Διονύσης Χαριτόπουλος: Το Λιμάνι του Πειραιά ήταν η πύλη της Ελλάδας

14866_1_0«Το Λιμάνι του Πειραιά ήταν η πύλη της Ελλάδας  για ταξιδιώτες και εμπορεύματα και από τα μεγαλύτερα σε κίνηση και πιο φημισμένα του κόσμου΄ μα δεν θυμίζει καθόλου τα άλλα μεγάλα λιμάνια με τη σκυθρωπή βιομηχανική όψη, τα απομονωμένα από τη ζωή της πόλης»

Το Εκ Πειραιώς του ερευνητή και συγγραφέα Διονύση Χαριτόπουλου, σαν ένα λογοτεχνικό ντοκιμαντέρ αφηγείται την ιστορία του Πειραιά από το 1955 έως το 1967 και κατά συνέπεια το στίγμα του στη σύγχρονη ιστορία όλης της Ελλάδας, με τα μάτια ενός παιδιού που μεγαλώνει γύρω από το λιμάνι του. Στις μέρες μας που το λιμάνι του Πειραιά -ένα από τα μεγαλύτερα της Ευρώπης- ξεπουλιέται «μπιρ παρά» σε ξένους, ίσως αυτό το βιβλίο αποκτά μία επιπλέον αξία και σημασία.

Επιμέλεια Κρυσταλία Πατούλη

«Το λιμάνι είναι ο κοσμοπολίτης κάθε χώρας. Ο ψυχισμός των ανθρώπων που ζουν γύρω από τα μεγάλα λιμάνια του κόσμου, Μπουένος Άιρες, Μασαλία, Πειραιά, Νάπολη, διαφέρει αισθητά από των κατοίκων της ενδοχώρας΄ σαν να ξέρουν κάτι που οι άλλοι αγνοούν. Ίσως επειδή το καθημερινό νταραβέρι με τον έξω κόσμο τους κάνει πιο ανοιχτόμυαλους, ξυράφια, καθώς βλέπουν, ακούνε και γνωρίζουν πρώτοι όσα στις παραμέσα πόλεις θα μάθουν αργότερα ή και ποτέ στη ζωή τους»

Ο Χαριτόπουλος, γέννημα θρέμμα της πόλης, δίνει μυθιστορηματικά την ανθρωπογεωγραφία του Πειραιά αυτής της περιόδου και αποτυπώνει την ψυχή του μεγάλου λιμανιού, την ταυτότητα της κάθε συνοικίας και γειτονιάς, τους χαρακτήρες των γνωστών και άγνωστων πρωταγωνιστών της πόλης, των καθημερινών ανθρώπων, όλων αυτών που σημάδεψαν την ιστορία της.

«Στον αέρα βουίζει ένας αχταρμάς διαλέκτων από όλη τη χώρα΄ άντε να συνεννοηθούν μεταξύ τους Συμιακοί, Χιώτες, Τσιριγώτες, Κρητικοί, Πειραιώτες, καθένας φωνάζει και βρίζει στη γλώσσα του και όποιος καταλάβει κατάλαβε, βάρδα μην μπλέξουν και με τους λιμανίσιους ρεμπεσκέδες και αρχίσουν τη δική τους σολομωνική»

Όπως εξομολογείται στην προμετωπίδα του βιβλίου:

«Όλα μπορείς να τα κάνεις στον Πειραιά, όλα εκτός από το να κάνεις το ζόρικο. Δεν υπήρξε πιο άγρια πόλη για πενήντα εξήντα χρόνια πριν τον δεύτερο Πόλεμο΄ τα γκαγκστεριλίκια, τα πιστολίδια, τα μπουνίδια και τα μαχαιρώματα που βλέπουμε στις ταινίες, εκείνη την εποχή στον Πειραιά συνέβαιναν στην πραγματικότητα΄ όλοι κουβάλαγαν πιστόλι αν ήθελαν τη ζωή τους, ακόμα και οι νοικοκυραίοι κοιμόντουσαν με το όπλο κάτω από το μαξιλάρι, και τις νύχτες ξέσπαγαν αληθινές μάχες μεταξύ συμμοριών, νταήδων, λαθρεμπόρων, σωματέμπορων ενώ η αστυνομία μέτραγε ανήμπορη κάθε νύχτα “άνω των τριάντα πυροβολισμών ανά πέντε λεπτά”».

Το «παιδί» του Εκ Πειραιώς, γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Πειραιά, δούλεψε σε πολλές χειρονακτικές δουλειές του λιμανιού και διηγείται τα όσα είδε, έμαθε και βίωσε.

«Πήρε το χαρτί και ανοίχτηκε στον κόσμο σαν οπλισμένος ανάμεσα σε άοπλους, αλλά χωρίς να το δείχνει».

«Ότι έκανε στο δημοτικό όταν σήκωνε χέρι ο δάσκαλος και μετά οι καθηγητές στο γυμνάσιο θα κάνει και στις δουλειές που πιάνει΄ στο πρώτο αγρίεμα του αφεντικού, στην πρώτη βλαστήμια του μάστορα θα ανοίγει την πόρτα και θα φεύγει και δεν θα γυρνάει ούτε για να πάρει τα μεροκάματα που δούλεψε».

Τι σηματοδότησε τον πειραιώτικό πολιτισμό – τρόπο ζωής, με βάση το Λιμάνι του; Η Τρούμπα, οι πρόσφυγες, οι ρεμπέτες, η φτώχεια, οι αγωνιστές του; 

«Στην Κατοχή οι Κοκκινιώτες δεν ήταν από αυτούς που κάθονται με σταυρωμένα χέρια, απόδειξαν ότι το λέει η καρδιά τους χτυπώντας τους ταγματασφαλίτες και τους Γερμανούς στα γεμάτα μα λίγο πριν την Απελευθέρωση το πλήρωσαν με το μεγάλο γερμανικό μπλόκο στις 17 Αυγούστου 1944»

«Όταν μπαίνεις στην Κοκκινιά είναι σαν να περνάς το κατώφλι χρωματιστής ζωγραφιάς από παιδικό χέρι και ξαφνικά βρίσκεσαι σε μια πεντακάθαρη ασπρισμένη αυλή, με ανάκατα μικρά προχειροφτιαγμένα σπιτάκια από ανόμοια υλικά»

«Οι Παπαστράτοι […] ξεκίνησαν το δώρο των εορτών προπολεμικά δίνοντας κάθε Χριστούγεννα από ένα μηνιάτικο».

Πάρα πολλές εκφράσεις και λέξεις που λέμε σήμερα είναι γεννημένες στους δρόμους του Πειραιά σηματοδοτώντας και τον πολιτισμό που μετέδωσαν με κάποιον τρόπο στους μεταγενέστερους.

«Όταν ο Γενίτσαρης τραγούδαγε, «εγώ μάγκας φαινόμουνα να γίνω από μικράκι / αντί σκολειό μου πήγαινα μεσ’ του Καραϊσκάκη», δεν εννοούσε το γήπεδο αλλά την πλατεία, που είχε γίνει παράδεισος για το ρεμπέτικο ασκέρι, τους μάγκες, τους λαθρέμπορους, τους γλετζέδες, τα κορίτσια της δουλειάς και το σκυλολόι του Λιμανιού»

«Χρόνια μες στημ Ντρούμπα / μαγκίτης κι αλανιάρης».

«Η Τρούμπα είναι η “κάσμπα” του Πειραιά». «ήταν όπως τότε και τώρα, τα αρχαία πονηρά σπίτια ιδιοκτησίας αξιοσέβαστων Αθηναίων επιχειρηματιών με κορίτσια και αγόρια που τα γλένταγαν ξένοι και ντόπιοι ναυτικοί, αχθοφόροι, τραπεζίτες και έμποροι».

«Όλοι σχεδόν οι τραυματισμοί και οι φόνοι κοριτσιών (της Τρούμπας) γίνονται για να παρατήσουν τη δουλειά κι όχι για να τη συνεχίσουν από το σόι τους που ντροπιάζεται ή από ερωτιάρηδες που θέλουν ντε και καλά να τις σώσουν».

«Ο μάγκας ήταν δηλωμένος αντιεξουσιαστής. Απείρως πιο αυθεντικός και γνήσιος από θεωρητικούς τραχανάδες, λιμαδόρους, μουσάτους, νούμερα, τρελαμένους, αντισυμβατικούς, κουβεντιαστούς, αφού ολόκληρη η ζωή του μάγκα είναι διαρκής σύγκρουση με την εξουσία, ένα μεγαλοπρεπές «άντε και γαμηθείτε» στην αδικία, στην ανισότητα και στον κούφιο καθωσπερπισμό αλλά, επειδή δεν ονειρεύεται να σώσει τον κόσμο ούτε έχει τίποτα να προτείνει στους υπόλοιπους, τη δική του παντιέρα σηκώνει στο τρίτο υπόγειο της κοινωνίας που ζει αποτραβηγμένος και μοναχικός σαν να έχει κρεμασμένη πάνω του πινακίδα “μην ενοχλείτε” και για να την αγνοήσεις θα πρέπει να έχεις σοβαρό λόγο αλλιώς θα υπάρξουν συνέπειες».

«Ο Ολυμπιακός είναι η μαγκιά και το νταηλίκι του Πειραιά»

«Τα λίκνα της παλιάς μαγκιάς του Πειραιά ήταν τα αμαρτωλά στέκια της Λεύκας, οι τεκέδες της Δραπετσώνας και οι σπηλιές της Πειραϊκής».

Το βιβλίο διαπερνούν μοναδικά δοσμένες χαρακτηριστικές εικόνες του Πειραιά, κυρίως μέσα από τα μάτια του ήρωα του βιβλίου, «του παιδιού», και γίνονται φανερά τα έντονα προσωπικά βιώματα του συγγραφέα αλλά και μια μεγάλη αρχειακή έρευνα, χάρη στην οποία ο αναγνώστης θα βρει πληροφορίες και γεγονότα ελάχιστα ή και καθόλου γνωστά.
 
«Στη Δραπετσώνα οι τεκέδες ήταν πάντα αβέρτα […] Στη Δραπετσώνα άναψαν τα φώτα του ρεμπέτικου […] Στη Δραπετσώνα δε φυτρώνει τίποτα.
Αν βάλεις στο χώμα μια ρίζα λουλούδι ή δεντράκι, σε λίγες ημέρες κιτρινίζει και ξεραίνεται΄ ο μολυσμένος αέρας δεν το αφήνει να ανθίσει και λες δεν γίνεται να ζήσουν εδώ άνθρωποι ή αυτοί θα φύγουν ή τα εργοστάσια, μέχρι και οι Άθλιοι του Ουγκό θα δραπέτευαν, μα οι πρόσφυγες δεν έχουν πια πού αλλού να πάνε
[…] Μπουκάρουν κάθε τόσο οι μπάτσοι με συνεργεία κατεδάφισης […] Ιδίως από το καλοκαίρι του 1960 η Μάχη της Παράγκας θα φουντώσει με συνεχείς επιδρομές μπάτσων και τους ξεριζωμένους να υπερασπίζονται τα καλύβια τους σαν παλάτια΄ […] Στις 14 Νοεμβρίου 1960 θα γίνει το μεγάλο ντου. Όπως σε στρατιωτική επιχείρηση, πάνω από χίλιοι διακόσιοι μπάτσοι με τα ματσούκια στα χέρια και το λουρί του πηλήκιου περασμένο σφιχτά κάτω από το σαγόνι, θα περικυκλώσουν τον συνοικισμό και βάζοντας μπροστά σαν τανκς τις μπουλντόζες και τους εκσκαφείς θα κάνουν την τελική έφοδο.

Στις παράγκες θα βαρέσει συναγερμός.

Αλλά τότε θα βγουν μπροστά οι γυναίκες να προστατέψουν τα νοικοκυριά τους από το ρήμαγμα και τους άντρες τους από τη μανία των εισβολέων΄ μούνταραν ίσα πάνω στους μπάτσους, τους έγδερναν τα μούτρα με τα νύχια, τους βάραγαν με ξύλα και πέτρες, τις έβλεπες και τρόμαζες που βρήκαν το κουράγιο. Το μακελειό θα κρατήσει ώρες, μα στάθηκε αδύνατο να νικήσει το μπατσαριό τις λέαινες […] Και ξαφνικά μια βδομάδα μετά έσκασε η “Δραπετσώνα”, τραγούδι και σημαία των κατατρεγμένων της χώρας, με έναν τραγουδιστή που λίγοι είχαν ακουστά. Τα τζουκμπόξ στα ουζάδικα, στα καφενεία και στα σφαιριστήρια από το Πέραμα ως την Αγια – Σοφιά, τα Καμίνια και την Κοκκινιά θρηνούσαν με τη φωνή του: “Μ’ αίμα χτισμένο κάθε πέτρα και καημός / κάθε καρφί του πίκρα και λυγμός”, να μιλάει για το σπίτι τους, για τη δική τους μαύρη μοίρα, “εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί”, για τη “Δραπετσώνα” του καθενός ξεχωριστά.

Ποιος είναι αυτός ρε;

Στο σινάφι του κανείς δεν το περίμενε από τον Γρηγόρη, μπορεί να γρατζούναγε το μπουζουκάκι, να είχε γράψει κάτι τραγουδάκια αλλά για τραγουδιστή δεν τον έκοβαν, η φωνή του ξένιζε, δεν ανήκε πουθενά, δεν είχε ξανακουστεί κάτι παρόμοιο, γι’ αυτό του κόλλαγαν, “άσ’ το, δεν κάνεις”, πολλοί χόλιασαν και πολλές κακίες ξεστόμισαν, ο Καζαντζίδης με την παρέα του γέλαγαν όταν τον άκουσαν στον Επιτάφιο, του είχε επιτρέψει να πει σε δεύτερη εκτέλεση το κινηματογραφικό “Γαρίφαλο στ’αυτί” αλλά ως εκεί τον είχε, όχι για παραπάνω΄μα, επειδή και ο Χατζιδάκις ήταν μεγάλος, ήρθε μετά και προσκύνησε και του έδωσε το πανάκριβο “Είμαι αητός χωρίς φτερά” και ο Γρηγόρης το έστειλε στον ουρανό, δεν κράτησε κακία σε κανέναν, ούτε στους ποιητές που θα τραγουδήσει και δεν κατάλαβαν ποτέ τον θησαυρό που αξιώθηκαν, ήταν πολύ λαϊκός για τα γούστα τους, πολύ λούμπεν για κάποιους γραμματιζούμενους που τα ξέρουν όλα.

Α ρε Γρηγόρη δεν σε ήθελε κανείς.
Ας είναι καλά ο Μίκης, ο μόνος που σε πίστεψε και σε δώρισε σ’ εμάς να σε έχουμε κορόνα και καμάρι μας»

Το «Εκ Πειραιώς», όπως είναι ο τίτλος, φιλοδοξεί να γίνει βιβλίο αναφοράς για το μεγάλο λιμάνι και να αγαπηθεί από όλους τους Έλληνες, καθώς αποτυπώνει με τον μοναδικό τρόπο του Χαριτόπουλου μια από τις πιο σημαντικές περιόδους της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.

«Οι επιβάτες σε άτακτα μπουλούκια σπρώχνουν και σπρώχνονται να μπουν πρώτοι, σέρνουν τα πιτσιρίκια και τα κοπανάνε χωρίς λόγο, χάνει η μάνα το παιδί και ο άντρας τη γυναίκα καθώς ορμάνε με φόρα να πιάσουν θέση στους ξύλινους πάγκους και με την ίδια φόρα πετιούνται έξω όλοι μαζί βρίζοντας μόλις ανακαλύψουν ότι διάβασαν λάθος τον προορισμό που είναι γραμμένος στον μαυροπίνακα με κιμωλία, σέρνουν μπόγους, καλάθια, νταμιζάνες με κρασί, τσάντες με φαγώσιμα, ζωντανά κοτόπουλα και περιστέρια, δίχτυα με ψώνια, τυλιγμένες κουβέρνες για ξάπλα κάτω από τα δέντρα, ξεσπάνε στους γύφτους με τα χαλιά και τα γουδιά που απλώνουν την αρίδα τους όπου γουστάρουν, τσιρίζουν οι από μέσα στους απέξω να βιαστούν μη φύγει το “παπόρι”»
 
«Στην Κοκκινιά τα μπουζούκια παίζουν εντός έδρας.

Σε αυτές τις γειτονιές γεννήθηκαν τα τραγούδια τους και, πριν πλακώσουν οι παραλήδες του Πειραιά και της Αθήνας, οι οργανοπαίχτες και οι τραγουδιστές ήταν ίδιο με τους μεροκαματιάρηδες που έρχονταν να τους ακούσουν. Ήταν λες και οι πάνω στο πάλκο κάνουν βαθιά εξομολόγηση στους κάτω και αυτοί μπαίνουν αμέσως στο νόημα και συμπάσχουν ή θυμούνται τα δικά τους’  υπήρχε μυστική συνεννόηση στον πόνο, στη φτώχεια, στον έρωτα, στην προδοσία, στην προσφυγιά, στην ξενιτιά, στον νταλγκά, στο μαράζι και όποιος ήθελε να μεταλάβει έπρεπε να ξεχάσει τα λούσα και τις κορδέλες των κοσμικών μαγαζιών και να κατέβει εδώ.

Όμως οι παραλήδες έγιναν πολλοί και, αντί να αλλάξουν τρόπο αυτοί που έρχονται εδώ, άλλαξε το μαγαζί΄ μπήκαν καλύτερα τραπεζομάντιλα και σερβίτσια, οι σερβιτόροι φόρεσαν λευκό σακάκι, μαύρο παντελόνι και παπιγιόν, στο μενού προστέθηκαν τα “ευγενή ποτά” κουαντρό, φρούμελ, τσέρι, μπανάνα, βερμούτ και πίπερμαν για τις λουσάτες κυρίες και αρκετά αργότερα ουίσκι με φρούτα ή ξηρούς καρπούς για τους κυρίους που σπάνε με το τσιγάρο τα μπαλόνια που πουλάνε τα κορίτσια του μαγαζιού, και κατά το 1963-1964 θα τους πιάσει η λύσσα να παρασταίνουν τους μάγκες που άφηναν σεμνά και πένθιμα να πέσει να σπάσει το άδειο πιάτο ή το ποτήρι τους:

“Οι καημοί που κάθε μέρα μας κουράζουνε / να διαλύσουν σαν τα πιάτα που θα σπάσουνε”, φρούμαξαν οι νέου τύπου ντερβίσηδες και άρχισαν να σπάνε επιδεικτικά ποτήρια, πιάτα και μπουκάλια, να καίνε τα χιλιάρικα, το τραπεζομάντιλο, τη γραβάτα, το σκαάκι τους, να αναποδογυρίζουν τα τραπέζια ή να ανεβάζουν πάνω την γκόμενα να κουνηθεί για να δούνε όλοι τι ουρί περπατάει και η κατάληξη θα είναι σε μερικά χρόνοια αυτοί οι κώλοι με λεφτά να καταντήσουν τα μπουζουξίδικα κέντρα πολυτελείας γι’ αυτούς και τους ομοίους τους, ο κοσμάκης να μείνει αναγκαστικά έξω και οι μάγκες να τα αποστρέφονται, και εξαιτίας των πελατών τους να τα λένε “κωλάδικα”».

*Αποσπάσματα από το μυθιστόρημα: Διαδρομή 1947-1967, του Διονύση Χαριτόπουλου, Εκ Πειραιώς, Εκδόσεις Τόπος – 2012

Δεκαπέντε χρόνια μετά τη μνημειώδη βιογραφία του Βελουχιώτη, με τον τίτλο «Άρης, ο αρχηγός των ατάκτων», που έχει υπερβεί θεαματικά κάθε ρεκόρ πωλήσεων στο είδος της ο Διονύσης Χαριτόπουλος επανήλθε με αυτό το μυθιστόρημα σε άλλη μια μεγάλη του αγάπη: τον Πειραιά.