Μαρία Μπέικου: Η Ελλάδα. Στα όνειρά μου. Βλέπω ακόμα ότι τρέχω στα βουνά…

07:10, 26 Οκτ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/109540

Γεννήθηκα στο Ξηροχώρι της Εύβοιας. Στον πόλεμο είμαι φοιτήτρια της Νομικής στην Αθήνα. Οργανώνομαι και δουλεύω παράνομα μαζί με τον Λ. Κύρκο στο Πανεπιστήμιο. Συλλαμβάνεται ο Αδερφός μου και οδηγείται στις φυλακές. Πλαστογραφώ την υπογραφή του πατέρα μου και κατατάσσομαι στον ΕΛΑΣ.

Δε νιώθω καθόλου διαφορετικά από τις άλλες γυναίκες της ιστορίας αυτού του τόπου.
Η Αντίσταση δεν είναι προσωπική μου υπόθεση, είναι εθνική.
Η πρώτη μου μάχη είναι στο Καρπενήσι.
Ξέρω ότι αμύνομαι, δε θέλω να κάνω κακό σε κανένα, αλλά ο απέναντί μου είναι εχθρός.
Σημαδεύω και πυροβολώ. Φοβάμαι. Καταλαβαίνω στο πρόσωπο του διπλανού μου τι σημαίνει σύντροφος.
Κόβω την κοτσίδα μου για να παρελάσω στην απελευθέρωση.
Αφήνω το όπλο μου στη Βάρκιζα.
Παντρεύομαι τον Γιωργούλα Μπέικο.
Ξαναπιάνω το τουφέκι για να αμυνθώ δεύτερη φορά με το Δημοκρατικό Στρατό.
Το αφήνω ηττημένη πια στα σύνορα με την Αλβανία και φεύγω περνώντας στο Άγνωστο.
Τρομάζω.
Ζω 27 χρόνια στη Σοβιετική Ένωση. Φοιτήτρια στην Ακαδημία Κινηματογραφίας της Σοβιετικής Ένωσης στην τάξη του Μιχαήλ Ρομ. Με τον συμμαθητή και πολύ καλό φίλο μου Αντρέι Ταρκόφσκι, στο Γ΄ έτος συνσκηνοθετούμε τους Φονιάδες του Έρνεστ Χάμινγουει.
Δουλεύω ως εκφωνήτρια στο Ραδιοφωνικό Σταθμό της Μόσχας.
27 χρόνια χωρίς να ‘χω ιθαγένεια.
Ψάχνω να βρω κάποιον να λέει την ιστορία. Τη λέω παντού.
Η επιστροφή.
Επιστρέφω στην Ελλάδα με την τέφρα του Γιωργούλα σαν την Ηλέκτρα.

Η Ελλάδα. Στα όνειρά μου. Βλέπω ακόμα ότι τρέχω στα βουνά.
Πατρίδα μου είναι όλα αυτά. Είναι η αίσθηση που έχω για όλα αυτά.
Μαρία Μπέικου

(Αυτοβιοβιογραφικό σημείωμα της Μ.Μπ. από το πρόγραμμα της παράστασης «Μάουζερ» σε σκηνοθεσία Θόδωρου Τερζόπουλου, που η ίδια αποκαλούσε «ο γιός μου»)

Η αντιστασιακή μαχήτρια Μαρία Μπέϊκου στην τελευταία της συνέντευξη

Η αντιστασική μαχήτρια Μαρία Μπέϊκου (1925-2011) από τα 19 της χρόνια πολεμάει με τον ΕΛΑΣ στα βουνά ενάντια στους κατακτητές, στον Εμφύλιο ξανά με τον Δημοκρατικό Στρατό και τέλος φυγαδεύεται κυνηγημένη στην Τασκένδη και κατόπιν στην Ε.Σ.Σ.Δ, όπου – εκτός των άλλων – σπουδάζει στο Ινστιτούτο Κινηματογραφίας, γίνεται στενή φίλη και κουμπάρα του Αντρέι Ταρκόφσκι, αλλά και η «φωνή» στην ελληνική εκπομπή του Ράδιο-Μόσχα. Μετά από 16 ολόκληρα χρόνια θα ξαναδεί τον άντρα της, Γεωργούλα Μπέϊκο

Δημοσιεύουμε, για πρώτη φορά σήμερα, ενόψει της 28ης Οκτωβρίου, την συνέντευξή της στην Κρυσταλία Πατούλη για το tvxs.gr που δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί, εκπληρώνοντας συγχρόνως και μία μεγάλη της επιθυμία: Να δημοσιευτεί, επίσης,  η ιστορία της συνάντησής της με μαθητές από τη Θεσσαλονίκη.

Ο Στέλιος Κούλογλου έγινε η αφορμή να έχω την τιμή να την γνωρίσω, μέσω της έρευνας του «Τι πρέπει να κάνουμε» αλλά και για μία τηλεοπτική συνέντευξη που δεν έμελλε… να υλοποιηθεί. Συναντηθήκαμε αρκετές φορές, τα προβλήματα όμως της υγείας της μας υποχρέωναν να αναβάλουμε συνεχώς την ημερομηνία. Σε αυτές τις συναντήσεις, η Μαρία Μπέικου, επέμενε να μιλήσει όχι μόνο για την ιστορία της, αλλά και για τους μαθητές…
Στις 23 Μαρτίου, ακυρώθηκε ξανά το ραντεβού που είχαμε στο σπίτι της, εφόσον εισήχθη εσπευσμένα στο νοσοκομείο. Την επόμενη μέρα, την συνάντησα στο «Σωτηρία» όπου την ίδια μέρα απεβίωσε σε ηλικία 86 χρονών. Πριν την αποχαιρετίσω φιλώντας την, και ενώ ανέπνεε με μεγάλη δυσκολία με τη βοήθεια οξυγόνου, άκουσα για τελευταία φορά τη φωνή της να ρωτάει «Τί γίνεται εκεί… έξω;».
Αυτή ήταν η Μαρία Μπέϊκου.

Πιστεύετε ότι την ξέρουν την ιστορία οι έλληνες και ειδικά οι νέοι;
Όχι. Κατηγορηματικά. Ξεκινώντας από το σχολείο, πρέπει όλα τα παιδιά, να μαθαίνουν. Τα πάντα είναι τα παιδιά! Το πιο βασικό για τη νεολαία, είναι να μάθει την ιστορία μας, την οποία δεν γνωρίζει, όπως και να αντιστέκεται σε ότι κακό».

Ποια είναι τα σημαντικότερα σημεία που νομίζετε ότι πρέπει να γνωρίζουν όλοι;
Πρώτον η Αντίσταση. Εκτός του ότι ο κόσμος δεν ξέρει πως ήταν πανελλαδική η αντίσταση, επίσης δεν γνωρίζει ότι απελευθερωθήκαμε μόνοι μας. Η βοήθεια απ’ έξω, ήταν μηδαμινή.

Τι έγινε όταν έκαναν εισβολή οι κατακτητές;
Αγόρια και κορίτσια το μόνο που σκεφτόμασταν ήταν πώς θα διώξουμε τον κατακτητή, αυτόν που μπήκε στο σπίτι μας ακάλεστος και μας κατέστρεψε χωρίς να έχει κανένα δικαίωμα.
Η αντίσταση ξεκίνησε από την αρχή, όταν μας επιτέθηκαν οι Ιταλοί. Μετά μπήκαν οι Γερμανοί αλλά ήταν κλειστά όλα τα παράθυρα. Δεν βρήκανε υποδοχή. Μπαίνανε με μουσικές αλλά ήταν μετρημένοι στα δάκτυλα αυτοί που ήταν έξω.
Εμείς πολεμάμε στα βουνά και τα… λαγκάδια, πλέκουμε κάλτσες και πουλόβερ, επιστρατεύονται όλες οι γυναίκες, να βοηθήσουμε τα παλικάρια μας που πολεμούσαν. Όλος ο Ελληνικός λαός στάθηκε στα παλικάρια μας.

Πρώτα, λέτε, είναι η εθνική Αντίσταση…
Ναι, στην αρχή μικρές ομάδες. Η Εθνική Αλληλεγγύη ήταν η πρώτη οργάνωση που έγινε για να ενωθεί και να οργανωθεί ο κόσμος στην Αντίσταση. Εν’ τω μεταξύ είχαν αναπτυχθεί κάποια ένοπλα τμήματα ενάντια στον εχθρό και η Εθνική Αλληλεγγύη, εκτός του ότι συγκέντρωνε κάποια τρόφιμα γι αυτούς που τους κατέτρεχε ο εχθρός, συγκέντρωνε και κάποια ρούχα για εκείνους που πολεμούσαν. Ο Εθνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός (ΕΛΑΣ), ήταν ο ένοπλος αγώνας ενάντια στον εχθρό και δημιουργήθηκε με την αποστολή της Εθνικής Αλληλεγγύης. Λίγο πιο πριν, τον Σεπτέμβρη του ’41 έγινε το ΕΑΜ, δηλαδή, το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο. Αυτά πρέπει να τα λέμε ολάκαιρα!
Σκοπό είχε να αγκαλιάσει όλους, άντρες, γυναίκες και νέους, ενάντια στον εχθρό. Μετά έγινε η ΕΠΟΝ.
Σήμερα γίνονται μερικά πράγματα γνωστά για τα κακουργήματα που έκαναν στα χωριά οι Γερμανοί: στο Δίστομο, στα Καλάβρυτα, στην Κρήτη, στη Μακεδονία. Είναι συγκεκριμένος ο εχθρός, δεν τους αποκαλώ εχθρός, σκέτο, γιατί έχουν όνομα.

Και το 44 περάσατε από την Εύβοια στη Ρούμελη για να ενταχθείτε στην 13η Μεραρχία ΕΛΑΣ – ΕΠΟΝ και γίνατε καπετάνισσα της διμοιρίας ανταρτισσών…
Έβλεπα τα παιδάκια να είναι τυμπανισμένα και δεν μπορούσα αυτό να το υποφέρω. Ήθελα να είμαι με το όπλο στο χέρι, να ρίξω ενάντια στον εχθρό. Αυτά είναι μέσα μου. Αλλά για χρόνια δεν άνοιγα τη βαλίτσα του άντρα μου, του Γεωργούλα, που είχε φυλάξει τα πάντα και δεν το ήξερα.
Όχι ο ΕΛΑΣ, ο Δημοκρατικός Στρατός, ο εμφύλιος δηλαδή, μου ήταν ένα βάρος.
Και τα άνοιξα όλα το ‘96, που έπαθα τον καρκίνο. Μπορεί να μη τα άνοιγα μέχρι τώρα. Έτσι έγινε το βιβλίο.
Ο Άρης  Βελουχιώτης, ο Σαράφης. Ό Λευτεριάς, Ο Τσαμάκος, ο Αρμάμπεης ήταν οι αρχηγοί της 13ης μεραρχίας…
Σε σύγκριση με τους Σοβιετικούς που τότε ήταν 220 εκατ. και εμείς αντίστοιχα, μια ολόκληρη χώρα ήμασταν 7 εκατ., είχαμε τα ίδια θύματα σε αριθμό! Οι Σοβιετικοί είχαν στην Αλβανία, στη Σερβία και στη Βουλγαρία και σταμάτησαν εκεί. Εμείς απελευθερωθήκαμε μόνοι μας.
Ο όρκος του ΕΛΑΣ το λέει καθαρά ποιος ήταν ο σκοπός μας: Ήταν η απελευθέρωση της πατρίδας, και την απελευθερώσαμε μόνοι μας. Οι Γερμανοί λένε ότι εμείς χρωστάμε ενώ εκείνοι χρωστάνε και δεν το λένε…. Και δεν θα μας δώσουν….

Και με την απελευθέρωση ’44;
Από τα Μάρμαρα κατεβήκαμε στη Λαμία, όπου κάναμε παρέλαση μπροστά στο Γενικό Αρχηγείο με επικεφαλείς τον Άρη και τον Σαράφη. Και μπροστά στη συμμαχική αποστολή που αποτελούνταν από έναν Αμερικανό και έναν Άγγλο. Στη Λαμία, ήταν ο τόπος στρατοπέδευσης και από εκεί ήρθαμε στην Αθήνα.

Πήγατε με τα πόδια στην Αθήνα…
Ναι, ήμασταν η φρουρά του γενικού αρχηγείου του ΕΛΑΣ στη Χασιά. Στην Αθήνα κατέβηκε η διμοιρία των αγοριών να πολεμήσει, δύο μήνες μετά την απελευθέρωση της Αθήνας, το Δεκέμβρη του ’44 στη μάχη των Δεκεμβριανών. Σχεδόν όλο το επιτελείο είχε κατέβει στην Αθήνα.
Το τμήμα των γυναικών μένει στη Χασιά σαν φρουρά και παίρνουμε άδεια μόνο για την κοπέλα που την λέγαν Θύελλα, να κατεβεί στην Αθήνα για να δει τα παιδιά της, και σκοτώθηκε!

Μετά τη μάχη των Δεκεμβριανών;
Όπως είπα, είχαμε κατέβει στην Αθήνα γιατί έπρεπε να πολεμήσουμε στα Δεκεμβριανά.
Είχαμε ελευθερώσει, όμως, την πατρίδα. Το καθήκον μας το είχαμε κάνει!
Εμένα άλλαξε η ζωή μου σε αυτά τα γεγονότα των Αθηνών, τότε που ο Γεωργούλας, μου έδωσε το ρολόι και μου είπε τώρα πρέπει να ζήσουμε μαζί. Αυτή ήταν η πρόταση γάμου που μου έκανε.
Μετά άρχισε η καταδίωξη, μετά την παράδοση των όπλων.
Η καταδίωξη όσων πολέμησαν τον εχθρό και απελευθέρωσαν την πατρίδα! Γέμισαν οι φυλακές και οι εξορίες από Έλληνες που είχαν πολεμήσει ενάντια στον εχθρό! Εγώ, πήγα στο πολιτικό γραφείο και ζήτησα σύνδεση να βγω έξω γιατί κινδύνευα να με πιάσουν και μου είπαν «δεν έχουμε καμία σύνδεση»…

Έτσι το ‘47 καταταγήκατε στο αρχηγείο της Παρνασίδας, του Δημοκρατικού Στρατού;
Ο αείμνηστος Διαμαντής που ήμασταν πριν στον ΕΛΑΣ, ήταν ο διοικητής της 2ης Μεραρχίας στην Παρνασίδα του Δημοκρατικού Στρατού.
Ο γιατρός που είχαμε, με ρώταγε, πώς εγώ, φοιτήτρια της ιατρικής άφησα την ωραία Αθήνα και πήρα τα βουνά… και εγώ του εξηγούσα τι έγινε στην κατοχή, γιατί είναι ο άντρας μου, ο Γεωργούλας, φυλακή, γιατί ο αδελφός μου είναι εξορία…

Την Άνοιξη του ’48 είχατε βρεθήκατε στη δύνη της επιχείρησης Χαραυγή η οποία διεξήχθη ενάντια στους αντάρτες του Δημοκρατικού Στρατού;
Ήταν ενάντια μας, ήθελαν να μας εξοντώσουν. Η Τασούλα Βερβενιώτη, ούτε θυμάμαι πόσες συνεντεύξεις μου πήρε για να κάνει τη έρευνα της πάνω στον εμφύλιο. Ότι υπάρχει στο βιβλίο, είναι επιπλέον τεκμηριωμένο. Δεν είναι απλώς μνήμες.
Στην κατοχή ήταν ο ΕΛΑΣ, μετά έγινε Δημοκρατικός Στρατός. Αν δεν με έπαιρναν στον Δημοκρατικό στρατό δεν θα υπήρχα, θα με είχαν σκοτώσει. Στο τσακ γλίτωσα. Αλλά, όμως, ξέρεις τι είναι να βγαίνεις με φυματίωση και με 38 πυρετό στο βουνό;
Ο άντρας μου στη φυλακή στο κελί των μελλοθανάτων έξι μήνες, και ο αδελφός μου εξορία, και εγώ κινδύνευα από στιγμή σε στιγμή να με συλλάβουν, γι’ αυτό, από την επιμονή και των δύο, αν και με φυματίωση και στους δύο πνεύμονες, υποχρεώθηκα να βγω στο βουνό.

Και από την Αλβανία φεύγετε κυνηγημένοι και φτάνετε στην Τασκένδη…
Κυνηγημένοι σαν τα ζώα και ζούσαμε με τα «όπλα παρά πόδα». Αυτή ήταν η εντολή. Συνεχίζαμε στην Τασκένδη να σηκωνόμασταν το πρωί και παρατασσόμασταν όπως κάναμε στο βουνό. Ο Ζαχαριάδης είναι ο εγκληματίας. Αυτό στο λέω.
Το μεγάλο κακό και η προδοσία ήταν το ότι ήμασταν απελευθερωτές, είχαμε πολεμήσει στην Αντίσταση κατά των Γερμανών… και μας έβαλαν να παραδώσουμε τα τιμημένα όπλα που πολεμήσαμε τον εχθρό. Είμαι εξαγριωμένη με αυτό. Κλαίγοντας, άνδρες και γυναίκες παραδίδαμε τα όπλα μας.
Την πρώτη φορά που ανέβηκα στο βουνό, με τον ΕΛΑΣ, ήταν επίθεση. Τη δεύτερη με τον Δημοκρατικό Στρατό μετά τα Δεκεμβριανά, ήταν άμυνα. Δεν υπήρχε άλλος τρόπος. Τι να κάναμε;

Το ΚΚΕ δεν μπορούσε να κάνει κάτι;
Όχι βέβαια. Δεν μπορώ να πώ κάτι για αυτό το κόμμα. Δεν έχω καμία σχέση, και το λέω. Από τη στιγμή που είπε μέλος του πολιτικού γραφείου να πεθάνει ο Γεωργούλας, από εκεί και πέρα για μένα έσβησε. Όπως και ο Πλουμπίδης. και πολλοί άλλοι.

Εμπειρίες από τη Μόσχα; Ολόκληρα 27 χρόνια εξορίας, ήσασταν χρόνια στον ραδιοφωνικό σταθμό αλλά και εδώ στην Ελλάδα με πολλές προσωπικότητες της τέχνης κλπ. Θα μας πείτε για όλα αυτά;
Εκεί  πραγματοποίησα το όνειρό μου να φοιτήσω στο Ινστιτούτο Κινηματογραφίας της Σοβιετικής Ένωσης με δάσκαλο  έναν από τους μεγαλύτερους, τον Μιχαήλ Ρομ, και να γίνω φίλη με την Ιρμα Ράους και τον Αντρέι Ταρκόφσκι.. Η μοναξιά όμως ήταν μεγάλη. Μερικές φορές δεν ήθελα άλλο να ζω. Όταν αργότερα ήρθαν κι άλλοι Έλληνες όπως ο Γιώργος Σεβαστήκογλου, ο Δημήτρης Σπάθης, η Άλκη και ο Μάνος Ζαχαρίας, ο Γιάννης Μότσος, ο Απόστολος Μουσούρης, ήταν διαφορετικά, αλλά μόνο όταν απελευθερώθηκε ο Γεωργούλας άλλαξαν τα πάντα για μένα.
Να πούμε και για τον Σοστακόφιβιτς. Μου λένε ότι δεν μιλάω γι αυτόν. Έγραψε τη μουσική για αυτά που του τραγούδησα. Το «πεντοζάλι» και το «έχε γεια καημένε κόσμε» που τα ερμήνευσε ένας από τους μεγαλύτερους τενόρους του Μπολσόι.

Τέσσερα χρόνια κράτησε η αντίσταση και άλλα περίπου 30 το κυνηγητό… Υπάρχει κάτι, που πιστεύετε ότι πρέπει να γίνει για όλους αυτούς τους ανθρώπους, που δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα;
Να μάθουν την ιστορία οι νέοι. Ο λαός της πατρίδας μας, αντιστάθηκε τιμώντας την παράδοση των αρματολών και κλεφτών. Πολέμησε με νύχια και με δόντια τον κατακτητή. Η λέξη πατρίδα δεν είναι χωρίς νόημα. Δεν ξέρω τι άλλη λέξη να σου βρω.
Γράφονται σιγά σιγά διάφορα βιβλία και αλήθειες για αυτά τα πνιγηρά χρόνια. Τα τραυματικά χρόνια. Τον εμφύλιο. Δεν επουλώνονται αυτά τα τραύματα ποτέ.

Όταν επιστρέψατε στην Ελλάδα μετά από τόσα χρόνια τι κάνατε;
Δούλευα με συγκροτήματα, στη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια, στο Μέγαρο Μουσικής και στην Εθνική Πινακοθήκη. Τώρα παίζω στο Μάουζερ του Χάινερ Μύλλερ, σε σκηνοθεσία του Θεόδωρου Τερζόπουλου.

Μετά από όλα αυτά που ζήσατε, τι είναι το πιο σημαντικό που θέλετε να πείτε; 
Το πώς επιβίωσα… Μου ‘ρχονται σκέψεις για όλα αυτά που έκανα, μου κάνουν εντύπωση. Θαμαίνουμαι! Θαυμάζω, δηλαδή, και απορώ για μένα.
Αν τα πω, θα βάλω τα κλάματα…
Όταν όμως βγαίνω –σπάνια πια- εδώ στην Πατησίων, και αντικρίζω στο βάθος, εκεί που φαίνεται η Ακρόπολη, παίρνω μια ανάσα και σκέφτομαι: «Δεν ήταν τίποτα αυτά που πέρασες. Άξιζε να ‘ρθεις σε αυτό τον κόσμο, μόνο και μόνο για να δεις αυτό!».

Η συνάντηση με τους μαθητές που η Μαρία Μπέϊκου ήθελε να δημοσιευτεί:

«Με την κυκλοφορία του βιβλίου εκτός των άλλων, τον Οκτώβρη του 2010, έλαβα ένα  τηλεφώνημα από την κυρία Δάφνη Θεοχάρη, φιλόλογο στο Λύκειο των Εκπαιδευτηρίων Βασιλειάδη στη Θεσσαλονίκη, η οποία με κάλεσε εκ μέρος όλων για τον εορτασμό της 28ης Οκτωβρίου για να συναντηθώ και να κάνω μία ομιλία και συζήτηση με τους μαθητές.
Με παρεκάλεσαν εκ των προτέρων, η έναρξη να γίνει ως εξής: Να διαβάσω το βιογραφικό μου ή από το βιβλίο ή από το πρόγραμμα της θεατρικής παράστασης «Μάουζερ» του σκηνοθέτη και φίλου μου Θόδωρου Τερζόπουλου, στην οποία παίρνω μέρος και η ίδια.
Η συνάντηση έγινε σε μια μεγάλη αίθουσα που στη μια γωνιά της ήταν καθισμένα όλα τα παιδιά, και σε μια γωνία κοντά στο προεδρείο ήταν και ένα καλλιτεχνικό συγκρότημα. Άρχισε η εκδήλωση με την ανάγνωση του βιογραφικού μου, και μετά άρχισαν οι ερωτήσεις των μαθητών:

Μαρία Φέρλα ή Μπέικου;
Όταν παντρεύτηκα, το 1945, ο νόμος έλεγε ότι η γυναίκα μετά το γάμο παίρνει το επίθετο του συζύγου. Επομένως δεν μπορούσα να έχω επιλογή για το ποιο επίθετο θα έχω. Ήταν λοιπόν Μπέικου. Το επίθετο του Γεωργούλα.

Ένα ρολόι ήταν το δώρο του αρραβώνα σας από το Γεωργούλα Μπέικο. Τι συμβόλιζε για σας;
Την πρόταση γάμου που μου έκανε. Προϋπήρχε κάποιο αίσθημα που δεν είχε εκφραστεί. Γιατί όπως γράφω και στο βιβλίο τα αισθήματά μας τα είχαμε κρύψει βαθιά αφού πρωταρχικός μας σκοπός ήταν να πολεμήσουμε τον κατακτητή. Γι αυτό είχαμε πάρει απόφαση όλοι οι αντιστασιακοί μαχητές μαζί, μέχρι να τελειώσει ο πόλεμος να μην δημιουργηθεί καμία απολύτως σχέση. Όταν το Δεκέμβρη του ‘45 φάνηκε ότι τέλειωσε ο πόλεμος μου έγινε η πρόταση γάμου με το ρολόι.


Το όπλο μάζουερ που σας χάρισε νωρίτερα ο Γεωργούλας, ο μελλοντικός τότε σύζυγός σας, τι σήμαινε επίσης;
Όταν έγινα καπετάνισσα είχα ένα πολύ απλό και παλιό όπλο. Εφόσον ήμουν πολιτική υπεύθυνη, ο Γεωργούλας, ο οποίος ήταν και καθοδηγητής μου, θεώρησε ότι πρέπει να έχω ένα καλύτερο όπλο. Έτσι μου το έδωσε.

Αντισταθήκατε ενάντια σε ποιον;
Ενάντια στον κατακτητή που εισέβαλε στην πατρίδα, μπήκε μέσα στα σπίτια μας, κατέστρεψε ότι έβρισκε μπροστά του και σκότωνε ανελέητα. Πριν πάω στο βουνό και καταταγώ στην ΧΙΙΙ μεραρχία, ήμουν στην Αθήνα για να σπουδάσω στην Ιατρική. Ο Λεωνίδας Κύρκος που ήταν καθοδηγητής μου, με έβαλε αμέσως υπεύθυνη του Α έτους. Ο αδελφός μου ήταν φυλακισμένος από τους κατακτητές. Δεν τον βρήκα και ψάχνοντάς τον το έμαθα και εγώ, γιατί δεν το γνώριζα νωρίτερα. Εκεί λοιπόν στην πόλη, με συγκλόνιζε να βλέπω κάθε μέρα πρησμένα παιδάκια από την πείνα. Επιθυμούσα με κάθε τρόπο να πολεμήσω με το όπλο στο χέρι τον κατακτητή!

Συμμετείχαν οι γυναίκες ενάντια στους Γερμανούς;
Ναι. Και πάρα πολλές. Συμμετείχαν και στις πόλεις και στα χωριά και πήραν μέρος με το όπλο στο χέρι.

Ποιος ήταν ο ρόλος τους;
Εκτός του ότι όπου βρίσκονταν οι γυναίκες νοικοκύρευαν, πολέμησαν με θάρρος και ψυχραιμία αλλά και στις παράνομες οργανώσεις στις πόλεις και στα χωρία…  στην ΕΠΟΝ (Εθνική Πανελλήνια Οργάνωση Νέων) και στο ΕΑΜ (Εθνικό Απελευθερωτικό μέτωπο).

Αντιμετώπιζαν ιδιαίτερες δυσκολίες οι γυναίκες;
Ναι, εκτός των άλλων, οι σκληρές συνθήκες που αντιμετώπιζαν οι γυναίκες, είχαν ορμονικές επιπτώσεις. Τουλάχιστον για έξι μήνες σταμάτησαν τα έμμηνα στις περισσότερες.


Άντρες και γυναίκες μαζί στο βουνό… Γεννήθηκαν έρωτες;
Μπορεί και να γεννήθηκαν. Όμως εμείς είχαμε δώσει λόγο τιμής πώς όλο το διάστημα που η πατρίδα μας βρίσκεται υπό κατοχή, και μια τόσο βάρβαρη κατοχή, δεν θα δημιουργηθεί κανένα απολύτως αίσθημα, ή ερωτική εκδήλωση. Καμία σχέση. Και έχω ακόμη ενοχές γιατί υποχρεώθηκα -απόφαση βέβαια ήταν και εγώ έπρεπε να την εκτελέσω: Υπήρχε μια κοπέλα η Φρύνη, που ήταν πραγματική Φρύνη, λες και βγήκε από τη μυθολογία. Πανέμορφη. Η απόφαση να μη δημιουργηθούν σχέσεις ξεκινούσε από το αρχηγείο της μεραρχίας, όμως στο επιτελείο υπήρχαν και αξιωματικοί που ήταν μόνιμοι και είχαν έρθει από τον ελληνικό στρατό για να καταταχθούν στον ΕΛΑΣ. Και η Φρύνη ήταν μια μεγάλη πρόκληση. Οπότε αποφασίστηκε από τη μεραρχία να πάει η Φρύνη να δουλέψει στις πολιτικές οργανώσεις και όχι να βγει στο βουνό. Μετά τη συνεδρίαση της ανακοινώσαμε την απόφαση και έπρεπε να παραδώσει το όπλο. Εκείνη δεν ήθελε σε καμιά περίπτωση να παραδώσει το όπλο. Και εγώ σαν πολιτική υπεύθυνη έπρεπε να πάρω οπωσδήποτε το όπλο οπότε υποχρεώθηκα να την αφοπλίσω. Μέχρι τώρα νιώθω πολύ άσχημα όταν θυμάμαι την περίπτωση αυτή. Ένιωθα ότι θα ήταν καλύτερα να άνοιγε η γης να με καταπιεί. Καλύτερα να μην ήμουν σε αυτή τη θέση. Έμαθα μετά από πολύ καιρό ότι παντρεύτηκε και απέκτησε οικογένεια. Τουλάχιστον παρηγορήθηκα κάπως με αυτό.

Εδώ Μόσχα!
Ναι. Μετά την Τασκένδη πήγα στη Μόσχα και δούλεψα επί 27 χρόνια στο ραδιοφωνικό σταθμό στην ελληνική εκπομπή, ενώ σπούδαζα συγχρόνως κινηματογράφο, που ήταν το όνειρό μου, και αμέσως συνδέθηκα με βαθιά φιλία με τον Ταρκόφσκι και την μετέπειτα σύζυγο του Ίρμα.

Ελλάδα ή Σοβιετική Ένωση
ΕΛΛΑΔΑ!


Σήμερα σε τι αντιστέκεστε;
Το πιο βασικό για τη νεολαία, είναι να μάθει την ιστορία μας, την οποία δεν γνωρίζει, όπως και να αντιστέκεται σε ότι κακό. Τώρα εγώ προσωπικά σε τι αντιστέκομαι; Εγώ δεν κυκλοφορώ πια και δεν μπορώ να προσφέρω τίποτα, διότι και η ηλικία και οι ασθένειες που με ταλαιπωρούν, με εμποδίζουν. Παρ’ όλα αυτά αντιστέκομαι στο κακό των πεζοδρομίων. Στην Κυψέλη που ζω, όλα τα πεζοδρόμια είναι κατεστραμμένα. Για να περπατήσεις, λοιπόν, δεν κοιτάς μπροστά αλλά χάμω. Θα πρέπει κάτι να κάνουμε για να διορθωθεί έστω αυτό. Για να περπατάμε στο μέλλον με το κεφάλι ψηλά. Να αντισταθούμε  ξεκινώντας από αυτό, που πιθανόν να φαίνεται μικρό, για να φτάσουμε και στα μεγάλα.
Και προπαντός να μάθουν οι νέοι την ιστορία μας την οποία δεν γνωρίζουν. Ας αγαπήσουμε επιτέλους αυτή τη χώρα και να την τιμήσουμε όπως της αξίζει!

«Όταν γύρισα στην Αθήνα μου έστειλαν αυτό το τετράδιο, με τις εντυπώσεις τους και τις ευχαριστίες τους, που με συγκίνησε πάρα πολύ…» Μαρία Μπέικου



«Αφού με ρωτάτε, να θυμηθώ…»
η αυτοβιογραφία της Μαρίας Μπέϊκου από τις Εκδόσεις Καστανιώτη
«Γεννήθηκα στην Ιστιαία της Εύβοιας. Στον πόλεμο βρίσκομαι στην Αθήνα, φοιτήτρια της Ιατρικής. Οργανώνομαι και δουλεύω παράνομα με τον Λεωνίδα Κύρκο στο πανεπιστήμιο. Συλλαμβάνεται ο αδερφός μου. Οδηγείται στις φυλακές.
Παρά την αντίθεση των γονιών μου, κατατάσσομαι στον ΕΛΑΣ. Λαχταρώ να πολεμήσω με το όπλο στο χέρι. Η πρώτη μου μάχη είναι στο Καρπενήσι. Ξέρω ότι αμύνομαι, δεν θέλω να κάνω κακό σε κανέναν, απέναντί μου όμως είναι ο εχθρός. Σημαδεύω και πυροβολώ. Φοβάμαι. Καταλαβαίνω στο πρόσωπο του διπλανού μου τι σημαίνει σύντροφος. Κόβω την κοτσίδα μου για να παρελάσω στην απελευθέρωση. Παραδίδω το όπλο μου στη Βάρκιζα.
Παντρεύομαι τον Γεωργούλα Μπέικο.
Ξαναπιάνω το ντουφέκι για να αμυνθώ, δεύτερη φορά, με τον Δημοκρατικό Στρατό. Το αφήνω, ηττημένη πια, στα αλβανικά σύνορα και φεύγω περνώντας στο άγνωστο. Τρομάζω.
Ζω είκοσι επτά χρόνια στη Σοβιετική Ένωση. Φοιτήτρια στο Ινστιτούτο Κινηματογραφίας της Μόσχας, στην τάξη του Μιχαήλ Ρομ, με το συμφοιτητή και πολύ καλό φίλο μου Αντρέι Ταρκόφσκι. Σκηνοθετούμε από κοινού τους «Φονιάδες» του Χέμινγουεϊ. Δουλεύω ως εκφωνήτρια στον Ραδιοφωνικό Σταθμό της Μόσχας. Είκοσι επτά χρόνια χωρίς ιθαγένεια. Ψάχνω κάποιον ν’ ακούσει την ιστορία μου. Τη λέω παντού.
Η επιστροφή. Επιστρέφω στην Ελλάδα με την τέφρα του Γεωργούλα, σαν την Ηλέκτρα. Η Ελλάδα. Η Ελλάδα. Στα όνειρα μου. Βλέπω ακόμα ότι τρέχω στα βουνά. Πατρίδα μου είναι όλα αυτά.»

Advertisements

Κατινα Τεντα – Λατιφη _ Αυτη ειναι η ιστορια μου

Κατίνα Τέντα – Λατίφη: Αυτή είναι η ιστορία μου

06:01, 28 Ιαν 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/83186

Αυτή είναι η ιστορία μου, ένα απειροελάχιστο μόριο στην ιστορία του ελληνικού λαού με τους λαμπρούς απελευθερωτικούς αγώνες του και την τραγωδία του, που ξεκίνησε το 1945 όταν χτυπήθηκαν κατακέφαλα απ’ την δεξιά και τους εγγλέζους οι πατριώτες αγωνιστές της Εθνικής μας Αντίστασης. Δηλαδή, αυτοί που δημιούργησαν με το αίμα και τις θυσίες το πιο ωραίο κομμάτι της ιστορίας μας στον 2ο παγκόσμιο πόλεμο […] Αυτό μόνον στην Ελλάδα συνέβη, πουθενά αλλού, να αγωνίζεσαι για την απελευθέρωση της χώρας σου και να ‘ρχονται αυτοί που περνούσαν ασφαλείς και όμορφα κι ωραία στο εξωτερικό και αυτοί που συνεργάστηκαν με τους καταχτητές και να σε εξοντώνουν!» η αντιστασιακή μαχήτρια Κατίνα Τέντα – Λατίφη, μιλάει στην Κρυσταλία Πατούλη για όσα -και όχι μόνο- κατέγραψε στο βιβλίο της Τα απόπαιδα, εκδ. εξάντας.

Γεννήθηκα στον Αλμυρό Μαγνησίας. Πολύ μικρή μαθήτρια του τότε «Προγυμνασίου», πήρα την πρώτη γεύση της Κατοχής, όταν μια μέρα στην ώρα του μαθήματος μπήκαν στην τάξη μας οι Ιταλοί καραμπινιέροι και πήραν έναν συμμαθητή μας κατά μερικά χρόνια μεγαλύτερό μας.

Τότε πρωτάκουσα τη φράση «αυτός έκανε αντίσταση, γι’ αυτό τον έπιασαν».

Αμέσως μετά η λέξη «Αντίσταση» απλώθηκε γύρω μας και μέσα σ’ αυτό το κλίμα οργανώθηκα κι εγώ στα «Αετόπουλα», μετά στην ΕΠΟΝ και στον Εφεδρικό ΕΛΑΣ.
Είχαμε ενθουσιασμό γιατί εμπνεόμασταν απ’ την επανάσταση του 1821. Αυτήν την τόσο αγνή πατριωτική, εφηβική μου συμμετοχή την πλήρωσα με όλη σχεδόν την ζωή μου μετά-βαρκιζιανά. Και όχι μόνον εγώ, αλλά όλο το συγγενολόϊ μας με θύματα και εξορίες.

Ποιοί μας κυνήγησαν; Οι πρώην συνεργάτες των καταχτητών, οι φασιστικές συμμορίες όπως του Σούρλα και οι ομάδες του, και βέβαια το ίδιο το μεταβαρκιζιανό κράτος και το δημιούργημά του – το «παρακράτος».

Από τότε η ζωή μου ήταν ένας κύκλος από συλλήψεις, φυλακίσεις, εξορία στη Γαύδο και στην Ικαρία. Εκεί ήρθε μια Επιτροπή του ΟΗΕ να διαπιστώσει αν υπάρχουν ανήλικα στις εξορίες και έτσι με άφησαν ελεύθερη και μένα σαν ανήλικη, αλλά όταν το καράβι έφτασε απ’ την Ικαρία στον Πειραιά με συνέλαβαν και με πήγαν στο «Χατζηκυριάκειο», με σκοπό να με ξαποστείλουν στον Αλμυρό, κατ’ ευθείαν στις συμμορίες και στον θάνατο.

Γι’ αυτό με μια άλλη μεγαλύτερή μου κοπέλα την Πελαγία που τώρα δεν ζει, δραπετεύσαμε και ύστερα από περιπέτεια όλη τη νύχτα (κοιμηθήκαμε στο λιμάνι μέσα σε βαρέλια) φθάσαμε το πρωί σε μία θεία της στο Παγκράτι, σε ένα σπιτάκι που πενθούσε τα δύο σκοτωμένα στην Αντίσταση αγόρια της. Έκρυβε κι άλλους και μετά από μερικές μέρες θερμής φιλοξενίας εμένα με ξανάπιασαν και συνοδεύοντάς με ο αστυφύλακας για την Γενική Ασφάλεια, του ξέφυγα κάπου εκεί στην Ομόνοια, γιατί ήξερα ότι όδευα στον θάνατο.

Δεν υπήρχε μέρος να κρυφτώ, ολόκληρη επικράτεια της χώρας και δεν βρίσκονταν μια ασφαλής γωνιά για μένα το 16χρονο κορίτσι.

Έτσι, κατέφυγα στο βουνό στον Δημοκρατικό Στρατό (ΔΣΕ).

Η έξοδός μου στο Πήλιο δεν ήταν καθόλου εύκολη εξ αιτίας οξύτατης μορφής μόλυνσης που είχα πάρει στη φυλακή. Απ’ το Πήλιο πέρασα στο Μαυροβούνι, μετά κάτω από δραματικές συνθήκες πήγα στην Όρθρη του Αλμυρού και σε συνέχεια στα Άγραφα, στον Γράμμο το 1948, στο Βίτσι το 1949, Γράμμο το 1949, και με την ήττα στην Αλβανία.

Από κει στην Πολωνία, στη Ρουμανία, στην Ουγγαρία και επειδή αμέσως μετά την ήττα προσχώρησα στην ομάδα του Νίκου Μπελογιάννη, το 1952 στάλθηκα παράνομα στην Αθήνα για την αναδιοργάνωση των λαϊκών αγώνων.

Στη Βουδαπέστη και τη Ρουμανία εργάσθηκα σαν οξυγονοκολλήτρια στα ναυπηγεία και σαν κλωστοϋφαντουργίνα. Ήταν τότε μια απόφαση του κόμματος να εργασθούν τα στελέχη στην παραγωγή, αυτή ήταν μια πολύ σωστή απόφαση γιατί άλλο ο αγώνας που κάναμε έστω και αν παίζαμε με τον θάνατο, και άλλο να περιμένεις να χτυπήσει η σειρήνα του εργοστασίου και να ξεκινάς μέσα στα χιόνια για ολονύχτια βάρδια. Μεγάλη εμπειρία.

Στην Αθήνα κατέβηκα μέσω Βουλγαρίας περνώντας απ’ τα βουνά των Σερρών με αρκετό χιόνι και με πολλά επικίνδυνα απρόοπτα.

Όταν έφθασα στην Αθήνα κάθισα παράνομη σχεδόν δύο χρόνια, στερημένη από την ελληνική ιθαγένειά μου, αλλά και κυνηγημένη με την κατηγορία περί «κατασκοπείας» που δεν σου χαριζόταν η ζωή με τίποτε αν σ’ έπιαναν, νόμος-εφεύρεση για να σε εξοντώσουν.

Επέστρεψα στις Ανατολικές χώρες μέσω Μπέλλες – Βουλγαρίας αντιμετωπίζοντας ενέδρες, ναρκοπέδια και πλημμύρες. Όλα αυτά τα έχω περιγράψει αναλυτικά στο βιβλίο μου Τα απόπαιδα, Εκδ. Εξάντας.

Μετά την επιστροφή μου στάλθηκα στην Μόσχα σε μία τρίχρονη κοινωνικο-οικονομική Σχολή Ανώτατης Μάθησης όπου ήταν φοιτητές και διάφορα ηγετικά στελέχη του αριστερού κινήματος αλλά και άλλων πολλών χωρών όπως π.χ. ο Ντούπτσιεκ της «Άνοιξης της Πράγας» στην Τσεχοσλοβακία. Σε συνέχεια φοίτησα στην 6χρονη Ακαδημία Οικονομικών Σπουδών στο Βουκουρέστι απ’ όπου πήρα πτυχίο με ειδίκευση στο «Διεθνές Εμπόριο». Ήταν μια καταπληκτική και σπάνια Σχολή κι όσο φοιτούσα σκεφτόμουν πόσο απαραίτητη θα ήταν για την Ελλάδα, χώρα κατ’ εξοχήν εμπορική.

Εκεί γνώρισα και τον άντρα μου, τον οικονομολόγο Κώστα Λατίφη που μόλις είχε ξεφύγει τη σύλληψή του στην Ελλάδα και έφτασε στο Βουκουρέστι μέσω Ρώμης. Εκεί γεννήθηκε και η κόρη μας.

Όταν στην Ελλάδα ήρθε η χούντα, ο άντρας μου επειδή είχε στο Παρίσι τον αδελφικό του φίλο Λάκη Συγγελάκη, έφυγε σ’ αυτόν με σκοπό να πάρει μέρος στον αντιδικτατορικό αγώνα. Συνέπεσε να ζήσει το Μάη του ’68, εγώ όμως πήγα με την κόρη μας αργότερα και έζησα τα… αποκαϊδια που λένε.

Οι γαλλικές υπηρεσίες δεν ήθελαν ξένους κι εγώ που πήγα μόνον με μια βίζα εισόδου την οποία μου κράτησαν στα σύνορα, αντιμετώπισα πολύ δύσκολες καταστάσεις, δεν τους ήμουν επιθυμητό πρόσωπο και γι’ αυτό με έδιωχναν. Αυτί εν με ήθελαν αλλά ούτε και κανένα άλλο κράτος με ήθελε γιατί νομικά ήμουν ανύπαρκτη, δεν υπήρχα!

Μετά ένα χρόνο, με ανέλαβε υπό την προστασία της η Ανώτατη Επιτροπή του ΟΗΕ για τους άπατρις και τους πρόσφυγες.

Στην Ελλάδα ήρθα το 1974, την τρίτη μέρα μετά από την επιστροφή του Καραμανλή. Δεν είχα βίζα εισόδου και επωφελούμενη την αναμπουμπούλα στο αεροδρόμιο πέρασα κι εγώ και η κόρη μου με μόνον ένα, το δικό της διαβατήριο!

Ήταν για γέλια, αλλά εγώ ζούσα το όνειρο, πατούσα και περπατούσα στην πατρίδα μου μετά από απαγορευμένα 26 χρόνια! (και δύο παρανομίας = 28).

Ο πατέρας μου είχε πεθάνει απ’ τον καημό, η μάννα μου γερασμένη και άρρωστη και ο αδερφός μου αγνώριστος άντρας. Κι εγώ όμως γι αυτούς ήμουν αγνώριστη: «Με κοροϊδεύουν, δεν είναι αυτή η κόρη Κατίνα», έλεγε η μάννα μου, «θα έχει σκοτωθεί και μου φέρνουν άλλη».

Επί ένα χρόνο έτρεχα στην ΚΥΠ για να μου δοθεί η εθνική μου ιθαγένεια, την οποία τελικά πήρα.

Αυτή είναι η ιστορία μου, ένα απειροελάχιστο μόριο στην ιστορία του ελληνικού λαού με τους λαμπρούς απελευθερωτικούς αγώνες του και την τραγωδία του, που ξεκίνησε το 1945 όταν χτυπήθηκαν κατακέφαλα απ’ την δεξιά και τους εγγλέζους οι πατριώτες αγωνιστές της Εθνικής μας Αντίστασης. Δηλαδή, αυτοί που δημιούργησαν με το αίμα και τις θυσίες το πιο ωραίο κομμάτι της ιστορίας μας στον 2ο παγκόσμιο πόλεμο.

Αυτό μόνον στην Ελλάδα συνέβη, πουθενά αλλού, να αγωνίζεσαι για την απελευθέρωση της χώρας σου και να ‘ρχονται αυτοί που περνούσαν ασφαλείς και όμορφα κι ωραία στο εξωτερικό και αυτοί που συνεργάστηκαν με τους καταχτητές και να σε εξοντώνουν!

Κι αυτό μετά την απελευθέρωση! Που ακούστηκε αυτό; Κι είναι αυτοί οι ίδιοι που προκάλεσαν τον εμφύλιο.

Θα έβγαινα εγώ στο βουνό, αν δεν με κυνηγούσαν να με σκοτώσουν; Εγώ που όταν παίζαμε στο σχολείο θέατρο και έπρεπε να πέσει μια τουφεκιά κρύβομαν και έκλεινα τα αυτιά μου, θα πήγαινα για να ζήσω τα πολυβόλα, τους τόνους τις βόμβες τις ναπάλμ και τα κανόνια;

Ξεσηκωθήκαμε αγνές Μπουμπουλινίτσες για την πατρίδα και ήρθαν οι άλλοι να μας «τηγανίσουν», να μην αφήσουν ίχνος από εμάς;

Αυτά έγιναν και είναι αναμφισβήτητα.

Η κυριαρχούσα δεξιά με τη στήριξη και προτροπή των Άγγλων που ήθελαν την επαναφορά του παλατιού για να βασιλεύουν στη χώρα μας μέσω της βασιλείας, είναι αυτοί που δρομολόγησαν και προκάλεσαν τον εμφύλιο και όσο για τα λάθη της Αριστεράς που την πάτησε, είναι άλλο κεφάλαιο.

Στην Ελλάδα εργάσθηκα τα περισσότερα χρόνια σε διευθυντική θέση εξαγωγών, σε συνεταιρισμούς, στην ειδίκευση μου δηλαδή.

Από τη στιγμή που βγήκα στη σύνταξη αφιερώθηκα ολοκληρωτικά στη καταγραφή της ιστορίας της Αντίστασης και του Εμφυλίου κι ευτυχώς που μπορώ και τρέχω και καταγράφω… Πρόσφατα, μετά από δέκα χρόνια έρευνας ολοκλήρωσα και το βιβλίοΠέτρος Σ. Κόκκαλης, Βιωματική βιογραφία, το οποίο κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Εστία.

Λιλη Ζωγραφου _ Αν ξαναγινομουν εικοσι χρονων

Λιλή Ζωγράφου: Αν ξαναγινόμουν είκοσι χρόνων

00:01, 12 Ιαν 2012 | Κρυσταλία Πατούλη  tvxs.gr/node/81712

Δεν πουλώ ύφος, στυλ, λογοτεχνία. Δεν γράφω διηγήματα. Καταθέτω γεγονότα και συμπτώματα της εποχής που ζω. Όλα όσα γράφω συνέβησαν. Σε μένα ή σε άλλους. Χρόνια τώρα σπαταλιέμαι, παρακολουθώντας όλα κι όλους.

Η ζωή περνά από μέσα μου, με διαποτίζει με την ασκήμια της, με γεμίζει λύσσα με την αδικία της την οργανωμένη, με ταπεινώνει με την ανημποριά μου ν’ αντιδράσω, να επαναστατήσω αποτελεσματικά, να υπερασπιστώ το μαζικό μας εξευτελισμό.

Αν ξαναγινόμουν είκοσι χρόνων θα ξεκινούσα από τις κορφές των βουνών, αντάρτης, ληστής, πειρατής, ν’ ανοίξω τα μάτια εκείνων που δέχονται αδιαμαρτύρητα τη μοίρα τους, όσο και κείνων που εθελοτυφλούν. Όχι, η επανάστασή μου δε θα στρεφόταν κατά του καταστημένου και του συστήματός του, αλλά εναντίον εκείνων που το ανέχονται. Θα σκότωνα, θα τσάκιζα την κακομοιριά, την υποταγή, την ταπεινοφροσύνη.

Η γη έτσι κι αλλιώς δε χωρά άλλους ταπεινούς και καταφρονεμένους. Όπως δε χωρά άλλα φερέφωνα προκάτ επανάστασης.

Η ζωή γίνηκε πια πάρα πολύ απάνθρωπη για να την καλουπώνουμε σε σχήματα, δε μας ανήκει καν, όπως δε μας ανήκει τίποτα, από τη γη που κατοικούμε ως τα πρόσωπά μας.

Όταν ο κάθε τυχάρπαστος, ο κάθε τιποτένιος, μπορεί να μάς δέσει πάνω σε μια καρέκλα, σ’ έναν πάγκο ή σ’ ένα κρεβάτι, να μάς φτύσει, να μάς μαστιγώσει, να μάς βιάσει.

Το Σύστημα αποχαλινωμένο καλλιεργεί σκόπιμα την ασυνειδησία, την αγριότητα, το χάος, καταλύοντας το σεβασμό για τον ανθρώπινο παράγοντα. Δεν άφησε τίποτα ανεκμετάλλευτο, από το “χάσμα των γενιών” που αποκόβει τους ανθρώπους μεταξύ τους και ετοιμάζει τους αυριανούς παιδιά-καταδότες του Χίτλερ, ως την κατάργηση της οικογένειας.

Ο άνθρωπος βγαίνει στο σφυρί.

Για να μη βρίσκει το Σύστημα καμιά αντίδραση και να μπορέσει αύριο να βγάλει ελεύθερα στο σφυρί και τις πατρίδες.

Ο Παπαδόπουλος ήταν μια δοκιμή και στον ευρωπαϊκό χώρο, κατά το σύστημα των χιλιάδων πειραμάτων που πραγματοποιούνται σ’ όλες τις περιοχές του πλανήτη. Η συνταγή είναι πια κοινή: Όταν ένας λαός σηκώσει κεφάλι κατά του κυβερνήτη του, εκπρόσωπου του κεφαλαιοκρατικού συστήματος, βρείτε έναν αλήτη και αναθέστε του να περάσει χειροπέδες σ’ αυτό το λαό. Κι αφήστε τον να εξουθενωθεί.

Το πιθανότερο είναι να συνηθίσει και να ζήσει εξουδετερωμένος από τριάντα μέχρι σαράντα χρόνια, όπως συνέβη στην Ισπανία και την Πορτογαλία. Επειδή όμως οι καιροί αλλάζουν, τα πράματα πάνε γρηγορότερα, η συνταγή τροποποιήθηκε.

Πάρτε τα κλειδιά από τον αλήτη, δώστε τα στον παλιό κυβερνήτη και στείλτε τον να ξεκλειδώσει τις χειροπέδες. Ο λαός θα του γλείφει τα χέρια, βλέποντάς τον σαν ελευθερωτή του.

Γι’ αυτό και μεις, τα σύγχρονα πειραματόζωα, οφείλουμε να χρησιμοποιούμε πάντα τον όρο π.Χ., που θα σημαίνει τώρα πια “προ Χούντας”, και μ.Χ., “μετά τη Χούντα”. Γιατί το πείραμα πέτυχε και δεν πρέπει να το λησμονούμε ούτε στιγμή. Η Ελλάδα εκδίδεται, συνειδητά και ασύνειδα. Κι ούτε ένας αθώος. Ανεύθυνος κανένας.

Λιλή Ζωγράφου, Οκτώβρης 1978 μ.Χ.

(Απόσπασμα από το βιβλίο Επάγγελμα πόρνη, Αλεξάνδρεια, 1998)

———————
Η Λιλή Ζωγράφου (1922-1998) γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης, όπου πέρασε τα παιδικά της χρόνια. Ο πατέρας της ήταν εκδότης εφημερίδας με ιδιαίτερα φιλελεύθερες ιδέες για την εποχή του και πάθος για τη δημοσιογραφία. Η Ζωγράφου φοίτησε στο Λύκειο Κοραής και στο καθολικό γυμνάσιο των Ουρσουλίνων στη Νάξο. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής φυλακίστηκε για αντιστασιακή δράση ενώ ήταν έγκυος και γέννησε στη φυλακή. Μετά την απελευθέρωση εργάστηκε ως δημοσιογράφος. Τη διετία 1953-1954 έζησε στο Παρίσι. Από τη θέση του δημοσιογράφου αντιτάχθηκε στη δικτατορία του Παπαδόπουλου. Σήμερα ζει στην Αθήνα. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1950 με τη συλλογή από νουβέλλες Αγάπη, γνωστή έγινε όμως εννιά χρόνια αργότερα με την έκδοση του βιβλίου της Νίκος Καζαντζάκης – ένας τραγικός, απομυθοποιητική και ψυχαναλυτική προσέγγιση της προσωπικότητας του συγγραφέα. Συζητήσεις προκάλεσε και το δοκίμιό της Αντίγνωση – Τα δεκανίκια του καπιταλισμού στο οποίο υποστήριξε τη θεωρία της περί του χριστιανισμού ως θεμελιακού όρου για την επικράτηση του καπιταλισμού ανά τον κόσμο. Το πιο γνωστό έργο της είναι το μυθιστόρημα Η Συβαρίτισσα με έντονα αυτοβιογραφικό χρώμα και εμφανείς επιρροές από τη νιτσεϊκή φιλοσοφία. Το θεατρικό έργο της Τιμή ευκαιρίας για τον παράδεισο παραστάθηκε το 1976 από τη Β΄ σκηνή του Εθνικού Θεάτρου. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Νικηφορος Βρεττακος

θέλεις να σου εμπιστευτώ κάτι; Νικηφόρος Βρεττάκος

00:01, 07 Ιαν 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/81215

(5.6.1962) – Τι είναι αυτός ο μακρύς μονόλογος, που νοιώθω μέσα μου σήμερα το πρωί και που φαντάζομαι πως θάπιανε πολλά φύλλα χαρτιού αν τον έγραφα; Αλήθεια, είναι στιγμές που νοιώθω μια περίεργη αγάπη για το άσπρο αυτό ριγωμένο χαρτί, που το χέρι μου ακουμπά πάνω του και η ψυχή μου υπαγορεύει. Σα να αποθέτω πάνω του ένα μέρος από τον εαυτό μου και προσέχω και αγαπώ το μέρος που τον αποθέτω, όπως αγαπάει κανείς ένα κομμάτι γης που το φυτεύει με δέντρα ή με λουλούδια. Αγαπώ αυτό το χαρτί σαν ένα κομμάτι γης και περισσότερο από ένα κομμάτι γης, γιατί γίνεται ένα με την ψυχή μου.

Γι’ αυτό κι’ αγοράζω πολύ χαρτί μην τυχόν και μου λείψει σε καμμιά στιγμή κι’ αρχίσει το χέρι μου και τρέμει και δεν ξέρω τι να τον κάνω τον εαυτό μου, όπως σήμερα που νοιώθω μέσα μου πολύ νερό, πολλές κουβέντες και το χαρτί μοιάζει με τη σκαμμένη πέτρα, μοιάζει με το λίκνο, μοιάζει με τη λήκυθο, μοιάζει με τη σπηλιά που καταφεύγει ένα άγριο ζώο για να γεννήσει, μοιάζει με το σπάργανο. Αυτή την αγάπη την ένοιωθα αλλά δεν την είχα σκεφτεί κι’ ακόμη δεν είχα σκεφτεί πως αυτό το χαρτί στάθηκε η μεγάλη συντροφιά της ζωής μου. Αντικρυζόμουνα μαζί του, ιδίως το πρωί, αντικρυζόμουνα τη νύxτα, κάθε μέρα αντικρυζόμουνα και κανείς άλλος, ομολογώ, δεν με είδε να xαμογελώ ή να κλαίω κατά τη διάρκεια της συντροφιάς ή της συνεργασίας μας.

Ανατρέχω στο παρελθόν, ανατρέχω στα παιδικά μου χρόνια. Ήμουνα δώδεκα χρονών, καλοκαίρι, κατοικούσα σε μια μοναξιά. «Τι να σου φέρω γιε μου από το χωριό», μού ‘λεγε η μητέρα μου. «Χαρτί». «Πάλι χαρτί;» Κι’ έσκυβα πάνω του, όπως σκύβει κανείς πάνω σ’ ένα αγαπημένο πρόσωπο. Ο αέρας κουνούσε τη φλόγα του λυχναριού, σκιές σάλευαν στο χαρτί και το αγαπούσα χωρίς να το ‘χω σκεφτεί κι’ έπρεπε να το αγαπώ και να το ‘χω σκεφτεί, αφού σ’ αυτό μόνον εμπιστευόμουν τα μυστικά μου, σ’ αυτό, όχι στη μητέρα μου, όχι στ’ αδέρφια μου, όχι σε κανέναν άλλο, όχι στους φίλους μου, που δεν ήταν τότε παρά λουλουδάκια, περαστικά σύννεφα, θάμνοι, μικροί σκαραβαίοι και πασχαλίτσες.

(6-7-1962) – Όλες αυτές τις μέρες το χέρι μου, δεν έμεινε μακρυά από το χαρτί. Κάθε τόσο ακουμπούσε πάνω του, το θώπευε αναποφάσιστο. Κάτι έβρισκε να διορθώσει, να αλλάξει μια λέξη, να προσθέσει μια λέξη. Ωστόσο δεν άρχιζε κάτι άλλο. Κινιόταν όπως το εκκρεμές. Δεν σταμάτησε, δεν αποσύρθηκε, δεν του έλειψε η φωτιά. Καμμιά φορά η σιωπή, το xαμόγελο, υποτάσσουν το xέρι, το πείθουν να συμμετάσχει κι’ αυτό στις σιωπηλές ζυμώσεις της προπαρασκευής. Μιας προπαρασκευής που και τότε, κατά τη διάρκειά της, δεν σταματάει τίποτα. Το καμίνι εξακολουθεί να καίει, το αίμα διοχετεύεται κανονικά, το αίμα εξακολουθεί να καίγεται κανονικά.

Η μικρή φλόγα, όπως συμβαίνει κάποτε με μερικές καμινάδες, σαλεύει στο χρόνο.

(8-10-1962) – Χτες βράδυ άκουγα χτύπους μέσα μου. Χτύπους ζωντανού πλάσματος. Είχα την εντύπωση πως κάτι ήταν κοντά σε μια πόρτα, έτοιμο να βγει και την εντύπωση πως εγώ ο ίδιος ήμουν μπροστά σε μια πόρτα που θα άνοιγε. Η λέξη φως επανέρxονταν στο μυαλό μου, ή καλλίτερα το φως επανέρxονταν μέσα μου σαν αίσθηση που αναγκαστικά έπειτα γίνονταν λέξη.

Φως: η κορυφαία του χορού των λέξεων της ψυχής μου, που ζητούσε να συνδεθεί με τις άλλες λέξεις.

Κάθισα αρκετή ώρα στο πάρκο, μόνος, χωρίς να νοιώθω την ψύχρα, προσηλωμένος σ’ αυτό που γίνονταν μέσα μου. Οι φυλλωσιές των δέντρων κρέμονταν πάνω μου, η νύχτα ήταν προχωρημένη. Σηκώθηκα όρθιος. Ένοιωθα ελαφρύς κι’ ένοιωθα την ψυχή μου νάχει ανυψωθεί μέσα μου. Οι κινήσεις της μου θύμιζαν τις κινήσεις του ευλύγιστου γερακιοϋ πάνω από τον Ταΰγετο.

Μια νύχτα ακόμη, μια μέρα ακόμη, θέλεις να σου εμπιστευτώ κάτι; Μου φαίνεται πως οι νύχτες μου και οι μέρες μου δεν κόβονται από το χρόνο μου.

Νικηφόρος Βρεττάκος
(Απόσπασμα από το βιβλίο «Ενώπιος ενωπίω» εκδ. Τρία φύλλα, 1991)

————————-

Πικραμένος ἀναχωρητής

Θὰ φύγω σὲ ψηλὸ βουνό, σὲ ριζιμιὸ λιθάρι
νὰ στήσω τὸ κρεβάτι μου κοντὰ στὴ νερομάνα
τοῦ κόσμου ποὺ βροντοχτυποῦν οἱ χοντρὲς φλέβες τοῦ ἥλιου,
ν᾿ ἁπλώσω ἐκεῖ τὴν πίκρα μου, νὰ λυώσει ὅπως τὸ χιόνι.
Μὴν πιάνεσαι ἀπ᾿ τοὺς ὤμους μου καὶ στριφογυρίζεις
ἄνεμε!
φεγγαράκι μου!
Καλέ μου!
Αὐγερινέ μου!
Φέξε τὸ ποροφάραγκο! Βοήθα ν᾿ ἀνηφορήσω!
Φέρνω ζαλιὰ στὶς πλάτες μου τὰ χέρια τῶν νεκρῶν!
Στὴ μιὰ μεριὰ ἔχω τὰ ὄνειρα, στὴν ἄλλη τὶς ἐλπίδες!
Κι ἀνάμεσα στὶς δυὸ ζαλιὲς τὸ ματωμένο στέφανο!
Μὴ μὲ ρωτᾷς καλέ μου ἀϊτέ, μὴ μὲ ξετάζεις ἥλιέ μου!
Ρίχτε στὸ δρόμο συνεφιὰ νὰ μὴ γυρίσω πίσω!
Κυττάχτηκα μὲς στὸ νερό, ἔκατσα καὶ λογάριασα,
ζύγιασα τὸ καλὸ καὶ τὸ κακὸ τοῦ κόσμου. Κι ἀποφάσισα,
νὰ γίνω τὸ μικρότερο ἀδερφάκι τῶν πουλιῶν!

————————-

Ο Νικηφόρος Βρεττάκος (1912-1991) γεννήθηκε στο χωριό Κροκεές της Λακωνίας, δευτερότοκος γιος του Κωνσταντίνου Βρεττάκου και της Ευγενίας, το γένος Παντελεάκη. Τα μαθητικά του χρόνια πέρασε στις Κροκεές και το Γύθειο (το 1927 αποφοίτησε από το Ελληνικό Σχολείο του Γυθείου). Το 1928, σε ηλικία δεκάξι μόλις χρόνων, έδωσε δύο διαλέξεις στην Εμπορική Λέσχη Γυθείου με θέμα Χριστιανισμός – Μαρξισμός. Το 1929 έφυγε για την Αθήνα για να σπουδάσει, δεν τα κατάφερε όμως, κυρίως λόγω οικονομικής ανέχειας (είχε προηγηθεί ασθένεια και χρεοκοπία του πατέρα του). Εγκαταστάθηκε στα Κάτω Πατήσια και με τη βοήθεια του παιδικού του φίλου Θαλή Στ. Κουτούπη προσλήφθηκε στην εταιρεία υδραυλικών έργων αποξήρανσης του έλους Τιρνάσου στη Λακωνία. Από το 1930 ως το 1931 έκανε διάφορες περιστασιακές, χειρωνακτικές κυρίως δουλειές για να κερδίσει τα προς το ζην, ενώ παράλληλα στράφηκε στη μελέτη από καθαρά προσωπικό ενδιαφέρον. Το 1932 κατατάχθηκε στο στρατό στην Τρίπολη για τέσσερις μήνες (καθώς ήταν προστάτης πολυμελούς οικογένειας).

Το 1934 εργάστηκε ως γραφέας στις γενικές αποθήκες στρατού στον Πειραιά. Εκεί γνωρίστηκε με την Καλλιόπη Αποστολίδη, την οποία παντρεύτηκε τον ίδιο χρόνο και με την οποία απέκτησε μια κόρη τη Τζένη και ένα γιο τον Κώστα. Το 1935 εργάστηκε στα Μεταξουργία Νέας Ιωνίας και ένα χρόνο αργότερα ως ιδιωτικός υπάλληλος και ως εργάτης υφαντουργείου. Το 1938 διορίστηκε στο Υπουργείο Εργασίας με παρέμβαση του φίλου του Θέμου Αμουργή. Το 1940 στρατεύτηκε στην πρώτη γραμμή και κινδύνεψε να σκοτωθεί στο ύψωμα της Κλεισούρας. Το 1941 μετά από διάλυση του Συντάγματος στο οποίο υπηρετούσε επέστρεψε στην Αθήνα με τα πόδια. Η ημερολογιακές σημειώσεις του από αυτή την περίοδο αποτέλεσαν τη βάση του βιβλίου του Το αγρίμι. Από το 1942 ως το 1944 συμμετείχε ενεργά στην Εθνική Αντίσταση, οργανώθηκε στο Ε.Α.Μ. και γράφτηκε στο Κ.Κ.Ε. Την περίοδο εκείνη πέθανε ο πατέρας του και η ταφή του έγινε στην Πλούμιτσα. Το 1946 προσλήφθηκε ως γραφέας στον Οικονομικό Συνεταιρισμό Εκτελωνιστών του Πειραιά.

Τον ίδιο χρόνο υπέγραψε τη διαμαρτυρία των ελλήνων λογοτεχνών “Προς τη Δ’ Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων και τη Διεθνή Κοινή Γνώμη: Περί εκτάκτων μέτρων κατά των επιβουλευομένων την Δημοσίαν Τάξιν και την ακεραιότητα της χώρας”. Το 1948 γνωρίστηκε με τον Άγγελο Σικελιανό, φίλο του μέχρι το τέλος της ζωής του. Το 1958, μετά το ταξίδι του στη Ρωσία κυκλοφόρησε το βιβλίο του Ο ένας από τους δύο κόσμους, με αφορμή το οποίο κατηγορήθηκε (μαζί με τους Γιάννη Ρίτσο και Μάρκο Αυγέρη) για παράβαση του Ν.509. Το 1949 εξέδωσε το λυρικό δοκίμιο Δυο άνθρωποι μιλούν για την ειρήνη του κόσμου, εξαιτίας του οποίου διαγράφτηκε από το Κ.Κ.Ε. και απομακρύνθηκε από το περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα, στο οποίο ήταν τότε διευθυντής. Τότε γνωρίστηκε με την Τατιάνα Γκρίτση – Μilliex και το Roger Milliex, με τους οποίους συνδέθηκε φιλικά. Το 1954 η γυναίκα του απολύθηκε από τη θέση της στον Ο.Λ.Π. λόγω των πολιτικών της φρονημάτων. Κατά το σχολικό έτος 1955-1956 αναγκάστηκε να εργαστεί σε σχολείο των Ιωαννίνων. Μετά από προσφυγή στο Συμβούλιο Επικρατείας επέστρεψε στην παλιά της θέση. Το 1955 ο Βρεττάκος εκλέχτηκε στο Δήμο Πειραιά (1955-1959).

Σημαντική υπήρξε η συμβολή του από τη θέση αυτή στην πολιτιστική αναβάθμιση της πόλης (ίδρυση Πειραϊκού Θεάτρου του Δημήτρη Ροντήρη, Ιστορικού Αρχείου, Φιλαρμονικής Πειραιώς, Δημοτικής Πινακοθήκης). Το 1957 ταξίδεψε στη Σοβιετική Ένωση μαζί με τους Στρατή Μυριβήλη, Άγι Θέρο, Λ.Κουκούλα κ.α. στα πλαίσια της Παγκόσμιας Συνάντησης Δημοκρατικής Νεολαίας, προσκεκλημένος των σπουδαστών της Μόσχας. Στη Μόσχα γνωρίστηκε με τη γυναίκα του Μαξίμ Γκόρκυ. Το 1961 επισκέφτηκε τον τάφο του πατέρα του στην Πλουμίτσα. Το 1962 διαλύθηκε ο Συνεταιρισμός Εκτελωνιστών και ο Βρεττάκος έμεινε άνεργος. Το 1964 εργαζόταν ως ιματιοφύλακας στο Εθνικό Θέατρο με παρέμβαση του Λουκή Ακρίτα. Μετά το πραξικόπημα του 1967 ο Βρεττάκος αυτοεξορίστηκε στην Ελβετία από όπου ταξίδεψε ανά την Ευρώπη (Βουκουρέστι, Βενετία, Δαλματικές ακτές, Ζάγκρεμπ, Ρώμη, Παρίσι, Βirmingham, Λονδίνο, Παλέρμο, Μόναχο). Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Ευρώπη συμμετείχε σε ραδιοφωνικές εκπομπές και σε φεστιβάλ ποίησης, τιμήθηκε από τα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, και επεξεργάστηκε το αυτοβιογραφικό κείμενο Οδύνη που εκδόθηκε το 1969 στη Νέα Υόρκη.

Στην Ελλάδα επέστρεψε το 1974 και εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα. Το καλοκαίρι του 1991 επισκέφτηκε την Πλούμιτσα με τη γυναίκα, την κόρη του και την οικογένειά της. Εκεί πέθανε τον Αύγουστο από καρδιακή ανακοπή. Η κηδεία του έγινε στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών με δημόσια δαπάνη. Η πρώτη εμφάνιση του Νικηφόρου Βρεττάκου στο χώρο της λογοτεχνίας πραγματοποιήθηκε το 1929 με τη δημοσίευση κάποιων πρωτόλειων ποιημάτων του από τα μαθητικά του χρόνια με τίτλο Κάτω από σκιές και φώτα (εκδόθηκαν το 1933). Ως το 1940 εξέδωσε έξι συλλογές, τις οποίες συγκέντρωσε στον τόμο Γκριμάτσες του ανθρώπου. Ακολούθησαν πολλές ποιητικές συλλογές ως το 1951 (χρονιά θεωρούμενη ως δεύτερο ορόσημο στην καλλιτεχνική του πορεία), που εξέδωσε το δεύτερο συγκεντρωτικό τόμο με ποιήματά του με τίτλο Τα ποιήματα 1929-1951. Από την περίοδο αυτή αναφέρουμε ενδεικτικά την ποιητική συλλογή του Πλούμιτσα (1950), ενδεικτική της στροφής του Βρεττάκου από το νεανικό λυρισμό προς την απλή και έντονα δραματική γραφή.

Ακολούθησε η τρίτη και ωριμότερη περίοδος της δημιουργίας του, όπου επιχείρησε μια εξισορρόπηση των λυρικών και δραματικών στοιχείων στην υπηρεσία του ηθικού και κοινωνικού προβληματισμού του. Σημειώνονται τα έργα του Στον Ρόμπερτ Όπενχάιμερ (1954), Το βάθος του κόσμου (1961), Ο διακεκριμένος πλανήτης (1983), Συνάντηση με τη θάλασσα (1991). Ασχολήθηκε επίσης με την πεζογραφία , την κριτική (το 1960 εξέδωσε τη μελέτη Νίκος Καζαντζάκης. Η αγωνία του και το έργο του ) και τη δημοσιογραφία. Από το 1946 ως το 1949 εργάστηκε στο περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα (αρχικά στη στήλη του βιβλίου, στη συνέχεια ως αρχισυντάκτης, εκδότης και διευθυντής). Ακολούθησαν συνεργασίες του με τα περιοδικά και τις εφημερίδες Προοδευτική Αλλαγή (1951, με το ψευδώνυμο Θυμόσοφος), Ελληνικά Χρονικά (1952-1954), Επιθεώρηση Τέχνης (1956), Ανεξάρτητος Τύπος (1958), Επιστήμη και Ζωή (1959), Δρόμοι της Ειρηνης (1961), Κόσμος (1962), Ελευθεροτυπία (1975).

Τιμήθηκε με το Πρώτο Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1940, 1956, 1982), το βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών (1974), το βραβείο Knocken και το βραβείο της Εταιρείας Σικελικών Γραμμάτων και Τεχνών (1980), το Αριστείο Γραμμάτων από την Ακαδημία Αθηνών (1982), το βραβείο του τίμιου Σταυρού του Απόστολου και Ευαγγελιστού Μάρκου από του Πατριαρχείο Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής (1984), το μετάλλιο Χρυσός Πήγασος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών (1989). Υπήρξε μέλος της κριτικής επιτροπής του διαγωνισμού των Νέων Ελλήνων Λογοτεχνών. Προτάθηκε τέσσερις φορές για το βραβείο Νοbel λογοτεχνίας Τιμήθηκε από πολλούς δήμους ανά την Ελλάδα, ανακηρύχτηκε επίτιμος πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών μαζί με το Γιάννη Ρίτσο και το Γιώργο Βαλέτα (1984), επίτιμος Πρόεδρος της Εταιρείας Γραμμάτων και Τεχνών του Πειραιά, επίτιμο μέλος του Παρνασσού , μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, επίτιμος διδάκτωρ του Τμήματος Φιλολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (1991). Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Νικηφόρου Βρεττάκου βλ. Αργυρίου Αλεξ., «Βρεττάκος Νικηφόρος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 2. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1984 και Κακούρου – Χρόνη Γεωργία, «Χρονολόγιο Νικηφόρου Βρεττάκου», Μνήμη του ποιητή Νικηφόρου Βρεττάκου (1912-1991) · επιμ. Π.Δ. Μαστροδημήτρης, σ.15-38. Αθήνα, 1993. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Τσε Γκεβαρα _ Δε βλεπω το θανατο μου ως μια αποτυχια

Τσε Γκεβάρα: Δε βλέπω το θάνατό μου ως μια αποτυχία

09:12, 30 Δεκ 2011 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/80510

Πριν από λίγο καιρό – πριν από αρκετό καιρό, μάλλον – ένας νεαρός Κουβανός ηγέτης μού πρότεινε να προσχωρήσω στο κίνημά του, ένα κίνημα που στόχευε στην ένοπλη απελευθέρωση της χώρας του. Όπως ήταν φυσικό, δέχτηκα…»
Eρνέστο «Τσε» Γκεβάρα ντε λα Σέρνα
(1928-1967)

» …Αφοσιώθηκα στη φυσική προετοιμασία των νεαρών ανταρτών που θα επέστρεφαν στην Κούβα, διατηρώντας την αίγλη της επαγγελματικής μου κατάρτισης, για τους λίγους μήνες που απέμεναν. Στις 21 Ιουλίου (ενώ έλειπα έναν ολόκληρο μήνα από το σπίτι μου, διότι βρισκόμουν σε ένα ράντσο έξω από την πόλη), ο Φιντέλ και μια ομάδα συντρόφων συνελήφθησαν.

Στο σπίτι του ανακάλυψαν κάποιο στοιχείο που πρόδιδε την ακριβή μας τοποθεσία, και έτσι κατάφεραν τελικά να μας συλλάβουν όλους μαζί. Είχα πάνω μου έγγραφα που αποδείκνυαν ότι ήμουν σπουδαστής στο Ινστιτούτο Πολιτιστικής Ανταλλαγής Μεξικού-Ρωσίας, στοιχείο που ήταν αρκετό ώστε να θεωρηθώ σημαντικός σύνδεσμος της οργάνωσης, ενώ πρακτορεία ειδήσεων, όπου είχε φίλους ο μπαμπάς, προκάλεσαν αναστάτωση σε όλο τον κόσμο. Όλα αυτά τα γεγονότα όμως συνθέτουν το παρελθόν.

Τα μελλοντικά γεγονότα διαιρούνται σε δύο κατηγορίες: στα μεσοπρόθεσμα και τα άμεσα. Στο μεσοπρόθεσμο μέλλον θα συνδέομαι με την απελευθέρωση της Κούβας. Και είτε θα θριαμβεύσω μαζί της είτε θα πεθάνω εκεί… Όσο για το άμεσο μέλλον, δεν μπορώ να πω και πολλά, καθώς δε γνωρίζω τι πρόκειται να μου συμβεί.

Βρίσκομαι στα xέρια των δικαστών, οι οποίοι θα μπορούσαν κάλλιστα να με απελάσουν και να με στείλουν στην Αργεντινή, αν δε μου δοθεί άσυλο από άλλη χώρα, γεγονός που θα βοηθούσε την πολιτική μου υγεία.

Ό,τι και να συμβεί, όμως, πρέπει να ακολουθήσω το νέο μου πεπρωμένο, είτε παραμείνω στη φυλακή είτε απελευθερωθώ…

Βρισκόμαστε πολύ κοντά σε κήρυξη απεργίας πείνας, σε ένδειξη διαμαρτυρίας ενάντια στις άδικες συλλήψεις και τα βασανιστήρια στα οποία υποβλήθηκαν ορισμένοι από τους συντρόφους μας. Το ηθικό της ομάδας είναι ακμαίο.

Αν για οποιονδήποτε λόγο (που δεν πιστεύω ότι θα γίνει) δεν μπορέσω να σας ξαναγράψω και αποτύχω, κρατήστε αυτά τα λόγια μου ως αποχαιρετισμό – δεν είναι βέβαια μεγαλοπρεπής, διέπεται όμως από ειλικρίνεια.

Έζησα τη ζωή μου αναζητώντας σπασμωδικά την αλήθεια μου, και τώρα έχοντας βρει το δρόμο μου και με μία κόρη που θα διαιωνίσει τη μνήμη μου, έχω ολοκληρωθεί ως άνθρωπος.

Από δω και στο εξής, δε βλέπω το θάνατό μου ως μια αποτυχία, αλλά, όπως λέει και ο Χικμέτ: «Στον τάφο μου θα πάρω μόνο τη μετάνοια ενός ανολοκλήρωτου τραγουδιού»

(Aπόσπασμα από το βιβλίο Ο Φιντέλ Κάστρο μιλάει για τον Τσε, μετάφραση: Νικόλας Φουφούτης, επιμέλεια: Λία Τσακτσίρα, Εκδόσεις Μαλλιάρης Παιδεία, Έθνος 2008)

«Δεν κατάφερνα να καταλάβω το παιδί μου»

Ερνέστο Γκεβάρα Λιντς (1900-1987)

«Στα 1952, όταν μελετούσε για τις τελευταίες εξετάσεις του, έμενε ελάχιστα στο σπίτι. Γευμάτιζε μαζί μας, δεν ερχόταν όμως πάντα να κοιμηθεί, γιατί καθόταν στο γραφείο μου μέχρι αργά το βράδυ, ή στο σπίτι της αδερφής μου Μπεατρίζ, που έμενε ξάγρυπνη για να του ετοιμάσει κάτι για φαγητό, ενώ αυτός συνέχιζε τη μελέτη του.

Είχαμε ξανασυνηθίσει να τον έχουμε κοντά μας και είμασταν ευτυχισμένοι στην ιδέα ότι θα εγκατασταινόταν οριστικά στο Μπουένος Αϊρες και θα άφηνε κατά μέρος τις περιηγήσεις του ανά τον κόσμο. Ελπίζαμε ότι θα έμενε στην κλινική του δρ. Πιζάνι, όπου είχε εργαστεί πολλά χρόνια και όπου είχε την βεβαιότητα ότι θά μπορούσε να συνεχίσει τις έρευνές του. Νομίζαμε ότι με αυτό τον τρόπο θα είχε μπροστά του ένα εξαιρετικό επιστημονικό μέλλον και επιπλέον τη δυνατότητα να αντιμετωπίσει σε βάθος το πρόβλημα του άσθματός του. Από την άλλη πλευρά, το γεγονός ότι είχε συνεργαστεί σε διάφορες δουλειές του δρ. Πιζάνι και ότι τις είχε προσυπογράψει, μας οδηγούσε να σκεφθούμε κάτι τέτοιο.

Προσωπικά θεωρούσα ότι σ’ αυτό θα επρεπε να τον οδηγήσουν οι μελέτες του. Τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν όμως όπως ελπίζαμε. Μετά από μια σύντομη παραμονή τριών μηνών, στη διάρκεια των οποίων δεν πέρασε κανένα μάθημα, στις 11 του Απρίλη 1953, επιτέλους, τέλειωσε τις σπουδές του. Ήμουν στο γραφείο μου όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Σήκωσα το ακουστικό και αναγνώρισα αμέσως τη φωνή του που έλεγε: «Μιλάει ο δρ. Ερνέστο Γκεβάρα Ντε Λα Σέρνα», και υπογράμμιζε τη λέξη δόκτορας.

Η χαρά μου ήταν πολύ μεγάλη αλλά και πολύ σύντομη. Ενώ μαθαίναμε ότι είχε πάρει το πτυχίο του, σχεδόν ταυτόχρονα μας ανήγγειλε το καινούργιο του ταξίδι, αυτή τη φορά μ’ ένα φίλο τής παιδικής του ηλικίας, τον Κάρλος Φερέρ.

Η είδηση κυκλοφόρησε γρήγορα ανάμεσα σ’ όλους τους φίλους μας, ενώ ο Ερνέστο, όπως συνήθιζε, άρχισε αμέσως να ετοιμάζεται για την αναχώρησή του τακτοποιώντας όλα τα πράγματά του: Να πάρει τον τίτλο του γιατρού, την άδεια άσκησης του επαγγέλματος, να μαζέψει όσα χρήματα μπορούσε και να κάνει τι βαλίτσες του. Αναχωρούσε ξανά, όπως είχε ήδη κάνει και άλλες φορές. Οι αυταπάτες μας, σαν πύργοι χιονιού διαλύθηκαν. Ξέραμε ήδη τι τον περίμενε, και το ξέραμε καλά: Θα έπρεπε να διασχίσει χιλιάδες χιλιόμετρα, πάνω σε κάρα και φορτηγά, θα κοιμόταν ποιος ξέρει πού και θα έτρωγε ό,τι του τύχαινε. Δεν θα μπορούσε φυσικά, να φροντίσει καθόλου για το άσθμα και για την υγεία του και, όπως πάντα, θα διέτρεχε ολόκληρο σχεδόν τον κόσμο χωρίς να ανησυχεί με τους κινδύνους. Κι εμείς, γονείς και αδέλφια, δεν μπορούσαμε και ούτε θέλαμε να κάνουμε τίποτε. Δεν ήταν πια ούτε παιδί ούτε ένας άμυαλος νεαρός, αλλά ο δρ. Ερνέστο Γκεβάρα Ντε Λα Σέρνα που έκανε πια ό,τι του άρεσε. Το μόνο που μας έμενε ήταν να περιμένουμε ό,τι θα συνέβαινε με την αγωνία που προϋποθέτει κάτι τέτοιο, και να προσπαθούμε να τον βοηθήσουμε στα πλαίσια των δυνατοτήτων μας, κάτι που αρνούνταν σχεδόν πάντα (…)

Ήμουν πολύ λυπημένος. Δεν κατάφερνα να καταλάβω το παιδί μου. Δεν κατανοούσα τον λόγο αυτών των τρελών ενεργειών, που τον απομάκρυναν από μας. Είχε κάνει μια υπεράνθρωπη προσπάθεια για να πάρει το πτυχίο του στην ιατρική, και όταν πια είχε τον τίτλο στην τσέπη του και του παρουσιαζόταν η ζηλευτή ευκαιρία να μπορέσει να εργαστεί δίπλα σ’ έναν παγκοσμίου φήμης επιστήμονα σαν τον δρ. Πιζάνι, τίναζε τα πάντα στον αέρα, διακόπτοντας τους οικογενειακούς δεσμούς, φιλίες και δουλειά για να πάει σε άλλα μέρη. Να αναζητήσει τι; Διερωτιόμουνα. Περιπέτειες; Γνωριμίες με μακρινούς ορίζοντες; Αρχαιολογικό πάθος; Όχι, δεν μπορούσε να είναι κάτι τέτοιο. Χωρίς καμιά αμφιβολία υπήρχε κάτι στο βάθος του είναι του που τον έσπρωχνε να προχωρήσει προς τα μπρος και αυτό το ακατανόητο κάτι μού αποσαφηνίστηκε Όταν ο καιρός, αφού γαλήνεψε το πνεύμα μου, μου έδωσε τη δύναμη να ξαναδιαδάσω και να αναλύσω τα γραμματά του και να μελετήσω το περιεχόμενό τους. Εκεί βρισκόταν η λύση των όσων δεν μπορούσα να κατανοήσω. Μέσα από αυτά, με υπομονή, μπόρεσα να λύσω το αίνιγμα, ακολουθώντας την πορεία της ιδεολογικής εξέλιξης, του Ερνέστο.

Όταν έπαιρνα τα γράμματά του αγανακτούσα (ήταν η μη κατανόησή μου). Αστειευόταν πάνω σε σοβαρά και επικίνδυνα πράγματα. Αλλά ούτε και αυτό ήταν τελείως αληθινό, γιατί τα αστεία του έκρυβαν συνήθως πράγματα που δεν ήθελε να πληροφορηθούμε για να μη στενοχωρηθούμε.

Ξαναδιαβάζοντας αυτά τα γράμματα, κατάφερα νά διαβάσω την εσωτερική του ζωή

Ερνέστο Γκεβάρα Λιντς

* Απόσπασμα από το βιβλίο τoυ Ερνέστο Γκεβάρα Λιντς, Ο γιος μου, ο «Τσε» Γκεβάρα. Δημοσιευμένο στην Οδό Πανός τον Ιανουάριο του 1982, τ.4 και αναδημοσιευμένο στο: www.k-m-autobiographies.blogspot.com)

Παντοτε θα υπαρχουν και χειροτερα _ Πετρος Τατσοπουλος

Πάντοτε θα υπάρχουν και χειρότερα. Πέτρος Τατσόπουλος

07:12, 31 Δεκ 2011 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/80530

Ήθελα να βγω στον καθαρό αέρα. Πρέπει να ήταν έντεκα όταν έκλεισα την πόρτα πίσω μου. Κατέβηκα στο ισόγειο. Κατηφόρισα προς τη Φωκίωνος Νέγρη. Προσπέρασα το δημοτικό μου σχολείο. Στο ύψος της Επτανήσου έστριψα αριστερά. Κατευθύνθηκα προς το παλιό μου γυμνάσιο. Στην οδό Χανίων….
Ένιωθα τρομερή έξαψη, καθώς προχωρούσα στο δρόμο, εκείνη τη νύχτα του Νοεμβρίου – μια έξαψη που επιθυμούσα το συντομότερο κάπου να τη διοχετεύσω, με κάποιον να τη μοιραστώ…»
Πέτρος Τατσόπουλος

«…Αυθόρμητα επέλεξα την τότε φιλενάδα μου, ένα συνομήλικό μου κορίτσι από τη Λακωνία, δίχως να πολυψειρίσω τις πιθανές παρενέργειες. Διέμενε μαζί με το θείο της και τη μητέρα του θείου της σ’ ένα διαμέρισμα επί της οδού Χανίων, λίγο πιο κάτω από το παλιό μου γυμνάσιο. Παρέβλεψα ότι ο θείος της αγνοούσε το δεσμό μας και ότι η ώρα ήταν μάλλον περασμένη για δεκαεννιάχρονες Σπαρτιάτισσες. Παρέβλεψα τα πάντα. Της τηλεφώνησα από ένα θάλαμο να κατέβει στην είσοδο της πολυκατοικίας κι έπειτα πήγα γραμμή στο σπίτι της.

Εκεί, μέσα στην πολυκατοικία, μόλις ένα δυο μέτρα από την είσοδο, η φιλενάδα μου έμαθε το μεγάλο μυστικό. Δεν είχε συνέλθει ακόμη από την έκπληξή της, όταν αντίκρισε το θείο της να προβάλλει από την πόρτα του ασανσέρ. Ολοφάνερα ο θείος δεν έδειχνε ευδιάθετος.

«Τι συμβαίνει;» ρώτησε απότομα. «Γιατί μας ανησυχείς τέτοιαν ώρα;»
«Συγγνώμη για την ώρα» ψέλλισα. «Ήθελα να πω κάτι στην ανιψιά σας. Ειλικρινά, δεν ήθελα να σας ανησυχήσω».

«Τι πράγμα;» επέμεινε.
Προσπάθησα να διατηρήσω την ψυχραιμία μου.
«Συγγνώμη και πάλι. Θα προτιμούσα να μην σας το πω. Είναι άλλωστε κάτι που δεν έχει σχέση μ’ εσάς».

Με κοίταξε παγερά. Θα έλεγε κανείς ότι είχα ξεστομίσει την πιο εξωφρενική παραδοξολογία.
«Είναι κάτι» επανέλαβε αργά αργά, στην προσπάθειά του να το κατανοήσει, «που αφορά την ανιψιά μου και δεν αφορά εμένα;»
«Φαντάζομαι ότι θα είναι ελάχιστα αυτά, τα πράγματα» τόλμησα να σχολιάσω «αλλά έτσι είναι. Συγγνώμη».

Αγνόησε παντελώς την τρίτη μου συγγνώμη στη σειρά. Μου έδειξε την εξώπορτα.
«Βγες έξω» πρόσταξε.
Υπενθυμίζω ότι δεν ήμουν μέσα στο διαμέρισμά του. Ήμουν απλώς μέσα στην πολυκατοικία. Μου μιλούσε εξ ονόματος ολόκληρης της πολυκατοικίας και, απ’ όσο ήμουν σε θέση να γνωρίζω, δεν ήταν καν ο διαχειριστής.

«Κοιτάξτε» δήλωσα κατευναστικά «ειλικρινά, δεν θέλω να το τραβήξουμε».
«Βγες έξω αμέσως!»
«Εντάξει» συναίνεσα απρόθυμα «αφού επιμένετε… Σήμερα λοιπόν, απόψε, για πρώτη φορά στη ζωή μου, έμαθα πως είμαι υιοθετημένος».

Περίμενα να τον σοκάρω με την ευθύτητά μου και να του σπάσω τον τσαμπουκά. Αντ’ αυτού μου έριξε ένα απλανές βλέμμα, λες και αυτή η παραδοξολογία ήταν πιο εξωφρενική και από την προηγούμενη.
«Κι εμένα» ρώτησε «τι με αφορά;»

Είμαι αδύναμος άνθρωπος. Ανέκαθεν ήμουν αδύναμος άνθρωπος. Δεν επισκέφτηκα ποτέ γυμναστήριο. Δεν ενόχλησα ποτέ τον παραμικρό μυώνα. Τότε μάλιστα – πάνε πια είκοσι οκτώ χρόνια- ήμουν και ασύγκριτα ελαφρύτερος. Κλαράκι στον άνεμο. Ένας μίσχος. Εξάλλου, παρότι διασκέδαζα όταν η Σίσι Σπέισικ, στην Kάρι, μετακινούσε με τη σκέψη της μαχαιροπίρουνα και τα κάρφωνε στις μοχθηρές συμμαθήτριές της ή όταν παρακολουθούσα τα αντίστοιχα καμώματα του Γιούρι Γκέλερ, δεν πίστεψα ποτέ στις ψυχοκινητικές σαχλαμάρες.

Εντούτοις, εκείνη τη στιγμή, βρισκόμουν ένα μόλις βήμα, όχι πριν τις πιστέψω απλώς, αλλά πριν τις βάλω σ’ εφαρμογή. Όλη η έξαψη της βραδιάς είχε συμπυκνωθεί και είχε συγκεντρωθεί στα ακροδάχτυλά μου. Ήμουν σίγουρος πως, έτσι και άγγιζα το θείο της φίλης μου, θα εκσφενδονιζόταν στον απέναντι τοίχο. Πρέπει να μετέδωσα και στο βλάκα ένα μέρος από αυτή την ενέργεια, διότι ενστικτωδώς άρχισε να οπισθοχωρεί προς το ασανσέρ.

Καθώς οπισθοχωρούσε έντρομος, τον έλουζα με κάθε είδους βρισιές. Δεν ήταν κοινές βρισιές. Ήταν ο Αντίχριστος στα μεγάλα του κέφια. Θυμίζαμε σκηνή από τον Εξορκιστή. Όπως ήταν αναμενόμενο, σηκώσαμε την πολυκατοικία στο ποδάρι.

Θορυβημένοι νοικάρηδες και ιδιοκτήτες κατέβαιναν στο ισόγειο και αντίκριζαν τον δαιμονισμένο. Κανένας δεν τολμούσε να με πλησιάσει. Στοιχίζονταν όλοι πίσω από το θείο. Αυτός ήταν ο Αϊ-Γιώργης που θα κάρφωνε το δράκο.

Μόνο μια γριά γυναίκα κότησε να σταθεί στο πλάι του.
«Τι συμβαίνει, παιδάκι μου;»
Ο θείος την κοίταξε με απόγνωση.

«Μαμά, με είπε μαλάκα».

Αυτό ήταν. Η οργή μεταμορφώθηκε μεμιάς σε ευφορία. Δάκρυα γέλιου ανέβλυσαν από τα μάτια μου. Ο άνθρωπος ήταν ευλογημένος. Πιο αδιαπέραστος κι από σιδηροπαγές σκυρόδεμα. Δεν θα πέθαινε ποτέ. Θα έτρεπε τον καρκίνο σε άτακτη φυγή. Θα ρύθμιζε τις αρρυθμίες. Ακόμα και τη δική μου διάθεση είχε καταφέρει να διορθώσει. Έφυγα από την πολυκατοικία του ανακουφισμένος.

Τι υιοθεσίες και κουραφέξαλα; Πάντοτε θα υπάρχουν και χειρότερα.»

Πέτρος Τατσόπουλος

(Απόσπασμα από το βιβλίο «Η καλοσύνη των ξένων», Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2011. Η πρώτη του έκδοση ήταν τον Νοέμβριο του 2006)

Άλλα άρθρα του Πέτρου Τατσόπουλου στο tvxs.gr:
Φαντασία και Πολιτική ορθότητα. Του Πέτρου Τατσόπουλου
Π. Τατσόπουλος στο tvxs.gr: Η τεχνολογία στην υπηρεσία των… αναλφάβητων
Κοροβέσης, Μακριδάκης, Μίσσιος, Τατσόπουλος, Φάρος για τη φοροδιαφυγή της εκκλησίας
Ο Π. Τατσόπουλος μιλά στο tvxs για… το 1821
Τι πρέπει να κάνουμε; Απαντά ο Πέτρος Τατσόπουλος
Πέτρος Τατσόπουλος: Λίγο ακόμη και θα το πιστέψουν
Η ατάκα της ημέρας
Ο Π. Τατσόπουλος για Μ. Ψωμιάδη και οικογένεια Μητσοτάκη

Γιαννης Τσαρουχης

Ό, τι να πεις, είναι επικίνδυνο. Γιάννης Τσαρούχης

06:01, 01 Ιαν 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/80518

Δεν ξέρω γιατί έγραψα αυτά τα κείμενα. Ίσως νόμιζα ότι η αδύνατή μου φωνή θα υπερνικήσει το θορυβώδες τραίνο που περνάει χωρίς να σταματά…»
Γιάννης Τσαρούχης
(1910-1989)


«… Έχοντας αποθέσει όλες μου τις ελπίδες στην ζωγραφική, είχα τύψεις
όταν ασχολιόμουν με κάτι άλλο.

Δεν έχω ταλέντο συγγραφέα, αλλά έχω ιδέες. Να μου συχωρέσουν αυτή την αδυναμία να το νομίζω. Με τη ζωγραφική μόνο δεν θα μπορούσα να βγάλω το άχτι μου για ένα σωρό πράγματα με τα οποία διαφωνούσα στην καθημερινή μου ζωή.

Ότι έγραψα, κατά το αρχαίο ελληνικό σύστημα, είναι ελαφρώς ρετουσαρισμένο. Αν οι Αιγύπτιοι εφεύραν την μεγέθυνση με τα τετράγωνα, οι αρχαίοι Έλληνες, μ’ όλη την αυθορμησία τους, βρήκαν το ρετουσάρισμα. Πολύ αργότερα το απεδέχθησαν οι φωτογράφοι. Το ρετουσάρισμα έχει δύο όψεις: είναι το χονδροειδές μακιγιάζ που δείχνει αυτό που θέλεις να κρύψεις, η μια του όψη, και η άλλη είναι το ρετουσάρισμα που κάνουμε για να έχουμε το πράγμα που αξίζει τον κόπο χωρίς τα περιττά του. «Μια φορά μας μίλησε η σελήνη, μια φορά μας μίλησε ο έρωτας, η άνοιξη, όλα τα άλλα είναι βαρετά διαλείμματα», λέει ο φιλόσοφος.

Το κακό με μένα είναι ότι θέλω να πω κάτι μ’ αυτά που γράφω και δεν έχω το χάρισμα που έχουν οι αληθινοί λογοτέχνες να γράφουν σελίδες πολλές χωρίς να λένε τίποτε.

Ό, τι να πεις, είναι επικίνδυνο. Καλύτερα θα ήταν να μην γράφει κανείς καθόλου, ιδίως όταν είναι ελεύθερος.

Και όταν έχει καταλάβει πως η διόρθωση των ατόμων είναι βιασμός της ιδιοτροπίας της φύσεως. Το αρχαίο ιδεώδες να είσαι ένας καλός υπηρέτης του πλησίον σου και ν’ αγαπάς συγχρόνως τον εαυτό σου καθίσταται μέρα με τη μέρα αδύνατον. Και καταντάει τέλος να κάνεις όλο τον κόσμο για την ασφάλειά του να είναι «όνος δορά λέοντος επενδυθείς». Ο Χριστός θέλοντας να βρει τη δυνατότερη μορφή αγάπης την οποία πρέπει να δίνεις στον πλησίον σου, θεώρησε την αγάπη προς τον εαυτό μας ως την πιο ισχυρή, φυσική και τέλεια.

Αυτοί όλοι που δεν αγαπούν τον εαυτό τους πώς μπορεί να είναι χριστιανοί;

Η αστική υπεροψία σπρώχνει πάντοτε τους ανθρώπους να κάνουν κάτι το κακό ή το αξιοθαύμαστο. Αυτή ευθύνεται για τα ναρκωτικά, αυτή για τα εγκλήματα, αυτή για ό,τι μας αηδιάζει στον άνθρωπο. Απ’ αυτή βγαίνουν όλες οι επαναστάσεις για ν’ αποφύγουμε τη χειρότερη δικτατορία που είναι της οικογένειας.

Οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν εκτιμούν τους καλλιτέχνες. Μόνο αυτοί που ξέρουν να παρακαλούνε γονατιστοί θεωρούνται άξιοι να ενισχυθούν από το Κράτος.

Είναι τραγικό για τη σημερινή νεολαία που ζητά μόνο διορισμό. Κανείς δεν θέλει να κερδίσει από μια τίμια εξυπηρέτηση του πλησίον που μόνο με μια εξυπηρέτηση και ολοκλήρωση του πάθους του μπορεί να συνδυαστεί. Κάποτε νόμιζα ότι όλη αυτή την κατάσταση του μικρού και του μεγάλου αστού εύκολα μπορώ να την αλλάξω. Αδύνατον όμως.

Όση αηδία κι αν προκαλεί ο σημερινός άνθρωπος,  αστικός άνθρωπος την πόλεως, δεν είναι εύκολο να τον μετατρέψεις όσα κι αν του δίνεις.
Πολλά πράγματα έρχονται από την Ευρώπη με τα βιβλία και τα περιοδικά.

Δεν είναι δυνατόν όμως να βρεθεί ο χαρακτήρας της Ελλάδος αν δεν έχουμε τη δυνατότητα αυτή την αυστηρή πραγματικότητα του υποκειμένου να την απαλλάξουμε από την πλήρη ταυτότητα με τον εαυτό μας.

Πάω σχεδόν να μαρτυρήσω γιατί έγραψα αυτά τα κείμενα. «Ο νοών νοήτω» τι θέλω να πω. Αλλά εγώ πρέπει να έχω μια μάσκα να προφυλάγομαι από τις επικίνδυνες και ποικιλόμορφες τιμωρίες της κοινωνίας.

Ανακατεύομαι με τον κόσμο που αντιπροσωπεύει η εφημερίδα μη μπορώντας ν’ αντέξω τη μοναξιά αυτή που δεν κάνει ό,τι κάνει όλος ο κόσμος.
Μ’ αρέσει η μοναξιά αλλά φοβάμαι μήπως με κλείσουν σε τείχη ανεπαισθήτως.

Οι φρόνιμοι καλλιτέχνες που κρατούν τη θέση τους, που ξέρουν να κάνουν ένα αφηρημένο ταμπλώ άρτιο, που σκοπό τους έχουν να κάνουν μια καριέρα, δεν μπορούν να καταλάβουν πως η ζωγραφική μου δεν είναι τόσο ανειδοποίητη από τα ζωγραφικά προβλήματα.

Αλλά μ’ ενδιαφέρει να πολιορκήσω επιτυχώς τα θέματα που μ’ απασχολούν, που είναι και σύμβολα ελευθερίας.»
Γιάννης Τσαρούχης, Μαρούσι, Σεπτέμβρης ‘86

(Εισαγωγή του βιβλίου «Αγαθόν το εξομολογείσθαι», εκδ. Καστανιώτη, 1989)


——————-

«Καλότυχοι όσοι είναι διχασμένοι…»

«… Αγαπώ την Κάλας και τη Σωτηρία Μπέλου. Και δεν αισθάνομαι διχασμένος. Ας κοπιάσουν όσοι σκανδαλίζονται γι’ αυτό να καταλάβουν τι μου συμβαίνει.

Εγώ πάντως κοπίασα και κοπιάζω για να βρω μια τάξη και μια ισορροπία. Θέλω συνεχώς να γνωρίζω και να ξεκαθαρίζω. Για να είμαι ελεύθερος ν’ αγαπήσω απόλυτα.

Δεν μ’ ενδιαφέρουν οι προηγούμενες επιτυχίες. Είναι φυσικό να θέλω να κάνω ελληνικό ό,τι μ’ αρέσει στην Αναγέννηση. Αλλά ποτέ δεν θέλησα να γίνω Ιταλός.

Τελικά, θέλω να αισθανθώ τη μεγάλη χαρά του να μπορώ να κάνω εγώ ο ίδιος έργα τέλεια, σχεδόν αχειροποίητα, όπως οι χρωμολιθογραφίες που θαύμαζα στις ταβέρνες και στις λατέρνες, ξεκινώντας από πρόσωπα υπαρκτά και σύγχρονα που με συγκινούν.

Ο γραφισμός του Καραγκιόζη και της Κεραμεικής είναι κάτι το έμφυτο στη μεσογειακή ράτσα και το αγαλματώδες και φωτοσκιασμένο είναι η μεγάλη και επίσημη παράδοσή μας, από την αρχαιότητα ως τις εικόνες.

Μού ‘ρχεται να πω: Καλότυχοι όσοι είναι διχασμένοι…

Θα ήθελα να υπάρχουν και άλλοι τρόποι για ν’ αποδώσουν ακόμη πιο πιστά την πραγματικότητα. Η μοντέρνα τέχνη και οι ελευθερίες της μ’ ενδιαφέρουν ως πιθανότητες τελειοποιήσεως της πειστικής αναπαραστάσεως και όχι ως φυγές απ’ αυτήν.

Τι είναι πραγματικότης; Δεν ξέρω, αλλά είναι κάτι σχετικό με την ικανότητα του ανθρώπου να δημιουργεί θεωρήματα.»
Γιάννης Τσαρούχης, Μαρούσι, Σεπτέμβρης ‘86

(Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου «Αγαθόν το εξομολογείσθαι», εκδ. Καστανιώτη)

(Φωτογραφία πορτραίτου: Γιώργος Τουρκοβασίλης 1970)