Ήρθε η ώρα να αλλάξουμε το σύστημα

13:24 | 18 Μάιος. 2014
Νίκος Αραπάκης

[…] Οι εκλογές που θα γίνουν σε λίγες μέρες μας δίνουν τη δυνατότητα να αλλάξουμε πολλά πράγματα. Και πάνω απ’ όλα μας δίνουν τη δυνατότητα να αλλάξουμε το σύστημα. Κι όταν λέω σύστημα, εννοώ όλους αυτούς που μας κυβέρνησαν τα τελευταία αρκετά χρόνια, αλλά και τους διάφορους παρατρεχάμενους της εξουσίας οι οποίοι έμαθαν να ζουν παρασιτικά, εις βάρος του δημόσιου ταμείου και των πολιτών. […] Η συντριβή των δυο κομμάτων εξουσίας, αλλά κυρίως της λογικής που αυτά εκφράζουν, είναι μονόδρομος. Ήρθε η ώρα να ανακαλύψουμε πάλι την πολιτική, να δούμε πολιτικούς οι οποίοι θα εκφράζουν τη θέληση των πολιτών και όχι των ολιγαρχών και καναλαρχών. Σ’ αυτές τις εκλογές, ήρθε η ώρα να αλλάξουμε το σύστημα.»

Του συγγραφέα Νίκου Αραπάκη

Έχουν περάσει σχεδόν σαράντα χρόνια από την πτώση της χούντας. Σαράντα χρόνια διακυβέρνησης από τα ίδια κόμματα, τους ίδιους ανθρώπους, τις ίδιες λογικές. Βέβαια, για να είμαι δίκαιος, δεν ήταν πάντοτε έτσι. Πολλοί απ’ όσους κυβέρνησαν ξεκίνησαν διαφορετικά, με όραμα, με διάθεση να προσφέρουν. Δυστυχώς, στη συντριπτική τους πλειοψηφία απέτυχαν, αφομοιώθηκαν από ένα σύστημα διαφθοράς, ωχαδερφισμού, από μια νοοτροπία που ήθελε τον πολιτικό να νοιάζεται πριν και πάνω απ’ όλα για το τομάρι του. Άντε και για τη μακροημέρευση του κόμματος που εκπροσωπούσε.

Πλέον, και έχοντας φθάσει όχι στο χείλος στο γκρεμού αλλά στο βάθος του, ήρθε η ώρα να αλλάξουν πολλά πράγματα. Όσο περισσότερα, τόσο καλύτερα. Νοοτροπίες, πρακτικές και πάνω απ’ όλα τα πρόσωπα που μας έφθασαν εδώ που είμαστε σήμερα ήρθε η ώρα να αποτελέσουν παρελθόν.

Έχω γράψει πολλές φορές ότι το πρόβλημα της Ελλάδας δεν ήταν –κυρίως– πολιτικό. Δηλαδή, δεν απέτυχε το μοντέλο που θέλαμε να εφαρμόσουμε. Ή, για να είμαι πιο ακριβής, για την αποτυχία μας δεν ευθύνονται αποκλειστικά οι πολιτικές επιλογές. Δεν χρεοκοπήσαμε διότι θέλαμε να έχουμε μεγάλο κοινωνικό κράτος, παροχές τις οποίες δεν μπορούσαμε να καλύψουμε οικονομικά ή γιατί είχαμε έναν τεράστιο δημόσιο τομέα. Άλλωστε, αυτά έχουν αναλυθεί και απαντηθεί από πολλούς και πιο ειδικούς από εμένα. Ούτε τεράστιο δημόσιο τομέα είχαμε, ούτε τεμπέληδες είμαστε, ούτε το σύστημά μας είχε κάποια φοβερή και τρομερή ιδιαιτερότητα που το οδήγησε στον γκρεμό.

Μ’ αυτό δεν θέλω να πω ότι όλα ήταν καλώς καμωμένα. Κάθε άλλο. Και παθογένειες είχαμε και έχουμε, και εμμονές, και αστοχίες, και δυσλειτουργίες και… και… και…  Όμως, επαναλαμβάνω, δεν μας οδήγησαν αυτά στην καταστροφή. Όσο κι αν έβαλαν το χεράκι τους, ο ρόλος τους ήταν δευτερευούσης σημασίας.

Η Ελλάδα χρεοκόπησε διότι είχε την ατυχία να διαχειριστούν τις τύχες της άνθρωποι ασήμαντοι, τυχοδιώκτες, που για ιδεολογία τους είχαν την εξυπηρέτηση συμφερόντων. Άνθρωποι οι οποίοι είχαν ως μόνη τους έννοια την πολιτική επιβίωση και τον πλουτισμό. Και δεν είναι απολίτικη ή μηδενιστική αυτή η άποψη. Είναι η καταγραφή της πραγματικότητας.

Δείτε, για παράδειγμα, πόσο εύκολα, μπρος στον κίνδυνο να απολέσουν την εξουσία, ξεπέρασαν τις διαφορές τους το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ. Μέσα σε μια νύχτα, κι ενώ μέχρι λίγη ώρα πριν καταριόταν ο ένας τον άλλον, τα ξέχασαν όλα και έγιναν συνέταιροι. Για το καλό της πατρίδας το έκαναν, θα μου πουν κάποιοι. Να με συμπαθάτε, αλλά δεν πιστεύω στη φιλοπατρία των συγκεκριμένων. Ή, αν προτιμάτε, πριν την όποια φιλοπατρία τους υπάρχει ο τυχοδιωκτισμός τους, η ανάγκη τους να παραμείνουν, εσαεί, γαντζωμένοι στις καρέκλες της εξουσίας.

Πώς αλλιώς να ερμηνεύσεις τη στάση Σαμαρά, ο οποίος από τα Ζάππεια, που κατακεραύνωνε την πολιτική της λιτότητας και τα μνημόνια, έγινε σε μια νύχτα υπέρμαχός τους; Αν αυτό δεν είναι τυχοδιωκτισμός, τότε τι είναι;

Ένα άλλο παράδειγμα, ίσως πιο χαρακτηριστικό, είναι οι εκσυγχρονιστές του Σημίτη, οι οποίοι προβάλλονταν από τα περισσότερα ΜΜΕ ως ό,τι πιο προοδευτικό και ρηξικέλευθο είχε να παρουσιάσει η ελληνική πολιτική σκηνή.  Τι κατάφεραν; Πώς βοήθησαν το κράτος και τον τόπο να προοδεύσουν;

Μολονότι κυβέρνησαν για αρκετά χρόνια, στο τέλος παρέδωσαν ένα κράτος ίδιο ή και χειρότερο από αυτό που παρέλαβαν. Κι αυτό, όπως αποδείχθηκε στην πορεία, ήταν το έλασσον.

Το μείζον, ήταν ότι πολλοί απ’ αυτούς καταλήστευσαν τα δημόσια ταμεία. Κι αφήνω απέξω το ότι, επί εκσυγχρονισμού, ξεπουλήθηκε μεγάλο μέρος της δημόσιας περιουσίας, φορτωθήκαμε τους ολυμπιακούς αγώνες, τους οποίους μόνο ο θεός ξέρει πόσο πληρώσαμε, επενδύσαμε στη χρηματοπιστωτική φούσκα των τραπεζών, με τα γνωστά αποτελέσματα κλπ.

                Δυστυχώς, η πραγματικότητα λέει πως οι κυβερνήσεις στην Ελλάδα δεν είχαν κανένα ιδεολογικό πρόσημο. Τουλάχιστον συνειδητά. Τόσο το ΠΑΣΟΚ όσο και η ΝΔ άσκησαν πολιτική με αποκλειστικό γνώμονα την εξυπηρέτηση συγκεκριμένων συμφερόντων. Κανένας σχεδιασμός, κανένα όραμα. Καμία πολιτική στόχευση. Το μόνο τους μέλημα ήταν η εξασφάλιση της εξουσίας και η εξυπηρέτηση των μεγαλοεπιχειρηματιών.

Κι είναι αυτονόητο, ότι όταν έχεις ως στόχο την εξυπηρέτηση τραπεζιτών, καναλαρχών και λοιπών επιχειρηματιών η πολιτική σου δεν μπορεί παρά να στρίβει… δεξιά. Γι’ αυτό, άλλωστε, η κερδοφορία των ελληνικών επιχειρήσεων (τουλάχιστον προ της κρίσης) ήταν από τις υψηλότερες σε όλη την υφήλιο.

Γι’ αυτό και τώρα ετοιμάζονται να ξεπουλήσουν τα πάντα. Λιμάνια, νερό, παραλίες, δάση όλα για ξε-πούλημα. Δεν είναι ιδεολογικό το κίνητρό τους. Μακάρι να ήταν. Θα είχαμε ξεκάθαρο αντίπαλο, θα έπρεπε να τα βγάλουμε πέρα με κάποιους νεοφιλελεύθερους οι οποίοι πιστεύουν στο μικρό κράτος. Εδώ έχουμε να κάνουμε με πολιτικούς απατεώνες, οι οποίοι εντός των συνόρων εμφανίζονται ως φλογεροί πατριώτες έτοιμοι να χύσουν το αίμα τους για την υπεράσπιση της πατρίδας, κι όταν συναντούν κάποιον χαμηλόβαθμο υπάλληλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του ΔΝΤ κατεβάζουν τα παντελόνια πριν ακόμη αρχίσουν να συνομιλούν.

Οι εκλογές που θα γίνουν σε λίγες μέρες μας δίνουν τη δυνατότητα να αλλάξουμε πολλά πράγματα. Και πάνω απ’ όλα μας δίνουν τη δυνατότητα να αλλάξουμε το σύστημα. Κι όταν λέω σύστημα, εννοώ όλους αυτούς που μας κυβέρνησαν τα τελευταία αρκετά χρόνια, αλλά και τους διάφορους παρατρεχάμενους της εξουσίας οι οποίοι έμαθαν να ζουν παρασιτικά, εις βάρος του δημόσιου ταμείου και των πολιτών.

Βουλευτές, υπουργοί, σύμβουλοι, φανεροί και κρυφοί, παρατρεχάμενοι των κομμάτων,  καιροσκόποι, επιχειρηματίες, απατεώνες του κοινού ποινικού δικαίου, όλοι ένα κουβάρι, όλοι τους άρμεξαν την αγελάδα σε τέτοιο βαθμό που, πλέον, όχι μόνο δεν έχει γάλα να προσφέρει αλλά βρίσκεται ένα βήμα πριν εγκαταλείψει τον μάταιο ετούτο κόσμο.

Υπάρχει μια νέα γενιά ανθρώπων η οποία έχει τη διάθεση να προσφέρει στα κοινά. Κι αυτή η γενιά έχει γνώσεις, είναι καλλιεργημένη, και πάνω απ’ όλα έχει ιδεολογική κατάρτιση. Κι αυτοί οι νέοι άνθρωποι προέρχονται, κυρίως, από τα λαϊκά στρώματα, είναι άνθρωποι της διπλανής πόρτας, παλεύουν καθημερινά για την επιβίωσή τους, όλα όσα τους ανήκουν τα κατέκτησαν με κόπο και με αίμα.

Και πάνω απ’ όλα, αυτά τα νέα παιδιά δεν κατέβηκαν στον πολιτικό στίβο με εφόδια το «βαρύ» επώνυμο και τα χρήματα του μπαμπά. Πολιτεύονται με όχημα την αγάπη τους για τα κοινά, στόχος τους να προσφέρουν ελπίδα τόσο στον τόπο όσο και στους χειμαζόμενους πολίτες του.

                Εάν θέλουμε να αλλάξει το σύστημα, οφείλουμε να στηρίξουμε αυτούς τους ανθρώπους. Εδώ που φθάσαμε δεν υπάρχει άλλη επιλογή. Κι αυτό αφορά και την κεντρική πολιτική σκηνή αλλά και την τοπική αυτοδιοίκηση. Δεν θέλω να μηδενίσω και να τους βάλω όλους στο ίδιο τσουβάλι, διότι, κυρίως στο χώρο της τοπικής αυτοδιοίκησης, υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι πρόσκεινται στα δυο κυβερνητικά κόμματα, αλλά έχουν έργο να επιδείξουν.

Όμως, ήρθε η ώρα να δοκιμαστούν άνθρωποι με διαφορετική κουλτούρα, άνθρωποι που έμαθαν να παλεύουν μέσα από τα κινήματα, να διεκδικούν με μαχητικότητα, άνθρωποι που είναι έτοιμοι να συγκρουστούν για το δίκαιο των πολιτών και δεν ενδιαφέρονται για να μην χάσουν τις καρέκλες και τα κεκτημένα.

Και το πιο σημαντικό, είναι ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν πιστεύουν στο «τέλος της ιστορίας», δεν πιστεύουν, δηλαδή, ότι η πολιτική τελείωσε και τώρα ήρθε η ώρα να επικεντρωθούμε, αποκλειστικά, στη χρηστή διαχείριση, όπως προσπαθούν να μας πείσουν οι θιασώτες του νεοφιλελευθερισμού. Όσο υπάρχει αδικία, φτώχεια, εξαθλίωση η πολιτική θα είναι πάντοτε παρούσα. Αυτή θα δίνει τις λύσεις, και όχι κάποιοι σοφοί τεχνοκράτες.

Η συντριβή των δυο κομμάτων εξουσίας, αλλά κυρίως της λογικής που αυτά εκφράζουν, είναι μονόδρομος. Ήρθε η ώρα να ανακαλύψουμε πάλι την πολιτική, να δούμε πολιτικούς οι οποίοι θα εκφράζουν τη θέληση των πολιτών και όχι των ολιγαρχών και καναλαρχών.

Σ’ αυτές τις εκλογές, ήρθε η ώρα να αλλάξουμε το σύστημα.

Στον Άγιο Δημήτριο στηρίζουμε τον συνδυασμό ΜΕΤΕΧΩ (ριζοσπαστική- οικολογική κίνηση πολιτών Αγ. Δημητρίου) –  www.metexo.blogspot.gr


Άρθρο δημοσιευμένο στα πλαίσια του δημοσίου διαλόγου στο tvxs.gr με βάση την έρευνα για τις αιτίες και τις λύσεις της κρίσης.


http://tvxs.gr/news/ti-na-kanoyme/irthe-i-ora-na-allaksoyme-systima-0

Αναζωπυρώνεται η αρχέγονη διαμάχη Αριστεράς – Δεξιάς. Του Ν. Αραπάκη

07:05, 19 Μάιος 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/94831

Όλα δείχνουν ότι αναζωπυρώνεται η αρχέγονη διαμάχη μεταξύ δεξιάς και αριστεράς, όχι όμως με τους όρους, την ορολογία και τον τρόπο που την γνωρίσαμε καθ’ όλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης, αλλά με έναν τρόπο πιο –ας μου επιτραπεί η έκφραση– σκληρό, που παραπέμπει, κατά κάποιο τρόπο, στην Ελλάδα της Κατοχής και του εμφυλίου.


Τις τελευταίες ημέρες αναπτύσσεται μια συζήτηση
περί της κοινής καθόδου στις επερχόμενες εκλογές των – λεγόμενων και, κυρίως, αυτοπροσδιοριζόμενων – φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων. Να συνενωθούν δηλαδή όλοι όσοι προκρίνουν ως μονόδρομο την παραμονή μας στο ευρώ και την ευρωπαϊκή ένωση, να κατεβάσουν ένα κοινό ψηφοδέλτιο και να αποτελέσουν το αντίπαλο δέος στην αριστερή πρόταση εξουσίας, που οραματίζεται ο Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ. Σύμφωνα με αυτούς που διακινούν αυτή την πρόταση, τα κόμματα που είναι εξ ορισμού φιλοευρωπαϊκά και θα μπορούσαν να συμμετέχουν σε αυτή την προσπάθεια είναι το ΠΑΣΟΚ, η ΝΔ, καθώς και τα διάφορα μικρά φιλελεύθερα κόμματα τα οποία δεν κατάφεραν να μπουν στη βουλή αλλά, αθροιζόμενα, έχουν ένα ποσοστό όχι ευκαταφρόνητο (κυκλοφορούν και κάποιες εκδοχές λίγο διαφορετικές που είτε προσθέτουν είτε αφαιρούν κάποια κόμματα, αλλά, ως προς την ουσία του εγχειρήματος, δεν νομίζω ότι αλλάζει κάτι).

Μολονότι οι πιθανότητες να πραγματοποιηθεί ένα τέτοιο σενάριο είναι από ελάχιστες έως ανύπαρκτες, νομίζω ότι αξίζει να ασχοληθούμε μαζί του. Γιατί; Διότι δείχνει με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο τις διεργασίες που συντελούνται στην κοινωνία μας, και οι οποίες είναι εξαιρετικά δυναμικές, πρωτόγνωρες για τη σύγχρονη Ελλάδα, αλλά πάνω απ’ όλα δείχνουν ότι αναζωπυρώνεται η αρχέγονη διαμάχη μεταξύ δεξιάς και αριστεράς, όχι όμως με τους όρους, την ορολογία και τον τρόπο που την γνωρίσαμε καθ’ όλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης, αλλά με έναν τρόπο πιο –ας μου επιτραπεί η έκφραση– σκληρό, που παραπέμπει, κατά κάποιο τρόπο, στην Ελλάδα της Κατοχής και του εμφυλίου.

Η διακυβέρνηση της αριστεράς, που για πρώτη φορά στη σύγχρονη ελληνική ιστορία δεν είναι σενάριο επιστημονικής φαντασίας αλλά ένα ενδεχόμενο που συγκεντρώνει πολλές πιθανότητες πραγματοποίησης, θορύβησε πολλούς. Ακόμη κι αν ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι ένα κόμμα που ομνύει στη δικτατορία του προλεταριάτου, όπως το ΚΚΕ, αλλά ένα κόμμα της ριζοσπαστικής και ανανεωτικής αριστεράς, έκανε ένα σημαντικό μέρος του πληθυσμού, που όλα τα προηγούμενα χρόνια το είχε ταυτίσει με τους –σύμφωνα με τη Μανδραβέλεια διάλεκτο– μπαχαλάκηδες, να ανατριχιάσει.

Κυρίως όμως, αυτή που ανατρίχιασε ήταν η αστική τάξη της χώρας.  Βιομήχανοι, επιχειρηματίες, εφοπλιστές και, πάνω απ’ όλα, οι βαρόνοι των μέσων ενημέρωσης έχουν επιδοθεί σε έναν ανελέητο πόλεμο αποδόμησης της εικόνας του ΣΥΡΙΖΑ (την πρόταση του προέδρου του ΣΕΒ για κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, την θεωρώ ένα επιτυχημένο αστείο). Για πολλούς και διάφορους λόγους.

Σίγουρα κάποιοι από αυτούς που αντιδρούν το κάνουν όχι μόνο γιατί είχαν μάθει να παρασιτούν εις βάρος του δημοσίου και τώρα βλέπουν τις διόδους προς τα κρατικά ταμεία να κλείνουν αλλά και γιατί είχαν μάθει να συγ-κυβερνούν, να έχουν λόγο σε κάθε απόφαση, μικρή ή μεγάλη, που αφορά στον τόπο, κι είναι αυτονόητο ότι σε μια ενδεχόμενη κυβέρνηση της αριστεράς αυτό το «προνόμιο» θα αποτελέσει παρελθόν. Βέβαια, δεν πρέπει και δεν μπορούμε να αποδώσουμε σε όλους δόλο. Υπάρχει και ένα κομμάτι της αστικής τάξης το οποίο αντιδρά διότι διαφωνεί ιδεολογικά με μια κυβέρνηση της αριστεράς και θεωρεί –μάλλον όχι άδικα – ότι θα είναι βλαπτική για τα συμφέροντά της.

Όποιος έχει μελετήσει, έστω στοιχειωδώς, την περίοδο της δεκαετίας του ’40, θα γνωρίζει ότι με τον ίδιο πάνω-κάτω τρόπο αντέδρασε και η αστική τάξη της εποχής στην εμφάνιση του ΕΑΜ. Λοιδορία, απαξίωση, καταστροφολογία για τις συνέπειες της άφρονος στάσης του, που θα οδηγήσει το λαό σε μεγάλες περιπέτειες κλπ, κλπ, κλπ. Δεν πρέπει να εκπλησσόμαστε.

Οι λογικές των αστικών τάξεων είναι διαχρονικές, διαφοροποιούνται ελάχιστα από τις συνθήκες ή τις εποχές και, πάνω απ’ όλα, έχουν ως άξονα την επιβίωση της ίδιας της τάξης τους και όχι του λαού. Δεν είναι, όμως, μόνο οι λογικές και τακτικές των αστικών τάξεων που δεν διαφοροποιούνται.

Το ίδιο συμβαίνει και με τους δοκιμαζόμενους λαούς οι οποίοι, κάθε φορά που αντιμετωπίζουν προβλήματα επιβίωσης, αφήνουν στην άκρη τις μειλίχιες συμπεριφορές, σταματούν να είναι πειθήνιοι και ριζοσπαστικοποιούνται, αδιαφορώντας για τις νουθεσίες, τις προτροπές ή τους εκφοβισμούς που αφειδώς σκορπούν οι εκάστοτε ελίτ –βλέπετε, η ανάγκη για φυσική επιβίωση υπερτερεί οποιουδήποτε άλλου επιχειρήματος.

Είναι γεγονός ότι η δεκαετία του ’40 με το σήμερα έχει ελάχιστες ομοιότητες. Όμως, σιγά σιγά αναδύονται στην επιφάνεια κάποια κοινά χαρακτηριστικά τα οποία δύνανται να συνδέσουν τις δυο –φαινομενικά εντελώς αταίριαστες– εποχές. Καταρχήν, όπως και τότε έτσι και τώρα, μεγάλα τμήματα του πληθυσμού είτε έχουν εξαθλιωθεί είτε οδηγούνται προς την εξαθλίωση.

Κατά δεύτερον, όπως κατά τη διάρκεια της Κατοχής εμφανίστηκε από το πουθενά το ΕΑΜ για να δώσει δύναμη και ελπίδα στον δοκιμαζόμενο πληθυσμό, έτσι και σήμερα, τηρουμένων πάντοτε των αναλογιών, εμφανίστηκε ο ΣΥΡΙΖΑ, που μπορεί να μην είναι αυθεντικό προϊόν της κρίσης, όπως ήταν το ΕΑΜ, μιας και σαν κόμμα υπάρχει αρκετά χρόνια, όμως το απότομο μεγάλωμά του και η μετάλλαξή του από ένα κόμμα που παλεύει μονίμως για την επιβίωσή του σε κόμμα εξουσίας, είναι κάτι που, αδιαμφισβήτητα, οφείλεται στις ειδικές συνθήκες που βιώνουμε σήμερα.

Ξέρω ότι κάποιοι, και μόνο στην ιδέα ότι προσπαθώ να παραλληλίσω το ΕΑΜ και τον ΣΥΡΙΖΑ, θα με χαρακτηρίσουν ιερόσυλο. Όμως, αν αφήσουμε έξω το συναίσθημα και προσεγγίσουμε το ζήτημα με την ψυχρή λογική,  θα διαπιστώσουμε ότι οι ομοιότητες είναι αρκετές. Ακόμη κι αν η δυναμική του ΕΑΜ με του ΣΥΡΙΖΑ δεν δύνανται να συγκριθούν, οι δυο αυτοί σχηματισμοί παρουσιάζουν αρκετά ακόμη κοινά χαρακτηριστικά. Παραδείγματος χάρη, όπως το ΕΑΜ δεν είχε στελεχωθεί από ανθρώπους αποκλειστικά αριστερών πεποιθήσεων, το αυτό συμβαίνει σήμερα και με τους ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ. Και βάσει των όσων διάβασα αλλά και από προσωπική εμπειρία, γνωρίζω ότι πολλοί άνθρωπου που ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ το έκαναν όχι γιατί έλκονται από τη γενικότερη ιδεολογία του αλλά ως λύση ανάγκης. Κι αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκη κακό.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τόσο το ΕΑΜ όσο και ο ΕΛΑΣ, παρότι ήταν δημιουργήματα του ΚΚΕ, ενσωμάτωσαν στις τάξεις τους πλήθος ανθρώπων από όλες τις παρατάξεις. Είτε μας αρέσει είτε όχι, όταν κάποιος κινδυνεύει να πνιγεί ψάχνει για μια οποιαδήποτε σανίδα σωτηρίας και όχι για μια σανίδα που θα είναι πιο κοντά στα –ιδεολογικά– γούστα του.

Θα μπορούσα να καταθέσω αρκετές ακόμη ομοιότητες του τότε με το σήμερα αλλά, μιας και δεν νομίζω ότι θα προσθέσει κάτι εξαιρετικό στην όλη κουβέντα, δεν θα το κάνω. Θα σταθώ όμως σε μια ομοιότητα, που αποτέλεσε την αφορμή γι’ αυτό το άρθρο: Τον διχασμό της κοινωνίας σε δυο στρατόπεδα. Αυτό, νομίζω, είναι που χαρακτήριζε όλη την δεκαετία του ’40, αλλά χαρακτηρίζει, εξίσου, και την εποχή που διανύουμε σήμερα. Πλέον οδηγούμαστε, με μαθηματική ακρίβεια, σε μια σύγκρουση μανιχαϊστικής λογικής.  Περιθώρια για άλλες δυνάμεις πέραν των δυο, δεν υπάρχουν.

Όσοι στέκονται στο μέσο είτε θα συνθλιβούν είτε θα αναγκαστούν να προσχωρήσουν σε κάποιο από τα δυο στρατόπεδα. Το αρχέγονο δίπολο δεξιά-αριστερά, που για πολλά χρόνια βρισκόταν σε χειμερία νάρκη, δείχνει να ξυπνάει, βρυχώμενο.

Από τη μια πλευρά στέκεται η δεξιά, που τώρα είναι πιο εκσυγχρονισμένη και περισσότερο διευρυμένη ιδεολογικά, δεν ομνύει (αποκλειστικά) στην πατρίδα, τη θρησκεία και την οικογένεια αλλά, κυρίως, στην οικονομία της αγοράς, ενώ έχει καταφέρει να ενσωματώσει ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού έχοντας ως πρόταγμα την φιλοευρωπαϊκή της διάσταση.  Από την άλλη πλευρά, η αριστερά, που και αυτή έχει αλλάξει αρκετά σε σχέση με αυτήν της δεκαετίας του ‘40, αφού δεν ομνύει πια στη δικτατορία του προλεταριάτου αλλά προτείνει/προκρίνει ένα μικτό σύστημα οικονομίας, εξακολουθεί να πορεύεται με κύριο άξονα την προστασία των φτωχών και των κατατρεγμένων.

Μόνο που τούτη τη φορά τα προβλήματα που καλείται να αντιμετωπίσει είναι περισσότερα και πιο σύνθετα. Το κυριότερο από αυτά είναι ότι δεν έχει πλέον το ηθικό/ιδεολογικό πλεονέκτημα που είχε η αριστερά της Κατοχής και του εμφυλίου. Όσο κι αν ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι ΚΚΕ και δεν είναι υποχρεωμένος να απολογείται για την αποτυχία του σοσιαλιστικού πειράματος, στη συνείδηση ενός μεγάλου μέρους του κόσμου αυτή η αποτυχία τον βαραίνει. Μόνο τυχαίο δεν είναι άλλωστε ότι οι αντίπαλοί του τον κατηγορούν ότι θα μας μετατρέψει σε Βόρεια Κορέα ή Κούβα.

Από τώρα και μέχρι τις εκλογές η σύγκρουση θα κλιμακώνεται ραγδαία. Η παράταξη της δεξιάς θα ενισχύεται καθημερινά και από τους συμμάχους της στο εξωτερικό. Η κινδυνολογία, που μέχρι τώρα αποτέλεσε ένα από τα κυριότερα όπλα της, θα ενταθεί και θα ενισχυθεί και με περιποιημένες εισαγόμενες δόσεις. Όχι τυχαία. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ακόμη κι αν ένα σημαντικό κομμάτι του πληθυσμού έχει οδηγηθεί ήδη στο περιθώριο και ως εκ τούτου έχει παγιώσει τις πολιτικές/κομματικές του επιλογές, ένα ακόμη μεγαλύτερο κομμάτι το οποίο καταφέρνει, έστω με δυσκολία, να επιβιώνει, είναι αυτό που τελικά θα κρίνει τις εκλογές. Εάν η κινδυνολογία και η λογική του «υπάρχουν και χειρότερα» το επηρεάσει ή όχι, και σε ποιο βαθμό, θα φανεί στις κάλπες.

Η αριστερά, εάν θέλει να έχει πιθανότητες επιτυχίας, οφείλει, κατά την εκτίμησή μου, να κάνει δυο πράγματα, πρώτον, να πορευτεί με ρεαλισμό και να βρει τη χρυσή τομή μεταξύ του εφικτού και του οράματος. Όσο κι αν η σύγκρουση είναι κάποιες φορές αναπόφευκτη και χρήσιμη, δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι αυτοσκοπός. Κι όποιος διαφωνεί, ας θυμηθεί που οδηγήθηκε το αριστερό κίνημα της μετακατοχικής Ελλάδας.

Δεν θέλω να κάνω μαθήματα ιστορίας, αλλά δεν έχω βρει κανέναν άνθρωπο που να γνωρίζει στοιχειωδώς τα της συγκεκριμένης εποχής και να μην αναγνωρίζει ότι η αποχή της αριστεράς από τις εκλογές του ’46 υπήρξε η απαρχή της καταστροφής της.  Δεύτερον, εάν η αριστερά θέλει να μετουσιώσει την ψήφο διαμαρτυρίας που εισέπραξε στις προηγούμενες εκλογές σε ψήφο εμπιστοσύνης, πρέπει να μεταμορφωθεί, το συντομότερο δυνατόν, σε κόμμα εξουσίας.

Η πολυγλωσσία των συνιστωσών πρέπει να εκλείψει και να αντικατασταθεί από ένα λόγο που θα έχει ως άξονά του τον κυβερνητικό ρεαλισμό. Εάν βγαίνει ο κάθε ένας και λέει το μακρύ του και το κοντό του, προκοπή δεν πρόκειται να γίνει. Διότι καλά και άγια τα ουμανιστικά τσιτάτα και τα ηρωικά κελεύσματα περί αντίστασης των λαών και μπλα, μπλα, μπλα, αλλά αυτός που αγωνιά για το μισθό του και τη σύνταξή του, δεν νομίζω να πειστεί από τέτοιου είδους επιχειρήματα.

Δεν ξέρω ποιος θα βγει νικητής από αυτή τη μάχη. Αυτό που ξέρω είναι ότι η μάχη και προμηνύεται και θα είναι σκληρή. Εύχομαι και ελπίζω αυτή τη φορά να αντιστραφούν οι όροι και η αριστερά να μετακομίσει στο στρατόπεδο των νικητών. Κι αυτό δεν το εύχομαι στη λογική «να νικήσει η ομάδα μου». Το εύχομαι διότι πιστεύω ακράδαντα πως μια νίκη της αριστεράς θα σηματοδοτήσει εξελίξεις σε παγκόσμιο επίπεδο.

Όπως είχα γράψει και στο προηγούμενο άρθρο μου που είχε δημοσιευτεί πάλι στο tvxs, «ο καπιταλισμός-καζίνο πνέει τα λοίσθια». Αυτό που χρειάζεται για να μας αποχαιρετήσει μια και καλή, είναι μια γερή κατραπακιά. Ας ελπίσουμε ότι αυτή την κατραπακιά θα του τη δώσει η αριστερά. Η ελληνική αριστερά.
Νίκος Αραπάκης

Υ.Γ.
Ένα φίλος δημοσιογράφος, ο Αλβανικής καταγωγής Νίκο Άγκο, ο οποίος ζει και εργάζεται στη χώρα μας για περισσότερα από 20 χρόνια, ειδοποιήθηκε από τις αρχές ότι πρέπει εντός ολίγων ημερών να εγκαταλείψει τη χώρα διότι, κατά τα έτη 2007 -2008, δεν συμπλήρωσε τον απαιτούμενο αριθμό ενσήμων. Σημειωτέον ότι ο Νίκο τον τελευταίο καιρό έχει δεχθεί, λόγω της αρθογραφίας του, πλήθος απειλών από μέλη της χρυσής αυγής. Όλοι μας, ο καθένας με τον τρόπο του και τις δυνατότητές του, πρέπει να παλέψουμε ώστε να αποτρέψουμε αυτή την αθλιότητα.


O συγγραφέας Νίκος Αραπάκης συμμετέχει στην ακτιβιστική Έρευνα για την Κρίση της Κρυσταλίας Πατούλη, που δημοσιεύεται στο tvxs. Για όσους επιθυμούν να εκφράσουν τις απόψεις τους, τις σκέψεις ή και τις θέσεις τους, τους σχετικά με την κρίση της χώρας μας, ή και να προσθέσουν κάτι στις ήδη δημοσιευμένες απαντήσεις τους, εφόσον τα γεγονότα συνεχώς εξελίσσονται εν όψη και των επερχόμενων εκλογών στις 17 Ιουνίου 2012, μπορούν να επικοινωνήσουν: cpatouli@yahoo.gr