H τεχνη του να γινουμε ο εαυτος μας _ Aldo Carotenuto

H τέχνη του να γίνουμε ο εαυτός μας. Aldo Carotenuto

07:04, 04 Απρ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/90108

Η παραβολή του υιού που δεν ήθελε να αγαπηθεί:

Τα παιδιά σας δεν είναι δικά σας παιδιά.

Είναι γιοι και κόρες της λαχτάρας της ζωής για τη ζωή.

Έρχονται στη ζωή με την βοήθειά σας αλλά όχι από σας

και, μ’ όλο που είναι μαζί σας, δεν ανήκουν σε σας.

Μπορείτε να τους δώσετε την αγάπη σας όχι όμως και τις ιδέες σας

γιατί αυτά έχουν τις δικές τους ιδέες.

Μπορείτε να στεγάσετε το σώμα τους όχι όμως και την ψυχή τους

γιατί η ψυχή τους κατοικεί στο σπίτι του αύριο

που εσείς δεν μπορείτε να επισκεφτείτε ούτε στα όνειρά σας.

Χ. Γκιμπράν

(Ο προφήτης, J.B. Verde – G.F. Pallanca 1984, σελ. 33)

Στον κόσμο των ανθρώπων η εμπειρία του χωρισμού είναι η ίδια η εμπειρία της ζωής. Ακόμη και η συγγραφή αυτού του βιβλίου θα μπορούσε να θεωρηθεί παράδειγμα δυισμού.

Ο «λόγος για κάτι» είναι σκέψη και η σκέψη μπορεί να θερίζει αμείλικτα χωρισμούς, να δημιουργεί αποσπάσεις και διαφορές, να αποκαλύπτεται ως η απερίγραπτη προδοσία της άμεσης εμπειρίας.

Ένα πιο ακραίο παράδειγμα αυτού του είδους της προδοσίας είναι και η συγγραφή που οδηγεί τον αναγνώστη σε περιοχές της ψυχής οι οποίες δεν έχουν «εξερευνηθεί» επαρκώς από τον συγγραφέα.

Πάνω σ’ αυτό ο Κίρκεγκωρ θλιβόταν για την παρακμή του συγγραφικού έργου.

Υπάρχουν ορισμένοι, σχολίαζε ο μεγάλος Δανός φιλόσοφος στο εκτεταμένο του ημερολόγιο, που γράφουν για θέματα τα οποία δεν κατέχουν, γιατί ούτε τα έζησαν ούτε τα σκέφτηκαν ποτέ.

Και προσθέτει:

«Αποφάσισα να μη διαβάζω παρά μόνο γραπτά ανθρώπων που καταδικάσθηκαν σε θάνατο ή πάντως με κάποιο τρόπο βίωσαν τον πραγματικό κίνδυνο.»

(Κίρκεγκωρ 1834-55, σελ. 97)


[…] Αυτό που θέλω να τονίσω, λοιπόν,
είναι το γεγονός ότι μας φαντάζονται πριν γεννηθούμε, πριν εμείς ανακαλύψουμε τι και πώς είμαστε –κοιτάζοντας μέσα μας ή σε καθρέφτη-, κάποιος άλλος το έχει κάνει για μας.

Η ύπαρξη και η αυτονομία μας προκαθορίζονται, γιατί μας έχουν επινοήσει πριν έρθουμε στον κόσμο, και μας έχουν επινοήσει οι γονείς τους οποίους επίσης είχαν επινοήσει.

Η προδοσία, επομένως, μεταβιβάζεται αμείλικτα διά μέσου των γενεών.

Υπ’ αυτή την οπτική, ο Murrey Bowen, πρωτοπόρος της οικογενειακής θεραπείας, δικαίως εκσωμάτωσε αυτό που ο ίδιος ονόμαζε «διεργασία προβολής της οικογένειας» – δηλαδή διεργασία «μέσω της οποίας τα προβλήματα των γονέων μεταβιβάζονται στα παιδιά»- στην ευρύτερη έννοια της «αλληλοεξάρτησης συναισθηματικών πεδίων πολλών γενεών» (Bowen 1966, σελ. 33).

Ο Bowen παρατήρησε ότι:

Στο σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα των 150-200 χρόνων ένα άτομο μπορεί να κατάγεται από 64-128 οικογένειες, κάθε μία από τις οποίες έχει συνεισφέρει από κάτι. Καθώς όλοι οι μύθοι, οι διαβουλεύσεις, οι μνήμες και οι γνώμες αναπόφευκτα επηρεάζονται από το συναίσθημα, θα είναι δύσκολο να γνωρίσουμε τον Εαυτό ή τα μέλη της οικογένειας με την προσωπική έννοια, στο παρόν ή στο πρόσφατο παρελθόν. Μόνον όταν ανασυνθέσουμε γεγονότα από το απώτερο παρελθόν, ενός ή δύο αιώνων, γίνεται ευκολότερο να ξεπεράσουμε την επιρροή των μύθων και να γίνουμε «ρεαλιστές»

(ό.α., σελ. 7)


Ο Bowen εισάγει έτσι την πιθανότητα παραλληλισμού
των εννοιών του «Κάρμα» και του «προπατορικού αμαρτήματος». Σ’ αυτή την περιοχή αναφέρεται προφανώς ο Γιουνγκ όταν, στην εισαγωγή του στο έργο του F.G. Wickes “Ο ψυχικός κόσμος της παιδικής ηλικίας”, δηλώνει:

Αυτό που έχει την ισχυρότερη ψυχική επίδραση στο παιδί είναι εκείνο το κομμάτι της ζωής του που δεν έζησαν οι γονείς (αλλά και οι πρόγονοι αφού πρόκειται για το αρχέγονο ψυχολογικό φαινόμενο του προπατορικού αμαρτήματος). (Γιουνγκ 1927-31, σελ. 19)

Κατά τον Γιουνγκ μάλιστα:

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι αληθινοί γεννήτορες του παιδιού δεν είναι τόσο οι γονείς όσο οι πρόγονοί τους, προπαππούδες και προγιαγιάδες, παππούδες και γιαγιάδες, κι ότι μ’ αυτούς εξηγείται η ατομικότητα του παιδιού πολύ περισσότερο απ’ ότι με τους άμεσους και τυχαίους φυσικούς γονείς.

(ό.α. σελ. 20)

[…] Ο Γιουνγκ γράφει:

Προλεταριακές τάσεις σε απογόνους ευγενών, εγκληματικά ένστικτα σε βλαστούς ενάρετων και αξιοσέβαστων, οκνηρία σε απογόνους δραστήριων και πετυχημένων ατόμων δεν είναι μόνο συνέπειες μιας ζωής που ηθελημένα δεν βιώθηκε, αλλά προέρχονται και από ένα νόμο αποζημίωσης του πεπρωμένου, που έχει σχέση με μια φυσική ηθική, η οποία τείνει να ταπεινώσει τους ισχυρούς και να εξυψώσει τους ταπεινούς. Καμιά παιδεία και καμιά ψυχοθεραπεία δεν μπορούν να το ανατρέψουν αυτό. Το μέγιστο που μπορούν να κάνουν, εφόσον εφαρμοστούν σωστά, είναι να ενθαρρύνουν το παιδί να εκπληρώσει το έργο που του έχει ανατεθεί από τη φυσική ηθική. Η ενοχή των γονιών είναι απρόσωπη και τα παιδιά πρέπει να πληρώσουν με εξίσου απρόσωπο τρόπο. (ό.α. σελ. 20)

Αυτές είναι οι βαθιά οδυνηρές πλευρές για τις οποίες δεν υπάρχει διέξοδος. Πατέρες και γιοι βρίσκονται αντιμέτωποι, τόσο διαφορετικοί στον τρόπο που νιώθουν και αντιλαμβάνονται τη ζωή. Μεγάλη δύναμη από τη μία, μεγάλη παθητικότητα από την άλλη. Είναι στιγμές απόλυτης απόγνωσης, γιατί, όσο βαθιά κι αν σκάψει κανείς, όσο παθιασμένα κι αν αναζητήσει τα πιθανά λάθη (πάντοτε βρίσκονται τέτοια), δεν θα βρει τίποτε που να δικαιολογεί τόσο ριζικές και ολέθριες διαφορές.

Ο Γιουνγκ μας μιλάει για ένα νόμο αποζημίωσης του πεπρωμένου, αλλά εγώ θεωρώ πιο σωστό να αποδεχτούμε την ιδέα της αναζήτησης- διαφοροποίησης και της προτίμησης από ένα γενικώς μέτριο τρόπο ζωής, για κάποιον που, μολονότι εγκληματίας, είναι βασικά διαφορετικός.

Θα ήταν δύσκολο να μη νιώθουμε ότι και μόνον το γεγονός ότι ζούμε τη ζωή μας αποτελεί παράβαση της οποία μας καταλογίζει ο άλλος, σε απάντηση της υπαρξιακής του ανεπάρκειας. Παρότι ο Γιουνγκ προσπαθεί να δώσει μια εξήγηση αυτών των φαινομένων μέσω της έννοιας του απρόσωπου αμαρτήματος, κάθε καταστροφική πράξη των τέκνων βιάζει αυτή την ιδιότητα του απρόσωπου και προκαλεί βαθύτατη απόγνωση.

Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, ακόμη και οι πιο δυνατοί γονείς αισθάνονται ανίκανοι.

Εκεί φανερώνονται τα όρια της ζωής και όλα δείχνουν προαποφασισμένα.

Η προδοσία, όμως, μπορεί να συντελεστεί και στην κατάσταση του απρόσωπου, και, για άλλη μια φορά είναι πιθανό να ευθύνεται, ως ένα βαθμό, αυτή ακριβώς η ιδιότητα του απρόσωπου για την τάση των γονιών να φαντάζονται τα παιδά που πρόκειται να έρθουν στον κόσμο.

Το γεγονός ότι μας έχουν φανταστεί -πριν γεννηθούμε- το βιώνουμε, περισσότερο ή λιγότερο ασυνείδητα, ως βία, ως ληστεία, ως απογύμνωση.

Η αιτία γι’ αυτό είναι η ατομικότητά μας, η ιδιαιτερότητα ή η ψυχική μας φυσιογνωμία, που μπορούν να μας ανήκουν πραγματικά μόνον όταν είναι αποτέλεσμα των δικών μας προσπαθειών και όχι προκατασκευασμένο δώρο που μας χαρίζεται.

Ο γιος οδηγείται να ενσαρκώσει επιθυμίες, τις φαντασίες και τις σκέψεις της μητέρας σε μια δυναμική η οποία επαναλαμβάνεται σε κάθε συνάντηση με μια άλλη γυναίκα και, κατά κάποιο τρόπο, στη σχέση του με την ίδια τη ζωή.

Δεν είναι σπάνιο η πιο γνήσια ψυχική μας διάσταση να μη βρίσκει την έκφρασή της μέσα στην αληθινή ζωή, ενώ η ουσία της φαντασίας των άλλων που κατασκευάστηκε για εμάς να αποκτά όλο και μεγαλύτερη υπόσταση, να γίνεται η δική μας ουσία.

Αυτή η κατάσταση, που αποτελεί την εξέχουσα ψυχική φυλακή, είναι πολύ πιο κοινή απ’ όσο μπορούμε να φανταστούμε ή να παραδεχτούμε.

Υπάρχει μια θαυμάσια φράση του Γκαίτε που περιέχει όλη την ειρωνεία αυτού του αλληλεπιδρόντος μηχανισμού:

«Εγώ σ’ αγαπώ. Αυτό όμως δεν έχει καμία σχέση με σένα».

Ο Γκαίτε, μ’ αυτόν τον τρόπο, θέτει υπό αμφισβήτηση την αντίληψή μας για εκείνους που δηλώνουμε πως αγαπούμε και για εκείνους που διακηρύσσουν πως μας αγαπούν.

Ο Ρανκ, σε ένα κεφάλαιο του βιβλίου του «Το θέμα της αιμομειξίας στη λογοτεχνία και τους θρύλους» (1912), αναφέρει μια φράση του Γκαίτε η οποία αναφέρεται στην αγάπη προς την αδερφή του:

Γράφει, λοιπόν, ο Γκαίτε:

Η ιδέα που έχω για τη γυναίκα δεν είναι μια αφαίρεση των εκδηλώσεων της ορατής πραγματικότητας αλλά είναι κάτι έμφυτο, ή κάτι που έχει πλαστεί μέσα μου – ένας Θεός μόνον ξέρει πώς. Όλες οι γυναίκες μου είναι καλύτερες απ’ αυτές που μπορεί να συναντήσει κανείς στην πραγματικότητα (Rank 1912, σελ. 182)

Είναι βαριά και ασήκωτη τιμωρία για ένα ανθρώπινο πλάσμα η απαίτηση να προσαρμόζεται στο όνειρο των άλλων, να βάζει τα δυνατά του για να μπορεί να πει το πιραντελικό «είμαι όπως με θέλεις εσύ».

Εξαναγκάζεται να ανεβάσει στη σκηνή ένα έργο, μια φαντασία που δεν συνέλαβε, να ερμηνεύσει ένα σενάριο που δεν έγραψε, να παίξει με κανόνες άλλων.

Τα θύματα, όμως αυτής της απαλλοτρίωσης της ταυτότητας είναι συνήθως και συνένοχοι, γιατί η ενσωμάτωση των προβολών και των φαντασιών των άλλων είναι κάτι πραγματικά καθησυχαστικό.

Με τον ίδιο τρόπο, η μητέρα (ή όποιος άλλος είναι στη θέση της, αφού έχουμε μπει σε μια πολύ ευρύτερη συζήτηση για την ταυτότητα του ατόμου) φοβάται ό,τι είναι ριζικά, βαθιά ξένο προς αυτήν ως κάτι εν δυνάμει ικανό να επιφέρει αυθεντική αντιπαράθεση.

Να γιατί η μητέρα, καθώς κυοφορεί το μωρό της και, μετά, καθώς το μεγαλώνει, ευκολότερα σκέφτεται και φαντάζεται εικόνες που της είναι οικείες και επιβεβαιώνουν την ταυτότητά της και την ικανότητά της να πλάθει άλλους.

Η ζωή ως προδοσία αποτελεί κλειδί για την κατανόηση όλων των φαινομένων της ύπαρξής μας.

Ανοίγει άλλους, ευρύτερους ορίζοντες και μας βοηθά να αποκρυπτογραφήσουμε τη φιλία, την αιμομειξία, το γάμο, την οικογένεια, το θάνατο που έρχεται και το θάνατο που επιλέγουμε. Πρώτα απ’ όλα, όμως, την προδοσία της γέννησης.

Η σχέση ανάμεσα στη μητέρα και το παιδί ισοδυναμεί με μια σχέση ισχύος, διότι επιβάλλεται ως τρομακτικά, δυσανάλογα ασύμμετρη.

Το ανθρώπινο είδος, αντίθετα απ’ ό,τι συμβαίνει στο είδος των ζώων, χαρακτηρίζεται από την απόλυτη αδυναμία και ευπάθεια του νεογνού, το οποίο, χωρίς την άμεση φροντίδα του περιβάλλοντός του, πεθαίνει.

Ως εκ τούτου, η διάρκεια της εξάρτησης, η οποία, όπως ξέρουμε, είναι μεγαλύτερη από ό,τι στα άλλα είδη, αναγκαστικά αποτελεί τη βάη όλων των ανθρώπινων νευρώσεων, αλλά αναπαριστά τα μη αναστρέψιμα θεμέλια μια ασύμμετρης σχέσης ισχύος, ένα χρέος που θα πληρώνουμε σ’ όλη μας τη ζωή.

Γι’ αυτό είναι ανάγκη να αφυπνιστούμε έγκαιρα, με την έννοια της ενηλικίωσης, να αποκτήσουμε συνείδηση αυτής της ισχυρής σχέσης και να ανακαλύψουμε το δικό μας δρόμο με κόπο και αποφασιστικότητα.

Το ότι η πρωτογενής σχέση είναι μια σχέση δύναμης είναι μια πραγματικότητα, αλλά είναι και μια καλή μεταφορά, που μας βοηθάει να καταλάβουμε την προδοσία που σημαδεύει ολόκληρη την τροχιά της ύπαρξής μας.

Η σκιά της προδοσίας κρέμεται πάνω από την απαρχή της ατομικότητας του κάθε ανθρώπου και, από τη στιγμή τής προ τη γέννηση ύπαρξής μας, ξέρουμε πως έχει καταστεί από κάθε πλευρά δύσκολο να διαφοροποιηθούμε από τον περιβάλλοντα κόσμο.

Η σκέψη που θα ήθελα να αναφέρω, και ως ψυχολόγος δεν θα μπορούσα να κάνω διαφορετικά, είναι ότι, παρά τα εμπόδια, μέσα στον καθένα μας υπάρχει μια δύναμη που τον ωθεί προς μια αποκλειστική και μοναδική ατομικότητα, εκείνη που οι Γνωστικιστές περιέγραψαν ως «αναλαμπή» και που, σύμφωνα με τον Mester Eckhart, κατοικεί οριστικά και αμετάκλητα μέσα στην ψυχή. Παρόλο που ο δρόμος προς την ατομική προσωπικότητα δεν είναι χωρίς κινδύνους (και μόνο η επιλογή έχει το τίμημά της), «η ανάπτυξη της προσωπικότητας θεωρείται ένα από τα πολύτιμότερα αγαθά» (Γιουνγκ 1929-57, σελ. 29).

Κατά τη γνώμη μου, το πολυτιμότερο.

Σύμφωνα με όσα υποστηρίζει ο Γιουνγκ (ως επακόλουθο της κατανόησης από τη μεριά του Νίτσε), αυτό το αγαθό συνεπάγεται:

Να πούμε «ναι» στον εαυτό μας, να αντιμετωπίσουμε τον εαυτό μας σαν αυτό να είναι το σοβαρότερο απ’ όλα τα καθήκοντά μας. (ό.α. σελ. 30)

Αυτό είναι και το σπουδαιότερο έργο τέχνης του ανθρώπου. Μπορεί να εργάζεται και να έχει πολλές επιδόσεις, ο χώρος, όμως, μέσα στον οποίο γίνεται πραγματικά μεγάλος καλλιτέχνης, αληθινός δάσκαλος, είναι η ατομικότητά του και για να την αποκτήσει πρέπει να εισχωρήσει στη βαθύτατη διάστασή του.

Η τέχνη του να γίνουμε ο εαυτός μας δεν ενθαρρύνεται από τη συλλογική λογική που, στραμμένη καθώς είναι στη διατήρηση της ομοιομορφίας, βλέπει τη διαφορετικότητα και τη διαφοροποίηση ως απειλή.

Γι’ αυτό, από τη γέννησή μας μπορεί να νιώσουμε παράξενα ξένοι, παρείσακτοι, απρόσκλητοι, χωρίς δικαιώματα ιθαγένειας στην πραγματικότητα.

Στη διάρκεια της ζωής μας, καθώς οι σχέσεις πληθαίνουν, αυτή η εντύπωση ότι δεν έχουμε δικαίωμα σε ένα χώρο, το δικό μας χώρο, μπορεί να γίνει σταδιακά εντονότερη, να εμπνεύσει το καφκικό αίσθημα του ανθρώπου που «τα πιστοποιητικά του δεν είναι εν τάξει».

Ακριβώς, όμως, η επίγνωση της αποξένωσης, η διεκδίκηση της «θέσης μας στον ήλιο», η γνώση της μοναδικότητας και της διαφορετικότητάς μας είναι αυτά που ανοίγουν το δρόμο για την εξατομίκευση.

Η αναγνώριση του ότι κάτι έχει κλαπεί από την ταυτότητά μας είναι απολύτως αναγκαία, γιατί αυτή η κλοπή είναι η πρωτογενής προδοσία, η πιο επίπονη στην αντιμετώπισή της, κι ατή από την οποία κανείς δεν γλυτώνει.

Αυτό που επίσης πρέπει να ξέρουμε είναι ότι συνειδητοποιώντας πόσο «διαφορετικούς» μας περίμεναν απ’ αυτό που είμαστε, νιώθουμε αποκαρδιωμένοι και έκπληκτοι γι’ αυτό που στην ουσία είναι η απόρριψή μας.

Αυτή η πρώτη αποκήρυξη είναι η πηγή της προληπτικής θεώρησης της ύπαρξής μας, σύμφωνα με την οποία νιώθουμε τυχεροί ή άτυχοι, ανάλογα με τις επιδόσεις και τις επιτυχίες μας στον έξω κόσμο.

Πολύ πιο δύσκολο είναι να στηρίξουμε την αυτοεκτίμησή μας σ’ αυτό που πραγματικά είμαστε και νιώθουμε.

Πρέπει να έχουμε το θάρρος να παραδεχτούμε ότι, κάτω από το ψυχολογικό καθεστώς αυτής της πρόληψης, η αληθινή αλληλεγγύη μεταξύ των ανθρώπων είναι μύθος.

Και καθώς οι σχέσεις των ανθρώπων συχνά βασίζονται αποκλειστικά και μόνο στη σύγκριση, τον ανταγωνισμό και το μαραθώνιο επιδόσεων, πρόκειται λιγότερο για αλληλεγγύη και περισσότερο για ασυνείδητη συνενοχή στη διαιώνιση ενός τρόπου ζωής που υποβιβάζει τη μοναδική ατομικότητα του ανθρώπου.

Αρκεί να σκεφτούμε όλους αυτούς που, ενώ χύνουν ποταμούς δακρύων για τις καταστροφές των σεισμών στην άλλη άκρη της γης, δεν μπορούν να απλώσουν το χέρι για να βοηθήσουν το γείτονα.

Όποιος θελήσει να αμφισβητήσει αυτό το σύστημα συμπεριφορών αναπόφευκτα θα καταδικαστεί από το μέσο όρο των ανθρώπων, γιατί αντιπροσωπεύει τον κίνδυνο να έρθει οριστικά και αμετάκλητα στο φως η ανυπαρξία του μέσου ανθρώπου, αυτού που ζει μόνο για να παραδίδεται στις ισχύουσες αξίες, χωρίς ενστάσεις, χωρίς κριτική, χωρίς καν να εξετάζει την προσωπική του ηθική ή τη συνείδησή του με βάση την εσωτερική του εμπειρία, δηλαδή ακούγοντας τις εσωτερικές του φωνές.

Όταν η αρχαία σοφία και η σύγχρονη ψυχολογία του ασυνείδητου, με διαφορετικές αποχρώσεις αλλά και βασικές αναλογίες, μας λένε ότι ο σκοπός της ζωής μας είναι να γίνουμε «άτομα», δεν πρέπει να συμπεράνουμε ότι άλλοι κατέχουν κάτι που δεν κατέχουμε εμείς.

Ένα μοιραίο λάθος, στο οποίο πέφτουν πολλοί, αφού η παρότρυνση είναι απλούστατα να γίνουμε ο εαυτός μας και όχι κάποιος άλλος.

Κατά τον Γιουνγκ, «υγεία είναι μόνον αυτό που είναι κανείς στην πραγματικότητα».

Το τίμημα, όμως, σε μοναξιά και αποκλεισμό που πληρώνουμε προκειμένου να μείνουμε πιστοί στην ατομική προσωπικότητά μας, είναι πολύ υψηλό.

Ο Ντοστογιέφσκι, που με τις απόψεις του μπορεί να θεωρηθεί προάγγελος της ψυχολογίας του ασυνειδήτου, όπως σωστά παρατήρησε ο Breger (1989, σελ. 6-12), είχε διαβλέψει τις οδυνηρές συνέπειες της κάθε διεργασίας εξατομίκευσης.

Ο πόνος της εξατομίκευσης φαίνεται από τη διαδρομή μοναξιάς, απομόνωσης, νεύρωσης, απώλειας των αισθήσεων, αποξένωσης, ενόχής και ανεπάρκειας που διανύουν οι ήρωές του πριν τελικά φτάσουν στη στιγμή της φώτισης και συμφιλιώσης με τη ζωή.

Οι ήρωες του Ντοστογιέφσκι αποδεικνύουν επίσης ότι τίποτε δεν εγγυάται πως ο άνθρωπος μπορεί να ξεπεράσει δημιουργικά την «προδοσία» ταυτότητας.

Μόνο μια μερίδα απ’ αυτούς που μπαίνουν στην άγνωστη αυτή σφαίρα γυρίζουν, μυστηριωδώς, πιο ζωντανοί, πιο ικανοί να σταθούν στη ζωή, ευνοημένοι πραγματικά από το φως που τους έλουσε.

Μόνο για ορισμένους η πληγή που άνοιξε η γνώση της εξατομίκευσης και η ακραία δυσκολία για την απόκτησή της, συνέτεινε στο να γίνουν απεριόριστα πιο ανθρώπινοι.

Πριν γεννηθούμε, πέφτουν βροχή πάνω μας ελπίδες και υποθήκες.

Είμαστε υπόγεια υποθηκευμένοι, απογυμνωμένοι από την ατομική μας αξία, όταν οι γονείς –και προσέξτε, όχι μόνον η μητέρα- εναποθέτουν στη γέννησή μας το έργο της ικανοποίησης κάποιων αναγκών τους (όπως το να αποδείξουν, λόγου χάρη, την ικανότητα για τεκνοποίηση, ή να γεμίσουν ένα κενό στη σχέση του ζευγαριού, ή, ακόμη χειρότερα, με την ψευδαίσθηση ότι αυτό θα σώσει τον αποτυχημένο γάμο τους).

Μπορεί ακόμη να αναθέσουν, στο βλαστάρι που έρχεται, κατακτήσεις και αντεκδικήσεις στις οποίες οι ίδιοι απέτυχαν.

Κοντολογίς, ένα άλυτο πρόβλημα προβάλλεται πάνω στο παιδί και το μπερδεύει, το εγκλωβίζει.

Αλλά οι συνέπειες από το κύμα της προδοσίας που πέφτει πάνω στη ζωή του παιδιού, δυστυχώς, δεν σταματάνε εδώ.

Η ίδια η ζωή του παιδιού γίνεται πηγή ερεθισμού και ενόχλησης. Αυτό σημαίνει πως, από τη στιγμή της γέννησής μας, χρειάζεται να καταβάλλουμε μεγάλη προσπάθεια προκειμένου να κατακτήσουμε έναν αληθινό χώρο για τον εαυτό μας.

Η αίσθηση του αποκλεισμού μας έχει τις ρίζες της σ’ αυτή την πρωτογενή προδοσία.

Πρώτιστο καθήκον μας, λοιπόν, γίνεται να βρούμε ή να επινοήσουμε τον δικό μας χώρο, ο οποίος δεν είναι ούτε ευδιάκριτος ούτε ευπρόσιτος, αλλά είναι κάτι απροσδιόριστο, αφηρημένο, φευγαλέο.

Επειδή, όμως, είναι πιεστική και μόνιμη η ανάγκη μας για σταθερότητα, συγκεκριμένα σχέδια και οικεία μονοπάτια, μοιραία διαλέγουμε κάποιες δραστηριότητες ή συγκεκριμένες αξίες, όπως οι σπουδές, το επάγγελμα, ο γάμος, τα πλούτη, η επιτυχία.

Μ’ αυτόν τον τρόπο, τον απατηλό τρόπο, ο χώρος που ψάχνουμε μας εμφανίζεται σαν κάτι το «πραγματικό».

Όμως, με λίγη εμπειρία, αρχίζουμε να κατανοούμε ότι ο χώρος που πραγματικά χρειαζόμαστε, η κατοικία μέσα στην οποία είμαστε στ’ αλήθεια ο εαυτός μας, βρίσκεται αλλού.

Ο βασικός χώρος, ο θησαυρός για τον οποίο μιλούν με τις ποικίλες παραλλαγές τους οι μύθοι, η «βασιλεία των ουρανών», για την οποία μιλάει ο Ευαγγελιστής Λουκάς, βρίσκεται μέσα μας.

Η φιλοσοφική λίθος, το ιερό Γκράαλ, το χρυσόμαλλο δέρας, η δολοφονία του δράκου που ελευθερώνει το δρόμο για το θησαυρό αντιπροσωπεύουν περιπέτειες που δεν διαδραματίζονται στον κόσμο των ορατών πραγμάτων, της εξωτερικής πραγματικότητας.

Αλλά δεν πρέπει να παγιδευτούμε στην κυριολεξία, στις συγκεκριμένες εικόνες που προτείνει ο μύθος.

Η κυριολεξία είναι ένας αλάνθαστος τρόπος προδοσίας της εμπειρίας.

Όπως διαβάζουμε και στον Απόστολο Παύλο, η κυριολεξία, «το γράμμα», σκοτώνει.

Ο μύθος είναι το απόσταγμα, σε εικόνες, του κορμού της ανθρώπινης σοφίας που αποκτήθηκε διά μέσου χιλιετιών΄ υπό το φως της η ανθρωπότητα βρίσκεται διαρκώς σε εγρήγορση, σε αδιάκοπη αναζήτηση της αλήθειας.

Η ανάγκη να περάσουμε επιτυχώς συγκεκριμένες και επικίνδυνες δοκιμασίες παραπέμπει σε κάποιες άλλες δοκιμασίες που πρέπει να αντιμετωπίσουμε, ως άτομα, σε διάφορα και διαφοροποιημένα επίπεδα.

Ο Ιάσονας έψαχνε το χρυσόμαλλο δέρας, ο Πάρσιφαλ και οι ιππότες της Στρογγυλής Τραπέζης έψαχναν για το ιερό Γκράαλ, και ο καθένας από μας, ανάλογα με την προσωπική του ιστορία, πρέπει, κατά τη διάρκεια της ζωής του, να μπει στην τροχιά αναζήτησης ενός «αντικειμένου» καθοριστικής σημασίας, από το οποίο είναι αδύνατον να παραιτηθεί.

Η επιτυχής έκβαση αυτής της αναζήτησης είναι το αναγκαίο πρελούδιο για την κατάκτηση εσωτερικών χώρων.

Αυτή η αναζήτηση είναι η μόνη δυνατή απάντηση στο τραγικό, το βασικό για την ύπαρξή μας γεγονός, αυτό της προδοσίας της γέννησης.

(Μετάφραση: Κούλα Καφετζή)

Απόσπασμα από το βιβλίο του Aldo Carotenuto, Αγάπη και προδοσία, Εκδ. Ίταμος