Η αυτοχειρία ως διεκδίκηση ελευθερίας

Ο κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα να κρίνει μόνος του την πράξη της ανήκουστης βίας εναντίον του εαυτού του, αρκεί να του είναι ξεκάθαρο ότι κι ο απεχθέστερος θάνατος είναι προτιμότερος από τη σκλαβιά» Seneca, Lettere a Lucilio

[…] η εκτίμηση πως η αυτοχειρία είναι πράξη «ηρωισμού» και διεκδίκηση της ελευθερίας του ανθρώπου, απλώνεται σε όλο το τόξο της κλασικής αρχαιότητας και μεταξύ των διασημότερων αυτόχειρων συγκαταλέγονται ο Λυκούργος, ο Σωκράτης (παρότι στο μεγαλύτερο μέρος του Φαίδωνα καταδικάζει την αυτοχειρία), ο Διογένης, ο Δημοσθένης, ο Κάτων και ο Σενέκας. […]

Αν και, στο έργο του Ηθικά Νικομάχεια, ο Αριστοτέλης καταδικάζει την αυτοκτονία ως πράξη δειλίας και παράπτωμα σε βάρος της πολιτείας, στην ισχύουσα ελληνική και ρωμαϊκή νομοθεσία δεν θεωρήθηκε ποτέ έγκλημα ηθικό ή θρησκευτικό. […]

Αν ο Χριστός επέλεξε να πεθάνει, αν ο Χριστός ηθελημένα οδηγήθηκε στο θάνατο – είναι το επιχείρημα που χρησιμοποιεί ο Donne-, τότε δεν μπορεί να υποστηριχθεί η απόλυτη ισχύς της εξίσωσης αυτοκτονία = αμάρτημα. […]

Πρώτα πρέπει να απαντήσουμε στην ερώτηση για το νόημα της ζωής και, παραδόξως, η επιλογή του θανάτου μπορεί να αποτελεί μιαν απάντηση.
Η εθελοντική κατάταξη στο στρατό εν καιρώ πολέμου, ή η απεργία πείνας έως θανάτου χάριν ενός ιδανικού θα μπορούσαν να θεωρηθούν μορφές αυτοκτονίας. Ο Camus είναι διαφωτιστικός όταν μας λέει:

Αυτό που καλείται λόγος ύπαρξης, μπορεί συγχρόνως να είναι και έξοχος λόγος θανάτου (ό.α., σελ. 28)


Αντιστρέφοντας τη φράση,
μπορούμε να πούμε ότι, κάποιες φορές μια αιτία θανάτου δεν κάνει άλλο από το να υπογραμμίζει τις αιτίες ύπαρξης. […]

Ο Σοπενχάουερ υποστήριζε ότι ο άνθρωπος που αυτοκτονεί
στην πραγματικότητα λαχταράει τη ζωή και πραγματικά είναι εντυπωσιακή η τραγικά υπέρμετρη δίψα για ζωή ορισμένων επιφανών αυτόχειρων. […]

Πραγματικά, μόνον μπροστά στο ενδεχόμενο της αυτοκτονίας συνειδητοποιούμε την ψυχική μας ζωή, το γεγονός ότι έχουμε ψυχή, ακριβώς όπως ανακαλύπτουμε την ατομικότητά μας βιώνοντας την πιθανότητα μιας αυτοκτονίας. Η ατομικότητα απαιτεί το θάρρος να ορθώνουμε μόνοι το ανάστημά μας ενάντια σ’ έναν κόσμο που προδίδει και εκχυδαΐζει. […]

Η ζωή είναι ένα πείραμα που πρέπει να ολοκληρωθεί. Δεν παύει όμως να υπάρχει και η επιλογή του θανάτου, που αντιπροσωπεύει την ακραία απάντηση στην προδοσία της ζωής. Γιουνγκ, 1975

Τι είναι λοιπόν αυτή η ιδέα της αυτοκτονίας που τρυπώνει στο μυαλό μας τόσο πιεστικά και μας καταδιώκει; Θέλουμε να πούμε όχι στη ζωή, όταν μας εξαπατά και γκρεμίζει τα όνειρά μας. […]

Όσο είμαστε στραμμένοι προς το μέλλον και τίποτε δεν εμποδίζει το μεγάλωμά μας, όσο αυτή η δέσμη φωτός φωτίζει το δρόμο μπροστά μας και νιώθουμε σε συνεχή εξέλιξη, η ιδέα της αυτοκτονίας δεν πρόκειται να περάσει απ’ το μυαλό μας. Η ιδέα αυτή γεννιέται τη στιγμή που ο άνθρωπος διαπιστώνει ότι δεν υπάρχει πλέον καμιά δυνατότητα εξέλιξης.

Ο σχεδιασμός για το μέλλον αντιπροσωπεύει τον υποκειμενικό ορίζοντα νοήματος, μέσα στον οποίο περικλείουμε τα γεγονότα του παρόντος και από τον οποίο εξαρτάται πάνω απ’ όλα, η ένταση της διάστασης της επιθυμίας μας. […]

Στα στρατόπεδα συγκέντρωσης των Ναζί,
τα οποία συχνά γίνονται αντικείμενο ψυχολογικών μελετών γιατί αντιπροσωπεύουν πραγματικά ακραίες καταστάσεις, οριακές, στα όρια της δυνατότητας για επιβίωση, η αυτοκτονία ήταν μια πράξη ρητώς και κατηγορηματικώς απαγορευμένη, «strengstens verboten” (αυστηρώς απαγορευμένη). Οι Ναζί ήξεραν πολύ καλά ότι αυτή η απαγόρευση αντιπροσώπευε την οριστική απαλλοτρίωση της ταυτότητας των κρατουμένων.
Είναι αλησμόνητες οι φωτογραφίες αυτών που έπεφταν πάνω στα ηλεκτροφόρα καλώδια για να δώσουν τέλος στο βασανισμό ψυχής και σώματος, αλλά και γιατί αυτή η πράξη αντιπροσώπευε τη μόνη δυνατότητα να υποστηρίξουν το εγώ τους.

Ο πειρασμός της αυτοκτονίας γίνεται ακαταμάχητος όταν αντιληφθούμε ότι ο πόνος μας πάει χαμένος, ότι δεν έχει κανέναν νόημα, κανένα αντίκρισμα.
Μπορούμε να αντέξουμε σε βασανιστήρια, όταν για παράδειγμα, εξαργυρώνουμε τη σιωπή μας με τη σωτηρία του φίλου, της γυναίκας που αγαπάμε κλπ. […]

Ο πόνος που οδηγεί στην αυτοκτονία, μπορεί λοιπόν, να γεννηθεί από την αφύπνιση της ψυχής που ζητάει μεγαλόφωνα ένα νόημα. […] η ιδέα ή η πράξη της αυτοκτονίας δεν είναι ποτέ κάτι που έρχεται ξαφνικά και αναπάντεχα, αλλά είναι το αποκορύφωμα μιας εσωτερικής, συχνά μυστικής διεργασίας.
Οι σκέψεις για αυτοκτονία κρύβουν την επιθυμία για πληρέστερη πραγματικότητα, πιο γεμάτη ζωή […]

Πρέπει να καταλάβουμε ποια είναι η σχέση με την πραγματικότητα του ανθρώπου που σκέφτεται την αυτοκτονία και ποια η ζωή που θα ήθελε μα δεν μπορεί να έχει. […] η ζωή μάς προδίδει όταν μας αφαιρεί κάθε προοπτική.

Χωρίς προοπτικές είναι σαν να έχουμε ήδη αυτοκτονήσει. Ας σκεφτούμε πόσο απελπιστικό είναι όχι μόνο να μην μπορούμε να βρούμε στο παρόν αισθήματα, ενδιαφέροντα στα σημαντικά και ασήμαντα γεγονότα της καθημερινότητας, αλλά ούτε και στην αισιόδοξη αναμονή για κάτι που θα μπορούσαμε να κατακτήσουμε. […]

Ο θάνατος αποτελεί ένα είδος καθημερινής πρόκλησης.
Με τον ίδιο τρόπο τα κύτταρα ανανεώνονται διαρκώς, πεθαίνοντας.
Θα μπορούσαμε ακόμη να πούμε ότι αυτοί απ’ το μυαλό των οποίων δεν πέρασε ποτέ η ιδέα της αυτοκτονίας δεν αντιμετώπισαν ποτέ θαρραλέα τη ζωή αποδεχόμενοι την ιδέα της μεταμόρφωσης.

Η απάντηση στην επιθυμία για αυτοκτονία βρίσκεται στο να ακούσουμε τη φωνή της ψυχής: αυτή μιλάει όταν οι χαρές της ζωής εξαφανίζονται και η φύση φανερώνει το βλοσυρό της πρόσωπο της κακής και άστοργης μητέρας.

Η σκληρότητά της μας «παραδίδει» στο θάνατο, και η αυτοκτονία σφραγίζει την προδοσία της.

Σ’ αυτό το σημείο όμως υπάρχει ο κίνδυνος κι εμείς να μην «αποκαλύψουμε» το νόημα της πράξης μας, αρνούμενοι να δώσουμε φωνή στην τάση για εσωτερική μεταμόρφωση που δεν πρέπει να πνίξουμε, αυτοκτονώντας, αλλά να ενθαρρύνουμε.

(Απόσπασμα από το βιβλίο του Aldo Carotenuto, Αγάπη και προδοσία, Εκδ. Ίταμος. Μετάφραση: Κούλα Καφετζή)

***

Σχετικά Άρθρα – πληροφορίες:

***

πηγή: afigisizois.wordpress.com

Η σκέψη μπορεί να θερίζει αμείλικτα χωρισμούς _ Άλντο Καροτενούτο

Στον κόσμο των ανθρώπων η εμπειρία του χωρισμού είναι η ίδια η εμπειρία της ζωής. Ακόμη και η συγγραφή αυτού του βιβλίου θα μπορούσε να θεωρηθεί παράδειγμα διυσμού.
Ο «λόγος για κάτι» είναι σκέψη και η σκέψη μπορεί να θερίζει αμείλικτα χωρισμούς, να δημιουργεί αποσπάσεις και διαφορές, να αποκαλύπτεται ως η απερίγραπτη προδοσία της άμεσης εμπειρίας.
Ένα πιο ακραίο παράδειγμα αυτού του είδους της προδοσίας είναι και η συγγραφή που οδηγεί τον αναγνώστη σε περιοχές της ψυχής οι οποίες δεν έχουν «εξερευνηθεί» επαρκώς από τον συγγραφέα.
Πάνω σ’ αυτό ο Κίρκεγκωρ θλιβόταν για την παρακμή του συγγραφικού έργου.
Υπάρχουν ορισμένοι, σχολίαζε ο μεγάλος Δανός φιλόσοφος στο εκτεταμένο του ημερολόγιο, που γράφουν για θέματα τα οποία δεν κατέχουν, γιατί ούτε τα έζησαν ούτε τα σκέφτηκαν ποτέ.
Και προσθέτει:
Αποφάσισα να μη διαβάζω παρά μόνο γραπτά ανθρώπων που καταδικάσθηκαν σε θάνατο ή πάντως με κάποιο τρόπο βίωσαν τον πραγματικό κίνδυνο.
(Κίρκεγκωρ 1834-55, σελ. 97)»

(απόσπασμα από το βιβλίο του Άλντο Καροτενούτο, Αγάπη και προδοσία, εκδ. Ίταμος)

Η σημασια της λεξης ΣΧΕΣΗ _ Αλντο Καροτενουτο

Η σημασία της λέξης «σχέση». Άλντο Καροτενούτο

06:03, 12 Μαρ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/87641

Ο καθένας έχει τη δική του «προσωπική αντίληψη για τη ζωή», αλλά υπάρχουν κοινοί παρανομαστές που διαμορφώνουν ομοιότητες στις ανάγκες και στις απαιτήσεις. Δεν χωρά αμφιβολία πως η ζωή είναι γεμάτη από σχέσεις, από μια σταθερή αναμέτρηση με τον Άλλο΄ που αποτελεί μια διαλεκτική με τον ψυχικό κόσμο της γυναίκας και του άνδρα.

Ένας από τους πολλούς τρόπους για να αντιμετωπιστεί ο ανθρώπινος πόνος είναι ακριβώς η διαπροσωπική σχέση που εννοείται ως δυνατότητα επαφής με τον άλλο, με το διαφορετικό από μας, αλλά ταυτοχρόνως απολύτως απαραίτητο.

Αρσενικό και θηλυκό είναι δύο άκρα διαφοροποιημένα, αλλά συνδεδεμένα μεταξύ τους, που οριοθετούν τη δυνατότητα να υπάρξουμε, ενώ το γεγονός ότι ο ένας αποτελεί βασικό στοιχείο για τον άλλο προσδίδει νόημα στη ζωή.

Παρότι σήμερα παρατηρείται κατάχρηση και βιασμός του όρου «σχέση», στην πραγματικότητα δεν επιτεύχθηκε βαθιά και ολοκληρωμένη γνώση του νοήματός του.

Άνδρας και γυναίκα συναντιούνται, αναπτύσσουν δεσμούς και σχέσεις, παντρεύονται κι αποκτούν παιδιά, συγκροτούν αυτό που ονομάζεται ζεύγος, αλλά στην ουσία δεν είναι παρά μια δυάδα.

Η διαφορά που κάνει αυτούς του όρους μη παράλληλους είναι αξιοσημείωτη, αφού για τη δυάδα δεν απαιτούνται αυθεντικά και πηγαία αισθήματα, έντονη συναισθηματική συμμετοχή και επιθυμία για δόσιμο χωρίς την προσδοκία ανταλλάγματος.

Το ζεύγος είναι όλα τα παραπάνω και πολύ περισσότερα, είναι μοίρασμα ζωής, ιδεών και αξιών, επιθυμία για κοινή πορεία στον δρόμο της ζωής.

Η διάσπαση της σχέσης είναι μια δυνατότητα που προσφέρεται σε όλους, αλλά εμφανίζεται ως εξαιρετικά δύσκολη κατάκτηση, ως το φιλοδοξότερο εγχείρημα για έναν άντρα και μία γυναίκα.

Ωστόσο είναι έργο πολύ πιο κοπιαστικό και δύσκολο απ’ όσο φαντάζεται κανείς, στο οποίο καλούνται όλοι, αλλά λίγοι το ολοκληρώνουν.

Οι αποτυχίες στη σφαίρα της σχέσης είναι οι πιο συχνές και επώδυνες που μπορεί να βιωθούν.

Όταν μια σχέση αποτυγχάνει και οδηγείται στην καταστροφή, ο άνθρωπος δύσκολα αποδέχεται τα σφάλματά του, αναγνωρίζει τα λάθη του, αναλαμβάνει το βάρος της ευθύνης του.

Λέγοντας ψέματα, πρώτα στον εαυτό του και έπειτα στους άλλους, επιμένει χωρίς δεύτερη σκέψη να αποκαλεί «ζεύγος» ή «σχέση» αυτό που στην πραγματικότητα δεν είναι παρά μια τυπική συμβίωση με ένα άλλο άτομο.

Γιατί όμως η σχέση, αν και θεωρείται πολύ σημαντική και επιθυμητή, εμφανίζει μια τόσο τυραννική διάσταση;

Το πρόβλημα εντοπίζεται στο ότι δεν έχουμε ακόμη καταφέρει να κατανοήσουμε τη σημασία της λέξης «σχέση», και αυτή η ύπουλη μορφή αναλφαβητισμού σε θέματα σχέσεων είναι το στοιχείο που τροφοδοτεί το μεγαλύτερο ποσοστό αποτυχίας στις διαπροσωπικές σχέσεις.

Θα μπορούσε να προβληθεί ως αντεπιχείρημα το γεγονός ότι, εάν το ανθρώπινο είδος υπάρχει ακόμη και δεν έχει αφανιστεί, αλλά αντίθετα απειλείται με υπερπληθυσμό, οφείλεται ακριβώς στη συνάντηση και στη σχέση αρσενικού-θηλυκού.

Όμως, η άποψη αυτή θα χαρακτηριζόταν εντελώς αφελής, αφού η διαιώνιση του είδους δεν απαιτεί σχέση αρσενικού-θηλυκού, αλλά απλή συνάντησή τους.

Η σχέση του άνδρα και της γυναίκας παρουσιάζει σοβαρά κενά και ο δρόμος που πρέπει να διανυθεί ώστε να καλυφτούν είναι μακρύς και δύσβατος.

Η συνάντηση και η αλληλεπίδραση μεταξύ αρσενικού και θηλυκού χαρακτηρίζεται μέχρι σήμερα όχι τόσο από την προοπτική και την επιθυμία για τη δημιουργία μιας σχέσης, όσο από την κατάσταση υποταγής στην οποία προ πολλού έχει περιέλθει η γυναίκα.

Υποταγή που προκλήθηκε από την κατάχρηση εξουσίας του αρσενικού απέναντι στο θηλυκό, κατάχρηση αιώνων, την οποία δεν κατάφερε ως τώρα να αποτινάξει η γυναίκα.

Από τη στιγμή που επικράτησε ο πατριαρχικός πολιτισμός το αρσενικό έγινε, παρά τη θέλησή του, υπηρέτης της εξουσίας και κυριεύτηκε από την ανάγκη να την κατακτήσει.

Από τη μία η επιθετική και αθέμιτη συμπεριφορά του αρσενικού και από την άλλη η παραίτηση και η υποταγή του θηλυκού δημιούργησαν διαφορετικούς και τυποποιημένους ρόλους για τον άνδρα και τη γυναίκα.

Στη συλλογική φαντασία το αρσενικό και το θηλυκό έχουν διαφορετικά πεπρωμένα, επιτελούν συγκεκριμένα καθήκοντα που τους ανατίθενται από τη φύση και η μοίρα της γυναίκας ταυτίζεται με την υποχώρηση και την εξάρτηση από τον άντρα.
Όπως παρατηρεί η Esher Harding:

«Η γυναίκα που με τα φυσικά της προσόντα, αποτελεί την κατάλληλη σύντροφο του άντρα, όπως περιγράφεται στο Βιβλίο της Γεννέσεως, είναι η γυναίκα στη φυσική της κατάσταση. Πρόκειται για το θηλυκό γένος του ανθρώπινου είδους και η προσοχή της είναι, από ένστικτο, προσηλωμένη ολοκληρωτικά στον σύντροφο. Υποτάσσεται στις επιθυμίες του, γίνεται όμορφη και θελκτική για εκείνον.
Προφανώς αυτό συνιστά τις φυσικές εκδηλώσεις της βιολογικής σχέσης μεταξύ των δύο φύλων. Αλλά, όταν οι ενστικτώδεις αντιδράσεις εκδηλώνονται στη σύγχρονη γυναίκα, ο σκοπός της Μητέρας Φύσης, συγκαλύπτεται από έναν κώδικα συμβάσεων και συνήθως ούτε η ίδια η γυναίκα δεν αντιλαμβάνεται το τελικό νόημα των ενεργειών της.
[…] ακόμη και σήμερα πολλές γυναίκες βρίσκονται στο ίδιο στάδιο ασυνειδησίας με τις μακρινές προγόνους τους και ικανοποιούνται με το να είναι συντρόφισσες και να συμπληρώνουν τον άντρα.
» (Harding, 1932, 20-21) […]

Γιατί η γυναικεία προδοσία κρίνεται βαρύτερη; Διότι το αρσενικό εθίστηκε στη θέση της απόλυτης υπεροχής.[…]

Παρότι το αρσενικό επιβάλει αδυσώπητους κανόνες εκφοβισμού στο θηλυκό, εξαναγκάζοντάς το σε θυσίες και εγκαρτέρηση, οι γυναίκες έχουν αρχίσει να μην υποκύπτουν και να ακολουθούν τη διαδρομή των συναισθημάτων τους.

Φτάνει κάποτε η στιγμή που το θηλυκό αποφασίζει να εμπιστευτεί τον εαυτό του.

Μια παρόμοια απόφαση προκαλεί την έντονη αντίδραση του αρσενικού, που τρομοκρατείται με τη ριζική μετάπλαση της γυναίκας του.

Η γυναίκα που προδίδει μετασχηματίζεται κυρίως ψυχολογικά και το αρσενικό δεν είναι ποτέ έτοιμο να δεχτεί τη μεταμόρφωση.
Ο άντρας που διαπράττει προδοσία δεν αλλάζει, διότι την αντιμετωπίζει επιπόλαια, ενώ η γυναίκα τα παίζει όλα για όλα δίχως να ψεύδεται και να κρύβει τα συναισθήματά της (κυρίως από τον εαυτό της).

Εντοπίζεται ένας κοινός παρανομαστής για τις περισσότερες προδοσίες: η σοβαρότητα του δεσμού.

Όταν μια σχέση στερεύει, είναι σωστό να αναθεωρηθούν τα πάντα. Η γυναίκα που αντιλαμβάνεται ότι ο δεσμός δεν παρέχει ικανοποίηση και ενέργεια, έρχεται αντιμέτωπη με μια σειρά από ερωτήματα και αμφιβολίες. Ενώ ο άντρας συνεχίζει ατάραχος τη ζωή του, η γυναίκα πανικοβάλλεται και σπεύδει να λύσει με απόλυτη προτεραιότητα τα προβλήματα της σχέσης.

Η δουλειά του ψυχολόγου τον φέρνει συχνά αντιμέτωπο με άχρωμα θηλυκά, χωρίς ζωντάνια και ενθουσιασμό για τη ζωή. Με γυναίκες, δηλαδή, που ένιωσαν να βιάζονται ψυχικά, να έχουν στερέψει τα αποθέματά τους, να έχουν απογυμνωθεί και να έχουν χάσει τα όπλα τους.

Η γυναίκα που βρίσκει το κουράγιο και τη δύναμη να ξεπεράσει τις στενωπούς μεταμορφώνεται, γίνεται άλλος άνθρωπος.

Η αποφασισμένη γυναίκα ταξιδεύει σε άλλη κατάσταση, διαφορετική από εκείνη στην οποία θα βρισκόταν αν υποτασσόταν σε μια καταδικασμένη σχέση, μόνο και μόνο για να μείνει πιστή σε εξωτερικούς κανόνες.

Κι όλα αυτά υποχρεώνουν το αρσενικό να βιώσει τη δική τους μεταμόρφωση.

Ο άντρας αλλάζει μέσω της προδοσίας της γυναίκας, διότι, όταν βρεθεί μπροστά στο τετελεσμένο, αναγκάζεται να δει την πραγματικότητα. Η μεταμόρφωση του αρσενικού συντελείται πάντοτε κάτω από την πίεση ενός ακραίου γεγονότος που αγγίζει την ψυχή του.

Καταστάσεις όπως η προδοσία κάνουν τους ανθρώπους να γεύονται το δράμα της «απόρριψης», της ανυποληψίας και της περιφρόνησης. Είναι μια οδυνηρή εμπειρία που αποδιοργανώνει τη ζωή και συχνά εξωθεί σε επικίνδυνες αντιδράσεις.

Το βασικότερο σύμπτωμα είναι η «μηδενιστική νεύρωση», ικανή να ωθήσει σε απονενοημένες ενέργειες.

Ελλοχεύει τότε ο κίνδυνος της αυτοκτονίας, η αντικοινωνική συμπεριφορά, η λήψη ναρκωτικών ουσιών ή ο αλκοολισμός. Πρόκειται για καταστροφικές στιγμές που ανοίγουν πολύ βαθιές πληγές στην ψυχή.

Μετά την προδοσία έρχεται η ώρα του «απολογισμού», των αποσαφηνίσεων και των διευκρινήσεων. Στη φάση αυτή το ανασκάλεμα της ψυχής, η ψηλάφηση του πιο πρωτόγονου κομματιού της, αναδύει πλήθος έντονων συναισθημάτων.
Την ώρα της σύγκρουσης οι συνομιλητές βρίσκονται στο έλεος μιας ανεξέλεγκτης κατάστασης που δεν τους επιτρέπει να επικοινωνήσουν πολιτισμένα και λογικά. […]

Η ταραχή και η αναστάτωση κατά την προδοσία οφείλεται στο γεγονός ότι εκ γενετής μαθαίνουμε να ζούμε σε συνάρτηση με το ενδιαφέρον του άλλου. Η ζωή έχει νόημα γιατί κάποιος άλλος μας σκέφτεται, κάτι που άμεσα συσχετίζεται με την επιβίωσή μας. […]
Η προδοσία του αρσενικού εμπεριέχει το στοιχείο της υποτίμησης του θηλυκού. Ο άντρας προδίδει δίχως να υπολογίζει τις αντιδράσεις τις συνέπειες της πράξης του και τις αντιδράσεις της γυναίκας. […]

Ο κεντρικός σχεδιασμός του βίου βασίζεται στο ότι είμαστε αρεστοί σε κάποιον. Στις πρώτες φάσεις της ζωής και κατά τη νεότητα, για τον άνθρωπο έχει πρωταρχική σημασία να τον σκέφτονται. Αμέσως μετά κυριαρχεί το να είναι ελκυστικός.

Όταν κερδίζει την προτίμηση κάποιου γίνεται μοναδικός, «άτομο» όπως το εννοεί ο Jung. Τότε δημιουργείται μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα κατάσταση, αφού δύο άτομα επιλέγονται αμοιβαία και αναπτύσσουν εκπληκτικές ιδιότητες που τους ωθούν στη μαγική αίσθηση ότι βρίσκονται «έξω από τον κόσμο».

Με την απώλεια της αγάπης, όμως, ανοίγεται ένα σοβαρό αγιάτρευτο τραύμα.

Ο θάνατος προσφιλούς προσώπου παράγει συναισθήματα παρόμοια μ’ εκείνα της εγκατάλειψης.

Τέτοιες οριακές στιγμές αφήνουν ανεξίτηλα σημάδια στην ψυχή και αποκλείουν τα περιθώρια για νέες σχέσεις και καινούργιους έρωτες.

Ο άνθρωπος δεν ερωτεύεται, επειδή φοβάται μήπως ξαναπληγωθεί και όχι επειδή δεν έχει ευκαιρίες. Αρνούμενος όμως τον έρωτα για να ξεφύγει από τις κακοτοπιές, απαρνιέται την ίδια τη ζωή, εφ’ όσον αποφεύγει εμπειρίες που ίσως τον βλάψουν αλλά ίσως και να του χαρίσουν την ευτυχία. […]

… η ζωή δεν θα είχε κανένα νόημα χωρίς σχέσεις. Το παράδοξο είναι ότι υποχρεωτικά γινόμαστε μάρτυρες όχι μόνο της απαρχής αλλά και του τέλους τους. Όταν δύο άνθρωποι επικοινωνούν, δεν χρειάζονται νόμοι και κανόνες για να οριοθετήσουν και να διαχωρίσουν τις θεμιτές από τις αθέμιτες επιθυμίες.

Μια ζωντανή σχέση τροφοδοτείται από υγιή αλληλεπίδραση δίχως τέλος. Ο τερματισμός της βαθιάς επικοινωνίας δεν θίγει μόνον τη σχέση αλλά και τα μεμονωμένα άτομα.

Η στατιστική δείχνει ότι τα προβλήματα των σχέσεων είναι περισσότερο ζημιογόνα από τις ασθένειες για την ψυχοσωματική ευεξία. Οι δυσχέρειες του ζευγαριού προκαλούν παθογόνες διεργασίες που κατευθύνουν σε ποικιλόμορφη οργανική συμπτωματολογία, ενώ και η ψυχή δεν παραμένει αμέτοχη. Η κατάθλιψη και ο μαρασμός αποτελούν τη θλιβερή, αλλά δυστυχώς αληθινή μαρτυρία.

Η δουλειά του ψυχολόγου συχνά τον φέρνει αντιμέτωπο με ανθρώπους που πάσχουν από τη διάλυση της σχέσης, αλλά αποφεύγουν να παραδεχτούν την αποτυχία τους, να κάνουν δηλαδή το πρώτο βήμα για το σοβαρό ταξίδι της ψυχανάλυσης. […]

Η συνεισφορά γυναικών σαν τη Μήδεια στο ιδιαίτερο κοινωνικό φαινόμενο που ονομάστηκε «θηλυκοποίηση του κόσμου είναι η απόδειξη ότι και το θηλυκό είναι θαρραλέο, δυνατό και μαχητικό, χωρίς αυτό να σημαίνει πως στερείται συναισθήματος και ευαισθησίας.

Η συνεισφορά της γυναίκας είναι ουσιαστική στα ανδρικά επιτεύγματα. Εντούτοις, ο άνδρας δεν αντιλαμβάνεται πάντα την τεράστια οφειλή του προς τη γυναικεία δύναμη.

Το σημαντικότερο ζήτημα για αμφότερα τα φύλα είναι η οργή και αμείλικτη διαδικασία που ονομάζεται ψυχολογική ανάπτυξη που αρχίζει από τη στιγμή που ο άνθρωπος γεννιέται για να μπει στη μεγάλη περιπέτεια της ζωής. Μια μακρά και δαιδαλώδης πορεία επιβίωσης που οδεύει προς την ατομική ανάπτυξη. […]

Το στοιχείο που χρήζει προσοχής στο θρύλο του Θησέα είναι ότι ούτε ο Λαβύρινθος ούτε αυτό που αντιπροσωπεύει μπορούν να αντιμετωπιστούν χωρίς βοήθεια. Όλοι ξέρουμε ότι, για να επιβιώσουμε στον κόσμο που μας περιβάλει, η βοήθεια είναι πολύ σοβαρή υπόθεση. Αυτό που ίσως δεν υπολογίζουμε είναι ότι τη βοήθεια πρέπει να την κερδίσουμε με βασική προϋπόθεση το θάρρος.

Οφείλουμε να επιδεικνύουμε το θάρρος μας πριν ξεκινήσουμε για το άγνωστο που αντιπροσωπεύει ο λαβύρινθος, πριν αρχίσουμε την προσπάθεια για τα μεγάλα επιτεύγματα. Καθώς δεν είναι δεδομένη η βοήθεια, το αληθινό θάρρος εκδηλώνεται όταν, τη μοιραία στιγμή που αποφασίζουμε να μπούμε «στο λαβύρινθο της ζωής» και να προχωρήσουμε άοπλοι μέσα στο δάσος, ενεργοποιούμε συγκεκριμένους ψυχολογικούς μηχανισμούς που μας δίνουν τη δύναμη να υπερβούμε τα εμπόδια.
Κι όπως συμβαίνει συνήθως στη ζωή του ανθρώπου που έχει να αντιμετωπίσει κινδύνους και αντίξοες συνθήκες, η ουσιαστική βοήθεια μπορεί να προέλθει μόνον από ένα άτομο.

Aldo Carotenuto

(Αποσπάσματα από το βιβλίο του Aldo Carotenuto «Η ψυχή της γυναίκας«, Εκδ. Ίταμος)

—-
Ο Άλντο Καροτενούτο, ψυχαναλυτής, ένας από τους μεγαλύτερους μελετητές, σε παγκόσμιο επίπεδο, της σκέψης του Γιούνγκ, δίδασκε Ψυχολογία της Προσωπικότητας στο Πανεπιστήμιο της Ρώμης. Έχει γράψει πολλά βιβλία, μερικά από τα οποία έχουν μεταφραστεί στις κυριότερες ευρωπαϊκές γλώσσες και στα ιαπωνικά. Πέθανε το Φεβρουάριο του 2005