρασιατική Καταστροφή (όντας και η ίδια Σμυρνιά), και φτάνοντας ως την Κατοχή, τον Εμφύλιο και τα κατοπινά δύσκολα χρόνια. 

Η ίδια η Έλλη Παπαδημητρίου δεν έζησε την Μικρασιατική Καταστροφή, γιατί ο πατέρας της την είχε στείλει στην Αγγλία να σπουδάσει γεωπόνος για να επιστρέψει στην Ιωνία και να ασχοληθεί με τα κτήματά τους. Έτσι, βρέθηκε στην Ελλάδα όπου είχε πλέον εγκατασταθεί και η οικογένειά της.

Από την αρχή αφιερώθηκε στην υπόθεση των εκπατρισμένων, και ειδικότερα στο έργο της Επιτροπής Αποκατάστασης Προσφύγων, συμμετέχοντας σε πολλές αποστολές.

Το ελληνικό κράτος μοίραζε γη στους πρόσφυγες με τη βοήθεια των γεωπόνων, και η νεαρή εθελόντρια, μ’ ένα σακίδιο και μια φωτογραφική μηχανή, γύρισε τόπους πολλούς και γνώρισε ανθρώπους.

Ίσως τότε να συνέλαβε την ιδέα να καταγράψει αφηγήσεις από τη ζωή τους, ίσως κι αργότερα.

Αυτό ήταν μια τέχνη άγνωστη κατ’ ουσία στην Ελλάδα, παρότι ο αφηγηματικός λόγος έχει βαθιές ρίζες στον τόπο μας, από τον Όμηρο ως το Δημοτικό τραγούδι, τον Μακρυγιάννη και τα Αντάρτικα.

Αυτό είναι ένα μεγάλο ταλέντο, το να δημιουργείς τις κατάλληλες συνθήκες ώστε ο άλλος να σου ανοίξει την καρδιά του και να αφηγηθεί κομμάτια της ζωής του.

Την καταγραφή αυτών των αφηγήσεων η Έλλη τη συνέχισε και στις κατοπινές περιπέτειες του λαού, Κατοχή, Εμφύλιο και εποχή του Ψυχρού πολέμου, χρόνια δύσκολα -γιατί υπήρχε ο φόβος.

Ένα μέρος αυτών των μαρτυριών πρωτοεκδόθηκε το 1964 από το Θεμέλιο, ένας τόμος κυκλοφόρησε από τον Ερμή της Λένας Σαββίδη μέσα στη δικτατορία, ενώ μεταδικτατορικά, στο διάστημα 1975-79, εκδόθηκε όλο το σώμα των αφηγήσεων από τις εκδόσεις Κέδρος. Σήμερα ο Κοινός Λόγος κυκλοφορεί από τον Ερμή.

Παρόλο που σ’ αυτή την ιστορία η Έλλη κράτησε για τον εαυτό της το ρόλο του καταγραφέα και μόνο (η ίδια γράφει πως δεν πρόσθεσε πουθενά ούτε λέξη), εγώ πιστεύω πως είχε μεγάλο ταλέντο στο να συμπυκνώνει και να κρατάει την ουσία από αυτά που έλεγε ή έγραφε ο άλλος, σεβόμενη απόλυτα το λόγο του – η μαστοριά δεν είναι μόνο των αφηγητών αλλά σαφώς και δική της.

Την ίδια, τη γνώρισα όταν ήμουν σπουδαστής της Δραματικής Σχολής του Ωδείου Αθηνών, και παράλληλα δούλευα στις Εκδόσεις Κέδρος, όπου εκδίδονταν τα βιβλία της.

Αυτή η σούδα που είχε φτιάξει η Νανά Καλλιανέση, το μικρό μαγαζί στη στοά που συνέδεε τη Χαριλάου Τρικούπη με την Πανεπιστημίου, ήταν πολύ μεγάλο σχολείο και μαγικός κόσμος για μένα. Από τον Ρίτσο μέχρι τον Βάρναλη, τον Τάσο Λειβαδίτη, τον Καββαδία και τον Τσίρκα, για να μιλήσω μόνο γι’ αυτούς που έχουν φύγει απ’ τη ζωή, όλοι αυτοί συχνάζανε στο βιβλιοπωλείο και είχα την τύχη να τους γνωρίσω… 

Λίγο αργότερα πήγα φαντάρος στις Σάππες Κομοτηνής, και ήταν πολύ δύσκολα τα πράγματα, γιατί ήμουν χαρακτηρισμένος αριστερός, και την περίοδο μετά τη χούντα ο στρατός ήταν μαύρη μαυρίλα…

Αλληλογραφούσα στη διάρκεια της θητείας μου με την Έλλη, και παρόλο που δεν είχα τότε καθόλου σκηνοθετικές βλέψεις, της είχα γράψει σε ένα γράμμα ότι αυτές οι αφηγήσεις έχουν θεατρικές αρετές και θα μπορούσαν να γίνουν θέατρο! 

Η συζήτηση γι’ αυτό το θέμα συνεχίστηκε και αφού απολύθηκα από το στρατό, αλλά εκείνη είδε τότε μια παράσταση όπου συμμετείχα -κάτι σαν μεταμοντέρνα επιθεώρηση- η οποία δεν της άρεσε καθόλου, και μου είπε: «Αν είναι να το κάνεις σαν κι αυτή την παράσταση που παίζεις, καλύτερα να τα αφήσεις αυτά τα κείμενα στην ησυχία τους!». 

Στη δεκαετία του ’80 με κάλεσαν να αναλάβω το θεατρικό τμήμα της Φοιτητικής Εστίας του Πανεπιστημίου Αθηνών (ΦΕΠΑ), όπου έμεινα οκτώ χρόνια, και ήταν επίσης μεγάλο σχολείο για μένα. Για την ακρίβεια, από εκεί έμαθα να σκηνοθετώ, όσο μαθαίνεται κάτι τέτοιο. 

Έτσι, το 1988, κάναμε με αυτά τα παιδιά μια πρώτη ερασιτεχνική παράσταση του Κοινού Λόγου, που την ονομάσαμε «Άσκηση Αφήγησης», γιατί ήταν κυριολεκτικά μια θεατρική άσκηση πάνω στον αφηγηματικό λόγο. 

Και γιατί το ζήτημα δεν είναι να μιμηθείς αυτά τα πρόσωπα που αφηγούνται. Πώς να μιμηθείς μια μάνα που έχει χάσει το παιδί της, μια γυναίκα που εκτελέσανε τον άντρα της; Αυτό δεν γίνεται ρόλος. Το ζήτημα είναι ν’ ανακαλύψεις τους ρυθμούς, τα χρώματα, την αξία αυτού του ίδιου του λόγου ως αφηγηματικό υλικό. Πώς μπορείς δηλαδή να τον πεις, χωρίς να μετατρέπεται σε ρόλο.

Και η παράσταση έγινε με τον πιο απλό τρόπο, που ταιριάζει στον αφηγηματικό λόγο. Ήταν μια σειρά καρέκλες καφενείου, όπου καθόντουσαν οι φοιτητές, αγόρια και κορίτσια, και μια μουσικός έπαιζε φλογέρα και τραγουδούσε δημοτικά τραγούδια, ενώ για φόντο υπήρχε ένα μεγάλο τελάρο ζωγραφισμένο από τον Μάρκο Καμπάνη, που εξελίχθηκε στη συνέχεια σε έναν από τους πολύ σημαντικούς ζωγράφους μας. Σ’ αυτό το έργο, αχνοφαινόταν ένα βουνό, ο Υμηττός, ο οποίος είναι στην πίσω μεριά της Φοιτητικής Εστίας. 

Όλα αυτά συνδέονται και με τη δική μου παιδική ηλικία, γιατί και γω γεννήθηκα εκατό μέτρα από την Φοιτητική Εστία, αριστερά της, όπως βλέπεις τον Υμηττό, και στα δεξιά την Καισαριανή, όπου έμεναν οι συγγενείς της μητέρας μου, με όλα τα προσφυγικά σπίτια που ακόμα δεν είχαν γίνει πολυκατοικίες, ο συνοικισμός δηλαδή των κομμουνιστών. 

Η επόμενη εκδοχή του Κοινού Λόγου, επαγγελματική πλέον, ήταν το 1997, όταν πήραμε το Θέατρο του Νέου Κόσμου, το χώρο δηλαδή της ζυθαποθήκης του Φιξ. Στην αυλή του υπήρχαν τα χαλάσματα ενός παράσπιτου με ένα πηγάδι μπροστά, κι εκεί στήσαμε μία κερκίδα, και με φόντο αυτό το φυσικό σκηνικό παίχτηκε η παράσταση.

Αυτό όμως με συνδέει και με την αυλή του σπιτιού που μεγάλωσα, όπου τα απογεύματα μαζεύονταν οι γυναίκες και κουβεντιάζαν πολλά και διάφορα, από κουτσομπολιό μέχρι μικρά και μεγάλα περιστατικά της ζωής τους. Κι αυτήν την αυλή τη μετέφερα στην παράσταση στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, το δεύτερο σπίτι μου…

Η αυλή έχει και μια προαιώνια αξία στην Ελλάδα… Μια αυλή δεν είναι η ορχήστρα ενός αρχαίου θεάτρου;

Σε αυτή λοιπόν τη δεύτερη εκδοχή, έπαιζαν μόνο γυναίκες. Και ο λόγος ήταν –πέρα από το γεγονός ότι οι γυναίκες αφηγούνται καλύτερα τα οικεία κακά– ότι μέσα σ’ αυτές τις αφηγήσεις βλέπεις τη δύναμη της γυναικείας φύσης.

Η γυναίκα είναι κυριολεκτικά ο βράχος μέσα σε ένα σπίτι, και ειδικά σε δύσκολες συνθήκες όπως είναι ένας πόλεμος, μια καταστροφή. Είναι αυτή που θα κρατήσει το σπίτι και τους ανθρώπους ζωντανούς, θα παλέψει για να ζήσουνε. Μέσα σε αυτές τις δύσκολες καταστάσεις, δίνει το μήνυμα ότι πρέπει να παλέψουμε, να σταθούμε όρθιοι και να επιβιώσουμε. 

Αυτός είναι ένας πολύ σημαντικός λόγος που ήθελα να κάνω τον Κοινό Λόγο σήμερα, και πάλι με γυναίκες, οι οποίες αφηγούνται πώς χάσανε στο αντάρτικο το παιδί τους, ή πώς σκοτώθηκε στο μέτωπο ο άντρας τους, ή πώς ξεριζώθηκε όλη η οικογένειά τους από τη Μικρά Ασία.

Ο άνθρωπος μέσα σε αυτά τα γεγονότα, και ειδικά η γυναίκα, θέλει να μιλήσει. Και έτσι δημιουργεί το δικό της μνημείο.

Όταν επαναλαμβάνεις μια ιστορία, για να μιλήσεις για το παιδί σου, μιλώντας και ξαναμιλώντας μέσα στο χρόνο, κρατάς την ουσία γι’ αυτό. Φτιάχνεις ένα μνημείο, με την καρδιά, με την ψυχή με το δάκρυ σου. Αυτός ο λόγος έχει άλλη πυκνότητα, άλλο μέγεθος. 

Γι’ αυτό και θεωρώ ότι ο Κοινός Λόγος είναι το δικό μας μνημείο. Ένα μνημείο φτιαγμένο από αυτά τα υλικά, τα ανθρώπινα, κι όχι από εκείνα που φτιάχνει κάθε μορφή εξουσίας, κόβοντας την Ιστορία στα μέτρα της, για να εξυπηρετήσει τους δικούς της σκοπούς. Και ίσως αυτός είναι και ο πιο ουσιαστικός τρόπος να μιλήσεις για την Ιστορία, μέσα από τα βιώματα των ανθρώπων.

Γιατί παραγνωρίζουμε, βάζουμε στην άκρη την ανθρώπινη πλευρά, και ο μόνος μας στόχος είναι να αποδείξουμε πόσο Έλληνες είμαστε, ή πόσο η Ελλάδα ήταν πάντα τεράστια, ή η Τουρκία, ή το έθνος, και πάει λέγοντας… αναλόγως με το τι μας υποβάλλει η νοοτροπία ή η ιδεολογία μας.

Όμως, η σχέση με το παιδί σου δεν θα έχει ποτέ καμία ιδεολογική σκοπιά…
 
Κρ.Π.: Και η σχέση με τη ζωή σου;
 
Β.Θ.: Ακόμα κι όταν έχει, γιατί πολλοί από τους αφηγητές, τις αφηγήτριες είναι αριστεροί, είτε γιατί οι ίδιοι είναι εκεί ταγμένοι, είτε γιατί είναι το παιδί τους ή ο άντρας τους και ακολουθούνε (στις αφηγήσεις από την Κατοχή και μετά), όλα αυτά περνάνε μέσα από το φίλτρο της αγάπης, μακριά απ’ οποιοδήποτε συμφέρον και σκοπιμότητα, δηλαδή αυτό που κάνει η πολιτική, όταν γράφει την επίσημη Ιστορία. 

Αυτή η παράσταση του Κοινού Λόγου νομίζω έδωσε και το στίγμα του Θεάτρου του Νέου Κόσμου, για το τι είδους θέατρο με ενδιαφέρει να κάνω. 

Στο διάστημα που έχει μεσολαβήσει από τότε, 16 χρόνια –για να μη μιλήσω για τα 25 από την πρώτη ερασιτεχνική εκδοχή– και η αισθητική έχει αλλάξει, και το θέατρο, και ο αφηγηματικός λόγος στο ελληνικό θέατρο έχει εξελιχθεί. Έχουν ανεβεί παραστάσεις που δεν μπορώ να τις αγνοήσω, όπως βέβαια δεν μπορώ να αγνοήσω πως είναι σήμερα η κοινωνία, πως έχουν αλλάξει τα πράγματα – κι αυτό είναι ένα σημαντικό κομμάτι της δουλειάς μου, το να αφουγκράζομαι την κοινωνία. 

Οι αφηγήσεις και πάλι προέρχονται κατά μέγα μέρος από τον Κοινό Λόγο της Έλλης Παπαδημητρίου, κι επιπλέον, τρεις τέσσερις αφηγήσεις προέρχονται από άλλες καταγραφές, του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, ανάμεσά τους και ένα κομμάτι που ένιωσα ότι έπρεπε να το βάλω, που αφορά τους Ποντίους, και όλον αυτόν τον αφανισμό που υπέστησαν. Επίσης, στο πρόγραμμα της παράστασης δημοσιεύουμε ένα εξαιρετικό κείμενο για την Έλλη Παπαδημητρίου που έγραψε η ιστορικός Ιωάννα Πετροπούλου. 

Δεν είναι τυχαίο που ξαναγυρίζω σε αυτές τις αφηγήσεις. Δεν πρόκειται δηλαδή για μια απλή επανάληψη, επειδή θεωρήθηκε τότε πολύ καλή παράσταση και θέλεις να εκμεταλλευτείς την επιτυχία της. Το θέατρο είναι ζωντανή υπόθεση, δεν είναι μουσειακό είδος. Το ζήτημα είναι πώς σήμερα, ξαναβλέπεις αυτά τα κείμενα.  

Κρ.Π.: Ποιά ανάγκη σε έκανε να γυρίσεις πάλι στο κείμενο της αφήγησης, η οποία εστιάζει στο πώς βιώνουν τα ιστορικά γεγονότα οι ίδιοι οι άνθρωποι; Και πόσο έχει σημασία αυτός ο αφηγηματικός λόγος, για την Ελλάδα, σήμερα;

Β.Θ.: Όταν κάναμε την παράσταση το 1997, οι πόλεμοι, η προσφυγιά και οι εμφύλιοι ήταν σε κάποια απόσταση από μας. Τώρα οι λέξεις μετανάστης και πρόσφυγας, είναι πολύ έντονα φορτισμένες στον τόπο μας. Και γιατί είμαστε χώρα υποδοχής προσφύγων και μεταναστών, αλλά και γιατί αισίως ξαναγίναμε χώρα εξαγωγής Ελλήνων μεταναστών, λόγω της οικονομικής καταστροφής που βιώνουμε και της τεράστιας ανεργίας.

Υπάρχει κάποια αφήγηση στην παράσταση για την υποδοχή που γνώρισαν οι πρόσφυγες το ’22 εδώ στην Ελλάδα. Δεν ήταν λίγοι αυτοί που τους αντιμετώπισαν με εχθρότητα, αν και ήταν Έλληνες που τα είχαν χάσει όλα…

Παρόλο, λοιπόν, που έχουμε τέτοιες εμπειρίες και μνήμες σαν λαός, βλέπουμε πως δεν σεβόμαστε τον ξένο και τον πρόσφυγα. Κι αυτά τα φαινόμενα είναι πολύ επικίνδυνα. Είναι κανονικός ρατσισμός, κι ας μη θέλουμε να το παραδεχτούμε. 

Κρ.Π.: Όταν η επίσημη Ιστορία, απαξιεί τους ανθρώπους και τα βιώματά τους, βλέπουμε ότι αναλαμβάνουν η τέχνη αλλά και οι μύθοι, να μιλήσουν γι αυτά με τον δικό τους τρόπο; 

Β.Θ.: Για να μη μιλήσω για όλες τις τέχνες, το θέατρο είναι ανθρωποκεντρικό. Μιλάς για τον άνθρωπο. Και ο άνθρωπος είναι το υποκείμενο της Ιστορίας. 

Δεν μπορώ να διανοηθώ ότι έναν άνθρωπο δίπλα μας, έξω από το σπίτι μας, τον αντιμετωπίζουμε σαν κατώτερο είδος. Από καταβολής ο άνθρωπος μετακινείται για να ζήσει, σαν τα αποδημητικά πουλιά. Αυτή τη στιγμή που μιλάμε εξάγουμε Έλληνες μετανάστες, είτε είναι επιστήμονες είτε εργάτες, και όλο αυτό το πράγμα δεν μας διδάσκει τίποτα, δεν σεβόμαστε τον ανθρώπινο πόνο, ούτε τις ανθρώπινες ανάγκες, την ώρα που οι δικοί μας συγγενείς, φίλοι, γείτονες έχουν γίνει άλλη μια φορά μετανάστες.

Τελικά ο άνθρωπος κουβαλάει ένα κτήνος μέσα του, ψάχνει να βρει κάποιον που νομίζει ότι είναι κατώτερος από αυτόν, γιατί αυτό του δίνει υπόσταση, δύναμη.

Κι αν υπάρχει μία άσκηση που πρέπει να κάνουμε σ’ αυτή τη ριμάδα τη ζωή, είναι να μην αφήνουμε το κτήνος που έχουμε μέσα μας να βγαίνει στην επιφάνεια. 

Κρ.Π.: Και αυτή η παράσταση, δείχνει το να είμαστε πιο κοντά στον άνθρωπο και στην κατανόησή του; 

Β.Θ.: Ε, βέβαια, αυτό είναι η δουλειά της τέχνης. Να θέτει μέσα από αυτό που κάνει, ερωτήματα για τη φύση του ανθρώπου, τη φύση της εξουσίας, και όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μας.  Χωρίς να δίνει απαντήσεις ούτε συνταγές. 

Κρ.Π.: Κάποια από αυτά τα ερωτήματα που θέτει επιπλέον, η συγκεκριμένη παράσταση; 

Β.Θ.: Θέτει ερωτήματα για τη μοίρα του ανθρώπου, για το σιδερένιο χέρι της ιστορίας που σαρώνει ζωές, για τους δεσμούς με τον τόπο, το ξερίζωμα, την προσφυγιά, για το θέμα της μνήμης, για την αξιοπρέπεια και τον αγώνα της επιβίωσης, για όλα όσα χωράει η ζωή του ανθρώπου.

Εγώ, ας πούμε, αγαπάω αυτό τον τόπο γιατί εδώ έχω ζήσει τα παιδικά μου χρόνια. Εδώ μεγάλωσα, αυτόν τον αέρα αγάπησα, αυτόν τον ήλιο αντίκρισα με το που άνοιξα τα μάτια μου. Εδώ έχω παίξει, εδώ έχω ερωτευτεί. Αυτή είναι η πατρίδα μου. Τα παιδικά μου χρόνια. Αν τα είχα ζήσει στην Αλβανία ως παιδί μεταστών, την Αλβανία θα είχα αγαπήσει. Το παιδί που είναι από την Αλβανία, αλλά έχει ζήσει εδώ τα παιδικά του χρόνια, αγαπάει την Ελλάδα. Πώς μπορούμε να του αρνηθούμε εμείς αυτόν το δεσμό; 

Αυτός είναι ο κοινός λόγος. Ο Κοινός λόγος, είναι όπως είναι μια ξερολιθιά. Που φτιάχνεται από διαφορετικές, με διαφορετικό σχήμα και χρώμα πέτρες. Μαύρες, άσπρες, γκρίζες, στραβές, ίσιες, όμορφες, και το σύνολο αυτό φτιάχνει έναν τόπο, φτιάχνει μια γλώσσα που μπορούμε να επικοινωνούμε μεταξύ μας. Και ο κοινός λόγος είναι το σύνολο των κοινών πραγμάτων που ζούμε και εκφράζουμε. 

Κρ.Π.: Ο Ντεριντά, έχει πει ότι τα πάντα είναι αφήγηση… Τί αφηγείσαι εσύ προσωπικά μέσα από τον Κοινό Λόγο και γενικά από το θέατρο;  

Β.Θ.: Αφήγηση είναι και το θέατρο. Αφηγείσαι μια ιστορία. Αφηγούμαι, όμως,  κατ’ αρχάς τον εαυτό μου. Το γιατί εμένα με συγκινούν αυτά τα κείμενα. Εγώ, πού συναντιέμαι μ’ αυτά τα κείμενα. Πώς συναντιέμαι μ’ αυτές τις γυναίκες και την ανθρώπινη συμπεριφορά.

Και νομίζω ότι αν δεν μιλάς για τα πράγματα που αγαπάς, για να τα μοιραστείς, δεν έχει νόημα, δεν έχει ουσία. Κάνω θέατρο συνήθως για τα πράγματα που αγαπάω, και όχι γιατί μπορεί να αρέσουν.

Μακάρι αυτό που κάνω να συναντιέται με έναν κόσμο. Είναι πολύ σημαντικό. Έχει νόημα. Αλλά ξεκινάς να αφηγηθείς, γιατί εσένα πρώτα σ’ έχει ακουμπήσει. Αυτό το πράγμα το διαλύεις και το ξεμοντάρεις, για να το ξανασυνθέσεις μέσα από τη δική σου ματιά. Μέσα από τον τρόπο που σκέφτεσαι, για να το κάνεις καλλιτεχνικό έργο, θεατρική παράσταση. 

Κάτι που επίσης παίζει πολύ μεγάλο ρόλο σ’ αυτά τα κείμενα, είναι η αξιοπρέπεια. Το πείσμα για τη ζωή, και μια πολύ μεγάλη αξιοπρέπεια. Το θεωρώ πάρα πολύ σημαντικό για οτιδήποτε κάνουμε στη ζωή μας. Κανείς δεν μπορεί να μείνει ασυγκίνητος με αυτές τις αφηγήσεις.  Και έχουμε πολύ μεγάλη ανάγκη τη συγκίνηση. 

Αυτό επίσης που μου έρχεται τώρα στο μυαλό, σε σχέση με τη λογιστική αντίληψη για τα πράγματα, η οποία αφήνει στην άκρη τις ανθρώπινες ζωές, σήμερα και η αριστερά πέφτει σ’ αυτή την παγίδα, ως ένα βαθμό. Ενώ ο προνομιακός χώρος της αριστεράς είναι ο πολιτισμός! Και αυτό πρέπει να το ξανανακαλύψει, και να το βάλει σε πρώτο πλάνο. 

Κι επειδή ο λόγος που κάποιος γίνεται αριστερός -γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε γιατί γινόμαστε αριστεροί- είναι ο άνθρωπος, κι αυτό έχει πολύ μεγάλη σχέση με τον πολιτισμό. Να μην ξεχνάμε ότι γινόμαστε αριστεροί, από αγάπη για τον άνθρωπο.

Και δεν πρέπει να παρασυρόμαστε (επειδή οι άλλοι σπρώχνουν σε μία κατεύθυνση που δεν σέβεται τον άνθρωπο, δεν ακουμπάει στον πόνο και στις ανάγκες του ανθρώπου) και να μπαίνουμε στη λογική των αριθμών.

Πρέπει οι αριστεροί να ξανακαλύψουν τον πολιτισμό. Αυτό θεωρώ ότι είναι το κέντρο. Και ο πολιτισμός δεν είναι η τέχνη. Είναι ο άνθρωπος, η ζωή του, και η ψυχή μας.-


Τo Θέατρο του Νέου Κόσμου θα παρουσιάσει την Τετάρτη 19 και την Πέμπτη 20 Ιουνίου στο Φεστιβάλ Αθηνών (Πειραιώς 260), στις 27 Ιουνίου στο Φεστιβάλ Βύρωνα, και στη συνέχεια σε όλα τα μεγάλα φεστιβάλ και θέατρα της Ελλάδας, τον «Κοινό Λόγο» της Έλλης Παπαδημητρίου, σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου και με πρωταγωνίστριες τη Λυδία Κονιόρδου και την Ελένη Κοκκίδου.

Συντελεστές της παράστασης:
Σκηνοθεσία : Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος
Σκηνικά – Κοστούμια : Αντώνης Δαγκλίδης
Επιλογή & διδασκαλία τραγουδιών : Κώστας Βόμβολος
Επιμέλεια κίνησης : Αγγελική Στελλάτου
Φωτισμοί : Σάκης Μπιρμπίλης
Φωτογραφίες : Μαριλένα Σταφυλίδου

Παίζουν οι ηθοποιοί:
Λυδία Κονιόρδου, Ελένη Κοκκίδου, Μαρία Κατσανδρή, Ελένη Ουζουνίδου, Τάνια Παλαιολόγου:

  • Για την περιοδεία: online στο viva.gr

 

 

 

 

 

Σχετικά Άρθρα

Τρωάδες του Ευριπίδη

14/01/2010

Η μεγάλη πρόκληση του μέλλοντος, του Χαϊνη Δημήτρη Αποστολάκη

21/02/2013

Μάνια Παπαδημητρίου: Δεν ξέρω αν υπάρχει διέξοδος…

18/02/2013

Tvxs Συνέντευξη: Σε αργή κίνηση, της Δανάης Παπουτσή

Κάρολος Κουν: Μαζί ίσως κάτι μπορέσουμε να κάνουμε

07:17, 15 Μαρ 2013 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/122575

[…] Δε κάνουμε θέατρο για το θέατρο. Δε κάνουμε θέατρο για να ζήσουμε. Κάνουμε θέατρο για να πλουτίσουμε τους εαυτούς μας, το κοινό που μας παρακολουθεί κι όλοι μαζί να βοηθήσουμε να δημιουργηθεί ένας πλατύς, ψυχικά πλούσιος και ακέριος πολιτισμός στον τόπο μας. Μόνος ο καθένας μας είναι ανήμπορος. Μόνος, ο καθένας από σας τους πιο κοντινούς στην προσπάθειά μας, είναι ανήμπορος. Μαζί ίσως κάτι μπορέσουμε να κάνουμε. Το θέατρο ως μορφή Τέχνης, δίνει τη δυνατότητα να συνδεθούμε, να συγκινηθούμε, ν’ αγγίξουμε ο ένας τον άλλον, να νοιώσουμε μαζί μια αλήθεια. Να γιατί διαλέξαμε το θέατρο σα μορφή εκδήλωσης του ψυχικού μας κόσμου […]  Κάρολος Κουν

Το «Θέατρο Τέχνης» ιδρύθηκε το ’42 πριν 39 χρόνια, στην αρχή της Γερμανικής Κατοχής.

Η ανάγκη για ένα τέτοιο θέατρο, ένα θέατρο συνόλου, είχε ωριμάσει μέσα μου πολύ πριν, τον καιρό που ιδρύθηκε η ημι-επαγγελματική «Λαϊκή Σκηνή» το ’34 και που  διαλύθηκε το ’38 στη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά, επειδή παίζαμε «αριστερά έργα» όπως ο Πλούτος του Αριστοφάνη κι ο Κατά φαντασίαν ασθενής του Μολιέρου.

Η εποχή της κατοχής ήταν μια συναισθηματικά, πλούσια εποχή. Έπαιρνες πολλά και έδινες πολλά. Μας ζώνανε κίνδυνοι, στερήσεις, βία και τρομοκρατία. Γι’ αυτό σαν άνθρωποι αισθανόμασταν την ανάγκη της πίστης, εμπιστοσύνης, συναδέλφωσης, έξαρσης, και θυσίας.

Αισθανόμασταν την ανάγκη για έναν σωστότερο κόσμο, ένα κόσμο με λιγότερες ανθρώπινες ατέλειες, γι’ αυτούς από εμάς που θα επιζούσαμε.

Αψηφούσαμε το θάνατο και κυνηγούσαμε με μανία τη ζωή, χωρίς περίσκεψη και προφύλαξη και ταπεινές σκέψεις. Είμαστε γνήσιοι και αληθινοί. Τα περιθώρια των έργων που ετοιμάζαμε ήταν αναγκαστικά περιορισμένα. Αλλά στο τραπέζι της πρόβας μέσα στο συρτάρι υπήρχαν και τα έργα που ελπίζαμε να παίξουμε όταν θ’ αποκτούσαμε τη λευτεριά μας.

Είμασταν όλοι στην αντίσταση και σχεδόν όλοι στις γραμμές του ΕΑΜ. Δεν μπορώ μέσα μου ν’ απαρνηθώ και να ξεχάσω εκείνα τα χρόνια. Τα χρόνια που πιστεύαμε ακόμα σ’ ένα κόσμο απαλλαγμένο από μικρότητες και βία. Με την απελευθέρωση και την μετακατοχική περίοδο, όλα διαλυθήκανε.

Το 1945 το «Θέατρο Τέχνης» αναγκάστηκε να διακόψει τη λειτουργία του. Άλλα περιμέναμε και άλλα μάς βρήκανε.

Χτυπήθηκαν και χάθηκαν ιδανικά και όνειρα και προοπτικές και πάνω απ’ όλα έλειψε η πίστη. Η πίστη και η μεταξύ μας συνεννόηση και επαφή.

Το 1946, με λίγο κρύα καρδιά, προσπάθησα να συμμαζέψω και να συναρμολογήσω ό,τι μπόρεσε να απομείνει. Με λίγο μαζεμένα τα φτερά λειτουργήσαμε άλλα τρία χρόνια.

Τότε πιά, αναγκαστήκαμε να διακόψουμε οριστικά για λόγους οικονομικούς-πολιτικούς και εσωτερικής συνοχής. Θα ‘πρεπε να σταματήσω και να διαμορφώσω πάλι από την αρχή ένα πυρήνα. Αυτό και έγινε.

Εργάστηκα σαν σκηνοθέτης στο «Εθνικό Θέατρο» για δύο χρόνια, ξεπλήρωσα τα χρέη του «Θεάτρου Τέχνης».

Παράλληλα συνέχισα τη Σχολή με νέα παιδιά. Μαζεύοντας συνδρομές, διαμορφώσαμε το χώρο στο υπόγειο του Ορφέα. Το 1954 ανάψαμε πρόχειρους προβολείς για να φωτίσουμε μπρος σε καμιά εκατοστή θεατές τη Μικρή μας πόλη του Θόρντον Γουάιλντερ. Έτσι λειτούργησε πάλι το «Θέατρο Τέχνης» σχεδόν αποκλειστικά με νέους αδειούχους μαθητές. […]

* από το βιβλίο Κάρολος Κουν, για το θέατρο (κείμενα και συνεντεύξεις). Επιμέλεια: Γιώργος Κοτανίδης. Εκδόσεις: Ιθάκη, 1981. Το αυτοβιογραφικό κείμενο είναι απόσπασμα από συνέντευξη που παραχώρησε ο Κάρολος Κουν στον Βάιο Παγκουρέλη για λογαριασμό του Βήματος (4.10.1982).

Αποφασίσαμε να ιδρύσουμε το Θέατρο Τέχνης από την ανάγκη της δημιουργίας ενός θεάτρου συνόλου. Μια ομάδα που θα ‘χε μάθει να σκέφτεται και να εργάζεται με ψυχική και οργανική ενότητα. Μια ομάδα ειδικά εκπαιδευμένη κι υποταγμένη σε μια νέα διδασκαλία θεατρικής έκφρασης που θα διαμορφωνόταν μέσα στο χρόνο για να εξυπηρετήσει, όσο γίνεται καλύτερα, έργα θεατρικά, αποκαλυπτικά και για τους ερμηνευτές και για το κοινό. Η δημιουργία ενός θεάτρου έξω από το εμπορικό κύκλωμα, ενός θεάτρου αδέσμευτου από επιχειρηματία, απαλλαγμένο από βεντετισμούς, ανένδοτο σε καλλιτεχνικούς συμβιβασμούς. Κάρολος Κουν

Χρήστος Παπαμιχάλης: Είμαστε με μηδέν αντανακλαστικά σε όλα!

07:29, 01 Μαρ 2013 | tvxsteam tvxs.gr/node/121183

[…] Αν φταίει κάτι, πάνω από όλα, είμαστε εμείς! Γίνεται χαμός, κι εμείς είμαστε με μηδέν αντανακλαστικά σε όλα! Περνάνε μνημόνια, γίνεται χαμός, καταφέρνουμε να μαζευόμαστε, όσοι καταφέρνουμε να μαζευόμαστε στο Σύνταγμα και διαδηλώνουμε και οι υπόλοιποι καθόμαστε στον καναπέ μας και δεν σηκωνόμαστε ούτε όταν φτάνει η σύνταξη στα 500 ευρώ. […] Ο ραδιοφωνικός παραγωγός και συγγραφέας Χρήστος Παπαμιχάλης, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη με αφορμή τη θεατρική παράσταση «Η Ρίζα του 5», συμμετέχοντας συγχρόνως στην δημοσιογραφική – ποιοτική έρευνα για την ελληνική κρίση, με βάση το ερώτημα «Ποιές αιτίες μας έφεραν ως εδώ, και κυρίως τί πρέπει να κάνουμε;», που δημοσιεύεται στο tvxs.gr από το 2010.

Κρ.Π.: Να ξεκινήσουμε από το maybe, δηλαδή τη νουβέλα που έγραψες και βασίζεται η θεατρική παράσταση «H ρίζα του 5»;

Χρ.Π.: Η ιστορία του βιβλίου ουσιαστικά είναι τα 5 πρόσωπα μιας οικογένειας: μάνα, πατέρας, και τα τρία παιδιά, που ο καθένας μιλάει σε πρώτο πρόσωπο, ξεχωριστά. Δεν συναντιούνται σχεδόν πουθενά, κι ο καθένας λέει την ιστορία του…

Υπάρχει κι ένα μυστικό το οποίο αποκαλύπτεται σιγά σιγά, και το αντιλαμβάνεται ο θεατής από την οπτική πλευρά του καθενός. Ο καθένας, δηλαδή, έχει μία δική του οπτική των πραγμάτων, όπως τα έχει ζήσει, που όλες μαζί κάνουν αυτό το οποίο είναι το μυστικό της οικογένειας. Αλλά και ο καθένας κάτι κρύβει, και ο καθένας έχει κάτι που εκδηλώνει. Μία πλευρά που βλέπουμε, και μία πλευρά που δεν βλέπουμε. Κάπως έτσι είναι όλοι.

Γι αυτό κρατήθηκε και ο τίτλος στο βιβλίο «maybe». Γιατί ήθελα να πω, ότι αυτό που βλέπεις και καταλαβαίνεις σε έναν άνθρωπο όταν τον συναντάς για πρώτη φορά, δεν είναι αυτό που φαίνεται. Το ίδιο συμβαίνει και με μία οικογένεια. Όλα έχουν το δεύτερο και το τρίτο επίπεδο.

Αυτό είναι το κύριο σημείο του βιβλίου. Το αμέσως επόμενο, είναι η διαφορετικότητα, και το πώς είναι αποδεκτή ή μη, από την ελληνική κοινωνία σήμερα.

Διότι η ιστορία εξελίσσεται σε ένα χωριό, της δεκαετίας του 2000, στην Ελλάδα, όπως θα μπορούσε να είναι το Κορωπί που μεγάλωσα, που όλοι γνωρίζουν όλους.

Νομίζουμε ότι έχει αλλάξει η ελληνική κοινωνία, αλλά παραμένει η ίδια, τουλάχιστον όπως τη θυμάμαι εγώ από τη δεκαετία του 1970 και μετά. Νομίζουμε ότι έχει πάει μπροστά, αλλά ουσιαστικά στο μικρόκοσμό της, παραμένουν όλα ίδια. Όσο υπάρχει η ελληνορθόδοξη εκκλησία, πολύ δύσκολα θα αλλάζουν οι συνθήκες που εμείς νομίζουμε ότι έχουν αλλάξει.

Γιατί ζούμε στην Αθήνα, και νομίζουμε ότι αποδεχόμαστε τους ανθρώπους όπως είναι. Δεν είναι έτσι! Απλά, τους αποδεχόμαστε, γιατί δεν τους ξέρουμε…

Κρ.Π.: Οι κοινωνίες αλλάζουν πάρα πολύ αργά, και αυτό φαίνεται και σ’ αυτά που συμβαίνουν σήμερα στην Ελλάδα…

Χρ.Π.: Εγώ στην πόλη μου, δεν βλέπω καμία αλλαγή. Ναι, βλέπω αλλαγή στα ντουβάρια και στα χρώματα, αλλά η νοοτροπία των ανθρώπων παραμένει η ίδια.

Γι’ αυτό, το βιβλίο αυτό είναι γεμάτο στερεότυπα, για να σου δείξει ότι τελικά, πως δεν υπάρχουν στερεότυπα. Η μάνα που συνήθως είναι η καλή, δεν είναι η καλή τελικά, σε σχέση με τα παιδιά της. Ο πατέρας ο οποίος φαίνεται πιο απόμακρος, είναι αυτός που τα έχει καταλάβει και τα έχει προστατεύσει, χωρίς να το ξέρουν τα ίδια, και τα έχει βοηθήσει.

Ο ένας γιος ο οποίος είναι γκέι, εμφανίζεται να παραμένει στο χωριό, γιατί έχει ερωτευτεί και έχει αποφασίσει ότι θα μείνει εκεί για πάντα σε όλη του τη ζωή, εισπράττοντας τη γενική κατακραυγή. Ο άλλος γιος έχει φύγει και έχει έρθει στην Αθήνα για να σπουδάσει, και η κόρη είναι εκείνη η οποία, ξέρει τα μυστικά όλων!

Κρ.Π.: Η οικογένεια είναι ο πυρήνας της κοινωνίας, και εκτός αυτού είναι και πολύ δυνατό στοιχείο ειδικά της ελληνικής κοινωνίας. Οπότε, τι σε έκανε να μιλήσεις για μια οικογένεια;

Χρ.Π.: Εγώ προέρχομαι από μία ισορροπημένη και ευτυχισμένη οικογένεια, αλλά αυτό που βλέπω γύρω μου, είναι ότι παρουσιάζουμε μία εικόνα ευτυχίας που πίσω από κλειστές πόρτες δεν υπάρχει πουθενά! Δεν υπάρχει.

Είναι οικογένειες οι οποίες έχουν κρατηθεί από το φόβο της κοινωνικής κατακραυγής για το χωρισμό, κάτι που λίγο το έχουμε ξεπεράσει ειδικά στην Αθήνα, αλλά π.χ. στο Κορωπί, ακόμα είναι… θέμα.

Αυτό με έκανε να γράψω αυτό το βιβλίο. Ότι παρουσιάζουμε μία αγία οικογένεια γενικά προς τα έξω, και πίσω από τις κλειστές πόρτες του κάθε σπιτιού γίνεται της… κακομοίρας.  Αυτό το υποκριτικό φαίνεσθαι, δεν μπορώ να το καταλάβω. Μπορείς να παρουσιάζεις και τον πόνο σου, και το φόβο σου, και την αγωνία σου, και το …άνθρωποι είμαστε!

Κρ.Π.: Η νοοτροπία των τελευταίων δεκαετιών σχεδόν ποινικοποιούσε τα προσωπικά προβλήματα, και επίσης, ηρωοποιούσε τους ανθρώπους που δεν τα μοιράζονταν, αλλά τα «έλυναν» όλα μόνοι τους! Ή γελαστός ή πεθαμένος, ένα πράμα…

Χρ.Π.: Έχουμε βάλει τη ντροπή πάνω από την ανάγκη. Είτε την προσωπική, είτε την κοινωνική – συλλογική.

Κρ.Π.: Ίσως δεν είναι θέμα ντροπής, ακριβώς. Έχει ανακηρυχθεί σε αξία η μοναξιά όσο και η υποκρισία.

Χρ.Π.: Μιλάμε για μία σύγχρονη ελληνική κοινωνία η οποία δεν διαφέρει πολύ από πριν μια 30ετία. Αν και παλιότερα, ήταν λίγο πιο ανθρώπινη…

Κρ.Π.: Πάντως ακούγεται δίκαιο που βάζεις αυτούς τους ανθρώπους να μιλήσουν από την πλευρά τους, διότι από την πλευρά του κανένας βιώνει τα πράγματα…

Χρ.Π.: Αυτό είναι ακριβώς! Υπάρχει μια αλήθεια που αν την βάλουμε στο κέντρο και θέσουμε όλοι τη δική μας σκοπιά, και μιλήσουμε γι’ αυτή, ενδεχομένως θα μπορέσουμε να καταλήξουμε σ’ αυτήν. Αλλά, αν αυτοί οι πέντε, δεν βρεθούν ποτέ, δεν θα την δει κανένας τους. Έχει ζήσει ο καθένας, ένα κομμάτι της, αλλά κανείς δεν την έχει δει ολοκληρωμένα.

Κρ.Π.: Πόσο είναι ο καθένας έτοιμος να ακούσει την αλήθεια του άλλου, και να συναντηθεί, και να μοιραστεί την δική του;

Χρ.Π.: Ο ήρωας του βιβλίου δεν είναι τυχαία ομοφυλόφιλος, γιατί υπάρχουν άνθρωποι που δεν μπορούν να μοιραστούν ποτέ την δική τους αλήθεια.

Κρ.Π.: Χρειάζεται και αυτογνωσία αλλά και μεγάλη προσπάθεια διαχείρισης της αλήθειας από τον καθένα, θέματα που μάλλον, είμαστε πολύ πίσω…

Χρ.Π.: Δεν θα διαφωνήσω…

Κρ.Π.: Ποιά ανάγκη σε έσπρωξε να γράψεις για ένα τέτοιο θέμα;

Χρ.Π.: Ξεκινώντας να γράφω, υπήρχε μόνο ο Δημήτρης, δηλαδή ένας άνθρωπος που διαφέρει από την πλειοψηφία της κοινωνίας και που εκφράζει τα βιώματά του μέσα από τη δική του σκοπιά, σε αντιδιαστολή με μία κοινωνία που δεν δέχεται, ουσιαστικά την διαφορετικότητα.

Η αποδοχή, ήταν, το βασικότερο μέσα στο μυαλό μου. Το αν και πώς αποδεχόμαστε τους ανθρώπους γι’ αυτό που είναι ή όχι… Και ότι τελικά δεχόμαστε ότι μας μοιάζει. Ότι δεν ταιριάζει στο καλούπι μας, κάνουμε ότι είμαστε οκ, χωρίς να είμαστε οκ.

Κρ.Π.: Μιλάς για κάτι πολύ επίκαιρο. Για τον ρατσισμό και ουσιαστικά τον φασισμό…

Χρ.Π.: Το 2000 που ξεκίνησα να το γράφω, στο Κορωπί ο διαφορετικός π.χ. ήταν ο Αλβανός. Ήταν άνθρωποι που είχαν έρθει εκεί πριν 15 χρόνια, που τους είχαμε στα χωράφια μας, που τους είχαμε στα σπίτια μας, και συνέχιζαν να είναι ο…Αλβανός. Ή ένα παιδί δίπλα, που ήταν γκέι, και το οποίο, όπως και να ‘χει αυτοκτόνησε. Είναι, λοιπόν, μία ταμπέλα που τους φοράμε, γιατί δεν χωράνε στον όμορφο στρογγυλό κόσμο που έχουμε φτιάξει. Είναι ακίδες του όμορφου στρογγυλού κόσμου μας!

Και από εκεί ξεκίνησε το όλο θέμα. Και αφού τελείωσε η ιστορία του Δημήτρη, και είπε αυτά που ήθελε, αναγκάστηκα να πάω πιο μέσα γιατί όλα τελικά, ξεκινούν από αυτή τη δομή που είναι η οικογένεια.

Και όσο και να κάνουμε ότι έχουμε εκμοντερνιστεί, αυτή η κοινωνία θα επηρεάζεται πάντα από την εκκλησία, που τουλάχιστον τώρα, είτε θέλουμε να δούμε είτε δεν θέλουμε, ο Άνθιμος θα έχει μεγαλύτερο λόγο από τον οποιονδήποτε, είτε μας αρέσει είτε δε μας αρέσει.

Και μιλάμε για μια πολύ σκληρή θρησκεία. Με βάση της την αγάπη. Με βάση της την αγάπη, τα παιδιά γεννιούνται από μία παρθένα γυναίκα! Σκέψου τι περνά σε μια γυναίκα… Από τα γεννοφάσκια της, τής περνά ότι τα παιδιά γεννιούνται από μια παρθένα, η οποία μυρίζει τον κρίνο… Μία θρησκεία η οποία υποτίθεται ότι μιλάει για την αγάπη, δεν διαδίδει την αγάπη!

Κρ.Π.: Ανθρωπολόγοι λένε, ότι ειδικά αυτός ο διαχωρισμός που έγινε με την χριστιανική θρησκεία, της γυναίκας αγίας – παρθένου – μητέρας από τη μια, και της γυναίκας πόρνης από την άλλη, είναι η διχαστική εικόνα για την γυναίκα που έχει περάσει γενικά στην δυτική κοινωνία…

Χρ.Π.: Οπότε σε όλον αυτόν τον ασφυκτικό κοινωνικό κλοιό που υπάρχει, αν βάλεις μέσα και την πολιτική, έχεις μία… κούκλα ελληνική κοινωνία η οποία πορεύεται… Κι  αυτό το πράγμα το παίρνεις, και μιλάς για το κύτταρό του ουσιαστικά, όσο μπορείς να μιλήσεις, και όσο μπορείς να πεις… Αυτό έκανα με αυτό το βιβλίο.

Κρ.Π.: Και πως ότι συμβαίνει στην οικογένεια, τελικά συμβαίνει και στην πολιτική και στην κοινωνία; Δηλαδή, ότι συνήθως ο καθένας έχει τη δική του αλήθεια, αλλά δεν υπάρχει ουσιαστικός διάλογος, και διεκδίκηση, και συνεργασία;

Χρ.Π.: Δεν φεύγουμε εύκολα απ’ τις ράγες μας… Να δούμε τι γίνεται και στον άλλο σταθμό. Πού πηγαίνει και το άλλο τραίνο;

Φυσικά, δεν θα ήθελα τελικά να συμφωνούν όλοι, αλλά θα ήθελα να μην κυβερνά ο Σαμαράς και να μη περνάω αυτό το πράγμα το παράλογο… γιατί τα τρία τελευταία χρόνια έχει καταλυθεί η λογική. Μας μιλάνε με τα πιο παράλογα επιχειρήματα, και για κάποιο λόγο, αυτά τα πιο παράλογα επιχειρήματα γίνονται λογικά. Μας μιλάνε στη βάση του τρόμου, κάθε τρεις μήνες πτωχεύω και δεν έχω να φάω, και κάθε τρεις μήνες χάβω το ίδιο επιχείρημα.

Κρ.Π.: Τι είναι αυτό που κατάλαβες για το βιβλίο σου μέσα από την παράσταση, που δεν το είχες αντιληφθεί όταν το έγραφες;

Χρ.Π.: Ο κόσμος, βλέπει πράγματα που εγώ δεν τα είχα αντιληφθεί. Δηλαδή, αυτό που μου έλεγες, ότι μπορεί να είναι και πολιτικό, μία αναφορά στην σημερινή κατάσταση, μου το λένε και  θεατές μετά την παράσταση. Ότι μπορεί να μιλάς για μία οικογένεια, αλλά τελικά, δεν μιλάς μόνο για μία οικογένεια! Αυτή τη διάσταση ανοίξαν οι θεατές: ότι όλοι, είμαστε κλεισμένοι στη δική μας αλήθεια, είτε είναι αυτό κοινωνική ομάδα, είτε πολιτική κλπ, ο καθένας κλείνεται στο δικό του, αδυνατώντας να επικοινωνήσει και να καταλήξει, να πάει λίγο παραπέρα…

Κρ.Π.: Ότι πρέπει να επικοινωνήσουμε; Ότι αυτό δεν πάει άλλο; Σε αυτή τη βάση κάνω και την έρευνα με βάση το ερώτημα «Ποιές αιτίες μας έφεραν ως εδώ, και κυρίως τί πρέπει να κάνουμε;». Τί έχεις να πεις;

Χρ.Π.: Τί μας έφερε ως εδώ; Υπάρχει ένα πολιτικό σύστημα το οποίο λειτουργούσε με το συγκεκριμένο τρόπο, αλλά όχι μόνο του! Δεν λειτουργούσε ερήμην μας. Μπορεί να μην ξέραμε την έκταση του πράγματος αλλά το πώς λειτουργούσε μια χαρά το ζούσαμε όλοι στην καθημερινότητά μας. Από τα ρουσφετάκια μας, μέχρι την καλοβόλεψή μας.

Κρ.Π.: Αυτό το «μας» όμως, ως γενίκευση, δεν είναι λίγο έως και φασιστικό; Διότι σε καμία περίπτωση δεν ήταν όλοι μα όλοι βολεμένοι μέσω αυτού του συστήματος ή με όποιον άλλον τρόπο…

Χρ.Π.: Η πλειοψηφία, εν πάση περιπτώσει.

Κρ.Π.: Αυτό, ναι. Φαίνεται και από τα αποτελέσματα των εκλογών, άλλωστε…

Χρ.Π.: Δυστυχώς, όμως, ενώ τα γνωρίζαμε όλοι, ως κοινωνία αποδείχτηκε ότι δε είχαμε κανένα αντανακλαστικό. Κανένα! Μηδέν! Αν φταίει κάτι, πάνω από όλα, είμαστε εμείς! Γίνεται χαμός, κι εμείς είμαστε με μηδέν αντανακλαστικά σε όλα! Περνάνε μνημόνια, γίνεται χαμός, καταφέρνουμε να μαζευόμαστε, όσοι καταφέρνουμε να μαζευόμαστε στο Σύνταγμα και διαδηλώνουμε και οι υπόλοιποι καθόμαστε στον καναπέ μας και δεν σηκωνόμαστε ούτε όταν φτάνει η σύνταξη στα 500 ευρώ.

Γίνονται απολύσεις, καταστρατηγούνται όλα τα εργασιακά δικαιώματα, και δεν κουνιέται φύλλο. Η Αθήνα είναι, πλέον, η πόλη των αστέγων και των αστυνομικών.

Φταίμε περισσότερο κι από τους πολιτικούς που έχουμε πάνω. Γιατί τα αντανακλαστικά μας ήταν υπό το μηδέν, και  εξακολουθούν να είναι! Και λές: Πότε θα ενεργοποιηθούν; Πότε; Τι άλλο να γίνει, δηλαδή;

Οπότε εκεί εστιάζω. Αυτό έφταιξε. Βρήκαν μία κοινωνία που την έκαναν ότι ήθελαν. Και εκείνη έπαιζε το παιχνίδι τους. Και συνεχίζει ο καθένας με μικρότερο ή μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης. Αλλά είμαστε απαράδεκτοι! Απαράδεκτοι!

Στην Αγγλία, με ένα σκάνδαλο 30 χιλιάδων λιρών οι πολιτικοί πηγαίνουν φυλακή, γιατί ξεσηκώνεται ο κόσμος!  Και εδώ έχουν γίνει Βατοπέδια, πάμπερς, έχει γίνει της τρελής, κι αν βγει αύριο ο Άνθιμος και πει ελάτε να διαδηλώσουμε για το 666 ή για τις καινούργιες ταυτότητες, θα μαζευτεί περισσότερος κόσμος απ’ ότι θα μαζευτεί για το νέο μνημόνιο!

Οπότε, τι πρέπει να κάνουμε; Να ξυπνήσουμε πρέπει! Έχουμε φτάσει στο μη περαιτέρω!

Κρ.Π.: Γι’ αυτό και γω καμιά φορά αναρωτιέμαι, εδώ ο κόσμος… χάνεται, και μεις π.χ. μιλάμε τώρα για ένα θεατρικό;

Χρ.Π.: Κι όμως. Αυτό έγραφα αυτές τις μέρες στους φίλους του τουίτερ. Ότι είναι απαράδεκτο να πέφτει μία πολιτική είδηση στο τουίτερ και να γίνεται χαμός, και να πέφτει ένας Ελύτης και να μην αναπαράγεται από όλους.

Η επανάσταση, που έχουμε στο μυαλό μας, δεν θα ξεκινήσει από ανθρώπους που δεν ξέρουνε τι είναι ο Σολωμός, ο Ελύτης, ο Καβάφης, που δεν έχουν πάει να δούνε πέντε θεατρικές παραστάσεις, ή δέκα κινηματογραφικά, ή δέκα συναυλίες. Αν δεν γίνουν όλα αυτά συνείδηση, γιατί όλα λένε κάτι, απ’ την πολιτική μόνο δεν πρόκειται να πάμε παρακάτω. Δεν πρόκειται να φτάσουμε σ’ αυτό που θέλουμε!

Κρ.Π.: Πολιτισμός τί είναι άλλωστε; Ο τρόπος που ζούμε είναι…

Χρ.Π.: Και πρέπει να ζω όμορφα. Πρέπει να φαντάζομαι τη ζωή μου, να έχω ένα στόχο, να ξέρω τι θέλω από αυτήν. Και αυτοί οι άνθρωποι, οι πνευματικοί όπως τους λέμε, το έχουν πει: το όραμα είναι μπροστά μας. Η τέχνη, είναι πολιτική!

Οπότε, καλά κάνουμε που μιλάμε και για ένα θεατρικό…

Κρ.Π.: Παρεμπιπτόντως, πώς από το maybe άλλαξε ο τίτλος και έγινε: Η ρίζα του πέντε;

Χρ.Π.: Ο τίτλος ήταν ιδέα του Νίκου Ζούδιαρη, που έχει γράψει και τη μουσική. Εκείνος σκέφτηκε τη ρίζα του 5.

Η ρίζα έχει να κάνει με την οικογένεια, το 5 είναι ο αριθμός των ατόμων της οικογένειας. Και γιατί, η ρίζα του 5 στα μαθηματικά, δεν βγάζει ποτέ ακέραιο αριθμό, κάτι που έχει να κάνει με την αλήθεια του καθενός. Κανένας δεν έχει το ακέραιο, όλοι έχουν ένα κομμάτι της, έναν δεκαδικό αριθμό.  Ο καθένας είναι αυτό που είναι, και εσύ που είσαι δίπλα του, τον αποδέχεσαι γι’ αυτό που είναι…-


Η Ρίζα του 5

του Χρήστου Παπαμιχάλη

Σκηνοθεσία: Ιωσήφ Βαρδάκης, Ερμηνεία: Αντωνία Γιαννούλη – Βαγγέλης Ρόκκος, Σκηνικά: Χρήστος Κωνσταντέλλος, Κοστούμια: Ιωάννα Κουρμπέλα, Μουσική: Νίκος Ζούδιαρης.

Θέατρο «Βαφείο/Λάκης Καραλής», Αγ. Όρους 16 & Κωνσταντινουπόλεως 115, Μετρό Κεραμεικός, Γκάζι,τηλ.: 2103425637. Τετάρτη, Πέμπτη και Παρασκευή στις 21.15.

Από την ομάδα «Έβδομη Θύρα»