Η απαγορευμένη γνώση _ Αλις Μιλερ

Κάθε βασανιστής (του εαυτού του ή των άλλων), έχει υπάρξει θύμα.
Alice Miller

Η απαγορευμένη γνώση

Η απαγορευμένη γνώση

Alice Miller

«όταν αναφέρομαι στην παιδική ηλικία ενός εγκληματία ποτέ δεν το κάνω προκειμένου να ξυπνήσω τον οίκτο για ένα τέρας, αλλά μόνο για να περιγράψω πώς «παράγονται» αυτά τα τέρατα και να καταδείξω πώς ένα αθώο παιδί μπορεί να εξελιχθεί σε έναν αληθινά επικίνδυνο άνθρωπο. Είτε στους άλλους είτε στον εαυτό του.

Ευτυχώς, οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ανήκουν σε αυτές τις ακραίες κατηγορίες, γιατί τους επιτράπηκε να διασώσουν και να αναπτύξουν κάτι από τις καλές, φιλικές προς τον άνθρωπο πτυχές τους, και δεν ταυτίζονται εξ ολοκλήρου με τον επιτιθέμενο (πρότυπα γονεϊκά συνήθως) αλλά μονάχα εν μέρει και σε διαφορετικό βαθμό με τον επιτιθέμενο. Όσο αυτό το κομμάτι, η ικανότητα να αισθάνονται και να συναισθάνονται, δεν έχει καταστραφεί ολοκληρωτικά, οι άνθρωποι αυτοί θα έχουν πάντα την ευκαιρία να εγκαταλείψουν την άρνηση των βασάνων τους, να τα νιώσουν, να αναγνωρίσουν τις πραγματικές τους αιτίες και να απελευθερωθούν από τον καταναγκασμό να κάνουν κακό.

Μόλις μπορέσουν να αισθανθούν τη δυστυχία τους, θα δείξουν συμπόνια και για την ανάγκη των άλλων. Σε αυτή τους την πορεία μπορούν να τους συμπαρασταθούν άλλοι άνθρωποι, που θα επιβεβαιώσουν ως πρόσωπα-αρωγοί τις αισθητηριακές αντιλήψεις και τα συναισθήματά τους, θα τους προστατεύσουν από την αυτοκαταστροφή, θα ενεργοποιήσουν την ενσυναίσθηση τους, αλλά τίποτε παραπάνω. Η ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ ειναι κάτι που μπορεί να φέρει εις πέρας ΜΟΝΟ Ο ΑΜΕΣΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΟΣ, και κανένας άλλος δεν μπορεί να διανύσει αυτή τη διαδρομή στη θέση του. […]

Εάν ερχόταν κάποιος και μου διηγιόταν την ιστορία των παιδικών μου χρόνων, με κάθε λεπτομέρεια, μα ιστορία που πρόσφατα ανακάλυψα, δεν θα είχε καμιά επίδραση πάνω μου. Θα πίστευα ή δεν θα πίστευα τη διήγησή του, αλλά ακόμη και στην πρώτη περίπτωση δεν θα ήταν τίποτε άλλο παρά η ιστορία ενός ξένου ανθρώπου – επειδή ακριβώς ΔΕΝ ΤΗΝ ΕΙΧΑ ΒΙΩΣΕΙ, (την είχα απωθήσει άρα ήταν σαν να μη με αφορά, σαν να μην την είχα ζήσει). Η μοναδική πρόσβαση, αυτή που πραγματικά μπορούσε να με βοηθήσει να εγκαταλείψω τις διανοητικές αντιστάσεις μου, ανοίχτηκε μπροστά μου χάρη στα συναισθήματα του πολύ μικρού παιδιού μέσα μου, αυτού που ήταν ο μοναδικός μάρτυρας των κακοποιήσεων της μητέρας μου. Πώς κατάφερα, παρ’ όλα αυτά, να απαλλαγώ από την απώθηση; Τα κατάφερα, επειδή ήθελα με κάθε τίμημα να μάθω την αλήθεια και, τελικά βρήκα ένα πρόσωπο-αρωγό που με βοήθησε να την αναζητήσω.

Ερχόμενη αντιμέτωπη με την παιδική μου ηλικία, ξέρω ότι οι καταστροφικές και αυτοκαταστροφικές τάσεις δεν μπορούν να εξαλειφθούν ούτε με την βοήθεια της ανατροφής ούτε με τη βοήθεια της παραδοσιακής ψυχοθεραπείας. Για κάποιο διάστημα ίσως φαίνεται ότι επιτυγχάνεται, ειδικά εάν τα θύματα του εμπλεκόμενου σιωπούν. Εάν είναι ο ίδιος θύμα, τότε η ψυχιατρική, συχνά μέσω περιττών επεμβάσεων (φάρμακα κλπ), θα τον εμποδίσει να συνειδητοποιήσει το κακό που κάνει στον εαυτό του. Αργά ή γρήγορα όμως θα αποδειχθεί ότι η καταστροφή της ζωής, εφόσον δεν συνειδητοποιείται, μπορεί να οδηγήσει μόνο σε νέες καταστροφές. 

Η ανελέητη σκληρότητα των γονέων μεταφέρεται στα παιδιά τους και τα εξωθεί να φερθούν το ίδιο ανελέητα στον εαυτό τους και σε άλλους, όσο αποφεύγουν την αλήθεια.

Το δόγμα της «σκιάς» του Γιουνγκ, και η αντίληψη ότι το κακό είναι η άλλη όψη του νομίσματος του καλού εξυπηρετούν την άρνηση της πραγματικότητας του κακού. Όμως το κακό είναι μια πραγματικότητα. Δεν είνα έμφυτο, είναι επίκτητο, και ποτέ δεν είναι η άλλη όψη του νομίσματος του καλού, αλλά ο καταστροφέας του. Ο Σαίξπηρ το είχε αντιληφθεί. Έβλεπε και κατέδειξε τις ρίζες του κακού, αλλά δεν προσπάθησε ποτέ να μετριάσει το κακό μέσω ψυχολογικών αιτιολογήσεων, όπως για παράδειγμα κάνει η ψυχανάλυση. Ο Ριχάρδος Γ’, ο Μάκβερθ και άλλοι είναι κακοί επειδή καταστρέφουν, ακόμη κι αν γνωρίζουμε για ποιο λόγο έγιναν τέτοιοι. Η γνώση μας δεν μπορεί να τους αλλάξει. Εάν οι ίδιοι δεν αντιλαμβάνονταν μόνο διανοητικά, αλλά μπορούσαν να νιώσουν με  το συναίσθημά τους πώς εξελίχθηκαν σε κακούς ανθρώπους, τότε θα μπορούσαν να αλλάξουν.

Τότε μόνο θα μπορούσαν να άρουν τους φραγμούς τους και βιώνοντας τους απωθημένους πόνους τους να απελευθερώσουν το κακοποιημένο παιδί που είχαν υπάρξει, που δεν ήθελε να βλάψει κανέναν, όταν ήρθε στον κόσμο, το παιδί που ήθελε να αγαπήσει, αλλά δεν έβρισκε κανέναν που να του το επιτρέπει. Το μόνο που έβρισκε ήταν συρματοπλέγματα και τείχη και πίστεψε ότι αυτός είναι ο κόσμος. Όταν μεγάλωσε, έχτισε γιγαντιαίους κόσμους γεμάτους τείχη και συρματοπλέγματα, ή περίπλοκα φιλοσοφικά και ψυχολογικά συστήματα, ελπίζοντας και προσμένοντας ακόμη ότι θα ανταμειφθεί για αυτά με αγάπη. Την αγάπη που ποτέ δεν έλαβε από τους γονείς όταν ακόμα η ζωή του ήταν «ανάξια».

Το κακοποιημένο, υποτιθέμενα «κακό» παιδί θα γίνει ένας κακός ενήλικος και θα δημιουργήσει αργότερα έναν κακό κόσμο, εάν δεν τον βοηθήσει ένα πρόσωπο-αρωγός. Το παιδί που έχει λάβει φροντίδα και προσοχή θα φτιάξει έναν κόσμο διαφορετικό γιατί η βιολογική μας αποστολή είναι να προστατεύουμε την ανθρώπινη ζωή και όχι να την καταστρέφουμε.

Δεν είναι αλήθεια ότι το κακό, το καταστροφικό και το διεστραμμένο στοιχείο ανήκουν απαραίτητα στην ανθρώπινη φύση, παρ’ όλο που το ακούμε συνέχεια. Εκείνο που αληθεύει, αντίθετα, είναι ότι το κακό αναπαράγεται διαρκώς φέρνοντας αμέτρητο πόνο και δυστυχία σε εκατομμύρια ανθρώπους, κάτι που επίσης μπορεί να αποφευχθεί.

Όταν κάποτε η άγνοια που προέκυψε από την απώθηση της παιδικής ηλικίας εξαλειφθεί και η ανθρωπότητα ξυπνήσει από το λήθαργό της, θα μπορέσει να αναστείλει αυτή την παραγωγή του κακού. […]

Eπειδή το πληγωμένο παιδί που κρύβει μέσα του ο ενήλικας μπορεί να εκφραστεί σχετκά με τα τραύματά του μόνο μέσα από το σώμα και τις αισθήσεις του, όπως και μέσα από τα συναισθήματά του, η ψυχοθεραπεία πρέπει να του εξασφαλίσει την πρόσβαση σε αυτές τις αισθήσεις και τα συναισθήματα.

Η πρόσβαση αυτή παραμένει κλειστή εάν αρκεστεί κανείς σε θεωρίες και υποθέσεις που απευθύνονται μόνο στη νόηση.

Όσο κι αν οι θεωρίες αυτές είναι στη μόδα, θα παραμένουν πάντα αυταπάτες.

Σκοπός της ψυχοθεραπείας είναι να κάνει το παιδί μέσα μας, αυτό που κάποτε ΒΟΥΒΑΘΗΚΕ, να ΜΙΛΗΣΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΑΙΣΘΑΝΘΕΙ.

Σταδιακά θα πάψει να απωθεί την απαγορευμένη γνώση, και στη διάρκεια αυτής της διαδικασίας ο άνθρωπος θα ανακαλύψει συνάμα την προσωπική του ιστορία, τον εαυτό του και τη θαμμένη ικανότητά του να αγαπάει.

Μια τέτοια ψυχοθεραπεία μπορεί να επιτευχθεί μόνο από έναν ψυχοθεραπευτή (γυναίκα ή αντρα) που επιτρέπει στο παιδί μέσα του και στη γνώση αυτού του παιδιού να επιστρέψουν από τον τόπο εξορίας τους, ή τουλάχιστον επιδιώκει να το κάνει – επειδή θέλει πάση θυσία να μάθει τη δική του αλήθεια»

Άλις Μιλερ, η απαγορευμενη γνωση, μετάφραση: Πελαγία Τσινάρη, εκδ. ροες

Διαβάστε επίσης: Η άρνηση να μάθουμε _ Άλις Μίλερ

H Alice Miller (1923-2010) σπούδασε στη Βασιλεία (Ελβετία) φιλοσοφία, ψυχολογία και κοινωνιολογία. Μετά τη διδακτορική διατριβή της εκπαιδεύτηκε στη Ζυρίχη ως ψυχαναλύτρια και, για 20 χρόνια, εξάσκησε αυτό το επάγγελμα ενώ παράλληλα δίδασκε. Το 1980 αποφάσισε να σταματήσει την ψυχαναλυτική και διδακτική πρακτική και να ασχοληθεί με τη συγγραφή βιβλίων. Από τότε έχει δημοσιεύσει 13 βιβλία, με τα οποία γνωστοποίησε στο ευρύ κοινό τα αποτελέσματα των ερευνών της όσον αφορά τις αιτίες και τις συνέπειες των τραυμάτων της παιδικής ηλικίας. Γι’ αυτές τις έρευνές της η συγγραφέας έχει κερδίσει τη διεθνή αναγνώριση.
Από την αρχική δημοσίευση του «Δράματος του Προικισμένου Παιδιού» (1979) ως την πρόσφατη αναθεώρησή του (1995) πέρασαν σχεδόν είκοσι χρόνια.
Η Alice Miller ασχολήθηκε συστηματικά με τους κρυφούς χειρισμούς των γονέων κατά τη διάρκεια της ανατροφής των παιδιών τους, με τις διάφορες στρατηγικές προφύλαξης ενάντια στα τραύματα της παιδικής ηλικίας, με τις συνέπειες της απώθησης αυτών των τραυμάτων σε προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο και, τέλος, με τις σύγχρονες δυνατότητες ανάλυσης των συνεπειών των παιδικών τραυμάτων. Γι’ αυτές τις έρευνες της η συγγραφέας κέρδισε τη διεθνή αναγνώριση.


Η άρνηση να μάθουμε. Άλις Μίλερ

04:01, 02 Ιαν 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/80687
Όταν κάποτε η άγνοια που προέκυψε από την απώθηση της παιδικής ηλικίας εξαλειφθεί και η ανθρωπότητα ξυπνήσει από το λήθαργό της, θα μπορέσει να αναστείλει αυτή την παραγωγή του κακού». Μια προσπάθεια γνωριμίας με το έργο της διάσημης «αυτοαφορισμένης» από την ψυχαναλυτική εταιρεία Άλις Μίλερ (1923-2010) μέσα από αποσπάσματα βιβλίων της, τα οποία έχουν μεταφραστεί και κυκλοφορούν στην Ελλάδα από τις Εκδόσεις Ροές. Από την Κρυσταλία Πατούλη

– Oι δικτάτορες είναι καταδικασμένοι σε αποτυχία και σε ψυχαναγκαστική επανάληψη. Και πάντα νέα θύματα θα πληρώνουν το τίμημα. Και ο Χίτλερ με τη συμπεριφορά του αποκάλυψε σε όλον τον κόσμο πώς ήταν ο πατέρας του: καταστροφικός, ανελέητος, επιδειξιμανής, αδιάκριτος, αλαζονικός, διεστραμμένος, εγωκεντρικός, κοντόφθαλμος και ανόητος. Με την ασυνείδητη μίμησή του τού έμεινε πιστός. Για τον ίδιο λόγο παρόμοια συμπεριφορά επέδειξαν επίσης δικτάτορες όπως ο Στάλιν, ο Μουσολίνι, ο Τσαουσέσκου, ο Ιντί Αμίν, ο Σαντάμ Χουσείν και τόσοι άλλοι. Η βιογραφία του Χουσείν αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα ακραίας ταπείνωσης παιδιού, την οποία αργότερα πλήρωσαν με τη ζωή τους χιλιάδες θύματα της εκδικητικότητάς του.

 – Η άρνηση να μάθουμε από αυτά τα γεγονότα φαντάζει παράδοξη, ωστόσο δεν είναι δύσκολο να εξηγηθεί. Ο αδίστακτος τύραννος κινητοποιεί τους συγκαλυμμένους φόβους των ανθρώπων που κακοποιούνται όταν ήταν παιδιά, ανθρώπων που δεν μπόρεσαν -και εξακολουθούν να μην μπορούν- να κατηγορήσουν τον πατέρα τους και οι οποίοι παραμένουν πιστοί σε αυτόν, παρά τα βασανιστήρια που έχουν υποστεί. Ο τύραννος συμβολίζει αυτόν τον πατέρα από τον οποίο τα άτομα κρέμονται με κάθε τους κλωστή, με την ελπίδα ότι κάποτε, επιστρατεύοντας την τυφλότητά τους, θα τον μετατρέψουν σε στοργικό άνθρωπο.

– Κατά τη γνώμη μου, αν δεν έχουμε συνείδηση τι μας συνέβη κατά τα πρώτα στάδια της ζωής μας, όλη η υπόθεση του πολιτισμού δεν ειναι παρά μια φάρσα. Οι συγγραφείς θέλουν να γράφουν καλή λογοτεχνία, αλλά δεν αναζητούν την ασυνείδητη πηγή της δημιουργικότητάς τους, την έντονη επιθυμία τους για έκφραση και επικοινωνία. Οι περισσότεροι φοβούνται μήπως χάσουν την ικανότητά τους. Παρόμοιο φόβο διακρίνω και σε πολλούς ζωγράφους, ακόμα και σε αυτούς που (κατά τη γνώμη μου) στους πίνακές τους εκφράζουν σαφώς τους ασυνείδητους φόβους τους, όπως παραδείγματος χάρη στον Φράνσις Μπέικον, στον Ιερώνυμο Μπος, στον Σαλβαδόρ Νταλί και σε πολλούς ακόμα σουρεαλιστές. Με το έργο τους επιζητούν βέβαια την επικοινωνία, αλλά σε ένα επίπεδο που να υπηρετεί την άρνηση των εμπειριών της παιδικής ηλικίας – και αυτήν την κατάσταση την ονομαζουν τέχνη.

Η απόδραση από τα βάσανα της παιδικής ηλικίας ειναι φανερή τόσο στην υποταγή στους νόμους της θρησκείας οσο και στον κυνισμό στην ειρωνεία και σε άλλες μορφές αυτοαλλοτροίωσης, που μασκαρεύονται σε φιλοσοφία ή λογοτεχνία. Όμως τελικά το σώμα επαναστατεί…. συνήθως αυτό θα πει την τελευταία λέξη, καθώς αντιλαμβάνεται την αυταπάτη πιο γρήγορα από το μυαλό μας, ειδικά όταν το τελευταίο το έχουμε εκπαιδεύσει να λειτουργει ως κάτι ξένο. Μπορεί κανείς να αγνοεί ή να χλευάζει τα μηνύματα του σώματος, ωστόσο σε κάθε περίπτωση, αξίζει να δώσει σημασία στην εξέγερσή του. Η γλώσσα του είναι η έκφραση του αληθινού εαυτού μας και η δύναμη της ζωτικότητάς μας.

Αποδίδω τη μεγάλη επιτυχία των μυθιστορημάτων του Τζέιμς Τζόις (του μεγάλου μάστορα της απώθησης των αισθημάτων) στο γεγονός ότι πολλοί άνθρωποι εκτιμούν και σέβονται ιδιαίτερα αυτή τη μορφή διάστασης από τα συναισθήματα, τόσο στη λογοτεχνία όσο και στη ζωή.

H τέχνη της ειρωνείας συχνά πληρώνεται αδρά στη σόουμπίζνες και στη δημοσιογραφία, οπότε μπορεί κανείς να βγάλει πολλά με τα καταπιεσμένα συναισθήματα των ανθρώπων. Ακόμα κι αν κανείς κινδυνεύει να χάση την επαφή με τον εαυτό του και λειτουργεί μόνο ως προσωπείο, ως ψεύτικη προσωπικότητα…. όσο η ειρωνεία του εξασφαλίζει καλά λεφτά. 

H παράξενη ιδέα ότι πρέπει να αγαπάμε το Θεό, ώστε να μη μας τιμωρήσει είτε για την επαναστατικότητά μας είτε για την απογοήτευσή μας, αλλά να μας ανταμείψει με την αγάπη Του που όλα τα συγχωρεί, είναι έκφραση τόσο της παιδικής μας εξάρτησης και ανάγκης όσο και της υπόθεσης ότι ο Θεός, όπως και οι γονείς μας, διψάει για την αγάπη μας. Αυτή όμως δεν είναι μια εντελώς παράδοξη άποψη; Ένα ανώτερο ον που βασίζεται σε ψεύτικα αισθήματα υπαγορευμένα από την Ηθική θυμίζει έντονα την ανάγκη των θλιμμένων και εξαρτημένων γονιών μας. Μόνο άνθρωποι που δεν αμφισβήτησαν ποτέ τους γονείς τους και την εξάρτησή τους από αυτούς θα μπορούσαν να θεωρήσουν ένα τέτοιο πλάσμα Θεό.

Συναισθηματικά αρνιόμουν να δω την υπακοή ως αρετή, την περιέργεια ως αμαρτία.Το μήλο της γνώσης υποσχόταν να εξηγήσει το κακό και επομένως αντιπροσώπευε στην πραγματικότητα τη λύτρωση, δηλαδή το καλό. Το τρομοκρατημένο παιδί σε όλα τα παιδαγωγικά μέτρα των γονέων του προσπαθεί να διαγνώσει καλοσύνη και αγάπη ακόμα κι αν δεν το καταλαβαίνει…

Η αγάπη έχει να κάνει με το να είμαστε πιστοί στον εαυτό μας, την ιστορία μας, τα συναισθήματα και τις ανάγκες μας. Μπορούμε να αγαπάμε μόνον όταν μας επιτρέπουν να είμαστε αυτο που είμαστε, χωρις υπεκφυγές, χωρίς μάσκες, χωρίς προσωπεία.

Έχουμε το δικαίωμα να γνωρίζουμε και η απαγόρευση αυτού του δικαιώματος μας οδηγεί στη σωματική ασθένεια.

Η ιατρική σήμερα παραδέχεται ότι το σώμα αποθηκεύει όλες τις πληροφορίες που σχετίζονται με τα βιώματα της ζωής μας.

Άνθρωποι με αυτονομία και γνώση. Στόχος να ξεφύγουμε από το Σύνδρομο Ενοχοποιημένου και τιμωρημένου παιδιού. Το καταλυτικό άγχος απέναντι στην αμαρτία της ανυπακοής που αλυσοδένει τους ανθρώπους στην παιδική τους ηλικία.

(«Το σώμα δεν ψεύδεται ποτέ», εκδ. ροές – 2009)
———————

Εάν ερχόταν κάποιος και μου διηγιόταν την ιστορία των παιδικών μου χρόνων, με κάθε λεπτομέρεια, μiα ιστορία που πρόσφατα ανακάλυψα, δεν θα είχε καμιά επίδραση πάνω μου. Θα πίστευα ή δεν θα πίστευα τη διήγησή του, αλλά ακόμη και στην πρώτη περίπτωση δεν θα ήταν τίποτε άλλο παρά η ιστορία ενός ξένου ανθρώπου – επειδή ακριβώς δεν την είχα βιώσει (την είχα απωθήσει άρα ήταν σαν να μη με αφορά, σαν να μην την είχα ζήσει).

– Η μοναδική πρόσβαση, αυτή που πραγματικά μπορούσε να με βοηθήσει να εγκαταλείψω τις διανοητικές αντιστάσεις μου, ανοίχτηκε μπροστά μου χάρη στα συναισθήματα του πολύ μικρού παιδιού μέσα μου, αυτού που ήταν ο μοναδικός μάρτυρας των κακοποιήσεων της μητέρας μου. Πώς κατάφερα, παρ’ όλα αυτά, να απαλλαγώ από την απώθηση; Τα κατάφερα, επειδή ήθελα με κάθε τίμημα να μάθω την αλήθεια και, τελικά βρήκα ένα πρόσωπο-αρωγό που με βοήθησε να την αναζητήσω.

– Ερχόμενη αντιμέτωπη με την παιδική μου ηλικία, ξέρω ότι οι καταστροφικές και αυτοκαταστροφικές τάσεις δεν μπορούν να εξαλειφθούν ούτε με την βοήθεια της ανατροφής ούτε με τη βοήθεια της παραδοσιακής ψυχοθεραπείας. Για κάποιο διάστημα ίσως φαίνεται ότι επιτυγχάνεται, ειδικά εάν τα θύματα του εμπλεκόμενου σιωπούν. Εάν είναι ο ίδιος θύμα, τότε η ψυχιατρική, συχνά μέσω περιττών επεμβάσεων (φάρμακα κλπ), θα τον εμποδίσει να συνειδητοποιήσει το κακό που κάνει στον εαυτό του. Αργά ή γρήγορα όμως θα αποδειχθεί ότι η καταστροφή της ζωής, εφόσον δεν συνειδητοποιείται, μπορεί να οδηγήσει μόνο σε νέες καταστροφές.

– Η ανελέητη σκληρότητα των γονέων μεταφέρεται στα παιδιά τους και τα εξωθεί να φερθούν το ίδιο ανελέητα στον εαυτό τους και σε άλλους, όσο αποφεύγουν την αλήθεια.

– Το δόγμα της «σκιάς» του Γιουνγκ, και η αντίληψη ότι το κακό είναι η άλλη όψη του νομίσματος του καλού εξυπηρετούν την άρνηση της πραγματικότητας του κακού. Όμως το κακό είναι μια πραγματικότητα. Δεν είνα έμφυτο, είναι επίκτητο, και ποτέ δεν είναι η άλλη όψη του νομίσματος του καλού, αλλά ο καταστροφέας του. Ο Σαίξπηρ το είχε αντιληφθεί. Έβλεπε και κατέδειξε τις ρίζες του κακού, αλλά δεν προσπάθησε ποτέ να μετριάσει το κακό μέσω ψυχολογικών αιτιολογήσεων, όπως για παράδειγμα κάνει η ψυχανάλυση.

– Ο Ριχάρδος Γ’, ο Μάκβερθ και άλλοι είναι κακοί επειδή καταστρέφουν, ακόμη κι αν γνωρίζουμε για ποιο λόγο έγιναν τέτοιοι. Η γνώση μας δεν μπορεί να τους αλλάξει. Εάν οι ίδιοι δεν αντιλαμβάνονταν μόνο διανοητικά, αλλά μπορούσαν να νιώσουν με  το συναίσθημά τους πώς εξελίχθηκαν σε κακούς ανθρώπους, τότε θα μπορούσαν να αλλάξουν.

– Τότε μόνο θα μπορούσαν να άρουν τους φραγμούς τους και βιώνοντας τους απωθημένους πόνους τους να απελευθερώσουν το κακοποιημένο παιδί που είχαν υπάρξει, που δεν ήθελε να βλάψει κανέναν, όταν ήρθε στον κόσμο, το παιδί που ήθελε να αγαπήσει, αλλά δεν έβρισκε κανέναν που να του το επιτρέπει. Το μόνο που έβρισκε ήταν συρματοπλέγματα και τείχη και πίστεψε ότι αυτός είναι ο κόσμος.

– Όταν μεγάλωσε, έχτισε γιγαντιαίους κόσμους γεμάτους τείχη και συρματοπλέγματα, ή περίπλοκα φιλοσοφικά και ψυχολογικά συστήματα, ελπίζοντας και προσμένοντας ακόμη ότι θα ανταμειφθεί για αυτά με αγάπη. Την αγάπη που ποτέ δεν έλαβε από τους γονείς όταν ακόμα η ζωή του ήταν «ανάξια».

– Το κακοποιημένο, υποτιθέμενα «κακό» παιδί θα γίνει ένας κακός ενήλικος και θα δημιουργήσει αργότερα έναν κακό κόσμο, εάν δεν τον βοηθήσει ένα πρόσωπο-αρωγός. Το παιδί που έχει λάβει φροντίδα και προσοχή θα φτιάξει έναν κόσμο διαφορετικό γιατί η βιολογική μας αποστολή είναι να προστατεύουμε την ανθρώπινη ζωή και όχι να την καταστρέφουμε.

– Δεν είναι αλήθεια ότι το κακό, το καταστροφικό και το διεστραμμένο στοιχείο ανήκουν απαραίτητα στην ανθρώπινη φύση, παρ’ όλο που το ακούμε συνέχεια. Εκείνο που αληθεύει, αντίθετα, είναι ότι το κακό αναπαράγεται διαρκώς φέρνοντας αμέτρητο πόνο και δυστυχία σε εκατομμύρια ανθρώπους, κάτι που επίσης μπορεί να αποφευχθεί.

– Όταν κάποτε η άγνοια που προέκυψε από την απώθηση της παιδικής ηλικίας εξαλειφθεί και η ανθρωπότητα ξυπνήσει από το λήθαργό της, θα μπορέσει να αναστείλει αυτή την παραγωγή του κακού.

Έχω ψάξει, αλλά έως τώρα δεν έχω βρει ούτε ένα γνωστό συγγραφέα που να μην πιστεύει ότι πρέπει κάποια στιγμή να συγχωρήσουμε τους γονείς μας. Ακόμα και όταν έχουν δει τη σκληρότητα της ανατροφής τους, αισθάνονται ενοχές που την έχουν δει. Ο Φραντς Κάφκα υπήρξε ένας από τους τολμηρότερους συγγραφείς σε αυτό το θέμα αλλά εκείνη την εποχή κανείς δεν μπορούσε να υποστηρίξει τη γνώση του. Έτσι αισθανόταν ενοχές και πέθανε πολύ νέος, όπως και οι Προυστ, Ρεμπώ, Σίλλερ, Τσέχοφ, Νίτσε και τόσοι άλλοι που άρχισαν να βλέπουν την αλήθεια αλλά την φοβήθηκαν. Γιατί είναι τόσο δύσκολο να αντέξει κανείς την αλήθεια ότι κακοποιήθηκε στην παιδική του ηλικία; Γιατί προτιμούμε να κατηγορούμε τον εαυτό μας; Επειδή κατηγορώντας τον εαυτό μας αποφεύγουμε τον πόνο. Πιστεύω ότι ο χειρότερος πόνος που πρέπει να βιώσουμε για να γίνουμε συναισθηματικά έντιμοι είναι να παραδεχτούμε ότι δεν μας αγάπησαν τότε που περισσότερο από ποτέ το είχαμε ανάγκη. Είναι εύκολο να το λες, αλλά πάρα πολύ δύσκολο να το αισθανθείς. Και να το αποδεχτείς. Να παραιτηθείς από την προσδοκία πως οι γονείς σου κάποια μέρα θα αλλάξουν και θα σε αγαπήσουν. Σε αντίθεση προς τα παιδιά, οι ενήλικες μπορούν να απαλλαγούν από αυτή την ψευδαίσθηση – προς όφελος της υγείας τους και των παιδιών τους.

Όσοι πραγματικά θέλουν να μάθουν την αλήθεια τους, μπορούν να το επιτύχουν. Και ειλικρινά πιστεύω πως αυτά τα άτομα θα αλλάξουν τον κόσμο. Δεν θα είναι «ήρωες», πιθανόν να ειναι πολύ σεμνοί άνθρωποι, αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η συναισθηματική τους ειλικρίνεια θα καταφέρει να σπάσει τον τοίχο της άγνοιας, της άρνησης, της βίας. Ο πόνος του να νιώθεις πως δεν σε αγαπούν δεν είναι παρά ένα συναίσθημα. Ένα συναίσθημα δεν είναι ποτέ ολέθριο όταν κατευθύνεται στο πρόσωπο που σου προκάλεσε τον πόνο. Επομένως και το μίσος ακόμα δεν είναι ολέθριο εφόσον είναι συνειδητοποιημένο και δεν μετατρέπεται σε δράση. Όμως μπορεί να καταστεί τρομακτικά ολέθριο και επικίνδυνο τόσο για τον ίδιο που το αισθάνεται και το αρνείται όσο και για άλλους οι οποίοι θα γίνουν αποδέκτες του ως τα εξιλαστήρια θύματα.

(Η απαγορευμένη γνώση, Ροές – 2011)
——————————————–


– Σ’ αυτό το βιβλίο ταυτίζομαι με την Εύα. Όχι την Εύα – παιδί της παράδοσης, που σαν την κοκκινοσκουφίτσα του παραμυθιού, ανυποψίαστη, εξαπατήθηκε από ένα ζώο, αλλά μια Εύα που διέκρινε την αδικία της κατάστασής της, απέρριψε την εντολή «σου απαγορεύω τη γνώση», θέλησε να καταλάβει σε βάθος τη διαφορά ανάμεσα στο καλό και το κακό και αποφάσισε να αναλάβει την πλήρη ευθύνη της πράξης της.

– Η εικόνα του Θεού που μας δόθηκε φτιάχτηκε από ανθρώπους που ανατράφηκαν με τις αρχές της μαύρης παιδαγωγικής (με τις οποίες η βίβλος είναι γεμάτη), για τους οποίους ο σαδισμός, η αποπλάνηση, η τιμωρία, η κατάχρηση της εξουσίας ανήκαν στην καθημερινότητα της παιδικής τους ηλικίας. Η βίβλος γράφτηκε από άντρες. Θα πρέπει να θεωρήσουμε πως αυτοί οι άντρες δεν είχαν καλές εμπειρίες από τους πατεράδες τους. Προφανώς κανένας από αυτούς δεν είχε πατέρα κάποιον που να χαιρόταν με τη δίψα του παιδιού του για μάθηση, που να μην απαιτούσε από αυτό τίποτα το ακατόρθωτο και να μην το τιμωρούσε. Γι αυτό το λόγο έφτιαξαν μια θεϊκή εικόνα που τα σαδιστικά χαρακτηριστικά της δεν τους προξενούσαν εντύπωση.

– Ποτέ δεν πόθησα έναν παράδεισο για τον οποίον προϋπόθεση της ευτυχίας θα ήταν η υπακοή και η άγνοια. Πιστεύω στη δύναμη της αγάπης, κάτι που δεν σημαίνει να είναι κανείς καλός και υπάκουος. Για μένα η αγάπη έχει να κάνει με το να είμαστε πιστοί στον εαυτό μας, την ιστορία μας τα συναισθήματα και τις ανάγκες μας. Μέσα σε αυτά περικλείεται και η λαχτάρα για γνώση. Προφανώς ο Θεός ήθελε να «κλέψει» από τον Αδάμ και την Εύα αυτή την πίστη στον εαυτό τους.

– Σήμερα στην ιατρική δεν αρνουνται πλέον πως το σώμα μας έχει αποθηκεύσει όλες τις πληροφορίες που σχετίζονται με τα βιώματα της ζωής μας. Ωστόσο η ιατρική πολύ συχνά δεν γνωρίζει πώς να τα αποκρυπτογραφήσει. Και όμως διαπιστώνουμε ότι πολλά σοβαρά συμπτώματα ασθενειών μπορούν να εξαφανιστούν αν επιτευχθεί η αποκρυπτογράφηση αυτή.

– Κάποτε θα γνωρίζει όλος ο κόσμος, ότι η ανθρώπινη βαναυσότητα δεν είναι έμφυτη αλλά παράγεται και διδάσκεται στην παιδική ηλικία. Η πρώτη εντολή θα έπρεπε να ορίζει: Τίμα τα παιδιά σου ώστε να μη χρειάζεται να κτίσουν μέσα τους τοίχους προστασίας απέναντι στον παιδικό πόνο και να αμύνονται αργότερα απέναντι σε φανταστικούς εχθρούς με φρικτά όπλα που μπορούν να καταστρέψουν τον κόσμο. Οι νέοι που επιτίθενται σε συμμαθητές τους με σωματική βία ή φθάνουν ακόμα και στο φόνο δεν το κάνουν γιατί κάποτε τους κακόμαθαν από υπερβολική αγάπη αλλά γιατί μεγάλωσαν σε συνθήκες εγκατάλειψης και κακοποιήθηκαν χωρίς να τους επιτραπεί να αντιδράσουν.

 – Το γέλιο είναι υγεία, αναμφισβήτητα, ωστόσο μόνον εκεί όπου υπάρχει και λόγος για γέλια. Όμως το να γελάμε με τον ίδιο μας τον πόνο ειναι μια μορφή απώθησης της οδύνης που μας προκάλεσε και μας επιτρέπει να προσπερνάμε τυφλά τις αιτίες της προέλευσής του.

– Στις περισσότερες αυτοβιογραφίες που γνωρίζω, οι συγγραφείς κρατούν μια συναισθηματική απόσταση από τον πόνο του παιδιού. Μικρή δόση ενσυναίσθησης και μια εντυπωσιακή έλλειψη εξανάστασης αποτελούν συνήθως τον κανόνα. Η αδικία, η συναισθηματική αμνησία και η συνακόλουθη βιαιότητα των ενηλίκων δεν βρίσκονται στο επίκεντρο της ανάλυσης, απλώς περιγράφονται.

(Το ξύπνημα της Εύας, εκδ ροές – 2007)
—————————————

“Δεν ήταν τα ωραία ή τα ευχάριστα συναισθήματα αυτά που με οδήγησαν στη συνειδητοποίηση νέων πραγμάτων, αλλά εκείνα ενάντια στα οποία είχα παλέψει πιο έντονα: εκείνα δηλαδή που μ’ έκαναν να αισθάνομαι πρόστυχος, μικροπρεπής, τσιγκούνης, ανίκανος, ταπεινωμένος, απαιτητικός, πικρόχολος, μπερδεμένος και πάνω απ’ όλα, λυπημένος και μόνος μου. Μέσα από αυτές ακριβώς τις εμπειρίες, τις οποίες είχα αποφύγει τόσο καιρό, σιγουρεύτηκα πως τώρα πια καταλαβαίνω κάτι για τη ζωή μου που προέρχεται από τον πυρήνα της ύπαρξής μου, κάτι που δεν θα μπορούσα να μάθω από κανένα βιβλίο!”

«(Οι φυλακές της παιδικής μας ηλικίας ή Το δράμα του προικισμένου παιδιού, εκδ. Ροές – 2003)

———

Διαβάστε επίσης: Η απαγορευμένη γνώση _ Άλις Μίλερ

————————————–

«Το κύριο θέμα όλων των βιβλίων μου είναι η άρνηση των δεινών που έχουμε υποστεί στην παιδική μας ηλικία. Καθένα από τα βιβλία πραγματεύεται κάποια πτυχή αυτού του φαινομένου και επικεντρώνεται σε ένα συγκεκριμένο ζήτημα»

H Άλις Μίλερ (1923-2010) σπούδασε στη Βασιλεία (Ελβετία) φιλοσοφία, ψυχολογία και κοινωνιολογία. Μετά τη διδακτορική διατριβή της εκπαιδεύτηκε στη Ζυρίχη ως ψυχαναλύτρια και, για 20 χρόνια, εξάσκησε αυτό το επάγγελμα ενώ παράλληλα δίδασκε. Το 1980 αποφάσισε να σταματήσει την ψυχαναλυτική και διδακτική πρακτική και να ασχοληθεί με τη συγγραφή βιβλίων. Από τότε έχει δημοσιεύσει 13 βιβλία, με τα οποία γνωστοποίησε στο ευρύ κοινό τα αποτελέσματα των ερευνών της όσον αφορά τις αιτίες και τις συνέπειες των τραυμάτων της παιδικής ηλικίας.
Πιο συγκεκριμένα η Άλις Μίλερ ασχολείται με τους κρυφούς χειρισμούς των γονέων κατά τη διάρκεια της ανατροφής των παιδιών τους, με τις διάφορες στρατηγικές προφύλαξης ενάντια στα τραύματα της παιδικής ηλικίας, με τις συνέπειες απώθησης αυτών των τραυμάτων σε προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο και τέλος, με τις σύγχρονες δυνανατότητες ανάλυσης των συνεπειών των παιδικών τραυμάτων. Γι’ αυτές τις έρευνές της η συγγραφέας έχει κερδίσει τη διεθνή αναγνώριση.
Από την αρχική δημοσίευση του «Δράματος του Προικισμένου Παιδιού» (1979) ως την πρόσφατη αναθεώρησή του (1995) πέρασαν σχεδόν είκοσι χρόνια.
Σε αυτό το διάστημα, οι προσωπικές εμπειρίες της συγγραφέως, οι νέες θεραπευτικές μέθοδοι, τα ιστορικά των αναγνωστών και αναγνωστριών που επικοινώνησαν γραπτώς μαζί της, και που ο αριθμός τους υπολογίζεται σε αρκετές χιλιάδες, καθώς και η συνεχιζόμενη έρευνά της γύρω από την παιδική ηλικία, την οδήγησαν σε περαιτέρω διευκρινήσεις και αναθεωρήσεις των προηγούμενων απόψεών της, τις οποίες κατέγραψε και ανέλυσε στα επόμενα βιβλία της.


(2011) Η απαγορευμένη γνώση, Ροές
(2009) Το σώμα δεν ψεύδεται ποτέ, Ροές
(2007) Το ξύπνημα της Εύας, Ροές
(2003) Οι φυλακές της παιδικής μας ηλικίας ή Το δράμα του προικισμένου παιδιού, Ροές