Ο διάλογος μεταξύ των ανθρώπων απαξιώθηκε. Tου Λουίτζι Ζόγια

00:06, 30 Ιουν 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/99073

Αγάπα το Θεό και αγάπα τον πλησίον, έλεγε η εντολή. Αλλά ήδη για τον Νίτσε ο Θεός ήταν νεκρός. Και ο πλησίον; Στον προτεχνολογικό κόσμο, η γειτνίαση των ανθρώπων ήταν ουσιαστική. Τώρα δεσπόζει η απόσταση, η έμμεση σχέση και η σχέση δια των μέσων ενημέρωσης. Η εντολή κενώνεται. Και τούτο διότι δεν έχουμε πλέον κανέναν να αγαπήσουμε.

Στις δεκαετίες του 1960 και του 1970, κάθε εβδομάδα έπαιρνα τα τρένο Μιλάνο Ζυρίχη. Οι Ιταλοί γκασταρμπάιτερ (έτσι λέγονταν οι ξένοι εργάτες στη Γερμανία), που το γέμιζαν και συνέχιζαν προς Νάπολη ή Λέτσε, είχαν κουτιά και βαλίτσες δεμένα με σπάγκους.

Για εκείνους ο πλησίον ήταν μια δεδομένη παρουσία. Πριν το Γκοτάρντο, τη σήραγγα που ενώνει την Ελβετία με την Ιταλία, έβγαζαν μια χαρτοσακούλα. Μοίραζαν σ’ όλους τους γύρω ψωμί και αλλαντικά και έπιναν μαύρο κρασί.

«Έχετε την καλοσύνη να πάρετε;» έλεγε ο αρχηγός της οικογένειας, δειλά, γιατί είχα στα χέρια ένα βιβλίο. Ακριβώς όπως στην Οδύσσεια (Γ, 69, Δ, 60, Ε, 95) ως πρώτο πράγμα προσφέρεται κάτι για φαγητό. Μόνο όταν ο φιλοξενούμενος έχει χορτάσει, μπορούν να γίνουν οι ερωτήσεις.

Παρομοίως και για τον Μωυσή, τον Ααρών και τους πρεσβύτερους, γεύση και γνώση είχαν ακόμη κοινή ρίζα: Έτσι, ανέβηκαν στο όρος «και ώφθησαν εν τω τόπω του Θεού και έφαγον και έπιον» (Έξοδος 24.11). Τίποτε από όλα αυτά δεν συνέβαινε στα βαγόνια που σταματούσαν στην Ελβετία, και ούτε σε εκείνα που συνέχιζαν για το Μιλάνο, για να μη μιλήσουμε για τα βαγόνια της πρώτης θέσεως. […]

Εκείνοι οι αρχαϊκοί ταξιδιώτες εξαφανίστηκαν, όπως και η ατμομηχανή. Σήμερα, όποιος ανεβαίνει στο τρένο δεν έχει έναν πλησίον, υπό την κυριολεκτική έννοια: Νιώθει ακόμη ότι οι άνθρωποι ζουν με αισθήματα, αλλά μόνο επιδεικνύοντάς τα σε κάποιον μακριά, φωνάζοντας στο κινητό και ενοχλώντας όποιον είναι δίπλα τους. […]

[…] Ζούμε στην περίοδο της μεγάλης σπατάλης, την οποία θα πληρώσουν οι επόμενες γενιές. Αλλά, περισσότερο και από τη σπατάλη των ενεργειακών αποθεμάτων ή των υδάτων, είναι δυσκολότερο να επανορθώσουμε εκείνη του λόγου.

Ο λόγος απομακρύνθηκε από τους ομιλούντες. Μη όντας κοντά, μας αφαίρεσε ένα εργαλείο για να φτάσουμε τον πλησίον. Είναι ένας φαύλος κύκλος. Η αυξανόμενη απόσταση από τους άλλους υπήρξε το ερέθισμα για να μιλάμε περισσότερο, ελπίζοντας έτσι ότι θα τους πλησιάσουμε.

Θέλαμε να κατασκευάσουμε μια γέφυρα, αλλά φτιάξαμε όλο και πιο πληθωρισμένες λέξεις: Ναυαγοί δίχως προορισμό που διατρέχουν τους ωκεανούς του λόγου. Ακόμη και η δομή της γλώσσας ακολούθησε τον εαυτό της. Η λέξη δεν φτάνει πια στο αντικείμενό της, γίνεται μεταβιβαστική.

Τότε, έγινε προσπάθεια να την εξαναγκάσουν σε ένα εκβιασμό, χρησιμοποιώντας ως μεταβιβαστικά και τα ρήματα που τέτοια δεν ήταν: Κοιμήσου όνειρα ξεκούρασης, μείνε σε χώρους θαυμάσιους, να λες λέξεις σοφές, σαν σκέπτεσαι πράγματα θαρραλέα, να κάνεις πράγματα τολμηρά. Δηλαδή, εκφράσεις υπερβολικά αφηρημένες και «στοχαστικές» που δεν φτάνουν στον άλλον, αλλά επιστρέφουν στο υποκείμενό τους.

Θεμελιώδης λέξεις τέθηκαν σε κίνδυνο. Η έννοια του ανθρώπινου προσώπου κατασκευάστηκε ανά τους αιώνες, και επέτρεψε τον ορισμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Και όμως, ακριβώς καθότι παγκόσμια, διατρέχει τον κίνδυνο να μη γίνεται πια αισθητή: Όπως η ιδέα του πλησίον, που από τον Χριστό επεκτάθηκε και σε εκείνον που είναι μακριά, το πρόσωπο που επεκτάθηκε σε όλους υπήρξε μια κατάκτηση, αλλά έγινε συνάμα και υπερβολικά αφηρημένο.

Είναι σημαδιακό ότι μια από τις πλέον σπουδαίες εφευρέσεις του 20ού αιώνα ήταν η ψυχανάλυση. Άσκοπα συζήτησαν επί μακρόν εάν αυτή είναι επιστήμη.

Πάντως, είναι ένας μεγαλοπρεπής τελετουργικός διάλογος.

Ο διάλογος μεταξύ των ανθρώπων απαξιώθηκε από την εκκοσμίκευση και την επικοινωνία της μάζας […]

Επί χιλιετίες, μια διπλή εντολή στήριξε την εβραιο-χριστιανική ηθική: Αγάπα τον θεό και αγάπα τον πλησίον σου ως τον εαυτό σου. Στο τέλος του 19ου αιώνα, ο Νίτσε ανήγγειλε: Ο Θεός είναι νεκρός. Μετά το πέρας και του 20ου, δεν είναι μήπως καιρός να πούμε εκείνο που όλοι μας βλέπουμε; Είναι πια νεκρός και ο πλησίον.

[…] Ως ψυχαναλυτής γιουνγκικής παιδείας, ενδιαφέρομαι συνήθως –είτε στην κλινική πρακτική είτε στα κείμενα- κυρίως για τα αρχέτυπα: Δηλαδή για τα σταθερά, αμετάβλητα δεδομένα των ανθρωπίνων συμπεριφορών, των βαθύτατων παρορμήσεων που διαμένουν εντός τους και τείνουν να μην τροποποιούνται με την αλλαγή των εποχών και των πολιτισμών.

Ενώ τώρα, με το Θάνατο του πλησίον, για πρώτη φορά καταπιάστηκα με την ταχύτητα με την οποία οι νέες μορφές της τεχνικής και της οικονομίας διεισδύουν στον άνθρωπο, εισβάλλουν από έξω προς τα μέσα, αναταράσσοντας τις χιλιόχρονες εσωτερικές του ισορροπίες και το νευρικό του σύστημα που χρειάστηκε μεν μακρότατο διάστημα για να πλαστεί, αλλά που ουσιαστικά παραμένει ίδιο με εκείνο του νεολιθικού ανθρώπου. […]

… δυστυχώς, η πλειοψηφία των καινοτομιών
της τεχνολογίας συμβάλλει στην αίσθηση της αλλοτρίωσης και στην αίσθηση του ξερού εργαλείου, που πληρώνονται με μια απώλεια αισθημάτων. Ενώ οι καινοτομίες της οικονομίας τείνουν προς μία περαιτέρω απομάκρυνση από την αλληλεγγύη. […]

Πολλές μελέτες υποστηρίζουν σήμερα ότι μπορούν να μετρήσουν αυτή την ψυχρότητα στις αντιδράσεις του νευρικού μας συστήματος. Κυκλικά, απέξω, αυτή είναι η συνέπεια μη κοινωνικών συμπεριφορών τις οποίες, όμως, με τη σειρά της τις επιφέρει΄ ενώ μέσα από την προσωπικότητα, συνδέεται με αγχώδεις καταστάσεις, ψυχοσωματικές διαταραχές, διάσχιση των ενστίκτων. […]

Τα τελευταία είκοσι έτη, οι πολίτες αυτής της χώρας είναι μάρτυρες μιας αλλαγής των ανθρώπινων σχέσεων πολύ πιο ουσιαστικής από ό,τι σ’ όλη την ιστορία της.
Σήμερα, περνούν πολύ περισσότερο χρόνο σε μια σχέση με τις οθόνες παρά με άλλα ανθρώπινα όντα: τα παιδιά, από 5 έως 10 φορές περισσότερες ώρες με αυτές παρά με τους γονείς τους. […]

Μετά το θάνατο του Θεού, ο θάνατος του πλησίον είναι η εξαφάνιση της δεύτερης θεμελιώδους σχέσεως του ανθρώπου.

Ο άνθρωπος πέφτει σε μια θεμελιώδη μοναξιά. Είναι ορφανός, δίχως αντίστοιχο προηγούμενο στην ιστορία. Είτε υπό την κατακόρυφη οπτική, -πέθανε ο Ουράνιος Πατήρ του-, είτε από την οριζόντια –πέθανε εκείνος που στεκόταν στο πλάι του.

Συνεπώς, όπου και να ρίξει το βλέμμα, νιώθει ορφανός. Κυκλικά, αυτή είναι η αναγκαστική συνακολουθία, αλλά και η αιτία της άρνησης αποδοχής του βλέμματος των άλλων. Άλλωστε, σε κάθε κοινωνία, η θέαση των νεκρών προκαλεί ταραχή. […]

Οι άνθρωποι πάντοτε, σε οποιαδήποτε περίπτωση, ήταν αναγκαίοι στον ένα. Σήμερα η λειτουργία τους μπορεί κατά μεγάλο μέρος να αντικατασταθεί από μηχανές (για παράδειγμα τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές). Αλλά εκείνο το οποίο δεν μπορεί να αντικαθίσταται είναι η ανθρώπινη παρουσία: Η απομάκρυνση από τους άλλους επιφέρει μια έλλειψη που είναι αληθινή ψυχική καταστροφή.

Ο άνθρωπος –που τώρα πια είναι μόνος- συναντά τη θλίψη και συνακόλουθα, σαν σε φαύλο κύκλο, ο καταθλιπτικός άνθρωπος είναι ένας άνθρωπος στον οποίον λείπουν η δύναμη και η ώθηση για να προστρέξει τον πλησίον. […]

«Η εγγύτητα και η καλοσύνη είναι γενεσιουργοί αιτίες της αγάπης» Δάντης Αλιγκιέρι, Convivio, I, XII

Η εγγύτητα ήταν πάντοτε θεμελιώδης. Γι’ αυτό, το πλησίασμα προστατευόταν από σχεδόν ιερά τελετουργικά: το πέρασμα από το «εμείς» στο «εσύ», εκείνο από τη χειραψία στο αγκάλιασμα.

Συχνά, οι μετανάστες μας προκαλούν φόβο, διότι μιλώντας άσχημα τη γλώσσα μας, μας απευθύνονται αμέσως με το εσύ: Μοιάζουν επιθετικοί, έρχονται υπερβολικά κοντά μας.

Με τον 20ο αιώνα, επικρατούν η απομάκρυνση και οι έμμεσες πλέον σχέσεις, διαμέσου της τεχνολογίας: Έτσι, η αναζήτηση στενών σχέσεων επανεμφανίζεται υπό διαστρεβλωμένες μορφές. Η ανάγκη εγγύτητος, καταπιεσμένη, μεταμφιέζεται σε ερωτικότητα, ή σε άλλες, επιτρεπτές κοινωνικά παρορμήσεις.

Οι άλλοι, για εμάς, άλλο δεν είναι παρά ένα θέαμα» Φερνάντο Πεσόα, Το βιβλίο των ανησυχιών, 30

[…] Η οθόνη είχε γεννηθεί για να πλησιάσουν τα άτομα. Αλλά στα συνέδρια, όπου ο ομιλητής και το κοινό θα μπορούσαν ακόμη να είναι κοντά, προσέλαβε μια αντίθετη λειτουργία. Η μετατροπή των πολιτιστικών γεγονότων σε θέαμα απαιτεί τα φώτα να ρίχνονται στην έδρα, όπου ο ομιλητής περιβάλλεται από οθόνες που προβάλλουν τη δική του εικόνα.

Δεν πρέπει να αναρωτιέται: Έχω επαφή με όποιον με ακούει; Πρέπει να πει: Μου αρέσω έτσι; Από τη στιγμή που ανήλθε στο βήμα, μεταμορφώθηκε σε ένα πρότυπο. Και ένα πρότυπο πρέπει να θαυμάζεται, όχι να αναπτύσσει μια σχέση. Είναι ένας απαιτητικός εραστής: Περιμένουμε να αγαπά τον εαυτό του, αλλά κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνον που περιέγραφε η εντολή. Η ντροπή του ναρκισσισμού –που ήταν κοινή σε μεγάλο μέρος των παραδοσιακών πολιτισμών- θρυμματίστηκε κάτω από την πίεση της αγοράς, που πουλά ό,τι είναι αχρείαστο, προτρέποντας στην αυταρέσκεια.

Έτσι, σε μεγάλο μέρος της Δύσεως, η αντωνυμία «εγώ», (στα αγγλικά: Ι) μετασχηματίστηκε σε πρόθεμα προϊόντων επιτυχίας: iPad, ibook. Η λέξη «εγωιστής», που αποτελούσε προσβολή, έγινε ένα γνωστό άρωμα (Egoiste), ενώ ένα άλλο ονομάζεται Envy me (Φθόνησέ με), διότι ο φθόνος έγινε αρετή. […]

Αποσπάσματα από το βιβλίο «Ο θάνατος του πλησίον », του Luigi Zoja, Εκδόσεις Ίταμος.

Ο Luigi Zoja (Λουίτζι Ζόγια), ψυχαναλυτής παγκόσμιας φήμης, με οικονομικές-πολιτικές σπουδές στο πανεπιστήμιο Bocconi του Μιλάνου και ψυχολογίας στη Ζυρίχη, υπήρξε πρόεδρος της Διεθνούς Εταιρείας Αναλυτικής Ψυχολογίας και τιμήθηκε δύο φορές με το βραβείο Gradiva. Έχει δημοσιεύσει πολλά έργα. Στα ελληνικά έχει εκδοθεί το έργο του «Ύβρις και Νέμεσις», «Ψυχολογία και Όρια της Ανάπτυξης και του Εκσυγχρονισμού», University Studio Press, Θεσσαλονίκη, 2002. Επίσης έχουν δημοσιευτεί πολυάριθμα άρθρα του στο περιοδικό «Η συνάντηση», που εκδίδει ο ίδιος εκδοτικός οίκος.

Advertisements