Επιβίωση ή μη μονιμότητα των λογοτεχνικών έργων. Του Φερνάντο Πεσσόα

08:28, 06 Μαρ 2013 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/121763

Η τέχνη ενός έθνους, στο μέτρο που είναι προσαρμοσμένη σ’ ένα περιβάλλον πραγματικά εθνικό, δεν θα περάσει τα σύνορα του χώρου, παρά μόνο με τη νεφελώδη φήμη των λεγομένων, και τα σύνορα του χρόνου, παρά μόνο στο μέτρο που το κληρονομούμενο εθνικό ένστικτο θα είναι πλησίον του ανθρώπινου έμφυτου ενστίκτου, του κοινού σε όλους τους τύπους των εθνών και πολιτισμών. Να γιατί η ελληνική τέχνη είναι τόσο ριζωμένη στη γη του Χρόνου. Γιατί η αρχαία Ελλάδα ήταν από όλα τα έθνη εκείνο του οποίου το συστατικό προσαρμοζόταν πολύ στενά στους πολιτισμικούς και μορφωτικούς νόμους. Ακόμη και ως εθνική, η τέχνη της ήταν οικουμενική και αιώνια. Από τότε (;) το εθνικό και το αιώνιο διασταυρώθηκαν στην Ελλάδα.

Μερικά έργα πεθαίνουν γιατί δεν αξίζουν τίποτα. Αυτά, αφού πεθαίνουν νωρίς, είναι σαν να είχαν πεθάνει πριν γεννηθούν.

Άλλα έχουν τη σύντομη διάρκεια που τους χαρίζει η έκφραση της ψυχικής διάθεσης ή της περαστικής μόδας της κοινωνίας. Πεθαίνουν σε μικρή ηλικία. Άλλα, μεγαλύτερης σημασίας, συνυπάρχουν με μιαν ολόκληρη εποχή της χώρας, της οποίας τη γλώσσα χρησιμοποιούν, και όταν αυτή η εποχή τελειώσει, τελειώνουν κι αυτά.

Τούτα πεθαίνουν στην εφηβεία της φήμης και δεν ξεπερνούν τη νεότητα στην αιώνια ζωή της δόξας. Άλλα επίσης, επειδή εκφράζουν βασικά πράγματα του πνεύματος της χώρας τους ή του πολιτισμού που τους κυβερνά, διαρκούν τόσο όσο διαρκεί αυτός ο πολιτισμός.

Αυτά φθάνουν την ανδρική ηλικία της παγκόσμιας δόξας. Άλλα όμως, επιζούν του πολιτισμού του οποίου τα αισθήματα εκφράζουν.

Αυτά φθάνουν στην ωριμότητα μιας ζωής όχι πιο θνητής από των θεών, που έχουν αρχή, αλλά όχι τέλος, όπως ο Χρόνος. Και είναι υποταγμένα μόνο στο τελικό μυστήριο που το Πεπρωμένο φυλάει για πάντα καλυμμένο.

Το ανωφελές της κριτικής:

Δεν έχει σπουδαία σημασία να πει κανείς με έμφαση ότι ένα αριστούργημα καταλήγει πάντα να γνωρίσει την επιτυχία, αφού πρόκειται για ένα πραγματικά καλό έργο, και μάλιστα αν το «να γνωρίσει την επιτυχία» σημαίνει να γίνει δεκτό στον καιρό του.

Είναι αλήθεια ότι ένα αριστούργημα καταλήγει πάντοτε να αναγνωρισθεί μετά από καιρό, όπως επίσης είναι αλήθεια ότι ένα έργο δεύτερης σειράς αναγνωρίζεται πάντοτε στον καιρό του.

Πώς, λοιπόν, ο κριτικός μπορεί να κρίνει; Ποιές είναι οι απαιτούμενες ιδιότητες όχι του λεγόμενου κριτικού αλλά αυτού στο οποίο είναι πράγμαται αρμόδιος;

Η γνώση της τέχνης ή της φιλολογίας του παρελθόντος, η εκλεπτυσμένη επιθυμία από αυτή τη γνώση, ένα πνεύμα αμερόληπτο και εχέφρον.

Ένα προσόν λιγότερο και αυτό θα απέβαινε μοιραίο στην καλή άσκηση των ιδιοτήτων ενός κριτικού. Ένα περισσότερο θα ήταν το δημιουργικό πνεύμα και κατά συνέπεια η ατομικότητα. Η ατομικότητα όμως σημαίνει εγωκεντρισμό και μια βέβαιη αδιαφορία για τα έργα των άλλων.

Αλλά μέχρι που πηγαίνει η αρμοδιότητα του αρμόδιου κριτικού;

Ας υποθέσουμε ότι ένα έργο τέχνης πραγματικά πρωτότυπο φθάνει στα μάτια του. Πώς θα το κρίνει; Σε αντιπαραβολή με τα έργα τέχνης του παρελθόντος; Εάν είναι πρωτότυπο, θα απομακρυνθεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο –και όσο πιο πρωτότυπο είναι, τόσο μεγαλύτερη θα είναι και η διαφορά- από τα έργα του παρελθόντος.

Στο μέτρο που παίρνει τις αποστάσεις του, δεν θα φαίνεται σύμφωνο με τον κανόντα περί αισθητικής που ο κριτικός έχει ήδη στο μυαλό του.

Κι αν η πρωτοτυπία αντί να είναι απλή παράβαση των παλαιών κανόντων, τους θέτει σε χρήση σύμφωνα με τις πιο εποικοδομητικές αρχές –όπως ο Milton χρησιμοποίησε τους Αρχαίους-, ο κριτικός θα εκλάβει αυτή τη βελτίωση για πρόοδο ή θα ισχυρίζεται ότι η χρήση αυτών των κανόνων δεν είναι τίποτε άλλο παρά μόνο μίμηση;

Θα βλέπει καλλίτερα τον κτίστη από τον χρήστη των υλικών του κτίσματος; Γιατί θα προτιμήσει να κάνει τούτο αντί κάτι άλλο καλλίτερο;

Απ’ όλα τα στοιχεία, κανένα δεν είναι δυσκολότερο να καθορισθεί σε ένα έργο από την ικανότητα να οικοδομείς… Συγχώνευση των στοιχείων του παρελθόντος; Ο κριτικός θα την δει;

Ποιός θα μπορούσε να πιστέψει ότι εάν δημοσιεύονταν σήμερα ο Χαμένος Παράδεισος ή ο Άμλετ, τα Σονέτα του Shakespeare ή του Milton, θα τοποθετούνταν πιο ψηλά από την ποίηση του κ. Kipling ή του κ. Noyes  ή του οποιοδήποτε άλλου του ίδιου σιναφιού;

Είναι ανόητος αυτός που μπορεί να πιστέψει κάτι τέτοιο. Η έκφαση είναι σκληρή, λίγο φιλόφρων, αλλά έχει ως μόνο σκοπό την αλήθεια.

Ακούμε να λέγεται από όλες τις πλευρές ότι η εποχή μας έχει ανάγκη από ένα μεγάλο ποιητή. Το μεγάλο κενό όλων των μοντέρνων εγχειρημάτων γίνεται περισσότερο αισθητό απ’ ότι δεν συζητιέται. Εάν αυτός ο μεγάλος ποιητής εμφανιζόταν, θα υπήρχε κάποιος να τον προσέξει;

Ποιός ξέρει αν δεν έχει ήδη εμφανιστεί; Το κοινό βλέπει οι εφημερίδες να αναγγέλλουν τα έργα αυτών που η επιρροή και οι φιλίες τούς έχους κάνει διάσημους ή των οποίων η κατώτερη ποιότητα τους έχει κάνει δεκτούς από τα πλήθη.

Ίσως ο μεγάλος ποιητής έχει ήδη εμφανιστεί. Το έργο του θα έχει γίνει αντικείμενο ενός σύντομου σημειώματος: «Κυκλοφόρησε», στην συνοπτική βιβλίογραφία ενός οποιουδήποτε κριτικού περιοδικού.

(Αποσπάσματα από το βιβλίο του Φερνάντο ΠεσσόαΟ δρόμος του φιδιού, Εκδόσεις Αρμός, Μετάφραση – Eπιμέλεια: Γιάννης Σουλιώτης)


«Ο δρόμος του φιδιού» είναι μιά πραγματεία μύησης στην γνώση, είναι ένα παζλ που συνθέτει ο Γιάννης Σουλιώτης από γνωστά και ανέκδοτα κείμενα του Φερνάντο Πεσσόα που καλούν στον δρόμο της γνώσης, τον δρόμο που διάνυε ο Πεσσόα σαν τον Οδοιπόρο του, παραμυθούμενος για λίγο ή περισσότερο με γοητευτικές συναναστροφές: με τους αρχαίους Έλληνες θεούς, την Μεταφυσική, την Αλχημεία, την Μασονία, την Καβάλα, τους Ναϊτες, τους Ροδόσταυρους, την Επιστήμη, την Τέχνη, την Θρησκεία…

Ο δρόμος, όμως, του φιδιού είναι η απόδραση έξω από τους δρόμους, μας λέει ο ποιητής, και μόνο απεκδυόμενοι κάθε φορά, όπως το φίδι τα πουκάμισά του, απόψεις, θεωρίες, συστήματα, θρησκείες, θα πλησιάσουμε λίγο πιο κοντά στην απρόσιτη και θεία Αλήθεια.

«Το παρόν βιβλίο αποτελεί ένα μικρό πεσσοανικό παζλ φτιαγμένο με θέματα που ο μεγάλος Πορτογάλος ποιητής έζησε, ένιωσε, φαντάστηκε σε όλους τους τομείς…» Γιάννης Σουλιώτης