Η Πιέρα Ολανιέ για την εφηβεία: «Κατασκεύασε το παρελθόν σου»

08:20, 02 Δεκ 2013 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/144285
Edvard Munch - Puberty 1894-95

Edvard Munch – Puberty 1894-95

[…] «Κατασκεύασε το μέλλον σου». Αυτή την προσταγή που γονείς και κοινωνικό σύνολο «σιγοψιθυρίζουν» στο αυτί του εφήβου, ο αναλυτής την υποκαθιστά με μια ευχή: «Κατασκεύασε το παρελθόν σου». Ευχή και όχι προσταγή, γιατί ο αναλυτής φύσει και θέσει μπορεί να κατανοήσει τη δυσκολία αυτού του έργου. Έργο που κανείς ποτέ δεν τελειώνει και όλοι το συνεχίζουμε σ’ όλη τη ζωή μας […] Piera Aulagnier

[…] είναι στη διάρκεια της παιδικής ηλικίας που το υποκείμενο οφείλει να επιλέξει και να ιδιοποιηθεί τα συστατικά στοιχεία αυτού του κεφαλαίου μνήμης χάρη στο οποίο θα μπορέσει να υφάνει το φόντο της βιογραφίας του.

Μόνο αυτή η ύφανση μπορεί να του εγγυηθεί ότι το τροποποιήσιμο και το αμείλικτα μεταβαλλόμενο του εαυτού του, της επιθυμίας του, των επιλογών του δεν καθιστούν αυτό που έχει γίνει ξένο σε αυτό που μέχρι τώρα ήταν και ότι το «ίδιο» διατηρείται στο εγώ του, που είναι για πάντα καταδικασμένο σε κίνηση και σε διαρκή αυτομετασχηματισμό.

Το ίδιο αυτό «κεφάλαιο μνήμης» παίζει καθοριστικό ρόλο στην ανοιχτή σχέση που μπορεί ή όχι να διατηρεί το υποκείμενο με το παρελθόν του και ειδικότερα με το χρόνο της παιδικής ηλικίας, που σημαδεύεται από την παρουσία και την επίδραση των πρώτων εκείνων παραστάσεων επί των οποίων το υποκείμενο επιχείρησε μια μακρά εργασία επεξεργασίας, μετασχηματισμού, απώθησης, με αποτέλεσμα να είναι αυτό που είναι και αυτό στο οποίο εξελίσσεται.

Όσο όμως σημαντική είναι η εργασία, όσο θαμμένη, λησμονημένη, απωθημένη κι αν είναι η αφετηρία της, τόσο συνεχίζει να σημαδεύει, με τρόπο που το υποκείμενο αγνοεί, τα σενάρια της ψυχικής του δραματουργίας, γι’ αυτό και μπορεί να τα αναγνωρίζει ως έργο του και όχι ως έργο γραμμένο από έναν άλλο συγγραφέα που του επιβάλλει το ρόλο και τις ατάκες του.

Αυτό το μέρος της παιδικής ηλικίας ή του «παιδικού» που ο αναλυτής ανακαλύπτει σε κάθε υποκείμενο, αποτελεί την απόδειξη της ύπαρξης αυτού του κεφαλαίου μνήμης ή, με άλλους όρους, αυτού που παραμένει στη μνήμη μας από αυτό το παρελθόν όπου έχει τις ρίζες του το παρόν μας όπως και το γίγνεσθαι αυτού του παρόντος.

Οι αιτιακές συνδέσεις που το υποκείμενο υφαίνει ανάμεσα στο χρόνο που βιώνει, στο μέλλον που προβλέπει και στο παρελθόν είναι εν πολλοίς απατηλές, προσαρμοσμένες στον τρόπο με τον οποίο κατασκευάζει ή καλύτερα ανακατασκευάζει το χαμένο παρελθόν σύμφωνα με το παρόν που βιώνει.

Αυτό όμως που έχει σημασία είναι η διατήρηση της σύνδεσης, που εγγυάται τη συναισθηματική αντήχηση που έχει εγκατασταθεί ανάμεσα στο πρωτότυπο της βιωμένης εμπειρίας και αυτής που βιώνεται, όσο κι αν διαφέρουν η κατάσταση και η συνάντηση που την προκαλούν.

Αυτό το κεφάλαιο μνήμης, ως ζωντανή πηγή των συναντήσεων που θα σημαδέψουν τη ζωή του υποκειμένου, είναι το μόνο που μπορεί να ικανοποιήσει δύο απαραίτητες για τη λειτουργία του εγώ απαιτήσεις:

-Την εγγύηση στο πεδίο των ταυτίσεων, ορισμένων σημείων βεβαιότητας που ορίζουν για το υποκείμενο μια θέση στο σύστημα συγγένειας, στη γενεαλογική και κατά συνέπεια στη χρονική τάξη, θέση μη αλλοτριώσιμη και εκτός κάθε μελλοντικής αμφισβήτησης, όποια κι αν είναι τα γεγονότα, οι συναντήσεις και οι συγκρούσεις που θα συναντήσει,

-Την εξασφάλιση ενός φαντασιακού κεφαλαίου στο οποίο να μπορεί να προσφεύγει, χωρίς καμία επιφύλαξη, εφόσον μόνο αυτό δύναται να καταστήσει τη λέξη ικανή να εκφράζει το συναίσθημα.  

Το φαντασιακό αυτό κεφάλαιο θα αποφανθεί για ό,τι θα αποτελέσει μέρος των επενδύσεών του και ό,τι θα αποκλειστεί, για τις παραστάσεις που έλκουν την επιθυμία του και γι’ αυτές που παραμένουν σημαδεμένες από την απόρριψη, το αρνητικό, το θανατηφόρο.

Η παιδική ηλικία οφείλει ή θα όφειλε να ολοκληρώνεται μέσω της σταθερής και αναλλοίωτης ύπαρξης αυτού που προσπαθώ να προσδιορίσω με τον όρο «μοναδικό».

Είναι ακριβώς αυτή η εργασία, χάρη στην οποία ο παρελθών και χαμένος χρόνος μετασχηματίζεται και συνεχίζει να υπάρχει ψυχικά με την μορφή ενός λόγου που τον ομιλεί και μιας ιστορίας που τον κρατάει στη μνήμη, επιτρέποντας στο υποκείμενο να καταστήσει την παιδική του ηλικία ένα «πριν» που διατηρεί μία σύνδεση με το παρόν του, χάρη στην οποία το ίδιο υποκείμενο κατασκευάζει ένα παρελθόν ως αιτία και πηγή της ύπαρξής του.

Είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους ο ψυχαναλυτής δεν μπορεί να αρkεστεί στους ορισμούς που δίνουν για την εφηβεία η βιολογία ή η φυσιολογία.

Οι αλλαγές στο σώμα και στη σεξουαλικότητα είναι προφανώς σημαντικές, αλλά αυτό που διακυβεύεται, τροποποιείται, και γίνεται εμφανές στον εαυτό και στους άλλους συνοδεύεται από μια χρονική κίνηση που φέρνει την ψυχή αντιμέτωπη με μια σειρά «εκ των υστέρων» που οι συνέπειές τους θα γίνονται κάθε φορά αντιληπτές ως απόδειξη της διαφοράς μ’ αυτό που ήταν το υποκείμενο μέχρι τότε.

Θα πρέπει λοιπόν, όχι μόνο να αποδεχτεί κανείς αυτή τη διαφορά εαυτού προς εαυτόν, αυτή την αυτό-αλλοίωση, αλλά και να την επωμισθεί, να διατηρήσει μια σύνδεση ανάμεσα στο παρόν και στο παρελθόν και ακόμη να ανακαλύψει, ανάλογα με την κατάσταση που βιώνει, μια δυνητικότητα που καθιστά υπαρκτό αυτό το παρόν, ή, τουλάχιστον, μια αιτιότητα που δίνει νόημα στη δοκιμασία που υφίσταται.

Σ’ όλη τη διάρκεια της ύπαρξής μας, η επένδυση ενός μέλλοντος χρόνου έχει ως προϋπόθεση την ελπίδα ότι θα υλοποιηθεί μια δυνητικότητα ήδη υπάρχουσα στο εγώ, που γι’ αυτό και επενδύει αυτό το χρόνο και αυτή την ευχαρίστηση που δεν έχουν ακόμα επέλθει.

Σ’ αυτή την προοπτική που επέλεξα eδώ, θα διαχωρίσω την πορεία που ακολουθεί ο έφηβος σε δύο φάσεις:

– Μία πρώτη φάση στη διάρκεια της οποίας πρέπει να επιλεγούν και να προστατευθούν από τη λήθη τα απαραίτητα υλικά που θα συγκροτήσουν ένα «κεφάλαιο μνήμης», εγγυητή της ταυτιστικής σταθερότητας αυτού που γινόμαστε, αυτού που θα συνεχίζουμε να γινόμαστε και κατά συνέπεια της μοναδικότητας της ιστορίας και της επιθυμίας μας,

– μια δεύτερη φάση που ξεκινά τη στιγμή που το υποκείμενο έχει φέρει εις πέρας την πρώτη φάση, προετοιμάζοντας την είσοδο στην ενήλικη ζωή. Δεύτερη φάση, κατά την οποία ένας εξίσου σημαντικός στόχος οφείλει να επιτευχθεί:

η εγκατάσταση, δηλαδή, με βάση το ιδιαίτερο παρελθόν, των σχεσιακών δυνατοτήτων ενός δεδομένου υποκειμένου, του φάσματος των επιλογών αλλά και των ορίων που θα συναντήσει.

[…] Η εργασία ιστορικοποίησης  δεν μπορεί να πετύχει και η παιδική ηλικία παραμένει ένα κεφάλαιο που είναι αδύνατον να συγκροτηθεί ως τέτοιο, με αρχή και τέλος.

Αυτό που βιώνει το υποκείμενο (παιδί, έφηβος, ενήλικος) παραμένει για πάντα συνδεδεμένο με ερμηνείες που αποκτούν νόημα μόνο αν υποκείμενο και αντικείμενο εξακολουθούν να τοποθετούνται στις ταυτιστικές θέσεις που κατείχαν στο μακρινό εκείνο παρελθόν, όταν δομήθηκε η σχέση τους.

Αυτή όμως η ατελής εργασία ιστορικοποίησης αποκαλύπτει τα όρια και τις ελλείψεις της και στην αντίθετη περίπτωση.

Η υπερβολική λειτουργία της απώθησης διευρύνει και πυκνώνει το πέπλο της αμνησίας.

Προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος μια απωθημένη παράσταση, προσπαθώντας να βρει πρόσβαση, να συμπαρέσυρε το σύνολο των απωθημένων παραστάσεων, το υποκείμενο υποχρεώνεται να αποεπενδύσει με ενεργητικό τρόπο κάθε ανάμνηση που, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, θα μπορούσε να συνδεθεί με σχεσιακές στιγμές που δεν ξέρουμε ποιες άλλες αναμνήσεις θα ξυπνούσαν.

Εάν η πρώτη περίπτωση μας παραπέμπει στην ψύχωση και στη σύγχυση των χρόνων που τη χαρακτηρίζει, η δεύτερη περίπτωση συναντάται σε υποκείμενα που μας εκπλήσσουν με την αδιαφορία που εκδηλώνουν για την παιδική τους ηλικία, δηλώνοντας εξαρχής ότι δεν διατηρούν παρά καθόλου ή ελάχιστες αναμνήσεις.

Το ίδιο ισχύει και για το χρόνο της ζωής τους πριν από τη συνάντηση μαζί μας.

Όχι ότι δεν είχαν εμπειρίες αγάπης ή οδύνης, αλλά γιατί όλα συμβαίνουν σαν η ανάμνηση των εμπειριών αυτών να κυλά μέσα από τα χέρια τους σαν άμμος.

Σε ορισμένους, αυτή η συνεχής «απώλεια» του βιώματός τους αντισταθμίζεται από ένα μηχανισμό υπερ-επένδυσης των στόχων τους, που είναι όμως εξαιρετικά βραχυπρόσθεσμοι: το παρελθόν δεν αφορά παρά ένα πολύ κοντινό παρελθόν, το ίδιο συμβαίνει και με το μέλλον.

Είναι μια άμυνα συχνά πολύ αποτελεσματική, που πάντα σημαδεύεται από την πεποίθηση ότι κάθε «αναμενόμενο» όταν πλέον επιτευχθεί θα μπορούσε να αποκαλύψει την εφήμερη φύση κάθε ευχαρίστησης και να αφήσει ένα ίδιο κενό μνήμης.

Όταν δεν υπάρχει, ή πάψει να υπάρχει, αυτή η άμυνα βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια εικόνα που πλησιάζει στην κατάθλιψη αλλά χαρακτηρίζεται από μια σημαντική διαφορά:

Ο καταθλιπτικός, υπερεπενδύει το παρελθόν ως χρόνο ενοχής, νοσταλγίας, πένθους, χαμένης ευτυχίας. Αυτή ακριβώς η υπερπένδυση τον χαρακτηρίζει και του στερεί την αναγκαία λιβιδινική ποσότητα για να επενδύσει το μέλλον ως φορέα αλλαγής.

Στις περιπτώσεις στις οποίες αναφέρομαι, το υποκείμενο εγκαθίσταται σε μια κατάσταση που είναι κοντά με μια πρώτη φάση, μικρής διάρκειας που μπορεί να περάσει απαρατήρητη, την οποία συναντάμε πριν από την εγκατάσταση ανοιχτής ψύχωσης.

Είναι μια κατάσταση που χαρακτηρίζεται από τη δυσκολία που αισθάνεται το υποκείμενο να επενδύσει κάθε νέο στόχο στο όνομα ενός είδους υπερβολικής διαύγειας σε σχέση με την απογοήτευση που ακολουθεί κάθε πραγματοποίηση επιθυμίας.

Για το λόγο αυτόν, θα μας πει, αρνείται όσο μπορεί να κάνει μια επένδυση η οποία είναι καταδικασμένη πολύ γρήγορα να τον απογοητεύσει. Πρόκειται για έμμεση απόδειξη της αλληλεξάρτησης που υπάρχει ανάμεσα στην επένδυση του παρελθόντος και του μέλλοντος χρόνου.

Η αδυναμία κεφαλαιοποίησης στη μνήμη παραστάσεων σχεσιακών στιγμών που αποτέλεσαν πηγή ευχαρίστησης, θα προβάλλει πάντα τη σκιά της με τη μορφή μιας υπόσχεσης που δικαιολογεί και έλκει την αναζήτηση ευχαρίστησης και προσφέρεται ως στόχος της επιθυμίας (και του αιτήματος μέσω του οποίου το εγώ την εκφράζει) ο χρόνος της παιδικής ηλικίας να συγκροτηθεί ως παρελθόν αλλά ένα παρελθόν χωρίς συναισθήματα.

Δεν θα βρούμε ούτε στο πεδίο της ευχαρίστησης αλλά ούτε και σε αυτό της οδύνης, την ανάμνηση επικών στιγμών, από μάχες που χάθηκαν ή κερδήθηκαν, στιγμές όπου μπορεί να προσκολληθεί η μνήμη, να επιστρέφει κατά καιρούς και να τις επενδύει ως απόδειξη ότι πράγματι βιώθηκε μια ιστορία που αξίζει να κρατήσουμε, να επαναφέρουμε, να διηγηθούμε.

Για μακρύ διάστημα κατά την ανάλυση αυτών των υποκειμένων δυσκολευόμαστε να βρούμε στο λόγο τους το ίχνος του «παιδικού», τα λόγια που θα μπορούσαν να δώσουν φωνή στο παιδί που υπήρξαν:

Αυτό το παιδί ούτε το αγαπούν ούτε το μισούν, τους είναι αδιάφορο, έχουν αποχωριστεί απ’ αυτό. Στην καλύτερη περίπτωση μιλούν γι’ αυτό με ουδετερότητα ούτε καλοπροαίρετη ούτε κακοπροαίρετη.

Ακούγοντάς τους έχουμε κάποιες φορές το αίσθημα ότι το εγώ τους δεν μπορεί να σκεφτεί το δικό του παρελθόν παρά μόνο ενδοβάλλοντας αναδρομικά στο παιδί την κρίση ενός ενήλικου, τελείως ξένου στον κόσμο μιας παιδικής ηλικίας, όπου δεν κατοίκησε ποτέ.

Η απόσταση που συνοδεύει κάθε αφήγηση ενός γεγονότος αυτής της εποχής το απογυμνώνει από κάθε συναίσθημα.

Οι δύο ιδιαίτερες εργασίες της εφηβείας θα έχουν γ’ αυτά τα υποκείμενα διαφορετικό πεπρωμένο.

[…] Εάν η κίνηση και η αλλαγή αποτελούν απόδειξη ότι ένα σώμα και ένας κόσμος συνεχίζουν να υπάρχουν και να αποτελούν μέρος των έμβυων όντων, το ίδιο ισχύει και για το ψυχικό σύστημα του οποίου η ζωή εκδηλώνεται μέσω της διαδοχής ταυτιστικών κινήσεων που συμβαδίζουν με μια τροποποίηση του σχεσιακού χώρου, προκειμένου να τον διατηρήσουν με μια μορφή επενδύσιμη από τα δύο του ερείσματα, σώμα και κόσμο.

Σ’ αυτή την εργασία, αναδιοργάνωσης που εκτυλίσσεται σιωπηλά, οφείλουμε το αίσθημα, εν μέρει απατηλό, ότι τίποτα δεν αλλάζει στον τρόπο που επενδύουμε ό,τι αγαπάμε.

Συνεπώς, ο χώρος των σχεσιακών δυνατοτήτων εξαρτάται από το σύνολο των ταυτιστικών θέσεων που το εγώ καταλαμβάνει, διατηρώντας τη βεβαιότητα ότι παραμένει ίδιο, ότι αναγνωρίζει και θα συνεχίσει να αναγνωρίζει τον εαυτό του σ’ αυτό το τροποποιημένο εγώ που έχει γίνει ή πρόκειται να γίνει.

Αντιστρόφως, θα είναι αδύνατη, για το ίδιο υποκείμενο, κάθε σχέση που το ακινητοποιεί σε μια ταυτιστική θέση που δεν μπορεί να την επωμιστεί.

[…] Εάν το οικογενειακό μυθιστόρημα και οι παιδικές σεξουαλικές θεωρίες αποτελούν αυτόνομες κατασκευές του εγώ, που συνήθως τις κρατά κρυφές, και συνάμα μια πρώτη απόδειξη για το δικαίωμά του στο μυστικό που έγγυάται την απαραίτητη για τη λειτουργία της σκέψης του αυτονομία, εκείνη η άλλη ιστορία που συνγράφεται στην παιδική του ηλικία είναι μια ιστορία σχεσιακή, που αρκετά γρήγορα μαθαίνει ότι δεν μπορεί να γραφτεί παρά μόνο με τη συνεργασία ενός άλλου συγγραφέα.

Για το λόγο αυτόν, είναι για το εγώ απαραίτητο ο άλλος να μην του στερήσει την εμπιστοσύνη στη μνήμη του, στις αισθητηριακές του μαρτυρίες, σε ένα τουλάχιστον μέρος των ερμηνειών που έδωσε στον εαυτό του σχετικά με τα συναισθήματα που συνόδευαν κάποιο ιδιαίτερα σημαντικό για την ψυχή του γεγονός.

Μ’ αυτό το τίμημα, το παιδί θα μπορέσει να αποκτήσει την πεποίθηση ότι μία σχέση υπήρξε, κι ότι τα δυο μέλη της μπόρεσαν να μοιραστούν εμπειρίες χαράς και οδύνης΄  με άλλους όρους, ότι η μνήμη του είναι σίγουρη ότι θα βρει το συμπλήρωμά της στη μνήμη του άλλου, ότι μια διπλή επένδυση θα εγγυηθεί τη μονιμότητα, την αξία, την αλήθεια των στοιχείων εκείνων που αποτελούν άξονα και υποστήριγμα της κατασκευής της.

Απαραίτητη προϋπόθεση, για να επενδύσει κανείς θετικά το σχεσιακό του παρελθόν, αποτελεί η επένδυση αυτού του παρελθόντος από τον άλλο πόλο της σχέσης.

Η ικανότητα του υποκειμένου να κλείσει τους λογαριασμούς του με την παιδική ηλικία και εξ αυτού να δεχτεί την «πτώση» της, απαιτεί, όπως είδαμε, την επένδυση των αναμνήσεων που διατήρησε, γεγονός όμως που απαιτεί επίσης ότι ο σχεσιακός αυτός χρόνος γίνεται μνήμη επενδεδυμένη από τους δύο.

[…] «Κατασκεύασε την παιδική σου ηλικία ως παρελθόν». Θα μπορούσαμε να γενικεύσουμε αυτή την προσταγή, να τη θεωρήσουμε ως ευθύνη που επωμίζεται το εγώ από την αρχή μέχρι το τέλος της πορείας του.

Εργασία δύσκολη όσο και ριψοκίνδυνη, στο βαθμό που οφείλει να  διατηρεί την επένδυση σ’ αυτό που ήταν και δεν είναι πια και ταυτόχρονα να επενδύει προκαταβολικά αυτό που δεν είναι ακόμα.

[…] το εγώ δεν μπορεί να κατανοήσει τον εαυτό του, να τον σκεφτεί, να τον επενδύσει, παρά μόνο μέσα από σχεσιακές παραμέτρους.

Για το λόγο αυτόν το «εγώ που γίνεται σκέψη και παρελθόν» είναι επίσης και πάντα το κατάλοιπο μιας σχεσιακής στιγμής […]

(Αποσπάσματα από το βιβλίο Ψυχανάλυση και εφηβεία – Κλινικά και θεωρητικά ορόσημα. Κεφάλαιο: Κατασκευάζοντας ένα παρελθόν δ’ εαυτόν, της Πιέρα Ωλανιέ (σελ. 327 – 375). Επιμέλεια: Γεράσιμος Στεφανάτος. Κείμενα: Συλλογικό έργο. Επιμέλεια σειράς: Γεράσιμος Στεφανάτος. Εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2013)

Ποια τα σημεία αναφοράς και ποια τα κλινικά και θεωρητικά ορόσημα του ψυχαναλυτή στο ταξίδι του με τον έφηβο , στη χάραξη του πλου, στην τέχνη και την τεχνική της όποιας συμπόρευσης μαζί του;

Ταξίδι επισφαλές και αδύνατη συμπόρευση, γιατί το ερώτημα που θέτει ο έφηβος, ακόμη και μέσα από την παθολογία του, είναι σε τελευταία ανάλυση ερώτημα ηθικής τάξεως και ως εκ τούτου σε μεγάλο βαθμό αναπάντητο: «Γιατί να ζήσω σε ένα κόσμο ενηλίκων που δεν διάλεξα και που όσα αφειδώς μου υποσχέθηκαν, τώρα τα διαψεύδουν και μου τα αρνούνται;».

Είναι σημαντικό η πρόκληση του εφήβου να βρει ανταπόκριση, να μη χαθεί στο κενό, να μην προσκρούσει στο σκληρό τείχος του επαγγελματικού κομφορμισμού, ούτε να ακυρωθεί από την κινουμένη άμμο της άνευ ορίων κατανόησης και των άμετρων επιδιορθωτικών προθέσεων θεραπευτών, εκπαιδευτικών και γονέων.

Για να βρει ο έφηβος τις ατομικές του συντεταγμένες πρέπει να τολμήσει, αλλά και να του επιτραπεί να αντιπαρατεθεί, ώστε αντιπαρατιθέμενος να μπορέσει να διαπραγματευθεί μέσω ενός «άλλου» την δική του σεξουαλικότητα, καταστροφικότητα και δημιουργικότητα.

Το ανά χείρας βιβλίο συγκεντρώνει κλασικά κείμενα και σημαντικές ψυχαναλυτικές έρευνες της τελευταίας κυρίως τριακονταετίας, οι οποίες στο σύνολό τους συνιστούν, κατά γενική αποδοχή, ένα βασικό θεωρητικό και πρακτικό πλαίσιο αναφοράς για την κατανόηση των ψυχικών διεργασιών της εφηβείας και για την ψυχαναλυτική εργασία με εφήβους. Αυτό ήταν και το κριτήριο επιλογής.

Οι μεταγενέστερες συνεισφορές του Αγκοστινί, του Ρασιάλ, της Μπρονστάιν και του Στεφανάτου που προστέθηκαν, σχολιάζουν και διευρύνουν τη βασική θεματική. Μέσα από την αλληλουχία των κειμένων και την παρουσίασή τους, σκιαγραφείται σε αδρές γραμμές η ιστορία της σχέσης ψυχανάλυσης και εφηβείας και αναδεικνύεται η επίδραση της σκέψης του Φρόυντ , της Άννας Φρόυντ, της Μέλανι Κλάϊν, της Πιέρα Ωλανιέ και, εμμέσως, του Λακάν στις διάφορες σύγχρονες θεωρητικοποιήσεις για την εφηβεία.

Οι συγγραφείς των κειμένων του βιβλίου εκτός του Σίγκμουντ Φρόυντ είναι οι Ντομινίκ Αγκοστινί, Φιλίπ Γκυτόν, Εβελύν Κεσταμπέργκ, Ρεϋμόν Καν, Φρανσουά Λαντάμ, Εγκλέ Λόφερ, Μόζες Λόφερ, Πέτερ Μπλός, Καταλίνα Μπρονστάιν, Ζαν-Λυκ Ντοννέ, Ντόναλντ Ουίννικοτ, Ζαν-Ζακ Ρασιάλ, Γεράσιμος Στεφανάτος, Άννα Φρόυντ, Πιέρα Ωλανιέ.

Εκτός δύο κειμένων, τα υπόλοιπα μεταφράζονται για πρώτη φορά στα ελληνικά από την εκδότρια Εύα Καραϊτίδη και επαγγελματίες του χώρου της ψυχανάλυσης και της εφηβείας: Αμαλία Ατσαλάκη, Νέλλυ Γεωργούδη, Πέτρος Κεφάλας, Μανώλης Κωνσταντόπουλος, Εύα Λεωνίδη, Ελίζα Νικολοπούλου, Γεράσιμο Στεφανάτο, Νάνσυ Ταλούμη, Λουκία Τσαρούχη, Τέσσα Χατζηγιάννη-Στεφανάτου.

(*έργο του Edvard Munch – Puberty 1894-95, The National Museum of Art, Archtecture and Design)

Σχετικά Άρθρα

03/05/2013
03/04/2013
10/11/2012
Advertisements