Για το θάνατο των λαών. Φρίντριχ Νίτσε

tumblr_mg8d8tunAq1qfzutqo1_1280Το κράτος; Τι ειν’ αυτό; Ε, λοιπόν, τώρα ανοίξτε τ’ αυτιά σας, γιατί θα σας μιλήσω για τον θάνατο των λαών.

Το κράτος είναι το πιο ψυχρό απ’ όλα τα ψυχρά κτήνη. Ακόμη και το ψέμα του είναι ψυχρό, κι αυτό το ψέμα σταλάζει από τα χείλη του: «Εγώ το κράτος, είμαι ο λαός».

Αυτό είναι ψέμα! Ήταν οι δημιουργοί που έφτιαξαν τους λαούς και κρέμασαν πάνω τους την πίστη και την αγάπη: έτσι υπηρέτησαν τη ζωή.

Αυτοί όμως που στήνουν παγίδες στους πολλούς και τις λένε κράτος είναι οι χαλαστές: κρεμούν ένα σπαθί κι εκατοντάδες πόθους πάνω τους.

Εκεί όπου υπάρχει ακόμη λαός, υπάρχουν οι άνθρωποι που δεν καταλαβαίνουν το κράτος, και το μισούν σαν το κακό μάτι και την αμαρτία ενάντια στα έθιμα και στο νόμο.

Σας προσφέρω αυτό το σημάδι: ο κάθε λαός μιλά τη δική του γλώσσα του Καλού και του Κακού: ο γείτονας του δεν καταλαβαίνει αυτή τη γλώσσα. Επινόησε τη γλώσσα αυτή για τον εαυτό του μεσ’ από τα έθιμα και τους νόμους.

Αλλά το κράτος λέει ψέματα σ’ όλες τις γλώσσες του Καλού και του Κακού· και με το κάθε τι που λέει, λέει ψέματα – και με το κάθε τι που κάνει, κλέβει.

Το κάθε τι πάνω του είναι επίπλαστο· δαγκώνει με κλεμμένα δόντια. Ακόμη κι η κοιλιά του είναι ψεύτικια.

Το μπέρδεμα της γλώσσας του Καλού και του Κακού, – αυτό το γνώρισμα σας προσφέρω, σαν το σημάδι του κράτους.

Αποκαλώ κράτος, εκεί όπου όλοι, καλοί και κακοί πίνουν δηλητήριο: το κράτος εκεί όπου όλοι αργά αυτοκτονούν κι αυτό το λένε ζωή.

Κοιτάξτε μονάχα αυτούς τους παραπανίσιους ανθρώπους! Κλέβουν για λογαριασμό τους τα έργα των εφευρετών και τους θησαυρούς της σοφίας: αποκαλούν την κλοπή τους πολιτισμό, – κι όλα γίνονται αρρώστια και κακομοιριά.

Κοιτάξτε μονάχα όλους αυτούς τους περισσευούμενους ανθρώπους! Είναι όλοι τους άρρωστοι, ξερνούν τη χολή τους κι αυτό το λένε εφημερίδα. Καταβροχθίζουν ο ένας τον άλλο και δεν μπορούν να χωνέψουν ούτε τον ίδιο τον εαυτό τους.

Κοιτάξτε μονάχα αυτούς τους περισσευούμενους ανθρώπους! Αποκτούν πλούτη και γίνονται φτωχότεροι μ’ αυτά! Ποθούν εξουσία κι ιδιαίτερα το μοχλό της εξουσίας, που είναι το πολύ χρήμα, – αυτοί οι ανίκανοι άνθρωποι!

Κοιτάξτε πως σκαρφαλώνουν αυτοί οι ευλύγιστοι πίθηκοι! Σκαρφαλώνουν ο ένας πάνω στον άλλο, κι έτσι βουλιάζουν στη λάσπη και στην άβυσσο.

Όλοι τους παλεύουν να φτάσουν το θρόνο: είναι μια τρέλα που τους κατέχει, – λες κι η ευτυχία κάθεται ποτέ πάνω σε θρόνο! Συχνά βρωμιάρηδες καθίζουν στο θρόνο, – και συχνά ο θρόνος καθίζει πάνω στις βρωμιές το ίδιο!

Η γη έχει ακόμη ελεύθερο τόπο για τις μεγάλες ψυχές. Πολλά μέρη – όπου η μυρωδιά της ήρεμης θάλασσας απλώνεται πανωθέ τους – ειν’ ακόμη ελεύθερα για τους μοναχικούς και τα μοναχικά ζευγάρια.

Μια λεύτερη ζωή εξακολουθεί ακόμη να υπάρχει για τις μεγάλες ψυχές. Στ’ αλήθεια, αυτός που κατέχει λίγα, πολύ λιγότερο κατέχεται, – ας είναι ευλογημένη έτσι τούτη η σεμνή μας φτώχια!

Μόνο εκεί όπου το Κράτος παύει να υπάρχει, μπορεί ν’ αρχίσει ο άνθρωπος που δεν είναι περισσευούμενος: μπορεί ν’ αρχίσει το τραγούδι του απαραίτητου ανθρώπου, η μοναδική κι αναντικατάστατη μελωδία.

Εκεί όπου το Κράτος παύει, – κοιτάξτε εκεί, αδελφοί μου. Δεν τα βλέπετε: το ουράνιο τόξο και τις γέφυρες του Υπεράνθρωπου;»

Απόσπασμα από το βιβλίο του Φρίντριχ Νίτσε, Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα, εκδ. Γνώση

Φ. Νίτσε: Οι Έλληνες είναι οι ηνίοχοι κάθε επερχόμενου πολιτισμού

Αποδεδειγμένα σε κάθε περίοδο της εξέλιξής του ο δυτικοευρωπαϊκός πολιτισμός προσπάθησε να απελευθερώσει τον εαυτό του από τους Έλληνες.

Η προσπάθεια αυτή είναι διαποτισμένη με βαθύτατη δυσαρέσκεια, διότι οτιδήποτε κι αν (οι δυτικοευρωπαίοι) δημιουργούσαν, φαινομενικά πρωτότυπο και άξιο θαυμασμού, έχανε χρώμα και ζωή στη σύγκρισή του με το ελληνικό μοντέλο, συρρικνωνότανε, κατέληγε να μοιάζει με φθηνό αντίγραφο, με καρικατούρα.
Έτσι ξανά και ξανά μια οργή ποτισμένη με μίσος ξεσπάει εναντίον των Ελλήνων, εναντίον αυτού του μικρού και αλαζονικού έθνους που είχε το νεύρο να ονομάσει βαρβαρικά (για κάθε εποχή) ό,τι δεν είχε δημιουργηθεί στο έδαφός του.

Μα ποιοι, επιτέλους, είναι αυτοί των οποίων η ιστορική αίγλη υπήρξε τοσο εφήμερη, οι θεσμοί τους τόσο περιορισμένοι, τα ήθη τους αμφίβολα έως απαράδεκτα, και οι οποίοι απαιτούν μια εξαίρετη θέση ανάμεσα στα έθνη, μια θέση πάνω από το πλήθος.
Κανένας απο τους επανεμφανιζόμενους εχθρούς τους δεν είχε την τύχη να ανακαλύψει το  κώνειο, με το οποίο θα μπορούσαμε μια για πάντα να απαλλαγούμε απ’ αυτούς.

Όλα τα δηλητήρια του φθονου, της ύβρεως, του μίσους έχουν αποδειχθεί ανεπαρκή να διαταράξουν την υπέροχη ομορφιά τους.

Έτσι, οι άνθρωποι συνεχίζουν να νιώθουν ντροπή και φόβο απέναντι στους Έλληνες.

Βέβαια, πού και πού, κάποιος εμφανίζεται που αναγνωρίζει ακέραιη την αλήθεια, την αλήθεια που διδάσκει ότι οι Έλληνες είναι οι ηνίοχοι κάθε επερχόμενου πολιτισμού και σχεδον πάντα τόσο τα άρματα άσο και τα άλογα των επερχόμενων πολιτισμών είναι πολύ χαμηλής ποιότητας σε σχέση με τους ηνίοχους (Έλληνες), οι οποίοι τελικά αθλούνται οδηγώντας το άρμα στην άβυσσο, την οποία αυτοί ξεπερνούν με αχίλλειο πήδημα.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Friedrich Nietzsche, Η γέννηση της τραγωδίας, 1872, κεφ. 15.
(Eκδόσεις: Πανοπτικόν – 2010, Βιβλιοπωλείον της Εστίας – 2009, Βάνιας – 2008, Κάκτος – 2006, Νησίδες – 2001, Γκοβόστης – 1983).

Το πρώτο δημοσιευμένο έργο του Νίτσε (1844-1900), η «Γέννηση της τραγωδίας», είναι και το γνωστότερο.
Μέσα από μια πρωτότυπη ανάλυση της αρχαίας τραγωδίας περιγράφει μια στάση ζωής χαρακτηριστική της νεωτερικότητας: το «τραγικό αίσθημα της ζωής», σύμφωνα με το οποίο μόνον η ζωή δίνει νόημα στον κόσμο, αλλά η ίδια η ζωή δεν έχει κανένα νόημα.
Κατά τον Νίτσε, αυτό το αίσθημα εκφράζεται κατ’ εξοχήν μέσα από τη μουσική. Γι’ αυτό τον λόγο, η «Γέννηση της τραγωδίας» επηρέασε καθοριστικά τις αισθητικές αντιλήψεις από την εποχή της μέχρι σήμερα. (Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2009)


Ο Friedrich Nietzsche γεννήθηκε το 1844 στο Ρέκεν, κοντά στη Λειψία. Σε ηλικία πέντε ετών έχασε τον πατέρα του, προτεστάντη πάστορα. Έπειτα από λαμπρές σπουδές κλασικής φιλολογίας στη Βόννη και στη Λειψία, έγινε, σε ηλικία εικοσιπέντε ετών, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Βασιλείας. Εκείνη την εποχή γνώρισε το έργο του φιλόσοφου Σοπενάουερ και συνδέθηκε φιλικά με τον μουσικοσυνθέτη Ρίχαρντ Βάγκνερ.
Πολύ σύντομα ο Νίτσε θα χαράξει το δικό του δρόμο. Παραιτείται από τη θέση του στο Πανεπιστήμιο, απομακρύνεται από τις θεωρίες του Σοπενάουερ και διακόπτει τη σχέση του με τον Βάγκνερ.
Ζώντας περιπλανώμενη ζωή, σε μικρές πανσιόν της Ελβετίας, της Ιταλίας και της νότιας Γαλλίας, αφοσιώνεται στην κριτική της μεταφυσικής, της ηθικής, της θρησκείας και των άλλων πλευρών του δυτικού πολιτισμού γράφοντας ασταμάτητα.
Έργα του η «Γέννηση της τραγωδίας» (1872), οι «Παράκαιροι στοχασμοί» (1873-1876), το «Ανθρώπινο, υπερβολικά ανθρώπινο» (1878-1879), η «Χαραυγή» (1881), η «Χαρούμενη γνώση» (1882), το «Πέρα από το καλό και το κακό» (1886), η «Γενεαλογία της ηθικής» (1887), το «Λυκόφως των ειδώλων» (1888), ο «Αντίχριστος» (1888), το «Ίδε ο άνθρωπος» (1888) και η ανολοκλήρωτη «Θέληση για δύναμη» (1883-1888). Ανάμεσά τους το κορυφαίο του, το «Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα» (1883-1885).
Ο Νίτσε πέθανε το 1900, σε ηλικία πενήντα έξι ετών, αφού πέρασε τα δέκα τελευταία χρόνια της ζωής του έχοντας χαμένα τα λογικά του.

Φρήντριχ Νίτσε _ Νίκος Καζαντζάκης

Φ. Νίτσε: «Θα πίστευα μοναχά σε ένα θεό που ξέρει να χορεύει»

07:10, 15 Οκτ 2011 | tvxsteam tvxs.gr/node/19016

Σαν σήμερα, στις 15 Οκτωβρίου του 1844, έρχεται στον κόσμο ο Γερμανός φιλόσοφος και φιλόλογος Φρήντριχ Νίτσε. Η σκέψη του επηρέασε σημαντικά μετέπειτα φιλοσόφους, λογοτέχνες και καλλιτέχνες και έθεσε νέες βάσεις στις υπαρξιακές ανησυχίες για τον άνθρωπο, τη φύση του και τα συστήματα του.

Γεννήθηκε  στο Ρένκεν της Πρωσικής Σαξονίας, από θρησκόληπτους γονείς. Ξεκίνησε σπουδές κλασικής φιλολογίας και θεολογίας στο Πανεπιστήμιο της Βόννης τις οποίες όμως εγκατέλειψε, καθώς δεν έδωσαν απάντηση στην θρησκευτικές του αμφιβολίες. Στη συνέχεια, σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας, υπό τον καθηγητή Φρήντριχ Βίλχελμ Ριτσλ. Δημοσίευσε τα πρώτα του φιλοσοφικά άρθρα εμπνευσμένος από την επαφή του με τη φιλοσοφία του Σόπενχαουερ.

Εχοντας ήδη μυηθεί στον κόσμο της κλασικής μουσικής, γνώρισε το μεγάλο μουσικό δραματουργό Ρίχαρντ Βάγκνερ. Η φιλία τους θα διαρκέσει χρόνια μέχρι τη στιγμή που οι προοδευτικές ιδέες του Νίτσε θα έρχονταν σε σύγκρουση με τη θρησκοληψία, το σωβινισμό και τον αντισημιτισμό του Βάγκνερ. Το 1869 το Πανεπιστήμιο της Λειψίας του απένειμε τον τίτλο του διδάκτορα χωρίς εξετάσεις ή διατριβή, με βάση τα δημοσιεύματά του.

Παράλληλα, το Πανεπιστήμιο της Βασιλείας, μετά τις ενθουσιώδεις συστάσεις του καθηγητή του Ριτσλ, τον εξέλεξε έκτακτο καθηγητή της Κλασικής Φιλολογίας. Τον επόμενο χρόνο ο Νίτσε έγινε Ελβετός υπήκοος. Αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας τα οποία απαιτούν αλλαγή κλίματος. Ταξιδεύει συχνά και γράφει διαρκώς. Το 1878 εκδίδει το «Ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο» , το 1885 εκδίδει μόλις 50 αντίτυπα του «Τάδε Έφη Ζαρατούστρα» ενώ το 1888 γράφει το «Λυκοφώς των Ειδώλων» , τον «Αντίχριστο» και ξεκινάει το αυτοβιογραφικό «Ecce Homo». Στις 25 Αυγούστου του 1900, σε ηλικία 56 ετών, ο Φρήντριχ Νίτσε πεθαίνει από πνευμονία στην πόλη της Βαϊμάρης.

Το έργο του Νίτσε διακρίνεται σε τρεις περιόδους. Αρχικά, φανερά επηρεασμένος από τον Σοπενχάουερ και το Βάγκνερ, διαπνεόταν από μία ρομαντική αντίληψη των πραγμάτων. Στη δεύτερη περίοδο, χειραφετημένος από τις επιρροές της πρώτης, ο Νίτσε πλέκει το εγκώμιο της λογικής και της επιστήμης, ανακλώντας την παράδοση των Γάλλων αφοριστών. Στην τρίτη και πιο ώριμη περίοδο, ο Γερμανός φιλόσοφος ασχολείται με το ζήτημα της καταγωγής και της λειτουργίας των αξιών στην ανθρώπινη ζωή. Ο Νίτσε προχώρησε σε μία ανάλυση και εκτίμηση των θεμελιωδών πολιτιστικών αξιών της φιλοσοφίας, της θρησκείας και της ηθικής των καιρών του. Με τον όρο «μηδενισμός» εννόησε των υποβιβασμό των υψηλών αξιών της εποχή του, την οποία θεωρούσε ότι χαρακτηρίζει ο παθητικός μηδενισμός.

Ουσιαστικά, θέλησε να πει πως ο θετικισμός του 19ου αιώνα είχε καταρρίψει την απολυτότητα που περιέβαλλε τις παραδοσιακές αξίες της θρησκείας και της φιλοσοφίας. Αντιεθνικιστής και απόλυτα αντιρατσιστής, προέβλεψε ότι το έργο του θα παρερμηνευθεί και ότι δύσκολα θα γίνει κατανοητό σε βάθος – και η Ιστορία έδειξε ότι είχε απόλυτο δίκιο. Τρανό παράδειγμα αποτελεί η παρερμήνευση του έργου του από τους οπαδούς του ναζισμού, κυρίως εξαιτίας παρεμβάσεων της αδερφής του στα γραπτά του Νίτσε, μετά τον θάνατό του.

Ο Νίκος Καζαντζάκης γράφει για τον Φ. Νίτσε

Μια μέρα εκεί που διάβαζα σκυμμένος στη Βιβλιοθήκη της Άγιας Γενεβιέβης, μια κοπέλα με ζύγωσε κι έγειρε από πάνω μου. Κρατούσε ανοιχτό ένα βιβλίο κι είχε βάλει το χέρι της κάτω από τη φωτογραφία ενός αντρός που ‘χε το βιβλίο, για να κρύψει τ’ όνομά του, και με κοίταζε με κατάπληξη. -Ποιος είναι αυτός; με ρώτησε δείχνοντάς μου την εικόνα. Σήκωσα τους ώμους: -Πώς θέλετε να ξέρω; Είπα.

-Μα είστε εσείς, έκαμε η κοπέλα, εσείς, απαράλλαχτος. Κοιτάχτε το μέτωπο, τα πυκνά φρύδια, τα βαθουλά μάτια. Μονάχα που αυτός είχε χοντρά κρεμαστά μουστάκια, κι εσείς δεν έχετε.

Κοίταξα αλαφιασμένος: -Ποιος είναι λοιπόν; Έκανα προσπαθώντας ν’ αναμερίσω το χέρι της κοπέλας, να δω τ’ όνομα.

-Δεν τον γνωρίζετε; Πρώτη φορά τον βλέπετε;

Ο Νίτσε! Ο Νίτσε! Είχα ακούσει τ’ όνομά του, μα δεν είχα ακόμα τίποτα διαβάσει δικό του.

-Δε διαβάσατε τη Γένεση της Τραγωδίας, το Ζαρατούστρα του; Για τον Αιώνιο Γυρισμό, για τον Υπεράνθρωπο;

-Τίποτα, τίποτα, απαντούσα ντροπιασμένος, τίποτα.

-Περιμένετε! Είπε κι έφυγε η κοπέλα πεταχτή.

Σε λίγο μου ‘φερνε το Ζαρατούστρα.

-Να, είπε γελώντας, να λιονταρίσια θροφή για το μυαλό σας – αν έχετε μυαλό. Κι αν το μυαλό σας πεινάει.

Ετούτη στάθηκε μια από τις πιο αποφασιστικές στιγμές της ζωής μου. Εδώ, στη Βιβλιοθήκη της Άγιας Γενεβιέβης, με τη μεσολάβηση μιας άγνωστης φοιτήτριας, μου ‘χε στήσει καρτέρι η μοίρα μου. Εδώ με περίμενε, φλογερός, αιματωμένος, μεγάλος πολεμιστής, ο Αντίχριστος. Στην αρχή με κατατρόμαξε. Τίποτα δεν του ‘λειπε: αναίδεια κι αλαζονεία, μυαλό απροσκύνητο, λύσσα καταστροφής, σαρκασμός, κυνισμός, ανόσιο γέλιο, όλα τα νύχια, τα δόντια και τα φτερά του Εωσφόρου.

Μα με είχε συνεπάρει η ορμή του κι η περηφάνια, με είχε μεθύσει ο κίντυνος και βυθίζουμουν μέσα στο έργο του με λαχτάρα και τρόμο, σα να ‘μπαινα σε βουερή ζούγκλα, γεμάτη πεινασμένα θεριά και ζαλιστικά σερνικολούλουδα. Βιάζουμουν να τελειώσουν τα μαθήματα στη Σορβόννη, να βραδιάσει, να γυρίσω σπίτι, να ‘ρθει η σπιτονοικοκυρά να ανάψει το τζάκι και ν’ ανοίξω τα βιβλία του –πυργώνουνταν όλα απάνω στο τραπέζι μου– και να αρχίζω μαζί του το πάλεμα.

Σιγά σιγά είχα συνηθίσει τη φωνή του, την κομμένη ανάσα του, τις κραυγές του πόνου του. Δεν ήξερα, τώρα το μάθαινα, πως κι ο Αντίχριστος αγωνίζεται κι υποφέρει όπως κι ο Χριστός και πως κάποτε, στις στιγμές του πόνου τους, τα πρόσωπά τους μοιάζουν. Ανόσιες μου φάνταζαν βλαστήμιες τα κηρύγματά του, κι ο Υπεράνθρωπός του δολοφόνος του Θεού.

Κι όμως μια μυστική γοητεία είχε ο αντάρτης ετούτος, μαυλιστικό ξόρκι τα λόγια του, που ζάλιζε και μεθούσε κι έκανε την καρδιά σου να χορεύει. Αλήθεια, ένας χορός διονυσιακός ο στοχασμός του, ένας όρθιος παιάνας που υψώνεται θριαμβευτικά στην πιο ανέλπιδη στιγμή της ανθρώπινης κι υπερανθρώπινης τραγωδίας. Καμάρωνα, χωρίς να το θέλω, τη θλίψη του, την παλικαριά του και την αγνότητα και τις στάλες τα αίματα που περιράντιζαν το μέτωπό του, σαν να φορούσε και τούτος, ο Αντίχριστος, αγκάθινο στεφάνι.

Σιγά σιγά, χωρίς να το ‘χω διόλου συνειδητά στο νου μου, οι δυο μορφές, Χριστός κι Αντίχριστος, έσμιγαν. Δεν ήταν λοιπόν ετούτοι οι δυο, προαιώνιοι οχτροί, δεν είναι ο Εωσφόρος αντίμαχος του Θεού, μπορεί ποτέ το Κακό να μπει στην υπηρεσία του Καλού και να συνεργαστεί μαζί του; Με τον καιρό όσο μελετούσα το έργου του αντίθεου προφήτη, ανέβαινα από σκαλί σε σκαλί σε μια μυστική παράτολμη ενότητα. Το Καλό και το Κακό, έλεγα, είναι οχτροί, να το πρώτο σκαλοπάτι της μύησης.

Το Καλό και το Κακό είναι συνεργάτες, αυτό είναι το δεύτερο, το πιο αψηλό σκαλοπάτι της μύησης. Το Καλό και το Κακό είναι ένα! Αυτό ‘ναι το πιο αψηλό, όπου ως τώρα μπόρεσα να φτάσω σκαλοπάτι. […] Λιονταρίσια η τροφή που με τάισε ο Νίτσε στην πιο κρίσιμη, την πιο πεινασμένη στιγμή της νιότης. Θράσεψα, δεν μπορούσα πια να χωρέσω στο σημερινό άνθρωπο, όπως εκατάντησε, μήτε στο Χριστό, όπως τον κατάντησαν.

Α! φώναζα αγαναχτισμένος, η παμπόνηρη θρησκεία που μετατοπίζει τις αμοιβές και τιμωρίες σε μελλούμενη ζωή, για να παρηγορήσει τους σκλάβους, τους κιότηδες, τους αδικημένους, και να μπορέσουν να βαστάξουν αγόγγυστα τη σίγουρη ετούτη επίγεια ζωή και να σκύβουν υπομονετικά το σβέρκο στους αφεντάδες! Τι οβραίικη Αγία Τράπεζα η θρησκεία ετούτη, που δίνεις μια πεντάρα στην επίγεια ζωή κι εισπράττεις αθάνατα εκατομμύρια στην άλλη! Τι απλοϊκότητα, τι πονηριά, τι τοκογλυφία! Όχι, δεν μπορεί να ‘ναι λεύτερος που ελπίζει Παράδεισο ή που φοβάται την Κόλαση.

Ντροπή πια να μεθούμε στις ταβέρνες της ελπίδας! Ή κάτω στα υπόγεια του φόβου. Πόσα χρόνια και δεν το ‘χα καταλάβει, κι έπρεπε να ‘ρθει ο άγριος ετούτος προφήτης να μου ανοίξει τα μάτια! […] Κι άξαφνα η Εκκλησία του Χριστού, όπως την κατάντησαν οι ρασοφόροι, μου φάνταξε μια μάντρα, όπου μερόνυχτα βελάζουν, ακουμπώντας το ένα στο άλλο, χιλιάδες πρόβατα κυριεμένα από πανικό κι απλώνουν το λαιμό κι αγλείφουν το χέρι και το μαχαίρι που τα σφάζει. Κι άλλα τρέμουν γιατί φοβούνται πως θα σουβλίζουνται αιώνια στις φλόγες, κι άλλα βιάζουνται να σφαχτούν για να βόσκουν στους αιώνες των αιώνων σε αθάνατο ανοιξιάτικο χορτάρι.[…]