Ο Κώστας Νασίκας για τις Εξορίες Γλώσσας: Η μαρτυρία ως επιβίωση

 

nasikas[…] Η έννοια της εξορίας αφορά το βίωμα αυτών που έζησαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, σε απάνθρωπες συνθήκες αλλά και γενικότερα όλα αυτά τα ανείπωτα που μπορεί να κουβαλάει κανείς μέσα του, όπου και να ζει, όποια γλώσσα και να μιλάει. Και όλη η ιστορία είναι, το πώς μπορούν όλα αυτά τα ανείπωτα να πάρουν μορφές μαρτυρίας, έκφρασης και μοιράσματος. Γιατί, όπως έχουμε πει και παλιότερα, αν δεν μοιράζονται τα βιώματα, χάνεται η ανθρώπινη διάσταση […]
Ο ψυχαναλυτής Κώστας Νασίκας, ο οποίος είναι μέλος της Γαλλικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας (APF), διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Lyon-1 και είναι ιατρικός υπεύθυνος του «Οίκου του Εφήβου» της Λιόν, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη με αφορμή το βιβλίο του Εξορίες γλώσσας, που μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη, αφηγούμενος την προϊστορία και την ιστορία της συγγραφής της εν λόγω έκδοσης, από την ιδέα μέχρι το τυπογραφείο.

Η προϊστορία του βιβλίου –γιατί υπάρχει πάντα μια προϊστορία- έχει δύο παράλληλους δρόμους:

  1. Ο ένας αποτελείται από μια σειρά εργασιών έρευνας, σκέψης, αλλά και ζωγραφικής,
  2. Και ο δεύτερος παράλληλος δρόμος ήταν η δική μου προσωπική ψυχανάλυση, όπως και η εκπαίδευσή μου ως ψυχαναλυτής – γιατί αυτά τα δύο πράγματα δεν χωρίζονται και πάντα συνεχίζονται.

Αυτοί οι δύο δρόμοι, δεν συναντιούνται εύκολα, και ορισμένες φορές -για πολύ κόσμο- τα αντικείμενα έρευνας, ζωγραφικής ακόμα και λογοτεχνίας, ξαναεπεξεργάζονται κατά κάποιον τρόπο βαθύτερες εσωτερικές προβληματικές χωρίς οι συγγραφείς τους να έχουν συνείδηση γι’ αυτό.

Από πλευράς ερευνητικών εργασιών, είχα κάνει παλιότερα μία εργασία γύρω από τη ψυχοσωματική, αλλά με την έννοια ό,τι από τα πολλά αισθητηριακά ίχνη που συνθέτουν τη μνήμη, ένα μικρό μέρος μπαίνει μέσα σ’ αυτή, και πολλά άλλα παραμένουν στον αισθητηριακό χώρο και μόνο. Ένα είδος υπο-μνήμης, θα λέγαμε, που δεν μπορεί να γίνει συνειδητή μνήμη.

Μια άλλη εργασία για την οποία σας είχα μιλήσει και παλιότερα, είχε τίτλο: «Το τραύμα και η γλώσσα», που αποτελούνταν από δύο κεφάλαια, το ένα λεγόταν «Τραύμα και δημιουργία της γλώσσας» και το άλλο «Τραύμα και καταστροφή της γλώσσας», που σημαίνει τραυματισμός, με την έννοια ότι δεν μπορεί να ειπωθεί τίποτα, δεν μπορεί να μοιραστεί, και παραμένει εσωτερικά, σε αυτόν τον χώρο της καταστροφής της γλώσσας, να επαναλαμβάνεται μέσα από εικόνες, από αισθήσεις, κλπ.

Αυτή είναι η προϊστορία από πλευράς επιστημονικών εργασιών.

Από πλευράς εσωτερικής – ψυχαναλυτικής πορείας υπάρχει κάτι άλλο που συνδέεται και με τη ζωγραφική, και είναι πως τελειώνοντας την ψυχανάλυση (η οποία δεν τελειώνει ποτέ ουσιαστικά) ανακάλυψα σιγά σιγά –με την έννοια ότι νωρίτερα δεν είχα καμία γνώση επ’ αυτού και χωρίς να έχω καμία μνήμη- πως είχα ζήσει τα πρώτα μου χρόνια σε έναν καταυλισμό μετακινηθέντων πληθυσμών στο τέλος του ελληνικού εμφυλίου,– διότι τα χωριά είχαν εκκενωθεί και είχαν αναγκάσει όσους βρήκαν εκεί να κατέβουν στον κάμπο και να ζουν υπό την επίβλεψη του στρατού, της αστυνομίας και υπό την τρομοκρατία παραστρατιωτικών οργανώσεων. Ο πατέρας μου ήταν ήδη εξορία στον Άη Στράτη.

Γι’ αυτό το γεγονός της ζωής μου σε αυτόν τον καταυλισμό δεν έχω καμία προσωπική μνήμη, αλλά μόνο ακούσματα από αφηγήσεις άλλων. Αυτό που κατάλαβα αργότερα προσέχοντας τις εργασίες και τα θέματα που με απασχολούσαν, ακόμα και μέσα από τη ζωγραφική, ήταν το πώς τα διάφορα ασυνείδητα ίχνη και βιώματα παίρνουν μορφή. Όχι μορφή λόγου, αλλά μορφή εσωτερικής αναπαράστασης, πριν το λόγο.

Αυτές λοιπόν ήταν οι προϊστορικές αφετηρίες για το βιβλίο, θεωρητικές, ζωγραφικές και ψυχαναλυτικές.

Γύρω από το θέμα για παράδειγμα «Τραύμα και καταστροφή της γλώσσας», είχα ήδη γράψει και διαβάσει άφθονα κείμενα με μαρτυρίες διαφόρων επιβιωσάντων, όπως ο Primo Levi, ο Αntelme εδώ στη Γαλλία και άλλοι. Αυτά με τραβούσαν από παλιά από ένα επιστημονικό ενδιαφέρον, από ένα ανθρώπινο ενδιαφέρον, από ένα ψυχαναλυτικό ενδιαφέρον, και πιθανώς από ένα βαθύτερο προσωπικό ενδιαφέρον χωρίς να το ξέρω.

Κι έτσι, σε μια στιγμή, όλα αυτά κάπου ενώθηκαν και άρχισα να γράφω το βιβλίο Εξορίες γλώσσας, που το πρώτο κεφάλαιό του, είχε αφετηρία ένα άλλο βιβλίο το LTI: Lingua Tiercii Imperium, που είχα διαβάσει και με είχε αφήσει άναυδο, γιατί περιγράφει όλη την εξορία της αυθεντικής γλώσσας μέσα στη γλώσσα του κόμματος των ναζί:

Πρέπει οι λέξεις να λένε άλλα πράγματα απ’ ότι έλεγαν πριν. Σε αυτό το βιβλίο βλέπουμε πάρα πολύ καλά, πως σιγά σιγά η γλώσσα αλλάζει.

Διαβάζοντας το βιβλίο αυτό, είχα παραμείνει, στο πως ο ίδιος ο συγγραφέας του, ο Victor Klemperer άρχισε να ενδιαφέρεται γι’ αυτό το θέμα. Ο ίδιος ήταν ένας καθηγητής φιλολογίας και ένα βράδυ το 1939-40 που έβλεπε τις ειδήσεις στην τηλεόραση, είδε μια ομάδα ναζιστών να παρελαύνει με ένα ταμπούρλο στην αρχή της παρέλασης, που έδινε το ρυθμό. Κι αυτό που του έκανε εντύπωση, ήταν πως ο ρυθμός του ταμπούρλου ήταν ενσωματωμένος από όλη την ομάδα. Περπατούσαν σα να ήταν όλοι ένα ταμπούρλο!

Και αυτή η εικόνα, του ότι όλα τα άτομα είχαν γίνει ένα ταμπούρλο, του έφερε τη σκέψη ότι η γλώσσα είναι σε κίνδυνο. Κάτι το οποίο δεν το εξηγεί, και ούτε το καταλαβαίνει καν. Έτσι όμως αρχίζει να φροντίζει τη γλώσσα, να κρατάει σημειώσεις για το πώς η γλώσσα δέχεται συνεχώς μετατροπές που της επιβάλλονται από το κόμμα των ναζί, αφενός μεν για να κρύψει αυτά που συμβαίνουν στην πραγματικότητα, και να επιβάλλει στο βάθος –κι αυτό το αναλύω σιγά σιγά σε αυτό το κεφάλαιο- μια από-υποκειμενοποίηση του κάθε πολίτη.

Και ο σκοπός –ένας σκοπός που δεν τον καταλαβαίνει κανένας- είναι αυτή η από-υποκειμενοποίηση να λειτουργεί σαν μηχανή καταστολής, ώστε να μη μπορεί κανείς να σκεφτεί μέσα από αυτή τη γλώσσα, αλλά μόνο να επαναλαμβάνει τσιτάτα του κόμματος. Σαν να δημιουργήθηκε, ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης της γλώσσας που από-υποκειμενικοποιεί την κάθε σκέψη. Και έτσι φτάνω και στην εξήγηση, για το πώς, βλέποντας το ταμπούρλο, έρχεται η ιδέα στον Victor Klemperer να αισθανθεί ότι η ιδία ότι η γλώσσα είναι σε κίνδυνο.

Σε αυτό το πρώτο κεφάλαιο, αναλύεται, λοιπόν, το πως η αυθεντική γλώσσα πάει εξορία μέσα στη μηχανοποιητική γλώσσα -ταμπούρλο του ναζιστικού κόμματος.

Στο δεύτερο κεφάλαιο, περιγράφεται το πώς μιλάει τη γλώσσα ένας μεγάλος ναζί, ο Άιχμαν, ο οποίος πλέον δικάζεται. Τους διάφορους λόγους του στο δικαστήριο, τους κατέγραψε η Χάνα Άρεντ η οποία λέει ότι δεν καταλαβαίνουμε πως συμβαίνει να μιλάει αυτός ο άνθρωπος για τόσο τραγικά γεγονότα και εμείς να τον ακούμε και να γελάμε. Πρέπει, λέει, να ζητήσουμε από έναν ψυχίατρο να μας εξηγήσει. Και λέει επίσης, πως ο Άιχμαν, δίνει την εντύπωση όταν μιλάει, πως δίνει τη μάχη εναντίον της γλώσσας και κάθε φορά τη χάνει.

Οπότε, επανέρχομαι εγώ από την άλλη οπτική γωνία, και βλέπω τον Άιχμαν να μιλάει τη γλώσσα του κόμματος των ναζί, προσπαθώντας να μιλήσει για τον εαυτό του. Και εννοείται πως δεν μπορεί να μιλήσει για τον εαυτό του διότι είναι από-υποκειμενοποιημένος, και λέει τσιτάτα διάφορα, τα οποία προκαλούν το γέλιο, ενώ περιγράφει το πως πάρθηκε η απόφαση το 1942, της Τελικής Λύσης, δηλαδή της εξόντωσης των εβραίων, δηλαδή του λεγόμενου ολοκαυτώματος, της μαζικής καταστροφής της ανθρώπινης διάστασης.

Και ενώ μιλάει γι αυτή την κατάσταση με λόγια που δεν είναι υποκειμενικά, προκαλεί το γέλιο. Γι’ αυτό το κεφάλαιο λέγεται: Η σχιζοφρενής γλώσσα. Δηλαδή, η γλώσσα είναι σχιζοφρενής.

Αυτό το κεφάλαιο, με τίτλο Η σχιζοφρενής γλώσσα, το διάβασε ένας φίλος μου που είναι διευθυντής του Εθνικού Κέντρου Ερευνών της Γαλλίας, στη γλωσσολογία, και έγραψε ένα άρθρο σε μία από τις μεγαλύτερες εφημερίδες της Νορβηγίας, όταν δικαζόταν ο Τόμας Αντρέα Μπρέιβικ που είχε σκοτώσει 77 άτομα και τον βγάλανε σχιζοφρενή σε πρώτη φάση, γιατί έλεγε διάφορα ακατάληπτα και δεν τον καταλαβαίνανε.

Αυτός ο φίλος μου, λοιπόν, έγραψε ένα άρθρο που έλεγε πως αυτά τα ακατάληπτα που λέει ο Μπρέιβικ, είναι όροι από ναζιστικά κόμματα άλλων χωρών, και τελικά είναι σχιζοφρενής η γλώσσα που μιλάει, και όχι ο ίδιος. Και τελικά, ενώ τον είχαν βγάλει σχιζοφρενή και μη δικάσιμο, του ξαναέκαναν δεύτερη εξέταση και τον έβγαλαν υπεύθυνο.

Δηλαδή, αυτή η έννοια ότι η γλώσσα είναι σχιζοφρενής κι όχι το άτομο, έφερε στο σημείο να ξαναεξεταστεί αυτός που είχαν βγάλει σχιζοφρενή, ο οποίος είχε σκοτώσει, ρατσιστικά και μόνο, 77άτομα.

Στη συνέχεια, το τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου με τίτλο «Αυτοεξόριστος από τη γλώσσα: Ο Πάουλ Τσέλαν», μελετά κυρίως την περίπτωση του ουκρανού Πάουλ Τσέλαν, ενός αναγνωρισμένου πλέον παγκοσμίως μεγάλου ποιητή, που όταν ήταν 12 χρονών τον έκλεισαν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Τους γονείς του δεν τους ξαναείδε και μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου βρέθηκε στη Γαλλία. Ο ίδιος μετέφραζε γερμανούς ποιητές στα γαλλικά, αλλά κυρίως έγραφε ποίηση στα γερμανικά.

Είχε πει: «Το χέρι που θα ανοίξει το βιβλίο μου μπορεί να έχει σφίξει το χέρι του δολοφόνου της μητέρας μου. […] Και θα μπορούσε να συμβεί και κάτι ακόμα χειρότερο […]. Και εντούτοις, αυτό είναι το πεπρωμένο μου: να πρέπει να γράφω ποιήματα στα γερμανικά»

Έγραφε, λοιπόν, στα γερμανικά ποίηση, με σκοπό –όπως εξηγούσε- να ξαναδώσει στη γλώσσα τη ζωή της, που την είχε χάσει από τους ναζιστές. Μέσα σε αυτή την αναζήτηση –σε ένα μεγάλο βαθμό τρελή- του συνέβησαν δύο πράγματα:

Ήθελε ένας μεγάλος γερμανός διανοούμενος, ο Χάιντεγκερ, να αναγνωρίσει το έγκλημα που είχε γίνει στη γλώσσα, και προσπάθησε μέσω των γνωριμιών του να τον συναντήσει, γιατί θεωρούσε πως αν ένας μεγάλος διανοούμενος αναγνώριζε το έγκλημα που έγινε στη γλώσσα, θα μπορούσε να ξαναβρεί τη ζωή της, να γίνει κάποια, θα λέγαμε, θεραπεία στη γλώσσα.

Τελικά τον βρήκε και μάλιστα κατάφερε να τον καλέσει ο ίδιος ο Χάιντεγκερ σε μια καλύβα που είχε πάνω στον Μέλανα Δρυμό. Εκεί ο Τσέλαν του ζήτησε αυτό που ήθελε ακριβώς, αλλά λίγες μέρες μετά έγραψε ένα ποίημα στο οποίο μιλάει για την απογοήτευσή του, ότι ο Χάιντεγκερ δεν θέλησε να αναγνωρίσει με τίποτα αυτό που του ζήτησε.

Κάποιους μήνες μετά, το Μάρτη του 1970, ήταν καλεσμένος στη Χαϊδελβέργη και διάβαζε ποιήματά του στα γερμανικά. Μέσα στο ακροατήριο ήταν και ο Χάιντεγκερ, ο οποίος τον περιφρόνησε. Είχε προηγηθεί και η περιφρόνηση κάποιων γερμανών δημοσιογράφων που είπαν ότι γράφει καλή ποίηση στα γερμανικά γιατί δεν καταλαβαίνει τη γλώσσα, γιατί δεν είναι γερμανός.

Δηλαδή, όλη η διαδικασία του Τσέλαν, ήταν να μπει μέσα στο «εμείς» αυτών που μιλάνε την ίδια γλώσσα, για να επανορθώσει την ίδια τη γλώσσα. Και απ” αυτό το «εμείς» τον έδιωξαν απ’ έξω. Έξω από τη γλώσσα, έξω από το «εμείς».

Τότε ο Πάουλ Τσέλαν, μετά από αυτά τα γεγονότα, γύρισε από τη Χαϊλδεβέργη στη Γαλλία και αυτοκτόνησε πέφτοντας στον Σηκουάνα.

Λέγεται και κάτι άλλο σε αυτό το τρίτο κεφάλαιο: Το πως ο Ναζισμός βασίστηκε στο Ρομαντισμό. Η καλλιέργεια του τέλειου, που έφερε ο Ρομαντισμός. Σαν πολιτικό ρεύμα ο Ρομαντισμός, της καλλιέργειας του τέλειου, αφενός μεν το 1870 παρατηρούμε τις πρώτες ρατσιστικές τάσεις και καίγονται βιβλία ξένων στη Γερμανία. Τότε ο Χάινε, που ήταν ποιητής εκείνης της εποχής, λέει: «Εκεί που καίγονται βιβλία, κάποια μέρα θα καούν άνθρωποι».

Θεωρείται, λοιπόν, ότι αυτή η αναζήτηση του τέλειου που έδωσε σαν πολιτικό ρεύμα ο Ρομαντισμός, την ξαναπαίρνει ο Ναζισμός. Ξαναέρχεται να δώσει αυτή την τάση του τέλειου, σαν πολιτικό κίνημα. Και η τάση του τέλειου έρχεται στη σκέψη του Χάιντεγκερ το 1926 που βγάζει το βιβλίο του «Είναι και χρόνος», που μιλάει για την έννοια της πατρίδας ως τόπος, ως ρίζες, και τη θεωρεί σημαντική έννοια για τη σύσταση της ταυτότητας του είναι.

Τότε κανένας δεν το πρόσεξε, αλλά σ’ αυτή την έννοια της πατρίδας όπως την εννοεί ο Χάιντεγκερ, με την έννοια της καθαρής ρίζας της γενεαλογίας, της καθαρότητας του αίματος, βασίστηκε ιδεολογικά ο Ναζισμός, και μέσα σ’ αυτή γλίστρησε όλος ο γερμανικός λαός.

Το τέταρτο κεφάλαιο, το οποίο ίσως είναι το κεντρικότερο στο βιβλίο, λέγεται «Αντίσταση μέσα στη γλώσσα». Η αντίσταση με τη γλώσσα. Με την έννοια ότι όταν κάποιος ζήσει ανείπωτες τραυματικές καταστάσεις που κινδυνεύει και η ζωή του, εκείνο που του επιτρέπει να επιβιώσει, είναι το ότι θα μπορέσει να μαρτυρήσει κάποια στιγμή όσα έζησε, το γεγονός ότι θα μοιραστεί αυτό που έζησε με άλλους.

Η ελπίδα να μαρτυρήσουμε κάτι σε άλλους, μπορεί να μας επιτρέψει να επιβιώσουμε. Εδώ μπορεί να γίνει μια αναφορά και στο βιβλίο Block 25 τη μαρτυρία ομηρίας της Καρολίνας  Ναχμούλη – Γαβριηλίδου, μητέρας του εκδότη Γαβριηλίδη, που κράτησε ημερολόγιο και επιβίωσε.

Οπότε αυτό το κεφάλαιο μιλάει για τη μαρτυρία, και σε πάρα πολλούς που έγραψαν τις μαρτυρίες τους, όπως ο Primo Levi, και πολλοί άλλοι.

Λίγο μετά, υπάρχει ένα υποκεφάλαιο με τίτλο «Περιχάραξη του άφατου» καθώς πολλές φορές η μαρτυρία, δεν καταφέρνει να περάσει στο λόγο το βίωμα, και ίσως μόνο καταφέρνει να περιχαρακώσει το ανείπωτο, ώστε να μη γίνει πηγή ψυχικής καταστροφής. Και ορισμένες φορές, παρά τη μαρτυρία, δεν το καταφέρνει κι έτσι βλέπουμε τον Primo Levi και πολλούς άλλους μάρτυρες να αυτοκτονούν με την ενοχή ότι είναι ψευδείς μάρτυρες.

Άλλο ένα υποκεφάλαιο, μιλάει για το παιδικό βλέμμα και τη μαρτυρία: Ορισμένες αφηγήσεις παιδιών, δεν λειτουργούν με λόγο, αλλά μόνο με εικόνες. Το πώς με εικόνες, προσπαθούν να περιχαρακώσουν κάτι το οποίο είναι καταστροφικό. Να φτιάξουν μια εικονική γλώσσα κατά κάποιον τρόπο.

Και άλλο ένα υποκεφάλαιο μιλάει για «το ανείπωτο, σαν κληρονομιά», για όλες αυτές τις αναζητήσεις, ώστε να καταγραφούν ονομαστικά όλοι οι εξόριστοι, οι κατεστραμμένοι. Να μπορέσει να γίνει κατάλογος των χαμένων. Το όνομα σαν τάφος. Να ξανα-υποκειμενοποιηθεί ο νεκρός, με το όνομά του, και να γίνει ταφή, κάτι που αναλύει η ταινία «Ο γιος του Σαούλ», για την οποία έχουμε μιλήσει στο παρελθόv, αυτό που συμβολίζει και το μνημείο Yad Vachem στην Ιερουσαλήμ.

Και τέλος το ίδιο κεφάλαιο, «Η ποίηση σα χώρος του άφατου» το οποίο αναφέρεται σε πολλούς ποιητές, που με την ποίηση προσπαθούν να αντισταθούν σε αυτή τη μαζική καταστροφή της ανθρώπινης διάστασης των Ναζί, που προσπαθούν να συγκρατήσουν το ανείπωτο, το άφατο, το καταστροφικό, ανάμεσα στις λέξεις. Κάπου εκεί τελειώνει το τέταρτο κεφάλαιο, που είναι, ίσως, το πιο σημαντικό του βιβλίου.

Και πάμε στο πέμπτο κεφάλαιο, το οποίο λέγεται «Αυτοεξόριστος στη γλώσσα». Και αυτό το κεφάλαιο έχει διάφορα ανοίγματα και αφορά μια προβληματική εκείνων που έχουν μία διγλωσσία, παίζει με τη λέξη εξορία, που λέγεται “exil”, αλλά αν την κόψουμε στα δύο, γίνεται «ο τέως εαυτός»(ex=τέος, il=εαυτός), όπου ο τέως εαυτός είναι εκείνος που υπήρχε στην προηγούμενη γλώσσα, και περιγράφεται πως επιβιώνει και πως γίνεται και ξένος μέσα στην καινούργια γλώσσα, μέσα στον εαυτό της καινούργιας γλώσσας.

Έχει όμως πιο πολλά κλινικά μέρη, για ανθρώπους που για διάφορους λόγους δεν μπόρεσαν να πουν τίποτα στη μητρική τους γλώσσα, άσχετο με το που ζουν, γιατί η μητρική γλώσσα συνδέεται με τρομερά βιώματα. Και μπορούν σε μια γλώσσα στην οποία εξορίστηκαν, να πλησιάσουν να πουν κάποια πράγματα.

Και αυτό το κεφάλαιο προσπαθεί να περιγράψει μέχρι που αυτό μπορεί να συμβεί και να φέρει αποτελέσματα και μέχρι που αδυνατεί. Και πως η ίδια η μεταβίβαση (που χαρακτηρίζει την ψυχαναλυτική διαδικασία και μέσα από την οποία ο αναλυόμενος επενδύει τον ψυχαναλυτή με διάφορα συναισθήματα που μεταφέρει, ασυνείδητα, από τις μορφές τις παιδικής του ηλικίας) κάνει το μεταφραστή.

Το επόμενο κεφάλαιο με τίτλο «Το ανείπωτο μέσα στη ψυχανάλυση», περιγράφει πως αναδύονται μέσα στην ψυχανάλυση, βιώματα που έχουν κρατηθεί έξω από τη μνήμη, στο ασυνείδητο.

Και το τελευταίο κεφάλαιο, το οποίο είναι το πιο δύσκολο, και ίσως το πιο ενδιαφέρον επιστημονικά, περιγράφει το πώς μέσα στη μεταβίβαση λειτουργεί ένα είδος χώρου αναδημιουργίας της γλώσσας. Πως τα ανείπωτα μπορούν να βρουν λόγια, όχι μόνο από αυτά που υπάρχουν, αλλά να δημιουργήσουν και το λόγο.

Προς το τέλος αυτού του κεφαλαίου, υπάρχει ένα υποκεφάλαιο με τίτλο «Η εκδίκηση της γλώσσας», που περιγράφεται πως όταν αυτή η ψυχαναλυτική διαδικασία είναι ψευδής, τεχνητή, επιφανειακή, η γλώσσα εκδικείται, εμφανίζοντας το ψέμα. Έχει μια δική της ζωή η γλώσσα κατά κάποιο τρόπο.
Και κάπου εκεί κλείνουμε.

Η εξορία, δεν είναι μόνο γλώσσα εξορισμένη. Είναι το ανείπωτο κυρίως. Αυτό που δεν μπορεί να ειπωθεί μέσω της γλώσσας. Η εξορία είναι κάτι πέρα από τη γλώσσα, αλλά μπορεί να είναι και γλωσσική εξορία.

Τώρα, αν κρατήσουμε την έννοια μεταξύ γλωσσών, π.χ. άνθρωποι που πάνε σε μια χώρα και έχουν μια άλλη μητρική γλώσσα κλπ., αυτοί ζουν μέσα τους μια εσωτερική μάχη, μια συνεχή εσωτερική μάχη. Και δεν είναι μόνο η γλώσσα, είναι η κουλτούρα, είναι η σκέψη μαζί, που μάχονται, από τη μια και από την άλλη μεριά.

Μια από τις τάσεις στις οποίες οδηγεί αυτή η μάχη, είναι εκείνη του κλεισίματος μέσα σε ένα πολιτιστικό ή θρησκευτικό γκέτο. Αυτό μπορεί και να φτάσει ως το σημείο παραγωγής τζιχαντιστών καθώς έχει τάση να μένει έξω από την κουλτούρα της κοινωνίας που το περιβάλλει και να παράγει τη δική του. Μπορεί να φτάσει και στην τάση τού να μάχεται ενάντια σ” αυτήν την κουλτούρα και να θέλει την καταστροφή των αξιών της και την εξαφάνισή τους.
Η άλλη τάση που παρουσιάζουν κάποιοι μετανάστες είναι εκείνη τού να ξεχνούν τον προηγούμενο εαυτό τους και να επιθυμούν μόνο να γίνουν όμοιοι με τους άλλους, εκείνους της θετής τους κουλτούρας. 

Η έννοια της εξορίας αφορά το βίωμα αυτών που έζησαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, σε απάνθρωπες συνθήκες αλλά και γενικότερα όλα αυτά τα ανείπωτα που μπορεί να κουβαλάει κανείς μέσα του, όπου και να ζει, όποια γλώσσα και να μιλάει. Και όλη η ιστορία είναι, το πώς μπορούν όλα αυτά τα ανείπωτα να πάρουν μορφές μαρτυρίας, έκφρασης και μοιράσματος. Γιατί όπως έχουμε πει και παλιότερα: Αν δεν μοιράζονται τα βιώματα, χάνεται η ανθρώπινη διάσταση.-

nasikas_2

ΕΞΟΡΙΕΣ ΓΛΩΣΣΑΣ, Κώστας Νασίκας. Πρόλογος: Μπερνάρ Γκολς. Μετάφραση από τα γαλλικά: Τερέζα Βεκιαρέλλη. Σειρά: Γραφές της Ψυχανάλυσης. Εκδόσεις Γαβριηλίδης – 2017.

«Το χέρι που θα ανοίξει το βιβλίο μου μπορεί να έχει σφίξει το χέρι του δολοφόνου της μητέρας μου. […] Και θα μπορούσε να συμβεί και κάτι ακόμα χειρότερο […]. Και εντούτοις, αυτό είναι το πεπρωμένο μου: να πρέπει να γράφω ποιήματα στα γερμανικά» έγραφε ο Πάουλ Τσέλαν.

Από αυτή την εμπειρία μιας απόλυτης εξορίας ο Κώστας Νασίκας επιχειρεί μια μελέτη στη συμβολή της γλωσσολογίας, της λογοτεχνίας, της ανθρωπολογίας και της ψυχανάλυσης, που μας οδηγεί, με τρόπο μερικές φορές ιλιγγιώδη, να βυθιστούμε στον κόσμο της παλινδρόμησης, της αποπροσωποποίησης και της διαρκούς κατασκευής του εαυτού μέσω της γραφής και της γλώσσας, η οποία εκ φύσεως μας προδίδει, πολύ περισσότερο όταν πρόκειται για τη γλώσσα των προδοτών και των ­δημίων.

Αυτός ο στοχασμός τον οδηγεί στην επερώτηση τρόπων της παρουσίας του άφατου και της καταστροφής στο εσωτερικό της γλώσσας. Αναλύει ιδιαίτερα τους τρόπους επιστροφής αυτών των «παρουσιών» στο εσωτερικό της μεταβιβαστικής εμπειρίας στην ψυχανάλυση. Αυτή αποδεικνύεται προοδευτικά τόπος παλινδρόμησης της γλώσσας σε ένα σημειωτικό λουτρό που ­επιτρέπει να αναδύονται οι διαστάσεις και οι συνθήκες των απαρχών του ­χρόνου, που πλαισιώνουν τη σταθερή (ανα)κατασκευή της γλώσσας.

Ο Κώστας Νασίκας είναι ψυχαναλυτής, μέλος της Γαλλικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας (APF), διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Lyon-1 και είναι ιατρικός υπεύθυνος του «Οίκου του Εφήβου» της Λιόν. Έχει δημοσιεύσει διάφορα άρθρα και έχει επιμεληθεί μερικά βιβλία. Οργανώνει τα τελευταία χρόνια ένα ερευνητικό εργαστήρι με τίτλο «Χώροι (ανα)δημιουργίας της γλώσσας (Fabriques de la langue)», όπου συμμετέχουν γλωσσολόγοι, λογοτέχνες και ψυχαναλυτές. Ένα συμπόσιο με τον αντίστοιχο τίτλο έγινε το 2010 στην Ecole Normale Superieure της Λιόν και κυκλοφόρησε από τις Presses Universitaires de France το 2012.

nasikas_3

 

Το Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2017 στις 12.00 το μεσημέρι, στο Poems ’n crimes, Αγίας Ειρήνης 17, Μοναστηράκι, οι εκδόσεις Γαβριηλίδη διοργανώνουν την παρουσίαση του βιβλίου του Κώστα Νασίκα: ΕΞΟΡΙΕΣ ΓΛΩΣΣΑΣ.  Θα μιλήσουν οι: Όλγα Μαράτου  (ψυχαναλύτρια, Ε.Ψ.Ε.), Βασίλης Δημόπουλος (ψυχαναλυτής, Ε.Ψ.Ε.), Μανόλης Στεφανουδάκης (κλινικός ψυχολόγος, ψυχαναλυτής).  Θα παρευρεθεί ο συγγραφέας και θα συντονίσει ο Θανάσης Χατζόπουλος (ψυχαναλυτής, S.P.F.), επιστημονικός υπεύθυνος της σειράς Γραφές της Ψυχανάλυσης.

Περισσότερες πληροφορίες: τηλ.: 210 6438785.

Την Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2017, ώρα 21.00, ο Κώστας Νασίκας θα μιλήσει με θέμα: Πάουλ Τσέλαν: ανάμεσα στην πάλη για τη γλώσσα και την εξορία, στην ενότητα ομιλιών με τίτλο: ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ: Συνομιλίες.
Οι υπόλοιπες ομιλίες της ίδιας ενότητας γίνονται από άλλους ομιλητές κάθε φορά, κάθε τρίτη Τρίτη του μήνα, στον χώρο εκδηλώσεων των εκδόσεων Γαβριηλίδης, Αγ. Ειρήνης 17, Μετρό Μοναστηράκι. Η είσοδος είναι ελεύθερη στο κοινό.  Περισσότερες πληροφορίες: Κ. Αθανασιάδου (τηλ.: 210 2280366) και Θ. Χατζόπουλος (τηλ.: 210 6438785)


ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ: http://fractalart.gr/kostas-nasikas/

Advertisements