Περί ανάγνωσης και βιβλίων. Tου Arthur Schopenhauer

19:02, 16 Μαρ 2014 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/150517

Η αμάθεια υποβιβάζει τον άνθρωπο μόνο όταν συνοδεύεται από υλικά πλούτη. Η ένδεια και η ανέχεια καθυποτάσσουν τους φτωχούς. Η εργασία υποκαθιστά στη ζωή τους τη μάθηση και απασχολεί τη σκέψη τους. Αντίθετα, όσοι πλούσιοι είναι αμαθείς, ζουν μόνο για τις απολαύσεις και δεν διαφέρουν από τα μοσχάρια. Ακόμη πιο αξιόμεμπτο είναι ότι δεν χρησιμοποιούν τα πλούτη και τον ελεύθερο χρόνο τους για να τους προσδώσουν ύψιστη αξία […]

Όποιος ρίχνεται με τα μούτρα στο διάβασμα και διαβάζει σχεδόν ολόκληρη την ημέρα αλλά περνά τον ενδιάμεσο χρόνο του χωρίς διόλου να στοχάζεται, χάνει με τον καιρό την ικανότητα να σκέφτεται μόνος του – όπως κάποιος που, κυκλοφορώντας μονίμως καβάλα στο άλογο, ξεχνά στο τέλος πως να βαδίζει. Τέτοια είναι, όμως, η περίπτωση ουκ ολίγων λογίων: από το πολύ διάβασμα έχουν αποβλακωθεί. […] Όπως η πολυφαγία καταστρέφει το στομάχι και βλάπτει ολόκληρο το σώμα μας, έτσι και το πνεύμα φράζει ασφυκτικά από την υπερβολική πρόσληψη πνευματικής τροφής. […]

Στη λογοτεχνία, τα πράγματα δεν είναι διαφορετικά απ’ ότι στη ζωή. Όπου και να στρέψουμε το βλέμμα, ερχόμαστε ευθύς αντιμέτωποι με τον αδιόρθωτο όχλο της ανθρωπότητας, που ξεχύνεται λεφούσι στους δρόμους, συρρέοντας από παντού κι λερώνοντας τα πάντα, σαν τις μύγες το καλοκαίρι. Εξού και το αναρίθμητο πλήθος κακών βιβλίων, τούτο το θρασεμένο ζιζάνιο της λογοτεχνίας, που απομυζά το σιτάρι από τις θρεπτικές ουσίες και το πνίγει. Τέτοιου είδους βιβλίου ληστεύουν από το αναγνωστικό κοινό τον χρόνο, το χρήμα και την προσοχή – όλα όσα ανήκουν δικαιωματικά στα καλά βιβλία και στους ευγενείς σκοπούς τους, μιας και τα κακά βιβλία έχουν γραφτεί με μοναδική πρόθεση να αποκομίσουν κέρδη ή να αποκτήσουν δόξα. Επομένως, δεν είναι μόνο άχρηστα αλλά και σαφώς βλαβερά. Τα εννέα δέκατα της σύγχρονης λογοτεχνίας μας δεν έχουν άλλο σκοπό παρά να αποσπάσουν επιτήδεια μερικά σελίνια από τις τσέπες του βιβλιόφιλου κοινού. Συγγραφείς, εκδότες και βιβλιοκριτικοί έχουν συνωμοτήσει για την επίτευξη αυτού του στόχου.

[…] Όσον αφορά τα αναγνώσματά μας, πρωταρχική σημασία έχει η τέχνη της αποχής από την ανάγνωση. Η άσκηση αυτής της τέχνης προϋποθέτει από εμάς να μην αγγίζουμε οποιοδήποτε βιβλίο απασχολεί κάθε φορά το ευρύ κοινό, μόνο και μόνο επειδή τη συγκεκριμένη εποχή τυχαίνει να κάνει πάταγο ή να επανεκδίδεται ξανά και ξανά κατά το πρώτο και τελευταίο έτος της ύπαρξής του.»

[…] Θα ήταν ευχής έργον αν μια μέρα βρισκόταν κάποιος να γράψει την τραγική ιστορία της λογοτεχνίας, όπου θα αποκαλύπτει πώς τα διάφορα έθνη, που δεν χορταίνουν να υπερηφανεύονται για τους μεγάλους συγγραφείς και καλλιτέχνες που έχουν να επιδείξουν, αντιμετώπισαν τους ίδιους κατά τη διάρκεια της ζωής τους.

Ένα τέτοιο πόνημα θα έφερνε στο φως εκείνη την αδιάκοπη μάχη που δίνουν τα καλά και γνήσια έργα, σε όλες τις εποχές και σε όλες τις χώρες, στην προσπάθεια να επικρατήσουν απέναντι στην κυριαρχία του εκάστοτε ευτελούς και διεστραμμένου εγχειρήματος΄

Θα περιέγραφε το μαρτύριο σχεδόν όλων των γνήσιων φωστήρων της ανθρωπότητας, σχεδόν όλων των μεγάλων δασκάλων κάθε κλάδου και κάθε τέχνης΄ θα μας αποκάλυπτε ότι, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, έζησαν βασανισμένοι μες στη φτώχεια και στην εξαθλίωση, χωρίς αναγνώριση, χωρίς μερίδιο, χωρίς μαθητές, ενώ οι κάθε λογής ανάξιοι εκπρόσωποι του κλάδου τους απολάμβαναν όλη τη δόξα, την τιμή και τα πλούτη΄ θα μας έδινε να καταλάβουμε ότι είχαν την τύχη του Ησαύ, ο οποίος είχε πάει να κυνηγήσει για τον πατέρα του, ενώ ο Ιακώβ, έχοντας μείνει στο σπίτι, μεταμφιέστηκε και, παριστάνοντας τον αδερφό του, απέσπασε τεχνηέντως την ευλογία του πατέρα.

Και τέλος, θα καταδείκνυε ότι, παρ΄όλες αυτές τις αντιξοότητες, έμειναν όρθιοι χάρη στην αγάπη τους για τον σκοπό που υπηρετούσαν, ώσπου ο σκληρός αγώνας ενός από τους μέγιστους παιδαγωγούς του ανθρώπινου γένους να στεφθεί επιτέλους από επιτυχία, να του γνέψουν οι δάφνες της αθανασίας και να σημάνει η ώρα να ειπωθεί και για τον ίδιο ότι:

Η βαριά πανοπλία γίνεται φτερωτός μανδύας
Σύντομος ο πόνος και αιώνια η χαρά. (1)

(1) Friedrich Schiller, Die Jungfrau von Orleans [Η παρθένος της Ορλεάνης], Πράξη Ε΄, Σκηνή 14. (Σ.τ.μ.)

Αποσπάσματα από το βιβλίο του Arthur Schopenhauer, Περί ανάγνωσης και βιβλίων. Η τέχνη της αποχής από την ανάγνωση. Μετάφραση: Γιάννης Καλιφατίδης, Εκδ. Άγρα

Ο γερμανός φιλόσοφος Άρθουρ Σοπενάουερ γεννήθηκε το Φεβρουάριο του 1788 στο Ντάντσιχ και πέθανε τον Σεπτέμβριο του 1860 στην Φραγκφούρτη του Μάιν. Γιος του Χάινριχ Φλόρις Σοπενάουερ, ενός από τους κυριότερους εμπόρους της περιοχής, και της Γιοχάνα, γνωστής μυθιστοριογράφου.

Η οικογένειά του ήταν εναντίον κάθε είδους εθνικισμού και γι’ αυτό ο πατέρας του επέλεξε για τον γιο του το όνομα Άρθουρ, που συναντάται τόσο στη Γερμανία όσο και στην Αγγλία και τη Γαλλία. Όταν το Ντάντσιχ κατελήφθη το 1973 από την Πρωσία, η οικογένεια εγκαταστάθηκε στο Αμβούργο. Εκεί ο Άρθουρ σπούδασε σε ιδιωτική εμπορική σχολή προκειμένου να ακολουθήσει το επάγγελμα του πατέρα του.

Η οικογένειά του συνήθιζε να ταξιδεύει πολύ συχνά, έτσι σε νεαρή ηλικία είχε ήδη επισκεφθεί πάρα πολλά μέρη της Ευρώπης, συνήθεια που κράτησε και στην ενήλικη ζωή του. Όταν, όμως, το 1805 ο Χάινριχ Σοπενάουερ πέθανε πέφτοντας σ’ ένα κανάλι, χωρίς να γίνει ποτέ γνωστό αν επρόκειτο για ατύχημα ή αυτοκτονία, η μητέρα του πήρε τον Άρθουρ και την μικρότερη αδερφή του κι εγκαταστάθηκαν στη Βαϊμάρη, όπου και συνδέθηκαν κοινωνικά με τον κύκλο του Γκαίτε και του Βήλαντ.

Ο Γκαίτε μάλιστα παρακολουθούσε την εξέλιξη του Άρθουρ, ο οποίος συνέχισε τις σπουδές του ξεκινώντας με κλασική φιλολογία, περνώντας στην ιατρική και συνεχίζοντας με φιλοσοφία στα Πανεπιστήμια του Γκαίτινγκεν (Gottingen) και του Βερολίνου. Εκεί είχε δασκάλους τους Καντιανούς καθηγητές Σούλτσε και Φίχτε (ο οποίος είχε χαρακτηρίσει τον Σοπενάουερ ως υποχονδριακό), τη φιλοσοφία των οποίων στη συνέχεια περιφρόνησε επιδεικτικά.

Στη Βαϊμάρη γνώρισε και τον ανατολιστή Φρήντριχ Μάγερ, ο οποίος τον μύησε στην αρχαία ινδική φιλοσοφία, που έμελλε να επηρεάσει βαθιά τη φιλοσοφική του θεωρία. Το 1811 εγκατέλειψε τη Βαϊμάρη και μετέβη στη Δρέσδη, ύστερα από έντονο διαπληκτισμό με τη μητέρα του (λέγεται ότι η ίδια δεν αποδέχτηκε ποτέ την ιδιοφυΐα του γιου της), με την οποία και δεν ξανασυναντήθηκε ποτέ.

Στη Δρέσδη έγραψε και το βασικό έργο του «Ο κόσμος ως βούληση και ως παράσταση», που εκδόθηκε το 1819 στη Λειψία αλλά, αντίθετα από τις προσδοκίες του ίδιου, το βιβλίο δεν αναγνωρίστηκε ούτε από τους κριτικούς ούτε από το κοινό. Αμέσως μετά την έκδοση του βιβλίου του, επέστρεψε στο Βερολίνο και διορίστηκε καθηγητής. Εκεί ξεκίνησε η αντιπαράθεσή του με τον Χέγκελ, ο οποίος δίδασκε εκείνον τον καιρό στο ίδιο πανεπιστήμιο.

Ο Σοπενάουερ παρέμεινε 24 εξάμηνα στο πανεπιστήμιο αλλά παρέδωσε μόνο το πρώτο μάθημα, καθώς φρόντισε η ώρα του μαθήματός του να συμπίπτει με την ώρα του Χέγκελ, που τότε κυριαρχούσε στους φιλοσοφικούς κύκλους. Το 1823 μετέβη στο Μόναχο, όπου και παρέμεινε περίπου ένα χρόνο, άρρωστος και απομονωμένος. Στη συνέχεια επέστρεψε στο Βερολίνο, όπου ξεκίνησε η περιπέτειά του με τα δικαστήρια. Μία μοδίστρα υπέβαλε μήνυση εναντίον του, όταν εκείνος ενοχλημένος από τη φλυαρία της την έσπρωξε έξω από το δωμάτιο με αποτέλεσμα να πέσει από τη σκάλα.

Ο Σοπενάουερ μισούσε όσο τίποτα άλλο τον θόρυβο και είχε γράψει ένα δοκίμιο πάνω σ’ αυτό, όπου αναφέρει χαρακτηριστικά ότι ως ενδέκατη εντολή θα έπρεπε να είναι το «Ου διακόψεις» και ειδικά αν διακόψεις κάνοντας θόρυβο, που είναι η πιο αναίσχυντη ενόχληση, αφού δεν σε διακόπτει απλώς αλλά σου καταστρέφει τις σκέψεις. Η απόφαση ήταν υπέρ της μοδίστρας και ο Σοπενάουερ υποχρεώθηκε να καταβάλλει κάθε μήνα ένα αρκετά υψηλό ποσό μέχρι το θάνατό της, το 1841. Πάνω στο πιστοποιητικό του θανάτου της έγραψε «Obit anus, abit onus» (πέθανε η γριά, έφυγε το βάρος).

Η δίκη αυτή ενέτεινε την απαισιοδοξία και μισανθρωπία του και έτσι το 1831 προτίμησε να αποτραβηχτεί στην Φραγκφούρτη του Μάιν, όπου παραιτημένος πλέον από την ιδέα της ακαδημαϊκής σταδιοδρομίας, έζησε τα υπόλοιπα 28 χρόνια της ζωής του μακριά από ανθρώπους, με μόνη παρέα τον σκύλο του, Άτμα, και την υπηρέτριά του. Εκεί αφοσιώθηκε στη μελέτη και στη συγγραφή, ενώ απολάμβανε την αρκετά πολυτελή ζωή του με φαγητό (τακτά χρονικά γεύματα παρά τις αντιρρήσεις του γιατρού), κρασί, μουσική, θέατρο και ανάγνωση κυρίως γαλλικής, αγγλικής και ιταλικής λογοτεχνίας. Ωστόσο, δεν ήταν ευτυχισμένος.

Η ανεκπλήρωτη λαχτάρα του για αναγνώριση της φιλοσοφικής και συγγραφικής του αξίας δεν τον άφηνε να ηρεμήσει. Επιδίωκε την αναγνώριση αλλά ταυτόχρονα περιφρονούσε και σάρκαζε τη δόξα και τις τιμές. Η απογοήτευση και ο κυνισμός του διοχετεύονται στην πραγματεία του Για την πανεπιστημιακή φιλοσοφία, με την οποία εξεγείρεται κατά των ακαδημαϊκών καθηγητών αλλά κυρίως κατά της εγελιανής φιλοσοφίας αλλά και του ίδιου του Χέγκελ.

Η απαισιοδοξία του είναι βέβαια έκδηλη και στα υπόλοιπα έργα του «Περί της βουλήσεως στη φύση», «Αφορισμοί πρακτικής σοφίας» κ.α., που συμπεριελήφθησαν αργότερα σε μία συλλογή δοκιμίων με τίτλο «Πάρεργα και Παραλειπόμενα». Η έκδοση αυτή ήταν και η αρχή της μετέπειτα παγκόσμιας αναγνώρισής του. Λίγα χρόνια πριν από το θάνατό του είδε να δημοσιεύονται άρθρα για τα έργα του και τη φιλοσοφία του σε εφημερίδες και σε περιοδικά του εξωτερικού.

Το 1856 τιμήθηκε με το βραβείο καλύτερης παρουσίασης και κριτικής ιδεών από το Πανεπιστήμιο της Λειψίας, ενώ τον επόμενο χρόνο οι θεωρίες του έγιναν αντικείμενο μελέτης σε αρκετά πανεπιστήμια. Σήμερα θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους φιλόσοφους του 19ου αιώνα και ο πρώτος μέγας θεωρητικός της απαισιόδοξης στάσης απέναντι στη ζωή.

Πρώτος εκείνος μίλησε για την οδύνη της ύπαρξης και προσπάθησε να καταδείξει την απουσία νοήματος στη ζωή και την απαξία της, διακρίνοντας όμως κάποια διέξοδο. Μόνη λύτρωση από τον πόνο και την ανούσια ζωή ήταν η τέχνη, η συμπόνια, ο διαλογισμός και ο ασκητισμός, παρόλο που ο ίδιος δεν θέλησε ή δεν κατάφερε ποτέ να κυριαρχήσει πάνω στις ορμές του.

Σχετικά Άρθρα

08/04/2012
19/06/2012
Advertisements