Καστοριάδης: Μια ζωή. Του Francois Dosse

“Μαζί με αρκετούς άλλους σπουδαστές, ο Κορνήλιος Καστοριάδης θα φύγει από το χάος που επικρατεί στην Ελλάδα του 1945 με ένα καράβι που το όνομά του θα γίνει θρύλος. Διωκόμενος και από τα δύο στρατόπεδα, το κυβερνητικό και το κομμουνιστικό, χρησιμοποιώντας ένα υπόγειο για κρυψώνα, ο Καστοριάδης περιμένει την άφιξή του καραβιού για να ξεφύγει από την πολιορκία.

Μια μέρα του Δεκεμβρίου του 1945, ο πατέρας του έρχεται να του ανακοινώσει ότι το «Ματαρόα» βρίσκεται στον Πειραιά. Βγαίνει τότε από την κρυψώνα του, έχοντας μόνον μια τσάντα με ρούχα στο χέρι. Το καράβι φεύγει από τον Πειραιά μεταφέροντας εκατόν ογδόντα επιβάτες, από τους οποίους οι μισοί περίπου είναι υπότροφοι της γαλλικής κυβέρνησης. 

Την παραμονή των Χριστουγέννων, τους αποβιβάζει στον Τάραντα. Το ταξίδι θα συνεχιστεί με τρένο και οι νεαροί εξόριστοι θα φτάσουν τελικά στο Παρίσι στις 23 Δεκεμβρίου: 

«Μεσάνυχτα. Με το μέτωπο κολλημένο στο τζάμι κοιτάμε μήπως ξεχωρίζει τίποτα μες στο σκοτάδι. Τίποτα, μηδέν. Μονάχα μακρυά και πού, κανένα φως, πιο ερμητικό, πιο άγνωστο κι απ’ τη νύχτα. Που να πέφτει η Μονμάρτ; Το Καρτιέ Λατέν; Το Ετουάλ; Και το Δάσος της Βουλόνης; Και όλα κείνα που διαβάσαμε στα βιβλία; Δε φαίνεται τίποτα έξω απ’ τις ράγες του σταθμού που τρέχουν πλάι στο τραίνο. […] Μπα, όχι, φτάσαμε. Απίστευτο. Στο χάλι που βρισκόμαστε, μας φαίνεται σαν ψέμα». Μιμίκα Κρανάκη, “journal dexil”, Le Temps moderns, Αύγουστος 1950

Το «Ματαρόα» είχε ήδη διακριθεί κατά τη διάρκεια του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου, μεταφέροντας αμερικανικά στρατεύματα στην Ιρλανδία ενόψει της απόβασης των Συμμάχων στη Νορμανδία. Επίσης, είχε μεταφέρει επιζώντες από το Ολοκαύτωμα στην Παλαιστίνη. Αργότερα, μάλιστα, ένα γκρουπ της τζαζ θα πάρει το όνομα του πλοίου: «Ματαρόα». Κοντολογίς, το «Ματαρόα» θα αποκτήσει διαστάσεις θρύλου, θα μείνει στην ιστορία σαν το «Πλοίο των Ελλήνων», αυτό που οδήγησε «το άνθος της ελληνικής νεολαίας» στη χρυσή εξορία. 

Ωστόσο το ταξίδι με το «Ματαρόα» κάθε άλλο παρά ονειρεμένο ήταν.

«Οι συνθήκες στο καράβι ήταν φρικτές. Μεταφέραμε μόνοι μας τις αποσκευές μας –ευτυχώς υπήρχαν και περίπου είκοσι γλύπτες ανάμεσά μας. Είχαμε πάρει μαζί μας ό,τι μπορούσαμε: χειρόγραφα, βιβλία, κλπ. Οι γλύπτες είχαν πάρει μαζί τους προπλάσματα των γλυπτών τους, και εμείς τους βοηθούσαμε να τα μεταφέρουν, σαν να ήμασταν όλοι μέλη μιας κοοπερατίβας. Η πιανίστρια είχε μαζί της ένα μικρό πιάνο… σιωπηλό, για να εξασκείται. Μπορεί αυτό το πιάνο να ήταν «σιωπηλό», αλλά ήταν εξαιρετικά βαρύ. Θυμάμαι την εικόνα, στο λιμάνι του Τάραντα: σκυμμένοι στην κουπαστή του πλοίου, κάποιοι από τους φίλους μας να προσπαθούν να κατεβάσουν το πιάνο από την πλευρική σκάλα…». Κορνήλιος Καστοριάδης, συζήτηση με την πιανίστρια Ντόρα Μπακοπούλου για το ελληνικό ραδιόφωνο. 

Η μαρτυρία της Μιμίκας Κρανάκη επιβεβαιώνει εκείνη του Καστοριάδη αναφορικά με τις συνθήκες που επικρατούσαν κατά τη διάρκεια του ταξιδιού:

«Κοιμόμασταν στο κατάστρωμα […] σαν μετά από καταστροφή. Ελάχιστοι φύγαν μ’ αληθινές βαλίτσες, που θα διαλυθούνε, άλλωστε, πριν φτάσουν στο Παρίσι. Οι πιο πολλοί ταξιδεύουν με σακίδια, καλάθια, μπόγους, ό,τι μπόρεσε να σοφιστεί η φτώχεια κι η αγάπη κείνων που μείναν στην αποβάθρα του Πειραιά κουνώντας τα μαντήλια τους». Μιμίκα Κρανάκη 

Η Οδύσσεια είχε αρχίσει στις 21 Δεκεμβρίου, με την αστυνομία να ελέγχει επί σχεδόν μια ολόκληρη μέρα τους υπότροφους και τις αποσκευές τους.

«Οι αποσκευές μας έπιαναν αρκετό χώρο: μπαούλα, βαλίτσες από χαρτόνι δεμένες με σπάγκο, μπόγοι έτοιμοι να ανοίξουν, μόνο έπιπλα που δεν είχαμε» Νέλλη Ανδρικοπούλου, Το ταξίδι του Ματαρόα, 1945, Εστία – 2007.

Στο «Ματαρόα», που το οδηγούσε μια ομάδα Άγγλων, υπήρχαν και άλλοι επιβάτες εκτός από τους υπότροφους, όπως η μετέπειτα ψυχαναλύτρια Ελένη Μαγκριώτη, δεκατεσσάρων ετών τότε, που ταξίδευε με το γιατρό πατέρα της, τη μητέρα της και τους δύο αδελφούς της. Αφηγείται η Μαγκριώτη:

«Όλοι έκαναν σαν να έφευγαν για πάντα. Κάποιοι είχαν μαζί τους το ποδήλατό τους, τα μπαούλα τους. Από ένα μπαούλο, καθώς το μετέφεραν, έπεσαν καμιά τριανταριά τόμοι με ελληνικές μεταφράσεις του Ζολά». Αυτό το περιστατικό δείχνει πόσο μεγάλη γοητεία ασκούσε η γαλλική κουλτούρα στους Έλληνες που έφευγαν για το Παρίσι. Είπαν τότε στη μικρή Ελένη ότι αυτός ο παράξενος συνταξιδιώτης, τόσο νέος και εντελώς άτριχος, λεγόταν Καστοριάδης και ήταν τροτσκιστής. «Τον αποκαλούσαν «ο τροτσκιστής», κι εγώ νόμιζα ότι τροτσκιστής σημαίνει τερατόμορφος και φαλακρός».

Το καράβι σήκωσε άγκυρα την άλλη μέρα τα ξημερώματα, με αρκετούς από τους επιβάτες να αγωνιούν κατά τη διάρκεια της νύχτας μήπως τους συλλάβουν οι αρχές ασφαλείας΄ στην αποβάθρα υπήρχαν, άλλωστε, αστυνομικοί που είχαν, μεταξύ άλλων, την ευθύνη να μην πάρουν μαζί τους οι υπότροφοι έντυπο υλικό που θα μπορούσε να εκθέσει διεθνώς την ελληνική κυβέρνηση. 

Αρκετοί λοιπόν θα περάσουν τη νύχτα τους ξαπλωμένοι στο κατάστρωμα, ο ένας κολλημένος στον άλλον ώστε να μην κρυώνουν. Κατά τα άλλα, το ταξίδι θα αποδειχθεί μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για… αισθηματικές περιπέτειες. Μολονότι είχε ήδη σχέσεις με τη Νέλλη Ανδρικοπούλου, ο Καστοριάδης θα αναβιώσει τη σχέση του με τη Μιμίκα Κρανάκη, με την οποία συνδεόταν στην Αθήνα και την οποία εξακολουθούσε να βρίσκει εξαιρετικά γοητευτική. Η Κρανάκη, πολύγλωσση, θα μεταφράσει αργότερα Μαρκούζε, θα διδάξει φιλοσοφία στη Ναντέρ και θα εκδώσει το 1995 στη σειρά «Petite Planete» των εκδόσεων Seuil, ένα μικρό βιβλίο, απαραίτητο βοήθημα για αρκετές γενιές γάλλων επισκεπτών της Ελλάδας. […] 

Φτάνοντας στον Τάραντα, όπου τους υποδέχονται ιταλοί σύντροφοι με υψωμένες γροθιές, οι υπότροφοι μαθαίνουν ότι υπάρχει επιδημία πανούκλας στην πόλη. Αφού κατέβηκαν από το «Ματαρόα», κατευθύνθηκαν προς τον σιδηροδρομικό σταθμό. Εκεί επιβιβάστηκαν σε δύο βαγόνια που προορίζονταν για τη μεταφορά ζώων, χωρίς ηλεκτρικό και χωρίς τρεχούμενο νερό, με τα οποία και θα ταξιδέψουν, στριμωγμένοι, περιστοιχισμένοι από τις βαριές αποσκευές τους. 

«Το τρένο κινούνταν με ταχύτητα σαλίγκαρου και, καθώς η μοναδική τουαλέτα ήταν βουλωμένη, έκανε κάθε τόσο στάσεις για τις… ανάγκες μας» Νέλλη Ανδρικοπούλου

[…] Εξαντλημένοι και αξιοθρήνητοι, οι υπότροφοι θα φτάσουν τελικά στον Γκαρ ντε λ’ Εστ, στο Παρίσι, υπό συνθήκες πολικού ψύχους, λίγο πριν από τα μεσάνυχτα. Στο σταθμό τους περιμένουν ο διευθυντής της Ελληνικής Φοιτητικής Εστίας και ένας εκπρόσωπος του Υπουργείου Εξωτερικών της Γαλλίας. […] Το ταξίδι του «Ματαρόα» θα προσλάβει με τον καιρό θρυλικές διαστάσεις, καθώς για πολλούς, στην Ελλάδα αλλά και στη Γαλλία, θα συνδυάζει την ιστορία κάποιων σύγχρονων διανοουμένων που άφησαν πίσω τη γενέθλια γη με τους ελληνικούς μύθους, όπως αυτούς του κόσμου του Ομήρου. 

«Το ταξίδι των Ελλήνων στη Γαλλία, το 1945, θα γίνει έτσι ένα είδος συμβόλου της πνευματικής ιστορίας της Ελλάδας» Francois Bordes 

[…] Ο Καστοριάδης θέτει σύντομα στον εαυτό του υπερφιλόδοξους στόχους. Θα ζητήσει, μάλιστα, από τον καθηγητή ο οποίος εποπτεύει τη διατριβή του να μη χαμογελάσει ακούγοντάς τον να λέει ότι δεν σκοπεύει να επιχειρήσει τίποτα λιγότερο από μια σύνθεση «μεταξύ φιλοσοφικής και μαθηματικής λογικής». […] Επιδίωξη του Καστοριάδη είναι να ανταποκρίνεται πάντοτε στον ρόλο του ως διανοούμενος. «Για τους Έλληνες, ήδη από την εποχή του Αριστοτέλη, ο αυθεντικός διανοούμενος δεν μπορεί παρά να είναι πολύπλευρος». Αυτή ακριβώς θα είναι και η περίπτωση του Καστοριάδη. 

Ζυμωμένος με τη γαλλική κουλτούρα ήδη από τα παιδικά του χρόνια, θα πάρει τη γαλλική υπηκοότητα πολύ αργότερα, στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Ωστόσο, δεν θα πάψει ποτέ να συμμερίζεται την ελληνική άποψη για τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να είναι κανείς ιδιαίτερα κοινωνικός και παράλληλα να τηρεί απολύτως μοναχική στάση απέναντι στη φύση και τη σκέψη. Άλλωστε, και η επιθυμία του Καστοριάδη να υιοθετεί πάντα μια κριτική προσέγγιση στα πράγματα επίσης δεν είναι άσχετη με την ελληνική του καταγωγή. […] 

Francois Dosse, «Καστοριάδης: Μια ζωή», Εκδόσεις Πόλις – 2015. Μετάφραση Ανδρέας Παππάς. Σελ. 616. 

 *Στην πρώτη βιογραφία ( «Καστοριάδης: Μια ζωή»), ενός από τους πιο σημαντικούς και ενδιαφέροντες στοχαστές του 20ού αιώνα., ο Francois Dosse, με αφετηρία τη νεανική πολιτική δράση του Καστοριάδη στην κατεχόμενη Αθήνα, αναφέρεται αρχικά στην άφιξή του στο Παρίσι -ήταν κι αυτός ένας από τους υπότροφους που ταξίδεψαν με το θρυλικό “Ματαρόα”-, τη συμμετοχή του στο γαλλικό τροτσκιστικό κίνημα, την ίδρυση του περιοδικού Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα, στο οποίο θα βάλει τη σφραγίδα του. Το Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα θα είναι το πρώτο έντυπο της Αριστεράς που θα ασκήσει καταλυτική κριτική στο σοβιετικό οικονομικό και κοινωνικό μοντέλο, συμβάλλοντας έτσι στην ανάδυση της λεγόμενης αντιαυταρχικής Αριστεράς, αλλά και στη διάδοση ιδεών και απόψεων που θα δώσουν εν πολλοίς τον τόνο στον Μάη του ’68.

Οικονομολόγος, κοινωνιολόγος, φιλόσοφος, ψυχαναλυτής, πολιτικός στοχαστής, πραγματικός homo universalis της εποχής μας, ο Καστοριάδης θα γίνει ευρύτατα γνωστός με το θεμελιώδες έργο του Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας (1975), αλλά και με άλλα κείμενα και βιβλία του, τα περισσότερα από τα οποία κυκλοφορούν και στα ελληνικά.

Η βιογραφία του από τον Francois Dosse βασίζεται σε ενδελεχή έρευνα αρκετών ετών, μέρος της οποίας ήταν και οι συζητήσεις του με περίπου πενήντα άτομα που γνώριζαν τον Καστοριάδη και συνεργάστηκαν κατά καιρούς μαζί του.

Αυτός ο κοσμοπολίτης Έλληνας, που δεν έπαψε ποτέ να μελετά την αρχαιοελληνική φιλοσοφία και να εμπνέεται από την αθηναϊκή δημοκρατία του 5ου π.Χ. αιώνα, παραμένει πάντα επίκαιρος, τόσο για τη διεισδυτική κριτική του στην υπάρχουσα τάξη πραγμάτων, όσο και για το πρόταγμα της αυτονομίας, το οποίο ποτέ δεν έπαψε να προβάλλει ως προϋπόθεση για την εμβάθυνση της δημοκρατίας και τη χειραφέτηση της κοινωνίας.

Ο Πιερ Βιντάλ-Νακέ, αναφερόμενος στον Καστοριάδη, έκανε λόγο για “μεγαλοφυΐα”, ενώ ο Εντγκάρ Μορέν τον είχε αποκαλέσει “τιτάνα του πνεύματος”.

Francois Dosse

Για τη σχέση μεταξύ του κοινωνικού στοιχείου και του ατόμου, ο Καστοριάδης είχε γράψει σε ένα κείμενό του το 1955:

«Υπάρχει, προφανέστατα, διαλεκτική αντιστοιχία μεταξύ κοινωνικών δομών και «ψυχολογικών» δομών. Από τα πρώτα κιόλας βήματα που κάνει στη ζωή, το άτομο υφίσταται συνεχή πίεση προκειμένου να διαμορφώσει μια δεδομένη στάση απέναντι στην εργασία, στο σεξ, στις ιδέες΄ να στερηθεί τους καρπούς της δραστηριότητάς του, αλλά και να αποκτήσει όλες τις απαραίτητες αναστολές, μέσω της εσωτερίκευσης και της αξιοδότησης αυτής της διαδικασίας ματαίωσης. Η ταξική κοινωνία δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνον στον βαθμό που καταφέρνει να επιβάλει εν πολλοίς αυτήν την αποδοχή. Αυτός είναι και ο λόγος που η σύγκρουση δεν είναι μια αμιγώς εξωτερική σύγκρουση, αλλά μετατοπίζεται στον πυρήνα της ατομικής ύπαρξης». 

Ορισμός που έδωσε ο Καστοριάδης για την πολιτική:

«Η πολιτική δεν μπορεί να γίνεται αντιληπτή μόνον ως συλλογική δραστηριότητα, αλλά και ως ατομική. […] Απαιτείται μια νέα επεξεργασία της διάκρισης σε ιδιωτικό και δημόσιο, με δεδομένο ακριβώς ότι η πολιτική συνδέεται με όλους τους θεσμούς της κοινωνίας».

***

Κρυσταλία Πατούλη

Σύμβουλος ανθρωπίνων σχέσεων – δημοσιογράφος

Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Advertisements

Για τη μοναδικότητα που απέκτησε ο Καβάφης στην παγκόσμια ποίηση

[…] Τελειώνοντας, θα προσθέσω δυο λόγια για το ύστερο ταξίδι του Καβάφη, διότι η «Ιθάκη» εκφράζει, κατά τον Βρισιμιτζάκη, την αποδημητική επιθυμία, «το ταξίδι που σε πάει ο μαύρος καβαλλάρης».
Στο τέλος της ζωής του το θέμα του στοματικού ευνουχισμού επανέρχεται δραματικά: το 1932 εκδηλώνεται καρκίνος του λάρυγγος (γνωστό φαλλικό σύμβολο), που τον καταδικάζει σε αφωνία. Αυτόν τον επιδέξιο και φημισμένο στον κύκλο του ρήτορα. Όμως αρνείται την εγχειρητική αφαίρεση του οργάνου, μιας και τη βιώνει ως ευνουχισμό: «αρτιμελής ήθελε να περάσει από τούτη τη ζωή στην άλλη ο Καβάφης», αναφέρει η Ρίκα Σεγκοπούλου.
Έτσι τελειώνει η ζωή του «χάρη σε μια εκπληκτική συνέπεια της Μοίρας» στις 29 Απριλίου του 1933, την ίδια ακριβώς ημέρα που βγήκε «στον πηγαιμό για την Ιθάκη», μετά από ένα οδύσσειο ταξίδι 70 χρόνων. Ή αν αναλογιστούμε και την ασυνείδητη διάσταση, την ημέρα που «συνέβη» το τρομακτικό τραύμα, ο φαντασιωτικός ευνουχισμός του από τη μητέρα του.
Ίσως, και με αυτό συνοψίζω μια βασική μου υπόθεση, η μοναδικότητα που απέκτησε ο Καβάφης στην παγκόσμια ποίηση με την ιδιομορφία του, να μην είναι άσχετη με τη μοναδικότητα που εκπροσωπούσε για τη μητέρα του η πεθαμένη αδελφή του Ελένη, την οποία όφειλε αυτός να αντικαταστήσει και εν μέρει το πραγματοποίησε.
Υπήρξε στη ζωή του, ως φαίνεται, το ίδιο μοιραία, όπως η άλλη, η ωραία Ελένη για τον Όμηρο.

Απόσπασμα: ΓΙΑΝΝΗΣ Σ. ΚΟΝΤΟΣ, ΟΙ ΨΥΧΙΚΕΣ ΟΔΥΣΣΕΙΕΣ ΤΟΥ Κ.Π.ΚΑΒΑΦΗ (ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ «ΙΘΑΚΗ»),

Από το βιβλίο: Ψυχανάλυση και νεοελληνική λογοτεχνία: Σταυροδρόμια, εκδ. Γαβριηλίδης, Επιμέλεια – Εισαγωγή: Θανάσης Χατζόπουλος

Οι «γραφές της ψυχανάλυσης» αποτυπώνουν κάθε φορά μια διαφορετική εκδοχή από τον πλούτο της κλινικής εμπειρίας της ψυχανάλυσης και του ιδιαίτερου τρόπου της να προσεγγίζει τα φαινόμενα της ζωής και του πολιτισμού. Τον πρώτο λόγο έχει εδώ η εκ-τροπή του ασυνειδήτου σε γραφή, ώστε -παραφράζοντας τη γνωστή φροϋδική προτροπή- «εκεί που ήταν αυτό να έρθει …η γραφή», αλλά και η τροποποίηση του πραγματικού δια της γραφής έτσι όπως μόνον μέσω αυτής μπορεί να επισυμβεί, χάρη στο δικό της ίχνος. Η σειρά απευθύνεται σε όλους όσους, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, έχουν αντιληφθεί ή υποψιάζονται πως ό,τι μας κινεί, και μας οδηγεί, σταθερά μας διαφεύγει.
(Θ. Χ.)

Γράφουν:
η Κωνστάνς Αθανασιάδου για τον Γεώργιο Βιζυηνό
ο Αθανάσιος Αλεξανδρίδης για τον Ανδρέα Εμπειρίκο
ο Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης για τον Διονύσιο Σολωμό
ο Κώστας Γεμενετζής για τον Γιώργο Σεφέρη
ο Θανάσης Γεωργάς για τον Γιάννη Κιουρτσάκη
η Βιβή Θεοδοσάτου για τον Γιώργο Χειμωνά
ο Γιάννης Σ. Κόντος για τον Κ. Π. Καβάφη
ο Σωτήρης Μανωλόπουλος για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη
ο Νίκος Παπαχριστόπουλος για τον Γεώργιο Βιζυηνό
ο Νίκος Σιδέρης για τον Διονύσιο Σολωμό
ο Θανάσης Τζαβάρας και η Ελένη Τζαβάρα για τον Ανδρέα Εμπειρίκο.

 

Μάσιμο Ρεκαλκάτι: Η «μητέρα» και ο «πατέρας» είναι φιγούρες που υπερβαίνουν το φύλο

Tvxs

«Η ‘μητέρα’ όπως και ο ‘πατέρας’ είναι φιγούρες που υπερβαίνουν το φύλο, το αίμα, τη φυλή και τη βιολογία. ‘Μητέρα’ είναι το όνομα του Άλλου ο οποίος τείνει τα γυμνά του χέρια στη ζωή που έρχεται στον κόσμο, στη ζωή που, ερχόμενη στον κόσμο, επιζητά το νόημα», γράφει ο ψυχαναλυτής Massimo Recalcati, στο βιβλίο «Τα χέρια της μητέρας», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Κέλευθος, και ακολουθεί απόσπασμα*:

«Ευλογημένα, γράφει ο Ρίλκε, ας είναι τα χέρια της μητέρας. Ευλογημένη η υποστήριξη που προσφέρουν στη δροσοσταλίδα και στην αυγή της ζωής. Ευλογημένα το δέντρο της μητέρας και η μνήμη της.

[…] Εγώ και η μητέρα μου στο μικρό σαλονάκι βλέπαμε τηλεόραση. Ήταν μια ασπρόμαυρη ταινία, βασισμένη σε ένα πραγματικό γεγονός, γνωστό από την ειδησεογραφία: Μια μητέρα συγκρατεί στα χέρια της για ώρες τα χέρια του παιδιού της, το οποίο παίζοντας στο μπαλκόνι του τελευταίου ορόφου μιας μεγάλης πολυκατοικίας, έχει γραπωθεί από τα κάγκελα του μπαλκονιού. Αυτή είναι η ανάμνηση που δεν με εγκατέλειψε όλα αυτά τα χρόνια: μια μητέρα κρατάει με τα χέρια της τα χέρια του παιδιού της, που κρέμεται στο κενό.

[…] Να, λέω στον εαυτό μου σήμερα, αυτό που δεν μου έχει διαφύγει, αυτό που για μένα αποδείχτηκε στ’ αλήθεια αλησμόνητο, αυτό που σε αυτές τις εικόνες επιμένει: Τα χέρια της μητέρας του Τορίνου πιάνουν τα χέρια του παιδιού που κρέμεται στο κενό. Είναι μια μεταφορά του Άλλου ο οποίος αποκρίνεται στην κραυγή της ζωής χωρίς να την αφήνει να εκπέσει στην ασημαντότητα, αλλά της παρέχει μια υποστήριξη χωρίς την οποία θα κατακρημνιζόταν στο κενό. Να αυτό που η μητέρα του Τορίνου χάραξε ανεξίτηλα σε εμένα και που σήμερα το ξαναβρίσκω: η σιωπηρή αντίσταση, η προσφορά των γυμνών χεριών της, το πείσμα να μην αφήσει τη ζωή μόνη και χωρίς ελπίδα, το δώρο μιας παρουσίας που δεν χάνεται. Είναι η μητέρα που σαν «δέντρο» υποδέχεται, κατά τα λόγια του Ρίλκε, τη «δροσοσταλίδα» και τον ερχομό της αυγής.

Τα χέρια δεν είναι άραγε το πρώτο πρόσωπο της μητέρας; Τα χέρια της μητέρας μου δεν είναι άραγε αυτά που χάιδεψαν το σώμα μου σπέρνοντάς το με γράμματα, μνήμες, σημεία, οργώνοντάς το σαν να ήταν χώμα, γη;

Πόσο μπορεί να μετράνε για ένα παιδί τα χέρια της μητέρας; Και για τον λόγο αυτό η εικόνα αυτή της εκδήλωσης της μητρότητας δεν με έχει ποτέ εγκαταλείψει και παρέμεινε ανεξίτηλη.

Στη φροϊδική περιγραφή του μητρικού Άλλου, ως του πρώτου «διασώστη-σωτήρα» στο τραυματικό ξεκίνημα της ζωής, μπορούμε να ανακαλύψουμε τα ίχνη ενός πρώτου ορισμού της μητέρας ως εκείνου του «πιο κοντινού» Άλλου, ο οποίος ξέρει να απαντήσει στην έκκληση της ζωής που φωνάζει.

Αν ο άνθρωπος έρχεται στη ζωή, όπως εξηγούν ο Φρόιντ και ο Λακάν, σε μια κατάσταση «πρώιμης ωρίμανσης», «απροετοιμασίας», «κατακερματισμού», «ανημπόριας», «απόλυτης εγκατάλειψης», σε μια κατάσταση ανεπάρκειας, τρωτότητας, έκθεσης στο μη νόημα του πραγματικού, χρειάζονται κυρίως τα χέρια του Άλλου –η παρουσία του Άλλου- για να προφυλάξουν εκείνη τη ζωή, να την προστατέψουν, να τη γλιτώσουν από την πιθανότητα της πτώσης.

Τα χέρια της μητέρας του Τορίνου δεν είναι χέρια που σωφρονίζουν, τιμωρούν, ταπεινώνουν. Δεν είναι τα χέρια της οργής και της βίας, δεν είναι χέρια που χτυπούν και που μπορούμε να θυμηθούμε στις πληγές μας ως τέκνα. Είναι χέρια γυμνά, χέρια που τείνουν προς άλλα χέρια, χέρια που υποστηρίζουν τη ζωή στην απύθμενη άβυσσο. Η ζωή ως ανθρώπινη ζωή έχει ανάγκη να συναντήσει αυτά τα χέρια, τα γυμνά χέρια της μητέρας, τα χέρια που σώζουν από τον γκρεμό που προκύπτει από την έλλειψη νοήματος.

Δεν είναι αυτό που το παιδικό μου βλέμμα, καθώς ήμουν καθισμένος δίπλα στη μητέρα μου, έβλεπε να προβάλλεται στην ασπρόμαυρη οθόνη της τηλεόρασης; Αυτή είναι για μένα το πρώτο πρόσωπο της μητρότητας, που παραμένει αναλλοίωτο αντέχοντας στια αλλαγές των καιρών μας, καθώς και σε όλες τις μεταμορφώσεις της οικογένειας που μας βομβαρδίζουν.

Αν σήμερα η μητρότητα δεν συμπίπτει πια με την ικανότητα αναπαραγωγής ή με την έμπρακτη εμπειρία της κυοφορίας, αλλά χάρη στη δύναμη της επιστήμης, επεκτάθηκε και σε άλλες δυνατές μορφές που καθιστούν μη απαραίτητη τη συνουσία ή το πραγματικό του φύλου, τα χέρια της μητέρας του Τορίνου μάς υπενθυμίζουν μια ουσιαστική λειτουργία της μητρότητας την οποία καμία ιστορική αλλαγή δεν θα μπορέσει ποτέ να ακυρώσει: Η Μητέρα είναι το όνομα του Άλλου που δεν αφήνει να πέσει η ζωή στο κενό, που την συγκρατεί με τα δικά της χέρια, εμποδίζοντάς τη να συντριβεί΄ είναι το όνομα του πρώτου «διασώστη-σωτήρα».

Αυτό είναι ένα κομβικό σημείο του βιβλίου: Αυτό που εδώ αποκαλώ «μητέρα» δεν αντιστοιχεί απαραίτητα στην πραγματική μητέρα, νοούμενη ως τη βιολογική μητέρα που γεννά το παιδί της. Μάλιστα ήδη για τον Φρόιντ η «μητέρα» είναι το όνομα της πρώτης μορφής του Άλλου που ασχολείται με μια ανθρώπινη ζωή, την οποία αναγνωρίζει ως δικό της δημιούργημα.

Αυτό σημαίνει ότι η «μητέρα» όπως και ο «πατέρας» είναι φιγούρες που υπερβαίνουν το φύλο, το αίμα, τη φυλή και τη βιολογία. «Μητέρα» είναι το όνομα του Άλλου ο οποίος τείνει τα γυμνά του χέρια στη ζωή που έρχεται στον κόσμο, στη ζωή που, ερχόμενη στον κόσμο, επιζητά το νόημα.”

*Απόσπασμα από το βιβλίο «Τα χέρια της μητέρας», του Massimo Recalcati, Μετάφραση: Χρήστος Πονηρός, Εκδόσεις Κέλευθος – 2017, (Σελ.11 και 21 με 27).

«Η μητέρα που καταπιέζει τη γυναίκα -όπως συνέβαινε στην πατριαρχική εκδοχή της μητρότητας- ή η γυναίκα που αρνείται τη μητέρα -όπως συμβαίνει στην υπερμοντέρνα εποχή μας- δεν είναι δύο απεικονίσεις της μητέρας, αλλά δύο αποκλίσεις της εξίσου παθολογικές. Αυτό το βιβλίο στέκεται σε αυτό, χωρίς καθόλου ωστόσο να σκοπεύει να περιορίσει τη μητρότητα στην παθολογία της. Η διδασκαλία του Λακάν έδειξε πως η υπόσταση της επιθυμίας ως μη εξ ολοκλήρου απορροφημένης σε αυτή της μητέρας είναι η ουσιαστική προϋπόθεση ώστε η επιθυμία της μητέρας να μπορεί να είναι δημιουργική. Μόνο αν το βλέμμα της μητέρας δεν επικεντρώνεται αποκλειστικά στην ύπαρξη του παιδιού, η μητρότητα μπορεί να ολοκληρώσει την λειτουργία της. Είναι αυτό που διδάσκει καθημερινά η ψυχανάλυση: Μόνο αν η μητέρα δεν είναι όλη μητέρα, το παιδί μπορεί να βιώσει την απουσία αυτή που καθιστά δυνατή την είσοδό του στον κόσμο των συμβόλων και του πολιτισμού».

Ο Μάσιμο Ρεκαλκάτι είναι ένας από τους γνωστoύς Ιταλούς ψυχαναλυτές με αδιαμφισβήτητη αναγνωρισιμότητα όχι μόνο στην ιταλική και διεθνή επιστημονική κοινότητα, αλλά και ευρύτερα στην ιταλική κοινωνία στο σύνολό της. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Μιλάνου και στο Παρίσι. Εκεί μάλιστα του δόθηκε η ευκαιρία να δουλέψει με τον Jacques-Alain Miller και κατόπιν να αναλυθεί από τον ίδιο. Είναι ένα από τα ιδρυτικά μέλη του ALI (Ιταλικός Σύλλογος Λακανικής Ψυχανάλυσης) και επιστημονικός διευθυντής του IRPA (Ερευνητικό Ινστιτούτο Εφαρμοσμένης Ψυχανάλυσης), όπου διδάσκει «Βασικές Αρχές Λακανικής Ψυχανάλυσης». Εμπνευστής και ιδρυτής του Jonas Onlus (Κέντρο Ψυχαναλυτικής Κλινικής για τα νέα Συμπτώματα), με πλούσια δράση σε πολλές πόλεις της Ιταλίας. Από το 2005 είναι επικεφαλής της Νευροψυχιατρικής Μονάδας του Νοσοκομείου Παίδων Sant’Orsola στην Μπολόνια. Έχει διδάξει στα πανεπιστήμια του Μιλάνου, της Πάντοβας, του Μπέργκαμο και του Ουρμπίνο, καθώς και στο Διεθνές Πανεπιστήμιο Menenedez Pelayo της Ισπανίας. Σήμερα διδάσκει Ψυχοπαθολογία της Διατροφικής Συμπεριφοράς στο Πανεπιστήμιο της Παβίας και Ψυχαναλυτική Κλινική της Ανορεξίας στο CEPUSPP (Centre d’Enseignement Post-Universitaire pour la Specialisation en Psychiatrie et Psychotherapie) της Λωζάνης. Συμμετέχει με παρεμβάσεις σε σεμινάρια στις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές πόλεις. Στο συγγραφικό του έργο συγκαταλέγονται περίπου 30 βιβλία, πολλά από τα οποία έχουν μεταφραστεί στη Γαλλία, την Ισπανία, την Αυστρία, την Αργεντινή, τη Σερβία, τη Βραζιλία, τη Γερμανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες.


(κεντρική φωτό, από το έργο του Paul Klee «Mother and child»

Η οικολογία της ελευθερίας. Του Μάρεϊ Μπούκτσιν

«Η τάση του ανθρώπου να κυριαρχεί πάνω στη φύση, είναι επακόλουθο της τάσης του ανθρώπου να κυριαρχεί πάνω στον άνθρωπο». Με βάση αυτή τη φράση του ο Μάρεϊ Μπούκτσιν, φαίνεται να διαμόρφωσε την «Οικολογία της ελευθερίας». Για τον ίδιο, τα οικολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζουμε σήμερα δεν είναι άσχετα με τον τρόπο λειτουργίας των κοινωνιών μας. Η εκμετάλλευση του ανθρώπου από άνθρωπο όχι μόνο προηγήθηκε της εκμετάλλευσης της φύσης από τον άνθρωπο, αλλά λειτούργησε και ως πρότυπό της.

Το έργο του μεγάλου αμερικανού στοχαστή, που γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη τον Ιανουάριο του 1921 από γονείς Ρώσους-Εβραίους μετανάστες, και πέθανε στις 30/7/2006, «η φιλοσοφική βάση του οποίου για όλη του τη ζωή ήταν η εγελιανή διαλεκτική», άνοιξε τον δρόμο της πολιτικής οικολογίας, προτείνοντας την ανασυγκρότηση της κοινωνίας, έτσι ώστε να έχει έναν ξεκάθαρα ριζοσπαστικά οικολογικό και μη ιεραρχικό χαρακτήρα.

Μόλις 9 ετών, κατά τη διάρκεια της μεγάλης οικονομικής κρίσης του 1929-32, οργανώθηκε στην κομμουνιστική νεολαία, αλλά τον διέγραψαν το ’39 μετά το σύμφωνο Μολότωφ- Ρίμπεντροπ, μεταξύ Σοβιετικών και Ναζί, λόγω αναρχοτροτσκιστικών αποκλίσεων. Εκείνες τις μέρες είχε δηλώσει εθελοντής για το μέτωπο του ισπανικού εμφυλίου, αλλά η αίτησή του απορρίφθηκε λόγω του νεαρού της ηλικίας του. Μεγαλώνοντας πέρασε στον τροτσκισμό, όμως γρήγορα απογοητεύτηκε.
Δούλεψε ως εργάτης σε χυτήριο του Νιου Τζέρσεϋ, αλλά και σε αυτοκινητοβιομηχανία κατά τη διάρκεια της μεγάλης απεργίας της Τζένεραλ Μότορς, υιοθετώντας την αντιεξουσιαστική σκέψη.

Ελευθεριακός σοσιαλιστής θεωρητικός, φιλόσοφος και συγγραφέας, έγινε γνωστός ως εμπνευστής της «κοινωνικής οικολογίας». Δημοσίευσε δεκάδες βιβλία, δίδαξε στα «ελεύθερα πανεπιστήμια» της Νέας Υόρκης, στο Στάτεν Άιλαντ (CityCollegeUniversitySystem) και έγινε τακτικός καθηγητής στο Νιου Τζέρσεϋ (RamapoCollege). Το 1974, μαζί με τον ανθρωπολόγο Νταν Τσόντορκοφ (Daniel Chondorkoff), ίδρυσαν το Ινστιτούτο για την Κοινωνική Οικολογία (Institute for Social Ecology) στο Βερμόντ, το οποίο διηύθυνε μέχρι το θάνατό του.

Έχοντας υπάρξει στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, ένας ενεργός οικοαναρχικός, αγωνιζόμενος ενάντια στη ρύπανση, στην ανέγερση πυρηνικών εργοστασίων και στη χημικοποίηση της τροφής, αποφάσισε να γράψει μια εκτενή παρουσίαση των απόψεών του, στο βιβλίο «Η οικολογία της ελευθερίας». Στην ανάλυσή του για την ιεραρχία, στο εν λόγω βιβλίο, προσπάθησε να αναδείξει την εμφάνισή της, τις εσωτερικές της τάσεις, τα όριά της και την πτώση της. Στράφηκε στην ανθρωπολογία για να εντοπίσει τις ρίζες της, στην ιστορία για να εντοπίσει την ανάπτυξή της, και στην ηθική και στη φιλοσοφία για να προβλέψει τις δυνατότητες για την πτώση της. Η οικολογία της ελευθερίας, που εκδόθηκε το 1982, έγινε ένα από τα κλασσικά αναρχικά βιβλία και ταυτόχρονα η θεμέλια λίθος της κοινωνικής οικολογίας, ενώ η κριτική της ιεραρχίας έχει πλέον γίνει κοινός τόπος για την αναρχική σκέψη.

Στον πρόλογο αυτού του βιβλίου, ο ίδιος σημειώνει:

«[…]  Για τους κοινωνικούς οικολόγους, η περιβαλλοντική αποδιοργάνωση είναι βαθιά ριζωμένη μέσα σε μια ανορθολογική, αντιοικολογική κοινωνία, της οποίας τα βασικά προβλήματα δεν θεραπεύονται με αποσπασματικές, μονοθεματικές μεταρρυθμίσεις. Προσπάθησα να επισημάνω ότι τα προβλήματα αυτά απορρέουν από ένα ιεραρχικό, ταξικό ‒και σήμερα‒ ανταγωνιστικό καπιταλιστικό σύστημα, το οποίο τροφοδοτεί την άποψη ότι ο φυσικός κόσμος είναι απλά και μόνο ένας σωρός από «πόρους» για την ανθρώπινη παραγωγή και κατανάλωση. Αυτό το κοινωνικό σύστημα είναι ιδιαίτερα ληστρικό. Έχει προβάλλει την κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στον άνθρωπο σε μια ιδεολογία όπου ο «άνθρωπος» (άντρας) είναι προορισμένος να κυριαρχεί πάνω στη «Φύση».

[…] Όλα τα γραπτά μου επιδιώκουν να προσφέρουν μια συνεκτική άποψη των κοινωνικών πηγών της οικολογικής κρίσης και να προσφέρουν ένα οικοαναρχικό πρόγραμμα για την ανασυγκρότηση της κοινωνίας πάνω σε ορθολογικές βάσεις.

[…] Ο στόχος που με οδήγησε στην ανάπτυξη της κοινωνικής οικολογίας κατά τις περασμένες δεκαετίες ήταν ειλικρινά φιλόδοξος: ήθελα να παρουσιάσω μια φιλοσοφία, μια σύλληψη της φυσικής και της κοινωνικής ανάπτυξης, μια εις βάθος ανάλυση των κοινωνικών και περιβαλλοντικών προβλημάτων που αντιμετωπίζουμε, και μια ριζοσπαστική ουτοπική εναλλακτική –έως σήμερα, δεν έχω αποφύγει τη χρήση της λέξης ουτοπικός‒ για τη σύγχρονη κοινωνική και περιβαλλοντική κρίση. Σε αντίθεση με τον πραγματιστικό περιβαλλοντισμό, ανέπτυξα ένα αναλυτικό σώμα ιδεών το οποίο ονομάζω κοινωνική οικολογία […]»

Στη διάρκεια της ζωής του, αντλώντας στοιχεία από διάφορα επιστημονικά πεδία, όπως η ανθρωπολογία, η οικολογία και η πολιτική θεωρία, παρουσίασε την ευθύνη της ιεραρχικής δομής της κοινωνίας για τα οικολογικά προβλήματα. Και εφόσον τα οικολογικά προβλήματα είναι κοινωνικά προβλήματα, πρέπει να φροντίσουμε για την επίλυσή τους μέσω της πολιτικής αλλαγής:

«Η σημερινή κοινωνική τάξη πραγμάτων βρίσκεται σε πορεία σύγκρουσης με το φυσικό κόσμο («πόλη και ύπαιθρος») και πρέπει να έχουμε μία αντικαπιταλιστική επανάσταση υπέρ μιας οικολογικής κοινωνίας».

Παράλληλα ο Μπούκτσιν πίστευε σε μία αποκεντρωμένη κοινωνία, αλλά και για μια πρόσωπο με πρόσωπο δημοκρατία (αμεσοδημοκρατική οργάνωση της κοινωνίας), η οποία όμως θα αποτελείται από μικρές κοινότητες. «Μία αναρχική κοινωνία», έγραφε ο Μάρεϊ, «θα πρέπει να είναι μία αποκεντρωμένη κοινωνία, όχι μόνο για να εγκαθιδρύσει μία διαρκή βάση για την εναρμόνιση του ανθρώπου με τη φύση, αλλά επίσης για να προσθέσει νέες διαστάσεις στην εναρμόνιση του ανθρώπου με τον άνθρωπο».

Επιπλέον αντλούσε τις πολιτικές θεωρητικές του παραδοχές από την αντιεξουσιαστική- αναρχική παράδοση. Το 1999 όμως, στην ηλικία των 79 ετών ήρθε σε ρήξη με κάποιες από τις θεωρίες των αναρχικών της εποχής, και υιοθέτησε τον «κομμουναλισμό» (communalism) ή αλλιώς την «κοινωνική οικολογία«, δίχως όμως να κάνει κάποια θεαματική ιδεολογική στροφή στη θεωρία του. «Θα ήταν καλό να θυμόμαστε ότι πάντα υπήρχε μία κομμουναλιστική τάση στον αναρχισμό, όχι μόνο συνδικαλιστική ή ατομικιστική. Επιπλέον, αυτή η κομμουναλιστική τάση είχε πάντα έναν ισχυρό κοινοτιστικό προσανατολισμό.» , είπε στο KickItOver το 1985.

Ο Μάρεϊ οραματιζόταν την κομμούνα ως μια άμεση δημοκρατία, αποτελούμενη από λαϊκές συνελεύσεις, η οποία ελέγχει την οικονομία. Πίστευε ότι ο ελευθεριακός κοινοτισμός, ως μία μετάφραση και εκσυγχρονισμένη μορφή του αναρχικού κομμουναλισμού, θα μπορούσε να γίνει η βάση για έναν νέο αναρχισμό αφιερωμένο στην πρόσωπο- με- πρόσωπο δημοκρατία.

«Ο ελευθεριακός κοινοτισμός είναι μια ολιστική προσέγγιση σε μια οικολογικά προσανατολισμένη οικονομία. Οι πολιτικές και οι συγκεκριμένες αποφάσεις που έχουν να κάνουν με τη γεωργία και τη βιομηχανική παραγωγή θα πρέπει να λαμβάνονται από τους πολίτες σε άμεσες, πρόσωπο με πρόσωπο συνελεύσεις- με την ιδιότητά τους ως πολιτών, όχι ως εργατών, αγροτών ή επαγγελματιών, οι οποίοι σε κάθε περίπτωση θα εναλλάσσονταν και οι ίδιοι στις παραγωγικές δραστηριότητές τους. […] Αντί να εθνικοποιηθεί και να κολλεκτιβοποιηθεί η γη, τα εργοστάσια, τα εργαστήρια και τα κέντρα διανομής, μια οικολογική κοινότητα θα κοινοτικοποιήσει την οικονομία της και θα ενωθεί με άλλες κοινότητες ενσωματώνοντας τους πόρους της σε ένα περιφερειακό συνομοσπονδιακό σύστημα. Η γη, τα εργοστάσια και τα εργαστήρια θα ελέγχονται από λαϊκές συνελεύσεις ελεύθερων κοινοτήτων, όχι από το κράτος- έθνος ή από τους εργάτες- παραγωγούς, που ενδέχεται κάλλιστα να αναπτύξουν ένα ιδιοκτησιακό συμφέρον μέσα σ’ αυτά.»

Χρειαζόμαστε μία «καινούρια πολιτική», υποστήριζε ο Μάρεϊ, μία πολιτική που να βασίζεται, όχι σε ένα εθνικό κεφάλαιο, αλλά στο επίπεδο της κοινότητας.
«Εδώ, στο πιο άμεσο περιβάλλον του ατόμου- στην κοινότητα, στη γειτονιά, στην κωμόπολη, ή στο χωριό- όπου η ιδιωτική ζωή αρχίζει σιγά σιγά να εισέρχεται στη δημόσια, βρίσκεται ο αυθεντικός τόπος για να λειτουργήσει κανείς σε επίπεδο βάσης, στον βαθμό τουλάχιστον που η αστικοποίηση δεν έχει ασκήσει πλήρως την καταστρεπτική της επίδραση».

Εδώ μία «νέα πολιτική» της ιδιότητας του πολίτη (citizenship) πρέπει να θεσμοθετηθεί, μία πολιτική στην οποία οι άνθρωποι αναλαμβάνουν τον έλεγχο της δικής τους πολιτικής ζωής, μέσω της συμμετοχής τους σε λαϊκές συνελεύσεις. Ο Μάρεϊ διέκρινε μεταξύ της πολιτικής (που εφαρμόζεται από τους πολίτες σε συνελεύσεις) και της κρατικής διαχείρισης (που εφαρμόζεται από διοικητικούς υπαλλήλους σε θεσμούς του έθνους-κράτους). Πίστευε ότι η πολιτική πρέπει να είναι «ένα σχολείο για την αυθεντική ιδιότητα του πολίτη».

Το 1998 ιδρύθηκε η ομάδα Demokratisk Alternativ (Εναλλακτική Δημοκρατία) από ελευθεριακούς σοσιαλιστές και κοινωνικούς οικολόγους της Βόρειας Ευρώπης. Σε διακήρυξη που εξέδωσε η ομάδα το 1998 και το 2000 υποστήριξε ότι ασπάζεται το πρόταγμα του κομμουναλισμού, ειδικά έτσι όπως διαμορφώθηκε από τον Μπούκτσιν. Η διακήρυξη αυτή κυκλοφόρησε σε δίγλωσση έκδοση, στα νορβηγικά και τα αγγλικά. Παράλληλα δημιουργήθηκε ένα ηλεκτρονικό περιοδικό με το όνομα Κομμουναλισμός (Communalism).

Ο Μπούκτσιν ανανέωσε την αναμφίβολα φτωχή σκέψη της αντιεξουσιαστικής θεωρίας, λέει η Μπιλ. Κατάφερε να μπολιάσει την πολιτική που πρέσβευε με την οικολογική σκέψη με ποιο αποτελεσματικό τρόπο από αυτόν των μαρξιστών, προσφέροντας ζωή στον αναρχισμό που αργοπέθαινε λόγω της έλλειψης προοπτικών εξέλιξης.

Αν και δεν έφερε κάποια κοινωνική αλλαγή, έστησε τα θεμέλια για τη γεφύρωση του χάσματος μεταξύ θεωρίας και πράξης του ελευθεριακού προτάγματος, δίνοντας ελπίδες για πραγματικές αλλαγές. Έτσι, ο αναρχισμός που δεν έτυχε κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα επαρκούς θεωρητικής επεξεργασίας, μετά τον Μπούκτσιν, έγινε όχι μόνο γοητευτικός σε ένα ευρύτερο κοινό, αλλά και επίκαιρος. Αν οι αντιεξουσιαστές/ αναρχικοί φρόντιζαν να χρησιμοποιούν περισσότερο τα γραπτά του Μπούκτσιν από αυτά των κλασικών αναρχικών, σαν του Μπακούνιν και του Κροπότκιν, ή από νεόκοπους, σαν του Ζέρζαν (John Zerzan), τότε πιθανότατα θα έκαναν ευρύτερα γνωστή και αποδεκτή τη θεωρία τους. Σε μερικές περιπτώσεις μάλιστα θεώρησαν ότι είναι πιο χρήσιμο να προβάλλουν δημοφιλείς προσωπικότητες (Τσόμσκι) αντί για δημοφιλείς θεωρίες (κοινωνική οικολογία).

Είναι αναμφίβολο ότι η κοινωνική οικολογία μπορεί να αποτελέσει τη βάση για την ανάπτυξη και την καλλιέργεια μιας πολιτικής-οικολογικής ηθικής. Για να γίνει όμως αυτό, θα πρέπει έρθουν κοντύτερα ακόμα και εκείνες οι τάσεις για τις οποίες ο Μπούκτσιν υποστήριζε ότι τις χωρίζει ένα αγεφύρωτο χάσμα.

Βιβλία του εδώ

Πηγές:

Βιβλίο: Η οικολογία της Ελευθερίας, εκδ. Αντιγόνη – 2016

http://tvxs.gr/news/prosopa/i-oikologia-tis-eleytherias-toy-marei-mpoyktsin

 

Η ιδιότητα του πολίτη και η πολιτική ελευθερία

«Συγκρίνοντας τη μοντέρνα ελευθερία, που εστιάζεται στην προστασία του ατόμου μέσα από ένα πλέγμα δικαιωμάτων, με την πολιτική ελευθερία των αρχαίων μπορούμε να συμπεράνουμε ότι αρκετοί από τους σύγχρονους ελεύθερους πολίτες δεν θα θεωρούνταν ούτε ελεύθεροι ούτε πολίτες σύμφωνα με τον αρχαιοελληνικό ορισμό».
Σε καιρούς κρίσεις άρα αλλαγής, η επανοηματοδότηση λέξεων, όπως Πολίτης, Ελευθερία, Δημοκρατία, μοιάζει επιτακτική, για να μπορέσουμε να δημιουργήσουμε ένα νέο όραμα για το πολιτικό -και όχι μόνο- μέλλον μας. Οι Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, μέσα από ένα νέο συλλογικό έργο, με τίτλο Εισαγωγή στην Αρχαία Φιλοσοφία, ανατρέχουν στις έννοιες που διαμόρφωσαν όχι μόνο με το πνεύμα αλλά και με τον τρόπο της ζωής τους οι αρχαίοι έλληνες φιλόσοφοι. Οι λόγοι να ανατρέξει μαζί τους και ο σύγχρονος έλληνας πολίτης, είναι μάλλον πολλοί, αφού όπως επίσης αναφέρεται και στο υποκεφάλαιο: Η ιδιότητα του πολίτη ως εξωτερική έκφανση της θετικής ελευθερίας, του Χαρίλαου Πλατανάκη:
Η πολιτική ελευθερία των αρχαίων διαφέρει ουσιωδώς από τη μοντέρνα πολιτική ελευθερία, σε τέτοιο βαθμό ώστε συγκρίνοντας τον αρχαίο με τον μοντέρνο πολίτη ο δεύτερος να υπολείπεται σημαντικά ως προς τη θετική ελευθερία.

Πολίτης δ’ απλώς ουδενί των άλλων ορίζεται μάλλον ή τω μετέχειν κρίσεως και αρχής (Αριστοτέλης, Πολιτικά ΙΙΙ.Ι, 1275a22-23)
Ο πολίτης δεν ορίζεται ακριβέστερα με αναφορά σε καμία άλλη από τις λειτουργίες του παρά στη συμμετοχή του στη δικαστική κρίση και στην εκτελεστική εξουσία.

Ω γαρ εξουσία κοινωνείν αρχής βουλευτικής και κριτικής, πολίτην ήδη λέγομεν είναι ταύτης της πόλεως, πόλιν δε το των τοιούτων πλήθος ικανόν προς αυτάρκειαν ζωής, ως απλώς ειπείν.
Αυτόν που έχει δικαίωμα συμμετοχής στην εκτελεστική ή τη δικαστική αρχή τον θεωρούμε πολίτη της πόλης. Και πόλη, γενικά, ορίζουμε ένα σύνολο πολιτών αρκετών ώστε να εξασφαλίσουν μια αυτάρκη ζωή.

Αν και στην πλατωνική Πολιτεία ο όρος πολίτης χρησιμοποιείται για να περιγράψει τα μέλη και των τριών τάξεων, η χρήση του όρου στους παραπάνω αριστοτελικούς ορισμούς αντικατοπτρίζει εναργέστερα την πολιτική θέση που προσιδιάζει στην ελευθερία των αρχαίων κατά Constant, δηλώνει δηλαδή αυτούς που έχουν την εξωτερική ελευθερία να συμμετέχουν στη λήψη πολιτικών αποφάσεων.

Το ενδιαφέρον μας τώρα θα μεταφερθεί από την αρνητική εσωτερική αυτοκυριαρχία, η οποία αντιπαραβάλλεται προς τη δουλεία, στη θετική πολιτική ελευθερία. Στόχος είναι να αναδειχθεί πως η πολιτική ελευθερία των αρχαίων διαφέρει ουσιωδώς από τη μοντέρνα πολιτική ελευθερία, σε τέτοιο βαθμό ώστε συγκρίνοντας τον αρχαίο με τον μοντέρνο πολίτη ο δεύτερος να υπολείπεται σημαντικά ως προς τη θετική ελευθερία.

Ο Αριστοτέλης αναγνωρίζει την πιθανότητα ότι η αθροιστική γνώση των πολλών μπορεί αρκετές φορές να βαραίνει περισσότερο από τη γνώση των λίγων όσον αφορά την πολιτική τέχνη (Πολιτικά ΙΙΙ.ΙΙ, 1281A40-b21).

Σύμφωνα με αυτή τη θέση, αν και αναγνωρίζεται ότι ο καθένας από τους πολλούς υπολείπεται από τον καθένα από τους πολιτικά ειδήμονες, εντούτοις σε ορισμένους τομείς οι πολλοί υπερέχουν αθροιστικά σε πολιτική γνώση και αρετή.

Γι’ αυτό υποστηρίζει ότι η πολιτική εξουσία που μπορεί να ασκηθεί από τους πολλούς αθροιστικά πρέπει να δίδεται σε αυτούς, ενώ τα πολιτικά αξιώματα που δεν μπορούν να κατέχονται παρά μονάχα από έναν ή λίγους πρέπει να δίδονται ατομικά σε αυτούς που κατέχουν μεγαλύτερο βαθμό πολιτικής αρετής και γνώσης.

Αλλά ακόμα και γι’ αυτά τα τελευταία αξιώματα οι πολλοί πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να ελέγχουν την πολιτική εξουσία των λίγων, ώστε να αποφευχθούν φαινόμενα κατάχρησης της εξουσίας για χάρη του προσωπικού συμφέροντος.

Η μόνη προϋπόθεση που θέτει ο Αριστοτέλης στο επιχείρημά του για τη σοφία των πολλών είναι αυτοί να αποφασίζουν και να δρουν με γνώμονα το κοινό καλό, χωρίς να διαφθείρουν την πολιτική τους κρίση από τα πάθη και τις επιθυμίες τους (Πολιτικά ΙV.4, 1292a4-30).

Η αρχαία πόλη, με τη δυνατότητα που παρέχει σε κάθε πολίτη για άμεση πολιτική συμμετοχή και συνδιαμόρφωση των αποφάσεων, επιτρέπει την πραγμάτωση της εξωτερικής έκφανσης της αρχαίας ελευθερίας, που σχετιζεται με τη διασύνδεση της ιδιωτικής και της δημόσιας σφαίρας.

Αυτή η πολιτική έκφανση της ελευθερίας υποστηρίζεται επίσης από τον Αριστοτέλη, ο οποίος θέτει τη συνθήκη για την ατομική αυτονομία, ορίζοντας την πολιτική ελευθερία ως το εν μέρει άρχεσθαι και άρχειν (Πολιτικά VI.2, 1317b2-3).

Η ενοποιητική λειτουργία της αρχαίας πολιτικής ελευθερίας είναι η αλληλοσύνδεση ελευθεριών και υποχρεώσεων του πολίτη. Ακόμα και η καθημερινότητα της διαχείρισης της εξουσίας δεν φαίνεται να εγείρει προβλήματα σε αυτή την κατεύθυνση, τουλάχιστον για τον Αριστοτέλη, ο οποίος αποδίδει μεγάλη σημασία στην αρχή της εναλλαγής των πολιτών στην εξουσία.

Επομένως, η πολιτική ελευθερία πραγματώνεται είτε χάρη στην άμεση συμμετοχή των πολιτών στη διαμόρφωση των αποφάσεων είτε χάρη στην περιοδική εναλλαγή των κατόχων των διαφόρων πολιτικών αξιωμάτων.

Μια επιπλέον ένδειξη για τη στενή διασύνδεση της αρχαίας πολιτικής ελευθερίας με την πολιτική κοινότητα είναι το γεγονός ότι η ελευθερία του πολίτη επαφίεται στην ελευθερία της πόλης΄ από τη στιγμή που η πόλη υποδουλωθεί, το αίτημα για ελευθερία του πολίτη χάνεται.

Η αντίθεση με τη μοντέρνα ελευθερία είναι πρόδηλη: ακόμα και αν ένα μοντέρνο κράτος καταλυθεί και οι πολίτες του πάψουν να έχουν πολιτική ελευθερία και πολιτικά δικαιώματα, αυτό δεν σημαίνει ότι τα ατομικά δικαιώματά τους θα πρέπει να πάψουν να γίνονται σεβαστά από τον κατακτητή.

Πώς όμως διασώζεται η αρχαία ελευθερία στην ελληνιστική εποχή όταν ατονούν οι πόλεις – κράτη; Οι πολιτικοί φιλόσοφοι θα καταφύγουν σε νέους τρόπους για να περισώσουν αυτή τη διασύνδεση της ατομικής και της συλλογικής ελευθερίας: οι περισσότερες φιλοσοφικές σχολές θα δώσουν έμφαση στο κοινωνικό, αντί το πολιτικό, ενώ ο Διογένης ο Κυνικός θα προτείνει, και ο Ζήνων ο Στωικός θα ενστερνιστεί, ένα μοντέλο κοσμοπολιτισμού το οποίο καταργεί τις συμβατικές πολιτικές διακρίσεις των ελληνιστικών βασιλείων.

Μια ενδιαφέρουσα συνέπεια της ελευθερίας των αρχαίων είναι ότι δεν εγείρει το πρόβλημα της πολιτικής ανυπακοής. Εφόσον ο πολίτης συμμετέχει στη διαμόρφωση των συλλογικών αποφάσεων άμεσα, είτε συνεχώς είτε μέσα από την περιοδική εναλλαγή στην άσκηση της εξουσίας, τότε περιορίζεται στο να υπακούει σε αυτό που ο ίδιος (συν)διαμορφώνει.

Κάποιοι ίσως θεωρήσουν ότι η αδυναμία της πολιτικής ανυπακοής δεν δικαιολογείται ικανοποιητικά από την αρχαία ελευθερία, αλλά οφείλεται σε μια εμβρυακή θεωρία του ατόμου, το οποίο θεωρείται οργανικό μέρος μιας κοινωνίας με εννοιολογική προτεραιότητα για την ηθική και διανοητική εξέλιξή του.

Θεωρώ ότι οι δύο θέσεις δεν είναι αναγκαία σε σύγκρουση, αφού η αρχαία ελευθερία μπορεί να δικαιολογηθεί ακριβώς λόγω της οργανικής αντίληψης του ατόμου ως μέρους της κοινωνίας. Ακόμα και αυτή η δικαιολόγηση όμως δεν είναι ικανοποιητική απέναντι στην κλασική περίπτωση πολιτικής ανυπακοής που παρουσιάζει γλαφυρά ο Σοφοκλής στην Αντιγόνη του.

Μια πιο πειστική δικαιολόγηση της ανυπακοής της Αντιγόνης, η οποία κηδεύει τον αδελφό της παρά τη ρητή απαγόρευση του βασιλιά Κρέοντα, θα μπορούσε να στηριχθεί στην επισήμανση ότι η ίδια, ως γυναίκα, δεν ήταν πολίτης με πλήρη πολιτικά δικαιώματα και ως εκ τούτου δεν συμμετείχε στη διαμόρφωση της απαγόρευσης.

Επιπλέον, η απόφαση του Κρέοντα είναι δεσποτική (στην περίπτωση αυτή δεν ισχύει ούτε η συνθήκη της εναλλαγής των πολιτών στην εξουσία) και, εφόσον δεν έχει διατυπωθεί μέσα στο πλαίσιο της θετικής ελευθερίας, δεν δεσμεύει τους πολίτες, αφού σημαντική προϋπόθεση του μοντέλου θετικής ελευθερίας που περιέγραψα αποτελεί το να εξαρτάται η υποχρέωση σεβασμού των πολιτών στους νόμους από τον βαθμό που έχουν συμμετάσχει στη διαμόρφωσή τους.

Συγκρίνοντας τη μοντέρνα ελευθερία, που εστιάζεται στην προστασία του ατόμου μέσα από ένα πλέγμα δικαιωμάτων, με την πολιτική ελευθερία των αρχαίων μπορούμε να συμπεράνουμε ότι αρκετοί από τους σύγχρονους ελεύθερους πολίτες δεν θα θεωρούνταν ούτε ελεύθεροι ούτε πολίτες σύμφωνα με τον αρχαιοελληνικό ορισμό.  Η αραιή και ελλιπής συμμετοχή τους στις εκλογικές διαδικασίες της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, όπου επιλέγουν τον έναν πολιτικό συνδυασμό έναντι του άλλου χωρίς όμως να συμμετέχουν στη διαμόρφωση των πολιτικών προγραμμάτων τους, προφανώς φαίνεται κατώτερη της εξωτερικής έκφανσης της ελευθερίας των αρχαίων. Παράλληλα, το γεγονός ότι ψηφίζουν χωρίς να έχουν πολιτική δεινότητα και γνώση, στηριζόμενοι πρώτιστα σε παραπλανητικές πρακτικές των δημαγωγών, παρόμοιες με αυτές για τις οποίες μας προειδοποιεί ο Σωκράτης, αποτελεί παραβίαση και της εσωτερικής έκφανσης της θετικής ελευθερίας.

*Από το βιβλίο: Εισαγωγή στην αρχαία φιλοσοφία, συλλογικό έργο που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. (Κεφάλαιο 9: Αρχαία πολιτική φιλοσοφία. Του Χαρίλαου Πλατανάκη. Υποκεφάλαιο: 4.2 Η ιδιότητα του πολίτη ως εξωτερική έκφανση της θετικής ελευθερίας. Σελ. 440-443).

Τvxs – Eπιμέλεια: Κρυσταλία Πατούλη


Εισαγωγή στην αρχαία φιλοσοφία. Συλλογικό έργο, των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Κρήτης.
Ιάκωβος Βασιλείου, Κωνσταντίνος Δημητρακόπουλος, Ελένη Κακλαμάνου, Δούκας Καπάνταης, Γιώργος Καραμανώλης, Βούλα Κοτζιά, Ξανθίππη Μπουρλογιάννη, Χαρίλαος Πλατανάκης, Βασίλης Πολίτης, Σπύρος Ράγκος, Δώρος Σκαλτσάς
Επιμέλεια: Γιώργος Καραμανώλης
Μετάφραση: Αθανάσιος Κατσικερός, Πανταζής Τσελεμάνης

Η αρχαία φιλοσοφία είναι μεν μία ορισμένη περίοδος της ιστορίας της φιλοσοφίας, είναι όμως και η περίοδος εκείνη στην οποία το πεδίο της φιλοσοφίας, όπως το γνωρίζουμε στο δυτικό κόσμο τουλάχιστον, διαμορφώνεται και κρυσταλλώνεται, τόσο όσον αφορά τα ερωτήματα που τίθενται, αυτά που σήμερα αποκαλούμε φιλοσοφικά ερωτήματα, όσο και τους τρόπους διαχείρισής τους.

Η αρχαία φιλοσοφία αποτελεί ωστόσο και ένα αντικείμενο που αφορά όχι μόνο τους έχοντες ειδικά φιλοσοφικά ενδιαφέροντα, αλλά και κάθε μορφωμένο άνθρωπο, στο βαθμό που ένα μεγάλο μέρος του εννοιολογικού μας ορίζοντα συγκροτήθηκε στα έργα και μέσα από τις συζητήσεις των φιλοσόφων της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας. Ο εννοιολογικός αυτός ορίζοντας διαμόρφωσε με τη σειρά του μια πλειάδα πολιτιστικών και πνευματικών φαινομένων, όπως την πολιτική και επιστημονική μας σκέψη, τον νομικό μας πολιτισμό, τη χριστιανική θεολογία.

Τα κείμενα του τόμου στοχεύουν αφενός να εισαγάγουν τον ενδιαφερόμενο στους βασικούς τομείς της αρχαίας φιλοσοφίας (π.χ. λογική, γνωσιοθεωρία, ηθική), όσο και να διεγείρουν το ενδιαφέρον του αναγνώστη για ζητήματα κεντρικής σημασίας για την εννοιολογική μας συγκρότηση, όπως είναι η σχέση αισθητού και νοητού, ατομικού και κοινού καλού, λόγου και συναισθήματος, ή της δομής της γνώσης. Τα κεφάλαια του τόμου είναι θεματικά οργανωμένα και είναι γραμμένα από Έλληνες ειδικούς που δραστηριοποιούνται σε ακαδημαϊκά ιδρύματα της Ελλάδας και του εξωτερικού.

Δημοσιεύτηκε: http://tvxs.gr/news/biblio/i-idiotita-toy-politi-kai-i-politiki-eleytheria

Ο καλλιτέχνης ως συλλογικός άνθρωπος. Του Καρλ Γιουνγκ

«Η τέχνη είναι ένα είδος έμφυτης ορμής που καταλαμβάνει τον άνθρωπο και τον κάνει όργανό της. Ο καλλιτέχνης δεν είναι ένα άτομο προικισμένο με ελεύθερη βούληση που επιδιώκει τους δικούς του σκοπούς, αλλά κάποιος που επιτρέπει στην τέχνη να πραγματώσει τους σκοπούς της μέσω αυτού. Ως ανθρώπινο ον μπορεί να έχει ψυχικές διαθέσεις και βούληση και προσωπικούς σκοπούς, αλλά ως καλλιτέχνης είναι «άνθρωπος» με μια υψηλότερη έννοια –είναι «συλλογικός άνθρωπος»- κάποιος  που κουβαλά και διαπλάθει την ασυνείδητη ψυχική ζωή της ανθρωπότητας. Για να εκτελέσει τούτο το δύσκολο έργο, είναι μερικές φορές αναγκαίο να θυσιάσει την ευτυχία κι όλα όσα κάνουν τη ζωή άξια να τη ζει ο μέσος άνθρωπος.» Καρλ Γιουνγκ, Ψυχολογία και Ποίηση*

Ο δημιουργικός άνθρωπος είναι ένας γρίφος στον οποίο μπορούμε να επιχειρήσουμε μιαν απάντηση με διάφορους τρόπους, αλλά πάντα μάταια – μια αλήθεια που δεν έχει εμποδίσει τη σύγχρονη ψυχολογία να στρέφεται κατά καιρούς προς το ζήτημα του καλλιτέχνη και της τέχνης του.

Ο Φρόυντ πίστεψε πως είχε βρει ένα κλειδί στη διαδικασία της απόδοσης του έργου τέχνης στις προσωπικές εμπειρίες του καλλιτέχνη. Είναι αλήθεια πως ορισμένες δυνατότητες βρίσκονται σ’ αυτή την κατεύθυνση, γιατί έγινε αντιληπτό πως ένα έργο τέχνης, όχι λιγότερο από μία νεύρωση, θα μπορούσε να αναχθεί σ’ εκείνους τους δεσμούς της ψυχικής ζωής που αποκαλούμε συμπλέγματα. […]

Δεν μπορεί να υπάρξει αντίρρηση αν γίνει παραδεκτό πως τούτη η προσέγγιση δεν ισοδυναμεί παρά με την εξήγηση εκείνων των προσωπικών καθοριστικών στοιχείων χωρίς τα οποία ένα έργο τέχνης είναι αδιανόητο. Αν όμως προβληθεί η αξίωση πως μια τέτοια ανάλυση εξηγεί το ίδιο το έργο τέχνης, τότε απαιτείται μια κατηγορηματική άρνηση. […]

Εκείνο που είναι ουσιώδες σ’ ένα έργο τέχνης είναι να υψώνεται πολύ πάνω από τη σφαίρα της προσωπικής ζωής και να μιλάει από το πνεύμα και την καρδιά του ποιητή ως ανθρώπου προς το πνεύμα και την καρδιά της ανθρωπότητας.

Η προσωπική άποψη είναι ένας περιορισμός –και μάλιστα μια αμαρτία- στη σφαίρα της τέχνης.

Όταν μια μορφή «τέχνης» είναι κυρίως προσωπική, της αξίζει να τη μεταχειρίζονται σαν να ήταν νεύρωση. Μπορεί να έχει κάποια ισχύ η άποψη της φροϋδικής σχολής πως οι καλλιτέχνες είναι, χωρίς εξαίρεση, Νάρκισσοι –δηλαδή πως είναι μη εξελιγμένα άτομα με παιδικά και αυτοερωτικά χαρακτηριστικά. Η πρόταση, ωστόσο, ισχύει μόνο για τον καλλιτέχνη ως άτομο, και δεν έχει καμία σχέση με τον άνθρωπο ως καλλιτέχνη. Στην ιδιότητά του ως καλλιτέχνης δεν είναι ούτε «αυτοερωτικός», ούτε «ετεροερωτικός», ούτε «ερωτικός» μ’ οποιαδήποτε έννοια. Είναι αντικειμενικός και απρόσωπος –ακόμη κι απάνθρωπος- γιατί ως καλλιτέχνης είναι το έργο του, και όχι ένα ανθρώπινο πλάσμα. […]

Η τέχνη είναι ένα είδος έμφυτης ορμής που καταλαμβάνει τον άνθρωπο και τον κάνει όργανό της. Ο καλλιτέχνης δεν είναι ένα άτομο προικισμένο με ελεύθερη βούληση που επιδιώκει τους δικούς του σκοπούς, αλλά κάποιος που επιτρέπει στην τέχνη να πραγματώσει τους σκοπούς της μέσω αυτού.

Ως ανθρώπινο ον μπορεί να έχει ψυχικές διαθέσεις και βούληση και προσωπικούς σκοπούς, αλλά ως καλλιτέχνης είναι «άνθρωπος» με μια υψηλότερη έννοια –είναι «συλλογικός άνθρωπος»- κάποιος  που κουβαλά και διαπλάθει την ασυνείδητη ψυχική ζωή της ανθρωπότητας. Για να εκτελέσει τούτο το δύσκολο έργο, είναι μερικές φορές αναγκαίο να θυσιάσει την ευτυχία κι όλα όσα κάνουν τη ζωή άξια να τη ζει ο μέσος άνθρωπος.

Αφού όλα αυτά έχουν έτσι, δεν είναι παράξενο το ότι ο καλλιτέχνης είναι μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα περίπτωση για τον ψυχολόγο που χρησιμοποιεί μιαν αναλυτική μέθοδο.

Η ζωή του καλλιτέχνη δεν μπορεί παρά να είναι γεμάτη συγκρούσεις, γιατί δύο δυνάμεις βρίσκονται σε πόλεμο μέσα του –από τη μια το κοινό ανθρώπινο όν που ποθεί την ευτυχία, την ικανοποίηση, και τη σιγουριά στη ζωή, κι από την άλλη ένα ανηλεές πάθος για δημιουργία το οποίο μπορεί να φτάσει τόσο μακριά, ώστε να υπερισχύσει κάθε προσωπικής επιθυμίας.

Η ζωή του καλλιτέχνη είναι κατά κανόνα τόσο πολύ μη ικανοποιητική –για να μην πω τραγική- λόγω της μειονεκτικότητάς του από την ανθρώπινη και προσωπική πλευρά, και όχι λόγω ενός δυσοίωνου πεπρωμένου.  Ελάχιστες είναι οι εξαιρέσεις στον κανόνα πως ένα άτομο πρέπει να πληρώσει ακριβά για το θείο δώρο της δημιουργικής φλόγας. Είναι σαν ο καθένας από μας να ήταν προικισμένος εκ γενετής με ένα ορισμένο κεφάλαιο ενέργειας. Η ισχυρότερη δύναμη στη σύνθεσή μας θα αρπάξει και απλώς θα μονοπωλήσει αυτή την ενέργεια, αφήνοντας στην άλλη τόσο λίγη, ώστε τίποτε αξιόλογο να μη μπορεί να δημιουργηθεί.

Μ’ αυτό τον τρόπο η δημιουργική δύναμη μπορεί να απομυζήσει τις ανθρώπινες ορμές σε τέτοιο βαθμό, ώστε το προσωπικό εγώ να πρέπει ν’ αναπτύξει όλα τα είδη των κακών ιδιοτήτων –«αυτοερωτισμό»)- και μάλιστα κάθε είδος σοβαρού ελαττώματος, προκειμένου να διατηρήσει τη σπίθα της ζωής και ν’ αποφύγει την ολοσχερή στέρηση. […]

Πώς μπορούμε ν’ αμφιβάλλουμε ότι είναι η τέχνη που εξηγεί τον καλλιτέχνη, και όχι οι ανεπάρκειες και οι συγκρούσεις της προσωπικής του ζωής;

*Απόσπασμα από το «Ψυχολογία και Ποίηση» (Psychologie und Dichtung, Philosophie der Literatur Wissnschaft, Berlin, 1930) του Καρλ Γιουνγκ, δημοσιευμένο στη δίμηνη έκδοση λογοτεχνίας: «Το Δέντρο», Τεύχος 27: Ψυχολογική και ψυχαναλυτική προσέγγιση στη λογοτεχνία, Έτος 5ο, Τόμος 6ος, Απρίλιος – Μάϊος 1982. Απόδοση: Σπύρος Ηλιόπουλος.

Tvxs – Επιμέλεια: Κρυσταλία Πατούλη


Δημοσιεύτηκε: http://tvxs.gr/news/biblio/o-kallitexnis-os-syllogikos-anthropos-toy-karl-gioyngk

Κ. Γεωργουσόπουλος: Λογοτεχνία δεν μπορεί να γίνει χωρίς άγκυρα βυθισμένη στο βυθό της γενέθλιας θάλασσας

[…] Λογοτεχνία δεν μπορεί να γίνει χωρίς άγκυρα βυθισμένη στο βυθό της γενέθλιας θάλασσας. Όπως κάθε φυτό δεν μπορεί να ριζώσει χωρίς χώμα, όποιο χώμα, έτσι και η ανθρώπινη ψυχή έχει ιθαγένεια. Έχει ρίζες στο γενέθλιο χώμα. Αν ρίξει κανείς μια ματιά στους μεγάλους συγγραφείς όλων των εποχών και όλων των πατρίδων, θα διαπιστώσει πως εκείνοι που ξεπέρασαν τα σύνορα της πατρίδας τους, εκείνοι που έγιναν κοινό κτήμα της ανθρωπότητας, είναι εκείνοι που έχουν τις πιο βαθιές ρίζες με τον τόπο τους, την πιο γνήσια σχέση με το λαό τους και την πλέον γόνιμη επικοινωνία με τη γλωσσική περιουσία του έθνους τους […]
Κώστας Γεωργουσόπουλος, «Μια ψυχική γεωγραφία», εισαγωγή για το βιβλίο Εν Δωδεκανήσω, των εκδόσεων Κέδρος.

«Η ανθολογία πεζογραφημάτων Δωδεκανήσιων λογοτεχνών, πρωτοβουλία του Πολιτιστικού Ιδρύματος Δωδεκανήσου «Κλεόβουλος ο Λίνδιος», που ίδρυσε ο αείμνηστος και αγνός ιδεολόγος και εθνικός αγωνιστής Ιωάννης Ζίγδης, είναι μια αναμφισβήτητη απόδειξη πως λογοτεχνία δεν μπορεί να γίνει χωρίς άγκυρα βυθισμένη στο βυθό της γενέθλιας θάλασσας.

Όπως κάθε φυτό δεν μπορεί να ριζώσει χωρίς χώμα, όποιο χώμα, έτσι και η ανθρώπινη ψυχή έχει ιθαγένεια. Έχει ρίζες στο γενέθλιο χώμα. Αν ρίξει κανείς μια ματιά στους μεγάλους συγγραφείς όλων των εποχών και όλων των πατρίδων, θα διαπιστώσει πως εκείνοι που ξεπέρασαν τα σύνορα της πατρίδας τους, εκείνοι που έγιναν κοινό κτήμα της ανθρωπότητας, είναι εκείνοι που έχουν τις πιο βαθιές ρίζες με τον τόπο τους, την πιο γνήσια σχέση με το λαό τους και την πλέον γόνιμη επικοινωνία με τη γλωσσική περιουσία του έθνους τους.

Όσο πιο βαθιά ριζωμένος στο ήθος της εποχής του, στη γλώσσα του, στη θρησκεία του είναι ο Όμηρος, τόσο πιο πλατιά έγινε αποδεκτός σ’ Ανατολή και Δύση, όσο περισσότερο Ρώσος είναι ο Ντοστογέβσκι, όσο ισπανικότερος ο Λόρκα, όσο αυθεντικά Βρετανός ο Σαίξπηρ, όσο γνησιότερα Ιταλός ο Γκολντόνι, όσο αναμφισβήτητα Γάλλος ο Μολιέρος, και όσο αληθινά Αμερικάνος και μάλιστα νότιος ο Φώκνερ και ο Τεννεσσή Γουίλλιαμς, τόσο πλατύτερα έγινε και αγαπητό και κατανοητό το έργο τους σε λαούς με διαφορετική παιδεία, διαφορετικά ήθη, διαφορετικά ιστορικά συμφραζόμενα και διαφορετικά θρησκευτικά προαπαιτούμενα ζωής.

Θα μου επιτραπεί, λοιπόν, σ’ αυτό το εισαγωγικό σημείωμα για τα δωδεκανησιακά πεζογραφήματα να εκθέσω κάποιες γενικές, αλλά απαραίτητες για την ερμηνεία μερικών πολιτισμικών φαινομένων, σκέψεις που αναφέρονται στις ταλαιπωρημένες στην παιδεία μας και ιδιαίτερα στην εκπαίδευσή μας έννοιες πολιτισμού όπως η Ιθαγένεια και η Ηθογραφία.

Οι σκέψεις αυτές έρχονται να απαντήσουν στις δίκαιες ανησυχίες των μελών του «Κλεόβουλου του Λίνδιου», μήπως, επειδή ο στοχασμός της ανθολόγησης αναφερόταν στην εντοπιότητα, εκφυλιστεί σε κείμενα «ηθογραφικού και λαογραφικού περιεχομένου». Οι ανησυχίες έχουν τη βάση τους, δεδομένου ότι για πολλές δεκαετίες, ήδη από το τέλος του 19ου αιώνα, η Ηθογραφία και η Λαογραφία στον τόπο μας αλληλοπεριχωρήθηκαν, συνέπλευσαν και αποτέλεσαν έννοιες συγκεχυμένες.

Η Λαογραφία υπήρξε μια από τις νέες επιστήμες, που μια από τις νέες επιστήμες, που εξέθρεψε ο ευρωπαϊκός ρομαντισμός και ο πρώτος ρομαντισμός, πριν γίνει αισθητική σχολή και φορμαλιστική αναζήτηση, υπήρξε ένα ιστορικό και κοινωνικό κίνημα με καθαρά εθνικά χαρακτηριστικά.

Μετά την κατάρρευση της μεσαιωνικής φεουδαρχικής κοινωνίας και όταν, μετά την Αναγέννηση, ο Ευρωπαίος άνθρωπος επέστρεψε στον ουμανιστικό κανόνα, ο Διαφωτισμός, καθαρά αστική ορθολογιστική και ατομοκρατική ιδεολογία, που στήριζε την ατομικότητα, τον αυτοδημιούργητο και δημιουργικό ωφελιμισμό, ώθησε τους ανθρώπους που είχαν απαλλαγεί από την αιγίδα της Αγίας Έδρας, τη μόνη έως την επανάσταση του 1789 εγγύηση ενότητας των Ευρωπαίων, να αναζητήσουν νέα αιγίδα, μια νέα ομπρέλα που να εγγυάται μια κάποια ενότητα και συνοχή.

Έτσι, οι επιστήμονες αναζήτησαν τις ρίζες του έθνους τους στα δημώδη άσματα, στις παραδόσεις, στα παραμύθια, στα ήθη, στις πηγές των διαφοροποιημένων γλωσσών. Η Λαογραφία είναι επιστήμη της μελέτης ενός ζώντος, παρόντος λαού, δεν είναι αρχαιολογία (αν και η αρχαιολογία είναι κι αυτή μια επιστήμη που εξέθρεψε ο ρομαντισμός), δεν είναι παρελθοντολογία.

Η Λαογραφία είναι μελέτη επιβιωμένων, έστω και ως απολιθώματα, αλλά εν χρήσει στοιχείων, που προσδιορίζουν την ταυτότητα, θρησκευτική, ιστορική, γλωσσική, εθιμική ενός λαού. Εξάλλου, αυτό σημαίνει και ό,τι λέμε Παράδοση. Σημαίνει, δηλαδή, ό,τι έχει παραδοθεί, ό,τι έχει φτάσει ως εδώ ως μορφή, ως γλωσσικός κώδικας, ως παροιμιακός λόγος, ως ρυθμός, ως εμμέλεια, ως μιμητική κίνηση, ως τελετή, και είναι στοιχείο αναγνωρίσεως μεταξύ των μελών μιας κοινωνικής ομάδας.

Η Ηθογραφία είναι πολύ παλαιότερη και επιστημονική και λογοτεχνική ζήτηση. Όλοι οι μεγάλοι φιλόσοφοι, όταν καταπιάνονται με τα ηθικά προβλήματα ηθολογούν, δηλαδή προσπαθούν να συλλάβουν από την κοινόχρηστη πράξη κανόνες βίου, να καταγράψουν μορφές συμπεριφοράς και να συνδέσουν τις πράξεις με τις επικρατούσες αξίες, να αξιολογήσουν και να κλιμακώσουν τα κοινωνικά προστάγματα.

Ηθογραφία δεν είναι (και εδώ είναι η παρεξήγηση) περιγραφή εθίμων και καταγραφή λαϊκών τελετών. Δεν είναι οι τελετουργικές καταγραφές των πανηγύρεων, δεν είναι το τυπικό των ευχών, των ξορκιών, δεν είναι οι προλήψεις και οι λαϊκές προκαταλήψεις και δεν είναι η ακριβής αποτύπωση του γλωσσικού ιδιώματος, του μουσικού λαϊκού υλικού και των τρόπων των τοπικών χορών.

Ηθογραφία είναι η καταγραφή των ηθών, δηλαδή του ιδιαίτερου τρόπου με τον οποίο συμπεριφέρεται μια κοινωνική ομάδα ή ακόμα κι ένα μεμονωμένο άτομο μέσα σε μια ιστορικά καθορισμένη ομάδα.

Μ’ αυτή την έννοια ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλούταρχος και ο Λουκιανός, η Σαπφώ, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Ρωμανός ο Μελωδός και ο Βιτσέντζος Κορνάρος, ο Μακρυγιάννης και ο Ροϊδης, ο Παπαδιαμάντης και ο Βιζυηνός, ο Βενέζης και ο Καραγάτσης είναι ηθογράφοι, αφού ως παλμογράφοι της εποχής τους καταγράφουν τους κοινωνικούς κραδασμούς, τις ιδιάζουσες σχέσεις που παράγουν οι κοινωνικές και παραγωγικές τάξεις.

Μ’ αυτή τη συλλογιστική, ο Σαίξπηρ στον Οθέλλο και στον Έμπορο της Βενετίας μελετά το πώς ένας έγχρωμος και ένα αλλόθρησκος αντιμετωπίζονται από μια οικονομικά ανοιχτή, αλλά ηθικά συντηρητική δυτική κοινωνία, τη Βενετική Δημοκρατία, σε μια περίοδο που περνάει από το τοκογλυφικό στο τραπεζικό σύστημα οικονομίας, χρησιμοποιώντας ως αιχμή δυναμική του δόρατος την αστική δύναμη και το εφοπλιστικό κεφάλαιο, που λειτουργεί με γνώμονα τη χρησιμοποίηση τεχνοκρατών ανθρώπων κάθε φυλής και καταγωγής.

Ο Τσέχωφ είναι ηθογράφος π.χ. στο Βυσσινόκηπο, καθώς καταγράφει την έκπτωση της παλαιάς ρωσικής αριστοκρατίας της γης και την άνοδο του αυτοδημιούργητου μικροαστού. Ηθογραφεί και ο Γκόργκι π.χ. στους Μικροαστούς, που με τη σειρά του καταγράφει την έκπτωση της πουριτανικής, υποκριτικής μικροαστικής ηθικής και την εμφάνιση στον ορίζοντα της δυναμικής ηθικής του προλεταριάτου.

Η παρεξήγηση με τον όρο «ηθογραφία» στον τόπο μας ξεκίνησε την εποχή που ο Νικόλαος Πολίτης, ο μέγας Έλληνας λαογράφος, συγκέντρωσε τα αριστουργήματα της λαϊκής γλώσσας, τις παροιμίες, τις παραδόσεις και τα παραμύθια του ελληνικού λαού, ενώ ταυτόχρονα κύρωνε την αυθεντία της ελληνικής προφορικής δημοτικής γλώσσας ως ικανής να δημιουργήσει νέα έργα μεγάλης πνοής.

Την ίδια εποχή γίνεται μια πρώτη πολιτική προσπάθεια με τον Τρικούπη να μετατραπεί το ελληνικό κράτος σε μια αστική φιλελεύθερη δημοκρατία. Ο εκσυγχρονισμός του Τρίκούπη δημιούργησε τις γνωστές φοβίες ότι θα εισβάλουν στη χώρα νέα έθνη ξενόφερτα και υπονομευτικά της εθνικής μας ταυτότητας. Έτσι, με το λαογραφισμό δημιουργήθηκε ως αντίπαλον δέος μια ουτοπία, που εμφάνιζε μια ιδανική εικόνα ενός γνήσιου αυθεντικού Έλληνα της υπαίθρου και εγγυητή μιας ηθικής του αγνού παρελθόντος. Έτσι, Ηθογραφία ονομάστηκε στενά η μεταστροφή στα υπαίθρια ήθη, στις βοσκοπούλες, στα πανηγύρια, στις λαϊκές δοξασίες και στις αυθεντικές τάχα ηθικές αρχές.

Ο Ροϊδης, εξάλλου, με τις αστικές συριανές του ιστορίες, ο Καρκαβίτσας, με τους ναυτικούς, ο Παπαδιαμάντης, με τις αθηναϊκές ιστορίες, ο Ξενόπουλος, με τα αστικά ζακυνθινά του δράματα και τα μικροαστικά αθηναϊκά του μυθιστορήματα, ηθογράφοι είναι και βεβαίως δεν υποκύπτουν σε κανενός είδους ωραιοποιημένο λαογραφισμό.

Χάρηκα, λοιπόν, για την συγκομιδή της ανθολόγησης, που απολαμβάνουμε εδώ, σ’ αυτό τον τόμο, τους καρπούς της. Δεν υπέπεσε σωστά σε παρεξηγημένες ηθογραφικές γραφικότητες και λαογραφικές τελετουργίες. Οι συγγραφείς του τόμου, παλαιότεροι και νεότεροι, δόκιμοι και νεοφώτιστοι στο είδος, καταγράφουν νοοτροπίες, μορφές συμπεριφοράς, αξίες και ήθη ανθρώπων ζωντανών, σύγχρονων, υπαρκτών και αυθεντικών, χωρίς την ωραιοποίηση ενός ρομαντικού παρελθόντος, χωρίς κάποια εμβάπτιση σε κολυμπήθρα μιας τάχα γνήσιας εντοπιότητας.

Η λέξη ΗΘΟΣ στα αρχαία ελληνικά σήμαινε τόπο, ενδιαίτημα, φωλιά, κατοικία, επικράτεια. Αυτό βέβαια σήμαινε πως ο τόπος, ο προσανατολισμός, η γεωγραφία, οι ιστορικές συνθήκες, η κοινωνική ζωή ενός λαού καθορίζει και τη συμπεριφορά του.

Τα Δωδεκάνησα είναι ένας ιστορικά, κοινωνικά, γλωσσικά προικισμένος τόπος μέσα στην ελληνική επικράτεια, έχει τις περιπέτειες και τα τραύματά του, έχει διαμορφώσει ιδιαίτερη φυσιογνωμία και έχει συγκροτήσει ιδιάζοντα κώδικα συμπεριφοράς, ελληνικό, νησιωτικό, μεσογειακό, ανατολίτικο.

Και διακρίνω πως στα πεζογραφήματα του βιβλίου «Εν Δωδεκανήσω», των εκδόσεων Κέδρος, αυτή η ιδιαίτερη φυσιογνωμία διατηρείται και με τις πράξεις των ανθρώπων αποδεικνύεται και δικαιώνεται. Ως εκ τούτου, ο παρών τόμος είναι πολύτιμος όχι μόνο ως λογοτεχνικό τεκμήριο μιας ομάδας ταλαντούχων ατόμων, αλλά και ως ντοκουμέντο καταγραφής ηθών, δηλαδή μιας δωδεκανησιακής ψυχικής γεωγραφίας.»


Εν Δωδεκανήσω , Εκδόσεις Κέδρος – 2002
Στάθης Αρμενιάκος, Φώτης Βαρέλης, Μηνάς Βιντιάδης, Μαρία Μαμαλίγκα, κ.ά.

Tvxs – Επιμέλεια: Κρυσταλία Πατούλη

Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος γεννήθηκε στη Λαμία το 1937. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας) και θέατρο στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών, με δασκάλους τον Δημήτρη Ροντήρη και τον Γιάννη Σιδέρη. Εργάστηκε στη δημόσια και την ιδιωτική εκπαίδευση για 35 ολόκληρα χρόνια, από το 1964 ως το 1999. Μπήκε στο στίβο της θεατρικής κριτικής το 1971 και εργάζεται ως κριτικός θεάτρου και επιφυλλιδογράφος μέχρι και σήμερα, ενώ εκτάκτως συνεργάζεται με διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά.

Κριτικά δοκίμια, επιφυλλίδες και σχόλιά του έχουν κυκλοφορήσει στους εξής τόμους: «Κλειδιά και Κώδικες Θεάτρου: Ι. Αρχαίο Δράμα (1982) ΙΙ. Ελληνικό θέατρο (1984)», «Οι πλάγιες ερωτήσεις του Πορφύριου» (1984), «Τα μετά το θέατρο» (1985) (Α΄ Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου), «Προσωπολατρία» (1992), «Θίασος Ποικιλιών» (1993), «Το νήμα της στάθμης» (1996), «Παγκόσμιο θέατρο: Ι. Από τον Μένανδρο στον Ίψεν (1998) ΙΙ. Από τον Στρίντμπεργκ και τον Τσέχωφ στον Πιραντέλλο και τον Μπρεχτ (1999) (Βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών) ΙΙΙ. Από τον Μίλλερ στον Μύλλερ (2000)».

Με το ψευδώνυμο Κ. Χ. Μύρης έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή «Αμήχανον Τέχνημα» (1971 & 1980), «Παράβαση» (1980), τα διηγήματα «Καμπάνα και Οδάξ» (1985), και τη συλλογή τραγουδιών, τα οποία έχουν μελοποιήσει γνωστοί συνθέτες («Χρονικό», «Ιθαγένεια», «Η μεγάλη αγρυπνία», «Ανεξάρτητα Τραγούδια», «Μεταφυσική Τοπολογία»).

Κύριος άξονας του μεταφραστικού του έργου είναι, το αρχαίο δράμα. Έχει μεταφράσει τα ακόλουθα έργα: «Ικέτιδες», «Ορέστεια», «Προμηθεύς Δεσμώτης», «Επτά επί Θήβας» (Αισχύλου), «Ηλέκτρα», «Αντιγόνη», «Αίας», «Τραχίνιες», «Οιδίπους Τύραννος», «Οιδίπους επί Κολωνώ» (Σοφοκλή), «Ιφιγένεια εν Αυλίδι», «Ιφιγένεια εν Ταύροις», «Βάκχες», «Ηλέκτρα», «Ορέστης», «Εκάβη», «Κύκλωψ», «Τρωάδες», «Ελένη», «Ανδρομάχη», «Φοίνισσες» (Ευριπίδη), «Λυσιστράτη», «Πλούτος», «Νεφέλες», «Εκκλησιάζουσες», «Θεσμοφοριάζουσες», «Ιππής», «Όρνιθες» (Αριστοφάνη), «Ταρτούφος», «Ασυλλόγιστος», «Γιατρός με το ζόρι» (Μολιέρου).
Συνέπραξε και συνεργάστηκε, επίσης, με τον καθηγητή – αρχαιολόγο κ. Σάββα Γώγο και ομάδα θεατρολόγων για τη συγγραφή του λευκώματος «Επίδαυρος: το αρχαίο θέατρο, οι παραστάσεις» (2002). Ακόμα, το σχολικό εγχειρίδιο «Δραματική Ποίηση» διδάχθηκε επί 25 έτη στα ελληνικά Γυμνάσια, ενώ διδακτέα ύλη σε σχολικά βιβλία του Λυκείου είναι οι μεταφράσεις του της «Αντιγόνης» και του «Οιδίποδα Τυράννου».

Από το 1990 διδάσκει ως Επιστημονικός Συνεργάτης του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών. Έχει διατελέσει μέλος, αλλά και Πρόεδρος του Δ.Σ. του Εθνικού Θεάτρου και επί μία εικοσαετία Πρόεδρος της Επιτροπής Επιχορηγήσεων Θεάτρου του Υπουργείου Πολιτισμού. Είναι ιδρυτικό μέλος του «Κέντρου Έρευνας & Πρακτικών Εφαρμογών του Αρχαίου Ελληνικού Δράματος ΔΕΣΜΟΙ», του οποίου σήμερα είναι Πρόεδρος του Δ.Σ., είναι Αντιπρόεδρος της «Εταιρείας Συγγραφέων», μέλος της «Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων» και από τον Νοέμβριο του 2003 Πρόεδρος του Δ.Σ. του «Κέντρου Μελέτης & Έρευνας του Ελληνικού Θεάτρου – Θεατρικού Μουσείου».

Το 2000 του απενεμήθη το Χρυσό Μετάλλιο της Πόλεως των Αθηνών, ενώ τον Ιούνιο του 2006 αναγορεύτηκε Επίτιμος Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το Μάρτιο του 2009 τιμήθηκε με το Μεγάλο Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας 2008, από το Υπουργείο Πολιτισμού για το συνολικό του έργο.

http://tvxs.gr/ne ws/biblio/mia-psyxiki-geografia-toy-kosta-georgoysopoyloy