Μια έλλειψη περιέργειας μάλλον αθεράπευτη… Ίρβιν Γιάλομ

15:05, 10 Μάιος 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/93855
 

«Ας του δώσουμε το απολυτήριο να τον ξεφορτωθούμε. Έχει μια έλλειψη περιέργειας μάλλον αθεράπευτη. Όπου και να σκάψει κανείς στο μυαλό του, συναντάει ένα υπόστρωμα πετρωμένων πεποιθήσεων χωρίς έρεισμα», απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Ίρβιν Γιάλομ, «Το πρόβλημα Σπινόζα», των εκδόσεων Άγρα.

Ρίχνοντας μια τελευταία ματιά στο αντίγραφο με τις φράσεις του Γκαίτε, ο Άλφρεντ όρθωσε το ανάστημά του, ανήγγειλε: «Από την αυτοβιογραφία του Γκαίτε» και άρχισε:

«Ο νους ο οποίος είχε τόσο αποφασιστική επίδραση πάνω μου και τόσο μεγάλη επιρροή στον όλο τρόπο σκέψης μου ήταν ο Σπινόζα.
Έχοντας μάταια αναζητήσει παντού, σε ολόκληρο τον κόσμο, ένα μέσο να καλλιεργήσω την παράξενη φύση μου, έτυχε τέλος να συναντήσω την Ηθική αυτού του ανθρώπου. Εδώ βρήκα ένα ηρεμιστικό για τα πάθη μου’ ήταν σαν ν’ άνοιγε για μένα μια πλατιά και απρόσκοπτη θέα αυτού του υλικού και θνητού κόσμου».

«Επομένως, Ρόζενμπεργκ», διέκοψε ο διευθυντής, «τι πήρε ο Γκαίτε από τον Σπινόζα;»
«Ε… μήπως την ηθική του;»
«Όχι, όχι. Ύψιστε Θεέ, μα δεν κατάλαβες ότι Ηθική είναι ο τίτλος του βιβλίου του Σπινόζα; Τι λέει ο Γκαίτε ότι πήρε από το βιβλίο του Σπινόζα; Τι πιστεύεις εσύ ότι εννοεί “ένα ηρεμιστικό για τα πάθη μου”;»
«Κάτι που τον ηρέμησε;»
«Ναι, εν μέρει κι αυτό. Συνέχισε όμως: η ίδια ιδέα θα ξανάρθει σε λίγο».
Για να ξαναβρεί το σημείο, ο Άλφρεντ απήγγειλε λίγο από μέσα του κι έπειτα άρχισε:
«Εκείνο όμως που με έδεσε ειδικά με τον Σπινόζα ήταν η απεριόριστη ιδιοτέλεια που αναδυόταν…»
«Ανιδιοτέλεια, όχι ιδιοτέλεια!» γρύλισε ο διευθυντής Έπσταϊν που παρακολουθούσε στενά κάθε λέξη της απαγγελίας από τις σημειώσεις. «Ανιδιοτέλεια σημαίνει ότι δεν περιμένεις ανταπόδοση».

Ο Άλφρεντ κούνησε καταφατικά το κεφάλι και συνέχισε:
«Εκείνο όμως που με έδεσε ειδικά με τον Σπινόζα ήταν η απεριόριστη ανιδιοτέλεια που αναδυόταν από κάθε του φράση. Αυτή η υπέροχη έκφραση: “Εκείνος που αγαπά σωστά τον Θεό οφείλει να μην επιθυμεί ο Θεός να ανταποδώσει την αγάπη του”, με όλα τα θεμέλια στα οποία στηρίζεται και με όλες τις συνέπειες που την πλαισιώνουν, γέμισε όλη τη δύναμη της σκέψης μου».

«Αυτό είναι δύσκολο κομμάτι» είπε ο διευθυντής Έπσταϊν. «Θα σου το εξηγήσω. Ο Γκαίτε λέει πως ο Σπινόζα τον δίδαξε να ελευθερώνει το νου του από την επίδραση των άλλων. Ν’ ανακαλύπτει τα δικά του αισθήματα και τα δικά του συμπεράσματα και να δρα με βάση αυτά. Με άλλα λόγια, άσε την αγάπη σου να ρέει και μην της επιτρέπεις να επηρεάζεται από τη σκέψη της αγάπης που πιθανόν να έρθει ως ανταπόδοση.

Νά κάτι που θα άξιζε να το εφαρμόσουμε στις προεκλογικές ομιλίες. Ο Γκαίτε δεν θα έβγαζε έναν λόγο βασισμένο στο θαυμασμό που θα έπαιρνε από τους άλλους. Ούτε θα έλεγε εκείνα που οι άλλοι θα ήθελαν να τον ακούσουν να λέει. Καταλαβαίνεις; Συλλαμβάνεις το νόημα;»

Ο Άλφρεντ έγνεψε ναι. […] Περίμενε το νεύμα του για να συνεχίσει:
«Επιπλέον, δεν πρέπει ν’ αρνούμαστε ότι οι πιο στενοί δεσμοί προκύπτουν από δύο αντίθετα. Η τόσο επιβλητική ηρεμία του Σπινόζα βρισκόταν σε έντονη αντίθεση με τη δική μου τόσο διασπαστική ενεργητικότητα. Η μαθηματική του μέθοδος ήταν το αντίθετο των ποιητικών μου αισθημάτων. Ο πειθαρχημένος τρόπος σκέψης του με έκανε παθιασμένο μαθητή του, τον πιο πιστό υμνητή του. Ο νους και η καρδιά, η κατανόηση και το συναίσθημα, αναζητούσαν το ένα το άλλο με μία αναγκαία συγγένεια, και από εκεί προήλθε η ένωση των πιο διαφορετικών φύσεων».

«Καταλαβαίνεις τι εννοεί εδώ μιλώντας για τις δύο διαφορετικές φύσεις Ρόζενμπεργκ;» ρώτησε ο διευθυντής Έπσταϊν.
«Νομίζω ότι εννοεί το νου και την καρδιά».
«Ακριβώς. Και ποιος είναι ο Γκαίτε και ποιος ο Σπινόζα;»
Ο Άλφρεντ έδειχνε προβληματισμένος.
«Η εργασία δεν γίνεται για να εξασκήσεις τη μνήμη σου, Ρόζενμπεργκ! Θέλω να τα κατανοείς αυτά τα λόγια. Ο Γκαίτε είναι ποιητής. Τι είναι λοιπόν εδώ, ο νους ή η καρδιά;»
«Η καρδιά. Είναι όμως κι ένας μεγάλος νους».
«Α, μάλιστα. Τώρα καταλαβαίνω γιατί μπερδεύεσαι. Εδώ όμως λέει ότι ο Σπινόζα του προσφέρει μια ισορροπία που του επιτρέπει να συμφιλιώσει το πάθος του και την υπερτροφική του φαντασία με την αναγκαία ηρεμία και λογική. Και γι’ αυτό ακριβώς λέει ότι είναι ο “πιο πιστός υμνητής” του Σπινόζα. Καταλαβαίνεις;»
«Μάλιστα»
«Συνέχισε τώρα»

[…] «Ορισμένοι τον παρουσίασαν ως άθεο και τον θεώρησαν κατακριτέο, παραδέχονταν όμως ότι ήταν ένας ήσυχος στοχαστικός άντρας, ένας καλός πολίτης, ένας συμπαθητικός άνθρωπος. Οι επικριτές του Σπινόζα φαίνεται λοιπόν πως ξεχνούν τα λόγια του Ευαγγελίου, “Από των καρπών αυτών επιγνώσεσθαι αυτούς”΄ γιατί πώς μπορεί μια ζωή που οι άνθρωποι και ο Θεός την εγκρίνουν να πηγάζει από διεφθαρμένες αρχές; Δεν ξεχνώ τη γαλήνη και η διαύγεια που με κυρίεψαν την πρώτη φορά που φυλλομέτρησα την Ηθική αυτού του αξιοθαύμαστου ανθρώπου. Έσπευσα λοιπόν να ξαναδιαβάσω το έργο, στο οποίο όφειλα τόσο πολλά, και πάλι ο ίδιος γαλήνιος αέρας με τύλιξε. Παραδόθηκα στην ανάγνωση και κοιτάζοντας προς τα μέσα σκέφτηκα πως ποτέ δεν είχα δει τον κόσμο τόσο καθαρά». […]

«… Με άλλα λόγια (μιλά ο διευθυντής στον Άλφρεντ) εκείνο που μετράει δεν είναι τι πιστεύεις ή τι λες ότι πιστεύεις αλλά πώς ζεις. Και τώρα Ρόζενμπεργκ, μία τελευταία ερώτηση γι’ αυτό το απόσπασμα. Πές μας άλλη μια φορά τι πήρε ο Γκαίτε από τον Σπινόζα;»
«Λέει ότι πήρε έναν αέρα γαλήνης και ηρεμίας. Λέει επίσης ότι είδε τον κόσμο πιο καθαρά. Αυτά ήταν τα κυριότερα».

«Ακριβώς. Γνωρίζουμε πως ο μεγάλος Γκαίτε κουβαλούσε ένα αντίτυπο της Ηθικής του Σπινόζα στην τσέπη του επί έναν χρόνο. Το φαντάζεσαι; Έναν ολόκληρο χρόνο! Κι όχι μόνο ο Γκαίτε, και πολλοί άλλοι Γερμανοί. Ο Λέσσινγκ κι ο Χάινε μίλησαν επίσης για μια διαύγεια και ηρεμία που άντλησαν απ’ αυτό το βιβλίο.

Ποιός ξέρει, ίσως να έρθει η μέρα στη ζωή σου που κι εσύ θα νιώσεις την ανάγκη για την ηρεμία και την καθαρότητα που προσφέρει η Ηθική του Σπινόζα. Δεν θα σου ζητήσω να τη διαβάσεις τώρα.

Είσαι πολύ μικρός για να συλλάβεις το νόημά της. Θέλω όμως να μου υποσχεθείς ότι θα το κάνεις πριν κλείσεις τα εικοσιένα. Ή μάλλον θα έπρεπε να σου πω, διάβασέ τη όταν έχεις πλήρως ενηλικιωθεί. Μου δίνεις το λόγο σου σαν καλός Γερμανός;»

«Μάλιστα, έχετε το λόγο μου, κύριε». Για να γλυτώσει απ’ αυτή την ιερά εξέταση, ο Άλφρεντ ήταν έτοιμος να υποσχεθεί να διαβάσει ολόκληρη την εγκυκλοπαίδεια στα κινέζικα.

«Προχωράμε τώρα στο κυρίως μέρος της εργασίας. Σου έχει γίνει απολύτως σαφές γιατί σου αναθέσαμε να διαβάσεις αυτά τα κεφάλαια;»
«Ε…, όχι κύριε. Νόμιζα απλώς επειδή είπα ότι θαύμαζα τον Γκαίτε πάνω απ’ όλους».
«Εν μέρει είναι κι αυτός ο λόγος. Ασφαλώς όμως θα αντιλαμβάνεσαι ποιο ήταν το πραγματικό μου ερώτημα».
Ο Άλφρεντ παρέμεινε ανέκφραστος.

«Σε ρωτώ τι σημαίνει για σένα ότι ο άνθρωπος που εσύ θαυμάζεις πάνω απ’ όλους επιλέγει έναν Εβραίο ως τον άνθρωπο που εκείνος θαυμάζει περισσότερο απ’ όλους;»
«Έναν Εβραίο;»
«Δεν ήξερες πως ο Σπινόζα ήταν Εβραίος;»
Σιωπή. […] «Ο Γκαίτε το γνώριζε πως ήταν Εβραίος;»
«Ύψιστε Θεέ! Φυσικά το γνώριζε».

«Επιτέλους Ρόζεντμπεργκ», είπε ο Χερ Σαίφερ που άρχιζε πιά κι αυτός να χάνει την υπομονή του, «αναλογίσου την ερώτησή σου. τι σημασία έχει αν γνώριζε ότι ο Σπινόζα ήταν Εβραίος; Και πρώτα απ’ όλα, γιατί να θέσεις αυτό το ερώτημα; Πιστεύεις πως ένας άνθρωπος του μεγέθους του Γκαίτε –τον οποίο εσύ ο ίδιος αποκάλεσες οικουμενική μεγαλοφυΐα – δεν θα ασπαζόταν μία μεγάλη ιδέα άσχετα από την πηγή της;»

Ο Άλφρεντ έδειχνε αποσβολωμένος. Ποτέ δεν είχε βρεθεί σ’ έναν τέτοιο καταιγισμό θεωρητικών προβληματισμών. Ο διευθυντής Έπσταϊν ακούμπησε το χέρι του στο μπράτσο του Χερ Σαίφερ, για να τον κάνει να σωπάσει, και συνέχισε να σφυροκοπεί τον μαθητή του.
«Το κύριο ερώτημα που σου έθεσα παραμένει αναπάντητο: Πώς εξηγείς το γεγονός ότι η οικουμενική μεγαλοφυΐα της Γερμανίας βοηθήθηκε τόσο πολύ από τις ιδέες ενός ανθρώπου που ανήκε σε μια κατώτερη φυλή;»

«Ίσως να ισχύει εκείνο που απάντησα για τον (εβραίο επίσης) γιατρό Άπφελμπαουμ. Ίσως εξαιτίας μιας μετάλλαξης να μπορεί να προκύψει ένας καλός Εβραίος, παρόλο που η φυλή είναι διεφθαρμένη και κατώτερη».

«Η απάντηση αυτή δεν είναι αποδεκτή» είπε ο διευθυντής. «Άλλο να μιλάς για έναν γιατρό που είναι καλός και ασκεί καλά το λειτούργημά του κι άλλο να μιλάς έτσι για μια μεγαλοφυΐα που ίσως να άλλαξε ακόμα και τη ροή της Ιστορίας.
Είναι άλλωστε πασίγνωστη η μεγαλοφυΐα πολλών άλλων εβραίων. Θα σου θυμίσω κάποιους, τους οποίους γνωρίζεις κι εσύ ο ίδιος, πιθανόν όμως να μην ξέρεις ότι ήταν Εβραίοι.

Ο Χερ Σαίφερ μου λέει ότι στην τάξη του απήγγειλες ποιήματα τυ Χάινφριχ Χάινε. Μου λέει επίσης ότι σου αρέσει η μουσική. Φαντάζομαι λοιπόν πως έχεις ακούσει μουσική του Γκούσταβ μάλερ και του Φέλιξ Μέντελσον. Σωστά;»

«Είναι κι αυτοί Εβραίοι, κύριε;»
«Βεβαίως. Φαντάζομαι θα γνωρίζεις ότι και ο Ντισραέλι, ο μεγάλος πρωθυπουργός της Αγγλίας, ήταν Εβραίος».
«Δεν το γνώριζα, κύριε».

«Μάλιστα. Κι αυτή την εποχή εδώ στη Ρίγα παίζονται τα “Παραμύθια του Χόφφμαν” που η μουσική τους γράφτηκε από τον Γιάκομπ Όφφεμπαχ, άλλον έναν που ανήκει στην εβραϊκή φυλή. Ποια εξήγηση δίνεις για τόσες μεγαλοφυΐες;»

«Δεν μπορώ να απαντήσω στην ερώτησή σας. Πρέπει να το σκεφτώ. Μπορώ να φύγω, σας παρακαλώ; Δεν νιώθω καλά. Σας υπόσχομαι να το σκεφτώ».
«Ναι, μπορείς να φύγεις» είπε ο διευθυντής. «Θα ήθελα πολύ να σκεφτείς. Η σκέψη κάνει καλό. Σκέψου τη σημερινή μας συζήτηση. Σκέψου τον Γκαίτε και τον Εβραίο φιλόσοφο Σπινόζα».

Αφού έφυγε ο Άλφρεντ, ο διευθυντής Έπσταϊν και ο Χερ Σαίφερ κοιτάχτηκαν μερικές στιγμές κι έπειτα ο διευθυντής μίλησε. «Λέει πως θα το σκεφτεί Χέρμαν». Το θεωρείς πιθανό;»

«Σχεδόν καθόλου, θα έλεγα» απάντησε ο Χερ Σαίφερ. «Ας του δώσουμε το απολυτήριο να τον ξεφορτωθούμε. Έχει μια έλλειψη περιέργειας μάλλον αθεράπευτη. Όπου και να σκάψει κανείς στο μυαλό του, συναντάει ένα υπόστρωμα πετρωμένων πεποιθήσεων χωρίς έρεισμα».

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Ίρβιν Γιάλομ, «Το πρόβλημα Σπινόζα», Κεφάλαιο έξι, Εσθονία – 1910, Μετάφραση: Ευαγγελία Ανδριτσάνου, εκδ. Άγρα.



O Irvin D. Yalom (1931-) είναι επίτιμος καθηγητής ψυχιατρικής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Στάνφορντ των ΗΠΑ. Μαθητής και συνεργάτης του Rollo May, θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους, εν ζωή, εκπροσώπους της υπαρξιακής σχολής στην ψυχιατρική και είναι συγγραφέας του εγκυρότερου και πληρέστερου εγχειρίδιου υπαρξιακής ψυχοθεραπείας («Existential Psychotherapy»).
Το πρώτο του βιβλίο, «Theory and Practice of Group Psychotherapy», έχει μεταφραστεί σε 14 γλώσσες και αποτελεί βασικό διδακτικό εγχειρίδιο σε πολλές σχολές ψυχιατρικής και ψυχοθεραπείας. Ο Yalom έχει γράψει πολλά ακόμη επιστημονικά βιβλία και άρθρα.
Το λογοτεχνικό του έργο αρχίζει όψιμα και περιλαμβάνει δύο συλλογές διηγημάτων («Love’s Executioner» και «Momma and the Meaning of Life») και τρία μυθιστορήματα («When Nietzsche Wept», «Lying on the Couch» και «The Schopenhauer Cure»), που όλα έχουν γίνει μπεστ-σέλλερ σε πολλές χώρες. Όλα του τα λογοτεχνικά βιβλία αποτελούν ιστορίες ψυχοθεραπείας και ο ίδιος τα θεωρεί προέκταση του διδακτικού του έργου, το οποίο, όπως λέει, βρίθει ούτως ή άλλως ιστοριών και διηγήσεων.
Στις Εκδόσεις Άγρα κυκλοφορούν τα βιβλία του: «Όταν έκλαψε ο Νίτσε», «Στο ντιβάνι» και «Η θεραπεία του Σοπενάουερ» (μυθιστορήματα)· «Ο δήμιος του έρωτα» και «Η μάνα και το νόημα της ζωής» (διηγήματα)· «Θρησκεία και ψυχιατρική», «Το δώρο της ψυχοθεραπείας», «Στον κήπο του Επίκουρου – Αφήνοντας πίσω τον τρόμο του θανάτου», «Θεωρία και πράξη της ομαδικής ψυχοθεραπείας και Ενδονοσοκομειακή ομαδική ψυχοθεραπεία» (δοκίμια και μελέτες)· «Κάθε μέρα λίγο πιο κοντά – Μια ψυχοθεραπεία ειπωμένη δυό φορές» (με την Ginny Elkin)· «Θα φωνάξω την αστυνομία» που συνέγραψε με τον R.L.Berger (αφήγημα), ενώ ετοιμάζεται το βιβλίο «Υπαρξιακή ψυχοθεραπεία».

Advertisements