Μαθήματα θανάτου και ζωής. Της Φωτεινής Τσαλίκογλου

Tvxs.gr

Αν οι θάνατοι που συναντήσαμε στη διάρκεια της ζωής μας σημαδεύουν το «είναι» μας, οι θάνατοι των παιδικών μας χρόνων αφήνουν το ανεξίτηλο ίχνος που μας συνοδεύει σε όλη μας τη ζωή. Ένα ίχνος που αναζωπυρώνεται καθώς βαδίζουμε στο τέλος της δικής μας ζωής.

Στο μυαλό μου σχηματίζεται ένα παράξενο ερώτημα: Πες μου ποιον θάνατο συνάντησες στα παιδικά σου χρόνια να σου πω ποιος είσαι.

Έχω την αίσθηση ότι, αναζητώντας τους θανάτους που συνάντησε ο Γιάλομ στα παιδικά του χρόνια, τον τρόπο που τους διατήρησε στη μνήμη, τους κατέγραψε και τους αφηγήθηκε, αντλούμε ένα πολύτιμο υλικό. Μαθαίνουμε αλλιώς ποιος είναι ο Γιάλομ. Ποιος είναι και πώς μέσα από αυτό που είναι αντιμετωπίζει το γεγονός της θνητότητας και του θανάτου του.

Μέσα από την αφήγηση των παιδικών θανάτων, κάπου εβδομήντα χρόνια μετά, διατηρούνται ανέπαφα η απορία, η έκπληξη, ο τρόμος, αλλά και η συμφιλίωση, η αποδοχή της θνητότητας. Οι συναντήσεις του Γιάλομ με τους θανάτους των παιδικών του χρόνων είναι σαν να μας λένε:
«Είμαστε φθαρτοί, ας ζήσουμε».

Η Στράιπυ, η γάτα στο μπακάλικο του πατέρα του, ήταν ο πρώτος θάνατος που έζησε. Χτυπημένη από αυτοκίνητο, ξαπλωμένη στο πεζοδρόμιο, με μια λεπτή γραμμή αίματος να κυλάει από το στόμα της. Πώς ένα παιδί αντιδρά σε αυτή τη σκηνή; Ο πεντάχρονος Γιάλομ δεν φεύγει τρομαγμένος. Δεν μένει βουβός κι ασάλευτος. Ακουμπάει πλάι στο κεφάλι της ένα βόλο μπιφτέκι. Εβδομήντα χρόνια μετά, οι λεπτομέρειες του θανάτου της γάτας διατηρούνται μέσα του, όπως ο ίδιος ομολογεί, με μια «υπερφυσική καθαρότητα». Στη μνήμη του διατηρεί ολοζώντανη την «παραλυτική αδυναμία» που ένιωσε.

Συλλογίζομαι την τροφή που έτεινε ο μικρός Γιάλομ. Την κίνηση του πεντάχρονου αγοριού προς το ακίνητο σώμα. Ένα κομματάκι τροφής που ταράζει το αμετάκλητο του θανάτου, ένα κομματάκι τροφής που υπονομεύει και προσπαθεί να καταστήσει ψεύτικη την αλήθεια του θανάτου. Η γάτα θα φάει. Η γάτα θα αναστηθεί. Δεν υπάρχει θάνατος. Πόσοι βόλοι τροφής έκτοτε επινοήθηκαν, εκπορεύτηκαν, κατασκευάστηκαν, κερδήθηκαν από τον Γιάλομ στη διάρκεια της ζωής του; Μέσα από το επάγγελμά του, τη στοργική κατανόηση του άλλου, την ακατάπαυστη μελέτη των σημαινόντων «άνθρωπος» και «ψυχισμός»;

Πόσο εκείνη η πρώτη, η αρχετυπική «παραλυτική αδυναμία» μπροστά στο θάνατο, στο διάβα της δημιουργικής ζωής του, κατευνάζεται και μετουσιώνεται; Υποχωρεί ή μήπως με άλλους όρους και άλλους τρόπους επαναλαμβάνεται, ανανεώνεται και επανέρχεται; Σε ποιο βαθμό το γεγονός της θνητότητας και η γνώση του επικείμενου θανάτου του δεν αναζωπυρώνουν εκείνη την παλαιά «παραλυτική αδυναμία» ενός μικρού παιδιού μπροστά στην νεκρή γάτα;

Από το νοσοκομείο του Πάλο Άλτο σήμερα ο Γιάλομ απευθύνεται στους ασθενείς του.
«Δεν θέλω να τους τρομάξω», υποστηρίζει.
Άλλωστε, πριν από δεκατέσσερα σχεδόν χρόνια έγραφε:
«Καθώς γερνάω, ανακαλύπτω το παρελθόν να με συνοδεύει ακόμα περισσότερο… να ολοκληρώνω τον κύκλο, να εξομαλύνω κάποια τραχιά σημεία της ιστορίας μου, να αγκαλιάζω όλα όσα με δημιουργήσαν και όλα όσα έγινα».

Εξομάλυνση, αγκάλιασμα, δημιουργία. Να είναι εδώ που κρύβεται το μυστικό; Το μυστικό της απάλυνσης της παραλυτική αδυναμίας που γεννά η εικόνα, η σκέψη του θανάτου; Ο βόλος τροφής που θα δώσεις στην ασάλευτη γάτα. Το παρελθόν ποτέ δεν χάνεται στ’ αλήθεια, μπορώ να το επισκέπτομαι κατά βούληση. Και τότε ίσως εκείνη, η πεθαμένη, ως διά μαγείας αναστηθεί. Όμως δεν υπάρχουν θαύματα. Το μόνο θαύμα στο οποίο πιστεύει ο Γιάλομ είναι το θαύμα της ζωής και της δημιουργίας.

Χαρακτηριστική είναι η σκέψη του Γουίλιαμ Φώκνερ στην οποία αναφέρεται:

«Ο στόχος κάθε καλλιτέχνη είναι να συλλάβει την κίνηση, που είναι ζωή, με τεχνητά μέσα να την κρατήσει ακινητοποιημένη, έτσι ώστε έπειτα από εκατό χρόνια, όταν την κοιτάζει ένας άγνωστος, να κινηθεί και πάλι».

Ο Φώκνερ με βοηθά να διευκρινίσω τον τρόπο που αντιλαμβάνομαι την προσφορά του Γιάλομ. Έτσι, παραφράζοντας το παραπάνω απόσπασμα, θα σημείωνα:

Ο στόχος του ψυχοθεραπευτή Γιάλομ είναι να συλλάβει το ακίνητο που κομίζει ο θάνατος, και να μεταμορφώσει την «παραλυτική αδυναμία», που αυτό το ακίνητο γεννά, σε κίνηση, σε ζωή, σε δημιουργία. Με άλλα λόγια, σε βόλο από μπιφτέκι μπροστά σε μια ακίνητα νεκρή γάτα. Όλη η ζωή του Γιάλομ προσδιορίζεται από αυτή την κίνηση της μεταμόρφωσης.

Αν αληθεύει ότι «δεν έχουμε παρά ένα καταφύγιο ενάντια στο θάνατο: να κάνουμε Τέχνη πριν από αυτόν», για τον Γιάλομ το καταφύγιο αυτό είναι η στοργική κατανόηση με την οποία περιβάλλει την ψυχοθεραπεία της ύπαρξης.

«Η ίδια η πράξη της δημιουργίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ανησυχία για το πεπερασμένο της ύπαρξης».

«Το να κοιτάξεις κατάματα το θάνατο διαλύει καθετί το μακάβριο».

Αυτές οι δύο φράσεις ανάμεσα σε ένα πλήθος άλλων είναι χαρακτηριστικές του γιαλομικού τρόπου να πλησιάζεις και να ατενίζεις το θάνατό σου.

«Κι έκαναν το φόβο του θανάτου οίστρο της ζωής», μας θυμίζει ο Εμπειρίκος αναφερόμενος στους Έλληνες. Ίσως ο Γιάλομ να μας προτρέπει σε μια άλλη στάση: Όχι στο φόβο, αλλά στη θλίψη για το πεπερασμένο της ζωής. «Κι έκαναν τη θλίψη του θανάτου οίστρο της ζωής».

[…] Μια λύπη και όχι ένας φόβος. Ο θάνατος, ένα ευτυχισμένο κλάμα.

*Απόσπασμα από το βιβλίο: Μαθήματα θανάτου και ζωής, της Φωτεινής Τσαλίκογλου που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη. (Σελ. 54-59).

Επιμέλεια – Tvxs: Κρυσταλία Πατούλη


Μαθήματα θανάτου και ζωής
Ο Γιάλομ στην Αθήνα

Κάθε άνθρωπος πρέπει να επιλέγει πόση αλήθεια μπορεί να αντέξει. Η απελπισία είναι το τίμημα που πληρώνει για να φτάσει κανείς στην αυτογνωσία.
Η ψυχοθεραπεία δεν είναι μια απλή διαχείριση της οδύνης. Δεν έχει να κάνει με ένα χάπι ή με έναν λόγο που επουλώνει την πληγή. Με την ύπαρξή μας έχει να κάνει. Με τις δυσκολίες που αυτή συναντά στο ταξίδι του «υπάρχειν». Ο Γιάλομ με τη ζωή και το έργο του μας δείχνει ότι η ψυχοθεραπεία είναι πριν από όλα μια στοργική βαθιά ανθρώπινη συνάντηση μεταξύ δύο προσώπων.
Το βιβλίο, με αφορμή μια παλαιότερη επίσκεψή του στην Αθήνα, αναφέρεται στα μαθήματα θανάτου και ζωής, που ακατάπαυστα και μέχρι σήμερα, στα ογδόντα εφτά του χρόνια, ο Γιάλομ εξακολουθεί να προσφέρει, θυμίζοντάς μας πως οφείλουμε να πάψουμε να ελπίζουμε σε ένα καλύτερο χθες, δίχως να παραιτηθούμε από την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο.

Advertisements

Αλέκος Φασιανός: Θεωρώ ότι διαπράξαμε μια Εθνική αυτοκτονία

Tvxs.gr

[…] Θεωρώ ότι διαπράξαμε μια Εθνική αυτοκτονία. Και έτσι μπορούμε να υποκύψουμε με τη μεγαλύτερη ευκολία σε οποιαδήποτε ξενική επέμβαση και υποδούλωση. Γιατί πού είναι οι βωμοί και οι εστίες για να αμυνθούμε; […] 
Αλέκος Φασιανός*
Έτσι λοιπόν οι εικόνες οι παλιές της παιδικής-μας ηλικίας, οι σκιές και οι διάδρομοι στις αυλές, τα φαντάσματα μιας άλλης εποχής εξαιρετικά ωραίας έπεσαν από τις μπουλντόζες.
Κι ό,τι έμεινε τραγικά ωραίο: μισοσπασμένα ακροκέραμα, τοίχοι αποχρωματισμένοι, ωραίες αυλόπορτες, ωραία σπίτια απέριττα περιμένουν σα μελλοθάνατοι να τους δοθεί η αντιπαροχή, λέξη τρομερή συνυφασμένη με τη λαιμητόμο.
Ναι, οδυνηρή πραγματικότητα χωρίς αντικείμενα χωρίς αυλές και φοίνικες χωρίς κάμαρες με τα κουφωτά παράθυρα όπου ο ήλιος κρυφόμπαινε τα καλοκαιρινά απογεύματα και θώπευε την ψάθινη καρέκλα και την οβίδα.
Τραγικά σπίτια της Αθήνας καμιά καταστροφή, κανείς όλεθρος δεν φτάνει αυτόν που οι σημερινοί Έλληνες πραγματοποίησαν. Ύπουλα ύπουλα κάποιος σατανικός εγκέφαλος ξεκίνησε το φοβερό σχέδιο που σάρωσε με ταχύτητα ό,τι ωραίο ό,τι Ελληνικό της ιστορίας -μας και της Εθνικής- μας συνειδήσεως.
Και τώρα τι έχουμε να δείξουμε;
Τις τζαμένιες προσόψεις με τα συρόμενα αλουμίνια; Ή τα ηλεκτρικά ψυγεία και τα στερεοφωνικά;
Χωρίς περιβάλλοντα χώρο πώς μπορεί να δημιουργήσει ένας Λαός;
Πώς να ζήσουμε χωρίς τους αγαλματένιους Θεούς που ζούσανε στις στέγες;
Θεωρώ ότι διαπράξαμε μια Εθνική αυτοκτονία. Και έτσι μπορούμε να υποκύψουμε με τη μεγαλύτερη ευκολία σε οποιαδήποτε ξενική επέμβαση και υποδούλωση. Γιατί πού είναι οι βωμοί και οι εστίες για να αμυνθούμε;
Κι ο ψόγος ανήκει σε όλους τους Έλληνες και στους εκάστοτε κυβερνώντες που συνέβαλαν στην Άλωσι των Αθηνών. Και θα γυρνάμε μονότονα αναζητώντας ν’ αγγίξουμε λίγο σουβά από ασβέστη.
Αθήνα Οκτώβριος 1977
H Αθήνα ακόμα καταστρέφεται 
* Aπό το βιβλίο/λεύκωμα: «Νεοκλασικά ερείπια», Σ.Β.Σκοπελίτη, Εκδ. Βέργος 1977

Ο άνθρωπος που έκαψε την Ελλάδα. Του Βαγγέλη Ραπτόπουλου

Tvxs.gr

Στο βιβλίο «Ο άνθρωπος που έκαψε την Ελλάδα», που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κέδρος, ο συγγραφέας Βαγγέλης Ραπτόπουλος, μυθιστοριογραφεί για έναν άστεγο Αθηναίο ο οποίος πυροδοτεί μια πολύνεκρη λαϊκή εξέγερση στην Ελλάδα της οικονομικής κρίσης. Πρόκειται για έναν άνεργο δημοσιογράφο, με μια ικανότητα μεταξύ παραφυσικής και ψυχοπάθειας, γνωστή ως πυρογένεση. Μια πολιτική και ερωτική μαύρη κωμωδία, χτισμένη με τα υλικά του ψηφιακού κόσμου, που θέτει επιτακτικά το ερώτημα: πού ζούμε;

Όπως αναφέρει σε σημείωμά του ο συγγραφέας: «Στο βάθος, θα έλεγε κανείς ότι αυτό το μυθιστόρημα υπήρξε προϊόν του φόβου που βίωσα το 2012 ότι, εάν μείνει άστεγη η μεσαία τάξη, τότε θα καεί η Ελλάδα. Έμπνευσή μου υπήρξαν, επίσης, η νεύρωση της Αριστεράς με τις λαϊκές εξεγέρσεις, αλλά και το απωθημένο σχεδόν όλων των Νεοελλήνων να καούν όλα.  Ή, όπως θα το έθεταν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι, «γαία πυρί μειχθήτω» […] Είναι προφανές ότι ο κόσμος της ψηφιακής ενημέρωσης και επικοινωνίας, που καταδυναστεύει τη ζωή μας μεταβάλλοντάς τη σε μαύρη κωμωδία, αποτελεί εξίσου πηγή έμπνευσης αυτού του καλειδοσκοπικού μυθιστορήματος. Ένας κόσμος όπου το πρωτοσέλιδο μιας παραδοσιακής εφημερίδας και η ανάρτηση σε ένα τυχάρπαστο μπλογκ, το βίντεο ενός ενημερωτικού ρεπορτάζ και ένα post στο Facebook εξισώνονται επικίνδυνα. Όπως ακριβώς εξισώνoνται και μια πολύνεκρη λαϊκή εξέγερση με την πυρογένεση. Ω, τι κόσμος, μπαμπά!».

«Το χειρόγραφο του Δημήτρη Αποστολάκη αρχίζει με μια παιδική ανάμνηση, από την κηδεία της μητέρας του. Σύμφωνα με τον αφηγητή, τότε ήταν που του παρουσιάστηκαν τα πρώτα κρούσματα πυρογένεσης και πυροκίνησης. Ή τουλάχιστον, αυτά θυμάται ως πρώτα. Προφανώς εξαιτίας της υπερβολικής συναισθηματικής φόρτισης και της υπερδιέγερσης που του είχε προκαλέσει το τραυματικό συμβάν του θανάτου της Σωτηρίας, όπως την αποκαλεί και ο ίδιος μες στο γραπτό του.

Από το σημείο εκείνο – ένα είδος προϊστορίας ή προ-οικονομίας του κυρίως θέματος, αν προτιμάτε –, μέχρι το να αποδίδουμε στις όποιες ψυχικές ικανότητες του Αποστολάκη τις λεγόμενες Μαύρες Γιορτές, που συντάραξαν την Ελλάδα τα Χριστούγεννα του 2013, η απόσταση είναι και δεν είναι μεγάλη. Και για να βγάλει κανείς το σωστό συμπέρασμα, οφείλει να χειριστεί το όλο ζήτημα με εξαιρετική λεπτότητα και με άκρα προσοχή.

Ασφαλώς, έπαιξε ρόλο και το λαϊκό κίνημα, η κρίση είχε προετοιμάσει το έδαφος εξαθλιώνοντας ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού, κι αυτό ήταν το εύφλεκτο υλικό που πυρπόλησε ο Αποστολάκης, σ’ αυτό βρήκε την ευκαιρία να βάλει μπουρλότο. Άραγε, όμως, χωρίς εκείνον και την πυρογενετική ψυχική ικανότητά του, θα είχε γίνει ό,τι έγινε; Ο ίδιος πολύ αμφιβάλλει στο χειρόγραφό του, επιμένοντας σε αυτό κατηγορηματικά. Και, δυστυχώς ή ευτυχώς, φαίνεται να λέει την αλήθεια.

Σημειωτέον ότι οι ταραχές εκείνων των ημερών είχαν λάβει πανελλαδική έκταση, με αποτέλεσμα να χαρακτηρισθούν από μερίδα του Τύπου και των πολιτικών κομμάτων ακόμη και ως εξέγερση. Το ποια ήταν τα αληθινά αίτια, η ακριβής φύση των γεγονότων και ο πραγματικός χαρακτήρας τους, έγινε αντικείμενο πολιτικής και κοινωνικής τριβής και διχογνωμιών.

Ως γνωστόν, όλα ξεκίνησαν από ένα μπαράζ, κατά τα φαινόμενα συντονισμένων πυρκαγιών, που ξέσπασαν δύο μέρες πριν από τα Χριστούγεννα του ’13 στο κέντρο της Αθήνας. Τις φωτιές ακολούθησαν καταστροφές και πλιάτσικο καταστημάτων, οικιών και πολυτελών οχημάτων από ετερόκλητες ομάδες πολιτών, καθώς και συγκρούσεις διαδηλωτών με τις δυνάμεις καταστολής, ακόμα και καταλήψεις ραδιοτηλεοπτικών συχνοτήτων από αναρχοαυτόνομους.

Την επομένη, οι πυρκαγιές άναψαν ξανά στην Αθήνα, και οι ταραχές πήραν και πάλι μπρος, για να πλαισιωθούν σταδιακά μέσα στις μέρες που ακολούθησαν από φωτιές και λαϊκές αντιδράσεις σχεδόν σε όλες τις μεγάλες και μικρές ελληνικές πόλεις: Θεσσαλονίκη, Ιωάννινα, Πάτρα, Κόρινθος, Καβάλα, Κοζάνη, Λάρισα, Βόλος, Κομοτηνή, Ρόδος, Ηράκλειο, Ρέθυμνο, Μυτιλήνη. Παράλληλα, μικρότερης έντασης επεισόδια σημειώθηκαν σε Δράμα, Φλώρινα, Τρίκαλα, Κέρκυρα, Καρδίτσα, Αγρίνιο, Αργοστόλι, Χίο, Χανιά.

Προς το παρόν, ας αφήσουμε κατά μέρος τον βαρύ φόρο αίματος, μολονότι γι’ αυτόν θα έπρεπε προπαντός να μιλάμε, και ας εστιάσουμε, ας περιοριστούμε αποκλειστικά στα οικονομικά μεγέθη.

Οι εμπρηστικές επιθέσεις και οι πορείες διαμαρτυρίας που διοργανώθηκαν μέσα σε εκείνο το χρονικό διάστημα, οδήγησαν σε μεγάλες υλικές καταστροφές δημοσίων και ιδιωτικών κτιρίων, γραφείων, καταστημάτων και οχημάτων, τα περισσότερα εξ αυτών στην Αθήνα, όπου και σημειώθηκαν μακράν οι μεγαλύτερες ζημιές και τα πιο εκτεταμένα επεισόδια ανάμεσα σε διαδηλωτές και αστυνομικούς.

1453 επιχειρήσεις που απασχολούσαν συνολικά 13.500 εργαζομένους, επλήγησαν λίγο ή πολύ. 96 τράπεζες, 44 σουπερμάρκετ, 381 μεγάλα καταστήματα, 917 μεσαία ή μικρά, και 7 κινηματογράφοι. Από αυτές τις επιχειρήσεις, οι 101 υπέστησαν ολοσχερή καταστροφή, ανάμεσά τους και οι γνωστές εμπορικές φίρμες Sprider, Ysatis, Intersport, Glou και Benetton στην οδό Ερμού και το κατάστημα Πλαίσιο στην οδό Στουρνάρη.

Η απώλεια τζίρου που σημειώθηκε στα καταστήματα της Αθήνας ήταν της τάξης των 190 εκατομμυρίων ευρώ, ενώ οι καταναλωτές στράφηκαν για τις αγορές της εορταστικής περιόδου στα εμπορικά κέντρα των προαστίων, μακριά από το κέντρο της πόλης που ήταν σε κατάσταση πολιορκίας.

Οι Μαύρες Γιορτές, όπως συνηθίσαμε πια να τις λέμε, κράτησαν συνολικά εννιά μόλις μέρες, αλλά θεωρήθηκαν, και δικαίως, το μεγαλύτερο προανάκρουσμα εξέγερσης των κατεστραμμένων από την οικονομική κρίση μεσαίων στρωμάτων και της νεολαίας. Και, ασφαλώς, είναι ο μεγάλος αριθμός των θυμάτων εκείνο που υπογραμμίζει τη σοβαρότητα της κατάστασης: τα γεγονότα του Δεκεμβρίου 2013 στοίχισαν τη ζωή σε 83 ανθρώπους, ενώ παράλληλα είχαμε και εκατοντάδες τραυματίες.

Αυτός ο πολύνεκρος, μακάβριος απολογισμός – τα περισσότερα θύματα πέθαναν από ασφυξία ή απανθρακώθηκαν, εγκλωβισμένα σε φλεγόμενα κτίρια, ενώ αρκετοί βρήκαν το θάνατο στις συγκρούσεις με την Αστυνομία –, είναι για πολλούς ιερόσυλο, εάν όχι γελοίο, να συνδέεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο με έναν και μοναδικό άνθρωπο. Να υποτιμάται σε τέτοιο βαθμό ο κοινωνικός παράγων, και να αντιμετωπίζεται ως προϊόν της βούλησης ενός και μόνο ιδιώτη μια τέτοιας έκτασης συλλογική αναταραχή.

Κυριολεκτικά απορούν και εξίστανται: πώς είναι δυνατόν, ένα ιστορικής σημασίας γεγονός, ένας λαϊκός ξεσηκωμός, μια κορυφαία εκδήλωση του μαζικού κινήματος και της ταξικής πάλης, να αποδίδεται στις παραφυσικές, μεταφυσικές, και πάντως ανεπιβεβαίωτες και επιστημονικά αστήρικτες, και γιατί όχι, σχεδόν κομπογιανίτικες, ψυχικές ιδιότητες ενός πατέρα δύο κοριτσιών, άνεργου δημοσιογράφου, εν συνεχεία αστέγου, και τελικά αυτόχειρα, του οποίου απλώς βρέθηκε ένα είδος ημερολογίου, που αποφασίσαμε να αποκαλούμε «χειρόγραφο Αποστολάκη»

Και αρκεί, άραγε, η προσωπική μαρτυρία μου, εφόσον υπήρξα για χρόνια συνάδελφός του στην «Ελευθεροτυπία» (δουλεύαμε αμφότεροι στο ελεύθερο ρεπορτάζ) και στενός φίλος του, αρκεί η δική μου διαβεβαίωση για να πειστείς για το αντίθετο, αγαπητή αναγνώστρια και αγαπητέ αναγνώστη;»

(Απόσπασμα από την εισαγωγή του Γιώργου Χ. Θεοδωρίδη στο βιβλίο του Δημήτρη Αποστολάκη, «Πυροδοτώντας τις Μαύρες Γιορτές – Το χειρόγραφο του ανθρώπου που έκαψε την Ελλάδα» (εκδ. Εκλάμψεις, 2014), σελ. 13).

Ο άνθρωπος που έκαψε την Ελλάδα, Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Εκδόσεις Κέδρος, 2018

Καστοριάδης: Μια ζωή. Του Francois Dosse

“Μαζί με αρκετούς άλλους σπουδαστές, ο Κορνήλιος Καστοριάδης θα φύγει από το χάος που επικρατεί στην Ελλάδα του 1945 με ένα καράβι που το όνομά του θα γίνει θρύλος. Διωκόμενος και από τα δύο στρατόπεδα, το κυβερνητικό και το κομμουνιστικό, χρησιμοποιώντας ένα υπόγειο για κρυψώνα, ο Καστοριάδης περιμένει την άφιξή του καραβιού για να ξεφύγει από την πολιορκία.

Μια μέρα του Δεκεμβρίου του 1945, ο πατέρας του έρχεται να του ανακοινώσει ότι το «Ματαρόα» βρίσκεται στον Πειραιά. Βγαίνει τότε από την κρυψώνα του, έχοντας μόνον μια τσάντα με ρούχα στο χέρι. Το καράβι φεύγει από τον Πειραιά μεταφέροντας εκατόν ογδόντα επιβάτες, από τους οποίους οι μισοί περίπου είναι υπότροφοι της γαλλικής κυβέρνησης. 

Την παραμονή των Χριστουγέννων, τους αποβιβάζει στον Τάραντα. Το ταξίδι θα συνεχιστεί με τρένο και οι νεαροί εξόριστοι θα φτάσουν τελικά στο Παρίσι στις 23 Δεκεμβρίου: 

«Μεσάνυχτα. Με το μέτωπο κολλημένο στο τζάμι κοιτάμε μήπως ξεχωρίζει τίποτα μες στο σκοτάδι. Τίποτα, μηδέν. Μονάχα μακρυά και πού, κανένα φως, πιο ερμητικό, πιο άγνωστο κι απ’ τη νύχτα. Που να πέφτει η Μονμάρτ; Το Καρτιέ Λατέν; Το Ετουάλ; Και το Δάσος της Βουλόνης; Και όλα κείνα που διαβάσαμε στα βιβλία; Δε φαίνεται τίποτα έξω απ’ τις ράγες του σταθμού που τρέχουν πλάι στο τραίνο. […] Μπα, όχι, φτάσαμε. Απίστευτο. Στο χάλι που βρισκόμαστε, μας φαίνεται σαν ψέμα». Μιμίκα Κρανάκη, “journal dexil”, Le Temps moderns, Αύγουστος 1950

Το «Ματαρόα» είχε ήδη διακριθεί κατά τη διάρκεια του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου, μεταφέροντας αμερικανικά στρατεύματα στην Ιρλανδία ενόψει της απόβασης των Συμμάχων στη Νορμανδία. Επίσης, είχε μεταφέρει επιζώντες από το Ολοκαύτωμα στην Παλαιστίνη. Αργότερα, μάλιστα, ένα γκρουπ της τζαζ θα πάρει το όνομα του πλοίου: «Ματαρόα». Κοντολογίς, το «Ματαρόα» θα αποκτήσει διαστάσεις θρύλου, θα μείνει στην ιστορία σαν το «Πλοίο των Ελλήνων», αυτό που οδήγησε «το άνθος της ελληνικής νεολαίας» στη χρυσή εξορία. 

Ωστόσο το ταξίδι με το «Ματαρόα» κάθε άλλο παρά ονειρεμένο ήταν.

«Οι συνθήκες στο καράβι ήταν φρικτές. Μεταφέραμε μόνοι μας τις αποσκευές μας –ευτυχώς υπήρχαν και περίπου είκοσι γλύπτες ανάμεσά μας. Είχαμε πάρει μαζί μας ό,τι μπορούσαμε: χειρόγραφα, βιβλία, κλπ. Οι γλύπτες είχαν πάρει μαζί τους προπλάσματα των γλυπτών τους, και εμείς τους βοηθούσαμε να τα μεταφέρουν, σαν να ήμασταν όλοι μέλη μιας κοοπερατίβας. Η πιανίστρια είχε μαζί της ένα μικρό πιάνο… σιωπηλό, για να εξασκείται. Μπορεί αυτό το πιάνο να ήταν «σιωπηλό», αλλά ήταν εξαιρετικά βαρύ. Θυμάμαι την εικόνα, στο λιμάνι του Τάραντα: σκυμμένοι στην κουπαστή του πλοίου, κάποιοι από τους φίλους μας να προσπαθούν να κατεβάσουν το πιάνο από την πλευρική σκάλα…». Κορνήλιος Καστοριάδης, συζήτηση με την πιανίστρια Ντόρα Μπακοπούλου για το ελληνικό ραδιόφωνο. 

Η μαρτυρία της Μιμίκας Κρανάκη επιβεβαιώνει εκείνη του Καστοριάδη αναφορικά με τις συνθήκες που επικρατούσαν κατά τη διάρκεια του ταξιδιού:

«Κοιμόμασταν στο κατάστρωμα […] σαν μετά από καταστροφή. Ελάχιστοι φύγαν μ’ αληθινές βαλίτσες, που θα διαλυθούνε, άλλωστε, πριν φτάσουν στο Παρίσι. Οι πιο πολλοί ταξιδεύουν με σακίδια, καλάθια, μπόγους, ό,τι μπόρεσε να σοφιστεί η φτώχεια κι η αγάπη κείνων που μείναν στην αποβάθρα του Πειραιά κουνώντας τα μαντήλια τους». Μιμίκα Κρανάκη 

Η Οδύσσεια είχε αρχίσει στις 21 Δεκεμβρίου, με την αστυνομία να ελέγχει επί σχεδόν μια ολόκληρη μέρα τους υπότροφους και τις αποσκευές τους.

«Οι αποσκευές μας έπιαναν αρκετό χώρο: μπαούλα, βαλίτσες από χαρτόνι δεμένες με σπάγκο, μπόγοι έτοιμοι να ανοίξουν, μόνο έπιπλα που δεν είχαμε» Νέλλη Ανδρικοπούλου, Το ταξίδι του Ματαρόα, 1945, Εστία – 2007.

Στο «Ματαρόα», που το οδηγούσε μια ομάδα Άγγλων, υπήρχαν και άλλοι επιβάτες εκτός από τους υπότροφους, όπως η μετέπειτα ψυχαναλύτρια Ελένη Μαγκριώτη, δεκατεσσάρων ετών τότε, που ταξίδευε με το γιατρό πατέρα της, τη μητέρα της και τους δύο αδελφούς της. Αφηγείται η Μαγκριώτη:

«Όλοι έκαναν σαν να έφευγαν για πάντα. Κάποιοι είχαν μαζί τους το ποδήλατό τους, τα μπαούλα τους. Από ένα μπαούλο, καθώς το μετέφεραν, έπεσαν καμιά τριανταριά τόμοι με ελληνικές μεταφράσεις του Ζολά». Αυτό το περιστατικό δείχνει πόσο μεγάλη γοητεία ασκούσε η γαλλική κουλτούρα στους Έλληνες που έφευγαν για το Παρίσι. Είπαν τότε στη μικρή Ελένη ότι αυτός ο παράξενος συνταξιδιώτης, τόσο νέος και εντελώς άτριχος, λεγόταν Καστοριάδης και ήταν τροτσκιστής. «Τον αποκαλούσαν «ο τροτσκιστής», κι εγώ νόμιζα ότι τροτσκιστής σημαίνει τερατόμορφος και φαλακρός».

Το καράβι σήκωσε άγκυρα την άλλη μέρα τα ξημερώματα, με αρκετούς από τους επιβάτες να αγωνιούν κατά τη διάρκεια της νύχτας μήπως τους συλλάβουν οι αρχές ασφαλείας΄ στην αποβάθρα υπήρχαν, άλλωστε, αστυνομικοί που είχαν, μεταξύ άλλων, την ευθύνη να μην πάρουν μαζί τους οι υπότροφοι έντυπο υλικό που θα μπορούσε να εκθέσει διεθνώς την ελληνική κυβέρνηση. 

Αρκετοί λοιπόν θα περάσουν τη νύχτα τους ξαπλωμένοι στο κατάστρωμα, ο ένας κολλημένος στον άλλον ώστε να μην κρυώνουν. Κατά τα άλλα, το ταξίδι θα αποδειχθεί μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για… αισθηματικές περιπέτειες. Μολονότι είχε ήδη σχέσεις με τη Νέλλη Ανδρικοπούλου, ο Καστοριάδης θα αναβιώσει τη σχέση του με τη Μιμίκα Κρανάκη, με την οποία συνδεόταν στην Αθήνα και την οποία εξακολουθούσε να βρίσκει εξαιρετικά γοητευτική. Η Κρανάκη, πολύγλωσση, θα μεταφράσει αργότερα Μαρκούζε, θα διδάξει φιλοσοφία στη Ναντέρ και θα εκδώσει το 1995 στη σειρά «Petite Planete» των εκδόσεων Seuil, ένα μικρό βιβλίο, απαραίτητο βοήθημα για αρκετές γενιές γάλλων επισκεπτών της Ελλάδας. […] 

Φτάνοντας στον Τάραντα, όπου τους υποδέχονται ιταλοί σύντροφοι με υψωμένες γροθιές, οι υπότροφοι μαθαίνουν ότι υπάρχει επιδημία πανούκλας στην πόλη. Αφού κατέβηκαν από το «Ματαρόα», κατευθύνθηκαν προς τον σιδηροδρομικό σταθμό. Εκεί επιβιβάστηκαν σε δύο βαγόνια που προορίζονταν για τη μεταφορά ζώων, χωρίς ηλεκτρικό και χωρίς τρεχούμενο νερό, με τα οποία και θα ταξιδέψουν, στριμωγμένοι, περιστοιχισμένοι από τις βαριές αποσκευές τους. 

«Το τρένο κινούνταν με ταχύτητα σαλίγκαρου και, καθώς η μοναδική τουαλέτα ήταν βουλωμένη, έκανε κάθε τόσο στάσεις για τις… ανάγκες μας» Νέλλη Ανδρικοπούλου

[…] Εξαντλημένοι και αξιοθρήνητοι, οι υπότροφοι θα φτάσουν τελικά στον Γκαρ ντε λ’ Εστ, στο Παρίσι, υπό συνθήκες πολικού ψύχους, λίγο πριν από τα μεσάνυχτα. Στο σταθμό τους περιμένουν ο διευθυντής της Ελληνικής Φοιτητικής Εστίας και ένας εκπρόσωπος του Υπουργείου Εξωτερικών της Γαλλίας. […] Το ταξίδι του «Ματαρόα» θα προσλάβει με τον καιρό θρυλικές διαστάσεις, καθώς για πολλούς, στην Ελλάδα αλλά και στη Γαλλία, θα συνδυάζει την ιστορία κάποιων σύγχρονων διανοουμένων που άφησαν πίσω τη γενέθλια γη με τους ελληνικούς μύθους, όπως αυτούς του κόσμου του Ομήρου. 

«Το ταξίδι των Ελλήνων στη Γαλλία, το 1945, θα γίνει έτσι ένα είδος συμβόλου της πνευματικής ιστορίας της Ελλάδας» Francois Bordes 

[…] Ο Καστοριάδης θέτει σύντομα στον εαυτό του υπερφιλόδοξους στόχους. Θα ζητήσει, μάλιστα, από τον καθηγητή ο οποίος εποπτεύει τη διατριβή του να μη χαμογελάσει ακούγοντάς τον να λέει ότι δεν σκοπεύει να επιχειρήσει τίποτα λιγότερο από μια σύνθεση «μεταξύ φιλοσοφικής και μαθηματικής λογικής». […] Επιδίωξη του Καστοριάδη είναι να ανταποκρίνεται πάντοτε στον ρόλο του ως διανοούμενος. «Για τους Έλληνες, ήδη από την εποχή του Αριστοτέλη, ο αυθεντικός διανοούμενος δεν μπορεί παρά να είναι πολύπλευρος». Αυτή ακριβώς θα είναι και η περίπτωση του Καστοριάδη. 

Ζυμωμένος με τη γαλλική κουλτούρα ήδη από τα παιδικά του χρόνια, θα πάρει τη γαλλική υπηκοότητα πολύ αργότερα, στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Ωστόσο, δεν θα πάψει ποτέ να συμμερίζεται την ελληνική άποψη για τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να είναι κανείς ιδιαίτερα κοινωνικός και παράλληλα να τηρεί απολύτως μοναχική στάση απέναντι στη φύση και τη σκέψη. Άλλωστε, και η επιθυμία του Καστοριάδη να υιοθετεί πάντα μια κριτική προσέγγιση στα πράγματα επίσης δεν είναι άσχετη με την ελληνική του καταγωγή. […] 

Francois Dosse, «Καστοριάδης: Μια ζωή», Εκδόσεις Πόλις – 2015. Μετάφραση Ανδρέας Παππάς. Σελ. 616. 

 *Στην πρώτη βιογραφία ( «Καστοριάδης: Μια ζωή»), ενός από τους πιο σημαντικούς και ενδιαφέροντες στοχαστές του 20ού αιώνα., ο Francois Dosse, με αφετηρία τη νεανική πολιτική δράση του Καστοριάδη στην κατεχόμενη Αθήνα, αναφέρεται αρχικά στην άφιξή του στο Παρίσι -ήταν κι αυτός ένας από τους υπότροφους που ταξίδεψαν με το θρυλικό “Ματαρόα”-, τη συμμετοχή του στο γαλλικό τροτσκιστικό κίνημα, την ίδρυση του περιοδικού Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα, στο οποίο θα βάλει τη σφραγίδα του. Το Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα θα είναι το πρώτο έντυπο της Αριστεράς που θα ασκήσει καταλυτική κριτική στο σοβιετικό οικονομικό και κοινωνικό μοντέλο, συμβάλλοντας έτσι στην ανάδυση της λεγόμενης αντιαυταρχικής Αριστεράς, αλλά και στη διάδοση ιδεών και απόψεων που θα δώσουν εν πολλοίς τον τόνο στον Μάη του ’68.

Οικονομολόγος, κοινωνιολόγος, φιλόσοφος, ψυχαναλυτής, πολιτικός στοχαστής, πραγματικός homo universalis της εποχής μας, ο Καστοριάδης θα γίνει ευρύτατα γνωστός με το θεμελιώδες έργο του Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας (1975), αλλά και με άλλα κείμενα και βιβλία του, τα περισσότερα από τα οποία κυκλοφορούν και στα ελληνικά.

Η βιογραφία του από τον Francois Dosse βασίζεται σε ενδελεχή έρευνα αρκετών ετών, μέρος της οποίας ήταν και οι συζητήσεις του με περίπου πενήντα άτομα που γνώριζαν τον Καστοριάδη και συνεργάστηκαν κατά καιρούς μαζί του.

Αυτός ο κοσμοπολίτης Έλληνας, που δεν έπαψε ποτέ να μελετά την αρχαιοελληνική φιλοσοφία και να εμπνέεται από την αθηναϊκή δημοκρατία του 5ου π.Χ. αιώνα, παραμένει πάντα επίκαιρος, τόσο για τη διεισδυτική κριτική του στην υπάρχουσα τάξη πραγμάτων, όσο και για το πρόταγμα της αυτονομίας, το οποίο ποτέ δεν έπαψε να προβάλλει ως προϋπόθεση για την εμβάθυνση της δημοκρατίας και τη χειραφέτηση της κοινωνίας.

Ο Πιερ Βιντάλ-Νακέ, αναφερόμενος στον Καστοριάδη, έκανε λόγο για “μεγαλοφυΐα”, ενώ ο Εντγκάρ Μορέν τον είχε αποκαλέσει “τιτάνα του πνεύματος”.

Francois Dosse

Για τη σχέση μεταξύ του κοινωνικού στοιχείου και του ατόμου, ο Καστοριάδης είχε γράψει σε ένα κείμενό του το 1955:

«Υπάρχει, προφανέστατα, διαλεκτική αντιστοιχία μεταξύ κοινωνικών δομών και «ψυχολογικών» δομών. Από τα πρώτα κιόλας βήματα που κάνει στη ζωή, το άτομο υφίσταται συνεχή πίεση προκειμένου να διαμορφώσει μια δεδομένη στάση απέναντι στην εργασία, στο σεξ, στις ιδέες΄ να στερηθεί τους καρπούς της δραστηριότητάς του, αλλά και να αποκτήσει όλες τις απαραίτητες αναστολές, μέσω της εσωτερίκευσης και της αξιοδότησης αυτής της διαδικασίας ματαίωσης. Η ταξική κοινωνία δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνον στον βαθμό που καταφέρνει να επιβάλει εν πολλοίς αυτήν την αποδοχή. Αυτός είναι και ο λόγος που η σύγκρουση δεν είναι μια αμιγώς εξωτερική σύγκρουση, αλλά μετατοπίζεται στον πυρήνα της ατομικής ύπαρξης». 

Ορισμός που έδωσε ο Καστοριάδης για την πολιτική:

«Η πολιτική δεν μπορεί να γίνεται αντιληπτή μόνον ως συλλογική δραστηριότητα, αλλά και ως ατομική. […] Απαιτείται μια νέα επεξεργασία της διάκρισης σε ιδιωτικό και δημόσιο, με δεδομένο ακριβώς ότι η πολιτική συνδέεται με όλους τους θεσμούς της κοινωνίας».

***

Κρυσταλία Πατούλη

Σύμβουλος ανθρωπίνων σχέσεων – δημοσιογράφος

Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Για τη μοναδικότητα που απέκτησε ο Καβάφης στην παγκόσμια ποίηση

[…] Τελειώνοντας, θα προσθέσω δυο λόγια για το ύστερο ταξίδι του Καβάφη, διότι η «Ιθάκη» εκφράζει, κατά τον Βρισιμιτζάκη, την αποδημητική επιθυμία, «το ταξίδι που σε πάει ο μαύρος καβαλλάρης».
Στο τέλος της ζωής του το θέμα του στοματικού ευνουχισμού επανέρχεται δραματικά: το 1932 εκδηλώνεται καρκίνος του λάρυγγος (γνωστό φαλλικό σύμβολο), που τον καταδικάζει σε αφωνία. Αυτόν τον επιδέξιο και φημισμένο στον κύκλο του ρήτορα. Όμως αρνείται την εγχειρητική αφαίρεση του οργάνου, μιας και τη βιώνει ως ευνουχισμό: «αρτιμελής ήθελε να περάσει από τούτη τη ζωή στην άλλη ο Καβάφης», αναφέρει η Ρίκα Σεγκοπούλου.
Έτσι τελειώνει η ζωή του «χάρη σε μια εκπληκτική συνέπεια της Μοίρας» στις 29 Απριλίου του 1933, την ίδια ακριβώς ημέρα που βγήκε «στον πηγαιμό για την Ιθάκη», μετά από ένα οδύσσειο ταξίδι 70 χρόνων. Ή αν αναλογιστούμε και την ασυνείδητη διάσταση, την ημέρα που «συνέβη» το τρομακτικό τραύμα, ο φαντασιωτικός ευνουχισμός του από τη μητέρα του.
Ίσως, και με αυτό συνοψίζω μια βασική μου υπόθεση, η μοναδικότητα που απέκτησε ο Καβάφης στην παγκόσμια ποίηση με την ιδιομορφία του, να μην είναι άσχετη με τη μοναδικότητα που εκπροσωπούσε για τη μητέρα του η πεθαμένη αδελφή του Ελένη, την οποία όφειλε αυτός να αντικαταστήσει και εν μέρει το πραγματοποίησε.
Υπήρξε στη ζωή του, ως φαίνεται, το ίδιο μοιραία, όπως η άλλη, η ωραία Ελένη για τον Όμηρο.

Απόσπασμα: ΓΙΑΝΝΗΣ Σ. ΚΟΝΤΟΣ, ΟΙ ΨΥΧΙΚΕΣ ΟΔΥΣΣΕΙΕΣ ΤΟΥ Κ.Π.ΚΑΒΑΦΗ (ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ «ΙΘΑΚΗ»),

Από το βιβλίο: Ψυχανάλυση και νεοελληνική λογοτεχνία: Σταυροδρόμια, εκδ. Γαβριηλίδης, Επιμέλεια – Εισαγωγή: Θανάσης Χατζόπουλος

Οι «γραφές της ψυχανάλυσης» αποτυπώνουν κάθε φορά μια διαφορετική εκδοχή από τον πλούτο της κλινικής εμπειρίας της ψυχανάλυσης και του ιδιαίτερου τρόπου της να προσεγγίζει τα φαινόμενα της ζωής και του πολιτισμού. Τον πρώτο λόγο έχει εδώ η εκ-τροπή του ασυνειδήτου σε γραφή, ώστε -παραφράζοντας τη γνωστή φροϋδική προτροπή- «εκεί που ήταν αυτό να έρθει …η γραφή», αλλά και η τροποποίηση του πραγματικού δια της γραφής έτσι όπως μόνον μέσω αυτής μπορεί να επισυμβεί, χάρη στο δικό της ίχνος. Η σειρά απευθύνεται σε όλους όσους, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, έχουν αντιληφθεί ή υποψιάζονται πως ό,τι μας κινεί, και μας οδηγεί, σταθερά μας διαφεύγει.
(Θ. Χ.)

Γράφουν:
η Κωνστάνς Αθανασιάδου για τον Γεώργιο Βιζυηνό
ο Αθανάσιος Αλεξανδρίδης για τον Ανδρέα Εμπειρίκο
ο Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης για τον Διονύσιο Σολωμό
ο Κώστας Γεμενετζής για τον Γιώργο Σεφέρη
ο Θανάσης Γεωργάς για τον Γιάννη Κιουρτσάκη
η Βιβή Θεοδοσάτου για τον Γιώργο Χειμωνά
ο Γιάννης Σ. Κόντος για τον Κ. Π. Καβάφη
ο Σωτήρης Μανωλόπουλος για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη
ο Νίκος Παπαχριστόπουλος για τον Γεώργιο Βιζυηνό
ο Νίκος Σιδέρης για τον Διονύσιο Σολωμό
ο Θανάσης Τζαβάρας και η Ελένη Τζαβάρα για τον Ανδρέα Εμπειρίκο.

 

Μάσιμο Ρεκαλκάτι: Η «μητέρα» και ο «πατέρας» είναι φιγούρες που υπερβαίνουν το φύλο

Tvxs

«Η ‘μητέρα’ όπως και ο ‘πατέρας’ είναι φιγούρες που υπερβαίνουν το φύλο, το αίμα, τη φυλή και τη βιολογία. ‘Μητέρα’ είναι το όνομα του Άλλου ο οποίος τείνει τα γυμνά του χέρια στη ζωή που έρχεται στον κόσμο, στη ζωή που, ερχόμενη στον κόσμο, επιζητά το νόημα», γράφει ο ψυχαναλυτής Massimo Recalcati, στο βιβλίο «Τα χέρια της μητέρας», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Κέλευθος, και ακολουθεί απόσπασμα*:

«Ευλογημένα, γράφει ο Ρίλκε, ας είναι τα χέρια της μητέρας. Ευλογημένη η υποστήριξη που προσφέρουν στη δροσοσταλίδα και στην αυγή της ζωής. Ευλογημένα το δέντρο της μητέρας και η μνήμη της.

[…] Εγώ και η μητέρα μου στο μικρό σαλονάκι βλέπαμε τηλεόραση. Ήταν μια ασπρόμαυρη ταινία, βασισμένη σε ένα πραγματικό γεγονός, γνωστό από την ειδησεογραφία: Μια μητέρα συγκρατεί στα χέρια της για ώρες τα χέρια του παιδιού της, το οποίο παίζοντας στο μπαλκόνι του τελευταίου ορόφου μιας μεγάλης πολυκατοικίας, έχει γραπωθεί από τα κάγκελα του μπαλκονιού. Αυτή είναι η ανάμνηση που δεν με εγκατέλειψε όλα αυτά τα χρόνια: μια μητέρα κρατάει με τα χέρια της τα χέρια του παιδιού της, που κρέμεται στο κενό.

[…] Να, λέω στον εαυτό μου σήμερα, αυτό που δεν μου έχει διαφύγει, αυτό που για μένα αποδείχτηκε στ’ αλήθεια αλησμόνητο, αυτό που σε αυτές τις εικόνες επιμένει: Τα χέρια της μητέρας του Τορίνου πιάνουν τα χέρια του παιδιού που κρέμεται στο κενό. Είναι μια μεταφορά του Άλλου ο οποίος αποκρίνεται στην κραυγή της ζωής χωρίς να την αφήνει να εκπέσει στην ασημαντότητα, αλλά της παρέχει μια υποστήριξη χωρίς την οποία θα κατακρημνιζόταν στο κενό. Να αυτό που η μητέρα του Τορίνου χάραξε ανεξίτηλα σε εμένα και που σήμερα το ξαναβρίσκω: η σιωπηρή αντίσταση, η προσφορά των γυμνών χεριών της, το πείσμα να μην αφήσει τη ζωή μόνη και χωρίς ελπίδα, το δώρο μιας παρουσίας που δεν χάνεται. Είναι η μητέρα που σαν «δέντρο» υποδέχεται, κατά τα λόγια του Ρίλκε, τη «δροσοσταλίδα» και τον ερχομό της αυγής.

Τα χέρια δεν είναι άραγε το πρώτο πρόσωπο της μητέρας; Τα χέρια της μητέρας μου δεν είναι άραγε αυτά που χάιδεψαν το σώμα μου σπέρνοντάς το με γράμματα, μνήμες, σημεία, οργώνοντάς το σαν να ήταν χώμα, γη;

Πόσο μπορεί να μετράνε για ένα παιδί τα χέρια της μητέρας; Και για τον λόγο αυτό η εικόνα αυτή της εκδήλωσης της μητρότητας δεν με έχει ποτέ εγκαταλείψει και παρέμεινε ανεξίτηλη.

Στη φροϊδική περιγραφή του μητρικού Άλλου, ως του πρώτου «διασώστη-σωτήρα» στο τραυματικό ξεκίνημα της ζωής, μπορούμε να ανακαλύψουμε τα ίχνη ενός πρώτου ορισμού της μητέρας ως εκείνου του «πιο κοντινού» Άλλου, ο οποίος ξέρει να απαντήσει στην έκκληση της ζωής που φωνάζει.

Αν ο άνθρωπος έρχεται στη ζωή, όπως εξηγούν ο Φρόιντ και ο Λακάν, σε μια κατάσταση «πρώιμης ωρίμανσης», «απροετοιμασίας», «κατακερματισμού», «ανημπόριας», «απόλυτης εγκατάλειψης», σε μια κατάσταση ανεπάρκειας, τρωτότητας, έκθεσης στο μη νόημα του πραγματικού, χρειάζονται κυρίως τα χέρια του Άλλου –η παρουσία του Άλλου- για να προφυλάξουν εκείνη τη ζωή, να την προστατέψουν, να τη γλιτώσουν από την πιθανότητα της πτώσης.

Τα χέρια της μητέρας του Τορίνου δεν είναι χέρια που σωφρονίζουν, τιμωρούν, ταπεινώνουν. Δεν είναι τα χέρια της οργής και της βίας, δεν είναι χέρια που χτυπούν και που μπορούμε να θυμηθούμε στις πληγές μας ως τέκνα. Είναι χέρια γυμνά, χέρια που τείνουν προς άλλα χέρια, χέρια που υποστηρίζουν τη ζωή στην απύθμενη άβυσσο. Η ζωή ως ανθρώπινη ζωή έχει ανάγκη να συναντήσει αυτά τα χέρια, τα γυμνά χέρια της μητέρας, τα χέρια που σώζουν από τον γκρεμό που προκύπτει από την έλλειψη νοήματος.

Δεν είναι αυτό που το παιδικό μου βλέμμα, καθώς ήμουν καθισμένος δίπλα στη μητέρα μου, έβλεπε να προβάλλεται στην ασπρόμαυρη οθόνη της τηλεόρασης; Αυτή είναι για μένα το πρώτο πρόσωπο της μητρότητας, που παραμένει αναλλοίωτο αντέχοντας στια αλλαγές των καιρών μας, καθώς και σε όλες τις μεταμορφώσεις της οικογένειας που μας βομβαρδίζουν.

Αν σήμερα η μητρότητα δεν συμπίπτει πια με την ικανότητα αναπαραγωγής ή με την έμπρακτη εμπειρία της κυοφορίας, αλλά χάρη στη δύναμη της επιστήμης, επεκτάθηκε και σε άλλες δυνατές μορφές που καθιστούν μη απαραίτητη τη συνουσία ή το πραγματικό του φύλου, τα χέρια της μητέρας του Τορίνου μάς υπενθυμίζουν μια ουσιαστική λειτουργία της μητρότητας την οποία καμία ιστορική αλλαγή δεν θα μπορέσει ποτέ να ακυρώσει: Η Μητέρα είναι το όνομα του Άλλου που δεν αφήνει να πέσει η ζωή στο κενό, που την συγκρατεί με τα δικά της χέρια, εμποδίζοντάς τη να συντριβεί΄ είναι το όνομα του πρώτου «διασώστη-σωτήρα».

Αυτό είναι ένα κομβικό σημείο του βιβλίου: Αυτό που εδώ αποκαλώ «μητέρα» δεν αντιστοιχεί απαραίτητα στην πραγματική μητέρα, νοούμενη ως τη βιολογική μητέρα που γεννά το παιδί της. Μάλιστα ήδη για τον Φρόιντ η «μητέρα» είναι το όνομα της πρώτης μορφής του Άλλου που ασχολείται με μια ανθρώπινη ζωή, την οποία αναγνωρίζει ως δικό της δημιούργημα.

Αυτό σημαίνει ότι η «μητέρα» όπως και ο «πατέρας» είναι φιγούρες που υπερβαίνουν το φύλο, το αίμα, τη φυλή και τη βιολογία. «Μητέρα» είναι το όνομα του Άλλου ο οποίος τείνει τα γυμνά του χέρια στη ζωή που έρχεται στον κόσμο, στη ζωή που, ερχόμενη στον κόσμο, επιζητά το νόημα.”

*Απόσπασμα από το βιβλίο «Τα χέρια της μητέρας», του Massimo Recalcati, Μετάφραση: Χρήστος Πονηρός, Εκδόσεις Κέλευθος – 2017, (Σελ.11 και 21 με 27).

«Η μητέρα που καταπιέζει τη γυναίκα -όπως συνέβαινε στην πατριαρχική εκδοχή της μητρότητας- ή η γυναίκα που αρνείται τη μητέρα -όπως συμβαίνει στην υπερμοντέρνα εποχή μας- δεν είναι δύο απεικονίσεις της μητέρας, αλλά δύο αποκλίσεις της εξίσου παθολογικές. Αυτό το βιβλίο στέκεται σε αυτό, χωρίς καθόλου ωστόσο να σκοπεύει να περιορίσει τη μητρότητα στην παθολογία της. Η διδασκαλία του Λακάν έδειξε πως η υπόσταση της επιθυμίας ως μη εξ ολοκλήρου απορροφημένης σε αυτή της μητέρας είναι η ουσιαστική προϋπόθεση ώστε η επιθυμία της μητέρας να μπορεί να είναι δημιουργική. Μόνο αν το βλέμμα της μητέρας δεν επικεντρώνεται αποκλειστικά στην ύπαρξη του παιδιού, η μητρότητα μπορεί να ολοκληρώσει την λειτουργία της. Είναι αυτό που διδάσκει καθημερινά η ψυχανάλυση: Μόνο αν η μητέρα δεν είναι όλη μητέρα, το παιδί μπορεί να βιώσει την απουσία αυτή που καθιστά δυνατή την είσοδό του στον κόσμο των συμβόλων και του πολιτισμού».

Ο Μάσιμο Ρεκαλκάτι είναι ένας από τους γνωστoύς Ιταλούς ψυχαναλυτές με αδιαμφισβήτητη αναγνωρισιμότητα όχι μόνο στην ιταλική και διεθνή επιστημονική κοινότητα, αλλά και ευρύτερα στην ιταλική κοινωνία στο σύνολό της. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Μιλάνου και στο Παρίσι. Εκεί μάλιστα του δόθηκε η ευκαιρία να δουλέψει με τον Jacques-Alain Miller και κατόπιν να αναλυθεί από τον ίδιο. Είναι ένα από τα ιδρυτικά μέλη του ALI (Ιταλικός Σύλλογος Λακανικής Ψυχανάλυσης) και επιστημονικός διευθυντής του IRPA (Ερευνητικό Ινστιτούτο Εφαρμοσμένης Ψυχανάλυσης), όπου διδάσκει «Βασικές Αρχές Λακανικής Ψυχανάλυσης». Εμπνευστής και ιδρυτής του Jonas Onlus (Κέντρο Ψυχαναλυτικής Κλινικής για τα νέα Συμπτώματα), με πλούσια δράση σε πολλές πόλεις της Ιταλίας. Από το 2005 είναι επικεφαλής της Νευροψυχιατρικής Μονάδας του Νοσοκομείου Παίδων Sant’Orsola στην Μπολόνια. Έχει διδάξει στα πανεπιστήμια του Μιλάνου, της Πάντοβας, του Μπέργκαμο και του Ουρμπίνο, καθώς και στο Διεθνές Πανεπιστήμιο Menenedez Pelayo της Ισπανίας. Σήμερα διδάσκει Ψυχοπαθολογία της Διατροφικής Συμπεριφοράς στο Πανεπιστήμιο της Παβίας και Ψυχαναλυτική Κλινική της Ανορεξίας στο CEPUSPP (Centre d’Enseignement Post-Universitaire pour la Specialisation en Psychiatrie et Psychotherapie) της Λωζάνης. Συμμετέχει με παρεμβάσεις σε σεμινάρια στις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές πόλεις. Στο συγγραφικό του έργο συγκαταλέγονται περίπου 30 βιβλία, πολλά από τα οποία έχουν μεταφραστεί στη Γαλλία, την Ισπανία, την Αυστρία, την Αργεντινή, τη Σερβία, τη Βραζιλία, τη Γερμανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες.


(κεντρική φωτό, από το έργο του Paul Klee «Mother and child»

Η οικολογία της ελευθερίας. Του Μάρεϊ Μπούκτσιν

«Η τάση του ανθρώπου να κυριαρχεί πάνω στη φύση, είναι επακόλουθο της τάσης του ανθρώπου να κυριαρχεί πάνω στον άνθρωπο». Με βάση αυτή τη φράση του ο Μάρεϊ Μπούκτσιν, φαίνεται να διαμόρφωσε την «Οικολογία της ελευθερίας». Για τον ίδιο, τα οικολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζουμε σήμερα δεν είναι άσχετα με τον τρόπο λειτουργίας των κοινωνιών μας. Η εκμετάλλευση του ανθρώπου από άνθρωπο όχι μόνο προηγήθηκε της εκμετάλλευσης της φύσης από τον άνθρωπο, αλλά λειτούργησε και ως πρότυπό της.

Το έργο του μεγάλου αμερικανού στοχαστή, που γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη τον Ιανουάριο του 1921 από γονείς Ρώσους-Εβραίους μετανάστες, και πέθανε στις 30/7/2006, «η φιλοσοφική βάση του οποίου για όλη του τη ζωή ήταν η εγελιανή διαλεκτική», άνοιξε τον δρόμο της πολιτικής οικολογίας, προτείνοντας την ανασυγκρότηση της κοινωνίας, έτσι ώστε να έχει έναν ξεκάθαρα ριζοσπαστικά οικολογικό και μη ιεραρχικό χαρακτήρα.

Μόλις 9 ετών, κατά τη διάρκεια της μεγάλης οικονομικής κρίσης του 1929-32, οργανώθηκε στην κομμουνιστική νεολαία, αλλά τον διέγραψαν το ’39 μετά το σύμφωνο Μολότωφ- Ρίμπεντροπ, μεταξύ Σοβιετικών και Ναζί, λόγω αναρχοτροτσκιστικών αποκλίσεων. Εκείνες τις μέρες είχε δηλώσει εθελοντής για το μέτωπο του ισπανικού εμφυλίου, αλλά η αίτησή του απορρίφθηκε λόγω του νεαρού της ηλικίας του. Μεγαλώνοντας πέρασε στον τροτσκισμό, όμως γρήγορα απογοητεύτηκε.
Δούλεψε ως εργάτης σε χυτήριο του Νιου Τζέρσεϋ, αλλά και σε αυτοκινητοβιομηχανία κατά τη διάρκεια της μεγάλης απεργίας της Τζένεραλ Μότορς, υιοθετώντας την αντιεξουσιαστική σκέψη.

Ελευθεριακός σοσιαλιστής θεωρητικός, φιλόσοφος και συγγραφέας, έγινε γνωστός ως εμπνευστής της «κοινωνικής οικολογίας». Δημοσίευσε δεκάδες βιβλία, δίδαξε στα «ελεύθερα πανεπιστήμια» της Νέας Υόρκης, στο Στάτεν Άιλαντ (CityCollegeUniversitySystem) και έγινε τακτικός καθηγητής στο Νιου Τζέρσεϋ (RamapoCollege). Το 1974, μαζί με τον ανθρωπολόγο Νταν Τσόντορκοφ (Daniel Chondorkoff), ίδρυσαν το Ινστιτούτο για την Κοινωνική Οικολογία (Institute for Social Ecology) στο Βερμόντ, το οποίο διηύθυνε μέχρι το θάνατό του.

Έχοντας υπάρξει στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, ένας ενεργός οικοαναρχικός, αγωνιζόμενος ενάντια στη ρύπανση, στην ανέγερση πυρηνικών εργοστασίων και στη χημικοποίηση της τροφής, αποφάσισε να γράψει μια εκτενή παρουσίαση των απόψεών του, στο βιβλίο «Η οικολογία της ελευθερίας». Στην ανάλυσή του για την ιεραρχία, στο εν λόγω βιβλίο, προσπάθησε να αναδείξει την εμφάνισή της, τις εσωτερικές της τάσεις, τα όριά της και την πτώση της. Στράφηκε στην ανθρωπολογία για να εντοπίσει τις ρίζες της, στην ιστορία για να εντοπίσει την ανάπτυξή της, και στην ηθική και στη φιλοσοφία για να προβλέψει τις δυνατότητες για την πτώση της. Η οικολογία της ελευθερίας, που εκδόθηκε το 1982, έγινε ένα από τα κλασσικά αναρχικά βιβλία και ταυτόχρονα η θεμέλια λίθος της κοινωνικής οικολογίας, ενώ η κριτική της ιεραρχίας έχει πλέον γίνει κοινός τόπος για την αναρχική σκέψη.

Στον πρόλογο αυτού του βιβλίου, ο ίδιος σημειώνει:

«[…]  Για τους κοινωνικούς οικολόγους, η περιβαλλοντική αποδιοργάνωση είναι βαθιά ριζωμένη μέσα σε μια ανορθολογική, αντιοικολογική κοινωνία, της οποίας τα βασικά προβλήματα δεν θεραπεύονται με αποσπασματικές, μονοθεματικές μεταρρυθμίσεις. Προσπάθησα να επισημάνω ότι τα προβλήματα αυτά απορρέουν από ένα ιεραρχικό, ταξικό ‒και σήμερα‒ ανταγωνιστικό καπιταλιστικό σύστημα, το οποίο τροφοδοτεί την άποψη ότι ο φυσικός κόσμος είναι απλά και μόνο ένας σωρός από «πόρους» για την ανθρώπινη παραγωγή και κατανάλωση. Αυτό το κοινωνικό σύστημα είναι ιδιαίτερα ληστρικό. Έχει προβάλλει την κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στον άνθρωπο σε μια ιδεολογία όπου ο «άνθρωπος» (άντρας) είναι προορισμένος να κυριαρχεί πάνω στη «Φύση».

[…] Όλα τα γραπτά μου επιδιώκουν να προσφέρουν μια συνεκτική άποψη των κοινωνικών πηγών της οικολογικής κρίσης και να προσφέρουν ένα οικοαναρχικό πρόγραμμα για την ανασυγκρότηση της κοινωνίας πάνω σε ορθολογικές βάσεις.

[…] Ο στόχος που με οδήγησε στην ανάπτυξη της κοινωνικής οικολογίας κατά τις περασμένες δεκαετίες ήταν ειλικρινά φιλόδοξος: ήθελα να παρουσιάσω μια φιλοσοφία, μια σύλληψη της φυσικής και της κοινωνικής ανάπτυξης, μια εις βάθος ανάλυση των κοινωνικών και περιβαλλοντικών προβλημάτων που αντιμετωπίζουμε, και μια ριζοσπαστική ουτοπική εναλλακτική –έως σήμερα, δεν έχω αποφύγει τη χρήση της λέξης ουτοπικός‒ για τη σύγχρονη κοινωνική και περιβαλλοντική κρίση. Σε αντίθεση με τον πραγματιστικό περιβαλλοντισμό, ανέπτυξα ένα αναλυτικό σώμα ιδεών το οποίο ονομάζω κοινωνική οικολογία […]»

Στη διάρκεια της ζωής του, αντλώντας στοιχεία από διάφορα επιστημονικά πεδία, όπως η ανθρωπολογία, η οικολογία και η πολιτική θεωρία, παρουσίασε την ευθύνη της ιεραρχικής δομής της κοινωνίας για τα οικολογικά προβλήματα. Και εφόσον τα οικολογικά προβλήματα είναι κοινωνικά προβλήματα, πρέπει να φροντίσουμε για την επίλυσή τους μέσω της πολιτικής αλλαγής:

«Η σημερινή κοινωνική τάξη πραγμάτων βρίσκεται σε πορεία σύγκρουσης με το φυσικό κόσμο («πόλη και ύπαιθρος») και πρέπει να έχουμε μία αντικαπιταλιστική επανάσταση υπέρ μιας οικολογικής κοινωνίας».

Παράλληλα ο Μπούκτσιν πίστευε σε μία αποκεντρωμένη κοινωνία, αλλά και για μια πρόσωπο με πρόσωπο δημοκρατία (αμεσοδημοκρατική οργάνωση της κοινωνίας), η οποία όμως θα αποτελείται από μικρές κοινότητες. «Μία αναρχική κοινωνία», έγραφε ο Μάρεϊ, «θα πρέπει να είναι μία αποκεντρωμένη κοινωνία, όχι μόνο για να εγκαθιδρύσει μία διαρκή βάση για την εναρμόνιση του ανθρώπου με τη φύση, αλλά επίσης για να προσθέσει νέες διαστάσεις στην εναρμόνιση του ανθρώπου με τον άνθρωπο».

Επιπλέον αντλούσε τις πολιτικές θεωρητικές του παραδοχές από την αντιεξουσιαστική- αναρχική παράδοση. Το 1999 όμως, στην ηλικία των 79 ετών ήρθε σε ρήξη με κάποιες από τις θεωρίες των αναρχικών της εποχής, και υιοθέτησε τον «κομμουναλισμό» (communalism) ή αλλιώς την «κοινωνική οικολογία«, δίχως όμως να κάνει κάποια θεαματική ιδεολογική στροφή στη θεωρία του. «Θα ήταν καλό να θυμόμαστε ότι πάντα υπήρχε μία κομμουναλιστική τάση στον αναρχισμό, όχι μόνο συνδικαλιστική ή ατομικιστική. Επιπλέον, αυτή η κομμουναλιστική τάση είχε πάντα έναν ισχυρό κοινοτιστικό προσανατολισμό.» , είπε στο KickItOver το 1985.

Ο Μάρεϊ οραματιζόταν την κομμούνα ως μια άμεση δημοκρατία, αποτελούμενη από λαϊκές συνελεύσεις, η οποία ελέγχει την οικονομία. Πίστευε ότι ο ελευθεριακός κοινοτισμός, ως μία μετάφραση και εκσυγχρονισμένη μορφή του αναρχικού κομμουναλισμού, θα μπορούσε να γίνει η βάση για έναν νέο αναρχισμό αφιερωμένο στην πρόσωπο- με- πρόσωπο δημοκρατία.

«Ο ελευθεριακός κοινοτισμός είναι μια ολιστική προσέγγιση σε μια οικολογικά προσανατολισμένη οικονομία. Οι πολιτικές και οι συγκεκριμένες αποφάσεις που έχουν να κάνουν με τη γεωργία και τη βιομηχανική παραγωγή θα πρέπει να λαμβάνονται από τους πολίτες σε άμεσες, πρόσωπο με πρόσωπο συνελεύσεις- με την ιδιότητά τους ως πολιτών, όχι ως εργατών, αγροτών ή επαγγελματιών, οι οποίοι σε κάθε περίπτωση θα εναλλάσσονταν και οι ίδιοι στις παραγωγικές δραστηριότητές τους. […] Αντί να εθνικοποιηθεί και να κολλεκτιβοποιηθεί η γη, τα εργοστάσια, τα εργαστήρια και τα κέντρα διανομής, μια οικολογική κοινότητα θα κοινοτικοποιήσει την οικονομία της και θα ενωθεί με άλλες κοινότητες ενσωματώνοντας τους πόρους της σε ένα περιφερειακό συνομοσπονδιακό σύστημα. Η γη, τα εργοστάσια και τα εργαστήρια θα ελέγχονται από λαϊκές συνελεύσεις ελεύθερων κοινοτήτων, όχι από το κράτος- έθνος ή από τους εργάτες- παραγωγούς, που ενδέχεται κάλλιστα να αναπτύξουν ένα ιδιοκτησιακό συμφέρον μέσα σ’ αυτά.»

Χρειαζόμαστε μία «καινούρια πολιτική», υποστήριζε ο Μάρεϊ, μία πολιτική που να βασίζεται, όχι σε ένα εθνικό κεφάλαιο, αλλά στο επίπεδο της κοινότητας.
«Εδώ, στο πιο άμεσο περιβάλλον του ατόμου- στην κοινότητα, στη γειτονιά, στην κωμόπολη, ή στο χωριό- όπου η ιδιωτική ζωή αρχίζει σιγά σιγά να εισέρχεται στη δημόσια, βρίσκεται ο αυθεντικός τόπος για να λειτουργήσει κανείς σε επίπεδο βάσης, στον βαθμό τουλάχιστον που η αστικοποίηση δεν έχει ασκήσει πλήρως την καταστρεπτική της επίδραση».

Εδώ μία «νέα πολιτική» της ιδιότητας του πολίτη (citizenship) πρέπει να θεσμοθετηθεί, μία πολιτική στην οποία οι άνθρωποι αναλαμβάνουν τον έλεγχο της δικής τους πολιτικής ζωής, μέσω της συμμετοχής τους σε λαϊκές συνελεύσεις. Ο Μάρεϊ διέκρινε μεταξύ της πολιτικής (που εφαρμόζεται από τους πολίτες σε συνελεύσεις) και της κρατικής διαχείρισης (που εφαρμόζεται από διοικητικούς υπαλλήλους σε θεσμούς του έθνους-κράτους). Πίστευε ότι η πολιτική πρέπει να είναι «ένα σχολείο για την αυθεντική ιδιότητα του πολίτη».

Το 1998 ιδρύθηκε η ομάδα Demokratisk Alternativ (Εναλλακτική Δημοκρατία) από ελευθεριακούς σοσιαλιστές και κοινωνικούς οικολόγους της Βόρειας Ευρώπης. Σε διακήρυξη που εξέδωσε η ομάδα το 1998 και το 2000 υποστήριξε ότι ασπάζεται το πρόταγμα του κομμουναλισμού, ειδικά έτσι όπως διαμορφώθηκε από τον Μπούκτσιν. Η διακήρυξη αυτή κυκλοφόρησε σε δίγλωσση έκδοση, στα νορβηγικά και τα αγγλικά. Παράλληλα δημιουργήθηκε ένα ηλεκτρονικό περιοδικό με το όνομα Κομμουναλισμός (Communalism).

Ο Μπούκτσιν ανανέωσε την αναμφίβολα φτωχή σκέψη της αντιεξουσιαστικής θεωρίας, λέει η Μπιλ. Κατάφερε να μπολιάσει την πολιτική που πρέσβευε με την οικολογική σκέψη με ποιο αποτελεσματικό τρόπο από αυτόν των μαρξιστών, προσφέροντας ζωή στον αναρχισμό που αργοπέθαινε λόγω της έλλειψης προοπτικών εξέλιξης.

Αν και δεν έφερε κάποια κοινωνική αλλαγή, έστησε τα θεμέλια για τη γεφύρωση του χάσματος μεταξύ θεωρίας και πράξης του ελευθεριακού προτάγματος, δίνοντας ελπίδες για πραγματικές αλλαγές. Έτσι, ο αναρχισμός που δεν έτυχε κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα επαρκούς θεωρητικής επεξεργασίας, μετά τον Μπούκτσιν, έγινε όχι μόνο γοητευτικός σε ένα ευρύτερο κοινό, αλλά και επίκαιρος. Αν οι αντιεξουσιαστές/ αναρχικοί φρόντιζαν να χρησιμοποιούν περισσότερο τα γραπτά του Μπούκτσιν από αυτά των κλασικών αναρχικών, σαν του Μπακούνιν και του Κροπότκιν, ή από νεόκοπους, σαν του Ζέρζαν (John Zerzan), τότε πιθανότατα θα έκαναν ευρύτερα γνωστή και αποδεκτή τη θεωρία τους. Σε μερικές περιπτώσεις μάλιστα θεώρησαν ότι είναι πιο χρήσιμο να προβάλλουν δημοφιλείς προσωπικότητες (Τσόμσκι) αντί για δημοφιλείς θεωρίες (κοινωνική οικολογία).

Είναι αναμφίβολο ότι η κοινωνική οικολογία μπορεί να αποτελέσει τη βάση για την ανάπτυξη και την καλλιέργεια μιας πολιτικής-οικολογικής ηθικής. Για να γίνει όμως αυτό, θα πρέπει έρθουν κοντύτερα ακόμα και εκείνες οι τάσεις για τις οποίες ο Μπούκτσιν υποστήριζε ότι τις χωρίζει ένα αγεφύρωτο χάσμα.

Βιβλία του εδώ

Πηγές:

Βιβλίο: Η οικολογία της Ελευθερίας, εκδ. Αντιγόνη – 2016

http://tvxs.gr/news/prosopa/i-oikologia-tis-eleytherias-toy-marei-mpoyktsin