Στη μνήμη του Θανάση Τζαβάρα

tzavaras_thanasis

-Αν δεν ήμουν τόσο σίγουρος κυρία μου, τι φυράματος είστε, θα ήμουν βέβαιος ότι κάποιο καλό γραφείο έγραψε αυτή τη διπλωματική. Πολύ καλός ο λόγος, ωραίο γράψιμο.
Δεν άκουγα, δεν άκουγα.
-Κυρία μου, δεν υποφέρεστε! Τι νομίζετε εσείς, μια διπλωματική θα γράψετε, δεν κάνετε Ντοκτορά ντ΄ Ετά.
Αγαπητέ κ. Τζαβάρα,
Αγαπημένε μου κ. Τζαβάρα,

Η συνάντησή μας αποτέλεσε για μένα μια ανέλπιστη καλοτυχία. Ανέλπιστη γιατί είχα ναυαγήσει και καλοτυχία γιατί αυτό μετουσιώθηκε σε μέρος του ταξιδιού. Σας ευχαριστώ πολύ. Η ευγνωμοσύνη μου αυτή ας δίνει γαλήνη στο δρόμο σας, καλοτυχία στο δρόμο όσων αγαπάτε. Και με καθιστά υπεύθυνη του θησαυρού:  Δωρεά έλαβα, δωρεά δίδω.

Υπεύθυνη. Η ευθύνη είναι σαν λέξη βαριά. Αυτό που συμβαίνει είναι λεπτό σαν αεράκι, δεν φαίνεται εκ πρώτης όψεως, είναι εκεί, στο φόντο[1] μου. Είναι το πιο επουσιώδες ουσιώδες που έχει χαραχθεί στο παρελθόν και με καλεί από το μέλλον.

-Και ποιο είναι το αίτημά σας, κυρία μου; Να σηκωθείτε, να ανασυγκροτηθείτε και, να ζήσετε μετά από τη μπουλντόζα, που λέτε ότι σας πάτησε;
-Όχι, κύριε Τζαβάρα, θέλω να πεθάνω καλά, να πεθάνω εύκολα.

Πόσο παιδιάστικο, πόση παντοδυναμία και παραλογισμό κρύβει το αίτημά μου; Ήμουν αποπροσανατολισμένη, συγκεχυμένη, όλα κολυμπούσαν στο φόντο. Ήρθε η ερώτηση σαν το ψάρεμα του υπομονετικού ψαρά με  πετονιά, κάτι έχει στο μυαλό του ότι θα πιάσει, αλλά τι θα πιάσει είναι δωρεά της τύχης. Ο ψαράς περνά το δόλωμα από το αγκίστρι, τη διαθεσιμότητά του, πετά την πετονιά στη θάλασσα, την υπομονή του, και αναμένει.

Εγώ πάλι, ένοιωσα την έκπληξη του ψαριού που φωτίστηκε ξαφνικά. Μόνο στο αγκίστρι αποκτά επίγνωση του προφανούς: της θάλασσας. Αυτού του περιβάλλοντος που το τρέφει. Τι είναι ο θάνατος για μένα; Και πάλι βυθίστηκα στην άγνοια όλων των ψαριών της θάλασσας. Ο τελευταίος ασπασμός. Και ο μοναδικός.

Το ψάρι δαγκώνει τ’ αγκίστρι αποκτά αστραπιαία την αντίληψη των όσων μέχρι τώρα ήξερε αλλά δεν γνώριζε και φωτίζεται. Ο Σωκράτης λέει ότι  η γνώση  είναι ενθύμηση, που με τις κατάλληλες ερωτήσεις ανακαλείται. Φιλιώνεις με ό,τι είχες ψυχραθεί και τότε στήνουν χορό οι Χάριτες η λαμπρή Αγλαΐα, η καλοδιάθετη Ευφροσύνη, η αειθαλής Θάλεια. Φιλιώνεις, αποκρίνεσαι και συναντάς το δικό, το αυτό εδραιώνεται σε εαυτό. Η αγάπη του φιλώ είναι κατάσταση πνευματική.

Κάθε τέλος Ιουλίου μου λέγατε, Κυρία μου, λάβετε υπ’ όψιν σας ότι θα αποχαιρετιστούμε.
Η έκφραση μου προφανής της απάντησης μου.
-Θεραπεία κάνετε, δεν θα γεράσουμε μαζί. Πόσα χρόνια έρχεστε;

Αμάν αυτή η λογική! Θέλετε να σας φέρω γραπτώς ότι δεν είμαι καλά; Θα το ζητήσω από τα παιδιά μου, μην με διώχνετε δεν είμαι ακόμα έτοιμη. Γελούσατε συγκρατημένα κάτω από τα γένια.

Τώρα βρίσκομαι καμιά δεκαριά τάφους πιο πίσω, ένα ηλιόλουστο κρύο πρωινό του Γενάρη. Αιφνίδια στιγμιότυπα από όλα αυτά τα χρόνια που σας γνωρίζω. Ο επίλογος κάποιων συνεδριών.

-Ε! Δεν υποφέρεστε! Κυρία μου, θα με αναγκάσετε να σας επαναλάβω για ακόμα μια φορά το ανέκδοτο «Πότε αυτοκτόνησε η πόντια πουτάνα». Αυτά για σήμερα.

Και με κοιτάγατε αυστηρά μέσα από τα γυαλιά σας. Το  τρυφερό μάλωμα και η συμπόνια για την πουτάνα που αυτοκτόνησε όταν έμαθε ότι οι άλλες πληρωνόντουσαν, με έκανε να κινηθώ σε στιγμές ακινησίας, να γελάσω σε στιγμές απελπισίας, να με δω με καλοσύνη.

Ο χρόνος χάνει τη γραμμικότητά του, διαλύεται σε ένα ωκεανό. Τα στιγμιότυπα κύματα που ακουμπούν τους ναυαγούς. Η κάθε σταγόνα εμπεριέχει τη σοφία του ωκεανού, των ποταμών και της βροχής, σταγόνες νερού, σταγόνες σοφίας.

-Είμαστε φθαρτοί, ας ζήσουμε! Είχατε πει, μετά την περιπέτεια υγείας που είχατε.

Και το αίτημά μου; Μου ήρθε στο νου «Η Ζαζί στο Μετρό». Στο τέλος η μαμά της την ρωτάει «Είδες το  μετρό;» και εκείνη απάντησε: «Όχι, απλώς, μεγάλωσα».-

Σας ευχαριστώ πολύ!

Αγγελική Κυβέλου
Εκπαιδευτικός – Ψυχοθεραπεύτρια Gestalt

ΥΓ.: Το κείμενο γράφτηκε στις 27 Ιανουαρίου 2016, δύο μέρες μετά το θάνατο του ψυχιάτρου -ψυχαναλυτή και ομότιμου καθηγητή Ψυχιατρικής του Πανεπιστημίου Αθηνών Θανάση Τζαβάρα, στο πλαίσιο του σεμιναρίου Αφήγηση Ζωής. Ευχαριστώ την κυρία Ελένη Τζαβάρα, ψυχαναλύτρια και σύζυγό του, που είχε την καλοσύνη να παραχωρήσει τη φωτογραφία από το προσωπικό της αρχείο.
 

Ο ομότιμος καθηγητής ψυχιατρικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Θανάσης Τζαβάρας, γεννήθηκε το 1939 στην Αθήνα, όπου περάτωσε τις εγκύκλιες και ιατρικές του σπουδές. Από το 1965 μέχρι το 1978 έζησε στο Παρίσι όπου μετεκπαιδεύτηκε και εργάστηκε στη νευρολογία-ψυχιατρική, ερεύνησε στο πεδίο της νευροψυχολογίας και μαθήτευσε στην ψυχανάλυση, στο πλαίσιο της Λακανικής Σχολής.

Από το 1978 δίδαξε σε διάφορα πανεπιστήμια στην Ελλάδα και από το 1998, ως καθηγητής ψυχιατρικής, αρχικά στο τμήμα Νοσηλευτικής και μετέπειτα στο τμήμα Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης (ΜΙΘΕ) του Παν. Αθηνών. Υπήρξε συνεκδότης της σειράς “Τρίαψις Λόγος”, των εκδόσεων Εξάντας και ήταν μέλος της τετραμελούς Συντακτικής Ομάδας του ψυχαναλυτικού περιοδικού “Εκ των υστέρων” και ιδρυτικό μέλος του περιοδικού “Σύναψις”.

Δημοσίευσε περί τα 250 άρθρα στα ελληνικά, γαλλικά και αγγλικά και επιμελήθηκε την έκδοση περίπου τριάντα πέντε βιβλίων. Τελευταία δικά του βιβλία, ήταν: “Αγαπητέ αδελφέ Βασίλειε” (Εξάντας, 1999), “Ψυχανάλεκτα” (Νήσος, 2005), “Ταξίδι από τα Κύθηρα” (Κοινός Τόπος Ψυχιατρικής, 2007), “Οδός Ιπποκράτους” (Πλέθρον, 2011).

Το 2006 αποσύρθηκε από την πανεπιστημιακή διδασκαλία, ως ομότιμος καθηγητής. Έφυγε από τη ζωή στην Αθήνα, στις 25 Ιανουαρίου 2016, σε ηλικία 77 ετών.

Μιλώντας σε συνέντευξη για τη διαχείριση των κρίσεων μέσα από την προσωπική του περιπέτεια είχε πει: «Το µόνο που χρειαζόµαστε είναι αγάπη».

Για την εργογραφία του, δείτε: εδώ
Advertisements

Αδέσποτα παιδιά

 

joan-eardley
 
Ήταν νύχτα και ξαφνικά είδα στο δρόμο ένα πολύ μικρό παιδάκι το πολύ τριών ετών, να περπατάει μόνο του στην άκρη του πεζοδρομίου. Αμέσως είδα κι άλλο ένα, ακριβώς απέναντι. Σύντομα κατάλαβα πως από όποια πλευρά κι αν κοίταζα, πίσω ή μπροστά μου, δεξιά ή αριστερά, έβλεπα εδώ κι εκεί μικρά παιδιά, κορίτσια ή αγόρια, όλα στην ηλικία που μόλις έχουν μάθει να μισομιλάνε και να μισοπερπατάνε. Κάποιο στην άσφαλτο προχωρούσε στρατα-στράτα και δίπλα πέρναγαν σφαίρα τα αυτοκίνητα. Ένα άλλο στο αριστερό πεζοδρόμιο έκλαιγε. Αχτένιστα, βρώμικα, αφρόντιστα, εγκαταλελειμμένα μικρά παιδιά. Δεν ήξερα ποιο απ’ όλα να πρωτοπιάσω στα χέρια μου. Δυο – τρεις διαβάτες που περνούσαν, αδιαφορούσαν σαν να μην τα έβλεπαν καν. Ένα παιδάκι άπλωσε τα χέρια του σε έναν απ’ αυτούς, χωρίς καμία ανταπόκριση. Άρχισα να φωνάζω κρατώντας το κεφάλι μου για να μην τρελαθώ. Βοήθεια! Τα πετάνε έξω από τα σπίτια τους, σα σκυλιά! Σαν αδέσποτα σκυλιά! Αδέσποτα παιδιά!
Ήταν ο φρικτότερος εφιάλτης της ζωής μου.
 
Κρυσταλία Πατούλη
 
ΥΓ.: Αυτές τις μέρες, με τα τρία παιδιά που βρέθηκαν στο πεζοδρόμιο της Πάτρας, αυτός ο εφιάλτης έγινε δυστυχώς, όχι μόνο μεταφορικά, αλλά και κυριολεκτικά πραγματικότητα.
*Ένα από τα κείμενα της βιωματικής παράστασης «Αφήγηση Ζωής» σε σκηνοθεσία Μαρίας Αιγινίτου, με το εργαστήρι του Βασίλη Ανδρέου ΒΑΣ.ΑΝ.ΑΚΙΑ, στην Πύλη82, τη Δευτέρα 13 Ιουνίου 2016. Βασισμένο σε κείμενα των συμμετεχόντων του σεμιναρίου Αφήγηση Ζωής.
Ζωγραφική: Joan Eardley

Για την Κρυσταλία.

AFIGISI ZOIS_PHOTOΑυστηρά τρυφερή, έχει τη σιγουριά και τη βεβαιότητα της γνώμης της όπως οι γυναίκες που έχω γνωρίσει που δεν σκύβουν το κεφάλι και βγαίνουν στα φανερά, στο σοκάκι για να πολεμήσουν με τα χέρια τους και πατούν τη γη με τα πόδια τα δικά τους.

-Εσύ πρέπει να το κάνεις οπωσδήποτε το σεμινάριο. Σου χρειάζεται.

Φυσικά όσο και αν προσπαθώ να θυμηθώ τα λόγια της δεν έχω τη σιγουριά. Αυτό που σίγουρα θυμάμαι είναι πως καθώς τα άκουγα ένιωσα μια αίσθηση ντροπής και συστολής.

-Είμαι σίγουρη ότι πρέπει να το κάνεις.

Το τελευταίο λέγοντάς το, τα χέρια της άνοιξαν το τετράδιο της με τα κομμένα φύλλα (τα άλλα που είχαν πάει;) και τις σημειώσεις της, έβαλε σε τάξη τα 2-3 ζευγάρια γυαλιά της και ως αν ήταν σε κοκπιτ, ετοίμασε το αεροσκάφος για απογείωση.

Η ντροπή, ζεστός ατμός περιέλουσε την πλάτη και την κοιλίτσα μου. Είμαι πολύ άρρωστη, αγιάτρευτα και αυτό το σεμινάριο και πόσα άλλα μέχρι να μάθω να στέκομαι ως ενήλικας; Δρόσισα τη φούντωση με μια σκέψη: Ρε κοπελιά αφού έψαχνες μια απάντηση στο δίλημμα να το κάνεις ή να μην το κάνεις, να μπλέξεις με νέα ή να ολοκληρώσεις τα παλιά (αυτό το κυνήγι του ενθουσιασμού και την παγίδα των ατελείωτων εκκρεμοτήτων), ε, σου δόθηκε η απάντηση.  Τα σπλάχνα μου ακόμα αναμοχλευόταν.

Αφού ταχτοποίησε τα πράγματα μπροστά της, μου έριξε το χαμόγελο που λέει «καλό μου», τίναξε τα μαλλιά της πίσω, στερέωσε τα πόδια της στα πόδια της καρέκλας:

-Θα σε βοηθήσει.

Αποφάσισα να είμαι τρυφερή με τον κατατρεγμένο μου εαυτό που όλο μου φορτώνεται, μωρό που δεν μεγαλώνει. Με την οικεία αίσθηση αμφιβολίας, την αειθαλή ανεπάρκειά μου, παρακολούθησα το σεμινάριο.

Και σιγά, σιγά πιάστηκα από το κουράγιο και άρχισα να περιπλέκομαι σαν υφάδι που γλιστράω στο δυνατό στημόνι. Αν το στημόνι είναι στιβαρό, το υφάδι έχει την πολυτέλεια να αμφιβάλλει.

Οι γυναίκες που ετοιμάζουν τα στημόνια για τον αργαλειό στα χαλιτζίδικα πρέπει να έχουν γερά πόδια και καλή φυσική κατάσταση, γιατί αυτή η προετοιμασία απαιτεί περπάτημα πολλών χιλιομέτρων: για 1,5 μέτρο χαλί, περίπου 8 χιλιόμετρα.

Αυτή είναι η Κρυσταλία, έχει γερά πόδια και καλή φυσική κατάσταση, είναι το στημόνι που οι κλωστές αν δεν υπήρχε, δεν θα ήταν παρά ξέφτια.

Είναι ο κάματος του γεωργού, η προετοιμασία του εδάφους, που παραδόθηκε ιεροτελεστικά από τη θεά Δήμητρα για να δημιουργηθεί το πεδίο που ο κάθε σπόρος θα βρει το θάρρος να βλαστήσει το δυναμικό του.

Αυτή είναι η Κρυσταλία, έχει γερά πόδια, ξεδιπλώνεται στα φανερά και φτιάχνει το δίχτυ που παγιδεύει το σπόρο ώστε να καταστρέψει τη παλιά μορφή του, να μεταμορφωθεί.

Κρυσταλία με παγίδευσες, ο σπόρος καταστράφηκε και το ενδεχόμενο αναδύεται σαν εύθραυστο τσαλακωμένο λαχανί φύλλο, σαν φρέσκο νεογέννητο κοιτώ με έξαψη τον κόσμο που μόλις γεννήθηκα.

Και σε ευχαριστώ!

Α. Κ.

Μαρτυρία: Γιατί δεν ήμουν παιδί, ήμουν αλλοδαπή…

allodapi[…] Μόνο ένας αλλοδαπός, κάποιος που έχει έρθει από αλλού να εγκατασταθεί σ’ αυτόν τον τόπο, κάποιος που έχει ταπεινωθεί, νιώθει τη λέξη αυτή. Τον κάνουν να τη νιώθει. Αλλοδαπός, με άλλα λόγια περιθωριοποιημένος, κατώτερος, σχεδόν εγκληματίας […] Είμαι ο κουβαλητής διαφορετικών γλωσσών, πολιτισμών και αληθειών. Μόνο όταν με σκέφτομαι παιδί βρίσκω άπειρες στιγμές δυστυχίας και ταπείνωσης, γιατί δεν ήμουν παιδί, ήμουν αλλοδαπή. Και θέλω να τις αλλάξω αλλά είναι αργά. Τα χρόνια δεν γυρνάνε πίσω […] Ganna Milenko

«Ένα χτύπημα στην πόρτα της τάξης. Η καθηγήτρια σταματάει την παράδοση του μαθήματος. Όλα τα βλέμματα στραμμένα στην κατεύθυνση της πόρτας που ανοίγει. Ο υποδιευθυντής στήνεται στην είσοδο μ’ ένα χαρτί Α4 στο ένα του χέρι. Ζητά συγνώμη από την καθηγήτρια και παίρνει επίσημο ύφος.

-Οι αλλοδαποί, παρακαλώ, να σηκωθούν και να με ακολουθήσουν, ανακοινώνει με μια δυνατή φωνή, σαν να ήμασταν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης.

Σταματάει η ανάσα μου. Τι να κάνω; Τι να κάνω; Αναρωτιέμαι πανικόβλητη.

Κοιτάω μπροστά μου. Αλλοδαπή – ντούπ! Αλλοδαπή – ντούπ! Σαν τύμπανο η καρδιά μου. Όχι εδώ, όχι μπροστά σε όλους. Όχι εδώ, παρακαλεί. Η ανάσα μου έχει χαθεί κάπου ανάμεσα στο στήθος και το λαιμό.

Ένα παιδί σηκώνεται. Ακούγεται το σύρσιμο της καρέκλας του στο δάπεδο. Τον κοιτάζω. Μένω ακίνητη. Όλοι τον κοιτάνε. Κατευθύνεται προς την πόρτα. Περνάει την πρώτη σειρά θρανίων, ύστερα τη δεύτερη. Κάποιοι κάτι ψιθυρίζουν.

Ο υποδιευθυντής κάνει ένα νεύμα στην καθηγήτρια και βγαίνει από την αίθουσα. Το παιδί τον ακολουθεί. Η πόρτα κλείνει. Η πόρτα έκλεισε. Τι να κάνω, τι θα κάνω τώρα; Η πόρτα – ένα, η πόρτα – δύο, η πόρτα – τρία΄ περνάνε τα δευτερόλεπτα. Ακούω στο βάθος τη φωνή της καθηγήτριας. Η πόρτα – πενήντα΄συνεχίζω να μετράω. Το μάθημα συνεχίζεται.

Συνέρχομαι. Αντιλαμβάνομαι το φως του ήλιου μέσα στην αίθουσα.

Μαζέψου, μαζέψου με διατάζω. Τελείωσε, δε θα σε ψάξουν άλλο, σε ξέχασαν, με παρηγορώ. Θα πάω στο διάλειμμα στο γραφείο του υποδιευθυντή να τον ρωτήσω τι με ήθελε, δίνω λύση στον εαυτό μου. Κοιτάζω το ρολόι. Σ’ένα τέταρτο θα έχουμε διάλειμμα. Ρυθμίζω την ανάσα μου. Ο κόμπος κατεβαίνει αργά. Όλα καλά, ηρέμησε, σκέφτομαι με κάποια ανακούφιση.

  • Ανοίξτε το βιβλίο σας στη σελίδα 84 και διαβάστε την, ανακοινώνει η καθηγήτρια. Ανοίγω το βιβλίο στη σελίδα 84. Διαβάζω.

Ανοίγει πάλι η πόρτα. Σηκώνω αργά το κεφάλι μου. Νεύμα στην καθηγήτρια. Στήσιμο στην πόρτα. Η καρδιά μου επιβραδύνει. Όχι, όχι, παρακαλεί.

  • Οι αλλοδαποί να με ακολουθήσουν, Γάννα Μιλένκο, έλα μαζί μου, αντηχεί η φωνή του υποδιευθυντή. Η γη ανοίγει, σπάνε τα πλακάκια, το ρήγμα μεγαλώνει. Χάνομαι, πέφτω μέσα στο σκοτάδι του. Τι υπέροχο τέλος θα ήταν αυτό. Τι τυχερή που θα ήμουνα αν με ρουφούσε το σκοτάδι.

Σπρώχνω αργά τη καρέκλα μου προς τα πίσω. Το μάθημα έχει σταματήσει. Όλα τα βλέμματα είναι πάνω μου. Είναι η σειρά μου. Σηκώνομαι αργά με ό,τι δυνάμεις μού έχουν απομείνει. Ο κόμπος έχει φτάσει στο λαιμό και ανεβαίνει. Αναπνέω από το στόμα. Τα αυτιά μου έχουν βουλώσει. Βήμα πρώτο – ντουπ! Βήμα δεύτερο – ντουπ! Βήμα τρίτο – ντούπ! Το τύμπανο με συνοδεύει.

Κάποιοι γελάνε, κάποιοι ψιθυρίζουν. Η γη δεν κινείται, η γη δεν κινείται. Άσχημα πρόσωπα, άσχημα χαμόγελα. Και εσύ ήθελες να ξεφύγεις, ακούω. Είμαι στη μέση της διαδρομής. Ακόμα λίγο. Κάνε όπως πριν βήμα ένα, βήμα δύο, βήμα τρία…

Βγαίνω από την πόρτα. Κλείνει πίσω μου. Στέκομαι ανέκφραστη, αποδυναμωμένη.

  • Γάννα Μιλένκο, είσαι από την Ουκρανία; με ρωτάει. Κάνω ένα νεύμα με το κεφάλι μου.
  • Ωραία, μπορείς να γυρίσεις στη τάξη σου, μου ανακοινώνει.

Μένω ακίνητη, αποσβολωμένη. Δεν καταλαβαίνω ακριβώς τι έγινε. Γυρνάει την πλάτη του και φεύγει. Τον κοιτάζω να απομακρύνεται. Μα αφού το ξέρει ότι είμαι από την Ουκρανία. Είχαμε μιλήσει πολλές φορές στο διάλειμμα για την καταγωγή μου. Και ξέρει και το όνομά μου και γενικώς με ξέρει. Κάνει μάθημα στην τάξη μας εδώ και δύο χρόνια. Δεν μπορούσε απλώς να φωνάξει το όνομά μου χωρίς να με ονομάσει αλλοδαπή μπροστά σ’ όλη την τάξη;

Πιάνω το κρύο χερούλι της πόρτας. Μπαίνω μέσα. Κάποια αγόρια γελάνε κοροϊδευτικά. Κατεβάζω το βλέμμα μου. Κοιτάζω ενοχικά κάτω. Δε θυμάμαι πως φτάνω στη θέση μου. Αίμα στις φλέβες έχει πυκνώσει, έχει στερεοποιηθεί. Αντιλαμβάνομαι τα κρυφά βλέμματα των κοριτσιών στα γύρω θρανία που έτσι κι’ αλλιώς με αποφεύγουν ευγενικά. Νιώθω ένοχη. Είμαι ένοχη που είμαι ουκρανή. Τί κάνω εδώ, κραυγή μέσα μου. Γιατί, γιατί όλα αυτά, συνεχίζει να κραυγάζει. Βουητό στα αυτιά μου. Και αυτή η γη δεν ανοίγει να πέσω, να χαθώ, να κρυφτώ από τα βλέμματά τους.

Το κουδούνι χτύπησε. Συρσίματα καρεκλών, φωνές, γέλιο, βήματα. Λίγα λεπτά ακόμα και σιωπή. Η αίθουσα είναι άδεια. Εχω μείνει μόνη. Ακίνητη. Ιδια στάση, ίδια θέση. Αλλοδαπή – ντούπ! Αλλοδαπή – ντούπ!

Μόνο ένας αλλοδαπός, κάποιος που έχει έρθει από αλλού να εγκατασταθεί σ’ αυτόν τον τόπο, κάποιος που έχει ταπεινωθεί, νιώθει τη λέξη αυτή. Τον κάνουν να τη νιώθει. Αλλοδαπός, με άλλα λόγια περιθωριοποιημένος, κατώτερος, σχεδόν εγκληματίας.

Δεν κατάφερα ποτέ να κάνω φίλους έξι χρόνια στο Γυμνάσιο – Λύκειο Χαλανδρίου, όσο και να το ήθελα.

Δώδεκα χρόνια τώρα, μόνο μία φορά γύρισα στο παλιό μου σχολείο για να πάρω βεβαιώσεις για το φάκελο της ελληνικής υπηκοότητας που αφορούσε τα παιδιά που έχουν φοιτήσει έξι χρόνια σε ελληνικό σχολείο.

Δεν την πήρα ποτέ. Μου την αρνήθηκαν γιατί έκλεισα τα 18 μου χρόνια λίγους μήνες πριν αποφοιτήσω. Και το θέμα έκλεισε με την ξεκάθαρη, δυνατή, ελληνική φωνή της γενικής γραμματέας του υπουργείου εσωτερικών:

«Η ελληνική υπηκοότητα δεν είναι κοστούμι, κυρία μου, για να τη φοράτε και μετά να την πετάτε…». Και συνέχισε: «…αν θέλετε τόσο πολύ σας μένει μόνο η επιλογή της πολιτογράφισης εκεί όμως η λίστα είναι ήδη πλήρης για τα επόμενα 4 με 5 χρόνια. Οπως καταλαβαίνετε η αιτησή σας θα εξεταστεί πολύ πιο μετά. Χρειάζονται όλα τα χαρτιά από την αρχή, χίλια ευρώ παράβολο και μετριούνται μέρα μέρα η διαμονή σας στην χώρα μας ώστε να είμαστε σίγουροι ότι κλείνετε τα δέκα χρόνια διαμονής. Τα καλοκαίρια αφαιρούνται εκτός και αν μπορείτε να αποδείξετε ότι είσασταν εδώ και όχι στη χώρα σας».

Δεν απάντησα τίποτα. Δεν είχα πια δυνάμεις. Έφυγα. Συνέχισα τις σπουδές μου στη Γαλλία: μάστερ, διδακτορικό και ύστερα δουλειά. Πήρα τη γαλλική υπηκοότητα μετά από 5 χρόνια διαμονής και δύο πτυχία στη χώρα, χωρίς να χάσω σταγόνα από την αξιοπρεπειά μου.

Είμαι ο κουβαλητής διαφορετικών γλωσσών, πολιτισμών και αληθειών. Μόνο όταν με σκέφτομαι παιδί βρίσκω άπειρες στιγμές δυστυχίας και ταπείνωσης, γιατί δεν ήμουν παιδί, ήμουν αλλοδαπή. Και θέλω να τις αλλάξω αλλά είναι αργά. Τα χρόνια δεν γυρνάνε πίσω.

Ganna Milenko

*Μαρτυρία στο πλαίσιο του Σεμιναρίου Αφήγηση Ζωής


Δημοσιεύτηκε: http://tvxs.gr/news/egrapsan-eipan/martyria-giati-den-imoyn-paidi-imoyn-allodapi

Ποτέ πριν δεν συμμετείχα σε ομάδα που να μου δώσει τόσα

Night-view-boat-in-river-landscape-art-oil-painting-for-home-decor-wall-art          Όταν πήρα την απόφαση να παρακολουθήσω το Σεμινάριο Αφήγηση Ζωής, ένιωσα σιγουριά για την απόφασή μου και η σιγουριά μου έδινε εμπιστοσύνη για ότι επρόκειτο να ακολουθήσει. Κάτι σα να με έσπρωχνε να έρθω στα Εξάρχεια μέσα στη νύχτα κάνοντας 30χλμ αψηφώντας την ανησυχία για το άγνωστο της καινούργιας δραστηριότητας και της συνάντησης με καινούργιους ανθρώπους.

Και δεν το μετανιώνω με τίποτα! Κάθε νέα συνάντηση μαζί σας ήταν μια εμπειρία! Άρχιζε μέρες πριν, με το διάβασμα των αλλεπάλληλων ιμέηλ της Κρυσταλίας. Την εβδομαδιαία άσκηση την προετοίμαζα νοερά ενόσω περπατούσα τις ενδιάμεσες μέρες και το πρωί της Τετάρτης καθόμουνα στον Η/Υ και την έγραφα. Στα πρώτα μαθήματα είχα καρδιοχτύπι όταν έγραφα. Αναρωτιόμουν πώς θα σας φαινόταν αυτό που έβαζα στο χαρτί. Λίγο-λίγο, όσο τα μαθήματα προχωρούσαν, η ανησυχία περιοριζόταν και αύξανε η συγκίνηση. Ήθελα να ακούσω τις παρατηρήσεις σας για όσα έγραφα όπως και ήμουνα περίεργη να ακούσω και τα δικά σας κείμενα! Αδημονούσα να ξανασυναντηθούμε, να φτιάξουμε τον κύκλο μας γύρω από το τραπέζι και να αρχίσει η συνομιλία με τις ασκήσεις να περνάνε από χέρι σε χέρι.

Οι λέξεις και το παιχνίδι της γραφής, τα βαθύτερα νοήματα που ξεπηδούν ανάμεσα από τις γραμμές του κειμένου και κυρίως, ΚΥΡΙΩΣ οι κραυγές και οι ψίθυροι, τα γέλια και τα χαμόγελα που βγαίνουν σα συμπιεσμένα ελατήρια από τα τάχα αθώα λόγια της άσκησης. Έχει κάτι το μαγικό η διαδικασία της αυτό-αποκάλυψης. Γιατί πέρα από τα καταγραμμένα, γεγονότα ή περιγραφές, τα κενά επίσης αποκαλύπτουν. Μέσα από ευάλωτες παραλείψεις και υπεκφυγές, από εύγλωττες αποσιωπήσεις, από ασάφειες που κραυγάζουν για να αποκρύψουν. Δονήσεις από τα λόγια και δονήσεις από την έλλειψή τους. Ο εαυτός μας σαν το σίφουνα ξεπηδάει από παντού.

Η Κρυσταλία κρατούσε το τιμόνι του καραβιού. Μόλις το κύμα φούσκωνε και πλέαμε σε θάλασσα ανοιχτή έβαζε φωνές να γυρίσουμε πίσω, στο λιμάνι. «Εδώ είναι σεμινάριο δημιουργικής γραφής, δεν έχουμε έρθει να πούμε τι πρέπει να αισθάνεται ο άλλος και τι δεν πρέπει!». Κοφτά και σταράτα επανάφερε το τιμόνι στο ίσο του και ο κύκλος ξαναέκλεινε. Η Κρυσταλία! Η καλή μου Κρυσταλία! Κι εκείνο το πανέμορφο κοριτσάκι με το αδύναμο κορμάκι που κυματίζει μεσίστια στο φέισμπουκ.

Νιώθω ευγνωμοσύνη που σας γνώρισα. Που μοιράστηκα μαζί σας την εμπειρία της γραφής και της επικοινωνίας μέσα από τις λέξεις. Νιώθω ευγνωμοσύνη για τις ώρες που περάσαμε μαζί, και που επιτρέψατε να δω τους ενδόμυχους προβληματισμούς και τον πόνο της καρδιάς σας. Νιώθω ευγνωμοσύνη που καλοδεχθήκατε τις προσπάθειες μου να μιλήσω με τη δική μου φωνή και επιτέλους να εκφραστώ.

Δεν σας αποχαιρετώ. Ούτε νιώθω λύπη που το βράδυ της Τετάρτης είναι ελεύθερο, τώρα που τελείωσαν τα μαθήματα. Σας αισθάνομαι μέσα μου ολοζώντανα. Είστε δικοί μου άνθρωποι. Ποτέ πριν δεν συμμετείχα σε ομάδα που να μου δώσει τόσα (ίσως γιατί για πρώτη φορά έδωσα από αυτά τα βαθύτερα που με ταράζουν μια ζωή). Σας σκέφτομαι και νιώθω ευχαρίστηση και χαρά.

Σκέφτομαι τη Γιωργία με τις λόγιες λέξεις, τον πλούτο και τη γλωσσική αρτιότητα των ασκήσεων της, τις «σταθερές» της φιλολόγου (που η ίδια τις ειρωνεύεται) και τη δύναμη που ξεχειλίζει από ολόκληρη την μικρό το δέμας ύπαρξή της! Σκέφτομαι την Ευδοκία με τις, λες ολοστρόγγυλες, λέξεις που λάμπουν από τρυφερότητα και αγάπη και που η ίδια φοβάται λέει ότι θα την προδώσουν και όμως ελέγχει πλήρως και, τις έχει τόσο επεξεργαστεί όπως ο βοριάς τα βότσαλα του γιαλού. Σκέφτομαι το Σταύρο που, το νεαρό της ηλικίας και οι δυσκολίες του φύλου, δεν τον εμπόδισαν να συμμετέχει και να ολοκληρώσει τον κύκλο μας με κείμενα γεμάτα από το άνοιγμα και το όνειρο των παιχνιδιών της παιδικής ηλικίας που διακόπτονται από σκληρές και αναπάντεχες γωνίες.

Μια ευχή Να ξαναβρεθούμε και να κάνουμε κάτι μαζί. Να ξεκινήσουμε από εκεί που σταματήσαμε και να προχωρήσουμε σε νέες περιπέτειες επικοινωνίας και μοιράσματος, εμπιστοσύνης και αποκάλυψης με τη γραφή να κυριαρχεί, να δημιουργεί, να εξομολογείται και να μας ενώνει.

Φιλιααααά

Άννα


Δείτε επίσης:

Όχι Αντίο, εις το επανιδείν…

Πώς αποφάσισα να γράψω στο «Ημερολόγιο ενός ανέργου»

«Έμεινα μόνη μου κι αποφάσισα να βγάλω νέα ταυτότητα ανθρώπου» Δ.

Μαρτυρία

07:18 | 04 Ιουν. 2014

Πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο «Ημερολόγιο ενός ανέργου». Έχει και τη δική μου ιστορία μέσα… και γι’ αυτό ευχαριστώ την Κρυσταλία Πατούλη που με δίδαξε να μη φοβάμαι να γράφω όσα αισθάνομαι, πόσο μάλλον όταν έχουν διυλιστεί απ’ το πετσί μου…

Τον Δεκέμβριο του 2009 σε ηλικία 28 ετών, αναγκάστηκα να κλείσω ένα μέρος της οικογενειακής επιχείρησης που εργαζόμουν επί 10 χρόνια, κατατρεγμένη από σφραγισμένες επιταγές, εξώδικα τραπεζών, καθώς και επιχειρηματίες που λυμαίνονταν αυτή την κατάσταση για να πλουτίσουν ακόμα περισσότερο.

Νοίκιασα το σπίτι που είχα φτιάξει ως μόνο εισόδημα και εργαζόμουν σε περιστασιακές δουλειές. Χώρισα. Δεν είχα τη στήριξη κανενός. Μόνος αρωγός ήτανε ο ψυχοθεραπευτής μου.

Έμεινα μόνη μου κι αποφάσισα να βγάλω νέα ταυτότητα ανθρώπου.

Τα χρόνια της κρίσης και της ανεργίας κυλάγανε επάνω μου σα χώμα. Που και πού κανένα μεροκάματο της ξεφτίλας, αλλά εώς εκεί.

Φτερό στον άνεμο ήμουνα, αν και είχα αρχίσει από καιρό να ψάχνω τον εαυτό μου και να προσπαθώ να γιατρέψω την κατάθλιψη. Αυτό ήτανε το μόνο θετικό βήμα που είχα κάνει, μαζί με τ’ άλλο, το εργαστήρι δημιουργικής γραφής της Κρυσταλίας. Εκεί απέκτησα και αληθινή παρέα – κάπου δέκα συνοδοιπόρους τη φορά, για δυο ουσιαστικά χρόνια.

Ήθελα κι εγώ να πω την αλήθεια μου πρώτη φορά γύρω από εκείνο το οβάλ τραπέζι όπου τα μόνα όπλα ήτανε τα λόγια.

Κι αφού ξεπέρασα την ταχυκαρδία που μου έφερνε η κρίση πανικού, αφού κατάπια τον λυγμό μαζί με την καρδιά μου, είπα για πρώτη φορά την αλήθεια για μένα μπροστά σε άλλους και μετά άρχισα να την γράφω και να την διαβάζω μπροστά σε αυτούς τους άλλους.

Ή ακόμα καλύτερα, η καλή νεράιδα «δασκάλα» έβαζε κι άλλους να διαβάζουνε την ιστορία μου και τελικά αυτή η ιστορία μου που την άκουγα από τους άλλους, δεν ήτανε τόσο βαριά… Ήτανε απλώς η αλήθεια!

Πνίγηκα από την ανεργία τόσα χρόνια, πάνε όλα, χαθήκανε μαζί με τη δουλειά, το μεγάλο γραφείο μου, το αμάξι, το σπίτι, τα ψώνια, τα ταξίδια…  Έμεινα μόνο εγώ, ξεφούσκωτη σα μπαλόνι αλλά τελικά όχι και τόσο άδεια…  Γιατί είχα εμένα και με αγαπούσα και με αγάπησα περισσότερο όταν είδα ότι υπάρχω σαν οντότητα πάνω από τον θεό – χρήμα.

Έναν θεό που στα χέρια του έχει σύμβολο το σχοινί, που γι’ αυτόν κρεμάστηκαν ο μέχρι πρότινος συνεργάτης επιχειρηματίας και θείος τής ξαδέλφης μου στην αυλή του εξοχικού του και μια συμπαίχτριά μου(στο βόλεϊ) μέσα στο σπίτι της.

Και τότε βρέθηκε αυτή η μεγάλη ευκαιρία να γράψω τη δική μου ιστορία στο διαδίκτυο…

Θα γράψω είπα. Θα γράψω! Γιατί να ντραπώ δηλαδή να τσαλακώσω κάτι που έχει γίνει ήδη χίλια κομμάτια; Εντάξει, δεν είναι εύκολο να γδύνεσαι εμπρός σε άλλους αλλά αφού και οι υπόλοιποι γυμνοί δεν είναι;

Θα γράψω είπα τη δική μου εμπειρία για να τη διαβάσουνε και οι άλλοι χιλιάδες άνεργοι, να διαβάσουνε όλοι πώς επιβίωσα γιατί είχα εμένα και την πραγματικότητα για να τραφώ, να επιβιώσω. Και για να δέσουμε τα σχοινιά μόνο γύρω από τα κλαδιά για να φτιάξουμε αυτοσχέδιες κούνιες… όπως παλιά. Μόνο αυτό.

Σήμερα έχω φύγει πια από την Αθήνα, ζω σε ένα όμορφο νησί μέσα στη φύση και ασχολούμαι μόνο μ’ αυτό που αγαπούσα πάντα πιο πολύ: Ως προπονήτρια βόλεϊ για παιδιά προσχολικής ηλικίας.

Δήμητρα
Καρλόβασι, 2/6/2014

*Δουλειές πιο του ποδαριού δεν γίνεται – imerologioanergou.gr

Το να υποβάλλεται ένας νεαρός, υγιής και εύρωστος άνθρωπος σε ανεργία είναι σαν τον ίδιο υγιή αρτιμελή άνθρωπο να τον αναγκάζεις να ζήσει τη ζωή του σε αμαξίδιο.

Είμαι 32 χρονών, πιο αισιόδοξη και μαχητική κοπέλα από εμένα ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ. Δέκα ολόκληρα χρόνια δούλευα στην οικογενειακή μας επιχείρηση. Με όραμα, με δυναμική, με πάθος για επέκταση των δραστηριοτήτων μας. Πήρα δάνειο, υπέρογκο, έκανα δική μου εταιρία, άρχισαν να σκάνε επιταγές, έπεσα σε κατάθλιψη, χώρισα από τον άνδρα μου.

Από το 2009 μέχρι σήμερα, δουλειές πιο του ποδαριού δε γίνεται – μέχρι και στη λαϊκή δούλεψα.

Σήμερα, αυτή τη στιγμή που σας γράφω, κυνηγημένη πια από κλητήρες, εξώδικα, διαταγές πληρωμής […]

Δήμητρα
Αθήνα, 23/4/2013

*Απόσπασμα από το βιβλίο «Το Ημερολόγιο ενός ανέργου» των εκδόσεων Καστανιώτη, όπου συμπεριλαμβάνονται 155+1 ιστορίες από το imerologioanergou.gr το οποίο συμπαρουσιάζει το tvxs.gr.


http://tvxs.gr/news/biblio/pos-apofasisa-na-grapso-sto-imerologio-enos-anergoy

…να μη φοβάμαι να γράφω όσα αισθάνομαι…

Δημοσίευση για το βιβλίο «Το Ημερολόγιο ενός Ανέργου»

Mitsi Giannopoulou: Έχει και τη δική μου ιστορία μέσα, και γι αυτό ευχαριστώ την Crystalia Patouli που με δίδαξε να μη φοβαμαι να γραφω όσα αισθάνομαι, πόσο μάλλον όταν εχουνε διυλιστεί απο το πετσί μου:
Οι Άνεργοι στην Ελλάδα Γράφουν τη Δική τους Ιστορία στην Κυριολεξία – http://www.vice.com

Χιλιάδες άνθρωποι έχασαν την υπόσταση τους και έγιναν ένα θλιβερό νούμερο – κάθε μήνα μεγαλύτερο – στα δελτία της Στατιστικής Υπηρεσίας. Όλοι μιλάνε γι’ αυτό -κανείς γι’ αυτούς. Δεν έχουν πια ονόματα, ταυτότητα , πρόσωπο. Είναι απλώς ένα 27,8%. Το υψηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το επικαλούνται οι βουλευτές στις πολιτικές αντιπαραθέσεις της τηλεδημοκρατίας, καταρτίζουν προγράμματα οι εμπειρογνώμονες του Υπουργείου Εργασίας, το ανιχνεύουν οι δημοσκόποι ως πρώτη απάντηση στην ερώτηση «ποιο είναι το σοβαρότερο πρόβλημα της χώρας;». Όμως, το νούμερο δε λέει να πέσει -οι άνεργοι κραυγάζουν σιωπηλά στον απόηχο του ελληνικού «success story».

Αυτή την κραυγή αποτυπώνουν οι περίπου 3000 ιστορίες στο «Ημερολόγιο ενός ανέργου». Μια ιδέα του δημοσιογράφου και συγγραφέα Χριστόφορου Κάσδαγλη η οποία γεννήθηκε τον Απρίλιο του 2013. «Άρχισα να καταδύομαι σ’ αυτό το χώρο μαζί με τις προσωπικές μου εμπειρίες ανεργίας όταν τελείωνα το προηγούμενο βιβλίο μου. Εκεί άνοιξε ένα καινούργιο παράθυρο. Στόχος ήταν πια να υπάρξει ένα χώρος αυτοέκφρασης των ίδιων των ανέργων. Επιστράτευσα την παλιά τεχνογνωσία που δημιούργησα για τη στήλη Φαντάρε που πας. Η μεγαλύτερη διαφορά είναι ότι ο φαντάρος γνωρίζει πως η θητεία του θα τελειώσει κάποια στιγμή. Το πιο τραγικό στην ανεργία είναι ότι δεν έχει ημερομηνία λήξης», μου λέει ο Χριστόφορος. Έτσι φτιάχτηκε το «Ημερολόγιο», ως μια εύχρηστη ηλεκτρονική πλατφόρμα, όπου μπορούσε ο καθένας να γράψει χωρίς φιλτραρισμα την ιστορία του, χωρίς τεχνικά εμπόδια και με τρόπο που ο ίδιος θα επιλέξει να συστηθεί. Πολύ γρήγορα αποδείχθηκε ότι υπήρχε αυτή η ανάγκη για μοίρασμα. Ήδη από την πρώτη μέρα στο «Ημερολόγιο» έφτασαν 15 ιστορίες. Ήταν σα να το περίμεναν.

Άνθρωποι από όλες τις γωνιές της Ελλάδας είδαν εδώ μια δυνατότητα αδιαμεσολάβητης έκφρασης. Νέοι με υψηλό μορφωτικό επίπεδο που βαρέθηκαν να χαζεύουν τα πτυχία τους, 50άρηδες που έμειναν μετέωροι αδυνατώντας να βγουν στη σύνταξη ή να βρουν δουλειά, εργένηδες που παράτησαν το διαμέρισμα στο Παγκράτι μόλις τελείωσε το επίδομα ανεργίας και αναζήτησαν την τύχη τους σ’ εκείνο το κτηματάκι που τους άφησε ο θείος, 30αρηδες που πήγαν για διδακτορικό στο εξωτερικό και δεν ξαναγύρισαν, απλήρωτοι που αναρωτιούνται αν το αφεντικό τους πήρε στα σοβαρά τη ρήση ότι αυτό που μετράει «είναι η δόξα και όχι το χρήμα». Οι γυναίκες όμως, όπως μου εξηγεί ο Χριστόφορος, έδωσαν τον τόνο, ποιοτικά και ποσοτικά. Λογικό από μια άποψη αφού η ανεργία είναι γένους θηλυκού. Στις γυναίκες το ποσοστό φτάνει το 31,6% σε αντίστιξη με το 24,5% των ανδρών. «Θα μπορούσε να λέγεται το Ημερολόγιο μιας άνεργης αλλά τι να κάνεις που η γλώσσα είναι σεξιστική» επισημαίνει. Οι περισσότεροι δε γνωστοποιούν τα πραγματικά τους στοιχεία και θωρακίζονται γύρω από την ανωνυμία, αφού η συνθήκη της ανεργίας συνεπάγεται την αυτοενοχοποίηση. Είναι η μεγάλη νίκη του κοινωνικού δαρβινισμού. Η αποποίηση των ευθυνών της θεσμοθετημένης Πολιτείας και η επικέντρωση στο ίδιο το υποκείμενο. Στο τέλος πιάνει. Νομίζεις ότι φταις εσύ που είσαι άνεργος, ότι υπήρχε κάτι παραπάνω ή κάτι καλύτερο που θα μπορούσες να κάνεις και δεν έκανες. Λες και το γεγονός ότι η χώρα απόλεσε σχεδόν το 1/3 του ΑΕΠ της, όπως συμβαίνει μόνο σε καιρούς πολέμου, δεν παίζει καμία σημασία.

Κάπως έτσι, με οργή και θλίψη, με νεύρα και ενοχές, με χιούμορ και συγκίνηση γέμισαν οι σελίδες του «Ημερολογίου ενός άνεργου» και σήμερα πια έγιναν βιβλίο. Κυκλοφορεί από χθες [Τετάρτη 28/5] με 155 + 1 αληθινές ιστορίες από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Η έκδοση του βιβλίου σηματοδοτεί το κλείσιμο ενός κύκλου -η παρουσίασή του την έναρξη ενός νέου. Μια παρουσίαση η οποία θα πραγματοποιηθεί στις 19 Ιουνίου –στο πάνελ δε θα κάθονται «ειδήμονες» που κατά το γνωστό έθιμο δεν έχουν διαβάσει το βιβλίο αλλά πάντα βρίσκουν μερικά αφηρημένα καλά λόγια να πουν. Θα μιλήσουν οι πραγματικοί συγγραφείς οι ίδιοι οι άνεργοι και θα έχει έναν χαρακτήρα «συνέλευσης».

Επόμενος σταθμός είναι το «Μανιφέστο των Ανέργων». «Ο στόχος είναι να φτιάξουμε μια συνεργατική πλατφόρμα τύπου Wikipedia για να συνδιαμορφώσουν οι ίδιοι οι άνεργοι ένα συλλογικό ντοκουμέντο που να περιγράφει το πρόβλημα και να προτείνει λύσεις. Αυτό επειδή δεν υπάρχει, πρέπει να το επινοήσουμε. Να σπάσει ο φαύλος κύκλος ενοχής και σιωπής», μου λέει ο Χριστόφορος.

Η ανεργία είναι η επιτομή της οικονομικής κρίσης και η απόδειξη ότι μερικές φορές η θεραπεία σκοτώνει περισσότερο από την ίδια την ασθένεια. Στην Ελλάδα οι 930.000 θέσεις εργασίας που δημιουργήθηκαν μέσα σε 17 χρόνια, την περίοδο 1992 – 2008, χάθηκαν την τελευταία πενταετία. Οι δείκτες ανεργίας που βρίσκονταν κάτω από 12% εκτοξεύτηκαν στο επίσημο 27,8% και στο εξωφρενικό 62% για νέους κάτω των 25 ετών. Η πραγματική ανεργία σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ είναι πολύ μεγαλύτερη και ξεπερνάει το 30%. Ο λόγος ανέργων / απασχολούμενων υπερβαίνει σήμερα το 1/3. Είναι δύσκολο όμως να συλλάβουμε την πραγματικότητα πίσω απ’ αυτούς τους αριθμούς. Η ανεργία δεν υπάρχει στο φαντασιακό παρά μόνο αυτών που τη βιώνουν. Αυτοί ξέρουν πως είναι να παγώνει ο χρόνος βασανιστικά πάνω από ένα τηλέφωνο που δε χτυπάει, πως είναι να ντρέπεσαι, να φταις εσύ και να σου φταίνε παράλληλα όλοι, να απομονώνεσαι και να σπας τις γέφυρες με τον κόσμο. Γιατί η απώλεια εργασίας στις δυτικές κοινωνίες ισοδυναμεί με απώλεια ταυτότητας και νοήματος.

Παρακάτω ακολουθούν μερικά αποσπάσματα από τις ιστορίες του «Ημερολογίου». Σ’ αυτές  αρκετοί θα αναγνωρίσουν την πραγματικότητα του εαυτού τους και οι υπόλοιποι μια δυνητική απειλή. Δεν αρκεί απλώς να την ξορκίσουμε. Πρέπει να την αντιμετωπίσουμε στα ίσια.

Θυμάμαι σαν να ήταν χθες το πρώτο βράδυ που γύρισα σπίτι. Είχαμε βάλει τα παιδιά για ύπνο. Ο μεγάλος επτά και oμικρός πέντε χρονών τότε. Περνώντας έξω από το δωμάτιό τους, τους άκουσα να ψιθυρίζουν στο σκοτάδι. «Ο μπαμπάς απολύθηκε», είπε ο μεγάλος. «Τι θα πει “απολύθηκε”;» ρώτησε ο μικρός. «Τον έδιωξαν από τη δουλειά». «Και τώρα τι θα κάνουμε; Πώς θα ψωνίζουμε; Τι θα τρώμε;» αναρωτήθηκε με φανερή αγωνία ο μικρός. «Μη σε νοιάζει, κοιμήσου τώρα. Δεν ξαναμίλησαν.

Πτυχίο, μεταπτυχιακό, μισό χρόνο εθελοντική εργασία, και τι είμαι; 65 μόρια στον ΟΑΕΔ…

Έφυγα. Κρατώντας την ανάσα μου, σφίγγοντας τα δόντια να μη χαθεί η αξιοπρέπεια. Όταν το δάπεδο που πάνω του είχα απλώσει δυο τρεις ασφαλιστικές δικλείδες έγινε καταπακτή, γύρισα πίσω εκεί όπου σχεδόν ποτέ δεν είχα υπάρξει. Να γλυτώσω νοίκια και κοινόχρηστα, να μαζέψω τα έξοδα, να κόψω, να κόψω, να κόψω. Άλμα από την Αθήνα στην επαρχία, στον γενέθλιο τόπο. Άντε βρες ρίζα ν’ ανθίσεις.

Νόρα είναι το όνομα που θα ήθελα να έχω σε μιαν άλλη, διαφορετική ζωή απ’ αυτήν που βιώνω τώρα… Σ’ εκείνη τη ζωή θα ήμουν πιο χαρούμενη, με αισιοδοξία, με όνειρα και στόχους που θα ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθούν. Σε μια ζωή όπου θα ξυπνάω το πρωί και θα έχω τη δουλειά μου για να πάω.

Αν θέλετε να μεταναστεύσετε, πρώτα πρώτα να μην εμπιστευτείτε καμία «εταιρεία» που θα σας βρει δουλειά. Μετά, ξεχάστε ότι έχετε συγγενείς και φίλους σ’ εκείνο το μέρος και τάχα θα σας βοηθήσουν.
Αν δεν κάνετε τα παραπάνω, το πιο πιθανό είναι να βρεθείτε σε ξένη χώρα χωρίς δουλειά, λεφτά και άδεια παραμονής. Ξεχάστε ότι υπάρχουν Έλληνες, οργανώσεις, εκκλησία κι ότι θα σας βοηθήσουν. Δεν πρόκειται.

Δούλευα 23 χρόνια σε βαριά βιομηχανία μετάλλου. Όταν με απέλυσαν, ένιωσα ότι με δολοφονούσαν, έτσι απλά, με μια σφαίρα που έγραφε το όνομά μου (με δικαστικό επιμελητή). Έτσι νιώθω, άλλαξα, δεν είμαι ο ίδιος πλέον, αγρίεψα.

Έχω εκπληρωμένες στρατιωτικές υποχρεώσεις. Μπορώ να εργάζομαι αδιάκοπα για πάνω από 12 ώρες συνεχόμενες αδιαμαρτύρητα. Επίσης δεν έχω προσωπική ζωή, δεν έχω φίλους, δεν έχω κοπέλα, δεν σκοπεύω να κάνω οικογένεια ποτέ (οπότε δεν έχω αυξημένες οικονομικές απαιτήσεις), δεν έχω όνειρα πέρα από το καλό της εταιρείας. Δεν πίνω, δεν καπνίζω, δεν τρώω, δεν χρειάζομαι ποτέ διάλειμμα. Τέλος, θα ήθελα να σας γνωστοποιήσω πως δεν ζητάω πάνω από 300 ευρώ το μήνα, μπορώ δε να πληρώνομαι και με καθυστέρηση πέντε έξι μηνών, καθώς δεν τρέχουν νοίκια (μένω με τους γονείς μου). Είμαι γραμμένος και στον ΟΑΕΔ, έτσι ώστε να μπορείτε να επωφεληθείτε κάποιου προγράμματος. Δέχομαι ακόμα και να εργαστώ δωρεάν, καθώς θα έχω την τιμή να δω δουλειά μου δημοσιευμένη.

Ζωή μού δίνουν οι ξεπουλημένοι συνάδελφοί μου. Εργοδοτικοί, παρτάκηδες, εγωιστές, αδίστακτοι. Όσο περισσότερα αναξιοπρεπή, βρώμικα, κλεμμένα εργοδοτικά ευρώ παίρνουν, τόσο περισσότερο πείσμα με γεμίζουν.

Τότε ήρθε και μου χτύπησε την πόρτα η κατάθλιψη, συνοδευόμενη από κρίσεις πανικού καθημερινά. Ούτε στον εχθρό σου μην τύχει κάτι τέτοιο, τρομερή αρρώστια, χάνεις τον εαυτό σου, δεν είσαι εσύ, εγκλωβίζεσαι και παλεύεις με το υποσυνείδητό σου, τρέμουλο, φοβίες, ταχυπαλμία, ζαλάδα, ένα θηρίο μέσα μου που μεγαλώνει.

*Μαρία Λούκα, Φωτογραφίες: Αλέξανδρος Κατσής