Δε θα ξεχάσω όσους αγάπησα κι όσους με αγαπήσανε _ Νίκος Κούνδουρος

04:07, 14 Ιουλ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/100439

*Η ταινία έτρεχε μ’ όση δύναμη είχαν κανονίσει αυτοί που έφτιαξαν τη μηχανή. Τώρα θα σπάσει, σκέφτηκα και δεν έκανα τίποτα να τη σταματήσω.

[…] Και ήμουν εγώ αυτός που έπαιζε με τα κουμπιά της μηχανής. Εγώ έσβηνα τον ήχο, εγώ έκανα την εικόνα να τρέχει σαν παλαβή, εγώ με μια κίνηση θα τα σταματήσω όλα σε μια παγωμένη νεκρή στιγμή, και με μια ακόμα μικρή κίνηση στο κουμπί θα κάνω την εικόνα να ξεκινήσει πάλι, με μανία λες, άνθρωποι και μηχανές, αυτοκίνητα και ποδήλατα…

[…] Η μνήμη, χαλαρή, κάνει τα πάντα να σμίγουν σε μια γιορτή, απρόσιτη στους άλλους, στημένη μόνο για μένα. Αφήνω μια εικόνα και πιάνω την άλλη που θα την αφήσω κι αυτή στη μέση, σαν τα ριζίτικα τραγούδια της Κρήτης που οι τραγουδιστάδες δε λένε ποτέ τον τελευταίο στίχο, γιατί κάθε τέλος σέρνει μαζί του θλίψη.

[…] Αναγνώστη, όποιος και να ‘σαι. Το είπα από την αρχή και σ’ το ξαναλέω. Δεν είναι λάθος ούτε βιασύνη ούτε σάλεμα του νου η αταξία σε τούτα τα γραφτά. Είναι ηθελημένη. Και όταν μίλησα για σπαράγματα στο υπόγειο κάποιου μουσείου αυτό θέλησα να πω.

Κάθε χτύπημα στη γη με το σκεπάρνι του αρχαιολόγου, κάθε κομμάτι μάρμαρο ή κεραμικό που έκρυβε η γη στα σπλάχνα της είχε δικαίωμα στον ίδιο σεβασμό, γιατί κάποτε ένα χέρι ανθρώπινο το κράτησε, ένας νους το ‘χε πλάσει στον πηλό ή το ‘χε σμιλέψει στο μάρμαρο.

Έτσι σκεφτόμουν τότε έτσι σκέφτομαι και τώρα. Κάθε γραμμένη αράδα στα κιτρινισμένα πια φύλλα που ανασύρθηκαν από τα συρτάρια και τα χαρτονένια κουτιά, κάθε ξεχασμένη κουβέντα που ειπώθηκε και γράφτηκε τότε, κάτι έπρεπε να σημαίνει.

Ο φόβος της οριστικής λησμονιάς με τρόμαξε. Εγώ δεν έχω χώμα για να σκάψω, σκάβω και ανασκαλεύω τα χαρτιά και τα λόγια.

Όμως μια αδιόρατη μελαγχολία μου κάνει παρέα στην τρίχρονη περιπέτειά μου, και τώρα που αρχίζω να βλέπω κάποιο τέλος θέλω να πω και τούτο. Νιώθω μια σχεδόν χριστιανική συγνώμη, για ανθρώπους και πράγματα, ο χρόνος σοφός και αδυσώπητος βάζει τη δικιά του τάξη χωρίς να ρωτάει και χωρίς να περιμένει απάντηση. Σας χαιρετώ.

[…] Εδώ τελειώνω. Απότομα, όπως το άρχισα τούτο το συναξάρι της ζωής, μισό αληθινό και μισό ψεύτικο. Έτσι καθώς ταιριάζει στο νου μου, που έμαθε να φτιάχνει ιστορίες και παραμύθια με ανθρώπους και φαντάσματα.

Γιατί η αλήθεια η δικιά μου είναι μόνο δικιά μου και τις αλήθειες των άλλων πάλι εγώ τις αλέθω όπως θέλω, και όπως με βολεύει.

Βοηθάει και η θολούρα τόσων χρόνων και η ύπουλη μνήμη που δε ρωτάει, παίζει τα δικά της παιχνίδια, διαλέγει ό,τι θέλει και τα άλλα τα πετά στην αιώνια και οριστική λησμονιά.

Μια μυστηριακή δύναμη αποφασίζει, χωρίς να με ρωτήσει, χωρίς να τυραννιέται από αμφιβολίες και πισωγυρίσματα. Όμως δε θα ξεχάσω όσους αγάπησα κι όσους με αγαπήσανε.

Ένας αρχαίος σεβασμός τους προστατεύει και με προστατεύει από τη λησμονιά. Ζήστε για να μας θυμάστε, πάλι η κουβέντα της μάνας. Μείνε ήσυχη μάνα, σκέφτηκα τότε. Και τώρα το ίδιο σκέφτομαι.

Μείνε ήσυχη μάνα.

Νίκος Κούνδουρος
1η Απρίλη 2009


*Ήταν ένα απόσπασμα, από τον επίλογο του βιβλίου «Ονειρεύτηκα πως πέθανα«, του σκηνοθέτη και συγγραφέα Νίκου Κούνδουρου, των εκδόσεων Ίκαρος.

Δεν γινόταν να επιλέξω κάποιο άλλο μέρος αυτού του βιβλίου, να κόψω, δηλαδή, στη μέση την αφήγηση ή να κάνω «διάλειμμα» σε αυτήν την 60χρονη πορεία αγωνιστικών, όσο και καλλιτεχνικών βιωμάτων, με γεγονότα και πρόσωπα που ο συγγραφέας, εκεί, μπροστά σου, προβάλει σε γραπτή οθόνη…

Σε αυτό το προσωπικό, όσο και ιστορικό ντοκιμαντέρ, ο σκηνοθέτης, θα κάνει ζουμ στην Σύγχρονη Ιστορία της Ελλάδας, γραμμένη με αληθινά, όσο και ιστορικά πρόσωπα που άφησαν ανεξίτηλο αποτύπωμα στο πέρασμά τους, όχι μόνο στη χώρα μας, στην Ευρώπη και στον κόσμο, μα και στον ίδιο τον αφηγητή, που ζώντας δίπλα τους, μέσω αυτού του εξομολογητικού ημερολογίου, όρμάει σαν… Κρητικός πολεμιστής να λαβωθεί την ζωή τους, μοιραία και τη δική του, απαθανατίζοντάς τες.

Το συγγραφικό του βλέμμα, είναι εκείνο που ανακαλύπτεται όταν τα χρόνια περάσουν, όταν τα… ντουβάρια κιτρινίσουν, και γι αυτό επιτρέψουν στις εικόνες, να προβληθούν ξανά ολοζώντανες και πολυδιάστατες, από ποτέ, στους τοίχους τους…

Θα ‘ταν ευχής έργον, ο αυτοβιογραφούμενος Κούνδουρος, να επιχειρήσει στο μέλλον, μια ακόμη…  επίθεση στο παρελθόν, αφού ένιωθα διαβάζοντάς το απνευστί, σαν να ‘ταν ένας γερός πρόλογος, που χαράζει και υπόσχεται συνέχεια… Κρυσταλία Πατούλη

Advertisements