Όλα για καλό. Του Γιάννη Μακριδάκη

13/3/17 – Tvxs.gr

Στο νέο ρεαλιστικό μυθιστόρημα Όλα για καλό, ο συγγραφέας, ερευνητής και φυσικός καλλιεργητής Γιάννης Μακριδάκης, σ’ αυτό το τέταρτο κατά σειρά μυθιστόρημά του και μετά από έξι νουβέλες στις εκδόσεις Εστία, για πρώτη φορά πρωτοτυπεί γράφοντας σε νεοελληνική γλώσσα και σχεδόν σε παρόντα χρόνο.

Ο κεντρικός του ήρωας, ο Δημοσθένης, από τις πρώτες σελίδες ανοίγει συνεχώς νέα μέτωπα που αναζητούν απαντήσεις για το «τι θα συμβεί;», και με αυτόν τον τρόπο λογοτεχνικής αφήγησης που μας άφησε κληρονομιά ο Όμηρος, πλέκεται το Όλα για καλό, μέχρι την τελευταία τελεία.

Κι αν «η ζωή δεν αξίζει τίποτα χωρίς ιστορίες», ο αναγνώστης δεν μπορεί να αφήσει το βιβλίο από τα χέρια του, μέχρι τη λύση όλων των αινιγμάτων, ενώ ο Δημοσθένης θα παραμένει διακριτικά σχεδόν στο περιθώριο για να ρίχνει το φως σε όλους τους άλλους, κάτι που θα αποδειχθεί έως και τραγική ειρωνεία, αφού μ’ αυτόν τον τρόπο θα οδηγήσει, χωρίς να το γνωρίζει, τα ίδια αυτά τα φώτα ολότελα στο δικό του πρόσωπο.

Οι φλέβες του μυθιστορήματος διασταυρώνονται από σελίδα σε σελίδα μέσα στο σώμα της ιστορίας του, όπως και οι παράπλευρες πατημασιές του κάθε ήρωα, νεκρού ή ζωντανού, νεογέννητου, ή πρόγονου, που αφήνει ανίδεος τα αποτυπώματά του στους δρόμους της ζωής των άλλων.

Όλο και πολλαπλασιάζονται τα ερωτήματα όσο εξελίσσονται τα γεγονότα, όλο και μεγαλύτερα μυστικά βγαίνουν στο φως. Οι φλέβες φουσκώνουν και αποκτούν επώδυνο παλμό στη σκηνή της ανάγνωσης.

«Όλα συμβαίνουν γύρω από δύο αλλόκοτες κηδείες, μια απρόσμενη γέννηση και τρία διαδοχικά δείπνα, που επισφράγισαν τα γεγονότα αυτά. Παλιά κιτρινισμένα ψιλόχαρτα ξεθάβονται, ιστορίες ξεχασμένες ξεβράζονται, τόποι έρημοι και στιγματισμένοι ζωντανεύουν ξανά, οικογενειακά και κοινωνικά μυστικά ξεσφαλίζονται, άνθρωποι ξένοι αλλά και τόσο όμοιοι ανταμώνουν στης ζωής τους το διάβα. Οι αποκαλύψεις όμως, που έρχονται στο φως, αποδεικνύονται δυσβάσταχτες για τον Δημοσθένη και τη μικρή του ομήγυρη. Τόσο για τους γέροντες που αναμασούν μοιραία την κοινή φύτρα των πάντων, όσο και για τους νεότερους που ζουν τα συμβάντα για πρώτη φορά.»

Πρέπει να πεθάνουν όλα τα ψέματα για να γεννηθεί η αλήθεια, για να μεταμορφωθεί η πραγματικότητα;

Η Κατρίν που έφτασε στο νησί από το Βερολίνο για «να προσφέρει εθελοντική εργασία και να συνδράμει τους πρόσφυγες, που βγαίνανε μιλιούνια καθημερινά τότε από την απέναντι ακτή» μένει να αποκαλυφθεί για ποιόν παρασκηνιακό πραγματικό σκοπό επισκέφτηκε την άγνωστη πατρίδα.

Κι ο ξέπαπας Μιχάλης, το αυτο-αποκλεισμένο μέλος της τοπικής κοινωνίας, μέλλει να κατέχει το κλειδί της λύσης αυτού του υπόκωφου δράματος που αφορά όχι μόνο με κάποιον τρόπο όλους τους ήρωες, αλλά λαούς και κοινωνίες, που άθελά τους για πρώτη φορά αφουγκράζονται το άγνωστο κοινό παρελθόν τους.

Γιατί οι ήρωες προσπαθώντας να κατασκευάσουν το παρόν και το μέλλον τους, έρχονται αντιμέτωποι με την αναπόφευκτη ανακατασκευή του παρελθόντος τους. Γιατί τελικά όλα γίνονται για καλό, όταν τα όνειρα, οι επιδιώξεις, οι επιθυμίες, χαράζονται -και πολλές φορές ανατρέπονται- από το χθες.

Το τέλος θα αποβεί αναπάντεχο, αλλά δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς, αφού σε αυτό το μυθιστόρημα, όλα αρχίζουν κι όλα τελειώνουν για καλό και πιο ώριμος από ποτέ ο συγγραφέας, μάς το υπογράφει.-

«Δεν προκάναμε όμως να πούμε πολλά γιατί σκουντουφλήσαμε και οι δυο μαζί απάνω στον Μουεζίν, που μόλις εκείνη την ώρα τον είχανε ξεβράσει τα κύματα. Φρεσκοπνιγμένος φαινότανε. Ξυλιασμένος και άκαμπτος ήτανε, σαν σανίδα. Βγάλαμε τότε και οι δυο από μια πνιχτή κραυγή, σαν καταλάβαμε τι μας έλαχε μες στα πόδια μας. Στο λεφτό η Κατρίν, με μια ψυχραιμία γερμανική μού έγνεψε ησυχία και γονάτισε σβέλτα πλάι στον πνιγμένο. Έπιασε να τον ψαχουλεύει με κινήσεις πεταχτές, να χώνει τα χέρια της μέσα στις τσέπες του και να τον ερευνά από πάνω ίσαμε κάτω. Σαν να είχε περάσει κάποια εκπαίδευση ειδική προτού να έρθει εδώ. Εγώ την κοιτούσα σαν παραλυμένος και δεν ανάπνεα καν, για να μην τρίξουνε τα λιλάδια κάτω από τα παπούτσια μου. Από την εσωτερική τσέπη του μπουφάν του τράβηξε μια θήκη πλαστική. Είχε μέσα την ταυτότητά του και το δίπλωμα της οδήγησης. Έριξε δυο πεταχτές ματιές ολόγυρα και αφουγκράστηκε σαν αγρίμι την ατμόσφαιρα, μην τυχόν και φάνηκε κάνα κοράκι απάνω στον λόφο. Σαν σιγουρεύτηκε ότι ήμαστε ολομόναχοι, έβγαλε τον μικρό φακό από την τσέπη της και έφεξε τα χαρτιά. Ήτανε πράγματι πολύ όμορφη, όπως την ξαναείδα στο φέγγος του».

Ο Γιάννης Μακριδάκης (akridaki@gmail.com – yiannismakridakis.gr)γεννήθηκε το 1971 στη Χίο και σπούδασε μαθηματικά. Από το 1997, που ίδρυσε το Κέντρο Χιακών Μελετών με σκοπό την έρευνα, αρχειοθέτηση, μελέτη και διάδοση των τεκμηρίων της Χίου, οργάνωνε τα ερευνητικά και εκπαιδευτικά προγράμματα του Κέντρου, επιμελούνταν τις εκδόσεις του και διηύθυνε το τριμηνιαίο περιοδικό «Πελινναίο» έως το 2011.

Κατόπιν άφησε τις πόλεις και μετακόμισε για μόνιμη διαμονή στην Βολισσό της ΒΔ Χίου. Εκεί, στράφηκε προς την φυσική καλλιέργεια της γης και έγινε παρατηρητής της αργής αβίαστης φυσικής ανάπτυξης. Ίδρυσε το Απλεπιστήμιο Βολισσού, μέσα από το οποίο διοργανώνει σεμινάρια φυσικής καλλιέργειας και πολιτικής στάσης ζωής με γνώμονα τον αντικαταναλωτισμό, την αποανάπτυξη και την πορεία της ανθρωπότητας προς την μετακαταναλωτική εποχή. Επίσης δημιούργησε το Σπίτι της Λογοτεχνίας στη Βολισσό και διοργανώνει λογοτεχνικά εργαστήρια.

Πολιτικά και φιλοσοφικά του κείμενα έχουν δημοσιευτεί στον διεθνή τύπο, έντυπο και ηλεκτρονικό στα γαλλικά, ισπανικά, ολλανδικά, σουηδικά, γερμανικά, αγγλικά.Έχει γράψει τα βιβλία:

  1. Συρματένιοι, ξεσυρματένιοι· όλοι. Χιώτες πρόσφυγες και στρατιώτες στη Μέση Ανατολή: Μαρτυρίες 1941 – 1946 (εκδ. Κ.Χ.Μ., Πελινναίο 2006 και εκδ. Εστία 2010).
  2. 10.516 μέρες: Ιστορία της νεοελληνικής Χίου 1912 -1940, ιστορικό αφήγημα (εκδ. Κ.Χ.Μ., Πελινναίο 2007).
  3. Το πρώτο μυθιστόρημά του Ανάμισης ντενεκές (Eστία 2008) κυκλοφόρησε τον επόμενο χρόνο (2009) και στα τουρκικά με τίτλο Bir bucuk teneke (εκδόσεις Senocak 2009). Το 2015 ανέβηκε στο θέατρο σε σκηνοθεσία Μαρίας Αιγινίτου.
  4. Η δεξιά τσέπη του ράσου, νουβέλα (Εστία 2009).
  5. Ήλιος με δόντια, μυθιστόρημα (Εστία 2010), το οποίο ανέβηκε στο θέατρο (2012) σε σκηνοθεσία Βασίλη Βασιλάκη.
  6. Λαγού μαλλί, νουβέλα (Εστία 2010).
  7. Η άλωση της Κωσταντίας, μυθιστόρημα (Εστία 2011), το οποίο ανέβηκε στο θέατρο (2012) σε σκηνοθεσία Χρήστου Βαλαβανίδη. Κυκλοφόρησε στα Γαλλικά με τίτλο La chute de Constantia (εκδόσεις S. Wespieser 2015).
  8. Το ζουμί του πετεινού, νουβέλα (Εστία 2012).
  9. Του Θεού το μάτι, νουβέλα (Εστία 2013).
  10. Αντί στεφάνου, (Εστία 2015).
  11. Η πρώτη φλέβα, νουβέλα (Εστία 2016).
  12. Το νέο του μυθιστόρημα Όλα για καλό, μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Εστία.

Διαβάστε επίσης στο Tvxs:

*Φωτογραφία εξωφύλλου: «Προνομιούχος Ιησούς Ε.Ε.», Δημήτρης Αντώνογλου, Φωτογραφική Λέσχη Χίου 2016.

Διονύσης Χαριτόπουλος: Ο έρωτας είναι ανεξήγητος

220545-sxeseis[…] Ο έρωτας είναι ανεξήγητος.

Ένα μυστήριο, όπως όλα όσα πηγάζουν από την ψυχή, τον βαθύτερο εαυτό μας. Ουδείς μπορεί να σου πει γιατί ερωτεύτηκες αυτό το πρόσωπο κι όχι ένα άλλο. Αν κάποιος μπάμιας ειδικός επιχειρήσει να σου το αναλύσει, απλώς θα λέει μπαρούφες. […]

Έρωτας

Η παγίδα της φύσης είναι στημένη και μας περιμένει.

Πιανόμαστε όλοι ανεξαιρέτως. Είναι στη φύση μας.

Πλην παθολογικών περιπτώσεων δεν υπάρχει άνθρωπος επί γης που δεν πιάστηκε στα ερωτικά δόκανα.

Ο έρωτας είναι εμπειρία ζωής.

Ποτέ άλλοτε δεν θα νιώσουμε τόση χαρά, ευτυχία, αλλά και τόσο πόνο. Οι μεγάλες στιγμές της ζωής μας, χαρούμενες ή οδυνηρές, είναι απότοκες του έρωτα.

Ο έρωτας είναι ανεξήγητος.

Ένα μυστήριο, όπως όλα όσα πηγάζουν από την ψυχή, τον βαθύτερο εαυτό μας. Ουδείς μπορεί να σου πει γιατί ερωτεύτηκες αυτό το πρόσωπο κι όχι ένα άλλο. Αν κάποιος μπάμιας ειδικός επιχειρήσει να σου το αναλύσει, απλώς θα λέει μπαρούφες.

Το υπέροχο νέο πρόσωπο.

Στη ζωή μας συναντάμε εκατοντάδες πρόσωπα. Στη δουλειά, στις παρέες, στη διασκέδαση. Και ξαφνικά με κάποιο από αυτά συμβαίνει ο ξαφνικός θάνατος των υπολοίπων. Αυτό θέλουμε και κανένα άλλο. Το εξυψώνουμε μέσα μας μέχρι θεοποίησης. […]

Ο έρωτας είναι μια υπόσχεση ευτυχίας.

Την επιλογή υπαγορεύουν οι ελλείψεις μας αυτές καθορίζουν το πρόσωπο που μας ελκύει. είναι αυτό που συγκεντρώνει τις μεγαλύτερες ελπίδες να τις καλύψει.

Το πρόσωπο που θα μας ολοκληρώσει.

«Έψαχνα κάποιον να σου μοιάζει και βρήκα εσένα», έγραψε μια ξεχωριστή γυναίκα.

Πίσω από το ερωτικό σου αντικείμενο είναι πάντα ο εαυτός σου. Στην ουσία αυτό που αναζητούμε στον άλλον είναι ήδη βαθιά μέσα μας.

Ακούς ένα τραγούδι και επειδή αναγνωρίζεις δικά σου στοιχεία, σου αρέσει, σε αγγίζει και ταυτίζεσαι΄ διαβάζεις ένα βιβλίο, βλέπεις μια ταινία και σου αρέσουν γιατί έχουν άτι από σένα. Έτσι και με το πρόσωπο της επιλογής σου΄ ταυτίζεσαι γιατί «κάτι λέει» που μόνο εσύ μπορείς να το ακούσεις. […]

Ο έρωτας είναι μια σαγηνευτική πλάνη.

Όταν ερωτευτείς, οι φίλοι σου λένε «περαστικά» γιατί ξέρουν με βεβαιότητα αυτό που εσύ αρνείσαι να παραδεχτείς΄ το ερωτικό μας αντικείμενο δεν είναι όπως εμείς το βλέπουμε.

Δεν έχει κάνει τίποτα να μας εξαπατήσει.

Εμείς είμαστε σε παρεκτροπή προβάλλοντας πάνω του αυτά που έχουμε ανάγκη. Βέβαια, όλα αυτά καμιά σημασία δεν έχουν΄ το σπουδαίο και συνταρακτικό είναι ότι βρήκαμε τον έρωτα. […]

Ο έρωτας είναι εξαρχής μια χαμένη μάχη.

Η πιο απελπισμένη και πιο καταδικασμένη που θα δώσεις ποτέ, αλλά και η πιο όμορφη. Κάπου στο βάθος το ξέρουμε, ι’ αυτό ζούμε διαρκώς με τον φόβο της απώλειας.

Ο Μπαρτ το συνοψίζει έξοχα: «Σ’ αγαπώ όπως πρέπει να αγαπάει κανείς, με απόγνωση». […]

 *Απόσπασμα από το νέο βιβλίο του Διονύση Χαριτόπουλου: Σχέσεις, που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Τόπος.

Tvxs – Επιμέλεια: Κρυσταλία Πατούλη

Αρσενικό-Θηλυκό. Οι δύο μεγάλες κατασκευές της Φύσης. Το σταθερό δίπολο δημιουργίας. Δύο πλάσματα προορισμένα το ένα για το άλλο που είναι σε συνεχή διαμάχη μεταξύ τους. Ιδίως αν ζευγαρώσουν.

Δημοσιεύτηκε: http://tvxs.gr/news/biblio/dionysis-xaritopoylos-o-erotas-einai-aneksigitos

Ο Κώστας Νασίκας για τις Εξορίες Γλώσσας: Η μαρτυρία ως επιβίωση

 

nasikas[…] Η έννοια της εξορίας αφορά το βίωμα αυτών που έζησαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, σε απάνθρωπες συνθήκες αλλά και γενικότερα όλα αυτά τα ανείπωτα που μπορεί να κουβαλάει κανείς μέσα του, όπου και να ζει, όποια γλώσσα και να μιλάει. Και όλη η ιστορία είναι, το πώς μπορούν όλα αυτά τα ανείπωτα να πάρουν μορφές μαρτυρίας, έκφρασης και μοιράσματος. Γιατί, όπως έχουμε πει και παλιότερα, αν δεν μοιράζονται τα βιώματα, χάνεται η ανθρώπινη διάσταση […]
Ο ψυχαναλυτής Κώστας Νασίκας, ο οποίος είναι μέλος της Γαλλικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας (APF), διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Lyon-1 και είναι ιατρικός υπεύθυνος του «Οίκου του Εφήβου» της Λιόν, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη με αφορμή το βιβλίο του Εξορίες γλώσσας, που μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη, αφηγούμενος την προϊστορία και την ιστορία της συγγραφής της εν λόγω έκδοσης, από την ιδέα μέχρι το τυπογραφείο.

Η προϊστορία του βιβλίου –γιατί υπάρχει πάντα μια προϊστορία- έχει δύο παράλληλους δρόμους:

  1. Ο ένας αποτελείται από μια σειρά εργασιών έρευνας, σκέψης, αλλά και ζωγραφικής,
  2. Και ο δεύτερος παράλληλος δρόμος ήταν η δική μου προσωπική ψυχανάλυση, όπως και η εκπαίδευσή μου ως ψυχαναλυτής – γιατί αυτά τα δύο πράγματα δεν χωρίζονται και πάντα συνεχίζονται.

Αυτοί οι δύο δρόμοι, δεν συναντιούνται εύκολα, και ορισμένες φορές -για πολύ κόσμο- τα αντικείμενα έρευνας, ζωγραφικής ακόμα και λογοτεχνίας, ξαναεπεξεργάζονται κατά κάποιον τρόπο βαθύτερες εσωτερικές προβληματικές χωρίς οι συγγραφείς τους να έχουν συνείδηση γι’ αυτό.

Από πλευράς ερευνητικών εργασιών, είχα κάνει παλιότερα μία εργασία γύρω από τη ψυχοσωματική, αλλά με την έννοια ό,τι από τα πολλά αισθητηριακά ίχνη που συνθέτουν τη μνήμη, ένα μικρό μέρος μπαίνει μέσα σ’ αυτή, και πολλά άλλα παραμένουν στον αισθητηριακό χώρο και μόνο. Ένα είδος υπο-μνήμης, θα λέγαμε, που δεν μπορεί να γίνει συνειδητή μνήμη.

Μια άλλη εργασία για την οποία σας είχα μιλήσει και παλιότερα, είχε τίτλο: «Το τραύμα και η γλώσσα», που αποτελούνταν από δύο κεφάλαια, το ένα λεγόταν «Τραύμα και δημιουργία της γλώσσας» και το άλλο «Τραύμα και καταστροφή της γλώσσας», που σημαίνει τραυματισμός, με την έννοια ότι δεν μπορεί να ειπωθεί τίποτα, δεν μπορεί να μοιραστεί, και παραμένει εσωτερικά, σε αυτόν τον χώρο της καταστροφής της γλώσσας, να επαναλαμβάνεται μέσα από εικόνες, από αισθήσεις, κλπ.

Αυτή είναι η προϊστορία από πλευράς επιστημονικών εργασιών.

Από πλευράς εσωτερικής – ψυχαναλυτικής πορείας υπάρχει κάτι άλλο που συνδέεται και με τη ζωγραφική, και είναι πως τελειώνοντας την ψυχανάλυση (η οποία δεν τελειώνει ποτέ ουσιαστικά) ανακάλυψα σιγά σιγά –με την έννοια ότι νωρίτερα δεν είχα καμία γνώση επ’ αυτού και χωρίς να έχω καμία μνήμη- πως είχα ζήσει τα πρώτα μου χρόνια σε έναν καταυλισμό μετακινηθέντων πληθυσμών στο τέλος του ελληνικού εμφυλίου,– διότι τα χωριά είχαν εκκενωθεί και είχαν αναγκάσει όσους βρήκαν εκεί να κατέβουν στον κάμπο και να ζουν υπό την επίβλεψη του στρατού, της αστυνομίας και υπό την τρομοκρατία παραστρατιωτικών οργανώσεων. Ο πατέρας μου ήταν ήδη εξορία στον Άη Στράτη.

Γι’ αυτό το γεγονός της ζωής μου σε αυτόν τον καταυλισμό δεν έχω καμία προσωπική μνήμη, αλλά μόνο ακούσματα από αφηγήσεις άλλων. Αυτό που κατάλαβα αργότερα προσέχοντας τις εργασίες και τα θέματα που με απασχολούσαν, ακόμα και μέσα από τη ζωγραφική, ήταν το πώς τα διάφορα ασυνείδητα ίχνη και βιώματα παίρνουν μορφή. Όχι μορφή λόγου, αλλά μορφή εσωτερικής αναπαράστασης, πριν το λόγο.

Αυτές λοιπόν ήταν οι προϊστορικές αφετηρίες για το βιβλίο, θεωρητικές, ζωγραφικές και ψυχαναλυτικές.

Γύρω από το θέμα για παράδειγμα «Τραύμα και καταστροφή της γλώσσας», είχα ήδη γράψει και διαβάσει άφθονα κείμενα με μαρτυρίες διαφόρων επιβιωσάντων, όπως ο Primo Levi, ο Αntelme εδώ στη Γαλλία και άλλοι. Αυτά με τραβούσαν από παλιά από ένα επιστημονικό ενδιαφέρον, από ένα ανθρώπινο ενδιαφέρον, από ένα ψυχαναλυτικό ενδιαφέρον, και πιθανώς από ένα βαθύτερο προσωπικό ενδιαφέρον χωρίς να το ξέρω.

Κι έτσι, σε μια στιγμή, όλα αυτά κάπου ενώθηκαν και άρχισα να γράφω το βιβλίο Εξορίες γλώσσας, που το πρώτο κεφάλαιό του, είχε αφετηρία ένα άλλο βιβλίο το LTI: Lingua Tiercii Imperium, που είχα διαβάσει και με είχε αφήσει άναυδο, γιατί περιγράφει όλη την εξορία της αυθεντικής γλώσσας μέσα στη γλώσσα του κόμματος των ναζί:

Πρέπει οι λέξεις να λένε άλλα πράγματα απ’ ότι έλεγαν πριν. Σε αυτό το βιβλίο βλέπουμε πάρα πολύ καλά, πως σιγά σιγά η γλώσσα αλλάζει.

Διαβάζοντας το βιβλίο αυτό, είχα παραμείνει, στο πως ο ίδιος ο συγγραφέας του, ο Victor Klemperer άρχισε να ενδιαφέρεται γι’ αυτό το θέμα. Ο ίδιος ήταν ένας καθηγητής φιλολογίας και ένα βράδυ το 1939-40 που έβλεπε τις ειδήσεις στην τηλεόραση, είδε μια ομάδα ναζιστών να παρελαύνει με ένα ταμπούρλο στην αρχή της παρέλασης, που έδινε το ρυθμό. Κι αυτό που του έκανε εντύπωση, ήταν πως ο ρυθμός του ταμπούρλου ήταν ενσωματωμένος από όλη την ομάδα. Περπατούσαν σα να ήταν όλοι ένα ταμπούρλο!

Και αυτή η εικόνα, του ότι όλα τα άτομα είχαν γίνει ένα ταμπούρλο, του έφερε τη σκέψη ότι η γλώσσα είναι σε κίνδυνο. Κάτι το οποίο δεν το εξηγεί, και ούτε το καταλαβαίνει καν. Έτσι όμως αρχίζει να φροντίζει τη γλώσσα, να κρατάει σημειώσεις για το πώς η γλώσσα δέχεται συνεχώς μετατροπές που της επιβάλλονται από το κόμμα των ναζί, αφενός μεν για να κρύψει αυτά που συμβαίνουν στην πραγματικότητα, και να επιβάλλει στο βάθος –κι αυτό το αναλύω σιγά σιγά σε αυτό το κεφάλαιο- μια από-υποκειμενοποίηση του κάθε πολίτη.

Και ο σκοπός –ένας σκοπός που δεν τον καταλαβαίνει κανένας- είναι αυτή η από-υποκειμενοποίηση να λειτουργεί σαν μηχανή καταστολής, ώστε να μη μπορεί κανείς να σκεφτεί μέσα από αυτή τη γλώσσα, αλλά μόνο να επαναλαμβάνει τσιτάτα του κόμματος. Σαν να δημιουργήθηκε, ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης της γλώσσας που από-υποκειμενικοποιεί την κάθε σκέψη. Και έτσι φτάνω και στην εξήγηση, για το πώς, βλέποντας το ταμπούρλο, έρχεται η ιδέα στον Victor Klemperer να αισθανθεί ότι η ιδία ότι η γλώσσα είναι σε κίνδυνο.

Σε αυτό το πρώτο κεφάλαιο, αναλύεται, λοιπόν, το πως η αυθεντική γλώσσα πάει εξορία μέσα στη μηχανοποιητική γλώσσα -ταμπούρλο του ναζιστικού κόμματος.

Στο δεύτερο κεφάλαιο, περιγράφεται το πώς μιλάει τη γλώσσα ένας μεγάλος ναζί, ο Άιχμαν, ο οποίος πλέον δικάζεται. Τους διάφορους λόγους του στο δικαστήριο, τους κατέγραψε η Χάνα Άρεντ η οποία λέει ότι δεν καταλαβαίνουμε πως συμβαίνει να μιλάει αυτός ο άνθρωπος για τόσο τραγικά γεγονότα και εμείς να τον ακούμε και να γελάμε. Πρέπει, λέει, να ζητήσουμε από έναν ψυχίατρο να μας εξηγήσει. Και λέει επίσης, πως ο Άιχμαν, δίνει την εντύπωση όταν μιλάει, πως δίνει τη μάχη εναντίον της γλώσσας και κάθε φορά τη χάνει.

Οπότε, επανέρχομαι εγώ από την άλλη οπτική γωνία, και βλέπω τον Άιχμαν να μιλάει τη γλώσσα του κόμματος των ναζί, προσπαθώντας να μιλήσει για τον εαυτό του. Και εννοείται πως δεν μπορεί να μιλήσει για τον εαυτό του διότι είναι από-υποκειμενοποιημένος, και λέει τσιτάτα διάφορα, τα οποία προκαλούν το γέλιο, ενώ περιγράφει το πως πάρθηκε η απόφαση το 1942, της Τελικής Λύσης, δηλαδή της εξόντωσης των εβραίων, δηλαδή του λεγόμενου ολοκαυτώματος, της μαζικής καταστροφής της ανθρώπινης διάστασης.

Και ενώ μιλάει γι αυτή την κατάσταση με λόγια που δεν είναι υποκειμενικά, προκαλεί το γέλιο. Γι’ αυτό το κεφάλαιο λέγεται: Η σχιζοφρενής γλώσσα. Δηλαδή, η γλώσσα είναι σχιζοφρενής.

Αυτό το κεφάλαιο, με τίτλο Η σχιζοφρενής γλώσσα, το διάβασε ένας φίλος μου που είναι διευθυντής του Εθνικού Κέντρου Ερευνών της Γαλλίας, στη γλωσσολογία, και έγραψε ένα άρθρο σε μία από τις μεγαλύτερες εφημερίδες της Νορβηγίας, όταν δικαζόταν ο Τόμας Αντρέα Μπρέιβικ που είχε σκοτώσει 77 άτομα και τον βγάλανε σχιζοφρενή σε πρώτη φάση, γιατί έλεγε διάφορα ακατάληπτα και δεν τον καταλαβαίνανε.

Αυτός ο φίλος μου, λοιπόν, έγραψε ένα άρθρο που έλεγε πως αυτά τα ακατάληπτα που λέει ο Μπρέιβικ, είναι όροι από ναζιστικά κόμματα άλλων χωρών, και τελικά είναι σχιζοφρενής η γλώσσα που μιλάει, και όχι ο ίδιος. Και τελικά, ενώ τον είχαν βγάλει σχιζοφρενή και μη δικάσιμο, του ξαναέκαναν δεύτερη εξέταση και τον έβγαλαν υπεύθυνο.

Δηλαδή, αυτή η έννοια ότι η γλώσσα είναι σχιζοφρενής κι όχι το άτομο, έφερε στο σημείο να ξαναεξεταστεί αυτός που είχαν βγάλει σχιζοφρενή, ο οποίος είχε σκοτώσει, ρατσιστικά και μόνο, 77άτομα.

Στη συνέχεια, το τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου με τίτλο «Αυτοεξόριστος από τη γλώσσα: Ο Πάουλ Τσέλαν», μελετά κυρίως την περίπτωση του ουκρανού Πάουλ Τσέλαν, ενός αναγνωρισμένου πλέον παγκοσμίως μεγάλου ποιητή, που όταν ήταν 12 χρονών τον έκλεισαν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Τους γονείς του δεν τους ξαναείδε και μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου βρέθηκε στη Γαλλία. Ο ίδιος μετέφραζε γερμανούς ποιητές στα γαλλικά, αλλά κυρίως έγραφε ποίηση στα γερμανικά.

Είχε πει: «Το χέρι που θα ανοίξει το βιβλίο μου μπορεί να έχει σφίξει το χέρι του δολοφόνου της μητέρας μου. […] Και θα μπορούσε να συμβεί και κάτι ακόμα χειρότερο […]. Και εντούτοις, αυτό είναι το πεπρωμένο μου: να πρέπει να γράφω ποιήματα στα γερμανικά»

Έγραφε, λοιπόν, στα γερμανικά ποίηση, με σκοπό –όπως εξηγούσε- να ξαναδώσει στη γλώσσα τη ζωή της, που την είχε χάσει από τους ναζιστές. Μέσα σε αυτή την αναζήτηση –σε ένα μεγάλο βαθμό τρελή- του συνέβησαν δύο πράγματα:

Ήθελε ένας μεγάλος γερμανός διανοούμενος, ο Χάιντεγκερ, να αναγνωρίσει το έγκλημα που είχε γίνει στη γλώσσα, και προσπάθησε μέσω των γνωριμιών του να τον συναντήσει, γιατί θεωρούσε πως αν ένας μεγάλος διανοούμενος αναγνώριζε το έγκλημα που έγινε στη γλώσσα, θα μπορούσε να ξαναβρεί τη ζωή της, να γίνει κάποια, θα λέγαμε, θεραπεία στη γλώσσα.

Τελικά τον βρήκε και μάλιστα κατάφερε να τον καλέσει ο ίδιος ο Χάιντεγκερ σε μια καλύβα που είχε πάνω στον Μέλανα Δρυμό. Εκεί ο Τσέλαν του ζήτησε αυτό που ήθελε ακριβώς, αλλά λίγες μέρες μετά έγραψε ένα ποίημα στο οποίο μιλάει για την απογοήτευσή του, ότι ο Χάιντεγκερ δεν θέλησε να αναγνωρίσει με τίποτα αυτό που του ζήτησε.

Κάποιους μήνες μετά, το Μάρτη του 1970, ήταν καλεσμένος στη Χαϊδελβέργη και διάβαζε ποιήματά του στα γερμανικά. Μέσα στο ακροατήριο ήταν και ο Χάιντεγκερ, ο οποίος τον περιφρόνησε. Είχε προηγηθεί και η περιφρόνηση κάποιων γερμανών δημοσιογράφων που είπαν ότι γράφει καλή ποίηση στα γερμανικά γιατί δεν καταλαβαίνει τη γλώσσα, γιατί δεν είναι γερμανός.

Δηλαδή, όλη η διαδικασία του Τσέλαν, ήταν να μπει μέσα στο «εμείς» αυτών που μιλάνε την ίδια γλώσσα, για να επανορθώσει την ίδια τη γλώσσα. Και απ” αυτό το «εμείς» τον έδιωξαν απ’ έξω. Έξω από τη γλώσσα, έξω από το «εμείς».

Τότε ο Πάουλ Τσέλαν, μετά από αυτά τα γεγονότα, γύρισε από τη Χαϊλδεβέργη στη Γαλλία και αυτοκτόνησε πέφτοντας στον Σηκουάνα.

Λέγεται και κάτι άλλο σε αυτό το τρίτο κεφάλαιο: Το πως ο Ναζισμός βασίστηκε στο Ρομαντισμό. Η καλλιέργεια του τέλειου, που έφερε ο Ρομαντισμός. Σαν πολιτικό ρεύμα ο Ρομαντισμός, της καλλιέργειας του τέλειου, αφενός μεν το 1870 παρατηρούμε τις πρώτες ρατσιστικές τάσεις και καίγονται βιβλία ξένων στη Γερμανία. Τότε ο Χάινε, που ήταν ποιητής εκείνης της εποχής, λέει: «Εκεί που καίγονται βιβλία, κάποια μέρα θα καούν άνθρωποι».

Θεωρείται, λοιπόν, ότι αυτή η αναζήτηση του τέλειου που έδωσε σαν πολιτικό ρεύμα ο Ρομαντισμός, την ξαναπαίρνει ο Ναζισμός. Ξαναέρχεται να δώσει αυτή την τάση του τέλειου, σαν πολιτικό κίνημα. Και η τάση του τέλειου έρχεται στη σκέψη του Χάιντεγκερ το 1926 που βγάζει το βιβλίο του «Είναι και χρόνος», που μιλάει για την έννοια της πατρίδας ως τόπος, ως ρίζες, και τη θεωρεί σημαντική έννοια για τη σύσταση της ταυτότητας του είναι.

Τότε κανένας δεν το πρόσεξε, αλλά σ’ αυτή την έννοια της πατρίδας όπως την εννοεί ο Χάιντεγκερ, με την έννοια της καθαρής ρίζας της γενεαλογίας, της καθαρότητας του αίματος, βασίστηκε ιδεολογικά ο Ναζισμός, και μέσα σ’ αυτή γλίστρησε όλος ο γερμανικός λαός.

Το τέταρτο κεφάλαιο, το οποίο ίσως είναι το κεντρικότερο στο βιβλίο, λέγεται «Αντίσταση μέσα στη γλώσσα». Η αντίσταση με τη γλώσσα. Με την έννοια ότι όταν κάποιος ζήσει ανείπωτες τραυματικές καταστάσεις που κινδυνεύει και η ζωή του, εκείνο που του επιτρέπει να επιβιώσει, είναι το ότι θα μπορέσει να μαρτυρήσει κάποια στιγμή όσα έζησε, το γεγονός ότι θα μοιραστεί αυτό που έζησε με άλλους.

Η ελπίδα να μαρτυρήσουμε κάτι σε άλλους, μπορεί να μας επιτρέψει να επιβιώσουμε. Εδώ μπορεί να γίνει μια αναφορά και στο βιβλίο Block 25 τη μαρτυρία ομηρίας της Καρολίνας  Ναχμούλη – Γαβριηλίδου, μητέρας του εκδότη Γαβριηλίδη, που κράτησε ημερολόγιο και επιβίωσε.

Οπότε αυτό το κεφάλαιο μιλάει για τη μαρτυρία, και σε πάρα πολλούς που έγραψαν τις μαρτυρίες τους, όπως ο Primo Levi, και πολλοί άλλοι.

Λίγο μετά, υπάρχει ένα υποκεφάλαιο με τίτλο «Περιχάραξη του άφατου» καθώς πολλές φορές η μαρτυρία, δεν καταφέρνει να περάσει στο λόγο το βίωμα, και ίσως μόνο καταφέρνει να περιχαρακώσει το ανείπωτο, ώστε να μη γίνει πηγή ψυχικής καταστροφής. Και ορισμένες φορές, παρά τη μαρτυρία, δεν το καταφέρνει κι έτσι βλέπουμε τον Primo Levi και πολλούς άλλους μάρτυρες να αυτοκτονούν με την ενοχή ότι είναι ψευδείς μάρτυρες.

Άλλο ένα υποκεφάλαιο, μιλάει για το παιδικό βλέμμα και τη μαρτυρία: Ορισμένες αφηγήσεις παιδιών, δεν λειτουργούν με λόγο, αλλά μόνο με εικόνες. Το πώς με εικόνες, προσπαθούν να περιχαρακώσουν κάτι το οποίο είναι καταστροφικό. Να φτιάξουν μια εικονική γλώσσα κατά κάποιον τρόπο.

Και άλλο ένα υποκεφάλαιο μιλάει για «το ανείπωτο, σαν κληρονομιά», για όλες αυτές τις αναζητήσεις, ώστε να καταγραφούν ονομαστικά όλοι οι εξόριστοι, οι κατεστραμμένοι. Να μπορέσει να γίνει κατάλογος των χαμένων. Το όνομα σαν τάφος. Να ξανα-υποκειμενοποιηθεί ο νεκρός, με το όνομά του, και να γίνει ταφή, κάτι που αναλύει η ταινία «Ο γιος του Σαούλ», για την οποία έχουμε μιλήσει στο παρελθόv, αυτό που συμβολίζει και το μνημείο Yad Vachem στην Ιερουσαλήμ.

Και τέλος το ίδιο κεφάλαιο, «Η ποίηση σα χώρος του άφατου» το οποίο αναφέρεται σε πολλούς ποιητές, που με την ποίηση προσπαθούν να αντισταθούν σε αυτή τη μαζική καταστροφή της ανθρώπινης διάστασης των Ναζί, που προσπαθούν να συγκρατήσουν το ανείπωτο, το άφατο, το καταστροφικό, ανάμεσα στις λέξεις. Κάπου εκεί τελειώνει το τέταρτο κεφάλαιο, που είναι, ίσως, το πιο σημαντικό του βιβλίου.

Και πάμε στο πέμπτο κεφάλαιο, το οποίο λέγεται «Αυτοεξόριστος στη γλώσσα». Και αυτό το κεφάλαιο έχει διάφορα ανοίγματα και αφορά μια προβληματική εκείνων που έχουν μία διγλωσσία, παίζει με τη λέξη εξορία, που λέγεται “exil”, αλλά αν την κόψουμε στα δύο, γίνεται «ο τέως εαυτός»(ex=τέος, il=εαυτός), όπου ο τέως εαυτός είναι εκείνος που υπήρχε στην προηγούμενη γλώσσα, και περιγράφεται πως επιβιώνει και πως γίνεται και ξένος μέσα στην καινούργια γλώσσα, μέσα στον εαυτό της καινούργιας γλώσσας.

Έχει όμως πιο πολλά κλινικά μέρη, για ανθρώπους που για διάφορους λόγους δεν μπόρεσαν να πουν τίποτα στη μητρική τους γλώσσα, άσχετο με το που ζουν, γιατί η μητρική γλώσσα συνδέεται με τρομερά βιώματα. Και μπορούν σε μια γλώσσα στην οποία εξορίστηκαν, να πλησιάσουν να πουν κάποια πράγματα.

Και αυτό το κεφάλαιο προσπαθεί να περιγράψει μέχρι που αυτό μπορεί να συμβεί και να φέρει αποτελέσματα και μέχρι που αδυνατεί. Και πως η ίδια η μεταβίβαση (που χαρακτηρίζει την ψυχαναλυτική διαδικασία και μέσα από την οποία ο αναλυόμενος επενδύει τον ψυχαναλυτή με διάφορα συναισθήματα που μεταφέρει, ασυνείδητα, από τις μορφές τις παιδικής του ηλικίας) κάνει το μεταφραστή.

Το επόμενο κεφάλαιο με τίτλο «Το ανείπωτο μέσα στη ψυχανάλυση», περιγράφει πως αναδύονται μέσα στην ψυχανάλυση, βιώματα που έχουν κρατηθεί έξω από τη μνήμη, στο ασυνείδητο.

Και το τελευταίο κεφάλαιο, το οποίο είναι το πιο δύσκολο, και ίσως το πιο ενδιαφέρον επιστημονικά, περιγράφει το πώς μέσα στη μεταβίβαση λειτουργεί ένα είδος χώρου αναδημιουργίας της γλώσσας. Πως τα ανείπωτα μπορούν να βρουν λόγια, όχι μόνο από αυτά που υπάρχουν, αλλά να δημιουργήσουν και το λόγο.

Προς το τέλος αυτού του κεφαλαίου, υπάρχει ένα υποκεφάλαιο με τίτλο «Η εκδίκηση της γλώσσας», που περιγράφεται πως όταν αυτή η ψυχαναλυτική διαδικασία είναι ψευδής, τεχνητή, επιφανειακή, η γλώσσα εκδικείται, εμφανίζοντας το ψέμα. Έχει μια δική της ζωή η γλώσσα κατά κάποιο τρόπο.
Και κάπου εκεί κλείνουμε.

Η εξορία, δεν είναι μόνο γλώσσα εξορισμένη. Είναι το ανείπωτο κυρίως. Αυτό που δεν μπορεί να ειπωθεί μέσω της γλώσσας. Η εξορία είναι κάτι πέρα από τη γλώσσα, αλλά μπορεί να είναι και γλωσσική εξορία.

Τώρα, αν κρατήσουμε την έννοια μεταξύ γλωσσών, π.χ. άνθρωποι που πάνε σε μια χώρα και έχουν μια άλλη μητρική γλώσσα κλπ., αυτοί ζουν μέσα τους μια εσωτερική μάχη, μια συνεχή εσωτερική μάχη. Και δεν είναι μόνο η γλώσσα, είναι η κουλτούρα, είναι η σκέψη μαζί, που μάχονται, από τη μια και από την άλλη μεριά.

Μια από τις τάσεις στις οποίες οδηγεί αυτή η μάχη, είναι εκείνη του κλεισίματος μέσα σε ένα πολιτιστικό ή θρησκευτικό γκέτο. Αυτό μπορεί και να φτάσει ως το σημείο παραγωγής τζιχαντιστών καθώς έχει τάση να μένει έξω από την κουλτούρα της κοινωνίας που το περιβάλλει και να παράγει τη δική του. Μπορεί να φτάσει και στην τάση τού να μάχεται ενάντια σ” αυτήν την κουλτούρα και να θέλει την καταστροφή των αξιών της και την εξαφάνισή τους.
Η άλλη τάση που παρουσιάζουν κάποιοι μετανάστες είναι εκείνη τού να ξεχνούν τον προηγούμενο εαυτό τους και να επιθυμούν μόνο να γίνουν όμοιοι με τους άλλους, εκείνους της θετής τους κουλτούρας. 

Η έννοια της εξορίας αφορά το βίωμα αυτών που έζησαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, σε απάνθρωπες συνθήκες αλλά και γενικότερα όλα αυτά τα ανείπωτα που μπορεί να κουβαλάει κανείς μέσα του, όπου και να ζει, όποια γλώσσα και να μιλάει. Και όλη η ιστορία είναι, το πώς μπορούν όλα αυτά τα ανείπωτα να πάρουν μορφές μαρτυρίας, έκφρασης και μοιράσματος. Γιατί όπως έχουμε πει και παλιότερα: Αν δεν μοιράζονται τα βιώματα, χάνεται η ανθρώπινη διάσταση.-

nasikas_2

ΕΞΟΡΙΕΣ ΓΛΩΣΣΑΣ, Κώστας Νασίκας. Πρόλογος: Μπερνάρ Γκολς. Μετάφραση από τα γαλλικά: Τερέζα Βεκιαρέλλη. Σειρά: Γραφές της Ψυχανάλυσης. Εκδόσεις Γαβριηλίδης – 2017.

«Το χέρι που θα ανοίξει το βιβλίο μου μπορεί να έχει σφίξει το χέρι του δολοφόνου της μητέρας μου. […] Και θα μπορούσε να συμβεί και κάτι ακόμα χειρότερο […]. Και εντούτοις, αυτό είναι το πεπρωμένο μου: να πρέπει να γράφω ποιήματα στα γερμανικά» έγραφε ο Πάουλ Τσέλαν.

Από αυτή την εμπειρία μιας απόλυτης εξορίας ο Κώστας Νασίκας επιχειρεί μια μελέτη στη συμβολή της γλωσσολογίας, της λογοτεχνίας, της ανθρωπολογίας και της ψυχανάλυσης, που μας οδηγεί, με τρόπο μερικές φορές ιλιγγιώδη, να βυθιστούμε στον κόσμο της παλινδρόμησης, της αποπροσωποποίησης και της διαρκούς κατασκευής του εαυτού μέσω της γραφής και της γλώσσας, η οποία εκ φύσεως μας προδίδει, πολύ περισσότερο όταν πρόκειται για τη γλώσσα των προδοτών και των ­δημίων.

Αυτός ο στοχασμός τον οδηγεί στην επερώτηση τρόπων της παρουσίας του άφατου και της καταστροφής στο εσωτερικό της γλώσσας. Αναλύει ιδιαίτερα τους τρόπους επιστροφής αυτών των «παρουσιών» στο εσωτερικό της μεταβιβαστικής εμπειρίας στην ψυχανάλυση. Αυτή αποδεικνύεται προοδευτικά τόπος παλινδρόμησης της γλώσσας σε ένα σημειωτικό λουτρό που ­επιτρέπει να αναδύονται οι διαστάσεις και οι συνθήκες των απαρχών του ­χρόνου, που πλαισιώνουν τη σταθερή (ανα)κατασκευή της γλώσσας.

Ο Κώστας Νασίκας είναι ψυχαναλυτής, μέλος της Γαλλικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας (APF), διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Lyon-1 και είναι ιατρικός υπεύθυνος του «Οίκου του Εφήβου» της Λιόν. Έχει δημοσιεύσει διάφορα άρθρα και έχει επιμεληθεί μερικά βιβλία. Οργανώνει τα τελευταία χρόνια ένα ερευνητικό εργαστήρι με τίτλο «Χώροι (ανα)δημιουργίας της γλώσσας (Fabriques de la langue)», όπου συμμετέχουν γλωσσολόγοι, λογοτέχνες και ψυχαναλυτές. Ένα συμπόσιο με τον αντίστοιχο τίτλο έγινε το 2010 στην Ecole Normale Superieure της Λιόν και κυκλοφόρησε από τις Presses Universitaires de France το 2012.

nasikas_3

 

Το Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2017 στις 12.00 το μεσημέρι, στο Poems ’n crimes, Αγίας Ειρήνης 17, Μοναστηράκι, οι εκδόσεις Γαβριηλίδη διοργανώνουν την παρουσίαση του βιβλίου του Κώστα Νασίκα: ΕΞΟΡΙΕΣ ΓΛΩΣΣΑΣ.  Θα μιλήσουν οι: Όλγα Μαράτου  (ψυχαναλύτρια, Ε.Ψ.Ε.), Βασίλης Δημόπουλος (ψυχαναλυτής, Ε.Ψ.Ε.), Μανόλης Στεφανουδάκης (κλινικός ψυχολόγος, ψυχαναλυτής).  Θα παρευρεθεί ο συγγραφέας και θα συντονίσει ο Θανάσης Χατζόπουλος (ψυχαναλυτής, S.P.F.), επιστημονικός υπεύθυνος της σειράς Γραφές της Ψυχανάλυσης.

Περισσότερες πληροφορίες: τηλ.: 210 6438785.

Την Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2017, ώρα 21.00, ο Κώστας Νασίκας θα μιλήσει με θέμα: Πάουλ Τσέλαν: ανάμεσα στην πάλη για τη γλώσσα και την εξορία, στην ενότητα ομιλιών με τίτλο: ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ: Συνομιλίες.
Οι υπόλοιπες ομιλίες της ίδιας ενότητας γίνονται από άλλους ομιλητές κάθε φορά, κάθε τρίτη Τρίτη του μήνα, στον χώρο εκδηλώσεων των εκδόσεων Γαβριηλίδης, Αγ. Ειρήνης 17, Μετρό Μοναστηράκι. Η είσοδος είναι ελεύθερη στο κοινό.  Περισσότερες πληροφορίες: Κ. Αθανασιάδου (τηλ.: 210 2280366) και Θ. Χατζόπουλος (τηλ.: 210 6438785)


ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ: http://fractalart.gr/kostas-nasikas/

Hannah Arendt: Η νέα εποχή θα καταλήξει σε μια θανάσιμη παθητικότητα

hannah-arendt[…] Η Hannah Arendt συναρτά τη δυνατότητα της πράξης με τη γέννηση, κι αυτό προσδίδει στην πράξη περισσότερη ηρωική έμφαση.

Το θαύμα, λέει, συνίσταται σ’ αυτήν καθαυτήν τη γέννηση και στο νέο ξεκίνημα που οι άνθρωποι καλούνται να πραγματώσουν, εξαιτίας του γεγονότος ότι έχουν γεννηθεί. Τη θέση της πίστης που κάνει θαύματα, καταλαμβάνει η πράξη.

Τώρα πια τα θαύματα τα κάνει η ηρωική πράξη που επιβάλλει στον άνθρωπο η ίδια η γέννησή του. Έτσι η πράξη αποκτά μια σχεδόν θρησκευτική διάσταση:

*«Το θαύμα […] είναι, με άλλους λόγους, η γέννηση των νέων ανθρώπων και το καινούργιο ξεκίνημα, η πράξη για την οποία είναι ικανοί χάρη στη γέννησή τους.

Μόνο η ολοκληρωμένη βίωση αυτής της ικανότητας μπορεί να προσδώσει στις ανθρώπινες υποθέσεις πίστη και ελπίδα […]

Η πίστη στον κόσμο και η ελπίδα για τον κόσμο βρίσκουν την πιο μεγαλειώδη και σαφή έκφρασή τους στα λίγα λόγια με τα οποία τα Ευαγγέλια αναγγέλλουν τα καλά νέα τους: «Παιδίον εγεννήθη ημίν»».

Κατά την Arendt, η νεωτερική κοινωνία, ως κοινωνία της εργασίας, καταργεί κάθε δυνατότητα πράξης, υποβαθμίζοντας τον άνθρωπο σε animal laborans, σε εργαζόμενο ζώο.

Η πράξει προκαλεί ενεργητικά νέες διεργασίες, ενώ, αντίθετα, ο νεωτερικός άνθρωπος μένει παθητικά στο έλεος της ανώνυμης διεργασίας της ζωής.

Η σκέψη επίσης υποβαθμίζεται σε εγκεφαλική λειτουργία υπολογισμών. Όλες οι μορφές της vita activa, τόσο η δημιουργία όσο και η πράξη, εκπίπτουν σε επίπεδο της εργασίας.

Γι’ αυτό και η Arendt θεωρεί ότι η νέα εποχή, η οποία ξεκίνησε με μια ανήκουστη ηρωική ενεργοποίηση όλων των ανθρώπινων δυνατοτήτων, θα καταλήξει σε μια θανάσιμη παθητικότητα.

Απόσπασμα από το βιβλίο «Η κοινωνία της κόπωσης» του Μπιούνγκ-Τσουλ Χαν, μετάφραση: Ανδρέας Κράουζε, Εκδόσεις Opera – 2015

*Hannah Arendt, Η ανθρώπινη κατάσταση (Vita activa)
Vita activa: Λατινικά στο κείμενο = δραστήριος βίος (Σ.τ.Μ)

Στη σύγχρονη εποχή, παρά το γεγονός ότι οι αληθινές αλυσίδες έχουν εκλείψει, παρατηρούμε να δημιουργείται ένας νέος τύπος σκλάβου: είναι ο άνθρωπος που υποβάλλει τον εαυτό του σε εθελοντική εξάντληση. Στην Κοινωνία της κόπωσης (απρόσμενο best seller σε πολλές χώρες), ο διάσημος κορεάτης φιλόσοφος εκθέτει τους λόγους αυτής της αφύσικης συμπεριφοράς και εξηγεί με ποιον τρόπο οι κοινωνίες μας έχουν πέσει θύματα της κατάχρησης μιας και μόνο έννοιας: της «θετικότητας».

Η έννοια αυτή, υποβοηθούμενη από την ψευδαίσθηση της «ελευθερίας επιλογής», παράγει κουρασμένους, αποτυχημένους και καταθλιπτικούς ανθρώπους. Ο Μπιουνγκ-Τσουλ Χαν τεκμηριώνει το πώς «ο σύγχρονος σκλάβος έχει σε μεγάλο βαθμό επιλέξει ο ίδιος την υποδούλωσή του», προκειμένου να εξασφαλίσει την ελάχιστα ενδιαφέρουσα και απολύτως κενή επιβίωσή του. Ακριβώς όπως η «κοινωνία της πειθαρχίας» του Φουκώ παράγει τρελούς και εγκληματίες, έτσι και η «κοινωνία της θετικότητας», υιοθετώντας το σλόγκαν Yes we can, ανάγει την αυτοεκμετάλλευση σε κυρίαρχη συμπεριφορά.


Δημοσιεύτηκε: http://tvxs.gr/news/biblio/hannah-arendt-i-nea-epoxi-tha-kataliksei-se-mia-thanasimi-pathitikotita

Διαβάζουμε και γράφουμε με τον χαρακτήρα μας

vanhove[…] Στα χρόνια όπου άρχιζα πια να δημιουργώ, αντιλήφθηκα σχεδόν με φρίκη τι πραγματικά μάς συμβαίνει, συχνά χωρίς καν να το συνειδητοποιούμε΄
γράφουμε μ’ αυτό που συνήθως προσπαθούμε να κρύψουμε: με τον χαρακτήρα μας! […]

«Παιδί, άκουγα τη μητέρα μου να λέει –και δεν πίστευα ποτέ ότι θα ερχόμουν στα λόγια της- πως όλα είναι ζήτημα χαρακτήρα. Έζησα χρόνια με την ψευδαίσθηση ότι μπορεί κανείς να κρυφτεί πίσω από τις λέξεις.

Αφέθηκα στη λογοτεχνία σαν να επρόκειτο για ένα παιχνίδι μεταμφιέσεων, όπου οι φόβοι, οι επιθυμίες και τα όνειρά μας ήταν οι συνήθεις μασκαράδες.

Πίστευα αφελώς πως ο συγγραφέας οχυρώνεται απόλυτα πίσω από τους μύθους, μεταμορφώνεται σαν άλλος Πρωτέας και διασκεδάζει παραπλανώντας τους αναγνώστες του.

Στα χρόνια όπου άρχιζα πια να δημιουργώ, αντιλήφθηκα σχεδόν με φρίκη τι πραγματικά μάς συμβαίνει, συχνά χωρίς καν να το συνειδητοποιούμε΄ γράφουμε μ’ αυτό που συνήθως προσπαθούμε να κρύψουμε: με τον χαρακτήρα μας!

Κάτι τέτοιο ίσως είχε στο μυαλό του κι ο Χέμινγουεϊ όταν έλεγε: «Δεν αλλάζουμε. Με τα χρόνια γινόμαστε απλώς πιο προσεκτικοί».  Ακόμη όμως και αν δεν σκεφτόταν το ίδιο πράγμα, η ρήση του παραμένει μια πολύτιμη οδηγία για μας τους συγγραφείς που στα βιβλία μα εκθέτουμε θέλοντας και μη τον εαυτό μας.

Οι πιο έμπειροι το ξέρουν κιόλας καλά κι έχουν μάθει πώς να αμβλύνουν τις αδυναμίες τους ή πώς να τις αξιοποιούν επ’ ωφελεία τους. Αλλά κι αυτοί πέφτουν συχνά στην πλάνη πως είναι αόρατοι και απροσπέλαστοι πίσω από λέξεις – οχυρά.

Έχουν την εντύπωση πως οι συνήθειες και οι κυρίαρχες τάσεις στη συμπεριφορά τους είναι καλά προστατευμένες ή δεν αφορούν κανένα. Κι έτσι διαπράττουν το ασυγχώρητο σφάλμα να αφήνουν ανοιχτή την πόρτα της ύπαρξής τους στον πρώτο τυχόντα.

Από την άλλη οι εγγενείς αδυναμίες τους, για τις οποίες συχνά υπερηφανεύονται, ζημιώνουν ανεπανόρθωτα τα γραπτά τους.

Πάρτε παράδειγμα κάποιον που μονίμως απολογείται. Του είναι αδύνατον να γράψει χωρίς να αναλωθεί σε υπερβολικές εξηγήσεις.

Όταν όμως εξηγείς πολλά, είναι σαν να υποτιμάς τη νοημοσύνη του αναγνώστη κι αυτό αργά ή γρήγορα το πληρώνεις.

Ένας καλός συγγραφέας, που συνηθίζει να προσεγγίζει με δυσπιστία τα κείμενά του, στην ουσία δυσπιστεί απέναντι στον χαρακτήρα του που τα διατρέχει.

Από την άλλη, και οι αναγνώστες ξεδιπλώνουν τον χαρακτήρα τους διαβάζοντας. Ένας ανυπόμονος άνθρωπος δυσκολεύεται πολύ να ακολουθήσει τους δαιδάλους της αφήγησης και δεν είναι λίγες οι φορές που συλλαμβάνεται να «πηδάει» σελίδες, μόνο και μόνο για να επιταχύνει πραξικοπηματικά τη δράση.

Ένας αμετανόητος χρησιμοθήρας θα περιφρονήσει την απόλαυση του κειμένου, αναζητώντας μόνο την απτή χρηστική του αξία, κι έτσι θα στερήσει τον εαυτό του από τους γλωσσικούς χυμούς της αφήγησης.

Όσο για τον εγωκεντρικό αναγνώστη –και ποιος από μας δεν είναι εγωκεντρικός;- θα επιθυμούσε να δει τη διήγηση της πεζής και αδιάφορης λογοτεχνικά ζωής του σε μυθιστόρημα, ειδάλλως να μην ανοίξει ποτέ του βιβλίο.

Η ανάγνωση, ωστόσο, είναι πράξη αυταπάρνησης υπό την έννοια ότι, περνώντας την πύλη της μυθοπλασίας, βγάζεις από πάνω σου το χιλιοφορεμένο πουκάμισο της ύπαρξής σου.

Σαν να σου δίνουν άλλα ρούχα και παπούτσια, άλλη ταυτότητα, άλλα χαρακτηριστικά, αλλιώς είναι αδύνατο να περπατήσεις στους ονειρικούς δρόμους του μύθου και να διασταυρωθείς με τους ήρωες για τη ζωή των οποίων διαβάζεις.

Όπως ακριβώς ένας καλός συγγραφέας μιμείται τον ηθοποιό που υποδύεται αμέτρητους ρόλους, έτσι κι ένας καλός αναγνώστης δοκιμάζει τα κοστούμια και τους χαρακτήρες που διαβάζει στο χαρτί.  Πασχίζει να μπει στο πετσί κάθε ήρωα, να συναισθανθεί τη θέση του, να μοιραστεί το πάθος, τα όνειρα ή τους φόβους του. Αφήνει συχνά τη θέση του αμέτοχου παρατηρητή και συμμετέχει στη δράση με τον δικό του νοερό τρόπο.

Πλανώνται όσοι νομίζουν ότι η ανάγνωση είναι εύκολο πράγμα. Κι αν θέλει κανείς να ευεργετηθεί από τη λογοτεχνία θα πρέπει κατά στιγμές να ξεχνά τον εαυτό του, γιατί είναι παρατηρημένο:  αυτό που μας εμποδίζει να αντιληφθούμε σε βάθος τα νοήματα ενός κειμένου είναι το ότι μπαίνουμε στις σελίδες ενός βιβλίου με αδιανόητες απαιτήσεις.

Προσδοκούμε κυρίως από το εκάστοτε ανάγνωσμα να επιβεβαιώσει όσα είμαστε, όσα πιστεύουμε, όσα έχουμε ζήσει.  Αυτός ο δυναστικός αναγνώστης με τη νοσηρή φιλαυτία στέκει αδιάφορος απέναντι στο καλό βιβλίο. Κατά τον ίδιο τρόπο αδιαφορεί και η καλή λογοτεχνία για αυτόν.»

*Απόσπασμα από το βιβλίο Πώς η λογοτεχνία σού αλλάζει τη ζωή του Δημήτρη Στεφανάκη, Εκδόσεις Ψυχογιός, 2016, 160 σελ.

TVXS – Επιμέλεια: Κρυσταλία Πατούλη

Η λογοτεχνία είναι μια απόδειξη
ότι η πραγματικότητα δεν αρκεί.
Φερνάντο Πεσσόα

Πώς η λογοτεχνία σου αλλάζει τη ζωή

«Αν επιμένουμε ακόμη να γράφουμε και, κυρίως, να διαβάζουμε λογοτεχνία στην εποχή μας, είναι γιατί πιστεύουμε σε αυτό που μας προσφέρει.

Δε θα καταφέρουμε ποτέ να αλλάξουμε τον κόσμο με την ποίηση και τα μυθιστορήματα, αξίζει όμως τον κόπο να δοκιμάσουμε την ευεργετική επίδρασή τους στη ζωή και στον χαρακτήρα μας.

Αναρωτιέται βέβαια κανείς τι κερδίζουμε από την ανάγνωση ενός βιβλίου, όταν μάλιστα έχουμε εκ προοιμίου απορρίψει κάθε έννοια διδακτισμού στη λογοτεχνία.

Ζητούμε από τους συγγραφείς να μας συναρπάσουν με τις ιστορίες τους, αλλά καλά θα κάνουν να μείνουν στην ικανότητά τους να αφηγούνται και ας αφήσουν σε εμάς το δικαίωμα να εξάγουμε συμπεράσματα.

          Ποια είναι λοιπόν η χρηστική αξία της λογοτεχνία αν αυτή δε μεταφέρει μηνύματα και πρακτικές συμβουλές στου αναγνώστες της;  Η απάντηση βρίσκεται στο βασικό εργαλείο της που δεν είναι άλλο από τη γλώσσα.

Όργανο επικοινωνίας και έκφρασης η γλώσσα αποτελεί πιστοποιητικό της ανθρώπινης νοημοσύνης. Είναι στην ουσία το διαβατήριο για την κοινωνική μας ζωή΄ το ρούχο που φοράμε. Κι όπως συμβαίνει πάντοτε με την ένδυση, το γούστο παίζει τον πρωτεύοντα ρόλο.

Αυτό που συνήθως υποτιμούμε στη σχέση μας με τη λογοτεχνία είναι το ζήτημα της αισθητικής. Κι είναι παράξενο, αν σκεφτούμε πως στην εποχή μας όλοι απευθύνονται στην αισθητική μας προκειμένου να κερδίσουν την καταναλωτική μας εύνοια.

Καλαίσθητα καταστήματα, καλαίσθητα προϊόντα, καλαίσθητες ρεκλάμες. Έχουμε εξορίσει την κακογουστιά από τη ζωή μας αλλά όχι και από τη λογοτεχνία.

Τα ευπώλητα αναγνώσματα του καιρού μας χαρακτηρίζονται συχνά από χοντροκοπιά και μετριότητα.

Λησμονούμε, φαίνεται πως οι καλοί συγγραφείς είναι σαν τους ευγενικούς επισκέπτες. Διακριτικοί, συνεσταλμένοι, αναποφάσιστοι, υπαινικτικοί, ψιθυρίζουν τις μεγάλες αλήθειες τους.  Εμείς όμως προτιμούμε τα εκκωφαντικά αναγνώσματα με τις ιδεολογικές κορόνες. Αναζητούμε κείμενα που δε μας αντιστέκονται, κείμενα που επιβεβαιώνουν έναν ανούσιο τρόπο ζωής.

Την ίδια στιγμή τα μεγάλα βιβλία μάς περιμένουν να τα ανακαλύψουμε. Στις σελίδες τους θα βρούμε δρόμους που οδηγούν πέρα από τα στενά όρια της καθημερινής συναναστροφής. Από αυτή την περιπλάνηση, επιστρέφουμε συνήθως με περισσότερη διακριτικότητα, ανοχή, κατανόηση αλλά και οξυδέρκεια.

Βλέπουμε πια τον κόσμο με άλλα μάτια και τότε αντιλαμβανόμαστε τι εννοεί ο αρχαίος φιλόσοφος λέγοντας: «Όταν δεις κάποιον να πίνει πολύ κρασί, μην σκεφτείς ότι κάνει άσχημα. Πες απλά πως πίνει πολύ κρασί. Γιατί πού ξέρεις, πριν καταλάβεις τι έχει στο μυαλό του, ότι δεν φέρεται σωστά;»

Στη ζωή τα πράγματα δεν είναι συνήθως όπως φαίνονται κι η λογοτεχνία θα βρίσκεται πάντα εδώ για να μας το θυμίζει.»

*Απόσπασμα από το βιβλίο Πώς η λογοτεχνία σού αλλάζει τη ζωή του Δημήτρη Στεφανάκη, Εκδόσεις Ψυχογιός, 2016, 160 σελ.


(Κεντρική εικονογράφιση: Francine Van Hove)

Δημοσιεύτηκε: http://tvxs.gr/news/biblio/diabazoyme-kai-grafoyme-me-ton-xaraktira-mas

Τα ζωτικά ψεύδη στις ομάδες

[…] Πολύ συχνά τα μέλη των ομάδων κατασκευάζουν καθησυχαστικές ιστορίες για να αποφύγουν ή να αποκρύψουν μια αλήθεια που είναι οδυνηρή και μπορεί να οδηγήσει σε ψυχική ή φυσική κατάρρευση. Κάθε ζωτικό ψεύδος συνδέεται με ιστορίες που διαστρεβλώνουν την πραγματικότητα, ενώ ασήμαντα γεγονότα αποκτούν μεγάλη διάσταση, προκειμένου να διατηρηθεί η ασφάλεια της ομάδας και η εικόνα ενός υπέροχου εαυτού που δεν κινδυνεύει από το φόβο της κατάρρευσης και θα παραμείνει όρθιος, οτιδήποτε και να συμβεί […]

«Τι είναι αυτό που συνδέει το Νορβηγό θεατρικό συγγραφέα Ερρίκο Ίψεν με τη δυναμική των ομάδων; Η έννοια του ζωτικού ψεύδους[i]. Ο Ίψεν το 1896 έγραψε το θεατρικό έργο Γιάννης Γαβριήλ Μπόργκμαν [ii], το οποίο αναφέρεται στην ιστορία ενός διευθυντή τράπεζας που καταχράστηκε τα χρήματα των καταθετών προκειμένου, όπως ο ίδιος ισχυριζόταν, να υπηρετήσει το όραμά του, που ήταν να δώσει ευτυχία στους άλλους ανθρώπους.

Ο ήρωας του Ίψεν σύντομα ανακαλύπτει τη ματαιότητα αυτής της προσπάθειας για τον ίδιο και την ασημαντότητά της για τους άλλους ανθρώπους. Φυλακίζεται, καταστρέφει τη ζωή και τη σταδιοδρομία του και, παραμένοντας επί χρόνια αποκομμένος από την πραγματικότητα, καταλήγει στην πεποίθηση ότι ο ίδιος υπηρετεί υψηλά ιδανικά, κατασκευάζοντας ζωτικά ψεύδη για τον εαυτό του και τους άλλους και αρνούμενος την ενοχή του. Ο Μπόργκμαν πιστεύει ότι το όραμα του ήταν θεόσταλτο και πως κάποιοι μοχθηροί άνθρωποι θέλησαν να τον εξοντώσουν.

Στην κοινωνική και συναισθηματική του απομόνωση συναντά έναν μουσικοσυνθέτη που, ενώ υπήρξε και ο ίδιος θύμα της απάτης του Μπόργκμαν, έχει και αυτός την ανάγκη να κατασκευάσει ζωτικά ψεύδη που θα τον βγάλουν από τη μιζέρια και τη δυστυχία που βιώνει. Τα ζωτικά αυτά ψεύδη τον βοηθούν να νιώσει σημαντικός και να αποκτήσει υπόσταση. Έτσι αναπτύσσεται μια περίεργη συμμαχία μεταξύ των δύο αυτών ανθρώπων που επιζητούν τη λύτρωσή τους, ο ένας στην ψευδαίσθηση του άλλου. Την στιγμή της αποκάλυψης, όταν ξεδιπλώνονται τα ψεύδη του παρελθόντος και αποκαλύπτονται οι αυταπάτες του μέλλοντος, το παρόν γίνεται τόσο επώδυνο που αμφισβητεί την ύπαρξή τους.

Το ζωτικό ψεύδος, δηλαδή η παραποίηση της πραγματικότητας και η αυταπάτη που το άτομο ή η ομάδα[iii] επιλέγει εξαπατώντας τον ίδιο της τον εαυτό, μπορεί να οφείλεται σε αρκετούς παράγοντες όπως είναι ο φόβος της κατάρρευσης σε ατομικό ή ομαδικό επίπεδο αλλά και σε βαθύτερες ανάγκες ή εσωτερικευμένες αναπαραστάσεις σημαντικών προσώπων που έχουν τις ρίζες τους στην παιδική ηλικία. Το φαινόμενο του ζωτικού ψεύδους που οδηγεί σε αυταπάτη αποτελεί το κλειδί για την κατανόηση ενός συνδρόμου που παρατηρείται στις ομάδες και επηρεάζει την ποιότητα των σχέσεων.

Το ζωτικό ψεύδος στηρίζεται σε έναν κώδικα ηθικής ο οποίος έχει διαμορφωθεί προκειμένου, φαινομενικά, να συνεισφέρει στους «σημαντικούς στόχους της ομάδας». Στην πραγματικότητα όμως εξυπηρετεί τα άτομα και τις ομάδες, ώστε να κατασκευάσουν ιστορίες μέσα από τις οποίες μπορούν να δικαιολογήσουν τη στάση και τη συμπεριφορά τους. Οι ομάδες, δηλαδή, όπως και τα άτομα τείνουν να θεωρητικοποιούν την παραποίηση της πραγματικότητας, επιλέγοντας ασυνείδητα να αναπαράγουν επιλεκτικές αναμνήσεις και γεγονότα που συνεισφέρουν σε αυτή την κατεύθυνση. Στην προσπάθειά τους να συντηρήσουν τη θετική εικόνα που ίσως είχε η ομάδα στο παρελθόν, αλλά δεν ανταποκρίνεται πια στην πραγματικότητα που βιώνει σήμερα, ενισχύουν τη συλλογική αυταπάτη (collective selfdeception).

Πολύ συχνά τα μέλη των ομάδων κατασκευάζουν καθησυχαστικές ιστορίες για να αποφύγουν ή να αποκρύψουν μια αλήθεια που είναι οδυνηρή και μπορεί να οδηγήσει σε ψυχική ή φυσική κατάρρευση. Κάθε ζωτικό ψεύδος συνδέεται με ιστορίες που διαστρεβλώνουν την πραγματικότητα, ενώ ασήμαντα γεγονότα αποκτούν μεγάλη διάσταση, προκειμένου να διατηρηθεί η ασφάλεια της ομάδας και η εικόνα ενός υπέροχου εαυτού που δεν κινδυνεύει από το φόβο της κατάρρευσης και θα παραμείνει όρθιος, οτιδήποτε και να συμβεί.

Ο φόβος της κατάρρευσης αποτελεί κατά τον Winnicott[iv]  μια επώδυνη εμπειρία που κρύβεται βαθιά στο ασυνείδητο του ατόμου και έρχεται στην επιφάνεια κάτω από ορισμένες συνθήκες. Ενώ το «εγώ» προσπαθεί να οργανώσει άμυνες κατά της κατάρρευσης, την ίδια στιγμή τίθεται σε κίνδυνο και απειλείται με αποδιοργάνωση. Επινοεί τότε ζωτικά ψεύδη για να μπορέσει να βρει σημεία σταθερότητας και ασφάλειας.

Ο Laing[v] θεωρεί ότι το άτομο που βιώνει έντονη οντολογική ανασφάλεια προσπαθεί να επινοήσει τρόπους με τους οποίους θα καταφέρει να διατηρήσει την ταυτότητά του, τον εαυτό του και τους άλλους ζωντανούς, κατασκευάζοντας ζωτικά ψεύδη. Τα μικρά και ασήμαντα γεγονότα παίρνουν μεγάλη διάσταση στον ιδιαίτερο κόσμο που πλάθει το άτομο προκειμένου, να εδραιώσει και να διατηρήσει την υπόστασή του. Η οντολογική ανασφάλεια που βιώνει το άτομο προσομοιάζει με έναn διαρκή ψυχολογικό θάνατο.

Ο Winnicot[vi], όταν αναφέρεται στον φόβο της κατάρρευσης, στην ουσία αναφέρεται σε έναν φαινομενικό θάνατο, ο οποίος έχει βιωθεί ως εμπειρία στο παρελθόν. Αυτός είναι ένας λόγος που συχνά  για τους ανθρώπους στους οποίους έχει επέλθει ο ψυχολογικός θάνατος, η αυτοκτονία ως λύση απελπισίας φαίνεται να δίνει λύτρωση, καθώς νοιώθουν περισσότερο νεκροί παρά ζωντανοί. Στις ομάδες, στους οργανισμούς, στα κινήματα και αλλού ο φόβος της κατάρρευσης από ατομικός γίνεται συλλογικός.

Τα ζωτικά ψεύδη και η συλλογική αυταπάτη εξυπηρετούν την εσωτερική ισορροπία και συγκράτηση της ομάδας, μειώνοντας το ατομικό και συλλογικό άγχος για τη διάλυση της ομάδας. Η αυταπάτη αναπαράγεται μέσα από συγκεκριμένους μηχανισμούς και την κατασκευή μιας ψευδο-εικόνας (false image) που κατασκευάζεται ασυνείδητα, παρά το γεγονός ότι τα δεδομένα υποδεικνύουν μια διαφορετική πραγματικότητα. Η άρνηση της πραγματικότητας και η άρνηση της άρνησης της πραγματικότητας ενισχύουν την αυταπάτη[vii]. Ωστόσο, το άγχος και η αίσθηση απειλής αναδύονται σε στιγμές που το άτομο και η ομάδα αδυνατούν να τις ελέγξουν.

Έτσι συχνά τα άτομα και οι ομάδες μέσα από μη ελέγξιμες ψυχοκοινωνικές διεργασίες μπορεί να οδηγηθούν ακόμη και σε «μη-ηθικές» αποφάσεις[viii] συντηρώντας την αυταπάτη τους, στην προσπάθεια για αυτό-συντήρηση, δηλαδή στην προσπάθεια αποφυγής του φόβου της κατάρρευσης. Σε αυτό το φαινόμενο ιδιαίτερη σημασία έχει η διαμόρφωση της «τυφλής» ομαδικής σκέψης (group think), το οποίο μπορεί να έχει καταστροφικές συνέπειες για τις ομάδες, τους οργανισμούς αλλά και τα μέλη τους.»

*Απόσπασμα από το βιβλίο Δυναμική των ομάδων και αλλαγή στους οργανισμούς του Χαράλαμπου Πουλόπουλου και της Άννας Τσιμπουκλή, Εκδόσεις Τόπος – 2016
(Δείτε επίσης: Η ανεπαρκής ηγεσία)

TVXS – Επιμέλεια: Κρυσταλία Πατούλη


Ο ρόλος της ηγεσίας, οι συγκρούσεις, η εσωστρέφεια και η παθογένεια, αλλά και θέματα που αφορούν στην εκπαίδευση, την έρευνα και την εποπτεία των ομάδων εξετάζονται σε συνάρτηση με τη δυνατότητα των πάσης φύσεως ομάδων να μετεξελιχθούν από κλειστά σε ανοικτά συστήματα.

«To βιβλίο αυτό είναι ευπρόσδεκτο την περίοδο των έντονων αναταράξεων που διανύουμε. Οικονομικές κρίσεις, θρησκευτικοί φανατισμοί, τυχοδιωκτικές γεωπολιτικές στρατηγικές, διαφθορά, εκμετάλλευση, κακομεταχείριση και υποδούλωση,  αυταρχισμός και ανευθυνότητα:  είναι πολλά τα δεινά που επηρεάζουν τους κοινωνικούς οργανισμούς και τα άτομα, και τα οποία η αυτοαποκαλούμενη Πρόοδος δεν έχει καταφέρει να  εξαλείψει. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η πίστη στη θετική επίδραση των επιστημονικών ανακαλύψεων και στην πρόοδο της εκπαίδευσης η οποία δεν μετριάζεται από σαφή κατανόηση των δυνάμεων της εντροπίας θα μπορούσε να θεωρηθεί αφέλεια. Γιατί, δυστυχώς, οι δυνάμεις αυτές είναι πάντα ενεργές και δρουν λιγότερο ή περισσότερο σιωπηρά,  όπως έχει αποδείξει η Ιστορία.
Σ’ αυτό ακριβώς το επίπεδο η ψυχοκοινωνική προσέγγιση, καθώς και η ψυχαναλυτική  προσφέρουν αναντικατάστατα εργαλεία κατανόησης των ομάδων και των οργανισμών, όπως πολύ σωστά υπογραμμίζουν οι συγγραφείς αυτού του βιβλίου. Εξάλλου η αρμονική συνάρθρωση των δύο αυτών προσεγγίσεων επιτρέπει να αποφύγουμε τόσο την «ψυχολογικοποίηση» των κοινωνικών φαινομένων όσο και την «κοινωνιολογικοποίηση» των ψυχικών διαδικασιών.Όταν, για παράδειγμα, ο Harold Bridger,  ένας από τους ιδρυτές του Ινστιτούτου Tavistock, ακούραστα επαναλάμβανε «There is no group without a task»[Αγγλικά στο πρωτότυπο: Δεν υπάρχει ομάδα χωρίς καθήκοντα (αρμοδιότητες, στόχους)] το έκανε  σίγουρα για να δηλώσει την αντίθεσή του στην τάση να διερευνάται  μόνο η   συναισθηματική ζωή των ομάδων και των θεσμών, η οποία είναι  βεβαίως  σημαντική, αλλά πολύ συχνά ανίκανη να εξετάσει και να αμφισβητήσει το οργανωσιακό υπόστρωμα που τη δημιουργεί. Εξ ου και η ανάγκη να διερευνηθούν οι οργανωσιακοί ρόλοι, οι διαδικασίες, τα εργαλεία και οι δράσεις, και να εκτιμηθούν οι επιπτώσεις τους στις παρατηρήσιμες συμπεριφορές και στην ψυχική ζωή των κοινωνικών δρώντων.

Γιατί οι διεργασίες της επιρροής-εξάρτησης, της συμμόρφωσης, της εθελοντικής δουλείας ή, αντιθέτως, της αυτονομίας, της καινοτομίας και της κοινωνικής ευθύνης πάντοτε εξαρτώνται, τουλάχιστον εν μέρει, από τα συμφραζόμενα που τις δημιουργούν.

Το ίδιο ισχύει για τους μηχανισμούς του ασυνειδήτου –προβολική ταύτιση, απώθηση, εκλογίκευση, αρνητικές συμφωνίες, ομαδική ψευδαίσθηση, άγχος κατακερματισμού και εγκατάλειψης– που σπανίως προκύπτουν εν κενώ. Ο εντοπισμός τους εξάλλου αντιμετωπίζεται πάντα με επιφυλάξεις στο κοινωνικό πεδίο, στο μέτρο που ο αναλυτής αυτών των φαινομένων δεν μπορεί να καυχηθεί για την αντικειμενική και αποστασιοποιημένη μελέτη τους, εφόσον αυτή παραμένει ανίκανη να συλλάβει τις πραγματικές δυνάμεις της ζωής (και της καταστροφής) στην καρδιά των ενδο-ανθρωπίνων διεργασιών.

Από αυτή προφανώς τη θέση εκκινώντας, ο Kurt Lewin υποστήριξε ότι «για να καταλάβουμε μια πραγματικότητα, πρέπει να δοκιμάσουμε να την αλλάξουμε», ανοίγοντας έτσι τον δρόμο στη συμμετοχική έρευνα-δράση και στην κοινωνική στράτευση των ερευνητών του πεδίου.

Αντιλαμβάνομαι ότι σ’ αυτό το πνεύμα επίσης ο Χαράλαμπος Πουλόπουλος και η Άννα Τσιμπουκλή έχουν συμβάλει καθοριστικά και με διορατικότητα στην περιπέτεια των θεραπευτικών κοινοτήτων του ΚΕΘΕΑ – που θεωρούνται από τις πλέον πρωτότυπες σε όλο τον κόσμο. Έχουν εφαρμόσει σε αυτές σε όλη την Ελλάδα μαζί με ικανές ομάδες συνεργατών τη γνώση και την κλινική τους εμπειρία, πραγματοποιώντας έτσι, εδώ και μερικές δεκαετίες, ένα κοινωνικό πείραμα του οποίου το κύρος και ο ανθρωπισμός μπορούν να αποτελέσουν σχολή.

Είναι επομένως σε θέση να  παρουσιάσουν θεωρίες  που συνεχίζουν να εμπνέουν τη δράση και τον προβληματισμό τους και που κάνουν πράξη τον αφορισμό του Lewin ότι «τίποτα δεν είναι πιο πρακτικό από μια καλή θεωρία».

Η έγνοια να συνδυαστεί η αποτελεσματικότητα, θεραπευτική στην περίπτωσή τους, με μια δημοκρατική λειτουργία δεν είναι αυτονόητη -το αποδεικνύει με το παράδειγμα της  η πολιτική σκηνή. Τα ηθικά διακυβεύματα  είναι πάντα παρόντα  και μπορεί να οδηγούν είτε σε ολισθήματα προς τον ολοκληρωτισμό  ή, αντιθέτως, σε καινοτομίες και στην πιο γόνιμη προσωπική και κοινωνική ανάπτυξη.

Η ψυχοκοινωνική οπτική  που υιοθετούν οι συγγραφείς, εκθέτοντας  στο βιβλίο αυτό τις πολυάριθμες πτυχές της με παιδαγωγικό τρόπο, έχει στόχο να συμβάλει στη δημοκρατική ανάπτυξη μέσα από μια πολυμορφία περιοχών ρύθμισης, διαβούλευσης και δημιουργικότητας, που οι εκπρόσωποί της επιχειρούν να εφαρμόσουν σε οργανισμούς και ιδρύματα.

Πρόκειται επομένως για ένα πολύτιμο έργο που θα μπορέσει να διαφωτίσει όλους όσοι αναζητούν όχι μόνον να κατανοήσουν τις πηγές της κοινωνικής ζωής αλλά και να εμπλακούν σ’ αυτήν προκειμένου να καλλιεργηθεί μια ζωτικότητα ωφέλιμη σε όλους, ώστε να γίνουν πραγματικότητα κάποιες ουτοπίες …δίχως αυταπάτες.»

Gilles AMADO
Ομότιμος καθηγητής Ψυχοκοινωνιολογίας στο HEC Paris, Ιδρυτικό Μέλος της Διεθνούς Εταιρείας για την Ψυχαναλυτική Μελέτη Οργανισμών (International Society for the Psychoanalytic Study of Organizations, ISPSO) και του Διεθνούς Κέντρου για την Έρευνα, την Εκπαίδευση και την Παρέμβαση στην Ψυχοκοινωνιολογία (Centre International pour la Recherche, la Formation et l’Intervention en Psychosociologie, CIRFIP).

Ο Χαράλαμπος Πουλόπουλος είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Κοινωνικής Εργασίας στο Τμήμα Κοινωνικής Διοίκησης και Πολιτικής Επιστήμης του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης. Ξεκίνησε να εργάζεται στον τομέα αντιμετώπισης της τοξικοεξάρτησης το 1983  και διετέλεσε διευθυντής του Κέντρου Θεραπείας Εξαρτημένων Ατόμων (ΚΕΘΕΑ) από το 1995 έως το 2013. Συμμετείχε στο σχεδιασμό και στην ανάπτυξη των Ελληνικών Θεραπευτικών Κοινοτήτων για εξαρτημένους από ψυχοτρόπες ουσίες και στην ανάπτυξη προγραμμάτων πρόληψης, έγκαιρης παρέμβασης και κοινωνικής επανένταξης. Διετέλεσε για περισσότερο από μια δεκαετία Πρόεδρος της Επιτροπής Επιστημονικής και Επαγγελματικής Συμβουλευτικής της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Θεραπευτικών Κοινοτήτων (WFTC). Έχει συγγράψει τα βιβλία Εξαρτήσεις: Θεραπευτικές Κοινότητες (2005), Κοινωνική Εργασία και Εξαρτήσεις: Οι κοινότητες της αλλαγής (2011) και Κρίση, Φόβος και Διάρρηξη της Κοινωνικής Συνοχής (2014). Τα επιστημονικά και ερευνητικά του ενδιαφέροντα εστιάζουν στην θεραπεία και πρόληψη των εξαρτήσεων, στην δυναμική των ομάδων, την εποπτεία και συμβουλευτική οργανισμών, με έμφαση στη διεργασία της αλλαγής και στην αντιμετώπιση των κρίσεων.


H Άννα Τσιμπουκλή είναι Εκπαιδευτική Ψυχολόγος, Υπεύθυνη του Τομέα Εκπαίδευσης του ΚΕΘΕΑ και συνεργάτης του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου, ως διδάσκουσα στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών Εκπαίδευση Ενηλίκων. Ολοκλήρωσε τη διδακτορική της διατριβή στο Institute of Education του Πανεπιστημίου του Λονδίνου και τη μετά-διδακτορική της έρευνα στο Institute of  Psychiatry, King’s College, Είναι ιδρυτικό μέλος της Επιστημονικής Ένωσης Εκπαίδευσης Ενηλίκων. Έχει εκπαιδεύσει στελέχη φορέων ψυχικής υγείας, εκπαιδευτές ενηλίκων, συνδικαλιστικά στελέχη, φοιτητές κ.α. στην Ελλάδα και στην Κύπρο. Είναι συγγραφέας των εγχειριδίων Δυναμική Ομάδας και Επικοινωνία στην Εκπαίδευση Ενηλίκων (2012) και Διεργασία Ομάδας-Εκπαίδευση και Υποστήριξη Κοινωνικά Ευπαθών Ομάδων (2007). Έχει επίσης δημοσιεύσει σχετικά κείμενα για την εκπαίδευση, τους οργανισμούς και τη δυναμική των ομάδων σε επιστημονικά περιοδικά και συλλογικούς τόμους.


Παραπομπές:

[i] Trivers R (2000). The elements of a scientific theory of self-deception.Ann N Y Acad Sci., 907:114-31.

[ii] Ερρίκος Ίψεν (2014) Ιωάννης Γαβριήλ Μπόρκμαν. Gutenberg – Γιώργος & Κώστας Δαρδανός
[iii] Baumeister, Roy F.; Hastings, Stephen Pennebaker, James W. (Ed); Paez, Dario (Ed); (1997). Distortions of collective memory: How groups flatter and deceive themselves. Rimé, Bernard (Ed), Collective memory of political events: Social psychological perspectives. Hillsdale, NJ, England: Lawrence Erlbaum Associates Inc., pp. 277-293.
[iv] Winnicott, Donald W., (1896-1971). Φόβος κατάρρευσης / Donald W. Winnicott · μετάφραση. Πάνος Αλούπης. – 1η έκδ. – Αθήνα : Άγρα
[v] Laing, Roland (2004) Ο διχασμένος εαυτός. Εκδόσεις Καστανιώτη
[vi]  Όπως (σημ. iv)
[vii] Trivers, R. (2000). The Elements of a Scientific Theory of Self-Deception. http://roberttrivers.com/Publications_files/Trivers2000.pdf

[viii] Ann E. Tenbrunsel & David M. Messick (2004) Ethical Fading: The Role of Self-Deception in Unethical Behavior, Social Justice Research, Vol. 17, No. 2, June 2004



Δημοσιεύτηκε: http://tvxs.gr/news/biblio/ta-zotika-pseydi-stis-omades

Η ανεπαρκής ηγεσία

Η ηγεσία διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στο ασυνείδητο ενός οργανισμού[i]. Η ανεπαρκής συνεπώς ηγεσία σχετίζεται με μια συνολική κατάσταση δυσλειτουργίας του οργανισμού ή του ευρύτερου συστήματος και οδηγεί σε παλινδρόμηση των ομαδικών διεργασιών. Η ανεπαρκής ηγεσία αποτελεί σύμπτωμα παθολογίας του συστήματος, στο οποίο οι ανταγωνισμοί, οι προκλήσεις και η ανάγκη για έλεγχο κυριαρχούν απέναντι στο  συλλογικό καλό.  Η ανεπαρκής ηγεσία αισθάνεται ότι δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις και τους κινδύνου που απειλούν το σύστημα. Αντιδρώντας σε αυτό και προσπαθώντας να υποκαταστήσει την αίσθηση ελέγχου, τείνει να υπέρ-ελέγχει το εσωτερικό του συστήματος, λόγω αδυναμίας ελέγχου του εξωτερικού περιβάλλοντος[ii].

Η ανεπάρκεια της ηγεσίας εμφανίζεται με τη μορφή επιθετικής συμπεριφοράς και στάσης. Παραδείγματα παθητικά επιθετικών συμπεριφορών είναι ορατά σε αρκετούς οργανισμούς, κόμματα, κράτη αλλά και στην ίδια την οικογένεια. Σε αυτό το ασαφές και χαοτικό περιβάλλον η  εξουσία περιέρχεται σε ένα πρόσωπο που μπορεί να λειτουργήσει καταστροφικά για τον οργανισμό.

Τα χαρακτηριστικά της ανεπαρκούς ηγεσίας εκφράζονται συνήθως μέσα από την υποτίμηση των στόχων, των εργασιών και των πόρων του οργανισμού αλλά και μέσα από την έλλειψη κινητοποίησης του προσωπικού.  Όταν η συμπεριφορά αυτή εμφανίζεται ως επαναλαμβανόμενη, ενδέχεται τελικώς να οδηγήσει σε παραβίαση των συμφερόντων του οργανισμού ή του ευρύτερου συστήματος.

Η καταστροφική[iii] συμπεριφορά μπορεί να παίρνει διάφορες μορφές. Μια από τις μορφές με την οποία εμφανίζεται είναι η υποστηρικτική-άπιστη, με την οποία παρέχονται σε ορισμένα μέλη του συστήματος περισσότερα προνόμια από αυτά που τους αναλογούν, γεγονός που λειτουργεί εις βάρος του οργανισμού. Μια άλλη μορφή είναι καταστροφικής συμπεριφοράς είναι η τυραννική. Η τυραννική συμπεριφορά στρέφεται προς τα μέλη ενός οργανισμού τα οποία καταπιέζει και στα οποία επιβάλλει τις εντολές της αλλά κατά παράδοξο τρόπο μπορεί η συμπεριφορά αυτή για ένα τουλάχιστον χρονικό διάστημα να παράγει εξαιρετικά αποτελέσματα για τον οργανισμό. Μια τρίτη μορφή είναι η εκτροχιασμένη, με την οποία ο ηγέτης αδυνατεί να προσαρμοστεί στον ρόλο που κατέχει και, όντας υπέρμετρα φιλόδοξος, αναλώνεται στη φαντασίωση της επόμενης θέσης την οποία θα ήθελε να κατακτήσει. Στην πράξη, δηλαδή, η ανεπαρκής ηγεσία, συνειδητά ή ασυνείδητα, υποτιμά ή υποσκάπτει τους στόχους του οργανισμού ή του ευρύτερου συστήματος, την αποτελεσματικότητα ή/και τα κίνητρα των στελεχών του, στερώντας τους οποιαδήποτε άντληση ικανοποίησης από τον χώρο εργασίας ή την ομάδα στην οποία εντάσσονται.

Η κατανόηση της φύσης της ανεπαρκούς ηγεσίας[iv] προϋποθέτει την κατανόηση των ασυνείδητων φαντασιώσεων του προσώπου που ηγείται μιας ομάδας αλλά και των φαντασιώσεων της ίδιας της ομάδας οι οποίες προσωποποιούνται στην εικόνα του ηγέτη[v]. Θεωρητικοί και ερευνητές του πεδίου έχουν καταλήξει ότι υπάρχουν τουλάχιστον εννέα είδη φαντασιώσεων για την ηγεσία  που προβάλλονται στην ομάδα, ενώ και τα μέλη της ομάδας χρησιμοποιούν τον ηγέτη ως «καθρέφτη των δικών τους φαντασιώσεων»  και απαιτήσεων.

Μία από αυτές τις φαντασιώσεις είναι η παρανοϊκή και αφορά τους ηγέτες που διακατέχονται από παρανοϊκές τάσεις, θεωρούν ότι κινδυνεύουν από εξωτερικούς κινδύνους και απειλές και είναι επιρρεπείς στην καταδίωξη όσων θεωρούν ότι τους απειλούν. Οι εντάσεις σε ένα τέτοιο το περιβάλλον είναι μεγάλες. Η ηγεσία στην προσπάθειά της να προστατευθεί από ισχυρά στελέχη τα οποία θεωρεί ότι απειλούν την εξουσία της, καθώς είναι πιο ικανά για να ηγηθούν, γίνεται ιδιαίτερα αμυντική και απολυταρχική. Με τον τρόπο αυτό πυροδοτείται η παθολογία στο εσωτερικό των οργανισμών και διαμορφώνεται μια κουλτούρα φόβου που οδηγεί στην εγκαθίδρυση ενός αυταρχικού συστήματος.

Σε αυτό το αυταρχικό σύστημα, η ηγεσία προσπαθεί να διατηρήσει την απόσταση, τοποθετώντας σε πολύ χαμηλό επίπεδο τα υπόλοιπα μέλη του οργανισμού. Με τον τρόπο αυτόν υψώνει αδιαπέραστα τείχη, ώστε η αμφισβήτηση ή διεκδίκηση του ηγετικού ρόλου καθίσταται δύσκολη. Ταυτόχρονα, όμως, αυξάνεται η ισχύς και η εξουσία της, ενώ το σύνολο των αποτυχιών  αποδίδεται σε ορισμένα μέλη του συστήματος τα οποία η ηγεσία στιγματίζει και απομονώνει. Αντίθετα στους δημοκρατικούς οργανισμούς η κοινωνική απόσταση μεταξύ του ηγέτη και των υφισταμένων είναι μικρή και οι διαχωριστικές γραμμές ελάχιστα ορατές.

Μία άλλη μορφή φαντασίωσης για την ηγεσία είναι αυτή ενός ηγέτη με ναρκισσιστικό σύνδρομο ο οποίος θεωρεί ότι έχει ματαιωθεί και ότι του αξίζει ανταμοιβή. Ο ηγέτης με σύνδρομο κακοήθους ναρκισσισμού[vi] υποτιμά ο ίδιος τον οργανισμό τον οποίο διοικεί. Αντιδρά παρανοϊκά και φοβικά και ενεργοποιεί στους άλλους μια παρανοϊκή επιθυμία για προδοσία[vii]. Η ενεργοποίηση των μηχανισμών παράνοιας ανατροφοδοτεί τοn φαύλο κύκλο της αυταρχικής ηγεσίας, η οποία σε αντίθεση με τη δημοκρατική[viii],[ix] λαμβάνει τις αποφάσεις με τρόπο αδιαφανή.

Η αδιαφάνεια στη λήψη των αποφάσεων εντείνει την επιθετικότητα και την κατασκευή αποδιοπομπαίων τράγων[x],  ενισχύει την στρεβλή επικοινωνία, τη μη-σχέση, την αποξένωση και δημιουργεί κλίμα αβεβαιότητας για την εξέλιξη του οργανισμού. Τα χαρακτηριστικά αυτά αφορούν μια σχιζοειδή ηγεσία που προσπαθεί να διατηρήσει αποστάσεις στις σχέσεις της με τα υπόλοιπα μέλη, φοβούμενη την σύγκρουση η οποία μπορεί να είναι επώδυνη. Η, ηγεσία αποφεύγει την έκφραση συναισθημάτων, θεωρώντας ότι μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί σα να μην υπήρχαν αυτά τα συναισθήματα.

Η καταστροφική ηγεσία είναι εν τέλει αντιπαραγωγική και επιθετική εάν όχι τυραννική σε συμπεριφορά[xi], αποδίδοντας επαίνους σε όσους υιοθετούν υποτελείς συμπεριφορές τις οποίες και προσδοκεί. Αντίστοιχα, ασκεί κριτική σε όσους δεν υποκύπτουν στις προσδοκίες υποτέλειας ανεξαρτήτως της πραγματικής απόδοσης και των αντικειμενικών κριτηρίων μέτρησής της.

Ο ηγέτης σε ένα παθολογικό σύστημα μετατρέπεται σε έμπορο ψευδαισθήσεων[xii]. μέσα από το μηχανισμό της μεταβίβασης, δηλαδή της ενεργοποίησης ασυνείδητων επιθυμιών των μελών του οργανισμού απέναντι σε πρόσωπα κύρους όπως είναι ο ηγέτης, αλλά και της αντιμεταβίβασης[xiii], δηλαδή του συνόλου των ασυνείδητων αντιδράσεων του ηγέτη προς τα μέλη του οργανισμού[xiv].

Η δημοκρατική ηγεσία[xv] είναι αυτή που εν τέλει επιτρέπει στην ομάδα να καθορίσει την πολιτική, να βρει εναλλακτικές λύσεις, που ενθαρρύνει τη συνεργασία και την ανάληψη πρωτοβουλιών, που επαινεί ή ασκεί κριτική με βάση αντικειμενικά κριτήρια. Η δημοκρατική ηγεσία χαρακτηρίζεται από εντιμότητα και αμεροληψία στις πολιτικές διεργασίες, από την ικανότητα δημιουργίας και διατήρησης ουσιαστικών σχέσεων, από έναν υγιή ναρκισσισμό και μια υγιή δόση παράνοιας, η οποία, σε συνδυασμό με τον υγιή ναρκισσισμό, αποτελούν ίσως τις πιο αιρετικές αλλά ταυτόχρονα και τις πιο σημαντικές απαιτήσεις από την ηγεσία[xvi].

Ο υγιής ναρκισσισμός προστατεύει την ηγεσία από την υπερβολική εξάρτηση από την αποδοχή των άλλων και ενισχύει την ικανότητα αυτόνομης λειτουργίας της. Μια ήπια παρανοϊκή στάση διατηρεί την ηγεσία σε εγρήγορση απέναντι στους κινδύνους διαφθοράς και παλινδρόμησης και στην εκδήλωση της επιθετικότητας που ενεργοποιείται ασυνείδητα σε όλες τις διεργασίες του οργανισμού. Προστατεύει επίσης από τυχόν εμπόδια στην σε βάθος ανάλυση των κινήτρων των συγκρούσεων που έρχονται στην επιφάνεια ενός οργανισμού.

Γίνεται φανερό ότι το ζήτημα της ηγεσίας έχει απασχολήσει ερευνητές, θεωρητικούς και έχει επηρεάσει επί σειρά ετών τη λειτουργία των οργανισμών και των ευρύτερων συστημάτων. Η θεωρία του Lewin στο πεδίο αυτό δε μπορεί να περάσει απαρατήρητη και ιδιαίτερα η πρωταρχική θέση του για δημοκρατική ηγεσία. Τα πειράματα του Lewin αλλά και η εμπειρία από τη ζωή στους οργανισμούς έχουν καταδείξει την ανάγκη για ανάπτυξη οργανισμών μάθησης, με έμφαση στη δημοκρατία και στην ανάληψη ευθύνης από όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη.  Τα παραδείγματα από τις συνέπειες της ανεπαρκούς ηγεσίας εξάλλου δείχνουν ότι η τυφλή εκχώρηση δικαιωμάτων και ισχύος σε μια ηγεσία χωρίς έλεγχο και λογοδοσία αποτελεί πρακτική που περικλείει κινδύνους για τις ομάδες, τους οργανισμούς αλλά και την κοινωνία που επιλέγει αυτό τον δρόμο.

*Απόσπασμα από το βιβλίο Δυναμική των ομάδων και αλλαγή στους οργανισμούς του Χαράλαμπου Πουλόπουλου και της Άννας Τσιμπουκλή, Εκδόσεις Τόπος – 2016
(Δείτε επίσης: Τα ζωτικά ψεύδη στις ομάδες)

TVXS – Επιμέλεια: Κρυσταλία Πατούλη


Ο ρόλος της ηγεσίας, οι συγκρούσεις, η εσωστρέφεια και η παθογένεια, αλλά και θέματα που αφορούν στην εκπαίδευση, την έρευνα και την εποπτεία των ομάδων εξετάζονται σε συνάρτηση με τη δυνατότητα των πάσης φύσεως ομάδων να μετεξελιχθούν από κλειστά σε ανοικτά συστήματα.

«To βιβλίο αυτό είναι ευπρόσδεκτο την περίοδο των έντονων αναταράξεων που διανύουμε. Οικονομικές κρίσεις, θρησκευτικοί φανατισμοί, τυχοδιωκτικές γεωπολιτικές στρατηγικές, διαφθορά, εκμετάλλευση, κακομεταχείριση και υποδούλωση,  αυταρχισμός και ανευθυνότητα:  είναι πολλά τα δεινά που επηρεάζουν τους κοινωνικούς οργανισμούς και τα άτομα, και τα οποία η αυτοαποκαλούμενη Πρόοδος δεν έχει καταφέρει να  εξαλείψει. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η πίστη στη θετική επίδραση των επιστημονικών ανακαλύψεων και στην πρόοδο της εκπαίδευσης η οποία δεν μετριάζεται από σαφή κατανόηση των δυνάμεων της εντροπίας θα μπορούσε να θεωρηθεί αφέλεια. Γιατί, δυστυχώς, οι δυνάμεις αυτές είναι πάντα ενεργές και δρουν λιγότερο ή περισσότερο σιωπηρά,  όπως έχει αποδείξει η Ιστορία.

Σ’ αυτό ακριβώς το επίπεδο η ψυχοκοινωνική προσέγγιση, καθώς και η ψυχαναλυτική  προσφέρουν αναντικατάστατα εργαλεία κατανόησης των ομάδων και των οργανισμών, όπως πολύ σωστά υπογραμμίζουν οι συγγραφείς αυτού του βιβλίου. Εξάλλου η αρμονική συνάρθρωση των δύο αυτών προσεγγίσεων επιτρέπει να αποφύγουμε τόσο την «ψυχολογικοποίηση» των κοινωνικών φαινομένων όσο και την «κοινωνιολογικοποίηση» των ψυχικών διαδικασιών.

Όταν, για παράδειγμα, ο Harold Bridger,  ένας από τους ιδρυτές του Ινστιτούτου Tavistock, ακούραστα επαναλάμβανε «There is no group without a task»[Αγγλικά στο πρωτότυπο: Δεν υπάρχει ομάδα χωρίς καθήκοντα (αρμοδιότητες, στόχους)] το έκανε  σίγουρα για να δηλώσει την αντίθεσή του στην τάση να διερευνάται  μόνο η   συναισθηματική ζωή των ομάδων και των θεσμών, η οποία είναι  βεβαίως  σημαντική, αλλά πολύ συχνά ανίκανη να εξετάσει και να αμφισβητήσει το οργανωσιακό υπόστρωμα που τη δημιουργεί. Εξ ου και η ανάγκη να διερευνηθούν οι οργανωσιακοί ρόλοι, οι διαδικασίες, τα εργαλεία και οι δράσεις, και να εκτιμηθούν οι επιπτώσεις τους στις παρατηρήσιμες συμπεριφορές και στην ψυχική ζωή των κοινωνικών δρώντων.

Γιατί οι διεργασίες της επιρροής-εξάρτησης, της συμμόρφωσης, της εθελοντικής δουλείας ή, αντιθέτως, της αυτονομίας, της καινοτομίας και της κοινωνικής ευθύνης πάντοτε εξαρτώνται, τουλάχιστον εν μέρει, από τα συμφραζόμενα που τις δημιουργούν.

Το ίδιο ισχύει για τους μηχανισμούς του ασυνειδήτου –προβολική ταύτιση, απώθηση, εκλογίκευση, αρνητικές συμφωνίες, ομαδική ψευδαίσθηση, άγχος κατακερματισμού και εγκατάλειψης– που σπανίως προκύπτουν εν κενώ. Ο εντοπισμός τους εξάλλου αντιμετωπίζεται πάντα με επιφυλάξεις στο κοινωνικό πεδίο, στο μέτρο που ο αναλυτής αυτών των φαινομένων δεν μπορεί να καυχηθεί για την αντικειμενική και αποστασιοποιημένη μελέτη τους, εφόσον αυτή παραμένει ανίκανη να συλλάβει τις πραγματικές δυνάμεις της ζωής (και της καταστροφής) στην καρδιά των ενδο-ανθρωπίνων διεργασιών.

Από αυτή προφανώς τη θέση εκκινώντας, ο Kurt Lewin υποστήριξε ότι «για να καταλάβουμε μια πραγματικότητα, πρέπει να δοκιμάσουμε να την αλλάξουμε», ανοίγοντας έτσι τον δρόμο στη συμμετοχική έρευνα-δράση και στην κοινωνική στράτευση των ερευνητών του πεδίου.

Αντιλαμβάνομαι ότι σ’ αυτό το πνεύμα επίσης ο Χαράλαμπος Πουλόπουλος και η Άννα Τσιμπουκλή έχουν συμβάλει καθοριστικά και με διορατικότητα στην περιπέτεια των θεραπευτικών κοινοτήτων του ΚΕΘΕΑ – που θεωρούνται από τις πλέον πρωτότυπες σε όλο τον κόσμο. Έχουν εφαρμόσει σε αυτές σε όλη την Ελλάδα μαζί με ικανές ομάδες συνεργατών τη γνώση και την κλινική τους εμπειρία, πραγματοποιώντας έτσι, εδώ και μερικές δεκαετίες, ένα κοινωνικό πείραμα του οποίου το κύρος και ο ανθρωπισμός μπορούν να αποτελέσουν σχολή.

Είναι επομένως σε θέση να  παρουσιάσουν θεωρίες  που συνεχίζουν να εμπνέουν τη δράση και τον προβληματισμό τους και που κάνουν πράξη τον αφορισμό του Lewin ότι «τίποτα δεν είναι πιο πρακτικό από μια καλή θεωρία».

Η έγνοια να συνδυαστεί η αποτελεσματικότητα, θεραπευτική στην περίπτωσή τους, με μια δημοκρατική λειτουργία δεν είναι αυτονόητη -το αποδεικνύει με το παράδειγμα της  η πολιτική σκηνή. Τα ηθικά διακυβεύματα  είναι πάντα παρόντα  και μπορεί να οδηγούν είτε σε ολισθήματα προς τον ολοκληρωτισμό  ή, αντιθέτως, σε καινοτομίες και στην πιο γόνιμη προσωπική και κοινωνική ανάπτυξη.

Η ψυχοκοινωνική οπτική  που υιοθετούν οι συγγραφείς, εκθέτοντας  στο βιβλίο αυτό τις πολυάριθμες πτυχές της με παιδαγωγικό τρόπο, έχει στόχο να συμβάλει στη δημοκρατική ανάπτυξη μέσα από μια πολυμορφία περιοχών ρύθμισης, διαβούλευσης και δημιουργικότητας, που οι εκπρόσωποί της επιχειρούν να εφαρμόσουν σε οργανισμούς και ιδρύματα.

Πρόκειται επομένως για ένα πολύτιμο έργο που θα μπορέσει να διαφωτίσει όλους όσοι αναζητούν όχι μόνον να κατανοήσουν τις πηγές της κοινωνικής ζωής αλλά και να εμπλακούν σ’ αυτήν προκειμένου να καλλιεργηθεί μια ζωτικότητα ωφέλιμη σε όλους, ώστε να γίνουν πραγματικότητα κάποιες ουτοπίες …δίχως αυταπάτες.»

Gilles AMADO
Ομότιμος καθηγητής Ψυχοκοινωνιολογίας στο HEC Paris, Ιδρυτικό Μέλος της Διεθνούς Εταιρείας για την Ψυχαναλυτική Μελέτη Οργανισμών (International Society for the Psychoanalytic Study of Organizations, ISPSO) και του Διεθνούς Κέντρου για την Έρευνα, την Εκπαίδευση και την Παρέμβαση στην Ψυχοκοινωνιολογία (Centre International pour la Recherche, la Formation et l’Intervention en Psychosociologie, CIRFIP).

Ο Χαράλαμπος Πουλόπουλος είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Κοινωνικής Εργασίας στο Τμήμα Κοινωνικής Διοίκησης και Πολιτικής Επιστήμης του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης. Ξεκίνησε να εργάζεται στον τομέα αντιμετώπισης της τοξικοεξάρτησης το 1983  και διετέλεσε διευθυντής του Κέντρου Θεραπείας Εξαρτημένων Ατόμων (ΚΕΘΕΑ) από το 1995 έως το 2013. Συμμετείχε στο σχεδιασμό και στην ανάπτυξη των Ελληνικών Θεραπευτικών Κοινοτήτων για εξαρτημένους από ψυχοτρόπες ουσίες και στην ανάπτυξη προγραμμάτων πρόληψης, έγκαιρης παρέμβασης και κοινωνικής επανένταξης. Διετέλεσε για περισσότερο από μια δεκαετία Πρόεδρος της Επιτροπής Επιστημονικής και Επαγγελματικής Συμβουλευτικής της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Θεραπευτικών Κοινοτήτων (WFTC). Έχει συγγράψει τα βιβλία Εξαρτήσεις: Θεραπευτικές Κοινότητες (2005), Κοινωνική Εργασία και Εξαρτήσεις: Οι κοινότητες της αλλαγής (2011) και Κρίση, Φόβος και Διάρρηξη της Κοινωνικής Συνοχής (2014). Τα επιστημονικά και ερευνητικά του ενδιαφέροντα εστιάζουν στην θεραπεία και πρόληψη των εξαρτήσεων, στην δυναμική των ομάδων, την εποπτεία και συμβουλευτική οργανισμών, με έμφαση στη διεργασία της αλλαγής και στην αντιμετώπιση των κρίσεων.


H Άννα Τσιμπουκλή είναι Εκπαιδευτική Ψυχολόγος, Υπεύθυνη του Τομέα Εκπαίδευσης του ΚΕΘΕΑ και συνεργάτης του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου, ως διδάσκουσα στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών Εκπαίδευση Ενηλίκων. Ολοκλήρωσε τη διδακτορική της διατριβή στο Institute of Education του Πανεπιστημίου του Λονδίνου και τη μετά-διδακτορική της έρευνα στο Institute of  Psychiatry, King’s College, Είναι ιδρυτικό μέλος της Επιστημονικής Ένωσης Εκπαίδευσης Ενηλίκων. Έχει εκπαιδεύσει στελέχη φορέων ψυχικής υγείας, εκπαιδευτές ενηλίκων, συνδικαλιστικά στελέχη, φοιτητές κ.α. στην Ελλάδα και στην Κύπρο. Είναι συγγραφέας των εγχειριδίων Δυναμική Ομάδας και Επικοινωνία στην Εκπαίδευση Ενηλίκων (2012) και Διεργασία Ομάδας-Εκπαίδευση και Υποστήριξη Κοινωνικά Ευπαθών Ομάδων (2007). Έχει επίσης δημοσιεύσει σχετικά κείμενα για την εκπαίδευση, τους οργανισμούς και τη δυναμική των ομάδων σε επιστημονικά περιοδικά και συλλογικούς τόμους.


Παραπομπές:

[i] Rice,A.K.(1965).Learning for leadership. London: TavistockPublications.

[ii] Hirschhorn,L.(1993).The work place within:Psychodynamics of organizational life. Cambridge: MITPress.

[iii] Skogstad, A. , Einarsen, S. , Torsheim, T. , Aasland, M. , and Hetland, H. (2007). The destructiveness of laissez-faire leadership behavior. Journal of Occupational Health Psychology, 12(1), 80–92.

[iv] Kernberg, Otto F. (1993). Severe personality disorders: psychotherapeutic strategies. USA: Yale University Press.

[v] DeVries, Kets, F.R. (1991). Organizations on the  couch: Handbookof psychoanalysis and management. NewYork:Jossey-Bass.

[vi] Kernberg, O. F. (1994). The Psychotherapeutic Management of Psychopathic, Narcissistic, and Paranoid Transferences.

[vii] Jacobson, E. (1971). Depression: Comparative Studies of Normal, Neurotic, and Psychotic Conditions. New York: International University Press

[viii] Lewin, K., & Lippit, R. (1938). An experimental approach to the study of autocracy and democracy: A preliminary note. Sociometry, 1, 292-300.

[ix] Lewin, K., Lippitt, R. and White R., (1939). Patterns of Aggressive Behavior in Experimentally Created ‘Social Climates. Journal of Social Psychology, 10, 271-99.

[x] Reid, K. E. (1981). Expansion and professionalism, 1937-1955. From Character Building to Social Treatment.  The history of the use of groups in social work. Westport, Connecticut: Greenwood Press.

[xi] Einarsen, Ståle, Aasland, Merethe Schanke, Anders Skogstad (2007). Destructive leadership behaviour: A definition and conceptual model. The Leadership Quarterly doi:10.1016/j.leaqua.2007.03.002

[xii] Anzieu, Didier, (1984). The Group and the Unconscious (RLE: Group Therapy). NY: Routledge Library Editions.

[xiii] Ναυρίδης Κ., (2005). Ψυχολογία των Ομάδων. Κλινική Ψυχοδυναμική Προσέγγιση. Αθήνα: Εκδ. Παπαζήση.

[xiv] Spotnitz, Hyman & Meadow, Phyllis W (1976). Treatment of the Narcissistic Neurosis. New York: Manhattan Center for Advanced Psychoanalytic Studies.

[xv] Gastil, John (1994). A Definition and Illustration of Democratic Leadership.
Human Relations, VoL 47, No. 8, 953-975.

[xvi] Lippit, R. (1986). The small groups and participatory democracy: Comment on Gnebner. Journal of Social Issues, 1, 42, 155-156.

Δημοσιεύτηκε: http://tvxs.gr/news/biblio/i-aneparkis-igesia