Τα ποιήματα στο δρόμο. Νίκος Χουλιαράς

ta-pisw-dwmatia-tou-nou_ekthesi-Xouliaras

Μ’ αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ’ τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια ―όχι αυτά που κρέμονται στα δέντρα της γιορτής, στη θαλπωρή των δωματίων, αλλά εκείνα που τονίζουνε την ερημία των σφαχτών στις μωβ βιτρίνες των συνοικιακών κρεοπωλείων.
Τα σακατεμένα και τα μοναχικά, μ’ αρέσουν: τα ποιήματα-κοπρίτες που περπατούν κουτσαίνοντας στις σκοτεινές άκρες των λεωφόρων: αυτά που τ’ αγνοούν οι κριτικοί κι οι εκπαιδευτικοί του Μωραΐτη· που τα χτυπούν συχνά οι μεθυσμένοι οδηγοί και τα αφήνουν αβοήθητα στο δρόμο. Και τα ποιήματα-παιδάκια, όμως αγαπώ· αυτά που ενώ δεν έχουν μάθει ακόμη την αλφάβητο, μπορούν εντούτοις, με δυο λέξεις τους, να σου κολλήσουν την ψυχή στον τοίχο.
Μ’ αρέσουν, πάλι, τα απελπισμένα κι όμως χαμογελαστά: τα ποιήματα-συνένοχοι· εκείνα που σου κλείνουνε με νόημα το μάτι. Που δεν σου πιάνουν την κουβέντα, δεν σ’ απασχολούν μα συνεχίζουνε το δρόμο τους αδιάφορα: τα ποιήματα-«δεν πρόκειται να σου ζητήσω τίποτε»· αυτά που χαιρετούν μόνο και φεύγουν, όπως μ’ αρέσουνε και τ’ άλλα, τα χαρούμενα, που προτιμούνε τα παιχνίδια απ’ το μάθημα καθώς και τα ποιήματα-παππούδες, γιατί ενώ γνωρίζουνε καλά το μάταιο της ζωής εντούτοις θέλουν να το ζήσουν.
Δεν αγαπώ καθόλου τα ποιήματα-γεροντοκόρες που συγυρίζουν, όλη μέρα, τα δωμάτια με τις λέξεις, ούτε και τα ποιήματα-ταγιέρ, τα καθωσπρέπει. Δεν αντέχω και τα ψωνάκια: τα ποιήματα με τα πολλά αποσιωπητικά ούτε και τ’ άλλα που θεωρούν τη φύση μάνα τους κι όλο τη νοσταλγούν χωμένα πίσω απ’ τα γραφεία.
Σιχαίνομαι αυτά που ονομάζονται συμβολικά, τα ποιήματα με μήνυμα, τα λεξιλάγνα και τ’ αφασικά· τα ποιήματα-κυρίες με αλτσχάιμερ. Ούτε και τις συνθέσεις τις μεγάλες αγαπώ: τα ποιήματα-Μπεν Χουρ, αυτούς τους λεκτικούς χειμάρρους που ’ναι γραμμένοι κυρίως για τους κριτικούς κι ας παριστάνουν τους ινστρούχτορες που ενδιαφέρονται για το καλό του κόσμου.
Από την άλλη δεν μπορώ και τα διστακτικά: τα ποιήματα-σαντάλια με καλτσάκι ούτε και τα ποιήματα-στρατιωτικό αμπέχωνο και δήθεν Τσε Γκεβάρα, μεσημέρι στη «Λυκόβρυση».
Δεν μου αρέσουν τα σοφά που ’ναι γραμμένα από νέους ούτε και τα νεανικά που τα ’χουν γράψει γέροι. Μου γυρίζουν τ’ άντερα τα δήθεν οικολογικά, τα ερωτικά-«καϊμάκι με πολύ σιρόπι» καθώς κι εκείνα που εκλιπαρούν τη γνώμη του αναγνώστη.
Ούτε και τα δικά μου αγαπώ. Μ’ αρέσουν μόνο εκείνα που μου αντιστάθηκαν: αυτά που δεν κατάφερα ποτέ να γράψω. Γι’ αυτό και τα ποιήματα που ζούνε έξω απ’ τα βιβλία αγαπώ: εκείνα που ποτέ δε νοιάστηκαν αν μου αρέσουν. Αυτά που περπατούν αδιάφορα, έξω στο δρόμο, με τα χέρια στις τσέπες και μ’ έχουνε, έτσι κι αλλιώς, χεσμένο.

(από το «Τα ποιήματα στο δρόμο», Η Λέξη 147, Σεπτέμβρης-Οκτώβρης 1998)

Διαθέσιμα Έργα – Από το Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού
1. Η φυλακή
(από το Η μέσα βροχή, Νεφέλη 1991)
2. Κάποιος σφυρίζει μέσα μου έναν παλιό σκοπό
(από το Στο σπίτι του εχθρού μου, Nεφέλη 1995)
3. Τα λόγια που είπε ο Μάρκος Μπότσαρης στο λόρδο Βyron, στα ελληνικά και χωρίς την παρουσία διερμηνέως, στη συνάντηση που όρισε γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο ο Νίκος Χουλιαράς
(από το Το Μπακακόκ, Νεφέλη 1988)
4. Τα ποιήματα στο δρόμο
(από το «Τα ποιήματα στο δρόμο», Η Λέξη 147, Σεπτέμβρης-Οκτώβρης 1998)
5. Το άλμπατρος του δωματίου
(από το Στο σπίτι του εχθρού μου, Nεφέλη 1995)
6. Το βάρος του Φωτάκη Σεβαστοκράτορα
(από το Η μέσα βροχή, Νεφέλη 1991)

[…] Ο Νίκος Χουλιαράς γεννήθηκε στα Γιάννενα το 1940. Μέσα από ένα ιδιαίτερα προσωπικό εξπρεσιονιστικό ύφος η ζωγραφική του αποτελεί έργο βαθιά εσωτερικό, με διεθνή ακτινοβολία και βαρύτητα.

Η πορεία του Νίκου Χουλιαρά δεν αφορά όμως μόνο την εικαστική δημιουργία. Πρόκειται επίσης για έναν από τους σημαντικότερους ποιητές και λογοτέχνες της νεότερης ιστορίας της χώρας μας, ενώ πολλά λογοτεχνικά έργα του έχουν μεταφραστεί στο εξωτερικό.

Επιπλέον, είναι ένας από τους πιο σημαντικούς στιχουργούς και συνθέτες των τελευταίων δεκαετιών, καθώς και ερμηνευτής ο ίδιος των περισσότερων τραγουδιών του.

Τέλος, έχει σχεδιάσει μεγάλο αριθμό εκδόσεων και έχει βραβευτεί δύο φορές στον διεθνή διαγωνισμό της Λειψίας για το καλύτερα σχεδιασμένο βιβλίο στον κόσμο. […]

*Ζωγραφικό έργο, του Νίκου Χουλιαρά: Τα πίσω δωμάτια του νου

Η αγκίδα. Tου Ντίνου Χριστιανόπουλου

08:50, 22 Μάιος 2013 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/129322

Το βράδυ που σκοτώσαν τον Λαμπράκη,
γυρνούσα από ένα ραντεβού.
«Τι έγινε;» ρώτησε κάποιος στο λεωφορείο.
Κανείς δεν ήξερε. Είδαμε χωροφύλακες
μα δε διακρίναμε τίποτε άλλο.

Πέρασαν τρία χρόνια. Ξανακύλησα
στην ίδια αδιαφορία για τα πολιτικά.
‘Ομως το βράδυ εκείνο με ενοχλεί
σα μια ανεπαίσθητη αγκίδα που δε βγαίνει:
άλλοι να πέφτουν χτυπημένοι για ιδανικά,
άλλοι να οργιάζουν με τα τρίκυκλα,
κι εγώ ανέμελος να τρέχω σε τσαΐρια.

(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Κυριακάτικη Αυγή, 1 Ιανουαρίου 2005)

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Κωνσταντίνου Δημητριάδη) Ποιητής, πεζογράφος, φιλόλογος καὶ κριτικὸς, γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1931.

Φοίτησε στο Τμήμα Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και από το 1958 ως το 1965 εργάστηκε ως βιβλιοθηκάριος στη Δημοτική Βιβλιοθήκη της πόλης. Παράλληλα το 1958 ίδρυσε και ανέλαβε υπό τη διεύθυνσή του το περιοδικό «Διαγώνιος», που κυκλοφόρησε ως το 1983 με ολιγόχρονες παύσεις. Το 1962 δημιούργησε τις «Εκδόσεις της Διαγωνίου» και από το 1965 εργάστηκε ως διορθωτής και επιμελητής.

Το 1974 ίδρυσε τη Μικρή Πινακοθήκη της Διαγωνίου που έχει ως στόχο την προβολή νέων καλλιτεχνών της συμπρωτεύουσας, με στενούς συνεργάτες του Κάρολο Τσίζεκ και Νίκο Νικολαΐδη. Την πρώτη του εμφάνιση στη λογοτεχνία πραγματοποίησε το 1949 με τη δημοσίευση του ποιήματος «Βιογραφία» στο περιοδικό της Θεσσαλονίκης «Μορφές». Τον επόμενο χρόνο κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Εποχή των ισχνών αγελάδων».

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος τοποθετείται ανάμεσα στους σημαντικότερους ποιητές της ομάδας που είναι γνωστή ως «Κύκλος της Διαγωνίου» και κινήθηκε στο πλαίσιο του ομώνυμου περιοδικού που ο ίδιος ίδρυσε (Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Γιώργος Ιωάννου, Τάσος Κόρφης, Βασίλης Καραβίτης, κ.α.). Η ποίησή του χαρακτηρίζεται από έντονα ερωτική διάθεση και επιρροές από το έργο του Κωνσταντίνου Καβάφη.

Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Ντίνου Χριστιανόπουλου βλ. Αλέξης Ζήρας, «Χριστιανόπουλος Ντίνος», στο «Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό», τ. 9β, Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, 1988, και Δημήτρης Δασκαλόπουλος, «Χριστιανόπουλος Ντίνος», στο «Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας», Αθήνα: Πατάκης, 2007, σελ. 2381-2.

(Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Σχετικά Άρθρα

(23/01/2012)
(22/05/2013)
(22/05/2013)
(22/05/2013)

Σαν τόν τυφλό μπροστά στόν καθρέφτη. Tου Αργύρη Χιόνη

07:18, 15 Μάιος 2013 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/128523

«Ὤ ναί, ξέρω καλά πώς δέν χρειάζεται καράβι γιά νά ναυαγήσεις,
πώς δέν χρειάζεται ὠκεανός γιά νά πνιγεῖς.

Ὑπάρχουνε πολλοί πού ναυαγῆσαν μέσα στό κοστούμι τους,
μές στή βαθιά τους πολυθρόνα,
πολλοί πού γιά πάντα τούς σκέπασε
τό πουπουλένιο πάπλωμά τους.

Πλῆθος ἀμέτρητο πνίγηκαν μέσα στή σούπα τους,
σ’ ἕνα κουπάκι του καφέ,
σ’ ἕνα κουτάλι του γλυκοῦ…
Ἄς εἶναι γλυκός ὁ ὕπνος τους ἐκεῖ βαθιά πού κοιμοῦνται,
ἅς εἶναι γλυκός κι ἀνόνειρος.

Κι ἅς εἶναι ἐλαφρύ τό νοικοκυριό πού τούς σκεπάζει.»

Αργύρης Χιόνης (1943 – 2011) –  IA’, Σαν τόν τυφλό μπροστά στόν καθρέφτη (1986)

Ο Αργύρης Χιόνης αυτοβιογραφούμενος

Ο Αργύρης Χιόνης γεννήθηκε το 1943 στην Αθήνα. Ο πατέρας του ήταν από την Ίο και η μητέρα του από τις Βούβες, ένα μικρό χωριό στην ενδοχώρα του νομού Χανίων. Επειδή μπήκε πολύ νωρίς  στη βιοπάλη, τέλειωσε το νυχτερινό γυμνάσιο, χωρίς καμιά ελπίδα για συνέχιση των σπουδών του.

Στα δεκατέσσερά του, άρχισε να γράφει ποιήματα σε έμμετρο και ομοιοκατάληκτο στίχο, μιμούμενος τις μαντινάδες και τα αποσπάσματα από τον Ερωτόκριτο, που η Κρητικιά μητέρα του σιγοτραγουδούσε, ενώ έκανε τις δουλειές του σπιτιού. Την ίδια περίπου εποχή, μπήκε στη ζωή του το πρώτο λογοτεχνικό βιβλίο, η ποιητική ανθολογία των Ηρακλή και Ρένου Αποστολίδη. Έκτοτε, η ασθένεια της ποίησης εγκαταστάθηκε για τα καλά στον οργανισμό του και έγινε χρόνια.

Στα δεκαεφτά του υιοθετεί τον ελεύθερο στίχο και το 1966 εκδίδεται η πρώτη ποιητική του συλλογή, οι Απόπειρες φωτός.

Το 1967, λίγο μετά την εγκαθίδρυση της δικτατορίας, φεύγει στο εξωτερικό. Πρώτος σταθμός το Παρίσι όπου, εργαζόμενος πάντα (λαντζιέρης, φορτοεκφορτωτής, υπηρέτης), παρακολουθεί, τα βράδια, μαθήματα γαλλικών.

Στις αρχές του 1968, ποιήματά του μεταφράζονται και δημοσιεύονται σε έγκυρα ολλανδικά λογοτεχνικά περιοδικά. Λίγο μετά τα γεγονότα του Μάη, που τα ζει από πολύ κοντά, η μεταφράστριά του, Maria Blijstra,  και ο σύζυγός της, ο συγγραφέας Rein Blijstra (παλιοί φίλοι του Καζαντζάκη και λάτρεις της Ελλάδας), επισκέπτονται το Παρίσι, για ένα λογοτεχνικό συνέδριο, συναντιούνται για πρώτη φορά μαζί του και τον προσκαλούν στο Άμστερνταμ.

Μετά από δεκαπέντε περίπου μέρες, και ενώ συνεχίζεται ακόμη η απεργία των σιδηροδρομικών, επιχειρεί το ταξίδι με τα πόδια και με ωτοστόπ.

Στο σπίτι των Blijstra, γνωρίζεται με τον ελληνιστή καθηγητή του Πανεπιστημίου Arnold van Gemert και την ελληνίδα γυναίκα του Τοτούλα, που του προτείνουν να εγκατασταθεί στον Ολλανδία, υποσχόμενοι να του βρουν εκεί δουλειά.

Επιστρέφει στο Παρίσι και, τον Αύγουστο, όταν παίρνει μήνυμα ότι βρέθηκε δουλειά σ’ έναν εκδότη κλασικών κειμένων, εγκαταλείπει οριστικά (έτσι νομίζει) τη Γαλλία. Φρούδες ελπίδες. Την επομένη κιόλας της άφιξής του, όταν παρουσιάζεται στην αστυνομία του Άμστερνταμ, με το διαβατήριό του και την επιστολή προσλήψεώς του από τον εκδότη, απελαύνεται αμέσως, γιατί έπρεπε να είχε υποβάλει την αίτηση παραμονής και εργασίας όσο βρισκόταν ακόμη στο εξωτερικό, δηλαδή σε κάποια ολλανδική πρεσβεία. Επιστροφή λοιπόν στο Παρίσι, με κομμένα φτερά. Υποβάλλει ωστόσο την αίτησή του στην ολλανδική πρεσβεία του Παρισιού και, μετά από τέσσερις μήνες αγωνίας, ανεργίας και πείνας, έρχεται η πολυπόθητη θετική απάντηση.

Στη μαγευτική πόλη του Άμστερνταμ, θα ζήσει τα επόμενα οκτώμισι χρόνια. Στην αρχή, θα δουλέψει σκληρά, τόσο για τον βιοπορισμό όσο και για την εκμάθηση της γλώσσας, αλλά, σύντομα, θα δει τους κόπους του να αυγατίζουν. Του χορηγείται, από την Εταιρεία Συγγραφέων, υποτροφία για γράψιμο, γίνεται δεκτός στους λογοτεχνικούς κύκλους και αποκτά πρόσβαση στα λογοτεχνικά περιοδικά, εκδίδονται δύο βιβλία του, βραβεύονται δύο θεατρικά έργα του, διορίζεται δάσκαλος ελληνικών στο Λαϊκό Πανεπιστήμιο και, τέλος, βλέπει να υλοποιείται το όνειρό του για πανεπιστημιακές σπουδές. Με κρατική υποτροφία, εγγράφεται στη σχολή ιταλικής φιλολογίας του Πανεπιστημίου του Άμστερνταμ. Επέλεξε αυτή τη σχολή, γιατί τον διακατείχε η σφοδρή επιθυμία να διαβάσει Δάντη από το πρωτότυπο.

Το 1977, επιστρέφει στην Ελλάδα όπου, την επόμενη πενταετία θα δουλέψει ως μεταφραστής, θα συγγράψει μια σειρά παιδικών εκπομπών για το ραδιόφωνο και θα κάνει ένα υπέροχο μακρύ ταξίδι στις ΗΠΑ, εκπροσωπώντας τη χώρα μας στο ετήσιο Διεθνές Συγγραφικό Πρόγραμμα του Πανεπιστημίου της Iowa.
Το 1982, προσλαμβάνεται, κατόπιν διαγωνισμού, ως μεταφραστής, στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εγκαθίσταται στις Βρυξέλλες. Το 1992, παραιτείται από τη θέση αυτή και αποσύρεται στο Θροφαρί, ένα μικρό χωριό της ορεινής Κορινθίας, όπου ασχολείται, πλέον, μόνο με την καλλιέργεια της γης και της ποίησης.

Το μέχρι στιγμής έργο του Αργύρη Χιόνη απαρτίζεται από:

– ένδεκα ποιητικές συλλογές, οι δέκα από τις οποίες κυκλοφορούν από τις εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ, σ’ ένα συγκεντρωτικό τόμο που φέρει τον τίτλο Η φωνή της σιωπής. Η ενδέκατη, με τον τίτλο Στο υπόγειο, έχει επίσης εκδοθεί από τη ΝΕΦΕΛΗ.

– πέντε συλλογές αφηγημάτων, δύο εκ των οποίων, Όντα και μη όντα (βραβείο ΔΙΑΒΑΖΩ 2007) και Περί αγγέλων και δαιμόνων, διατίθενται στο εμπόριο από τις εκδόσεις ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ.  Εντός του 2008, πρόκειται να κυκλοφορήσει, από τις εκδόσεις ΚΙΧΛΗ, το βιβλίο του Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες.

– πλήθος μεταφράσεων, πεζών και ποιημάτων, από τα αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά, ισπανικά και ολλανδικά.

Ποιήματα και πεζογραφήματα του ίδιου έχουν μεταφραστεί και δημοσιευτεί στα αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά, γερμανικά, ολλανδικά, σερβοκροάτικα και ρουμάνικα.-

Θροφαρί, Οκτώβριος 2008


Διαβάστε επίσης στο tvxs.gr:
Αργύρης Χιόνης: Ένας επιδέξιος κηπουρός της Ποίησης

Η Ιδιοφυΐα του πλήθους. Tου Τσαρλς Μπουκόφσκι

07:24, 14 Μάιος 2013 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/128426

Υπάρχει αρκετή πανουργία, μίσος, βία και παραλογισμός στο μέσο άνθρωπο που αρκεί για να προμηθεύσει οποιονδήποτε στρατό μια οποιαδήποτε μέρα,
και οι καλύτεροι στο φόνο είναι αυτοί που κηρύττουν εναντίον του,
και οι καλύτεροι στο μίσος είναι αυτοί που κηρύττουν αγάπη,
και οι καλύτεροι στον πόλεμο είναι τελικά αυτοί που κηρύττουν ειρήνη…

Eκείνοι που κηρύττουν Θεό, χρειάζονται Θεό.
Eκείνοι που κηρύττουν ειρήνη, δεν έχουν ειρήνη.
Eκείνοι που κηρύττουν αγάπη, δεν έχουν αγάπη.

Προσοχή στους κήρυκες.
Προσοχή στους γνώστες.
Προσοχή σ’ εκείνους που όλο διαβάζουν βιβλία.
Προσοχή σ’ εκείνους που είτε απεχθάνονται τη φτώχεια,
είτε είναι περήφανοι γι’ αυτήν.
Προσοχή σ’ εκείνους που βιάζονται να επαινέσουν
γιατί θα θέλουν επαίνους για αντάλλαγμα.
Προσοχή σ’ εκείνους που βιάζονται να κρίνουν,
φοβούνται αυτά που δεν ξέρουν.

Προσοχή σ’ εκείνους που αναζητούν τα πλήθη,
γιατί είναι ένα τίποτα μόνοι τους.
Προσοχή στο μέσο άντρα. Τη μέση γυναίκα.
Προσοχή στην αγάπη τους, η αγάπη τους είναι μέτρια
αναζητά το μέτριο.
Αλλά υπάρχει ιδιοφυΐα στο μίσος τους,
υπάρχει αρκετή ιδιοφυΐα στο μίσος τους για να σας σκοτώσει,
να σκοτώσει τον καθένα.

Δεν αντέχουν τη μοναξιά,
δεν καταλαβαίνουν τη μοναξιά.
Θα προσπαθήσουν να καταστρέψουν οτιδήποτε…
Oτιδήποτε διαφοροποιείται απ τα δικά τους μέτρα.
Ανίκανοι όπως είναι να δημιουργήσουν Τέχνη
ανίκανοι είναι και να την καταλάβουν
θα εκλάβουν την αποτυχία τους ως δημιουργών μόνο ως αποτυχία του κόσμου συνολικά.

Ανίκανοι όπως ειναι να αγαπήσουν πλήρως
θα θεωρήσουν και τη δική σας αγάπη ελλειπή
και θα σας μισήσουν γι’ αυτό
και το μίσος τους θα είναι τέλειο
Όπως ένα αστραφτερό διαμάντι
όπως ένα μαχαίρι,
όπως ένα βουνό,
όπως μια τίγρη,
όπως το δηλητηριο…
Η πιο τελειοποιημένη Τέχνη τους.

Η Διάνοια της Μάζας, του Τσαρλς Μπουκόφσκι

Μετάφραση: Themis Next

Σχετικά Άρθρα

(12/05/2013)
(13/05/2013)
(10/05/2013)
(11/05/2013)

Zωή Καρέλλη: Εγώ, η άνθρωπος

07:29, 07 Μαρ 2013 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/121945

Εγώ γυναίκα, η άνθρωπος,
ζητούσα το πρόσωπό Σου πάντοτε,
ήταν ως τώρα του ανδρός
και δεν μπορώ αλλιώς να το γνωρίσω.

Ποιος είναι και πώς
πιο πολύ μονάχος,
παράφορα, απελπισμένα μονάχος,
τώρα εγώ ή εκείνος;

Πίστεψα πως υπάρχω, θα υπάρχω,
όμως πότε υπήρχα δίχως του
και τώρα,
πώς στέκομαι, σε ποιο φως,
ποιος είναι ο δικός μου ακόμα καϋμός;

Ω, πόσο διπλά υποφέρω,
χάνομαι διαρκώς,
όταν Εσύ οδηγός μου δεν είσαι.

Πώς θα δω το πρόσωπό μου,
την ψυχή μου πώς θα παραδεχτώ,
όταν τόσο παλεύω
και δεν μπορώ ν’ αρμοστώ.

«Ότι διά σου αρμόζεται
γυνή τω ανδρί.»
Δεν φαίνεται ακόμα το τραγικό
του απρόσωπου, ούτε κι εγώ
δεν μπορώ να το φανταστώ ακόμα, ακόμα.

Τι θα γίνει που τόσο καλά,
όσα πολλά ξέρω και γνωρίζω καλλίτερα,
πως απ’ το πλευρό του δεν μ’ έβγαλες.

Και λέω πως είμαι ακέραιος άνθρωπος
και μόνος. Δίχως του δεν εγινόμουν
και τώρα είμαι και μπορώ
κι είμαστε ζεύγος χωρισμένο, εκείνος
κι εγώ έχω το δικό μου φως,
εγώ ποτέ, σελήνη,
είπα πως δεν θα βαστώ απ’ τον ήλιο
κι έχω τόσην υπερηφάνεια
που πάω τη δική του να φτάσω
και να ξεπεραστώ, εγώ,
που τώρα μαθαίνομαι και πλήρως
μαθαίνω πως θέλω σ’ εκείνον ν’ αντισταθώ
και δεν θέλω από κείνον τίποτα
να δεχτώ και δε θέλω να περιμένω.

Δεν κλαίω, ούτε τραγούδι ψάλλω.
Μα γίνεται πιο οδυνηρό το δικό μου
ξέσκισμα που τοιμάζω,
για να γνωρίσω τον κόσμο δ’ εμού,
για να πω το λόγο δικό μου,
εγώ που ως τώρα υπήρξα
για να θαυμάζω, να σέβομαι και ν’ αγαπώ,

εγώ πια δεν του ανήκω
και πρέπει μονάχη να είμαι,
εγώ, η άνθρωπος.

(*Ζωή Καρέλλη, Η άνθρωπος, Τα Ποιήματα, ΙΙ, σσ. 123-24)

[…] Μεταφράζοντας τον παραδοσιακό ρόλο της μητρότητας, η ποιήτρια ως «μαμή» πρέπει να μεταμορφώσει τη (μητρική) γονιμότητα σε (γυναικεία) δημιουργικότητα, παλεύοντας με το πρόβλημα του να δώσει διέξοδο σε μια πράξη της φαντασίας που είναι κοινωνικά επιλήψιμη και ψυχολογικά αφόρητη.

Η ίδια η ύπαρξη της Καρέλλη γίνεται το σημείο εκκίνησης για τη φαντασιακή αυτονομία της, ένας ψυχικός και φυσικός τόπος μέσα στον οποίο μπορεί να διαπλαστεί ή να ξαναεφευρεθεί σε νέες φόρμες.

Η οργισμένη γυναίκα απαλλάσσεται από την ανάγκη του άντρα να της προσφέρει ψυχική ή πνευματική ολοκλήρωση. Η Καρέλλη σε αυτή τη μεταμόρφωση υπονοεί κάτι σημαντικότερο από μια απλή νοικοκυρίστικη εκδίκηση:

«Συνήθως στην εποχή μου η μόρφωση στα κορίτσια ήταν ένα στόλισμα («με τα πολλά χαρίσματα κεκοσμημένη δεσποινίς»), αλλά σε μένα βρέθηκε να ‘ναι η ψυχή μου αυτό το πράγμα, η οποία ολοένα γίνονταν πιο έντονη. Όχι ότι ο άνδρας μου δεν ήταν άνθρωπος άξιος αγάπης και σεβασμού και εκτίμησης, αλλά υπάρχει ένας χωρισμός.» («Την ελευθερία τη βρήκα στην ποίηση», σ.55)

«Η άνθρωπος» μπορεί να ερμηνευτεί ως μια διακήρυξη της περιθωριοποίησης της γυναίκας, σχολιάζοντας το γεγονός ότι οι γυναίκες έχουν υποφέρει μια έντονη ταπείνωση και στέρηση ως κοινωνικά όντα.

Έχοντας πλήρως συνειδητοποιήσει τον πολιτισμικό ακρωτηριασμό του γυναικείου φύλου, το ποίημα παρουσιάζει μια γυναίκα αποφασισμένη να διεκδικήσει τον τίτλο του «πλήρους ανθρώπου», αποδεικνύοντας ότι η σιωπή της είναι μια «κοινωνική σιωπή».

Αν πέσει η μασκαράτα, παίρνοντας μαζί και τη «θηλυκότητα», τότε τι μένει; -αυτό είναι το ερώτημα για τις «σκεπτόμενες» γυναίκες του εικοστού αιώνα (ποιήτριες, καλλιτέχνιδες, φιλοσόφους).

Όπως επισημαίνεται από τη συζήτηση πάνω στο θέμα αυτό από μια ομάδα σύγχρονων Ελληνίδων ποιητριών: «Πολύ γρήγορα το θηλυκό ποιητικό υποκείμενο ξεπερνά τη βιολογική του αυτογνωσία, επίσης η ρήξη του με το αντίθετο φύλο δεν μπορεί ν’ αποτελέσει μόνιμη θεματική, όσο βασανιστικό ή οδυνηρό και αν είναι το βίωμα.

Προχωρεί σε κάτι πιο ατομικό και γι’ αυτό πιο πολύτιμο, είναι η συνείδηση πως τούτος ο νεογνός λόγος γεννήθηκε μ’ έναν αρχέγονο τραυματισμό. Δεν υπάρχει γλώσσα μητέρα, δεν υπάρχει παρέκκλιση ή διαφυγή από την παγίδα του αρσενικού γλωσσικού συστήματος.

Οργανώνοντας σε ποιητική ύλη αυτά τα ιδιότυπα άλγη, η γυναίκα μέσα από μια εσώτατη αυτογνωσία καταργεί όλα της τα στερεότυπα» (Παπαδάκη, Υπάρχει, λοιπόν, γυναικεία ποίηση;, σ. 47)

Διερευνώντας τις καταπιεστικές ιδεολογίες της εποχής της που συντρέχουν στην κατασκευή της «θηλυκής» γυναίκας, η Καρέλλη επεδίωξε να κοινοποιήσει τις συνεχώς εντεινόμενες υποψίες της για τους κώδικες, τις κατηγοριοποιήσεις και τη διαμόρφωση των εννοιών σε έναν ανδροκρατούμενο κόσμο.

Έτσι δημιουργεί μια τελετουργική κατάσταση όπου η γυναίκα απαλλάσσεται από τον Θεό – Πατέρα, το Νόμο του, και τη δύναμη που ασκεί πάνω της.

Γι’ αυτή τη γυναίκα – ποιήτρια το να γράφει οργισμένα, βίαια ποιήματα αποτελεί ένα αναστάσιμο γεγονός, αναγεννώντας μια ύπαρξη με όλα τα χαρακτηριστικά που είχε διαγράψει ο παλιός της εαυτός.

«Είναι φανερό λοιπόν, πόσο αυτό το ποίημα, πέρα από κάθε κοινή μαρτυρία και διαμαρτυρία, εκφράζει την αγωνία και τον αγώνα της γυναίκας να στηριχτεί και να σταθεί μόνη της μέσα στον εαυτό της και τον κόσμο, με μια συνέπεια όμως που μόνο η βαθύτερη “βάσανος” θα μπορούσε να δικαιώσει.  Και μόνο βάζοντας η Καρέλλη το θηλυκό άρθρο (“η” άνθρωπος) σε αντιπαράθεση με το αρσενικό, θα μπορούσε να δει κανείς αυτή την αντικατάσταση σαν μια δίκαιη αλλά δραματική απόπειρα να εντάξει το θηλυκό γένος μέσα στην ανθρώπινη ύπαρξη πέρα από διαφορές και διακρίσεις των δύο φύλων» (Κέντρου – Αγαθοπούλου, «Η άνθρωπος ή η δραματικότητα μιας εσωτερικής πάλης», σσ. 38-39)

Αφήνοντας πίσω την υποβασθμισμένη και στερημένη γυναίκα, η Καρέλλη φαντασιώνεται μια ξέφρενη μετουσίωση όπου η οργή γίνεται λύτρωση, εξαγνίζοντας όλα τα ψέματα μέσα της.

Η παραδοχή και εκδήλωση θυμού βοηθά την ποιήτρια να απελευθερωθεί και να αυτοπροσδιοριστεί.

Η «άνθρωπος» είναι μια δυναμική γυναίκα και ποιήτρια –ένα ον που εγκυμονεί τη δυνατότητα για πέταγμα και γι’ αυτό είναι ικανή να συντρίψει όλες τις προκαταλήψεις σχετικά με τη «φύση» των γυναικών.

Σε μια στιγμή έκ-στασης και αυτογνωσίας, αποδύεται όλους τους παραδοσιακούς ρόλους και τα κοινωνικά πρότυπα. Μέσα από μια κατάσταση διεκδικητικής επιθετικότητας, η Καρέλλη ανακοινώνει την απόφασή της να εκδυθεί τους πατριαρχικούς μύθους και να εγκαινιάσει μια νέα ζωή.

Η περσόνα του «Η άνθρωπος» δοκιμάζει επιλογές, κατασκευάζει στρατηγικές και ασκεί μια μυθολογία αυτοκαταστροφής και νεκρανάστασης που τελικά ανοίγει νέες δυνατότητες για τη συμβολική πραγμάτωση του γυναικείου φαντασιακού.

Ο αληθινός εαυτός –θετικός, ολοκληρωμένος, αναγεννημένος- συνδυάζεται με την καλλιτεχνική δημιουργικότητα και με μια αυτονομία που είναι εφικτή μόνο αν κανείς δεν προσδιορίζεται σε σχέση με κάποιον άλλο.

Όταν η αυθεντική γυναικεία ύπαρξη αναδύεται σε μια αυτοδύναμη αναζήτηση, η ηρωίδα δεν προσδιορίζεται πια σε σχέση με έναν άντρα –και με τους άντρες της ζωής της(Θεό ή σύζυγο).

Η άνθρωπος αντιπροσωπεύει το θρίαμβο πάνω κι έξω από τα τυπικά γυναικεία στερεότυπα, διακηρύσσοντας πόσο αυτό επηρεάζει τη δημιουργική της ελευθερία και τον έλεγχο του κόσμου γύρω της.

Σωστά, λοιπόν, έχει επισημανθεί ότι:

«Άλλωστε, αν μέσα σ’ ολόκληρο το ποιητικό της έργο χρησιμοποιεί η ποιήτρια, ως γνωστό, το αρσενικό άρθρο, με τη σημασία που θέτει εδώ το θηλυκό, τονίζοντας από την αρχή την ανθρώπινη κι όχι κατ’ ανάγκη τη θηλυκή της υπόσταση, αυτό σημαίνει ήδη ότι τοποθετείται αφ’ εαυτής και εν δυνάμει στις προσβάσεις ενός επίπονου δρόμου κι από κει μέσα χαράζει, μαρτυρώντας, το χώρο της, αποφασισμένη να περάσει σε μια πορεία ολότελα αντίθετη από κείνη της εξαρτώμενης ή ετερόφωτης γυναίκας αλλά του ανθρώπου που οδηγείται συνειδητά στη ζωή» (Κέντρου – Αγαθοπούλου, «Η άνθρωπος ή η δραματικότητα μιας εσωτερικής πάλης», σ.39)

(Απόσπασμα από το βιβλίο Εγώ, η άνθρωπος. Έμφυλες αναζητήσεις στην ποίηση της Ζωής Καρέλλη, Αικατερίνη Δούκα – Καμπίτογλου, Εκδόσεις Επίκεντρο, 2012)

Ζωή Καρέλλη (1901-1998)

Η Ζωή Καρέλλη (Χρυσούλα Αργυριάδου το γένος Πεντζίκη) γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Αδελφός της ήταν ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης.

Ασχολήθηκε με την εκμάθηση ξένων γλωσσών και τη μουσική και παρακολούθησε μαθήματα Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Μετά το 1944 ταξίδεψε σε πολλά μέρη του κόσμου.

Πρωτοεμφανίστηκε στο χώρο των ελληνικών γραμμάτων
το 1935 από τις στήλες του περιοδικού Το 3ο μάτι, όπου δημοσίευσε το πεζογράφημα Διαθέσεις.

Το 1937 πρωτοδημοσίευσε ποίημά της (Φετεπουρσικρί) στο περιοδικό Μακεδονικές Ημέρες.

Εξέδωσε δώδεκα ποιητικές συλλογές, πέντε θεατρικά έργα και πολλά δοκίμια, ενώ πολλά κείμενά της βρίσκονται δημοσιευμένα σε λογοτεχνικά περιοδικά, όπως τα Φιλολογικά Χρονικά, Νέα Εστία, Μακεδονικά Γράμματα, Μορφές, Ο Αιώνας μας, Σημερινά Γράμματα, Καινούρια Εποχή, Πνευματική Κύπρος, Νέα Πορεία. Υπήρξε μέλος του κύκλου του περιοδικού Κοχλίας της Θεσσαλονίκης.

Ποιήματά της μεταφράστηκαν σε πολλές ξένες γλώσσες.

Ασχολήθηκε επίσης με τη λογοτεχνική μετάφραση, κυρίως έργων του Τόμας Έλλιοτ.

Τιμήθηκε με το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη ποιητική συλλογή Κασσάνδρα και άλλα ποιήματα και το Α’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τα Ποιήματα 1940-1973. Υπήρξε μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης, της Καλλιτεχνικής Επιτροπής του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος (ως το 1981) και της Ακαδημίας Αθηνών (1982).

Στο ποιητικό έργο της Ζωής Καρέλλη, αποτέλεσμα της δημιουργικής αφομοίωσης της ελληνικής (αρχαίας και νέας) και ευρωπαϊκής λογοτεχνικής παράδοσης, κυριαρχούν ο εσωτερικός λόγος και η υπαρξιακή αγωνία, εκφρασμένη στο πλαίσια των συνδυασμών γυναικείας ευαισθησίας και διανόησης, ελληνικότητας και ανθρωπισμού και μιας “ανοίκειας” θεματικής και ποιητικής γραφής.

Την προβληματική της ποίησής της μετέφερε και στα θεατρικά της έργα. Αξιοσημείωτο είναι επίσης το δοκιμιακό της έργο κυρίως γύρω από τη λογοτεχνία και το θέατρο.

Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία της Ζωής Καρέλλη βλ. Αργυρίου Αλεξ., «Ζωή Καρέλλη», Η ελληνική ποίηση · Νεωτερικοί ποιητές του μεσοπολέμου. Αθήνα, Σοκόλης, 1979, Γιαλουράκης Μανώλης, «Καρέλλη Ζωή», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 8. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. και Κεχαγιόγλου Γιώργος, «Καρέλλη Ζωή», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό4. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1985. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Γιάννης Ρίτσος: Τούτες τις μέρες ο άνεμος μας κυνηγάει…

17:11, 12 Νοε 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/110926

Δημοσιεύτηκαν πάνω από εκατό ποιητικές συλλογές και συνθέσεις του, εννέα μυθιστορήματα, τέσσερα θεατρικά έργα και μελέτες, πολλές μεταφράσεις, χρονογραφήματα κ.ά.. Το 1968 προτάθηκε για το βραβείο Νομπέλ, το 1975 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και το 1977 τιμήθηκε με το Βραβείο Ειρήνης Λένιν. Ο κορυφαίος Έλληνας ποιητής Γιάννης Ρίτσος πέθανε στις 11 Νοεμβρίου του 1990.

Το 1921 άρχισε να συνεργάζεται με τη «Διάπλαση των Παίδων». Συνεισέφερε επίσης ποιήματα στο φιλολογικό παράρτημα της «Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας» του Πυρσού.

Το 1934 εκδόθηκε η πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο «Τρακτέρ», ενώ ξεκίνησε να δημοσιεύει στο «Ριζοσπάστη» τη στήλη «Γράμματα για το Μέτωπο». Την ιδια χρονιά γίνεται μέλος του ΚΚΕ, στο οποίο παρέμεινε πιστός μέχρι το θάνατό του.

Το 1935 κυκλοφορούν οι «Πυραμίδες», το 1936 ο «Επιτάφιος» και το 1937 «Το τραγούδι της αδελφής μου».

Έλαβε ενεργό μέρος στην Εθνική Αντίσταση, ενώ κατά το χρονικό διάστημα 1948-1952 εξορίστηκε σε διάφορα νησιά. Συγκεκριμένα συλλαμβάνεται τον Ιούλιο του 1948 και εξορίζεται στη Λήμνο, κατόπιν στη Μακρόνησο (Μάης 1949) και το 1950 στον Άι Στράτη.

Μετά την απελευθέρωσή του τον Αύγουστο του 1952 έρχεται στην Αθήνα και προσχωρεί στην ΕΔΑ. Το 1954 παντρεύεται με την παιδίατρο Γαρυφαλιά (Φαλίτσα) Γεωργιάδη κι ένα χρόνο αργότερα γεννιέται η -μοναδική- κόρη τους Ελευθερία (Έρη).

Το 1956, τον ίδιο χρόνο δηλαδή, τιμήθηκε με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη «Σονάτα του Σεληνόφωτος».

Πιο αναλυτικά:

Ο Γιάννης Ρίτσος (1909-1990) γεννήθηκε στη Μονεμβασιά Λακωνίας, γιος του μεγαλοκτηματία Ελευθέριου Ρίτσου και της Ελευθερίας το γένος Βουζουναρά. Είχε τρία αδέρφια.

Το 1919 αποφοίτησε από το Σχολαρχείο της Μονεμβασιάς και το 1921 γράφτηκε στο Γυμνάσιο του Γυθείου. Την ίδια χρονιά πέθαναν ο αδερφός του Μανώλης και η μητέρα του. Το 1924 δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα στη Διάπλαση των Παίδων με το ψευδώνυμο Ιδανικόν Όραμα.

Το 1925 ολοκλήρωσε και τις γυμνασιακές του σπουδές στο Γύθειο και έφυγε με την αδερφή του Λούλα για την Αθήνα. Είχε προηγηθεί η οικονομική καταστροφή του πατέρα του και έτσι ο Ρίτσος εργάστηκε στην Αθήνα, αρχικά ως δακτυλογράφος και στη συνέχεια ως αντιγραφέας στην Εθνική Τράπεζα.

Το 1926 αρρώστησε από φυματίωση και επέστρεψε στη Μονεμβασιά ως το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου, οπότε γράφτηκε στη Νομική Σχολή της Αθήνας, χωρίς να μπορέσει ποτέ να φοιτήσει.

Υπήρξε βοηθός βιβλιοθηκάριου και γραφέας στο Δικηγορικό Σύλλογο της Αθήνας. Το Γενάρη του 1927 νοσηλεύτηκε στην κλινική Παπαδημητρίου και λίγο αργότερα μπήκε στο σανατόριο Σωτηρία, όπου έμεινε τελικά για τρία χρόνια.

Στη Σωτηρία ο Ρίτσος γνωρίστηκε με τη Μαρία Πολυδούρη και με μαρξιστές και διανοούμενους της εποχής του, ενώ παράλληλα έγραψε κάποια ποιήματά του που δημοσιεύτηκαν στο φιλολογικό παράρτημα της Μεγάλης Εγκυκλοπαίδειας.

Από το φθινόπωρο του 1930 και για ένα χρόνο έζησε στα Χανιά, αρχικά στο Άσυλο Φυματικών της Καψαλώνας και μετά από προσωπική του καταγγελία των άθλιων συνθηκών ζωής που επικρατούσαν εκεί σε τοπική εφημερίδα, μεταφέρθηκε μαζί με όλους τους τρόφιμους στο σανατόριο Άγιος Ιωάννης. Τον Οκτώβρη του 1931 επέστρεψε στην Αθήνα και ανέλαβε τη διεύθυνση του καλλιτεχνικού τμήματος της Εργατικής Λέσχης. Εκεί σκηνοθέτησε και συμμετείχε σε παραστάσεις.

Η υγεία του βελτιώθηκε σταδιακά, το ίδιο και τα οικονομικά του με τη βοήθεια της αδερφής του Λούλας, που είχε στο μεταξύ παντρευτεί και φύγει για την Αμερική.

Τον επόμενο χρόνο ο πατέρας του μπήκε στο Ψυχιατρείο στο Δαφνί (όπου πέθανε το 1938) · πέντε χρόνια αργότερα τον ακολούθησε η Λούλα, που βγήκε το 1939.

Το 1933 συνεργάστηκε με το περιοδικό της Αριστεράς Πρωτοπόροι και δούλεψε στο εμπορικό θέατρο για τέσσερα χρόνια (θίασοι Ζωζώς Νταλμάς, Ριτσιάρδη, Μακέδου).

Στο χώρο της δημοσιογραφίας εμφανίστηκε επίσης στις στήλες του Ριζοσπάστη -όπου δημοσίευσε την πρώτη του ποιητική συλλογή Τρακτέρ με το ψευδώνυμο Ι.Σοστίρ- και των Ελεύθερων Γραμμάτων (1945).

Το 1934 προσλήφθηκε ως επιμελητής εκδόσεων του οίκου Γκοβόστη και γράφτηκε στο Κ.Κ.Ε.. Το 1937 νοσηλεύτηκε στο σανατόριο της Πάρνηθας.

Τον επόμενο χρόνο προσλήφθηκε στο Βασιλικό Θέατρο και το 1940 στη Λυρική Σκηνή.

Κατά τη διάρκεια του ελληνογερμανικού πολέμου και της κατοχής ο Ρίτσος έζησε κατάκοιτος, παρόλα αυτά συμμετείχε στη δραστηριότητα του μορφωτικού τμήματος του ΕΑΜ και αρνήθηκε να δεχτεί χρήματα από έρανο όταν κινδύνεψε η ζωή του από τις κακουχίες.

Στη διάρκεια των Δεκεμβριανών επισκεπτόταν συχνά την Καισαριανή, συναντήθηκε με τον Άρη Βελουχιώτη και συνεργάστηκε με το Λαϊκό Θέατρο Μακεδονίας. Το 1948 εξορίστηκε λόγω της αριστερής δράσης του στο Κοντοπούλι της Λήμνου, τον επόμενο χρόνο στη Μακρόνησο, το 1950-1951 στον Άη Στράτη. Το 1952 επέστρεψε στην Αθήνα και πολιτεύτηκε στην ΕΔΑ.

Το 1954 παντρεύτηκε την παιδίατρο Φηλίτσα Γεωργιάδου από τη Σάμο, με την οποία απέκτησε μια κόρη την Έρη. Το 1956 ταξίδεψε στη Σοβιετική Ένωση ως μέλος αντιπροσωπείας διανοουμένων και δημοσιογράφων και το 1959 επισκέφτηκε τη Ρουμανία.

Το 1962 επισκέφτηκε ξανά τη Ρουμανία όπου συναντήθηκε με το Ναζίμ Χικμέτ και κατόπιν πήγε στην Τσεχία και τη Σλοβακία, όπου ολοκλήρωσε την Ανθολογία Τσέχων και Σλοβάκων ποιητών, την Ουγγαρία και τη Λ.Δ. της Γερμανίας.

Το 1964 συμμετείχε στις βουλευτικές εκλογές με την ΕΔΑ. Μετά το πραξικόπημα του Παπαδόπουλου το 1967 εξορίστηκε ξανά, αυτή τη φορά στη Γυάρο και τη Λέρο, το 1968 στη Σάμο, όπου τέθηκε υπό κατ’οίκον περιορισμό στο σπίτι της γυναίκας του για λόγους υγείας. Το 1970 επέστρεψε στην Αθήνα, μετά όμως από άρνησή του να συμβιβαστεί με το καθεστώς του Παπαδόπουλου εξορίστηκε εκ νέου στη Σάμο ως το τέλος του χρόνου που μπήκε για εγχείρηση στη Γενική Κλινική Αθηνών.

Το 1973 συμμετείχε στα γεγονότα του Πολυτεχνείου.

Μετά την πτώση της δικτατορίας και τη μεταπολίτευση έζησε κυρίως στην Αθήνα και τιμήθηκε για το έργο του από την Ελλάδα και άλλες χώρες του κόσμου.

Ενδεικτικά αναφέρουμε εδώ πως ο Γιάννης Ρίτσος τιμήθηκε με το Μέγα Διεθνές Βραβείο Ποίησης της Biennale του Knokk – le – zont στο Βέλγιο (1972), το Διεθνές Βραβείο Δημητρώφ στη Σόφια (1975), το Μέγα Γαλλικό Βραβείο Ποίησης Alfred de Vigny , το βραβείο Λένιν (1977), το Διεθνές Βραβείο του Παγκοσμίου Συμβουλίου Ειρήνης (1979), το βραβείο Ποιητή Διεθνούς Ειρήνης του ΟΗΕ, το Χρυσό Μετάλλιο του Δήμου Αθηναίων (1987), το Μετάλλιο Ειρήνης Γρηγόρη Λαμπράκη (1989), τον Μεγάλο Αστέρα της Φιλίας των Λαών (Γ.Λ.Δ.), το μετάλλιο Ζολιό – Κιουρί (1990). Το 1986 προτάθηκε για το βραβείο Νόμπελ. Υπήρξε μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών(1937) και της Ακαδημίας Λογοτεχνών και Επιστημών Mainz της Ο.Δ.Γ, και ανακηρύχτηκε επίτιμος διδάκτωρ των Πανεπιστημίων Θεσσαλονίκης (1975), Μπίρμιγχαμ (1978), Karl Marx της Λειψίας (1984), της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Αθήνας (1987).

Πέθανε το Νοέμβρη του 1990 και η σορός του ενταφιάστηκε στη γενέτειρά του.

Θεμελιώδες χαρακτηριστικό της ποίησης του Γιάννη Ρίτσου στάθηκε η στράτευσή της στην υπηρεσία του ανθρωπισμού, της αγάπης και της ελληνικότητας.

Κατά τη διάρκεια της εξηντάχρονης πνευματικής πορείας του ο Ρίτσος πέρασε γρήγορα από το χώρο του νεορομαντισμού-νεοσυμβολισμού του μεσοπολέμου στην πολιτικά στρατευμένη υπέρ του κομμουνισμού τέχνη, στα πλαίσια της οποίας διαμόρφωσε μια γνήσια λυρική γραφή και πρόβαλε την κοσμοθεωρία του, παραμένοντας σ’ όλη τη ζωή του ένας εξαιρετικά ευαίσθητος δέκτης των συνεπειών των πολιτικών και κοινωνικών εξελίξεων τόσο στην Ελλάδα, όσο και σ’ όλο τον κόσμο.

1. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Γιάννη Ρίτσου βλ. Βελουδής Γ., «Ρίτσος Γιάννης», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό9α. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1988, Κώττη Αγγελική, «Χρονολόγιο Γιάννη Ρίτσου», Νέα Εστία130, Χριστούγεννα 1991, αρ.1547, σ.4-9, Πετρόπουλος Θοδωρής, «Χρονολόγιο Γιάννη Ρίτσου», Διαβάζω205, 21/12/1988, σ.34-46, Κώττη Αγγελική, Γιάννης Ρίτσος · Ένα σχεδίασμα βιογραφίας, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, 1997 και Παππάς Γιάννης Η., «Χρονολόγιο Γιάννη Ρίτσου», Ελί – τροχος4-5, Χειμώνας 1994-1995, σ.15-31. (πηγή: ritsosgiannis.blogspot.gr)

Ρωμιοσύνη

Aυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,
αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ’ τα ξένα βήματα,
αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο,
αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο.

Eτούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή,
σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια,
σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του και τ’ αμπέλια του,
σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό. Mονάχα φως.
O δρόμος χάνεται στο φως κι ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο.
Mαρμάρωσαν τα δέντρα, τα ποτάμια κ’ οι φωνές μες στον ασβέ-
στη του ήλιου.
H ρίζα σκοντάφτει στο μάρμαρο. Tα σκονισμένα σκοίνα.
Tο μουλάρι κι ο βράχος. Λαχανιάζουν. Δεν υπάρχει νερό.
Όλοι διψάνε. Xρόνια τώρα. Όλοι μασάνε μια μπουκιά ουρανό
πάνου απ’ την πίκρα τους.
Tα μάτια τους είναι κόκκινα απ’ την αγρύπνια,
μια βαθειά χαρακιά σφηνωμένη ανάμεσα στα φρύδια τους
σαν ένα κυπαρίσσι ανάμεσα σε δυο βουνά το λιόγερμα.

Tο χέρι τους είναι κολλημένο στο ντουφέκι
το ντουφέκι είναι συνέχεια του χεριού τους
το χέρι τους είναι συνέχεια της ψυχής τους –
έχουν στα χείλια τους απάνου το θυμό
κ’ έχουνε τον καημό βαθιά-βαθιά στα μάτια τους
σαν ένα αστέρι σε μια γούβα αλάτι.

Όταν σφίγγουν το χέρι, ο ήλιος είναι βέβαιος για τον κόσμο
όταν χαμογελάνε, ένα μικρό χελιδόνι φεύγει μες απ’ τ’ άγρια γε-
νεια τους
όταν κοιμούνται, δώδεκα άστρα πέφτουν απ’ τις άδειες τσέπες τους
όταν σκοτώνονται, η ζωή τραβάει την ανηφόρα με σημαίες και
με ταμπούρλα.

Tόσα χρόνια όλοι πεινάνε, όλοι διψάνε, όλοι σκοτώνονται
πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα,
έφαγε η κάψα τα χωράφια τους κ’ η αρμύρα πότισε τα σπίτια τους
ο αγέρας έρριξε τις πόρτες τους και τις λίγες πασχαλιές της πλατείας
από τις τρύπες του πανωφοριού τους μπαινοβγαίνει ο θάνατος
η γλώσσα τους είναι στυφή σαν το κυπαρισσόμηλο
πέθαναν τα σκυλιά τους τυλιγμένα στον ίσκιο τους
η βροχή χτυπάει στα κόκκαλά τους.

Πάνου στα καραούλια πετρωμένοι καπνίζουν τη σβουνιά και τη
νύχτα
βιγλίζοντας το μανιασμένο πέλαγο όπου βούλιαξε
το σπασμένο κατάρτι του φεγγαριού.

Tο ψωμί σώθηκε, τα βόλια σώθηκαν,
γεμίζουν τώρα τα κανόνια τους μόνο με την καρδιά τους.

Tόσα χρόνια πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα
όλοι πεινάνε, όλοι σκοτώνονται και κανένας δεν πέθανε –
πάνου στα καραούλια λάμπουνε τα μάτια τους,
μια μεγάλη σημαία, μια μεγάλη φωτιά κατακόκκινη
και κάθε αυγή χιλιάδες περιστέρια φεύγουν απ’ τα χέρια τους
για τις τέσσερις πόρτες του ορίζοντα.

Τούτες τις μέρες  
(Από τη συλλογή «Καπνισμένο Τσουκάλι»)

Τούτες τις μέρες ο άνεμος μας κυνηγάει, μας κυνηγάει
Γύρω σε κάθε βλέμμα το συρματόπλεγμα
γύρω στην καρδιά μας το συρματόπλεγμα
γύρω στην ελπίδα το συρματόπλεγμα
Πολύ κρύο, πολύ κρύο, πολύ κρύο εφέτος

Πιο κοντά, πιο κοντά
μουσκεμένα χιλιόμετρα μαζεύονται γύρω τους

Μέσα στις τσέπες του παλιού πανωφοριού τους
έχουν μικρά τζάκια να ζεσταίνουν τα παιδιά
Κάθονται στον πάγκο κι αχνίζουν
απ’ τη βροχή και την απόσταση
Η ανάσα τους είν’ ο καπνός ενός τραίνου
που πάει μακριά, πολύ μακριά
Κουβεντιάζουν
και τότε η ξεβαμμένη πόρτα της κάμαρας
γίνεται σαν μητέρα που σταυρώνει τα χέρια της
κι ακούει

Πιο κοντά, πιο κοντά
Τούτες τις μέρες…
Πιο κοντά, πιο κοντά

Στο παιδί μου _ Μανόλης Αναγνωστάκης

Στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια

Και του μιλούσανε για Δράκους και για το πιστό σκυλί
Για τα ταξίδια της Πεντάμορφης και για τον άγριο λύκο

Μα στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια

Τώρα, τα βράδια, κάθομαι και του μιλώ
Λέω το σκύλο σκύλο, το λύκο λύκο, το σκοτάδι σκοτάδι,
Του δείχνω με το χέρι τους κακούς, του μαθαίνω
Oνόματα σαν προσευχές, του τραγουδώ τους νεκρούς μας.

Α, φτάνει πια! Πρέπει να λέμε την αλήθεια στα παιδιά.

Μανόλης Αναγνωστάκης

(Τα ποιήματα, Πλειάς)

 

Ἀφιέρωση
Γιὰ τοὺς ἐρωτευμένους ποὺ παντρεύτηκαν
Γιὰ τὸ σπίτι ποὺ χτίστηκε
Γιὰ τὰ παιδάκια ποὺ μεγάλωσαν
Γιὰ τὰ πλοῖα ποὺ ἄραξαν
Γιὰ τὴ μάχη ποὺ κερδήθηκε
Γιὰ τὸν ἄσωτο ποὺ ἐπέστρεψε
Γιὰ ὅλα ὅσα τέλειωσαν χωρὶς ἐλπίδα πιά.
Μανόλης Αναγνωστάκης

Οδυσσέας Ελύτης

«[…] αναρωτιέται κανείς: για τι παλεύουμε νύχτα μέρα κλεισμένοι στα εργαστήριά μας; Παλεύουμε για ένα τίποτε, που ωστόσο είναι το παν. Είναι οι δημοκρατικοί θεσμοί, που όλα δείχνουν ότι δεν θ’ αντέξουν για πολύ. Είναι η ποιότητα, που γι’ αυτή δεν δίνει κανείς πεντάρα. Είναι η οντότητα του ατόμου, που βαίνει προς την ολική της έκλειψη. Είναι η ανεξαρτησία των μικρών λαών, που έχει καταντήσει ήδη ένα γράμμα νεκρό. Είναι η αμάθεια και το σκότος. Ότι οι λεγόμενοι «πραχτικοί άνθρωποι» -κατά πλειονότητα, οι σημερινοί αστοί- μας κοροϊδεύουν· είναι χαρακτηριστικό. Εκείνοι βλέπουν το τίποτε. Εμείς το παν. Που βρίσκεται η αλήθεια, θα φανεί μια μέρα, όταν δεν θα ‘μαστε πια εδώ. Θα είναι, όμως, εάν αξίζει, το έργο κάποιου απ’ όλους εμάς. Και αυτό θα σώσει την τιμή όλων μας – και της εποχής μας.»

Οδυσσέας Ελύτης

Γκίντερ Γκρας

Ο βραβευμένος με το βραβείο Nobel (1999) Γερμανός συγγραφέας Günter Grass δημοσίευσε χτες Παρασκευή 25-5-2012 στην εφημερίδα Süddeutsche Zeitung ένα ποίημα γραμμένο για την «ελληνική κρίση» και τη στάση της Ευρώπης.

Ντροπή της Ευρώπης

Κοντά στο χάος, διότι δεν ταιριάζει στις αγορές.

Αποστασιοποιήθηκες από τη χώρα που σου έδωσε ρίζες.

Ό,τι αναζήτησες με την ψυχή σου, έκρινες πως κατέκτησες.

Και τ’ αξιολόγησες μ’ αξία απολειφαδιού.

Σαν γυμνή ταπεινωμένη, διαπομπεύουν τη χώρα τούτη,

μα παροιμία δίδασκε να της χρωστάς ευγνωμοσύνη.

Καταδικασμένη στη φτώχεια, χώρα με πλούτο

που διακοσμεί μουσεία, με ανοίκεια και λάθρα λάφυρα.

Ορδές επέδραμαν με όπλων βία

στ’ αγιασμένα νησιά σου, κρατούσαν τον Χαΐδερλιν* στων στολών τις τσέπες.

Χώρα έγινες ανεπιθύμητη, ενώ Συνταγματάρχες σου

γίναν καλοδεχούμενοι σύμμαχοι.

Χώρα αποκαθηλωμένη από δικαιώματα, στημένη από ισχυρογνώμονες,

αυστηρά και δίχως έλεος.

Αντιστέκεται μαυροντυμένη η Αντιγόνη και στο πανελλήνιο

πένθος φέρει ο λαός, αυτός που κάποτε ήταν ξένιος.

Μακρά απ’ τα σύνορα οι οικείοι του Κροίσου κόμισαν ό,τι έλαμπε χρυσό

κι εσύ τα δέχθηκες στα κελάρια σου.

Πιες! Επιτέλους πιες! Οικτίρουν οι υποτακτικοί των επιθεωρητών

αλλά οργίλος ο Σωκράτης πετά το ποτήρι γεμάτο.

Βλασφημούν σε μεικτή χορωδία την ουσία και τον λόγο σου,

ενώ οι θεοί ξεσηκώνονται όταν τους εξορίζεις απ’ τον Όλυμπο…

Δίχως φιλότιμο θα μαραθείς δίχως τη χώρα τούτη,

το πνεύμα που σε εμπνεύστηκε Ευρώπη…

—–

«Europas Schande»

Ein Gedicht von Günter Grass

Dem Chaos nah, weil dem Markt nicht gerecht,
bist fern Du dem Land, das die Wiege Dir lieh.

Was mit there Seele gesucht, gefunden Dir galt,
wird abgetan nun, unter Schrottwert taxiert.

Als Schuldner nackt an den Pranger gestellt, leidet ein Land,
dem Dank zu schulden Dir Redensart war. (…)

Rechtloses Land, dem there Rechthaber Macht.
den Gürtel enger und enger schnallt. (…)

Außer Landes jedoch hat dem Krösus verwandtes Gefolge.
alles, was gülden glänzt gehortet in Deinen Tresoren.

Sauf endlich, sauf! schreien there Kommissare Claqueure,
doch zornig gibt Sokrates Dir den Becher randvoll zurück. (…)

Geistlos verkümmern wirst Du ohne das Land,
dessen Geist Dich, Europa, erdachte.

—-

Σε άλλη μετάφραση

«Η ντροπή της Ευρώπης»

Είσαι πολύ κοντά στο χάος, γιατί δε συμμορφώθηκες πλήρως στην αγορά
κι απομακρύνεσαι απ’ τη χώρα, που ήτανε κάποτε λίκνο για σένα.

Ό,τι με την ψυχή ζητούσες και νόμιζες πως είχες βρει
τώρα σαν κάτι περιττό αποβάλλεις και το πετάς μες στα σκουπίδια.

Ολόγυμνη σαν οφειλέτης διαπομπεύεται, υποφέρει η χώρα εκείνη
που έλεγες πως της χρωστάς ευγνωμοσύνη.

Στη φτώχια καταδικασμένος τόπος, τόπος που ο πλούτος του
τώρα στολίζει τα μουσεία: λάφυρα που έχεις τη φροντίδα Εσύ.

Κείνοι που χίμηξαν με την ορμή των όπλων στη χώρα την ευλογημένη με νησιά
στολή φορούσαν και κρατούσαν τον Χέλντερλιν μες στο γυλιό τους.

Καμιά ανοχή πλέον δε δείχνεις στη χώρα που οι συνταγματάρχες υπήρξαν σύμμαχοι ανεκτικοί.

Χώρα που ζει δίχως το δίκιο, μα με εξουσία που επιμένει πως έχοντας αυτή το δίκιο
ολοένα σφίγγει κι άλλο το ζωνάρι.

Σε πείσμα σου η Αντιγόνη μαυροφορεί – σ’ όλη τη χώρα
πενθοφορεί και ο λαός της που κάποτε σ’ είχε φιλοξενήσει.

Μα οι ακόλουθοι του Κροίσου έχουν στοιβάξει έξω απ’ τη χώρα,
στα θησαυροφυλάκιά σου, ό,τι σαν μάλαμα αστράφτει.

Πιες, επιτέλους, πιες κραυγάζουν επίτροποι σαν μαζορέττες
μα ο Σωκράτης σού επιστρέφει γεμάτο πίσω το ποτήρι.

Σύσσωμοι, ό,τι σου ανήκει, βαριά θα ρίξουν την κατάρα
θεοί, αφού η θέλησή σου ζητά ξεπούλημα του Ολύμπου.

Χωρίς του πνεύματος τροφή, τότε κι εσύ θα καταρρεύσεις
δίχως τη χώρα που ο νους της, Ευρώπη, εσένα έχει πλάσει.

του Γκίντερ Γκράς

(για την Ελλάδα)

Απόδοση στα ελληνικά Γιάννης Ευθυμιάδης – Σοφία Γεωργαλλίδη

 

Ναζίμ Χικμέτ

Η Ζωή δεν είναι έν’ αστείο
Να την παίρνεις στα σοβαρά
Μα τόσο σοβαρά, που ακόμα
Κι αν σε στήσουν στον τοίχο
Να πεθαίνεις για να ζήσουν οι άνθρωποι
Οι άνθρωποι που δεν πρόκειται
Να γνωρίσεις τη μορφή τους.
Και να πεθαίνεις γνωρίζοντας,
Ότι τίποτε δεν υπάρχει πιό όμορφο
Και πιο αληθινό από τη ζωή.

Να παίρνεις τη ζωή στα σοβαρά.
Τόσο σοβαρά, που ακόμα
Και στα εβδομήντα σου χρόνια,
Να φυτεύεις στο κάμπο Ελιές.
Όχι για να μείνουν στα παιδιά σου,
Αλλά γιατί δεν θα πιστεύεις το θάνατο,
Παρόλο που τον φοβάσαι

Και η ζωή έτσι, θα ζυγίζει
πιο πολύ στη ζυγαριά.

Ναζίμ Χικμέτ

(Ζωή)

Trad. Lunapiena


Ο Ναζίμ Χικμέτ (Nâzım Hikmet, Θεσσαλονίκη 15 Ιανουαρίου 1902 – Μόσχα 2 Ιουνίου 1963) ήταν Τούρκος ποιητής και δραματουργός.
Τα έργα του μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες.
Υπήρξε μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Τουρκίας.
Πέθανε στην Μόσχα από καρδιακή προσβολή σε ηλικία 61 ετών.

(φωτογραφία από έργο του ζωγράφου Χρήστου Μποκόρου)

Επικαιρότης ώρα μηδέν. Του Παναγιώτη Αρβανίτη

08:05, 19 Μάιος 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/94845

Για μια στιγμή σώπασε το δωμάτιο
Κόπηκε το ρεύμα
Σβήσαν οι τηλεοράσεις
Τα ραδιόφωνα ξέμειναν από μπαταρία
Ο αέρας πήρε μακριά τις εφημερίδες
Και οι υπολογιστές δε χωρούσαν πια την απελπισία μας
Μείναμε μονάχοι δίχως δημοσιογράφους
Ηταν εκείνη τη στιγμή την ελάχιστη
Που ήθελα ν’ ακούσω την καρδιά μου
Χωρίς δικηγόρο ή ψυχολόγο
Ηταν η στιγμή που είχα παραιτηθεί απ’ τα κόσμια
Ισως κι απ’ τα εγκόσμια
Και μια σκέψη τινάχτηκε μες στο μυαλό μου
Κι είπα

Την ώρα που θα πάψει να μιλά η επικαιρότης
Θα ξαναγεννηθεί η ιστορία
Ματαιότης και λιτότης
Μα πάνω απ’ όλα ηλιθιότης

Ποίημα του Παναγιώτη Αρβανίτη, από τη συλλογή Μια στάλα κατράμι σ’ ένα βαρέλι μέλι, Εκδόσεις Γαβριηλίδης 2009

Μέρα Μαγιού μου μίσεψες. Γιάννης Ρίτσος

03:05, 01 Μάιος 2012 | tvxsteam tvxs.gr/node/92871

Ήταν τα πρώτα ποιήματα μου που είχαν μελοποιηθεί. Μου έκανε τρομερή εντύπωση, μα είναι δυνατόν η ποίηση να βρει μια πλήρη αντιστοιχία με την μουσική. Μέχρι τίνος έλεγα ότι η κάθε τέχνη είναι αυτάρκης και δεν έχει ανάγκη από την βοήθεια της άλλης. Αλλά όταν έγραψες τον Επιτάφιο και αργότερα φυσικά την Ρωμιοσύνη που ήταν η μεγάλη δόξα σου, είπα πραγματικά ότι εδώ πέρα είναι ένας δρόμος για να πλησιάσει η ποίηση μέσο της μουσικής εκείνους τους ανθρώπους που δεν θα τους πλησίαζε ίσως ποτέ» ο Γιάννης Ρίτσος στον Μίκη Θεοδώρακηγια τον «Επιτάφιο».

Μάιος 1936 οι καπνεργάτες της Θεσσαλονίκης κηρύττουν απεργία ζητώντας αύξηση των ημερομισθίων (αφιέρωμα Α,Β). Σύντομα και άλλα εργατικά συνδικάτα ενώνονται μαζί τους και η απεργία αποκτά πανεργατικό χαρακτήρα. Οι αστυνομικές αρχές απαγορεύουν στην πορεία των εργατών να πλησιάσει στο κτίριο διοίκησης της πόλης. Στις 9 Μαΐου πραγματοποιούνται σοβαρά επεισόδια μεταξύ διαδηλωτών και τοπικών αρχών που έχουν σαν απολογισμό δεκάδες τραυματίες και 12 νεκρούς. Ο λαός της Θεσσαλονίκης ξεσηκώνεται και η απεργία αποκτά χαρακτήρα εξέγερσης.

Αυτή η μέρα είναι παραπάνω από σημαδιακή όχι μόνο για τα θλιβερά επεισόδια αλλά κυρίως γιατί αποτέλεσε την αφορμή για την ποιητική στροφή ενός ολόκληρου έθνους. Την επόμενη μέρα δημοσιεύεται στην εφημερίδα Ριζοσπάστης η εικόνα της μάνας του διαδηλωτή Τάσου Τούση, που θρηνεί πάνω από το άψυχο σώμα του γιου της. Ο Γιάννης Ρίτσος στιγματίζεται και εμπνέεται ξεκινώντας να γράφει τους πρώτους στίχους από τον «Επιτάφιο».

Σε 3 μέρες γράφει 14 από τα 20 συνολικά ποιήματα και δημοσιεύει 3 από αυτά στο φύλλο της εφημερίδας του Ριζοσπάστη στις 12 Μαΐου:

Τι έκανες, γιε μου, εσύ κακό;

Για τους δικούς σου κόπους την πλερωμή σου ζήτησες απ΄ άδικους ανθρώπους.

Λίγο ψωμάκι ζήτησες και σούδωκαν μαχαίρι, τον ίδρωτά σου ζήτησες και σούκοψαν το χέρι.

Δεν ήσουν ζήτουλας εσύ να πας παρακαλιόντας, με τη γερή σου την καρδιά πήγες ορθοπατώντας.

Και χύμηξαν απάνου σου τα σμουλωχτά κοράκια και σούπιαν το αίμα, γιόκα μου, σου κλείσαν τα χειλάκια.

Τώρα οι παλάμες σου οι αχνές, μονάκριβέ μου κρίνε, σα δυο πουλάκια ανήμπορα και πληγωμένα μου είνε.

Που τα φτερά τους δίπλωσαν και πια δε φτερουγούνε και τα κρατώ στα χέρια μου και δε μου κελαϊδούνε.

Ω, γιε μου, αυτοί που σ΄ έσφαξαν σφαγμένα να τα βρούνε τα τέκνα τους και τους γονιούς και στο αίμα να πνιγούνε.

Και στο αίμα τους τη φούστα μου κόκκινη να τη βάψω και να χορέψω. Αχ, γιόκα μου, δεν πάει μου να σε κλάψω.

Εν το μεταξύ ο αγώνας των εργαζομένων δικαιώνεται με την αποδοχή των αιτημάτων τους, την ίδια ώρα που το έργο του Ρίτσου λογοκρίνεται έντονα από τοπικές αρχές και πολιτικούς. Στις 8/6/1936 ο «Επιτάφιος» κυκλοφορεί σε 10.000 αντίτυπα, ενώ το εξώφυλλο του βιβλίου (ξυλογραφία) επιμελείται ο χαράκτης Λυδάκης. Η έκδοση προκαλεί έντονες αντιδράσεις από τη δικτατορία Μεταξά οι οποίες και οδηγούν στην πυρά πληθώρα αντιγράφων.

Με τα γεγονότα του Β΄ παγκοσμίου πολέμου, της κατοχής και του εμφυλίου η Ελλάδα  χάνει μέρος από την πολιτιστική της αίγλη. Ο «Επιτάφιος», μετά από τον 20χρονο παραγκωνισμό του, είναι έτοιμος να δώσει νέα πνοή στην ελληνική ποίηση. Ο Ρίτσος με την επιστροφή του από την εξορία αναδημοσιεύει τα έργα του και στέλνει τον «Επιτάφιο» στον Μίκη Θεοδωράκη με την αφιέρωση «το βιβλίο τούτο κάηκε από τον Μεταξά  στα 1938 κάτω από τους Στύλους του Ολυμπίου Διός».

Ο συνθέτης μελοποιεί τμήμα του έργου στο αυτοκίνητό του περιμένοντας την γυναίκα του να επιστέψει από τα ψώνια της σε ένα παρισινό σούπερ μάρκετ. Σημειώνει με μολύβι τις νότες στο περιθώριο κάθε σελίδας του βιβλίου που του είχε στείλει ο Ρίτσος. Ο Μίκης στέλνει την μουσική σύνθεση στον Μάνο Χατζιδάκη, το Γιάννη Ρίτσο και τον Βύρωνα Σάμιο.

Ο Χατζιδάκης ηχογραφεί την πρώτη λυρική έκδοση με τη φωνή της Νάνας Μούσχουρη. Το αποτέλεσμα δεν ικανοποιεί το Γιάννη Ρίτσο αλλά και τον ίδιο τον Μίκη Θεοδωράκη που βρίσκει τελικά στο πρόσωπο του Γρηγόρη Μπιθικώτση τον τέλειο εκφραστή (**). Ο λαϊκός και αγωνιστικός χαρακτήρας του έργου κάνουν διστακτικό ακόμα και τον ποιητή. Οι αντιδράσεις κυρίως για την επιλογή του ερμηνευτή (***) ήταν έντονες από διανοούμενους και πολιτικούς της εποχής, γιατί μέχρι τότε ο Μπιθικώτσης τραγουδούσε μόνο ρεμπέτικα και λαϊκά τραγούδια.
Το έργο εκδίδεται τελικά το 1961, για πρώτη φορά σε δίσκο 33 στροφών, με τη φωνή (****) του Γρηγόρη Μπιθικώτση.

Το εκπληκτικό αποτέλεσμα και η απολαβή του κόσμου κάνουν τον Γιάννη Ρίτσο να δηλώσει: «Ήμουν λάθος! Ακριβώς εκεί ο Επιτάφιος συνάντησε τους απλούς ανθρώπους. Κι εκείνοι του δόθηκαν με τη σειρά τους. Κατάλαβαν το ποίημα. Το έκαναν δικό τους!».

Ο Γιάννης Ρίτσος δηλώνει στον ίδιο τον Μίκη Θεοδωράκη:«Ήταν τα πρώτα ποιήματα μου που είχαν μελοποιηθεί. Μου έκανε τρομερή εντύπωση, μα είναι δυνατόν η ποίηση να βρει μια πλήρη αντιστοιχία με την μουσική. Μέχρι τίνος έλεγα ότι η κάθε τέχνη είναι αυτάρκης και δεν έχει ανάγκη από την βοήθεια της άλλης. Αλλά όταν έγραψες τον Επιτάφιο και αργότερα φυσικά την Ρωμιοσύνη που ήταν η μεγάλη δόξα σου, είπα πραγματικά ότι εδώ πέρα είναι ένας δρόμος για να πλησιάσει η ποίηση μέσο της μουσικής εκείνους τους ανθρώπους που δεν θα τους πλησίαζε ίσως ποτέ».

Ο Επιτάφιος αποτελεί έργο ξεχωριστό που συνδυάζει μοναδικά  το λαϊκό στοιχείο, την έντεχνη μουσική και την ποίηση. Ήταν η αρχή, το πρώτο βήμα για να έρθει ο Έλληνας κοντά στην ποίηση.

Μέρα Μαγιού μου μίσεψες

Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω,
άνοιξη, γιε, που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω

Στο λιακωτό και κοίταζες και δίχως να χορταίνεις
άρμεγες με τα μάτια σου το φως της οικουμένης

Και με το δάχτυλο απλωτό μου τάδειχνες ένα-ένα
τα όσα γλυκά, τα όσα καλά κι αχνά και ροδισμένα

Και μούδειχνες τη θάλασσα να φέγγει πέρα, λάδι,
και τα δεντρά και τα βουνά στο γαλανό μαγνάδι

Και τα μικρά και τα φτωχά, πουλιά, μερμήγκια, θάμνα,
κι αυτές τις διαμαντόπετρες που ίδρωνε δίπλα η στάμνα.

Μα, γιόκα μου, κι αν μούδειχνες τ’ αστέρια και τα πλάτια,
τάβλεπα εγώ πιο λαμπερά στα θαλασσιά σου μάτια.

Και μου ιστορούσες με φωνή γλυκειά, ζεστή κι αντρίκια
τόσα όσα μήτε του γιαλού δε φτάνουν τα χαλίκια

Και μούλεες, γιε, πως όλ’ αυτά τα ωραία θάναι δικά μας,
και τώρα εσβήστης κ’ έσβησε το φέγγος κ’ η φωτιά μας.

(Από τη σύνθεση «ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ», βλ. συγκεντρωτική έκδοση του Γιάννη Ρίτσου, Ποιήματα (Α’ τόμος, 1978, σ. 168)


Η 1 Μαΐου έχει χαρακτηρισθεί σχεδόν παγκόσμια ημέρα αργίας (αν και είναι απεργία) διατυπώσεων των διεκδικήσεων των εργαζομένων, αφού είναι ταυτισμένη με το εργατικό κίνημα, όταν το 1886 έγιναν οι μεγάλες διαδηλώσεις στο Σικάγο με αίτημα τα τρία οχτάρια: οχτώ ώρες εργασίας, οχτώ ψυχαγωγία και οχτώ ύπνος. Στην Ελλάδα, η απεργία των καπνεργατών του 1936 στη Θεσσαλονίκη βάφτηκε με αίμα που καταγράφηκε, στις εφημερίδες της άλλης ημέρας, με την χαρακτηριστική φωτογραφία της μάνας που θρηνεί πεσμένη στα γόνατα πάνω από το σκοτωμένο της παιδί. Η συγκεκριμένη φωτογραφία ενέπνευσε τον ποιητή Γιάννη Ρίτσο να γράψει τον «Επιτάφιο»: «Μέρα Μαγιού μου μίσεψες/μέρα Μαγιού σε χάνω…» που μελοποίησε ο Μίκης Θεοδώρακης.

(*) Ο Επιτάφιος είναι το πρώτο έργο που παρουσιάζει ο Μίκης Θεοδωράκης μετά την επιστροφή του από το Παρίσι.
(**) Το έργο εκδίδεται και πάλι το 1963 με την Μαίρη Λίντα και τον Μανώλη Χιώτη
(***) Ο Γιάννη Ρίτσος μιλά για τον Γρηγόρη Μπιθικώτση.
(****) Τη φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση συνοδεύει το μπουζούκι του Μανώλη Χιώτη.

Δείτε το αφιέρωμα ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ: Ρίτσος διαβάζει, Μίκης διευθύνει… Ερμηνεύει η Μαρία Φαραντούρη.
Μπορείτε να κατεβάσετε το έργο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑ από εδώ.
Κατεβάστε και ακούστε τις δισκογραφικές παρουσίες του Γιάννη Ρίτσου εδώ.
(melodia.gr, orfeas.gr, ritsosgiannis.blogspot.com/, http://ibisclub.blogspot.com)

Κατερινα Γωγου _ Kανεις δεν θα γλυτωσει

Κατερίνα Γώγου: Kανείς δεν θα γλυτώσει

08:02, 16 Φεβ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/85143

Κανείς δεν θα γλυτώσει.
Κι αυτό το μακέλεμα δε θα’ χει ούτε μισό μισοσβυσμένο Όχι.
Θα βουλιάζουμε – βουλιάζουμε –
κατακόρυφα με 300 και βάλε
σε συφιλιδικά νερά χωρίς τέλος
με αφορισμούς και χτυπήματα στο κεφάλι
απο διαμαντένιους σταυρούς τραβεστί πατέρων
γλείφοντας
υπογράφοντας
ικετεύοντας
και ουρλιάζοντας ξεφτιλισμένα ΝΑΙ ΝΑΙ ΝΑΙ ΝΑΙ

Θα’ ρθει καιρός που θ’ αλλάξουν τα πράματα.

Να το θυμάσαι Μαρία.

Θυμάσαι Μαρία στα διαλείμματα

εκείνο το παιχνίδι

που τρέχαμε κρατώντας τη σκυτάλη –

μη βλέπεις εμένα – μην κλαίς.

Εσύ εισ’ η ελπίδα

άκου θα’ ρθει καιρός

που τα παιδιά θα διαλέγουνε γονιούς

δεν θα βγαίνουν στην τύχη

Δεν θα υπάρχουνε πόρτες κλειστές

με γυρμένους απέξω

Και τη δουλεά θα τη διαλέγουμε

δε θα’ μαστε αλογα

να μας κοιτάνε στα δόντια.

Οι άνθρωποι – σκέψου!-

θα μιλάνε με χρώματα

κι άλλοι με νότες

Να φυλάξεις μοναχά

σε μια μεγάλη φιάλη με νερό

λέξεις κι έννοιες σαν κι αυτές

απροσάρμοστοι – καταπίεση – μοναξιά – τιμή –

κέρδος – εξευτελισμός

για το μάθημα της ιστορίας.

Είναι Μαρία –

δε θέλω να λέω ψέματα –

δύσκολοι καιροί.

Και θα’ ρθουνε κι άλλοι.

Δεν ξέρω – μην περιμένεις κι απο μένα πολλά –

τόσα έζησα τόσα έμαθα τόσα λέω

κι απ’ όσα διάβασα ένα κρατάω καλά :

«Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος».

Θα την αλλάξουμε τη ζωή!

Παρ’ όλα αυτά Μαρία.
(Από τη δεύτερη ποιητική συλλογή της ηθοποιού και ποιήτριας Κατερίνας Γώγου,«Ιδιώνυμο«, Εκδ. Καστανιώτη)

«Πάει.

Αυτό είταν.

Χάθηκε η ζωή μου φίλε

μέσα σε κίτρινους ανθρώπους

βρώμικα τζάμια

κι ανιστόρητους συμβιβασμούς.

‘Αρχισα να γέρνω

σαν εκείνη την ιτιούλα

που σούχα δείξει στη στροφή του δρόμου.

Και δεν είναι που θέλω να ζήσω.

Είναι το γαμώτο που δεν έζησα».

Η Κατερίνα Γώγου γεννήθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου του 1940. Σπούδασε στη δραματική σχολή του Τάκη Μουζενίδη και στις σχολές χορού των Πράτσικα, Ζουρούδη και Βαρούτη. Εργάστηκε από μικρή ηλικία σε παιδικούς θεατρικούς θιάσους και στον κινηματογράφο, κυρίως σε ταινίες της φίνος φιλμ. Όντας πνεύμα ανήσυχο όμως, δεν έμεινε εκεί.
Το αγοροκόριτσο του παλιού ελληνικού κινηματογράφου κυκλοφόρησε στις αρχές της δεκαετίας του 1980 το πρώτο της βιβλίο με τίτλο «Τρία Κλικ Αριστερά». Το ανέμελο κορίτσι του σελιλόιντ κραύγαζε κραυγή μεγάλη, ώριμη γυναίκα πια ηλικιακά και με το πρόσωπο της απελπισίας για δέρμα της. Άνθρωπος υπερκινητικός με μυαλό που δούλευε συνέχεια στο κόκκινο, γνώρισε από νωρίς την μέσα ήττα. Ίσως γι’ αυτό η φωνή της βρήκε τέτοια απήχηση στη νεολαία της εποχής. Ήταν ένα σώμα που έζησε ξέφρενα σχεδόν τα πάντα κι ένα μυαλό που κάηκε τελικά από την ανημποριά του ν’ αντιμετωπίσει το φονικό σύστημα αξιών της εποχής, που επέβαλλε τις ζωές – φωτοτυπίες. Έγινε μια τεράστια κραυγή, μια ηχώ απελπισίας, την οποία, εκείνα τα χρόνια τουλάχιστον, οικειοποιήθηκε κατά το πλείστον ο (ιδεολογικός) χώρος των εξαρχείων.
Ο λόγος της είναι έξω από φόρμες και κυρίως έξω από τα όρια του κινούμενου, κατά των εποχών, ήθους. Ήταν ασυμβίβαστος. Η Κατερίνα, φωνάζει, βρίζει, κλαίει, ουρλιάζει, κομματιάζεται. Αυθεντική όπως ο πόνος. Απόλυτη όπως το αδιέξοδο.
Το 1986, η Κατερίνα έλεγε: «Δεν θέλω να γίνω μελό, δεν πουλάω τα παιδικά μου χρόνια, ούτε τα πρόσφατα… Ελπίζω. Αν δεν ελπίζω εγώ, ποια θα ελπίζει; Είμαι μάχιμη. Ουαί και αλίμονο αν αυτό δεν είναι ναι στη ζωή. Έγραφα γιατί ήταν μια αναγκαιότητα για μένα. Μια κίνηση για να μην αυτοκτονήσω. Τώρα μου έχει περάσει. Δεν θέλω να αυτοκτονήσω, έχω φύγει από αυτό. Αισθάνομαι ανασφαλής γιατί βγαίνω και μιλάω χωρίς να έχω τίποτα, χωρίς να ανήκω πουθενά…»
Η Κατερίνα αποτελεί ένα ξεχωριστό κεφάλαιο στην ελληνική ποίηση. Η αιώνια έφηβος, η οργισμένη, η πιο σπαρακτικά ραγισμένη φωνή της γενιάς της. Μια ποιήτρια που έγραφε για να μην εκραγεί, που είχε κάνει τον πόνο και το παράπονο στίχους, κι αυτοί οι στίχοι ήταν πάνω απ’ όλα αληθινοί.
Όπως έχει ειπωθεί «Η Κατερίνα Γώγου έκανε ποίηση σε μια εποχή που οι άλλοι «ποιητές» έκαναν δημόσιες σχέσεις. Πάνω απ’ όλα ήταν η ίδια ποίηση. Ανάμεσα σε χάπια, ποτά, σβησμένα τσιγάρα, φτωχογειτονιές, προδοσίες…»
Το σίγουρο είναι ότι η Κατερίνα ήταν ένας ασυμβίβαστος άνθρωπος, κάποια που δεν άντεχε όλο αυτό τον πόνο και την αθλιότητα γύρω της, και έβγαζε ποιητικές κραυγές μπας και ξυπνήσουν οι χαρτοφυλακένιοι άνθρωποι. Οι κραυγές της δεν πήγαν χαμένες, αφού όλο και περισσότεροι νέοι άνθρωποι διαβάζουν την ποίησή της, όλο και περισσότεροι αληθινοί άνθρωποι την ανακαλύπτουν.
Η ζωή όμως δεν χαρίζεται… Προσπάθησε να αντιμετωπίσει τα πράγματα ως θεατρίνα. Μόνο που σ’ αυτήν την περίπτωση τη μάσκα τη φορούσε για να αντέχει τον καθρέφτη. Δεν της χαρίστηκε ούτε ο θάνατος. Τη βρήκαν στο δρόμο. Η τελευταία υπερβολική δόση (3 οκτωβρίου του 1993). Από όλες τις προηγούμενες (πόνο, πείνα, απόγνωση, διωγμό) είχε γλυτώσει. Αυτή είναι η Γώγου. Ένας άνθρωπος γεμάτος ζωή αλλά που δεν τον άφησαν να ζήσει, τον πνίξανε. Κατερίνα τουλάχιστον τώρα ελπίζω να είσαι ελεύθερη. «Ξέρω πως ποτέ δε σημαδεύουνε στα πόδια.
Στο μυαλό είναι ο στόχος, το νου σου ε;».
(http://vakxikon.blogspot.com/2007/05/1980.html)

25 ΜΑΪΟΥ
Ένα πρωί θ’ ανοίξω την πόρτα
και θα βγω στους δρόμους
όπως και χτες.
Και δεν θα συλλογιέμαι παρά
ένα κομμάτι από τον πατέρα
κι ένα κομμάτι από τη θάλασσα
-αυτά που μ’ άφησαν-
και την πόλη. Την πόλη που τη σάπισαν.
Και τους φίλους μας που χάθηκαν.
Ένα πρωί θα ανοίξω την πόρτα
ίσα ολόισα στη φωτιά
και θα μπω όπως και χτες
φωνάζοντας «φασίστες!!»
στήνοντας οδοφράγματα και πετώντας πέτρες
μ’ ένα κόκκινο λάβαρο
ψηλά να γυαλίζει στον ήλιο.
Θ’ ανοίξω την πόρτα
και είναι -όχι πως φοβάμαι-
μα να, θέλω να σου πω, πως δεν πρόλαβα
και πως εσύ πρέπει να μάθεις
να μην κατεβαίνεις στο δρόμο
χωρίς όπλα όπως εγώ
– γιατί εγώ δεν πρόλαβα-
γιατί τότε θα χαθείς όπως και εγώ
«έτσι» «αόριστα»
σπασμένη σε κομματάκια
από θάλασσα, χρόνια παιδικά
και κόκκινα λάβαρα.
Ένα πρωί θ’ ανοίξω την πόρτα
και θα χαθώ
με τ΄όνειρο της επανάστασης
μες την απέραντη μοναξιά
των δρόμων που θα καίγονται,
μες την απέραντη μοναξιά
των χάρτινων οδοφραγμάτων
με το χαρακτηρισμό -μην τους πιστέψεις!-
Προβοκάτορας.

Εναντιον. Ντινος Χριστιανοπουλος

Eίμαι εναντίον. Ντίνος Χριστιανόπουλος

20:01, 23 Ιαν 2012 | tvxsteam tvxs.gr/node/82730

Είμαι εναντίον* της κάθε τιμητικής διάκρισης, απ΄ όπου και αν προέρχεται….

Είμαι εναντίον των βραβείων γιατί μειώνουν την αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Βραβεύω σημαίνει αναγνωρίζω την αξία κάποιου κατώτερου μου – και κάποτε πρέπει να απαλλαγούμε από την συγκατάβαση των μεγάλων.

Παίρνω βραβείο σημαίνει παραδέχομαι πνευματικά αφεντικά – και κάποτε πρέπει να διώξουμε τα αφεντικά από την ζωή μας.

Είμαι εναντίον των χρηματικών επιχορηγήσεων, σιχαίνομαι τους φτωχοπρόδρομους που απλώνουν το χέρι τους για παραδάκι. Οι χορηγίες μεγαλώνουν την μανία μας για διακρίσεις και την δίψα μας για λεφτά΄ ξεπουλάνε την ατομική ανεξαρτησία μας.

Είμαι εναντίον των σχέσεων με το κράτος και βρίσκομαι σε διαρκή αντιδικία μαζί του. Πότε μου δεν πάτησα σε υπουργείο, και το καυχιέμαι. Η μόνη μου εξάρτηση από το κράτος είναι η εφορία, που με γδέρνει.

Είμαι εναντίον των εφημερίδων. Χαντακώνουν αξίες, ανεβάζουν μηδαμινότητες, προβάλλουν ημετέρους, αποσιωπούν τους απροσκύνητους΄ όλα τα μαγειρεύουν, όπως αυτές θέλουν. Δεξιές, αριστερές, κεντρώες – όλες το ίδιο σκατό.

Είμαι εναντίον κάθε ιδεολογίας, σε οποιαδήποτε απόχρωση και αν μας την πασέρνουν. Όσο πιο γοητευτικές και προοδευτικές είναι οι ιδέες, τόσο πιο τιποτένια ανθρωπάκια μπορεί να κρύβονται από πίσω τους. Όσο πιο όμορφα τα λόγια τους, τόσο πιο ύποπτα τα έργα τους. Όσο πιο υψηλοί οι στόχοι, τόσο πιο άνοστοι οι στίχοι.

Είμαι, προπάντων, εναντίον κάθε ατομικής φιλοδοξίας, που καθημερινά μας οδηγεί σε μικρούς και μεγάλους συμβιβασμούς. Αν σήμερα κυριαρχούν παραγοντίσκοι και τσανάκια, δεν φταίει μόνο το κωλοχανείο΄ φταίνε και οι δικές μας παραχωρήσεις και αδυναμίες. Αν πιάστηκε η μέση του οδοκαθαριστή, φταίμε και εμείς που πετούμε το τσιγάρο μας στο δρόμο. Κι αν η λογοτεχνία μας κατάντησε σκάρτη, μήπως δεν φταίει και η δική μας σκαρταδούρα.

(Kείμενο του 1977, στο περιοδικό ΔΙΑΓΩΝΙΟΣ, αρ. 1, Ιανουάριος – Απρίλιος 1979)

Την πρόθεσή του να μην παραλάβει το βραβείο του Υπουργείου Πολιτισμού όπως και το χρηματικό έπαθλο που το συνοδεύει γνωστοποίησε σήμερα, ο ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος. Η αντίδραση του ήταν άμεση μόλις έγινε γνωστή η είδηση της βράβευσής του με το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων για το σύνολο του έργου του. «Δεν θα εμφανιστώ ούτε θα απλώσω το χέρι για να το πάρω. Δεν θέλω ούτε τα βραβεία ούτε τα λεφτά τους». Κατ’ αυτόν τον τρόπο σχολίασε στο ΑΠΕ- ΜΠΕ τη διάκρισή του, ο 81χρονος ποιητής της Θεσσαλονίκης Ντίνος Χριστιανόπουλος, παραπέμποντας στο παραπάνω κείμενό του με τον εμβληματικό τίτλο «Εναντίον»*.


——————-

Ποιητής, πεζογράφος, φιλόλογος καὶ κριτικὸς, o Ντίνος Χριστιανόπουλος (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Κωνσταντίνου Δημητριάδη) γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1931. Φοίτησε στο τμήμα Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και από το 1958 ως το 1965 εργάστηκε ως βιβλιοθηκάριος στη Δημοτική Βιβλιοθήκη της πόλης. Παράλληλα το 1958 ίδρυσε και ανέλαβε υπό τη διεύθυνσή του το περιοδικό «Διαγώνιος», που κυκλοφόρησε ως το 1983 με ολιγόχρονες παύσεις.

Το 1962 δημιούργησε τις «Εκδόσεις της Διαγωνίου» και από το 1965 εργάστηκε ως διορθωτής και επιμελητής. Το 1974 ίδρυσε τη Μικρή Πινακοθήκη της Διαγωνίου που έχει ως στόχο την προβολή νέων καλλιτεχνών της συμπρωτεύουσας, με στενούς συνεργάτες του Κάρολο Τσίζεκ και Νίκο Νικολαΐδη. Την πρώτη του εμφάνιση στη λογοτεχνία πραγματοποίησε το 1949 με τη δημοσίευση του ποιήματος «Βιογραφία» στο περιοδικό της Θεσσαλονίκης «Μορφές».

Τον επόμενο χρόνο κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Εποχή των ισχνών αγελάδων».

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος τοποθετείται ανάμεσα στους σημαντικότερους ποιητές της ομάδας που είναι γνωστή ως «Κύκλος της Διαγωνίου» και κινήθηκε στο πλαίσιο του ομώνυμου περιοδικού που ο ίδιος ίδρυσε (Νίκος – Αλέξης Ασλάνογλου, Γιώργος Ιωάννου, Τάσος Κόρφης, Βασίλης Καραβίτης κ.α.). Η ποίησή του χαρακτηρίζεται από έντονα ερωτική διάθεση και επιρροές από το έργο του Κωνσταντίνου Καβάφη. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Ντίνου Χριστιανόπουλου βλ. Ζήρας Αλεξ., «Χριστιανόπουλος Ντίνος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 9β. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1988. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Και τι δεν κάνατε για να με θάψετε

όμως ξεχάσατε πως ήμουν σπόρος.

(Μικρά ποιήματα από τη συλλογή »Το κορμί και το σαράκι»)

Επιλογή από ποιήματά του:
Ενός λεπτού σιγή (Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπό σας)
Ιθάκη (Δεν ξέρω αν έφυγα από συνέπεια)
Απολογισμός της μοναξιάς (Σπασμένες μέσα μου εικόνες ανταπόκρισης)
Βρόχος (Τώρα που σ’ έχω διαγράψει απ’ την καρδιά μου)
Εκείνοι που μάς παίδεψαν (Εκείνοι που μας παίδεψαν βαραίνουν μέσα μας πιο πολύ)
Έρωτας (Να σου γλείψω τα χέρια, να σου γλείψω τα πόδια)
Με κατάνυξη (‘Ελα να ανταλλάξουμε κορμί και μοναξιά)
Όταν σε περιμένω (‘Οταν σε περιμένω και δεν έρχεσαι)
Τέλος (Τώρα που βρήκα πια μιαν αγκαλιά)
Εγκαταλείπω την ποίηση (Εγκαταλείπω την ποίηση δε θα πει προδοσία)
Η θάλασσα (Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα)
Μικρά ποιήματα από «Το κορμί και το σαράκι»
Επικίνδυνη μοναξιά (Όταν τις νύχτες τριγυρνώ στη μοναξιά μου)
Αναστολή (Ό,τι ονειρεύτηκα τόσα και τόσα βράδια)
Eκείνοι που μας παίδεψαν (Εκείνοι που μας παίδεψαν βαραίνουν μέσα μας πιο πολύ)
Ενός λεπτού σιγή (Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπό σας)
Το δάσος (Δεν ξεριζώνονται οι νύχτες από μέσα μας)
Ο φωτογράφος (Σ΄ αυτήν εδώ τη γειτονιά / σ΄ αυτά εδώ τα μέρη)
Τί να τα κάνω τα τραγούδια σας (…ποτέ δε λένε την αλήθεια)
Ιθάκη (Δεν ξέρω αν έφυγα από συνέπεια)
Απολογισμός της μοναξιάς (Σπασμένες μέσα μου εικόνες ανταπόκρισης)
Βρόχος (Τώρα που σ΄ έχω διαγράψει απ΄ την καρδιά μου)
Έρωτας (Να σου γλείψω τα χέρια, να σου γλείψω τα πόδια)
Με κατάνυξη (Έλα ν΄ ανταλλάξουμε κορμί και μοναξιά)
Όταν σε περιμένω (Όταν σε περιμένω και δεν έρχεσαι)
Τέλος (Τώρα που βρήκα πια μιαν αγκαλιά)
Εγκαταλείπω την ποίηση (Εγκαταλείπω την ποίηση δε θα πει προδοσία)
Η θάλασσα (Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα)
Μικρά ποιήματα από «Το κορμί και το σαράκι»

39 ποιήματα :
Το πεινασμένο σκυλί (Μια διαδήλωση κατεβαίνει στην Τσιμισκή)
Υπογεγραμμένη (Μην καταργείτε την υπογεγραμμένη)
Μαγδαληνή (Τον ξεχώρισα μόλις τον είδα, ήμουνα τακτική στα κηρύγματά του)
Στο δρόμο της Δαμασκού (Αδύνατο να δούμε τίποτε∙ μόνο ακούγαμε)
Σαββάτο βράδυ (απ’ το Βαρδάρι ως το Συντριβάνι)
Τσαϊράδα (Εδώ δεν είναι τόπος να πλαγιάσουμε)
Ένας ευήθης μαλώνει  τα δέντρα (Δε λέω, έχετε δίκιο. Όμως κι εσείς τι κάνατε ως τώρα για ν’ αποτρέψετε τις πυρκαγιές;)
Τι κέρδισα (Δυο χρόνια τώρα έδινα, και τίποτα δεν έπαιρνα)
Τύψεις (Όσο περνούν οι μέρες και μακραίνει)
Εκείνοι που μας παίδεψαν (Εκείνοι που μας παίδεψαν βαραίνουν μέσα μας πιο πολύ)
Το δάσος (Δεν ξεριζώνονται οι νύχτες από μέσα μας)
Εγκαταλείπω την ποίηση (Εγκαταλείπω την ποίηση δε θα πει προδοσία)
Τι γυρεύω (Τι γυρεύω εγώ σ’ αυτές τις νύχτες)
Το απόγευμα (Ήταν ωραίο εκείνο το απόγευμα με την ατέλειωτη συζήτηση στο πεζοδρόμιο)
[νέες συλλήψεις] (Θανάση, γιατί έκοψες το άλφα από μπροστά;)
Όλο και πιο πολύ (Στους ανεπαίσθητους ψιθύρους της εσπέρας)
Νύχτα, χάρισέ μου ένα κορμί (…να χορτάσω κι απόψε την έξαψή μου)
Το πάρκο (Παροπλισμένα γεροντάκια και νταντάδες)
Αποστρατευμένοι (Τώρα δεν έχει πια ΕΣΑ)
Με κατάνυξη (Έλα να ανταλλάξουμε κορμί και μοναξιά)
Όταν σε περιμένω (Όταν σε περιμένω και δεν έρχεσαι)
Το αιώνιο παράπονο (Ό,τι κι αν κάνει το δοντάκι του γραμμόφωνου)
Εγνατία (Με τσάκισε κι απόψε η Εγνατία)
Η φυσαρμόνικα (Μες στα ψυχρά παγωμένα γραφεία)
Το έγκλημα της μοναξιάς (Κάθε που πέφτει επικίνδυνα το βράδυ)
Κακόφημη συνοικία (Κάθε λίγο και λιγάκι βγαίνει στο μπαλκόνι της και τινάζει)
Απολογισμός της μοναξιάς (Σπασμένες μέσα μου εικόνες ανταπόκρισης)
Τέλος (Τώρα που βρήκα πια μιαν αγκαλιά)
Βρόχος (Τώρα που σ’ έχω διαγράψει απ’ την καρδιά μου)
Ρήμαγμα (Τις παγωμένες νύχτες)
Η κακιά στιγμή («Τα μάθατε; Ο τάδε το και το»)
Έρωτας (Το χειμώνα χωνόμασταν σ’ ένα γιαπί)
Night Club (Κάθε φορά που έρχεται ο στόλος)
Χριστούγεννα (Φυσούσε ένας διαβολεμένος βαρδάρης)
Κατατρέχουν τη γραφικότητα (Ήρθαν κύριοι με τσάντες και μεζούρες)
Ανοίγεις και κλείνεις σα λουλούδι (Έρχομαι — μουδιασμένος με υποδέχεσαι)
Μικρά ποιήματα (Φίλος ποιητής, διευθυντής εταιρείας)
Όσο με πληγώνεις (Ολόκληρος στον έρωτα δοσμένος)
Από το αφιέρωμα του translatum.gr στους ποιητές της Θεσσαλονίκης

Δύο μικρά πεζά:
Ιπποκλείδης (Μια φορά κι έναν καιρό, εδώ και δυόμιση χιλιάδες χρόνια, ήταν ένας βασιλιάς που τον έλεγαν Κλεισθένη, κι ήθελε να παντρέψει τη μοναχοκόρη του)
Ανταπόκριση (Ένα πρωί ξύπνησα με πολύ κέφι. Βγήκα στο μπαλκόνι του κήπου κι έριξα μια ματιά στα δέντρα)
Οπτικοακουστικό υλικό:
Η εκπομπή ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ αφιερωμένη στον ποιητή από το ψηφιακό αρχείο της ΕΡΤ.
Ο Χριστιανόπουλος διαβάζει Χριστιανόπουλο από το indymedia.
(πηγή www.sarantakos.com)

Μην ξεχνάς

όταν σε λέω λεβεντιά
μην ξεχνάς πως είσαι μαλάκας

όταν σε λέω γλύκα μου
μην ξεχνάς τι ξυλάγγουρο είσαι

όταν μου λες πως μ’αγαπάς
μην ξεχνάς τα παζάρια που προηγήθηκαν

και μη θαρρείς πως είσαι τίποτα
επειδή σε προσκυνώ

Ντίνος Χριστιανόπουλος
Από τη συλλογή »Το κορμί και το σαράκι»

Νικηφορος Βρεττακος

θέλεις να σου εμπιστευτώ κάτι; Νικηφόρος Βρεττάκος

00:01, 07 Ιαν 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/81215

(5.6.1962) – Τι είναι αυτός ο μακρύς μονόλογος, που νοιώθω μέσα μου σήμερα το πρωί και που φαντάζομαι πως θάπιανε πολλά φύλλα χαρτιού αν τον έγραφα; Αλήθεια, είναι στιγμές που νοιώθω μια περίεργη αγάπη για το άσπρο αυτό ριγωμένο χαρτί, που το χέρι μου ακουμπά πάνω του και η ψυχή μου υπαγορεύει. Σα να αποθέτω πάνω του ένα μέρος από τον εαυτό μου και προσέχω και αγαπώ το μέρος που τον αποθέτω, όπως αγαπάει κανείς ένα κομμάτι γης που το φυτεύει με δέντρα ή με λουλούδια. Αγαπώ αυτό το χαρτί σαν ένα κομμάτι γης και περισσότερο από ένα κομμάτι γης, γιατί γίνεται ένα με την ψυχή μου.

Γι’ αυτό κι’ αγοράζω πολύ χαρτί μην τυχόν και μου λείψει σε καμμιά στιγμή κι’ αρχίσει το χέρι μου και τρέμει και δεν ξέρω τι να τον κάνω τον εαυτό μου, όπως σήμερα που νοιώθω μέσα μου πολύ νερό, πολλές κουβέντες και το χαρτί μοιάζει με τη σκαμμένη πέτρα, μοιάζει με το λίκνο, μοιάζει με τη λήκυθο, μοιάζει με τη σπηλιά που καταφεύγει ένα άγριο ζώο για να γεννήσει, μοιάζει με το σπάργανο. Αυτή την αγάπη την ένοιωθα αλλά δεν την είχα σκεφτεί κι’ ακόμη δεν είχα σκεφτεί πως αυτό το χαρτί στάθηκε η μεγάλη συντροφιά της ζωής μου. Αντικρυζόμουνα μαζί του, ιδίως το πρωί, αντικρυζόμουνα τη νύxτα, κάθε μέρα αντικρυζόμουνα και κανείς άλλος, ομολογώ, δεν με είδε να xαμογελώ ή να κλαίω κατά τη διάρκεια της συντροφιάς ή της συνεργασίας μας.

Ανατρέχω στο παρελθόν, ανατρέχω στα παιδικά μου χρόνια. Ήμουνα δώδεκα χρονών, καλοκαίρι, κατοικούσα σε μια μοναξιά. «Τι να σου φέρω γιε μου από το χωριό», μού ‘λεγε η μητέρα μου. «Χαρτί». «Πάλι χαρτί;» Κι’ έσκυβα πάνω του, όπως σκύβει κανείς πάνω σ’ ένα αγαπημένο πρόσωπο. Ο αέρας κουνούσε τη φλόγα του λυχναριού, σκιές σάλευαν στο χαρτί και το αγαπούσα χωρίς να το ‘χω σκεφτεί κι’ έπρεπε να το αγαπώ και να το ‘χω σκεφτεί, αφού σ’ αυτό μόνον εμπιστευόμουν τα μυστικά μου, σ’ αυτό, όχι στη μητέρα μου, όχι στ’ αδέρφια μου, όχι σε κανέναν άλλο, όχι στους φίλους μου, που δεν ήταν τότε παρά λουλουδάκια, περαστικά σύννεφα, θάμνοι, μικροί σκαραβαίοι και πασχαλίτσες.

(6-7-1962) – Όλες αυτές τις μέρες το χέρι μου, δεν έμεινε μακρυά από το χαρτί. Κάθε τόσο ακουμπούσε πάνω του, το θώπευε αναποφάσιστο. Κάτι έβρισκε να διορθώσει, να αλλάξει μια λέξη, να προσθέσει μια λέξη. Ωστόσο δεν άρχιζε κάτι άλλο. Κινιόταν όπως το εκκρεμές. Δεν σταμάτησε, δεν αποσύρθηκε, δεν του έλειψε η φωτιά. Καμμιά φορά η σιωπή, το xαμόγελο, υποτάσσουν το xέρι, το πείθουν να συμμετάσχει κι’ αυτό στις σιωπηλές ζυμώσεις της προπαρασκευής. Μιας προπαρασκευής που και τότε, κατά τη διάρκειά της, δεν σταματάει τίποτα. Το καμίνι εξακολουθεί να καίει, το αίμα διοχετεύεται κανονικά, το αίμα εξακολουθεί να καίγεται κανονικά.

Η μικρή φλόγα, όπως συμβαίνει κάποτε με μερικές καμινάδες, σαλεύει στο χρόνο.

(8-10-1962) – Χτες βράδυ άκουγα χτύπους μέσα μου. Χτύπους ζωντανού πλάσματος. Είχα την εντύπωση πως κάτι ήταν κοντά σε μια πόρτα, έτοιμο να βγει και την εντύπωση πως εγώ ο ίδιος ήμουν μπροστά σε μια πόρτα που θα άνοιγε. Η λέξη φως επανέρxονταν στο μυαλό μου, ή καλλίτερα το φως επανέρxονταν μέσα μου σαν αίσθηση που αναγκαστικά έπειτα γίνονταν λέξη.

Φως: η κορυφαία του χορού των λέξεων της ψυχής μου, που ζητούσε να συνδεθεί με τις άλλες λέξεις.

Κάθισα αρκετή ώρα στο πάρκο, μόνος, χωρίς να νοιώθω την ψύχρα, προσηλωμένος σ’ αυτό που γίνονταν μέσα μου. Οι φυλλωσιές των δέντρων κρέμονταν πάνω μου, η νύχτα ήταν προχωρημένη. Σηκώθηκα όρθιος. Ένοιωθα ελαφρύς κι’ ένοιωθα την ψυχή μου νάχει ανυψωθεί μέσα μου. Οι κινήσεις της μου θύμιζαν τις κινήσεις του ευλύγιστου γερακιοϋ πάνω από τον Ταΰγετο.

Μια νύχτα ακόμη, μια μέρα ακόμη, θέλεις να σου εμπιστευτώ κάτι; Μου φαίνεται πως οι νύχτες μου και οι μέρες μου δεν κόβονται από το χρόνο μου.

Νικηφόρος Βρεττάκος
(Απόσπασμα από το βιβλίο «Ενώπιος ενωπίω» εκδ. Τρία φύλλα, 1991)

————————-

Πικραμένος ἀναχωρητής

Θὰ φύγω σὲ ψηλὸ βουνό, σὲ ριζιμιὸ λιθάρι
νὰ στήσω τὸ κρεβάτι μου κοντὰ στὴ νερομάνα
τοῦ κόσμου ποὺ βροντοχτυποῦν οἱ χοντρὲς φλέβες τοῦ ἥλιου,
ν᾿ ἁπλώσω ἐκεῖ τὴν πίκρα μου, νὰ λυώσει ὅπως τὸ χιόνι.
Μὴν πιάνεσαι ἀπ᾿ τοὺς ὤμους μου καὶ στριφογυρίζεις
ἄνεμε!
φεγγαράκι μου!
Καλέ μου!
Αὐγερινέ μου!
Φέξε τὸ ποροφάραγκο! Βοήθα ν᾿ ἀνηφορήσω!
Φέρνω ζαλιὰ στὶς πλάτες μου τὰ χέρια τῶν νεκρῶν!
Στὴ μιὰ μεριὰ ἔχω τὰ ὄνειρα, στὴν ἄλλη τὶς ἐλπίδες!
Κι ἀνάμεσα στὶς δυὸ ζαλιὲς τὸ ματωμένο στέφανο!
Μὴ μὲ ρωτᾷς καλέ μου ἀϊτέ, μὴ μὲ ξετάζεις ἥλιέ μου!
Ρίχτε στὸ δρόμο συνεφιὰ νὰ μὴ γυρίσω πίσω!
Κυττάχτηκα μὲς στὸ νερό, ἔκατσα καὶ λογάριασα,
ζύγιασα τὸ καλὸ καὶ τὸ κακὸ τοῦ κόσμου. Κι ἀποφάσισα,
νὰ γίνω τὸ μικρότερο ἀδερφάκι τῶν πουλιῶν!

————————-

Ο Νικηφόρος Βρεττάκος (1912-1991) γεννήθηκε στο χωριό Κροκεές της Λακωνίας, δευτερότοκος γιος του Κωνσταντίνου Βρεττάκου και της Ευγενίας, το γένος Παντελεάκη. Τα μαθητικά του χρόνια πέρασε στις Κροκεές και το Γύθειο (το 1927 αποφοίτησε από το Ελληνικό Σχολείο του Γυθείου). Το 1928, σε ηλικία δεκάξι μόλις χρόνων, έδωσε δύο διαλέξεις στην Εμπορική Λέσχη Γυθείου με θέμα Χριστιανισμός – Μαρξισμός. Το 1929 έφυγε για την Αθήνα για να σπουδάσει, δεν τα κατάφερε όμως, κυρίως λόγω οικονομικής ανέχειας (είχε προηγηθεί ασθένεια και χρεοκοπία του πατέρα του). Εγκαταστάθηκε στα Κάτω Πατήσια και με τη βοήθεια του παιδικού του φίλου Θαλή Στ. Κουτούπη προσλήφθηκε στην εταιρεία υδραυλικών έργων αποξήρανσης του έλους Τιρνάσου στη Λακωνία. Από το 1930 ως το 1931 έκανε διάφορες περιστασιακές, χειρωνακτικές κυρίως δουλειές για να κερδίσει τα προς το ζην, ενώ παράλληλα στράφηκε στη μελέτη από καθαρά προσωπικό ενδιαφέρον. Το 1932 κατατάχθηκε στο στρατό στην Τρίπολη για τέσσερις μήνες (καθώς ήταν προστάτης πολυμελούς οικογένειας).

Το 1934 εργάστηκε ως γραφέας στις γενικές αποθήκες στρατού στον Πειραιά. Εκεί γνωρίστηκε με την Καλλιόπη Αποστολίδη, την οποία παντρεύτηκε τον ίδιο χρόνο και με την οποία απέκτησε μια κόρη τη Τζένη και ένα γιο τον Κώστα. Το 1935 εργάστηκε στα Μεταξουργία Νέας Ιωνίας και ένα χρόνο αργότερα ως ιδιωτικός υπάλληλος και ως εργάτης υφαντουργείου. Το 1938 διορίστηκε στο Υπουργείο Εργασίας με παρέμβαση του φίλου του Θέμου Αμουργή. Το 1940 στρατεύτηκε στην πρώτη γραμμή και κινδύνεψε να σκοτωθεί στο ύψωμα της Κλεισούρας. Το 1941 μετά από διάλυση του Συντάγματος στο οποίο υπηρετούσε επέστρεψε στην Αθήνα με τα πόδια. Η ημερολογιακές σημειώσεις του από αυτή την περίοδο αποτέλεσαν τη βάση του βιβλίου του Το αγρίμι. Από το 1942 ως το 1944 συμμετείχε ενεργά στην Εθνική Αντίσταση, οργανώθηκε στο Ε.Α.Μ. και γράφτηκε στο Κ.Κ.Ε. Την περίοδο εκείνη πέθανε ο πατέρας του και η ταφή του έγινε στην Πλούμιτσα. Το 1946 προσλήφθηκε ως γραφέας στον Οικονομικό Συνεταιρισμό Εκτελωνιστών του Πειραιά.

Τον ίδιο χρόνο υπέγραψε τη διαμαρτυρία των ελλήνων λογοτεχνών “Προς τη Δ’ Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων και τη Διεθνή Κοινή Γνώμη: Περί εκτάκτων μέτρων κατά των επιβουλευομένων την Δημοσίαν Τάξιν και την ακεραιότητα της χώρας”. Το 1948 γνωρίστηκε με τον Άγγελο Σικελιανό, φίλο του μέχρι το τέλος της ζωής του. Το 1958, μετά το ταξίδι του στη Ρωσία κυκλοφόρησε το βιβλίο του Ο ένας από τους δύο κόσμους, με αφορμή το οποίο κατηγορήθηκε (μαζί με τους Γιάννη Ρίτσο και Μάρκο Αυγέρη) για παράβαση του Ν.509. Το 1949 εξέδωσε το λυρικό δοκίμιο Δυο άνθρωποι μιλούν για την ειρήνη του κόσμου, εξαιτίας του οποίου διαγράφτηκε από το Κ.Κ.Ε. και απομακρύνθηκε από το περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα, στο οποίο ήταν τότε διευθυντής. Τότε γνωρίστηκε με την Τατιάνα Γκρίτση – Μilliex και το Roger Milliex, με τους οποίους συνδέθηκε φιλικά. Το 1954 η γυναίκα του απολύθηκε από τη θέση της στον Ο.Λ.Π. λόγω των πολιτικών της φρονημάτων. Κατά το σχολικό έτος 1955-1956 αναγκάστηκε να εργαστεί σε σχολείο των Ιωαννίνων. Μετά από προσφυγή στο Συμβούλιο Επικρατείας επέστρεψε στην παλιά της θέση. Το 1955 ο Βρεττάκος εκλέχτηκε στο Δήμο Πειραιά (1955-1959).

Σημαντική υπήρξε η συμβολή του από τη θέση αυτή στην πολιτιστική αναβάθμιση της πόλης (ίδρυση Πειραϊκού Θεάτρου του Δημήτρη Ροντήρη, Ιστορικού Αρχείου, Φιλαρμονικής Πειραιώς, Δημοτικής Πινακοθήκης). Το 1957 ταξίδεψε στη Σοβιετική Ένωση μαζί με τους Στρατή Μυριβήλη, Άγι Θέρο, Λ.Κουκούλα κ.α. στα πλαίσια της Παγκόσμιας Συνάντησης Δημοκρατικής Νεολαίας, προσκεκλημένος των σπουδαστών της Μόσχας. Στη Μόσχα γνωρίστηκε με τη γυναίκα του Μαξίμ Γκόρκυ. Το 1961 επισκέφτηκε τον τάφο του πατέρα του στην Πλουμίτσα. Το 1962 διαλύθηκε ο Συνεταιρισμός Εκτελωνιστών και ο Βρεττάκος έμεινε άνεργος. Το 1964 εργαζόταν ως ιματιοφύλακας στο Εθνικό Θέατρο με παρέμβαση του Λουκή Ακρίτα. Μετά το πραξικόπημα του 1967 ο Βρεττάκος αυτοεξορίστηκε στην Ελβετία από όπου ταξίδεψε ανά την Ευρώπη (Βουκουρέστι, Βενετία, Δαλματικές ακτές, Ζάγκρεμπ, Ρώμη, Παρίσι, Βirmingham, Λονδίνο, Παλέρμο, Μόναχο). Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Ευρώπη συμμετείχε σε ραδιοφωνικές εκπομπές και σε φεστιβάλ ποίησης, τιμήθηκε από τα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, και επεξεργάστηκε το αυτοβιογραφικό κείμενο Οδύνη που εκδόθηκε το 1969 στη Νέα Υόρκη.

Στην Ελλάδα επέστρεψε το 1974 και εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα. Το καλοκαίρι του 1991 επισκέφτηκε την Πλούμιτσα με τη γυναίκα, την κόρη του και την οικογένειά της. Εκεί πέθανε τον Αύγουστο από καρδιακή ανακοπή. Η κηδεία του έγινε στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών με δημόσια δαπάνη. Η πρώτη εμφάνιση του Νικηφόρου Βρεττάκου στο χώρο της λογοτεχνίας πραγματοποιήθηκε το 1929 με τη δημοσίευση κάποιων πρωτόλειων ποιημάτων του από τα μαθητικά του χρόνια με τίτλο Κάτω από σκιές και φώτα (εκδόθηκαν το 1933). Ως το 1940 εξέδωσε έξι συλλογές, τις οποίες συγκέντρωσε στον τόμο Γκριμάτσες του ανθρώπου. Ακολούθησαν πολλές ποιητικές συλλογές ως το 1951 (χρονιά θεωρούμενη ως δεύτερο ορόσημο στην καλλιτεχνική του πορεία), που εξέδωσε το δεύτερο συγκεντρωτικό τόμο με ποιήματά του με τίτλο Τα ποιήματα 1929-1951. Από την περίοδο αυτή αναφέρουμε ενδεικτικά την ποιητική συλλογή του Πλούμιτσα (1950), ενδεικτική της στροφής του Βρεττάκου από το νεανικό λυρισμό προς την απλή και έντονα δραματική γραφή.

Ακολούθησε η τρίτη και ωριμότερη περίοδος της δημιουργίας του, όπου επιχείρησε μια εξισορρόπηση των λυρικών και δραματικών στοιχείων στην υπηρεσία του ηθικού και κοινωνικού προβληματισμού του. Σημειώνονται τα έργα του Στον Ρόμπερτ Όπενχάιμερ (1954), Το βάθος του κόσμου (1961), Ο διακεκριμένος πλανήτης (1983), Συνάντηση με τη θάλασσα (1991). Ασχολήθηκε επίσης με την πεζογραφία , την κριτική (το 1960 εξέδωσε τη μελέτη Νίκος Καζαντζάκης. Η αγωνία του και το έργο του ) και τη δημοσιογραφία. Από το 1946 ως το 1949 εργάστηκε στο περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα (αρχικά στη στήλη του βιβλίου, στη συνέχεια ως αρχισυντάκτης, εκδότης και διευθυντής). Ακολούθησαν συνεργασίες του με τα περιοδικά και τις εφημερίδες Προοδευτική Αλλαγή (1951, με το ψευδώνυμο Θυμόσοφος), Ελληνικά Χρονικά (1952-1954), Επιθεώρηση Τέχνης (1956), Ανεξάρτητος Τύπος (1958), Επιστήμη και Ζωή (1959), Δρόμοι της Ειρηνης (1961), Κόσμος (1962), Ελευθεροτυπία (1975).

Τιμήθηκε με το Πρώτο Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1940, 1956, 1982), το βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών (1974), το βραβείο Knocken και το βραβείο της Εταιρείας Σικελικών Γραμμάτων και Τεχνών (1980), το Αριστείο Γραμμάτων από την Ακαδημία Αθηνών (1982), το βραβείο του τίμιου Σταυρού του Απόστολου και Ευαγγελιστού Μάρκου από του Πατριαρχείο Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής (1984), το μετάλλιο Χρυσός Πήγασος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών (1989). Υπήρξε μέλος της κριτικής επιτροπής του διαγωνισμού των Νέων Ελλήνων Λογοτεχνών. Προτάθηκε τέσσερις φορές για το βραβείο Νοbel λογοτεχνίας Τιμήθηκε από πολλούς δήμους ανά την Ελλάδα, ανακηρύχτηκε επίτιμος πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών μαζί με το Γιάννη Ρίτσο και το Γιώργο Βαλέτα (1984), επίτιμος Πρόεδρος της Εταιρείας Γραμμάτων και Τεχνών του Πειραιά, επίτιμο μέλος του Παρνασσού , μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, επίτιμος διδάκτωρ του Τμήματος Φιλολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (1991). Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Νικηφόρου Βρεττάκου βλ. Αργυρίου Αλεξ., «Βρεττάκος Νικηφόρος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 2. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1984 και Κακούρου – Χρόνη Γεωργία, «Χρονολόγιο Νικηφόρου Βρεττάκου», Μνήμη του ποιητή Νικηφόρου Βρεττάκου (1912-1991) · επιμ. Π.Δ. Μαστροδημήτρης, σ.15-38. Αθήνα, 1993. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

To εθνος να λυπαστε… Καλιλ Γκιμπραν

Το έθνος να λυπάστε… Καλίλ Γκιμπράν

07:12, 05 Δεκ 2011 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/77833

Το έθνος να λυπάστε αν φορεί ένδυμα που δεν το ύφανε.
Ψωμί αν τρώει αλλά όχι απ’ τη σοδειά του.
Κρασί αν πίνει, αλλά όχι από το πατητήρι του.
Το έθνος να λυπάστε που δεν υψώνει τη φωνή παρά μονάχα στη πομπή της κηδείας.
Που δεν συμφιλιώνεται παρά μονάχα μες τα ερείπιά του.
Που δεν επαναστατεί παρά μονάχα σαν βρεθεί ο λαιμός του ανάμεσα στο σπαθί και την πέτρα.
Το έθνος να λυπάστε που έχει αλεπού για πολιτικό, απατεώνα για φιλόσοφο, μπαλώματα και απομιμήσεις είναι η τέχνη του.
Το έθνος να λυπάστε που έχει σοφούς από χρόνια βουβαμένους. «Kαλίλ Γκιμπράν, «ο Κήπος του Προφήτη» – 1923

O Kahlil ή Khalil Gibran (1883-1931), ποιητής, στοχαστής και ζωγράφος, που έγινε ευρύτερα γνωστός με το βιβλίο του «Ο προφήτης», γεννήθηκε στο Bsharri του Λιβάνου από φτωχή οικογένεια μαρωνιτών χριστιανών.

Το 1895 η οικογένειά του αναγκάστηκε να μεταναστεύσει στις Ηνωμένες Πολιτείες, μετά τη φυλάκιση του πατέρα του και τη δήμευση της περιουσίας του από τις οθωμανικές αρχές, και εγκαταστάθηκε στη Βοστώνη, περιοχή όπου υπήρχε μεγάλη κοινότητα λιβανέζων. Επειδή δεν είχει πάει καθόλου σχολείο, λόγω των οικονομικών δυσκολιών των παιδικών του χρόνων (είχε διδαχθεί τα αραβικά στο σπίτι), γράφτηκε στο αγγλόφωνο σχολείο-γυμνάσιο της περιοχής. Το 1898 επέστρεψε στη Βηρυτό, όπου γράφτηκε στο κολέγιο και παρέμεινε για τέσσερα χρόνια για να επανασυνδεθεί με τις πολιτισμικές του ρίζες. Εν τω μεταξύ, η ικανότητά του στη ζωγραφική είχε ήδη συγκεντρώσει το ενδιαφέρον του αβάν-γκαρντ φωτογράφου, καλλιτέχνη και εκδότη της Βοστώνης Fred Holland Day, που τον ενθαρρύνει στις προσπάθειές του.

Το 1904 οργανώνει την πρώτη του έκθεση ζωγραφικής στη Βοστώνη, κατά τη διάρκεια της οποίας γνωρίζεται με την οκτώ χρόνια μεγαλύτερή του Mary Elizabeth Haskell, με την οποία θα συνδεθεί με φιλία για όλη του τη ζωή. Το 1908 πηγαίνει στο Παρίσι για να μαθητεύσει για δύο χρόνια κοντά στον Αύγουστο Ροντέν, όπου γνωρίζεται με τον, επίσης πιστό φίλο του, γλύπτη Youssef Howayek. Ενώ τα πρώτα έργα του Γκιμπράν είναι γραμμένα στα αραβικά, τα περισσότερα έργα του μετά το 1918 είναι γραμμένα απευθείας στα αγγλικά. Σαν συγγραφέας, θα επιχειρήσει με την πένα του να γεφυρώσει τον πολιτισμό της Ανατολής με αυτόν της Δύσης. Ζώντας στην Αμερική, θα προσπαθήσει, δίκην προφήτη, να διασώσει την ελληνοχριστιανική πολιτισμική παράδοση του ανθρωπισμού, της οποίας η εγκατάλειψη είναι περισσότερο από αισθητή, και, ταυτόχρονα, να επανασυνδέσει τον δυτικό άνθρωπο με τη σοφία που είναι κρυμένη μέσα του.

Ο Γκιμπράν έλαβε μέρος, επίσης, στην κίνηση των «μεταναστών ποιητών» -Al-Mahjar- της Νέας Υόρκης, μαζί με σημαντικούς αμερικανολιβανέζους συγγραφείς όπως οι Ameen Rihani (ο «πατέρας» της λιβανέζικης αμερικανικής λογοτεχνίας), Mikhail Naimy και Elia Abu Madi. Ο Γκιμπράν ξανάγραψε πολλές φορές τον «Προφήτη» -μια σύνθεση 23 ποιητικών στοχασμών- μέχρι να εκδοθεί, τελικά, το 1923. Γραμμένο από τον ίδιο στην αγγλική γλώσσα, είναι το βιβλίο που τον έκανε περισσότερο γνωστό και γνώρισε πολλές επανεκδόσεις. Πέθανε τον Απρίλιο του 1931 στη Ν. Υόρκη από φυματίωση και κίρρωση του ήπατος και θάφτηκε στην πατρίδα του, τον επόμενο χρόνο, από τη Mary Elizabeth Haskell, σύμφωνα με την τελευταία του επιθυμία.

Τα γνωστότερα βιβλία του είναι: «Ara’is al-Muruj» («Νύμφες της κοιλάδας» ή «Νύμφες του πνεύματος», 1906), «al-Arwah al-Mutamarrida» («Επαναστατημένα πνεύματα» ή «Ανυπόταχτες ψυχές», 1908), «al-Ajniha al-Mutakassira» («Σπασμένα φτερά», 1912), «Dam’a wa Ibtisama» («Το δάκρυ και το χαμόγελο», 1914), «The Madman» («Ο τρελός», 1918), «al-Mawakib» («Η λιτανεία», 1919), «al-‘Awasif» («Η θύελλα», 1920), «The Forerunner» («Ο πρόδρομος», 1920), «al-Bada’i’ waal-Tara’if» («The New and the Marvellous»,1923), «The Prophet» («Ο προφήτης», 1923), «Sand and Foam» («Άμμος και αφρός», 1926), «The Son of Man» («Ο γιός του ανθρώπου», 1928), «The Earth Gods» («Οι θεοί της γης», 1929), «The Wanderer» («Ο περιπλανώμενος», 1932), «The Garden of the Prophet» («Ο κήπος του προφήτη», 1933), κ.ά.

Σχετικά Άρθρα:

Σωπα μη μιλας. Του Αζιζ Νεσιν

Σώπα μη μιλάς. Του Αζίζ Νεσίν

02:11, 30 Νοε 2011 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/77547

Σώπα, μη μιλάς , είναι ντροπή
κόψ’ τη φωνή σου
σώπασε επιτέλους
κι αν ο λόγος είναι αργυρός
η σιωπή ειναι χρυσός.

Τα πρώτα λόγια που άκουσα από παιδί
έκλαιγα, γέλαγα, έπαιζα μου λέγανε: «σώπα».

Στο σχολείο μού κρύψαν την αλήθεια τη μισή,
μου λέγανε: «εσένα τι σε νοιάζει; Σώπα!»

Με φιλούσε το πρώτο κορίτσι που ερωτεύτηκα και μου λέγανε:
«κοίτα μην πείς τίποτα, σσσσ… σώπα!»

Κόψε τη φωνή σου και μη μιλάς, σώπαινε.
Κι αυτό βάσταξε μέχρι τα εικοσί μου χρόνια.

Ο λόγος του μεγάλου
η σιωπή του μικρού.

Έβλεπα αίματα στο πεζοδρόμιο,
«Τι σε νοιάζει εσένα;», μου λέγανε,
«θα βρείς το μπελά σου, σώπα».

Αργότερα φωνάζανε οι προϊστάμενοι
«Μη χώνεις τη μύτη σου παντού,
κάνε πως δεν καταλαβαίνεις, σώπα»

Παντρεύτηκα, έκανα παιδιά ,
η γυναίκά μου ήταν τίμια κι εργατική και
ήξερε να σωπαίνει.
Είχε μάνα συνετή, που της έλεγε «σώπα».

Σε χρόνια δίσεκτα οι γονείς, οι γείτονες με συμβουλεύανε:
«Μην ανακατεύεσαι, κάνε πως δεν είδες τίποτα. Σώπα»
Μπορεί να μην είχαμε με δαύτους γνωριμίες ζηλευτές,
με τους γειτονες, μας ένωνε, όμως, το Σώπα.

Σώπα ο ενας, σώπα ο άλλος, σώπα οι επάνω, σώπα η κάτω,
σώπα όλη η πολυκατοικία και όλο το τετράγωνο.
Σώπα οι δρόμοι οι κάθετοι και οι δρόμοι οι παράλληλοι.
Κατάπιαμε τη γλώσσά μας.
Στόμα έχουμε και μιλιά δεν έχουμε.
Φτιάξαμε το σύλλογο του «Σώπα».
και μαζευτηκαμε πολλοί,
μία πολιτεία ολόκληρη, μια δύναμη μεγάλη, αλλά μουγκή!

Πετύχαμε πολλά, φτάσαμε ψηλά, μας δώσανε παράσημα,
τα πάντα κι όλα πολύ.
Ευκολα, μόνο με το Σώπα.
Μεγάλη τέχνη αυτό το «Σώπα».

Μάθε το στη γυναίκα σου, στο παιδί σου, στην πεθερά σου
κι όταν νιώσεις ανάγκη να μιλήσεις ξερίζωσε τη γλώσσά σου
και κάν’την να σωπάσει.
Κόψ’ την σύρριζα.
Πέτα την στα σκυλιά.
Το μόνο άχρηστο όργανο από τη στιγμή που δεν το μεταχειρίζεσαι σωστά.

Δεν θα έχεις έτσι εφιάλτες, τύψεις κι αμφιβολίες.
Δε θα ντρέπεσαι τα παιδιά σου και θα γλιτώσεις απο το βραχνά να μιλάς,
χωρίς να μιλάς να λές «έχετε δίκιο, είμαι σαν κι εσάς»
Αχ! Πόσο θα ‘θελα να μιλήσω ο κερατάς.

Και δεν θα μιλάς,
θα γίνεις φαφλατάς ,
θα σαλιαρίζεις αντί να μιλάς .

Κόψε τη γλώσσά σου, κόψ’την αμέσως.
Δεν έχεις περιθώρια.
Γίνε μουγκός.
Αφού δε θα μιλήσεις, καλύτερα να το τολμησεις. Κόψε τη γλώσσά σου.

Για να είσαι τουλάχιστον σωστός στα σχέδια και στα όνειρά μου
ανάμεσα σε λυγμούς και σε παροξυσμούς κρατώ τη γλώσσά μου,
γιατί νομίζω πως θα’ρθει η στιγμή που δεν θα αντέξω
και θα ξεσπάσω και δεν θα φοβηθώ και θα ελπίζω
και κάθε στιγμή το λαρύγγι μου θα γεμίζω με ένα φθόγγο,
με έναν ψιθυρο, με ένα τραύλισμα, με μια κραυγή που θα μου λεει:

Mίλα!

———-

Αζίζ Νεσίν (1916-1995)
Φιλολογικό ψευδώνυμο του Μεχμέτ Νουσρέτ Νεσίν (Αζίζ ήταν το όνομα του πατέρα του).
Γεννήθηκε στη Χάλκη της Κωνσταντινούπολης στις 20 Δεκεμβρίου του 1915. Παιδί μιας φτωχής μικροαστικής οικογένειας, έμεινε ορφανός σε πολύ μικρή ηλικία. Αποφοίτησε από το Στρατιωτικό Λύκειο Kuleli (1935), τη Στρατιωτική Ακαδημία (1937) και τη Στρατιωτική Σχολή Φυσικομαθηματικών Σπουδών (1939). Φοίτησε, επίσης, για δύο χρόνια στη Σχολή Καλών Τεχνών.

Υπηρέτησε ως αξιωματικός για αρκετά χρόνια, όμως το 1945 απομακρύνθηκε από τον στρατό με την κατηγορία της κατάχρησης καθήκοντος και εξουσίας. Έκτοτε, στρέφεται στη λογοτεχνία και τη δημοσιογραφία. Το 1944, δημοσιεύει τα πρώτα του ποιήματα και διηγήματα στο περιοδικό Milliyet, ενώ παράλληλα αρθρογραφεί στις εφημερίδες Yenigun, Karagoz και Tan (1944-45). Λίγο αργότερα εκδίδει το περιοδικό Cumartesi, και, σε συνεργασία με τον γνωστό πεζογράφο Σαμπαχατίν Αλί, εκδίδει την εβδομαδιαία σατιρική εφημερίδα Marcopasa (1946-47), στην οποία σατίριζε τόσο την πολιτικοκοινωνική ζωή της Τουρκίας, όσο και τους πολιτικούς ηγέτες. Η σάτιρά του και ο σαρκασμός του προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις από τους αντιπάλους του, η κυκλοφορία της εφημερίδας του απαγορεύτηκε και ο ίδιος εξορίστηκε στην Προύσα για ένα χρόνο (1947). Ωστόσο, ο Νεσίν συνέχισε τον αγώνα του με την ίδια μαχητικότητα επιμένοντας να εκδίδει την εφημερίδα με διαφορετικούς τίτλους (Malumpasa, Merhumpasa, Ali Baba, Bizimpasa και Hur Markopasa).

H προοδευτική του δράση, οι δημοκρατικές του ιδέες και τα σατιρικά του σχόλα για τους πολιτικούς ηγέτες και την κοινωνική ζωή της Τουρκίας τον οδήγησαν πολλές φορές σε σύγκρουση με το καθεστώς. Μετά από τη δημοσίευση ενός άρθρου στην εφημερίδα Tan, το 1945, στο οποίο ασκούσε έντονη κριτική στο πολιτικό καθεστώς, τα γραφεία της εφημερίδας κάηκαν από παρακρατικούς και στρατιωτικούς, ενώ ο ίδιος διώχτηκε πολιτικά. Για τους ίδιους λόγους δικάστηκε και οδηγήθηκε πολλές φορές στη φυλακή: το 1945, για τη δημοσίευση ενός φυλλαδίου με τίτλο «Πώς να ιδρύσετε ένα κόμμα, διαλύοντας ένα άλλο», το 1948, για την κυκλοφορία του δεύτερου βιβλίου του, που περιλάμβανε άρθρα και σχόλια για την τουρκική αλλά και για τη διεθνή πολιτική κατάσταση, το 1949, μετά τη δίωξη που άσκησαν εναντίον του για δυσφήμιση η βασίλισσα της Αγγλίας, ο Σάχης του Ιράν και ο βασιλιάς της Αιγύπτου, και το 1951, μετά την κυκλοφορία δύο άλλων περιοδικών που εξέδωσε, του Bastan και Yeni Bastan.

Μετά την τελευταία αποφυλάκισή του, αναγκάστηκε να ασχοληθεί με διάφορα επαγγέλματα για βιοποριστικούς λόγους. Έτσι, το 1952 άνοιξε στην Κωνσταντινούπολη ένα βιβλιοπωλείο, ενώ τον επόμενο χρόνο άνοιξε ένα στούντιο φωτογραφίας. Στη συνέχεια, ωστόσο, επέστρεψε στη δημοσιογραφική δράση αρθρογραφώντας σε εφημερίδες και εκδίδοντας σατιρικά περιοδικά, ενώ το 1956 ίδρυσε τον εκδοτικό οίκο Dusun, που λίγα χρόνια αργότερα κάηκε από «αγνώστους» και καταστράφηκε ολοσχερώς.

Ο Αζίζ Νεσίν έγραψε πολλά διηγήματα, ποιήματα, μυθιστορήματα και εννέα θεατρικά κείμενα και εξέδωσε συνολικά περισσότερα από εκατό έργα. Έχει επανειλημμένα βραβευτεί στην Τουρκία (Ένωση Τούρκων Θεατρικών Συγγραφέων, Τουρκική Ένωση Λογοτεχνών κ.ά.) και στο εξωτερικό (Βουλγαρία, Πολωνία, Σοβιετική Ένωση, Ρουμανία, Ιταλία, Φιλιππίνες), ενώ έργα του έχουν μεταφραστεί σε 32 γλώσσες.

Το 1972 δημιούργησε το ίδρυμα «Αζίζ Νεσίν», το οποίο λειτουργεί μέχρι σήμερα, με κύρια δραστηριότητά του την περίθαλψη και μόρφωση άπορων παιδιών. Ο Αζίζ Νεσίν έχει παραχωρήσει στο ίδρυμα τα πνευματικά δικαιώματα των έργων του. Ο Αζίζ Νεσίν υπήρξε πρόεδρος της Ένωσης Τούρκων Συγγραφέων (1977) και τιμητικό μέλος του «Pen Club» στη Μεγάλη Βρετανία (1985). Πέθανε στις 5 Ιουλίου του 1995, από καρδιακή προσβολή, έπειτα από μια εκδήλωση-αφιέρωμα στο έργο του, στο Τσεσμέ της Σμύρνης. Μετά τον θάνατό του, το σώμα του κηδεύτηκε μυστικά στην περιοχή του ιδρύματος «Αζίζ Νεσίν», χωρίς καμία τελετή, σύμφωνα με την επιθυμία του.

Ας λήξουν _ Του Μανολη Πολεντα

10:11, 02 Νοε 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/110138

Ας λήξουν
ας λήξουν

τώρα
οι ερμηνείες όλες
τώρα ας  λήξουν
ας  λήξουν τώρα
οι δυνάστες του στείρου λόγου
τώρα ας λήξουν
ας καταλήξουν
οι στεριανοί
οι ασυνήθιστοι εις τα θαλάσσια ταξίδια του ουρανού
οι συγκροτημένοι νόες που γεννούν σκουριασμένα μέλλοντα
τώρα ας καταλήξουν
τα ηλεκτρόδια εκπομπής των ειωθότων
οι χαμηλοί τόνοι  και τα προφίλ

τώρα ας καταλήξουν
τώρα ας λήξουν τα θεσπισμένα
όλα τα θεσπισμένα διατάγματα
τα ψηφίσματα και οι νομοθετικές πράξεις
η ψεύτικη συγκίνηση
τα περιτοιχίσματα και οι περίβολοι
που κρύβουν τον ουρανό
τώρα ας έρθει ο ουρανός
και ας κρεμάσει τους χαμηλούς τόνους και τα προφίλ των σιωπηρών ενόχων της κοινωνίας της γης
τις παρθένες που φυλάγουν την ευτυχία της ηδονής μέχρι
να βρουν να την πουλήσουν στην υψηλότερη δυνατή τιμή
ας εμφιαλώσουν τώρα το σπέρμα τους
οι αλήτες του Θεού στη γη
μέχρι να λήξει η σπέκουλα,
τα κέρδη, οι απολαβές, οι αμοιβές, οι μισθοί και οι αποζημιώσεις
οι εκμισθωτές επιπλωμένων δωματίων
ας λήξουν
τώρα

τώρα ας ανθίσουν

τα πάθη, τα έντονα συναισθήματα
οι μανίες, οι έντονες ροπές
οι εκρήξεις οργής, τα ξεσπάσματα θυμού, η θέρμη
οι δραματικές αναπαραστάσεις των Παθών
τώρα ας ανθίσουν
οι λύκοι της στέππας τώρα ας κατασπαράξουν
αστούς, μικροαστούς, μεγαλοαστούς,

τώρα να λήξουν

οι έρευνες που μπολιάζουν τα ειωθότα
τώρα ας δείξουν οι δορυφόροι
τους καρτερικούς πεζόδρομους του ουρανού
τους αλήτες  του Θεού ας  δείξουν
τώρα ας τους δείξουν

τώρα να λήξουν

οι απαθείς, οι ψυχροί, οι αδιάφοροι

οι άνευ πάθους, οι παθητικοί, οι αδρανείς
οι ουδέτεροι, οι μη αντιδρώντες
οι διπλωμάτες που συγκλίνουν κάτω από το βλέμμα του Θεού
κάτω από το βλέμμα των αλητών του Θεού
τώρα ας καταλήξουν
τώρα ας λήξουν
οι στέγες των λιπαρών κάφρων
τα λιπαρά τσουτσέκια που διανύουν  ανενόχλητα
την άσφαλτο του κέρδους
το κέρδος ας λήξει.

Το χάσμα, μέσα εκεί που λάμπει η υπεραξία της καρδιάς

ας λάμψει για όλους τους σπέκουλες της κοινωνίας της γης
και ύστερα ας λήξουν καθώς και ο άνθρωπος
που παίρνει χρώμα ζωντανό λίγο προτού πεθάνει
έτσι και οι αστοί, μικροαστοί, μεγαλοαστοί
τα γραφεία των υπουργών
ας λήξουν τώρα
και ας συσσωρευτούν υπό του ανέμου
οι κομψοί αθεϊστές
οι αλήτες του Θεού που γέννησε ο Θεός
που αγαπούν και αγνοούν το πέρασμα του κοπαδιού
και τους γύπες που το καθοδηγούν
μες στο τεράστιο μαντρί του  παγκόσμιου χωριού
για να το αρμέξουν, να το μπολιάσουν να μεγαλώσει
να το βιάσουν ξανά και να του καταστρέψουν
την ψυχή.

Τώρα ας ανθίσουν
οι φίλοι μου που συγκινούνται άνευ λόγου,
τα αγόρια που ερωτεύονται όλα τα κορίτσια
τα κορίτσια που ερωτεύονται όλα τα αγόρια
οι νευρικοί και οι εύθικτοι, οι ευερέθιστοι, οι κομψοί εξυβριστές
τώρα ξανά ας ανθίσουν
όσοι υποψιάστηκαν πως πάντα είχαν συντρόφους
σε κάθε σάπια εποχή του παρελθόντος
πως πάντα θα έχουν συντρόφους
σε κάθε σάπια εποχή του μέλλοντος

να βγω κι εγώ στο φως

που τόσα χρόνια μόνος περιμένω να δω τον πατέρα μου

ας λήξουν όλα τα ποιήματα
που πίστεψαν στον εαυτό τους περισσότερο από τη ζωή
οι ακαδημίες των ληγμένων ψυχών
που τα βραβεύουν καθώς πιστεύουν
πως οι μικροί καρτέσιοι  έχουν κάτι να δώσουν
απ’ τις μικρές οπτασίες εδώ χάμου κι εκεί χάμου
που χαμουρεύονται
ας λήξουν
ας ανθίσουν τα νεύρα του ανθρώπου
οι νότες οι μινόρες ας γίνουν μηνόρροια
οι μη όροι της ψυχής που αγαπάει ex nihilo ας  γίνουν όρια
δάκρυα χαράς στη δημόσια ζωή
φάκες στους μπολιαστές, ερευνητές, ποντίκια
ας λήξουν οι πονηροί Πατέρες
οι εργατοπατέρες
οι μέλλοντες υπουργοί
οι εκπρόσωποι ας καταλήξουν
οι εργασιομανείς, οι ατάλαντοι τελειομανείς του τίποτα
και της ανούσιας έρευνας που αξίζει λιγότερο από την επιχορήγησή της
της θέσης που εξασφαλίζει ασφάλεια και σταθερότητα
ας λήξουν
και ας ανθίσουν τα παλληκάρια
που ψήνονται όλη μέρα
και όλη νύχτα πετούν τον κόπο τους
και δε νοιάζονται για αποταμιεύσεις
και ξαναψήνονται την άλλη μέρα
και διατηρούνται νέοι μόνο για να αγαπούν
και να δίνουν τον κόπο τους
σ’ ένα σεμνό ζεϊμπέκικο
η Λίλια για πάντα
που πέταξε στα σκουπίδια τα λεφτά
ενώ ήταν φτωχή και ορφανή
μόνο γιατί την προσέβαλαν άδικα

η Λίλια για πάντα* ας ανθεί,
η Λίλια η μόνη του κόσμου ελπίδα.

«Ας λήξουν«, ποίημα του Μανόλη Πολέντα, από την ποιητική συλλογ ήEvil I, Ταξιδευτής, 2012

*Από την ομώνυμη ταινία του Lukas Moodysson.

Ο Μανόλης Πολέντας είναι ποιητής και διδάκτωρ της Αγγλικής Λογοτεχνίας. Δημοσιογράφος και παραγωγός στο ραδιόφωνο, 105,5 Στο Κόκκινο.

Ντινος Χριστιανοπουλος

Ντίνος Χριστιανόπουλος – ποιήματα

 

●▬▬▬▬▬▬ஜ۩۞۩ஜ▬▬♥▬▬ஜ۩۞۩ஜ▬▬▬▬▬▬▬♥