Αλκίνοος Ιωαννίδης στο Κύτταρο – «Απ’ την ψυχή ως την ψυχή»

Μου ζητήθηκε, αντί για συνέντευξη, να περιγράψω σε ένα μικρό κείμενο αυτό που ζούμε σαν μουσική ομάδα. Οι ζωές μας δεν έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Είμαστε όμως στη διάρκεια ενός ταξιδιού, και το ταξίδι έχει πάντα κάτι να διηγηθεί:

Ξεκινήσαμε ηχογραφώντας σε κάποιο υπόγειο και καταλήξαμε να γυρίζουμε τη Γη εδώ και δύο χρόνια. Αυτή η συνεχής μετάβαση από το εντός στο εκτός, από το κλειστό στο ανοιχτό, από το βάθος στο ύψος και από τη μοναχική στιγμή στο συλλογικό βίωμα, χαρακτηρίζει τη ζωή και την τέχνη μας.

Όταν όλα γύρω σκοτεινιάζουν και κρυώνουν, ψάχνεις τη ζεστασιά που δίνει το φως του συνανθρώπου. Ψάχνεις να καθρεφτιστείς, για να δεις ποιος είσαι, αν είσαι. Το τραγούδι, από την πρώτη μας μέρα στη γη, λειτουργεί σαν ταυτότητα, σαν συνεκτική δύναμη, σαν συμπύκνωση αισθημάτων και πληροφοριών, σαν άνοιγμα στο αόρατο, σαν υπαρξιακός δίαυλος. «Απ’ την ψυχή ως την ψυχή».

Έτσι, οι συναυλίες τα τελευταία δύσκολα χρόνια απέκτησαν μιαν άλλη δυναμική. Υπάρχει γνήσια, αμοιβαία χαρά στη συνάντηση με το κοινό. Ενέργεια, συγκέντρωση, επικοινωνία, άνεση, ευγένεια, συμμετοχή όλων σε κάτι κοινό. Υπάρχει η επίγνωση πως ζούμε μαζί κάτι πολύτιμο, κάτι πολύ πέραν των ήχων και των λέξεων που τραγουδάμε. Είναι σαν να ψιθυρίζουμε, πίσω από τους ήχους και τους στίχους, ένα άλλο, μυστικό κείμενο, που μας ορίζει προσωπικά και συλλογικά.

Το σχήμα αποτελείται από σπουδαίους μουσικούς, που αγαπούν και σέβονται την τέχνη τους και την ασκούν με προσήλωση, χαρά, θυσία και πάθος.  Είναι ο Γιώργος Καλούδης στο βιολοντσέλο και στην κρητική λύρα, ο Μανόλης Πάππος στο τρίχορδο μπουζούκι και στο λαούτο, ο Φώτης Σιώτας, που εναλλάσσεται με τον Δημήτρη Χατζηζήση στο βιολί και ο Δημήτρης Τσεκούρας στο κοντραμπάσο. Τους αγαπώ και τους θαυμάζω απεριόριστα! Κάθε ένας τους, αποτελεί έναν αισθητικά ολοκληρωμένο κόσμο. Τον προσφέρουν, δημιουργώντας από κοινού την ιδιαίτερη, κοινή μας αισθητική.

Χρησιμοποιούμε αποκλειστικά έγχορδα όργανα. Κάθε σιωπή και κάθε ουρλιαχτό βγαίνει από το άγγιγμά μας στις χορδές, χωρίς τη σιγουριά ή τις ευκολίες που προσφέρουν άλλα όργανα σε μια μπάντα. Το αποτέλεσμα είναι εκλεπτυσμένο και πρωτόγονο, εξευγενισμένο και σκληρό, δομημένο και ελεύθερο. Αλλάζει μέρα με τη μέρα και μάς φανερώνει συνεχώς νέους δρόμους. Αυτούς τους δρόμους καλούνται να επεξεργαστούν και να μεταφέρουν στα αυτιά και στα μάτια των ακροατών, οι ηχολήπτες Βαγγέλης Λάππας και Βασίλης Δρούγκας, και ο φωτιστής – βιοκαλλιεργητής Κωσταντίνος Μαργκάς.

Πιστεύουμε στο τραγούδι. Σήμερα, αφού καταφέραμε όλοι, δημιουργοί, ερμηνευτές και ακροατές, να το ταυτίσουμε με τον χειρότερο εαυτό μας, με τον νεοπλουτισμό, τη μεγαλομανία και τον μίζερο αρχοντοχωριατισμό των προηγούμενων χρόνων, καθώς και με την ανημπόρια του παρόντος μας, τώρα που όλοι το ονομάζουμε ξενέρωτο και ανέμπνευστο, αφού του φορτώσαμε την ευθύνη για όλα τα δεινά μας, τώρα λοιπόν επιστρέφουμε σε αυτό και του ζητάμε να μας δείξει ποιοι είμαστε. Μας δείχνει όπως ακριβώς είμαστε, γι’ αυτό το βρίζουμε το τραγούδι μας. Και δεν μας σιχαίνεται, και αντέχει ακόμα το καημένο να μας καθρεφτίζει…

Όλο αυτό τον καιρό, αντιμετωπίζοντας τις δυσκολίες, πληρώνοντας ευχαρίστως το τίμημα και κερδίζοντας πολλή χαρά, ασχολούμαστε αποκλειστικά με το καλλιτεχνικό μέρος αυτού που κάνουμε. Χωρίς καμιά έκπτωση, χωρίς κολπάκια, χωρίς άλλη έγνοια από τη συνεχή εμβάθυνση στα όσα μοιραζόμαστε με τους ακροατές. Γιατί έτσι αποκτά νόημα η ύπαρξή μας. Αποκτά νόημα, όποτε το μπουζούκι, ξεφορτωμένο από τους συμβολισμούς των τελευταίων δεκαετιών, μουρμουρίζει ξανά τους ουρανούς. Όποτε η λύρα, απαλλαγμένη από τη βία του τουριστικού γλεντιού, ψέλνει τον ήχο των αιώνων. Όποτε τα δοξάρια, ξεφεύγοντας από τη χλιαρότητα της συνοδευτικής «σούπας», από το ακαδημαϊκό, νεκρικό κυριλέ και από το τζούφιο της επίδειξης, ματώνουν δυο νότες με ψυχή. Όποτε μια κιθάρα και μια φωνή, με λάθη και με φάλτσα, προσπαθούν να συλλαβίσουν το όνειρο και την πραγματικότητα με τρόπο αδιαχώριστο.

Αυτά λοιπόν παλεύουμε, δυστυχώς όχι πάντοτε με επιτυχία, παλινδρομώντας από τη δημιουργία στην καταστροφή. Δεν μπορώ να σας εγγυηθώ πως θα περάσετε καλά, αν μας τιμήσετε με την παρουσία σας. Γιατί, ευτυχώς, όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά.

Ευχαριστώ,

Αλκίνοος Ιωαννίδης


*Τρία Παρασκευοσάββατα (10-11, 17-18, 24-25, Μάρτιος 2017 ) στο «Κύτταρο»

 

Αλκίνοος Ιωαννίδης: «Ζήσαμε μέσα στην ηλιθιότητα για δεκαετίες»

ioannidis
Αλκίνοος Ιωαννίδης: «Ζήσαμε μέσα στην ηλιθιότητα για δεκαετίες»Έτσι «αποκωδικοποιεί» την ελληνική κρίση και τις παθογένειες της φυλής που μας οδήγησαν σε αυτήν ο δημοφιλής τραγουδοποιός και ερμηνευτής. Διαβάστε αυτή την εκ βαθέων κατάθεση ψυχής –αξίζει!
«Δεν ήταν καλά τα χρόνια που πέρασαν, κι ας μιλούν κάποιοι για τις ‘’καλές εποχές’’. Υπήρχε φτώχεια γύρω και μέσα μας, από την οποία είχαμε πάψει να συγκινούμαστε», γράφει ο Αλκίνοος Ιωαννίδης.
Την Τετάρτη 11 Μαρτίου θα είναι μεταξύ των ομιλητών στην παρουσίαση του βιβλίου της Κρυσταλίας Πατούλη «Η Έρευνα για την Κρίση 2010-2014» στο PASSPORTart του Πειραιά.
Δεν αισθάνομαι ότι ζούσα σε μία υγιή χώρα, η οποία ξαφνικά αρρώστησε. Ίσα ίσα. Δεχτήκαμε τόσα πράγματα όλα αυτά τα χρόνια, τα οποία δεν μας άγγιζαν, ίσως, ή –έστω– νομίζαμε ότι δεν μας άγγιζαν προσωπικά. Επιτρέπαμε, για παράδειγμα, στις πόλεις μας, να μην είναι φιλικές προς τα άτομα με αναπηρία, ή επιτρέπαμε στους εαυτούς μας και στους φίλους μας να ζουν χωρίς να νοιάζονται ουσιαστικά και έμπρακτα για τον διπλανό. Δεχόμαστε όλοι, δεκατρία χρόνια μετά τον σεισμό του ’99, τα ορφανά παιδιά του Χατζηκυριάκειου να ζουν σε κοντέινερ, αφού οι ζημιές στο κτήριο δεν έχουν ακόμη επισκευαστεί. Μα, ποιο μέλλον αξίζει σε μια κοινωνία που έχει τα ορφανά παιδιά της σε κοντέινερ;
Δεν ήταν καλά τα χρόνια που πέρασαν, κι ας μιλούν κάποιοι για τις «καλές εποχές». Ακόμα κι αν για κάποιους ήταν καλές όμως, δεν προετοιμαστήκαμε ούτε πνευματικά, ούτε πρακτικά, για τους δύσκολους καιρούς, που πάντοτε μπορούν να προκύψουν. Υπήρχε φτώχεια γύρω και μέσα μας, από την οποία είχαμε πάψει να συγκινούμαστε. […]
Είναι πολύ σύνθετο το θέμα και ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για να απαντήσει σε αυτό, αλλά νομίζω ότι αφεθήκαμε, ζήσαμε μέσα στην ηλιθιότητα για δεκαετίες, ξεχάσαμε τι είναι σημαντικό και τι όχι, κι αυτό είναι αρκετό. Υπάρχουν σίγουρα και άλλοι παράγοντες, εξωγενείς, όπως σίγουρα υπάρχουν «καρχαρίες» έτοιμοι να καταπιούν ότι ευάλωτο βρουν στο δρόμο τους, αλλά το ίδιο σίγουρα, υπάρχει και μια ευθύνη στη μεριά του θύματος. […]
Αν είμαστε άβουλα όντα, τα οποία δεν έχουν καμία δύναμη και δεν μπορούν να καθορίσουν στο παραμικρό τις εξελίξεις, τότε ας το πάρουμε απόφαση κι ας ζήσουμε σαν δούλοι. Αλλά, αν δεν το δεχόμαστε αυτό, τότε σίγουρα έχουμε ευθύνη για όσα έχουν συμβεί. […]
Δημοκρατία είναι το να συμμετέχεις στα κοινά, κι αυτό να είναι μια σταθερή και αδιαπραγμάτευτη λειτουργία της ζωής. Να μπορείς να αυτό-οργανώνεσαι, να συμμετέχεις σε δράσεις, να έχεις ιδέες οι οποίες να μπορούν να εφαρμόζονται μέσα από μια διαδικασία συλλογική, να μπορείς να δεχτείς τη διαφορετικότητα του άλλου και να την αξιοποιήσεις, να καταφέρεις να συνεργαστείς με αυτόν που έχει άλλη άποψη από τη δική σου, να συνεννοηθείς με τον φίλο, με τον γείτονά σου, με τη γυναίκα σου, με τα παιδιά σου.
Στο τέλος να μπορείς να συνεννοηθείς με τον εαυτό σου… Κάτι που δεν είναι καθόλου αυτονόητο στις εποχές που ζούμε. Όλα αυτά είναι δημοκρατία. Δεν είναι η μεγάλη «χάρη» που μας κάνουν, να ψηφίζουμε κάθε τέσσερα χρόνια. Και η αλήθεια είναι ότι μοιάζει να νομίζουν ότι μας κάνουν πολύ μεγάλη χάρη, να μας παραχωρούν αυτό το προνόμιο. Το οποίο, όμως, στις εποχές που ζούμε, ακόμα και αυτό, υπάρχουν άνθρωποι που το αμφισβητούν […]
Η έλλειψη πολιτισμού. Αυτό είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα. Διότι, ακόμα και αν μας ρουφήξουν το αίμα, αν υπάρχει κάποια ελπίδα, μέσα σε όλη αυτή την ιστορία, δεν έρχεται ούτε από την πολιτική, ούτε από τους οικονομολόγους, ούτε από τους τραπεζίτες. Αντίθετα, έρχεται από το επίπεδο του πολιτισμού των ανθρώπων που κατοικούν σε αυτόν τον τόπο. […]
Κοιτούσαμε, χρόνια, υποτιμητικά τους ανατολικο-ευρωπαίους «υπηρέτες», κι ας ήξεραν εκατό ποιήματα απέξω, κι ας είχαμε εμείς να διαβάσουμε ποίημα από το σχολείο. Αυτό το πνευματικό επίπεδο, που μεταφράζεται σε ποιότητα σκέψης, πράξης και ζωής, που καθορίζει την ηθική και την αισθητική, που γίνεται πολιτικό με την πιο καθαρή έννοια της λέξης, κατάφεραν οι υπεύθυνοι, εδώ και δεκαετίες, να το κατεβάσουν πάρα πολύ. Και όταν λέω «υπεύθυνοι», δεν εννοώ μόνο τους Υπουργούς Παιδείας. Εννοώ και εμάς τους καλλιτέχνες, και αυτούς που ονομάζουμε «πνευματικούς ανθρώπους» και τα ραδιόφωνα και τις τηλεοράσεις και τα περιοδικά. Εννοώ, όλους τους ανθρώπους που υποτίθεται ότι ασχολούνται με αυτό που ονομάζουμε «πολιτισμό», είτε κάνουμε πράγματι πολιτισμό είτε νομίζουμε ότι κάνουμε. Και, μαζί, φταίει και η πλειοψηφία του «κοινού». Όλοι, έχουμε την ευθύνη μας σ’ αυτό. […]
Πηγαίνω στο εξωτερικό πολύ συχνά, είτε στην Ευρώπη, είτε στην Αμερική, και παρατηρώ άτομα σε καροτσάκι να κυκλοφορούν στο δρόμο, και καμιά φορά ξεχνιέμαι και λέω «Τί έγινε; Έπαθαν όλοι ατύχημα, εδώ;». Και μετά θυμάμαι ότι απλά, εκεί μπορούν να κυκλοφορήσουν… […]
Εδώ και χρόνια πίστευα ότι ζούσαμε σε μια εποχή που δεν ευνοούσε την συλλογικότητα. Οι περισσότερες συλλογικότητες που είδα και που έζησα, μέσα στο μπερδεμένο, διασπασμένο, απρόσωπο, μεταπολιτευτικό τοπίο, παρά τις προσπάθειες και τις θυσίες πολλών, ήταν προβληματικές, ή αναποτελεσματικές, και άρα, χωρίς ουσιαστικό λόγο ύπαρξης.
Είχα λάθος, γιατί σήμερα υπάρχει μια προεργασία πολύτιμη. Πίστευα όμως, ότι η εποχή ήταν περισσότερο κατάλληλη για να μπορέσει ο καθένας να αναπτυχθεί προσωπικά, να μπορέσει ο καθένας να προχωρήσει σαν άνθρωπος, μέσα από μια προσωπική και ανένταχτη –όχι μόνο κομματικά– πορεία.
Τώρα βλέπω διάφορες συλλογικότητες να αρχίζουν να ανθούν γύρω, και αυτό με χαροποιεί. Και το αποτέλεσμα δεν είναι μόνο το έργο που παράγουν, π.χ. το αν θα φάνε φαγητό κάποιοι άστεγοι, ή αν θα πάρουν τα φάρμακά τους κάποιοι άνθρωποι που τα έχουν ανάγκη, ή αν θα υποστηριχθούν κάποιοι διωγμένοι από την κοινωνία, το οποίο είναι από μόνο του σπουδαίο. Αλλά είναι και το γεγονός, ότι διαμορφώνει τρόπο σκέψης και λειτουργίας, και χαρίζει την εμπειρία της έμπρακτης και δημιουργικής ένταξης στο σύνολο. Και αυτό είναι κάτι ανεκτίμητο.
 Δεν μιλώ για την «φιλανθρωπία». Μου είναι φρικτή σαν έννοια, αυτή η –συχνά δημόσια– εκ του ασφαλούς «προσφορά» μέρους του υπερ-περισσεύματος, για λόγους συνήθως αυτάρεσκους ή ύποπτους. Άσε που η ίδια η λέξη μπάζει νερό. Γιατί, για να είναι κανείς φιλόζωος, πρέπει ο ίδιος να μην είναι ζώο. Για να είναι φιλέλληνας, να μην είναι Έλληνας. Δεν υπάρχει «φιλόζωο ζώο», ούτε «φιλέλληνας Έλληνας». Έτσι, ούτε και «φιλάνθρωπος άνθρωπος». Οι φιλάνθρωποι, θέτουν εαυτούς εκτός του συνόλου των ανθρώπων. […]
Μόνος του, ο κάθε ένας μας είναι τρελός και ελλιπής, και συνήθως ανίκανος, κι ας έχει τη μαγεία του ο μοναχικός δρόμος. Αλλά, μέσα από τη συλλογική δράση, κερδίζει το άτομο και μαζί όλη η κοινωνία. […] Αυτό λειτουργεί και ανάποδα: νέα παιδιά εντάσσονται σε ομάδες που το μόνο που τους ενώνει είναι το μίσος προς κάποιους άλλους. Κι αυτό είναι μια ένταξη, μια συντροφικότητα. Δεν είναι όμως μια δημιουργική διαδικασία, δεν λύνει προβλήματα, δημιουργεί καινούργια. Δεν έχει ανάγκη αυτή τη στιγμή η κοινωνία μας από στείρο και τυφλό μίσος. Έχει ανάγκη από ανθρώπους που μέσα από συλλογικότητες θα μπορέσουν να προσφέρουν. […]
Όσοι ζούμε με κάποια άνεση, είτε κλέψαμε είτε όχι, οφείλουμε μια απολογία σε όσους, το ίδιο σύστημα που εμάς μας άφησε να επιβιώσουμε, αυτούς τους εκμεταλλεύτηκε και τους εκμηδένισε. […]
Δεν έχω να δώσω καμιά συμβουλή, ούτε κουράγιο να πω, ούτε με τα λόγια μπορεί να βοηθήσει κάποιος σε αυτή την ιστορία. Χρειάζονται πράξεις, στην καθημερινή ζωή του καθενός μας, και μόνο έτσι μπορείς να σταθείς δίπλα στους συνανθρώπους σου. «Αν είμαστε άβουλα όντα, τα οποία δεν μπορούν να καθορίσουν στο παραμικρό τις εξελίξεις, τότε ας το πάρουμε απόφαση κι ας ζήσουμε σαν δούλοι». […]
Αν παραμείνουμε καταναλωτές, έτοιμοι να καταπιούμε σαν έτοιμη τροφή αυτό που δημιουργούν οι άλλοι για μάς, δεν βλέπω κανένα μέλλον. Το θέμα είναι να μπορέσει σιγά σιγά ο καθένας να δημιουργήσει τα δικά του πράγματα, με αφοσίωση και αγάπη, για να μπορεί να τα δώσει. Ό,τι κι αν φτιάχνει. Μπορεί να μεγαλώνει παιδιά, ή να γράφει ποιήματα, ή να είναι αγρότης, ή να μαγειρεύει, ή, ακόμα και να δημιουργεί πράγματα ακόμη πιο σπάνια, όπως μια ωραία ερωτική σχέση… […]
Ασκώ επάγγελμα που προϋποθέτει μεγάλες δόσεις εγωισμού. Παρ’ όλα αυτά, προσπαθώ να μάθω στα παιδιά μου ότι εάν ο διπλανός σου δεν ζει αξιοπρεπώς, ούτε κι εσύ μπορείς να είσαι αξιοπρεπής. Όταν γύρω σου υπάρχει δυστυχία, όσο κι αν ψήνεσαι πως είσαι ευτυχής, είναι αδύνατον να ζήσεις καλά. Αν ένας πάει στην κόλαση, κανείς δεν πάει στον παράδεισο. Διαβάστε ακόμα: Η ηθική πίσω από την κρίση και το «καλό» ως ένα ταξίδι χωρίς προορισμό.
Εμείς δεν ξέρουμε να είμαστε μαζί. Ενώ και οι Ισπανοί έζησαν έναν εμφύλιο, ίσως και εντονότερο από τον δικό μας, με κάποιον τρόπο καταφέρνουν σε κάποια βασικά πράγματα –ένα μεγάλο τουλάχιστον μέρος της κοινωνίας τους– να συνεννοούνται. Εμείς ζούμε ο καθένας μέσα στο μικρό του κλουβάκι, που μπορεί να περιλαμβάνει και άλλους δυο-τρεις, αποφασίζουμε πως οι υπόλοιποι είναι μαλάκες και είμαστε ευχαριστημένοι. […]
Για παράδειγμα, επειδή αναφέραμε την Ισπανία, εκεί δεν υπάρχει ισπανικό μουσικό σχήμα που να βγαίνει να παίξει στο εξωτερικό και να μην έχει τη μικρή ή τη μεγάλη, πολλές φορές, στήριξη των πολιτιστικών υπηρεσιών της χώρας του. Το έχω ζήσει σε πολλά φεστιβάλ του εξωτερικού. Αυτό δεν σημαίνει ότι το κράτος τους λειτουργεί καλά, ή ότι δικαιολογούνται όλα αυτά που έχουν συμβεί στη χώρα τους, αλλά ότι κάποιοι άνθρωποι που είναι σε κάποιες θέσεις, πραγματικά αγαπάνε αυτό που κάνουν και αισθάνονται μια υποχρέωση να το κάνουν καλά. Εδώ, για να είχε κάποιος μια ανάλογη στήριξη από το κράτος, έπρεπε να… κοιμάται με το κράτος! «Θα ζήσουμε καλύτερα, όταν αποφασίσουμε τι θέλουμε να χτίσουμε στα ερείπια αυτού που θέλουμε να γκρεμίσουμε». […]
Έχουμε δρόμο μακρύ και δύσκολο. Κι αυτό είναι το καλό της υπόθεσης! Δεν πρέπει να μας απογοητεύει η απόσταση που έχουμε να διανύσουμε. Πρέπει να μας δίνει χαρά. Γιατί η οργή, από μόνη της, δεν δημιουργεί τίποτα. Δημιουργικό δεν είναι το να φτάσει ο κόσμος στο απροχώρητο, στην κορύφωση της μεγαλύτερης οργής. Η οργή χωρίς όνειρο θα σε ξανακάνει πρόβατο. Δεν αρκεί το να γκρεμίζεις. Θα ζήσουμε καλύτερα, όταν αποφασίσουμε τι θέλουμε να χτίσουμε στα ερείπια αυτού που θέλουμε να γκρεμίσουμε. […] Δεν μιλιόμαστε με τον εαυτό μας εδώ και δεκαετίες. Και δεν συνομιλούμε ουσιαστικά ούτε με τον διπλανό μας. […] Ας μιλήσουμε, ας βγάλουμε τα κουσούρια μας ο καθένας στη φόρα, ας εκτεθούμε, ας γνωριστούμε, δεν πειράζει… Κι ας ακούσουμε και τον άλλον, τι έχει να μας πει.
180 πρόσωπα των γραμμάτων, των επιστημών και των τεχνών, από το 2010 έως το 2014, συμμετείχαν στην ακτιβιστική Έρευνα για την Κρίση με βάση το ερώτημα «Ποιες αιτίες μας έφεραν ως εδώ, και κυρίως τι πρέπει να κάνουμε;».
Όλες οι απαντήσεις δημοσιεύτηκαν στο tvxs.gr, δημιουργώντας έναν δημόσιο διάλογο άνω των 280 άρθρων και συνεντεύξεων. Τα αποτελέσματα της έρευνας κυκλοφόρησαν πρόσφατα σε βιβλίο από τις εκδόσεις Κέδρος. 180 άνθρωποι των γραμμάτων, των επιστημών και των τεχνών συμμετείχαν στην ακτιβιστική Έρευνα για την Κρίση με το ερώτημα «Ποιες αιτίες μας έφεραν ως εδώ, και κυρίως τι πρέπει να κάνουμε;». Όλες οι απαντήσεις δημοσιεύτηκαν στο tvxs.gr. Τα αποτελέσματα της έρευνας κυκλοφόρησαν πρόσφατα σε βιβλίο από τις εκδόσεις Κέδρος. […]
//Το βιβλίο της δημοσιογράφου και συμβούλου ανθρωπίνων σχέσεων Κρυσταλίας Πατούλη «Η Έρευνα για την Κρίση (2010-2014)» –από όπου και το κείμενο του Αλκίνοου Ιωαννίδη που ανθολογεί η στήλη– κυκλοφορεί από τις εκδόσει Κέδρος.
Τα έσοδα της έκδοσης θα διατεθούν στο ΚΕΘΕΑ, το οποίο συμβάλλει καθοριστικά εδώ και δεκαετίες στην επίλυση κρίσεων προς την ανεξαρτητοποίηση, και στη ΜΕΡΙΜΝΑ που συμβάλλει στην αντιμετώπιση των απωλειών στη ζωή των παιδιών και των οικογενειών τους.
//«Η Έρευνα για την κρίση (2010-2014)» θα παρουσιαστεί την Τετάρτη 11 Μαρτίου 2015 στις 7:30 μ.μ. στο PASSPORTart, Ανδρούτσου 151, Πειραιάς, τηλ. 210 4130153 (είσοδος ελεύθερη). Ανάμεσα στους ομιλητές θα είναι και ο Αλκίνοος Ιωαννίδης.

Δείτε επίσης:
«Το τέλος του ’14 βρήκε τον Αλκίνοο Ιωαννίδη με αποσκευές μια «Μικρή Βαλίτσα», έναν δηλαδή από τους καλύτερους δίσκους της χρονιάς και μια σειρά θαυμάσιων εμφανίσεων. Αυτό τον καιρό προετοιμάζεται για να τελειώσει την σεζόν με έναν ακόμα κύκλο εμφανίσεων, κάθε Παρασκευή και Σάββατο στο «Σταυρός Του Νότου» (έναρξη 13 Μαρτίου) και με τη συνοδεία του ίδιου πάντα εκλεκτού και ιδιόμορφου σχήματος το οποίο αποτελείται από βιολί/βιόλα, τσέλο/λύρα, κοντραμπάσο και μπουζούκι/λαούτο.»

Σήμερα μπορώ να ονειρεύομαι*. Του Αλκίνοου Ιωαννίδη

ioannidis

Σήμερα πήρα ανάσα! Είτε ξαναβουτήξω είτε όχι, έχω αέρα στα πνευμόνια και χαρά στην καρδιά.Σήμερα νιώθω πως κερδίσαμε μια μεγάλη μάχη απέναντι στον φόβο, στην κακογουστιά, στην ασχήμια, στην ανηθικότητα, στην αδικία και στην ανοησία που μας μικραίνει.

Σήμερα ελπίζω πως θα γίνει σύντομα παρελθόν αυτό που κυρίως εκπροσώπησε τα όσα μ’ έδιωχναν απ’ τη χώρα μου, αυτό που, όποτε ξεπηδούσε μέσα απ’ την οθόνη, ή εμφανιζόταν απρόσκλητο σε κάθε πτυχή της ζωής μου, μ’ έκανε να θέλω να κλείσω τα αυτιά και τα μάτια των παιδιών μου.

Σήμερα χαίρομαι που όλα αυτά τα χρόνια απέφυγα κάθε κομματική ανάμιξη και θέση, ώστε να μπορώ να γράφω απ’ την καρδιά μου, χωρίς βαρίδια, τα όσα γράφω.

Σήμερα εγώ, ο εμμονικά ακομμάτιστος, ο (λόγω καθοριστικών για τη διαμόρφωσή μου εμπειριών) καχύποπτος απέναντι σε κάθε ηγεσία, ο χωρίς συμφέρον να εκτίθεται (και ειδικά σε περιπτώσεις που νομοτελειακά μόνο εναντίον του θα γυρίσουν), εκθέτω τη συγκίνησή μου ευχαρίστως, κι ας μου βγει και σε κακό.

Σήμερα ελπίζω πως όσα έθρεψαν το ναζιστικό φίδι μπορούν να εξαλειφθούν. Μαζί τους, αναπόφευκτα, θα εξαλειφθεί κι αυτό.

Σήμερα χαίρομαι που ζω στην Ελλάδα. Χαίρομαι που, ενώ έφτασα τόσο κοντά, δεν την εγκατέλειψα και είμαι εδώ τώρα, μαζί με τους ανθρώπους του τόπου μου, μπροστά σε ένα αύριο άγνωστο, επικίνδυνο, δύσκολο αλλά δικό μας.

Σήμερα νιώθω υπερήφανος που ανήκω σε μια χώρα που ξεκινά επιτέλους τον αγώνα της για δικαιοσύνη και ανθρωπιά, όρθια, γυμνή και σίγουρη, ενάντια στην απάνθρωπη ψύχρα των λογιστών του θανάτου.

Σήμερα ο τόπος μου από κακό παράδειγμα γίνεται πρόταση.

Σήμερα οι ξένοι φίλοι μου, καλλιτέχνες και μη, προοδευτικοί και μη, μας κοιτάνε αλλιώς. Πάλι σαν ούφο βέβαια, αλλά αλλιώς…

Σήμερα μπορώ να ελπίζω πως δεν θα αντιμετωπίζομαι πια από τους προύχοντες, εγώ και ο κάθε πολίτης, σαν υποτακτικός, άσχετος, λίγος, αμελητέος, ανεπαρκής, ανίκανος, απατεώνας, ζητιάνος, ουτοπιστής, παράξενος, ρομαντικός, χέστης, ηλίθιος και μόνος.

Σήμερα νιώθω πως χαμογέλασαν, έστω και λειψά, τα νεκρά παιδιά του Βουνού, οι κατατρεγμένοι, οι βασανισμένοι, οι φυλακισμένοι, οι εκτελεσμένοι, οι αφημένοι να σαπίζουν ανώνυμοι στα χαντάκια της ιστορίας, οι ήρωες που εξαφάνισε η αφήγηση των κουστουμαρισμένων, φρεσκοξυρισμένων συνεργατών κάθε λογής κατακτητών. Κι ας μην είναι μόνον έτσι, κι ας μην είναι ακριβώς έτσι, κι ας είναι δύσκολα θέματα αυτά για να τα πιάνουμε εύκολα στο στόμα μας.

Σήμερα εύχομαι να ακούσει κάποιος τα παιδιά μας που αγκομαχούν λυπημένα κάτω από ένα σύστημα παιδείας απάνθρωπο, βλακώδες και αναποτελεσματικό.

Σήμερα εύχομαι ο ασθενής, ο ορφανός, ο μετανάστης, ο φυλακισμένος, ο άνεργος και ο φτωχός να γίνουν οι πρωταγωνιστές της σκέψης και της έμπρακτης έγνοιας μας.

Σήμερα εύχομαι ο Πολιτισμός να πάψει να θεωρείται πολυτέλεια για αργόσχολους και να γίνει το ψωμί και το νερό της κάθε μέρας και της ψυχής μας. Όλος ο Πολιτισμός και όχι μόνον αυτός των διασήμων. Να γίνει συγκάτοικος στο σπίτι μας και πρόσωπό μας εντός και εκτός συνόρων.

Σήμερα εύχομαι το ποδόσφαιρο να γίνει ξανά ένα άθλημα και όχι η γλώσσα μιας άναρθρης χώρας.

Σήμερα ξέρω πως χωρίς την ακούραστη συμμετοχή όλων μας, θα επιστρέψουμε σε κυβερνήσεις λοβοτομής. Πως δεν μας παίρνει πια να απέχουμε, να κριτικάρουμε από μακριά, να θέτουμε την διακυβέρνηση έξω από το όριο της φωνής, της γνώμης και της πράξης μας.

Σήμερα εύχομαι η Ευρώπη να γίνει Ευρωπαϊκή, κι εμείς κομμάτι της ουσίας της.

Σήμερα τα παιδιά μου, που πάλευα να φύγουν, να ζήσουν αλλού, μπορώ να τα ονειρεύομαι μεγάλα και δημιουργικά εδώ, στον τόπο τους.

Σήμερα επαναπατρίζω οριστικά τα όνειρα, τα σχέδια και τις προσδοκίες που τοποθέτησα αλλού, τότε που ετοιμαζόμουν να τα ακολουθήσω στα ξένα.

Σήμερα δέχομαι ευχαρίστως να πληρώσω όσα αναλογούν στην χρόνια ανοχή μου απέναντι σε διαφθορείς και διεφθαρμένους, καθώς και την όποια συμμετοχή μου, από άγνοια, αδυναμία, υποχρέωση ή συνήθεια, στο παιχνίδι τους. Φτάνει να πληρώσουν αναλογικά και αυτοί.

Σήμερα χαίρομαι που δεν ζήτησα και δεν πήρα τίποτα ιδιωτικά από τις προηγούμενες κυβερνήσεις, και χαίρομαι διπλά που δεν θα ζητήσω τίποτα ιδιωτικά από τις επόμενες.

Σήμερα μπορώ να ονειρεύομαι μια συλλογική διακυβέρνηση αντί για εξουσία. Θα πέσω έξω, το ξέρω, μου το φωνάζουν η πραγματικότητα και η ιστορία. Όμως, και μόνο που μπορώ να το ονειρεύομαι, είναι μεγάλο πράγμα.

Σήμερα μπορώ να ελπίζω πως σύντομα η σχέση Εκκλησίας-Κράτους θα τελειώσει. Γιατί δεν τιμά κανέναν από τους δύο και υποτιμά θρήσκους και άθρησκους πολίτες.

Σήμερα εύχομαι η Κύπρος να αντιμετωπιστεί επιτέλους με τη σοβαρότητα, τη γνώση, τη συνέπεια και την αγάπη που της αξίζει. Γιατί, αν χαθεί, θα χαθεί μαζί της και η Ελλάδα.

Σήμερα ελπίζω πως μπορεί να ανεβεί επιτέλους το επίπεδο του πολιτικού λόγου.

Σήμερα ελπίζω πως η πολιτική μπορεί κάποτε να πάψει να αποτελεί βρισιά.

Σήμερα μαζεύω τα κομμάτια μου, τινάζω τη σκόνη δεκαετιών από τα όνειρά μου και ετοιμάζομαι για τα δύσκολα που ακολουθούν.

Σήμερα, επιτέλους, ελπίζω.

Και εύχομαι το σήμερα να κρατήσει στο αύριο.

Αλκίνοος Ιωαννίδης, 25/1/15

—-

Σήμερα*

* Το κείμενο αυτό είναι το αποτύπωμα της παρούσας στιγμής. Γράφτηκε με την ανακοίνωση των πρώτων αποτελεσμάτων των σημερινών εκλογών, με την υπερβολή της συγκίνησης, που κι αυτή πρέπει να καταγράφεται.

http://www.alkinoos.gr/el/news.html

Σκέψεις για το Μέγαρο Μουσικής. Του Αλκίνοου Ιωαννίδη

«[…] Αν έλεγε κανείς στους κατοίκους της Γλασκώβης, της Σεούλ, του Καράκας, του Σικάγο, της Στοκχόλμης, της Αβάνας, του Παρισιού ή της Μόσχας πως το δικό τους Μέγαρο πρέπει να κλείσει, θα τον έπαιρναν με τις πέτρες αριστεροί, δεξιοί, πλούσιοι, φτωχοί, αναρχικοί και λογιστές. Εδώ, μεγάλο και σοβαρό κομμάτι της κοινωνίας σχεδόν το επιθυμεί. Και όποιος υποστηρίζει τη συνέχιση της λειτουργίας του, κινδυνεύει. Λοιπόν, την υποστηρίζω! […]  Εύχομαι λοιπόν το Μέγαρο να συνεχίσει να λειτουργεί. Για αυτό που είναι, αλλά κυρίως για αυτό που μπορεί και πρέπει να γίνει: μια προέκταση των σπιτιών μας, ένα αναπόσπαστο κομμάτι του σώματος και της ψυχής μας. Δικό μας, καθαρό, δημιουργικό, φιλόξενο, δοτικό, ζωντανό και ανοιχτό, σε μια κοινωνία όπου τα μέλη της θα αναλαμβάνουν την ευθύνη της συμμετοχής τους στον πολιτισμό, καθορίζοντάς τον. Αλλιώς, κλείσει – δεν κλείσει, μικρή σημασία θα έχει.» Του Αλκίνοου Ιωαννίδη

Αγαπητοί συμπολίτες,

Τα τελευταία είκοσι χρόνια, λόγω μουσικής, αλλά και έμφυτης τσιγγανιάς, ταξίδεψα πολύ. Είχα την ευκαιρία να παίξω και να παρακολουθήσω συναυλίες σε χώρους αντίστοιχους του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών. Είδα στο Lincoln Center της Νέας Υόρκης τσούρμο τους φοιτητές να ακούνε Στραβίνσκι εκστατικοί. Πανκιά στο Seagate του Newcastle να βγαίνουν για διάλειμμα από κονσέρτο για πιάνο. Άνεργους με εισιτήριο διαρκείας στο Queen Elizabeth Hall του Λονδίνου. Νέους να περνάνε σαν να είναι στο σπίτι τους από τους διαδρόμους του Bozar στις Βρυξέλλες. Παππούδες και γιαγιάδες με τα εγγονάκια τους στη Φιλαρμονική του Βερολίνου ή στην Όπερα της Τυφλίδας. Παιδάκια να οργώνουν ανενόχλητα (και χωρίς κανείς να ενοχλείται) το φουαγιέ της Carl Orff Saal στο Μόναχο.

Στη διάρκεια της πολιορκίας της Αγίας Πετρούπολης από τους Ναζί, όσοι μουσικοί ήταν ακόμη ζωντανοί έπαιξαν στη Φιλαρμόνια τη συμφωνία «Λένινγκραντ» του Σοστακόβιτς. Αναμεταδόθηκε ραδιοφωνικά στο κάθε χαράκωμα του μετώπου, ανέβασε κατακόρυφα το ηθικό του Σοβιετικού στρατού και, όπως λένε, άλλαξε την έκβαση του πολέμου. Στον ίδιο χώρο μερικές δεκαετίες αργότερα, είδα έφηβο ζευγαράκι να ακούει μαγεμένο την 4η του Τσαϊκόφσκι. Εκεί, κάποια άλλη μέρα, μια καθαρίστρια με τα ρούχα της δουλειάς μού ανέλυε στο αυτί τη 2η του Προκόφιεφ.

Έζησα από κοντά την αντίσταση του προσωπικού της όπερας του Καΐρου στον θρησκευτικό φανατισμό, πέρσι, όταν αυτός κυβερνούσε. Είχαν το θάρρος να απεργήσουν μαζικά πριν τις μεγάλες λαϊκές κινητοποιήσεις και με άμεσο κίνδυνο της ζωής τους. Και έμαθα για τις όπερες άλλων χωρών που έκλεισαν συμβολικά, σε ένδειξη συμπαράστασης.

Η ουσιαστική προσφορά και η λειτουργία τέτοιων οργανισμών αναγνωρίζεται από τους πολίτες σαν πολύτιμη και αναντικατάστατη, όχι μόνο στις πρωτεύουσες, αλλά και σε μικρές πόλεις, ακόμη και σε χωριά του εξωτερικού.

Αν έλεγε κανείς στους κατοίκους της Γλασκώβης, της Σεούλ, του Καράκας, του Σικάγο, της Στοκχόλμης, της Αβάνας, του Παρισιού ή της Μόσχας πως το δικό τους Μέγαρο πρέπει να κλείσει, θα τον έπαιρναν με τις πέτρες αριστεροί, δεξιοί, πλούσιοι, φτωχοί, αναρχικοί και λογιστές. Εδώ, μεγάλο και σοβαρό κομμάτι της κοινωνίας σχεδόν το επιθυμεί. Και όποιος υποστηρίζει τη συνέχιση της λειτουργίας του, κινδυνεύει. Λοιπόν, την υποστηρίζω!

Στην εικόνα που έχει μεγάλο μέρος της κοινωνίας για το Μέγαρο, πρωταγωνιστεί για χρόνια η θείτσα με τον σωφέρ. Το λάθος όμως δεν είναι η θείτσα που είναι μέσα. Είναι ο σωφέρ που την περιμένει απ’ έξω. Είναι όσοι πολίτες ζουν σαν να μην υπάρχει αυτός ο χώρος και για αυτούς. Που, για κάποιους λόγους, δεν τον έκαναν και δικό τους. Κι ας χτίστηκε με τα χρήματά τους, μαζί με χορηγίες ιδιωτών και εταιρειών – μικρό αντίδωρο για τα όσα πήραν από τον κόσμο.

Ο χώρος αυτός ανήκει σε όλους τους κατοίκους του τόπου. Ανήκει εξίσου στον χορηγό και στον άνεργο ή στον φοιτητή, που μπορεί να παρακολουθήσει δωρεάν ή με ελάχιστο εισιτήριο σπουδαίες συναυλίες κλασικής και άλλης μουσικής, έχοντας ελεύθερη πρόσβαση σε μια ανοιχτή, σύγχρονη μουσική βιβλιοθήκη.

Το ερώτημα αν τέτοιοι χώροι ανήκουν στην ελίτ ή όχι, οι περισσότερες κοινωνίες το έχουν απαντήσει προς όφελός τους εδώ και αιώνες, από την Αναγέννηση ή τη Γαλλική Επανάσταση. Εμείς αναμασάμε με εμμονή μια σκοταδιστική, μεσαιωνική αντίληψη, βολεμένοι στην αποχή που δεν απαιτεί προσωπική και συλλογική προσπάθεια. Ο μέσος έλληνας σήμερα δε γνωρίζει ούτε ένα όνομα (για το έργο δεν συζητάμε) ενός παλιού ή σύγχρονου έλληνα κλασικού συνθέτη. Ίσως μόνο του Σκαλκώτα, ή του Ξενάκη. Μπα, ούτε κι αυτά. Πιο πολύ «σαν στο σπίτι μας» αισθανόμαστε εκεί όπου χαρτζηλικώνουμε τον μετρ για καλό τραπέζι και πληρώνουμε το φυστίκι για χαβιάρι προκειμένου να παρακολουθήσουμε ένα άθλιο πρόγραμμα (παίζω κι εγώ συχνά σε τέτοια μέρη), παρά στο Μέγαρο. Εκτός ίσως από τις λίγες φορές που παρόμοια προγράμματα παρουσιάστηκαν και στο Μέγαρο. Χωρίς φυστίκι, αλλά με ανάλογη αισθητική.

Το Μέγαρο Μουσικής έχει “ανοίξει” πολύ – αν και όχι αρκετά – τα τελευταία χρόνια, μέσα από συνειδητές και επίπονες προσπάθειες. Το βλέπει κανείς συχνά γεμάτο από ελεύθερα (καθόλου “πρόσεχε, στο Μέγαρο είσαι”) παιδάκια. Το κοινό, σε εποχή δύσκολη, αυξάνεται ραγδαία, κυρίως από νέους. Άνθρωποι διαφορετικών “κοινωνικών στρωμάτων” και πολιτικών τοποθετήσεων το επισκέπτονται όλο και συχνότερα. Το επίπεδο των συναυλιών του δεν πέφτει, παρά την οικονομική δυσκολία. Οι περισσότερες συναυλίες είναι sold-out. Οι κήποι του γεμίζουν το καλοκαίρι από χιλιάδες έφηβους. Και το Ανοιχτό Ωδείο για παιδιά ανέργων και απόρων, φαίνεται πως τελικά θα ξεκινήσει τη λειτουργία του τον ερχόμενο Σεπτέμβριο. Παρ’ όλα αυτά, το στίγμα του άνδρου της μπουρζουαζίας δεν φεύγει. Γιατί άραγε;

Για πολλούς λόγους, ανάμεσά τους και αυτοί:

Ο ιδρυτής του, Χρήστος Λαμπράκης, ήταν ένας από τους πρωταγωνιστές μιας εποχής που έφερε καταστροφικά αποτελέσματα. Βέβαια, οι περισσότεροι χώροι του εξωτερικού χτίστηκαν από τέτοιες περιπτώσεις ανθρώπων, οι παλαιότεροι από βασιλιάδες και τοπικούς άρχοντες, οι νεώτεροι από σύγχρονους άρχοντες, επιχειρηματίες και πολιτικούς, που είτε ήταν πράγματι φιλότεχνοι, είτε κάποιος σύμβουλος τούς σφύριξε κάτι για την υστεροφημία τους. Ο Λαμπράκης ήταν, ανάμεσα σε άλλα, στ’ αλήθεια φιλότεχνος. Υπήρξε καλλιτέχνης ο ίδιος στα νιάτα του, ήξερε την κλασική μουσική καλά, την αγαπούσε φανατικά, ενώ γνώριζε και την παγκόσμια μουσική παράδοση. Αντί να αγοράσει ποδοσφαιρική ομάδα, όπως οι περισσότεροι συνάδελφοί του, χρησιμοποίησε τη δύναμή του για να χτιστεί το Μέγαρο Μουσικής. Και το έχτισε όπως ο ίδιος καταλάβαινε, δυστυχώς με μάρμαρα και πολυέλαιους, ατυχώς δίπλα στην Αμερικανική πρεσβεία. Και το ονόμασε Μέγαρο, όνομα καθόλου οικείο για όσους δεν γεννηθήκαμε και δεν ζούμε σε μέγαρα. Και το έκανε εκ πρώτης όψεως αφιλόξενο και κρύο. Και μετά του πρόσθεσε άλλη μια πτέρυγα, μεγαλομανώς αμετροεπή. Πάντως, καλώς ή κακώς, το έχτισε. Με το μεράκι του και με τα χρήματα του κόσμου.

Η ανά τους αιώνες εξάρτηση της κλασικής μουσικής από τους πολιτικούς, θρησκευτικούς και οικονομικούς “προύχοντες”, αποτελεί μέρος της ιστορίας της. Προϋπέθετε πάντα μεγάλους χώρους με καλή ακουστική, ακριβά όργανα, πρόβες μεγάλου αριθμού μουσικών, δομημένη μουσική κατάρτιση, έξοδα μετακίνησης και φιλοξενίας ολόκληρων ορχηστρών, οικονομική στήριξη των συνθετών, που γράφουν συχνά ένα έργο για χρόνια. Όπως συνέβαινε τηρουμένων των αναλογιών και με το Αρχαίο Δράμα. Αυτές οι ανάγκες δεν της επέτρεψαν να αυτονομηθεί, με εξαίρεση κάποιες (λίγες) ριζοσπαστικές προσπάθειες σύγχρονων μουσικών ομάδων. Η μουσική στην οποία εγώ ανήκω, έρχεται από άλλη, πιο αυτόνομη παράδοση. Έρχεται από τους τροβαδούρους που περιόδευαν χωρίς σπόνσορα και υποτέλεια, μεταφέροντας αισθήματα, νέα, θρύλους, αντιλήψεις, όνειρα και πραγματικότητες. Κι αυτήν όμως τη βλέπουμε να έχει παραδοθεί σχεδόν αμαχητί στους κανόνες των εταιρειών, του κέρδους και της show-business εδώ και δεκαετίες. Παρ’ όλα αυτά, στη συνείδηση του ακροατή θεωρείται πιο “ελεύθερη” και πιο “δική μας”.

Δεν υπήρξε επιτυχής στρατηγική από πλευράς Μεγάρου (ας μην αναφερθώ στα υπουργεία) για τη γνωριμία του μεγάλου ελληνικού κοινού με την κλασική μουσική: Σε μια χώρα χωρίς τέτοιου είδους έντονες αναφορές, δεν έγινε μια σταδιακή μύηση του κοινού σε έναν κόσμο σπουδαίο, ούτε προέκυψε μια αβίαστη, φυσική όσμωση των ειδών. Ξεκίνησε τη λειτουργία του σε μια Ελλάδα-φούσκα, χωρίς όραμα, χωρίς αισθητική, μπερδεμένη και δυσοίωνη. Σε μια χώρα χωρίς μουσική ακαδημία, παρά τις εξαγγελίες. Όπου η παράδοση αντιμετωπιζόταν σαν μουσειακή συντήρηση και η κλασική μουσική σαν συντήρηση σκέτη. Όπου ο κάθε ανήσυχος καλλιτεχνικά άνθρωπος έμπαινε κάτω από την ταμπέλα του κουλτουριάρη. Όπου ο κάθε “λόγιος” μέτριος μουσικός σνόμπαρε ό,τι αληθινό είχε να δείξει ο τόπος (οι σπουδαίοι δεν σνόμπαραν ποτέ). Όπου το χαλαρωμένο βιμπράτο των παρηκμασμένων εγχώριων “μεγάλων φωνών”, έπινε ένα ποτήρι σαμπάνια με την αρπαχτή πρώην μεγάλων ονομάτων του εξωτερικού. Και μέσα σ’ αυτό, πραγματικά μέγιστες φωνές και μέγιστοι μαέστροι και μέγιστοι μουσικοί και μέγιστοι συνθέτες και υπεράνθρωπες προσπάθειες του προσωπικού του Μεγάρου, να χάνονται. Στιγμές ανεκτίμητης αλήθειας, πέντε νότες σαν καρφιά στο είναι σου, στιγμές έξω από τη σύμβαση, έξω από το χώρο και το χρόνο, δεν αναδείχτηκαν με τρόπο ώστε να χαραχτούν στη συλλογική μας συνείδηση. Εκεί χάθηκε ένα μεγάλο στοίχημα.

Μέχρι σήμερα, η μοναχική προσπάθεια και η ευφάνταστη νέα δημιουργία και έκφραση σε μικρά στέκια, ομάδες και συλλογικότητες, δεν στηρίζεται από την πολιτεία. Τόσα χρόνια, αν δεν πολεμάται, αφήνεται στην τύχη της. Ιδιαίτεροι άνθρωποι απελπίζονται, κουράζονται και παραιτούνται, ανεπιθύμητοι και ηττημένοι. Κι αυτό δε βοηθά ούτε τη χώρα, ούτε το Μέγαρο. Γιατί, σε ένα χωριό ακατοίκητο και γκρεμισμένο, ένα ολοκαίνουργιο, ολόφωτο και αστραφτερό παλάτι προκαλεί γέλιο ή μίσος.
Ή και τα δύο.

Οι συναυλίες, κυρίως στα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του, θύμιζαν υπουργικά συμβούλια. Αλλά και σήμερα, η δημοσιότητα που δίνεται από τα ΜΜΕ για μια ομιλία ενός υπουργού ή βιομήχανου σε αίθουσα του Μεγάρου, είναι ασύγκριτα μεγαλύτερη από μια σπουδαία συναυλία. Έτσι η εικόνα που χαράζεται στη συνείδηση του κόσμου για το Μέγαρο, καμιά σχέση δεν έχει τελικά με την τέχνη. Το βλέπει κάποιος στις ειδήσεις και σκέφτεται “Τι γυρεύω εγώ εκεί μέσα…” Κι άντε να τον πείσεις πως δεν είναι μόνο αυτό, πως κάποιοι ξημεροβραδιάζονται για να ακουστεί μια νότα καλύτερα, για να εκφραστεί μια πτυχή της ψυχής μας βαθύτερα, για μια λεπτομέρεια αδιόρατη, για μια απαραίτητη τεχνική πατέντα. Οι εργαζόμενοι εργάζονται πράγματι, σκληρά και με πάθος για τη μουσική, πολύ πέραν του ωραρίου και των τυπικών υποχρεώσεών τους. Μέσα σε όλη αυτή την καταιγίδα, μέχρι στιγμής δεν απολύθηκε κανείς. Οι μειώσεις των μισθών υπήρξαν μικρές για τους χαμηλά και μεσαία αμειβόμενους, ενώ για τους “υψηλόβαθμους” και τους διευθυντές πολύ μεγάλες, αφού πολύ μεγάλες ήταν και οι απολαβές τους στα “καλά” χρόνια. Οι θέσεις πάντως του Δ.Σ. είναι πραγματικά άμισθες: ούτε έξοδα μετακίνησης, ούτε αμοιβή για τις συνεδριάσεις, ούτε οποιαδήποτε άλλη απολαβή, πέρα από το δικαίωμα της δωρεάν στάθμευσης. Και το δικαίωμα να θεωρείσαι τσιράκι της εξουσίας και να καθυβρίζεσαι χωρίς έλεος από όσους δεν έχουν ιδέα για το τι συμβαίνει και γιατί παλεύεις. Ακούω ήδη το κράξιμο να έρχεται εκκωφαντικό και τις επιθέσεις εξευτελιστικές και στενάχωρες. Συνεχίζω:

Το Μέγαρο ήδη αλλάζει με πολύ γρήγορα βήματα. Και αυτή η αλλαγή συντελείται με πολύ κόπο, κάτω από συνθήκες εξαιρετικά δύσκολες. Η κρατική ενίσχυσή του τα τελευταία χρόνια έχει μειωθεί στο 1/4 και δεν εκταμιεύεται λόγω φοροτεχνικών προβλημάτων, ενώ είναι κατά 5/6 μικρότερη από αυτή αντίστοιχων οργανισμών που χρηματοδοτούνται από το ελληνικό κράτος. Και ενώ, χωρίς τους πόρους του παρελθόντος, το πρόγραμμά του παραμένει πλούσιο, ενώ τα έσοδα από τα εισιτήρια αυξάνονται, το οικονομικό βάρος των δανείων της κατασκευής του νέου κτηρίου (δάνεια που υπέγραφαν ως εγγυητές οι εκάστοτε κυβερνώντες όσο ζούσε ο Λαμπράκης) το οδηγεί στο τέλος.

Από όσα μπόρεσα να καταλάβω, και όσο μπορώ να έχω καθαρή εικόνα σαν Μέλος του Δ.Σ. τα τελευταία τρία δύσκολα χρόνια, οι επιλογές είναι οι εξής:

1. Πώληση του Μεγάρου σε ιδιώτη: Με λίγα λόγια, κάποιος να πάρει κοψοχρονιά ό,τι χτίστηκε με τα χρήματα του κόσμου. Αυτό απαλλάσσει την κυβέρνηση από το χρέος, απαλλάσσει και εμάς, την κοινωνία, από την υποχρέωση να στηρίξουμε και να βελτιώσουμε την ύπαρξη και τη λειτουργία του. Χάνει η πολιτεία ένα κτήριο ανυπολόγιστης οικονομικής αξίας και όλοι μας έναν χώρο και έναν οργανισμό μουσικής, που με όλα τα στραβά του είναι ανεκτίμητος. Δεν συμπαθώ περισσότερο το κράτος από τους ιδιώτες. Παρ’ όλα αυτά, η λύση της πώλησης μού φαίνεται άδικη, ανεπανόρθωτη, κοντόφθαλμη και καταστροφική.

2. Κλείσιμο μέχρι νεωτέρας: Προσωρινή μη-λύση, αφού έτσι όχι μόνο δεν ξεχρεώνεται το κτήριο, αλλά στερείται και των εσόδων από εισιτήρια και ενοικιάσεις αιθουσών. Οι εργαζόμενοι στο δρόμο και αυτό να ρημάζει, μέχρι να εμφανιστεί και πάλι ο τυχερός από μηχανής θεός που θα το πάρει ακόμα φτηνότερα και χωρίς υπαλλήλους. Όσοι φωνάζουν “να κλείσει!”, ή δεν το έχουν σκεφτεί καλά, ή άλλα συμφέροντα υπηρετούν. Παρ’ όλα αυτά, αν κανείς υπουργός δεν αναλάβει την ευθύνη να φέρει άμεσα το σχετικό νομοσχέδιο στη Βουλή, φοβούμενος τις συνέπειες εν όψει εκλογών, το Μέγαρο κινδυνεύει να κλείσει αναγκαστικά. Αυτή η ευθύνη θα έπρεπε να βαραίνει περισσότερο από τις χαμένες ψήφους.

3. Ανάληψη του χρέους από το κράτος, δηλαδή από τον εγγυητή των δανείων: Παίρνει τη νέα πτέρυγα (όχι την παλιά, όπως γράφτηκε) και αποκτά πλειοψηφία στο νέο Δ.Σ. των δύο κτηρίων (σήμερα πέντε μέλη εκπροσωπούν την πολιτεία και άλλα πέντε τον Σύλλογο Φίλων της Μουσικής, σε ένα ιδιότυπο ημι-κρατικό καθεστώς). Το κράτος, στην περίπτωση αυτή, θα πρέπει να εγγυηθεί τη λειτουργία του χώρου σαν πολιτιστικού οργανισμού και τη μη πώλησή του για μεγάλο διάστημα. Μακάρι, αν αυτή η λύση επικρατήσει, να το διαχειριστεί σωστά. Στο νέο Δ.Σ. που θα προκύψει, απελευθερωμένο σε μεγάλο βαθμό από τα τεράστια οικονομικά και κτηριακά βάρη, θα πέσει και η ευθύνη της αληθινής ενσωμάτωσης του Μεγάρου στη ζωή όλης της χώρας. Ώστε, όποτε μια καλύτερη και πιο συμμετοχική κοινωνία προκύψει, το Μέγαρο να είναι στη διάθεση των πολιτών και να μην έχει γίνει ιδιωτικό εμπορικό κέντρο ή πολυ-κινηματογράφος με χολλυγουντιανό ρεπερτόριο. Να έχει σωθεί κάτι.

Αργά ή γρήγορα το θέμα θα πάει στη Βουλή. Προσφέρεται για λαϊκισμό όσο κανένα άλλο. Θα ακουστούν πολλά, σωστά και λανθασμένα, ειλικρινή και συμφεροντολογικά. Ίσως να αποκαλυφθούν πράγματα που δεν γνωρίζαμε, ίσως και να υπάρξουν εξελίξεις που θα ακυρώνουν το όποιο νόημα αυτού του μακροσκελούς κειμένου. Φοβάμαι πάντως πως στη στάση των κομμάτων δεν θα μετρήσει η μουσική ή το επίπεδο που πέφτει ασταμάτητα εδώ και χρόνια σε έναν τόπο που όλο σκοτεινιάζει. Το αν θα ταχθεί κάποιος υπέρ ή κατά της συνέχισης της λειτουργίας του, πιθανότατα δεν θα έχει να κάνει με την ουσία της υπόθεσης, όσο συχνά κι αν ακουστεί η λέξη “πολιτισμός”. Κι όμως, μακάρι για μια φορά οι πολιτικοί να σκεφτούν και να ψηφίσουν χωρίς κομματικά ή επιχειρηματικά κριτήρια, για το καλό αυτού του τόπου, αναλαμβάνοντας την ευθύνη τους απέναντι στους πολίτες, σημερινούς και μελλοντικούς.

Σε μια χώρα όπου όλα κατρακυλούν, όπου κλείνουν σχολεία, νοσοκομεία, βιβλιοθήκες, σπίτια και ζωές, το κλείσιμο του Μεγάρου Μουσικής μοιάζει σαν φυσικό επακόλουθο της χιονοστιβάδας που μας ισοπεδώνει. Καμιά λύση που φορτώνει έναν παραφορτωμένο λαό με επιπλέον χρέος δεν είναι καλή. Αλλά, μέσα στη δυσκολία μας, ίσως η συνέχιση και κυρίως η βελτίωση της λειτουργίας του Μεγάρου να κρατήσει λίγο φως.

Δεν έχω ταλέντο στα οικονομικά. Μπορεί να κάνω λάθος, όμως πιστεύω πως αν αυτά τα κρατικά χρήματα δεν πάνε στο Μέγαρο, με κανέναν τρόπο δεν σημαίνει πως θα πάνε στην παιδεία, στην υγεία, στην πρόνοια ή όπου αλλού. Θα μπούν πιθανότατα στη μαύρη τρύπα των «στόχων» που επιβάλλονται έξωθεν και θα χαθούν στη θολή λογιστική που μας τρώει. Μαζί, θα έχει φαγωθεί και το Μέγαρο. Η ζωή δεν θα γίνει καλύτερη, ούτε θα βγούμε από την κρίση μια ώρα αρχύτερα. Αντίθετα, όσο φτωχαίνει ο τόπος, τόσο πιο δύσκολα θα ανακάμψουμε.

Εύχομαι λοιπόν το Μέγαρο να συνεχίσει να λειτουργεί. Για αυτό που είναι, αλλά κυρίως για αυτό που μπορεί και πρέπει να γίνει: μια προέκταση των σπιτιών μας, ένα αναπόσπαστο κομμάτι του σώματος και της ψυχής μας. Δικό μας, καθαρό, δημιουργικό, φιλόξενο, δοτικό, ζωντανό και ανοιχτό, σε μια κοινωνία όπου τα μέλη της θα αναλαμβάνουν την ευθύνη της συμμετοχής τους στον πολιτισμό, καθορίζοντάς τον. Αλλιώς, κλείσει – δεν κλείσει, μικρή σημασία θα έχει.-

Alkinoos.gr

Ελεύθεροι κατακτημένοι. Του Αλκίνοου Ιωαννίδη

alkinoosioannidisdphfsaigdfyig

Δεν θα πω για τους άλλους. Λίγο με ενδιαφέρει η ποιότητα και η στάση τους σε τέτοιες στιγμές. Ούτε και περίμενα καλύτερη αντιμετώπιση. Όσο και να τους βρίσω, χαϊδεύω τα αυτιά μας και τίποτα δεν αλλάζει. Θα πω για εμάς, και συγχωρήστε με:

Έρχεται η μέρα που η μάσκα τραβιέται βίαια. Η μέρα που το αληθινό μας πρόσωπο φανερώνεται, θέλουμε-δεν θέλουμε, αφτιασίδωτο και τρομακτικά αληθινό. Πρέπει να το κοιτάξουμε, είναι θέμα ζωής και θανάτου. Πρέπει να το ρωτήσουμε, να μας πει ποιοι είμαστε. Γιατί μόνο αυτό γνωρίζει.

Γυρνάμε απότομα, για να αντικρίσουμε μια τρύπα στον καθρέφτη. Πού απουσιάζει το πρόσωπό μας; Το ξεχάσαμε σε μικρά, ταπεινά, εγκαταλελειμμένα σπίτια, στη σκόνη χαμηλών, πλίνθινων ερειπίων, στους τάφους αγράμματων, ακατέργαστα σοφών παππούδων.

Εκεί αφήσαμε θαμμένες τις αληθινές καλημέρες, τη συγκίνηση των στίχων, την αλληλεγγύη των ανθρώπων και ότι πολύτιμο δεν μετριέται σε χρήμα. Έκτοτε, προχωρήσαμε στον «σύγχρονο κόσμο» απρόσωποι, γυμνοί, παλεύοντας να κρατήσουμε το νήμα της ύπαρξής μας άκοπο, μέσα σε εποχές δύσκολες, μέσα σε ένα τοπίο που δεν μας μοιάζει.

Γίναμε αρχοντοχωριάτες, επενδύοντας στα χειρότερα χαρακτηριστικά των δύο συνθετικών της λέξης. «Έχω γάμο», λέγαμε και στεκόμασταν καλοντυμένοι σε γκαζόν ξενοδοχείων, με φακελάκια στα χέρια, χωρίς αληθινή, από καρδιάς ευχή. «Και οι γάμοι μας, τα δροσερά στεφάνια και τα δάχτυλα, γίνουνται αινίγματα ανεξήγητα για την ψυχή μας». Ούτε αινίγματα, ούτε τίποτε. Όλα απαντημένα, όλα πεζά. Μεγάλα και άδεια.

Απομείναμε αναίσθητοι μπροστά στο ιερό, ζώντας ένα γυαλιστερό, αντιαισθητικό, άχαρο, ανέραστο, ανίερο, ξοδεμένο παρόν. Χωρίς μνήμη, χωρίς όνειρο, διαζευγμένοι από το είναι μας.

Τα καλύτερα παιδιά μας τα πουλήσαμε. Τα αφήσαμε να σπαταλούν τη ζωή τους σε λογιστικά βιβλία, σε γραφεία εταιρειών, σε άψυχους λογαριασμούς. Τα κάναμε σκλάβους με τίτλους διευθυντικού στελέχους. Τα ταΐσαμε χρήματα, τα σπουδάσαμε χρήματα, τα μάθαμε να σκέφτονται χρήματα, να υπηρετούν χρήματα, να ονειρεύονται χρήματα, να παντρεύονται χρήματα, να γεννάνε χρήματα, να είναι χρήματα. Μιλούν άπταιστα τα χειρότερα Αγγλικά (αυτά της δουλειάς) και άθλια τα καλύτερα Ελληνικά (τα Κυπριακά). Όταν τα χρήματα λείψουν, από πού θα κρατηθούν;

Αντικαταστήσαμε το γλέντι στην πλατεία του χωριού με το σκυλάδικο. Τον έρωτα με το στριπτιζάδικο. Τα αναγκαία για την επιβίωση, με ένα τζιπ γεμάτο άχρηστα ψώνια. Τον ελεύθερο χρόνο με την υπερωρία. Κάναμε το παιγνίδι των παιδιών υπερπαραγωγή, σε πάρτι γενεθλίων κατά παραγγελία. Ξεχάσαμε ποια είναι τα βασικά συστατικά της ύπαρξής μας, ως ατόμων και ως κοινωνίας, αντικαθιστώντας τα με ότι μάς γυάλισε στη βιτρίνα.

Γίναμε ότι μας έπεισε ο διαφημιστής, η τηλεόραση ή το περιοδικό να γίνουμε. Καταντήσαμε οπαδοί ομάδων, φανατικοί, με μαχαίρια και μίσος. Έφηβος, προτού σιχαθώ όλες τις ομάδες εξίσου, ήμουν με την Ομόνοια. Μια μέρα που έπαιζε με το ΑΠΟΕΛ, αρρώστησε ο τυμπανιστής των αντιπάλων. Ήρθαν στην άλλη κερκίδα και μου ζήτησαν να πάω στη δική τους, για να παίξω το τύμπανο. Πήγα ευχαρίστως.

Πέρασε ο καιρός, αλλάξαμε. Ξεχάσαμε. Χωριστήκαμε σε κόμματα και τα ψηφίσαμε τυφλά, διχαστήκαμε με τρόπο αταίριαστο στην ιστορία και την παράδοσή μας. Σε μια σταλιά τόπο, λέγαμε «οι άλλοι». Πήραμε τα χειρότερα χαρακτηριστικά της Ελλάδας και τα κάναμε αξιώματα.

Να πάει στο καλό τέτοιος εαυτός, να μην ξανάρθει. Καθόλου μην τον κλάψουμε, καθόλου μη μας λείψει. Στον αγύριστο!

Πέρασαν χρόνια. Το κορίτσι από τις Φιλιππίνες έκλαιγε κρυφά στο κρεβάτι του για το παιδί και τη μάνα που άφησε για να σερβίρει καφέ τον κύριο Πάμπο, που έγινε σερ, για να σιδερώνει τα ακριβά βρακιά της κυρίας Αντρούλλας, που έγινε μάνταμ. Η κοπέλα θα γυρίσει φτωχή στο Μπάγκιο Σίτι ή στη Μανίλα. Θα αγκαλιάσει τη μάνα της, θα φιλήσει το παιδί της. Εμείς, πού επιστρέφουμε;

Τι μένει όταν ο σερ και η μάνταμ, έκπληκτοι, χάνουν το αυτοκίνητο, την υπηρέτρια, το λούσο και το σπίτι τους; Τι κρατιέται αναλλοίωτο μέσα στον χρόνο, κάτω από την επιφάνεια που βουλιάζει; Πού ακριβώς βρίσκεται ανεξίτηλα χαραγμένος ο βαθύς Χαρακτήρας που μας επιτρέπει, όταν όλα αλλάζουν, να λέμε ακόμη «Εμείς»;

Μπορούμε σήμερα να αποφασίσουμε ξανά, ο καθένας για τον εαυτό του και όλοι μαζί, ποιοι είμαστε. Τι είναι σημαντικό και τι όχι. Τι αξίζει να προσπαθήσουμε μέχρι τέλους. Ποια λόγια αξίζει να πούμε προτού φύγουμε, πώς αξίζει να σταθούμε και απέναντι σε τι, προτού πεθάνουμε. Κι αυτό, μπορούμε να το κάνουμε, ακόμη και νηστικοί, άνεργοι και άστεγοι. Ήταν όμως αδύνατον να το κάνουμε χορτάτοι και υποταγμένοι, με έναν εαυτό-καταναλωτή, εξαρτημένο και ευχαριστημένο.

Μείναμε σε σκηνές, στο ύπαιθρο, για χρόνια. Χάσαμε για πάντα τα σπίτια, τα χωριά και τις ζωές μας. Περιμέναμε κάθε μέρα, για χρόνια, αγνοούμενους που δεν γύρισαν. Για δεκαετίες, ακούγαμε αεροπλάνο και στρέφαμε έντρομοι τα μάτια στον ουρανό. Χιαστί ταινίες στα παράθυρα, μη σπάσουν από τον βομβαρδισμό που μπορούσε ανά πάσα στιγμή να ξαναρχίσει.

Τα παιδιά που έβγαλαν το σχολείο διαβάζοντας με το κερί στα αντίσκηνα, χειμώνες στη σειρά, βρίζονταν στην Ελλάδα από τους Ελλαδίτες, γιατί τους έτρωγαν τις θέσεις στα πανεπιστήμια. Η Μεγάλη Μαμά τίποτα δεν κατάλαβε. Κι ακόμη δεν καταλαβαίνει. Γιατί, μπορεί η Κύπρος να είναι ελληνική, όμως, πόσο λίγο κυπριακή είναι η Ελλάδα! Πόσο λίγο ελληνική είναι η Ελλάδα!

Επιτρέψαμε στους μικρούς πολιτικούς ενός αδύναμου και απροστάτευτου τόπου, να συμπεριφέρονται σαν άρχοντες αυτοκρατορίας. Να υπηρετούν κόμματα και τσέπες, σαν να μην υπάρχει απειλή, κίνδυνος και γκρεμός, σαν να είναι αδύνατον από τη μια μέρα στην άλλη να γίνουμε μπουκιά στο στόμα κροκοδείλων. Είδαμε τα τρυφερά, αγνά χαμόγελα των παιδιών του Απελευθερωτικού Αγώνα να χρησιμοποιούνται από βάρβαρους, απαίδευτους «πατριώτες» με ξυρισμένα κεφάλια, φαλακρούς «απ’ έξω κι από μέσα». Ζήσαμε την αδικία, την απώλεια, την εγκατάλειψη. Τα ξέρουμε όλα, τα είδαμε όλα, τα ζήσαμε όλα. Τώρα θα φοβηθούμε;

Όταν κλαίγαμε το ’74, κλαίγαμε για τα σπίτια μας. Σήμερα θα κλάψουμε για τις επαύλεις μας; Τότε, κλαίγαμε για το χωριό μας. Θα κλάψουμε σήμερα για την τράπεζα; Τότε, για τους τάφους των γονιών μας. Σήμερα για τα χρέη μας; Τότε, για τις ζωές μας. Σήμερα για τις δουλειές μας; Δεν νομίζω…

Η κοινωνία μας, αυτή η διαλυμένη, πιέζοντας ασταμάτητα την όποια επίσημη πολιτική ηγεσία, αλλά και πέρα απ’ αυτήν, θα αναπτύξει μηχανισμούς στήριξης των ανέργων, θα φροντίσει τα παιδιά της. Όχι από ελεημοσύνη. Από αλληλεγγύη. Και με τη γνώση πως, αν ο διπλανός δεν ζει καλά, κανείς δεν ζει καλά. Γιατί, ότι ποτέ μας κράτησε σ’ αυτόν τον τόπο, ήταν ένας ιδιόμορφος, ποιητικός, παράλογα ωραίος κοινωνικός ιστός, που αυτοπροστατεύεται και που μας προστατεύει. Αυτός είναι που ανάγκασε τους βουλευτές να πουν, για μια έστω στιγμή, «Όχι».

Το «Όχι» της Κυπριακής Βουλής, είναι σημαντικότερο απ’ ότι κάποιοι χαιρέκακοι μπορούν να υποψιαστούν. Κι ας επιστρέψει η Βουλή εκλιπαρώντας τους Τροϊκανούς, κι ας πέσει στα γόνατα, κι ας τους γλύψει τα πόδια, μετά. Κι ας χάσουμε περισσότερα. Γιατί, για μια στιγμή έστω, έμοιασε η Δημοκρατία να έχει νόημα, ένα νόημα ξεχασμένο εδώ και δεκαετίες. Έμοιασαν, έστω και για μια στιγμή, οι εκπρόσωποι να εκπροσωπούν πράγματι.

Η στιγμή καταγράφεται και μένει, δημιουργώντας προηγούμενο, παρά την όποια κατάληξη. Και το γεγονός πως το προηγούμενο δημιουργήθηκε από μισή μερίδα τόπο, αγαπητοί λογικοί λογιστές, το κάνει ακόμη σημαντικότερο. Τίποτα «δικό σας» δεν θα μείνει ποτέ στην Ιστορία, να σηματοδοτεί, να καθορίζει, ή έστω να θυμίζει κάτι υπαρξιακά σημαντικό. Αφήστε μας να το χαρούμε. Δεν μας προσφέρονται συχνά τέτοιες χαρές.

Αυτό το «Όχι», φαίνεται να είχε και χειροπιαστά αποτελέσματα: Εκτός από τη δυνατότητα μη φορολόγησης των μικροκαταθετών, εκτός από το χρονικό περιθώριο που έδωσε για τη νομοθετική ρύθμιση του περιορισμού των συναλλαγών και τη δημιουργία Ταμείου Αλληλεγγύης, που μπορούν να παίξουν σημαντικά θετικό ρόλο στο μέλλον, έδωσε και τη δυνατότητα, έστω σπασμωδικά, έστω την τελευταία στιγμή, έστω με απογοητευτικό αποτέλεσμα, να μετρηθούν οι δυνάμεις και οι «φιλίες», τόσο της Κύπρου, όσο και της Ελλάδας.

Βοήθησε να καθαρίσει το τοπίο, να τελειώσουμε με ψευδαισθήσεις, να καταλάβουμε ξανά το πόσο μόνοι είμαστε, το πόση ευθύνη έχουμε. Θα ήμασταν αφελείς αν πιστεύαμε πως με ένα «Ναι» θα σώζαμε κάτι, ας πούμε τη Λαϊκή Τράπεζα ή την Κύπρου (αλήθεια, πόσο «δική μας» μπορεί να είναι μια τράπεζα;) και μαζί τις δουλειές, ή τους κόπους μιας ζωής που τους εμπιστευτήκαμε. Ξέρουμε καλά πως ότι έμεινε εκτεθειμένο (το γιατί είναι μια άλλη κουβέντα, που ελπίζω πως θα γίνει), ούτως ή άλλως, και με τα «Ναι» και με τα «Όχι», θα κατασπαραχθεί.

Δυστυχώς, δεν ήταν δυνατόν να υπάρχει “plan B”. Θα ήταν αδύνατον να έχει εκπονηθεί από ανθρώπους της γενιάς μου και της προηγούμενης, από ανθρώπους βουτηγμένους στην κατανάλωση, στο εφήμερο, στο συμφέρον, στο νεοπλουτισμό και στο τίποτε, μια πολιτική που να έχει βάθος και σοβαρότητα. Κι όμως, αυτοί οι άνθρωποι, χωρίς δικλίδες ασφαλείας, χωρίς λογική, είπαν ενστικτωδώς “Όχι”. Έστω και για μια στιγμή. Ένα “Όχι” καταστροφικό και λυτρωτικό μαζί, που εσείς, αγαπητοί Ελλαδίτες μνημονιακοί, πολιτικοί και δημοσιογράφοι, με πρόσχημα το καλό μας, δεν θα πείτε ποτέ. Θα προτιμήσετε να καταστραφούμε εξίσου, λέγοντας “Ναι”.

Οι Κύπριοι προσφυγοποιούμαστε ξανά στην ίδια μας την πατρίδα. Χάνουμε ξανά τη ζωή όπως τη χτίσαμε, όπως νομίζουμε πως τη διαλέξαμε, όπως νομίσαμε πως μας ανήκει. Και φοβόμαστε. Είναι ανθρώπινο. Όμως, τι πραγματικά φοβόμαστε; Ότι θα πεινάσουμε; Πεινάσαμε και παλιότερα. Ότι θα κρυώσουμε; Κρυώσαμε χρόνια. Ότι θα μείνουμε μόνοι; Πάντα μόνοι ήμασταν. Ότι θα πονέσουμε; Από πόνο άλλο τίποτε… Ότι θα μας κατακτήσουν; Πάντα κατακτημένοι υπήρξαμε.

Θα τα καταφέρουμε, το ξέρουμε καλά! Γιατί, τελικά, δεν φοβόμαστε τίποτε. Γιατί, τελικά, το μόνο που φοβόμαστε, είναι το υποχρεωτικό κοίταγμα στον καθρέφτη. Το μόνο που μας φοβίζει, είναι το μόνο που πραγματικά έχουμε: το αληθινό μας πρόσωπο. Ας το ξεθάψουμε, ας το θυμηθούμε, ας το κοιτάξουμε. Ενώ όλοι, φίλοι και εχθροί, μας αγριοκοιτάζουν, ενώ η μάσκα μας πέφτει νεκρή, αυτό θα μας χαμογελάσει.-

Αλκίνοος Ιωαννίδης

24 Μαρτίου 2013

Πηγή: alkinoos.gr

Μεταφρασμένο στα ιταλικά: atenecalling.blogspot.it