Κ. Γεωργουσόπουλος: Λογοτεχνία δεν μπορεί να γίνει χωρίς άγκυρα βυθισμένη στο βυθό της γενέθλιας θάλασσας

[…] Λογοτεχνία δεν μπορεί να γίνει χωρίς άγκυρα βυθισμένη στο βυθό της γενέθλιας θάλασσας. Όπως κάθε φυτό δεν μπορεί να ριζώσει χωρίς χώμα, όποιο χώμα, έτσι και η ανθρώπινη ψυχή έχει ιθαγένεια. Έχει ρίζες στο γενέθλιο χώμα. Αν ρίξει κανείς μια ματιά στους μεγάλους συγγραφείς όλων των εποχών και όλων των πατρίδων, θα διαπιστώσει πως εκείνοι που ξεπέρασαν τα σύνορα της πατρίδας τους, εκείνοι που έγιναν κοινό κτήμα της ανθρωπότητας, είναι εκείνοι που έχουν τις πιο βαθιές ρίζες με τον τόπο τους, την πιο γνήσια σχέση με το λαό τους και την πλέον γόνιμη επικοινωνία με τη γλωσσική περιουσία του έθνους τους […]
Κώστας Γεωργουσόπουλος, «Μια ψυχική γεωγραφία», εισαγωγή για το βιβλίο Εν Δωδεκανήσω, των εκδόσεων Κέδρος.

«Η ανθολογία πεζογραφημάτων Δωδεκανήσιων λογοτεχνών, πρωτοβουλία του Πολιτιστικού Ιδρύματος Δωδεκανήσου «Κλεόβουλος ο Λίνδιος», που ίδρυσε ο αείμνηστος και αγνός ιδεολόγος και εθνικός αγωνιστής Ιωάννης Ζίγδης, είναι μια αναμφισβήτητη απόδειξη πως λογοτεχνία δεν μπορεί να γίνει χωρίς άγκυρα βυθισμένη στο βυθό της γενέθλιας θάλασσας.

Όπως κάθε φυτό δεν μπορεί να ριζώσει χωρίς χώμα, όποιο χώμα, έτσι και η ανθρώπινη ψυχή έχει ιθαγένεια. Έχει ρίζες στο γενέθλιο χώμα. Αν ρίξει κανείς μια ματιά στους μεγάλους συγγραφείς όλων των εποχών και όλων των πατρίδων, θα διαπιστώσει πως εκείνοι που ξεπέρασαν τα σύνορα της πατρίδας τους, εκείνοι που έγιναν κοινό κτήμα της ανθρωπότητας, είναι εκείνοι που έχουν τις πιο βαθιές ρίζες με τον τόπο τους, την πιο γνήσια σχέση με το λαό τους και την πλέον γόνιμη επικοινωνία με τη γλωσσική περιουσία του έθνους τους.

Όσο πιο βαθιά ριζωμένος στο ήθος της εποχής του, στη γλώσσα του, στη θρησκεία του είναι ο Όμηρος, τόσο πιο πλατιά έγινε αποδεκτός σ’ Ανατολή και Δύση, όσο περισσότερο Ρώσος είναι ο Ντοστογέβσκι, όσο ισπανικότερος ο Λόρκα, όσο αυθεντικά Βρετανός ο Σαίξπηρ, όσο γνησιότερα Ιταλός ο Γκολντόνι, όσο αναμφισβήτητα Γάλλος ο Μολιέρος, και όσο αληθινά Αμερικάνος και μάλιστα νότιος ο Φώκνερ και ο Τεννεσσή Γουίλλιαμς, τόσο πλατύτερα έγινε και αγαπητό και κατανοητό το έργο τους σε λαούς με διαφορετική παιδεία, διαφορετικά ήθη, διαφορετικά ιστορικά συμφραζόμενα και διαφορετικά θρησκευτικά προαπαιτούμενα ζωής.

Θα μου επιτραπεί, λοιπόν, σ’ αυτό το εισαγωγικό σημείωμα για τα δωδεκανησιακά πεζογραφήματα να εκθέσω κάποιες γενικές, αλλά απαραίτητες για την ερμηνεία μερικών πολιτισμικών φαινομένων, σκέψεις που αναφέρονται στις ταλαιπωρημένες στην παιδεία μας και ιδιαίτερα στην εκπαίδευσή μας έννοιες πολιτισμού όπως η Ιθαγένεια και η Ηθογραφία.

Οι σκέψεις αυτές έρχονται να απαντήσουν στις δίκαιες ανησυχίες των μελών του «Κλεόβουλου του Λίνδιου», μήπως, επειδή ο στοχασμός της ανθολόγησης αναφερόταν στην εντοπιότητα, εκφυλιστεί σε κείμενα «ηθογραφικού και λαογραφικού περιεχομένου». Οι ανησυχίες έχουν τη βάση τους, δεδομένου ότι για πολλές δεκαετίες, ήδη από το τέλος του 19ου αιώνα, η Ηθογραφία και η Λαογραφία στον τόπο μας αλληλοπεριχωρήθηκαν, συνέπλευσαν και αποτέλεσαν έννοιες συγκεχυμένες.

Η Λαογραφία υπήρξε μια από τις νέες επιστήμες, που μια από τις νέες επιστήμες, που εξέθρεψε ο ευρωπαϊκός ρομαντισμός και ο πρώτος ρομαντισμός, πριν γίνει αισθητική σχολή και φορμαλιστική αναζήτηση, υπήρξε ένα ιστορικό και κοινωνικό κίνημα με καθαρά εθνικά χαρακτηριστικά.

Μετά την κατάρρευση της μεσαιωνικής φεουδαρχικής κοινωνίας και όταν, μετά την Αναγέννηση, ο Ευρωπαίος άνθρωπος επέστρεψε στον ουμανιστικό κανόνα, ο Διαφωτισμός, καθαρά αστική ορθολογιστική και ατομοκρατική ιδεολογία, που στήριζε την ατομικότητα, τον αυτοδημιούργητο και δημιουργικό ωφελιμισμό, ώθησε τους ανθρώπους που είχαν απαλλαγεί από την αιγίδα της Αγίας Έδρας, τη μόνη έως την επανάσταση του 1789 εγγύηση ενότητας των Ευρωπαίων, να αναζητήσουν νέα αιγίδα, μια νέα ομπρέλα που να εγγυάται μια κάποια ενότητα και συνοχή.

Έτσι, οι επιστήμονες αναζήτησαν τις ρίζες του έθνους τους στα δημώδη άσματα, στις παραδόσεις, στα παραμύθια, στα ήθη, στις πηγές των διαφοροποιημένων γλωσσών. Η Λαογραφία είναι επιστήμη της μελέτης ενός ζώντος, παρόντος λαού, δεν είναι αρχαιολογία (αν και η αρχαιολογία είναι κι αυτή μια επιστήμη που εξέθρεψε ο ρομαντισμός), δεν είναι παρελθοντολογία.

Η Λαογραφία είναι μελέτη επιβιωμένων, έστω και ως απολιθώματα, αλλά εν χρήσει στοιχείων, που προσδιορίζουν την ταυτότητα, θρησκευτική, ιστορική, γλωσσική, εθιμική ενός λαού. Εξάλλου, αυτό σημαίνει και ό,τι λέμε Παράδοση. Σημαίνει, δηλαδή, ό,τι έχει παραδοθεί, ό,τι έχει φτάσει ως εδώ ως μορφή, ως γλωσσικός κώδικας, ως παροιμιακός λόγος, ως ρυθμός, ως εμμέλεια, ως μιμητική κίνηση, ως τελετή, και είναι στοιχείο αναγνωρίσεως μεταξύ των μελών μιας κοινωνικής ομάδας.

Η Ηθογραφία είναι πολύ παλαιότερη και επιστημονική και λογοτεχνική ζήτηση. Όλοι οι μεγάλοι φιλόσοφοι, όταν καταπιάνονται με τα ηθικά προβλήματα ηθολογούν, δηλαδή προσπαθούν να συλλάβουν από την κοινόχρηστη πράξη κανόνες βίου, να καταγράψουν μορφές συμπεριφοράς και να συνδέσουν τις πράξεις με τις επικρατούσες αξίες, να αξιολογήσουν και να κλιμακώσουν τα κοινωνικά προστάγματα.

Ηθογραφία δεν είναι (και εδώ είναι η παρεξήγηση) περιγραφή εθίμων και καταγραφή λαϊκών τελετών. Δεν είναι οι τελετουργικές καταγραφές των πανηγύρεων, δεν είναι το τυπικό των ευχών, των ξορκιών, δεν είναι οι προλήψεις και οι λαϊκές προκαταλήψεις και δεν είναι η ακριβής αποτύπωση του γλωσσικού ιδιώματος, του μουσικού λαϊκού υλικού και των τρόπων των τοπικών χορών.

Ηθογραφία είναι η καταγραφή των ηθών, δηλαδή του ιδιαίτερου τρόπου με τον οποίο συμπεριφέρεται μια κοινωνική ομάδα ή ακόμα κι ένα μεμονωμένο άτομο μέσα σε μια ιστορικά καθορισμένη ομάδα.

Μ’ αυτή την έννοια ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλούταρχος και ο Λουκιανός, η Σαπφώ, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Ρωμανός ο Μελωδός και ο Βιτσέντζος Κορνάρος, ο Μακρυγιάννης και ο Ροϊδης, ο Παπαδιαμάντης και ο Βιζυηνός, ο Βενέζης και ο Καραγάτσης είναι ηθογράφοι, αφού ως παλμογράφοι της εποχής τους καταγράφουν τους κοινωνικούς κραδασμούς, τις ιδιάζουσες σχέσεις που παράγουν οι κοινωνικές και παραγωγικές τάξεις.

Μ’ αυτή τη συλλογιστική, ο Σαίξπηρ στον Οθέλλο και στον Έμπορο της Βενετίας μελετά το πώς ένας έγχρωμος και ένα αλλόθρησκος αντιμετωπίζονται από μια οικονομικά ανοιχτή, αλλά ηθικά συντηρητική δυτική κοινωνία, τη Βενετική Δημοκρατία, σε μια περίοδο που περνάει από το τοκογλυφικό στο τραπεζικό σύστημα οικονομίας, χρησιμοποιώντας ως αιχμή δυναμική του δόρατος την αστική δύναμη και το εφοπλιστικό κεφάλαιο, που λειτουργεί με γνώμονα τη χρησιμοποίηση τεχνοκρατών ανθρώπων κάθε φυλής και καταγωγής.

Ο Τσέχωφ είναι ηθογράφος π.χ. στο Βυσσινόκηπο, καθώς καταγράφει την έκπτωση της παλαιάς ρωσικής αριστοκρατίας της γης και την άνοδο του αυτοδημιούργητου μικροαστού. Ηθογραφεί και ο Γκόργκι π.χ. στους Μικροαστούς, που με τη σειρά του καταγράφει την έκπτωση της πουριτανικής, υποκριτικής μικροαστικής ηθικής και την εμφάνιση στον ορίζοντα της δυναμικής ηθικής του προλεταριάτου.

Η παρεξήγηση με τον όρο «ηθογραφία» στον τόπο μας ξεκίνησε την εποχή που ο Νικόλαος Πολίτης, ο μέγας Έλληνας λαογράφος, συγκέντρωσε τα αριστουργήματα της λαϊκής γλώσσας, τις παροιμίες, τις παραδόσεις και τα παραμύθια του ελληνικού λαού, ενώ ταυτόχρονα κύρωνε την αυθεντία της ελληνικής προφορικής δημοτικής γλώσσας ως ικανής να δημιουργήσει νέα έργα μεγάλης πνοής.

Την ίδια εποχή γίνεται μια πρώτη πολιτική προσπάθεια με τον Τρικούπη να μετατραπεί το ελληνικό κράτος σε μια αστική φιλελεύθερη δημοκρατία. Ο εκσυγχρονισμός του Τρίκούπη δημιούργησε τις γνωστές φοβίες ότι θα εισβάλουν στη χώρα νέα έθνη ξενόφερτα και υπονομευτικά της εθνικής μας ταυτότητας. Έτσι, με το λαογραφισμό δημιουργήθηκε ως αντίπαλον δέος μια ουτοπία, που εμφάνιζε μια ιδανική εικόνα ενός γνήσιου αυθεντικού Έλληνα της υπαίθρου και εγγυητή μιας ηθικής του αγνού παρελθόντος. Έτσι, Ηθογραφία ονομάστηκε στενά η μεταστροφή στα υπαίθρια ήθη, στις βοσκοπούλες, στα πανηγύρια, στις λαϊκές δοξασίες και στις αυθεντικές τάχα ηθικές αρχές.

Ο Ροϊδης, εξάλλου, με τις αστικές συριανές του ιστορίες, ο Καρκαβίτσας, με τους ναυτικούς, ο Παπαδιαμάντης, με τις αθηναϊκές ιστορίες, ο Ξενόπουλος, με τα αστικά ζακυνθινά του δράματα και τα μικροαστικά αθηναϊκά του μυθιστορήματα, ηθογράφοι είναι και βεβαίως δεν υποκύπτουν σε κανενός είδους ωραιοποιημένο λαογραφισμό.

Χάρηκα, λοιπόν, για την συγκομιδή της ανθολόγησης, που απολαμβάνουμε εδώ, σ’ αυτό τον τόμο, τους καρπούς της. Δεν υπέπεσε σωστά σε παρεξηγημένες ηθογραφικές γραφικότητες και λαογραφικές τελετουργίες. Οι συγγραφείς του τόμου, παλαιότεροι και νεότεροι, δόκιμοι και νεοφώτιστοι στο είδος, καταγράφουν νοοτροπίες, μορφές συμπεριφοράς, αξίες και ήθη ανθρώπων ζωντανών, σύγχρονων, υπαρκτών και αυθεντικών, χωρίς την ωραιοποίηση ενός ρομαντικού παρελθόντος, χωρίς κάποια εμβάπτιση σε κολυμπήθρα μιας τάχα γνήσιας εντοπιότητας.

Η λέξη ΗΘΟΣ στα αρχαία ελληνικά σήμαινε τόπο, ενδιαίτημα, φωλιά, κατοικία, επικράτεια. Αυτό βέβαια σήμαινε πως ο τόπος, ο προσανατολισμός, η γεωγραφία, οι ιστορικές συνθήκες, η κοινωνική ζωή ενός λαού καθορίζει και τη συμπεριφορά του.

Τα Δωδεκάνησα είναι ένας ιστορικά, κοινωνικά, γλωσσικά προικισμένος τόπος μέσα στην ελληνική επικράτεια, έχει τις περιπέτειες και τα τραύματά του, έχει διαμορφώσει ιδιαίτερη φυσιογνωμία και έχει συγκροτήσει ιδιάζοντα κώδικα συμπεριφοράς, ελληνικό, νησιωτικό, μεσογειακό, ανατολίτικο.

Και διακρίνω πως στα πεζογραφήματα του βιβλίου «Εν Δωδεκανήσω», των εκδόσεων Κέδρος, αυτή η ιδιαίτερη φυσιογνωμία διατηρείται και με τις πράξεις των ανθρώπων αποδεικνύεται και δικαιώνεται. Ως εκ τούτου, ο παρών τόμος είναι πολύτιμος όχι μόνο ως λογοτεχνικό τεκμήριο μιας ομάδας ταλαντούχων ατόμων, αλλά και ως ντοκουμέντο καταγραφής ηθών, δηλαδή μιας δωδεκανησιακής ψυχικής γεωγραφίας.»


Εν Δωδεκανήσω , Εκδόσεις Κέδρος – 2002
Στάθης Αρμενιάκος, Φώτης Βαρέλης, Μηνάς Βιντιάδης, Μαρία Μαμαλίγκα, κ.ά.

Tvxs – Επιμέλεια: Κρυσταλία Πατούλη

Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος γεννήθηκε στη Λαμία το 1937. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας) και θέατρο στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών, με δασκάλους τον Δημήτρη Ροντήρη και τον Γιάννη Σιδέρη. Εργάστηκε στη δημόσια και την ιδιωτική εκπαίδευση για 35 ολόκληρα χρόνια, από το 1964 ως το 1999. Μπήκε στο στίβο της θεατρικής κριτικής το 1971 και εργάζεται ως κριτικός θεάτρου και επιφυλλιδογράφος μέχρι και σήμερα, ενώ εκτάκτως συνεργάζεται με διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά.

Κριτικά δοκίμια, επιφυλλίδες και σχόλιά του έχουν κυκλοφορήσει στους εξής τόμους: «Κλειδιά και Κώδικες Θεάτρου: Ι. Αρχαίο Δράμα (1982) ΙΙ. Ελληνικό θέατρο (1984)», «Οι πλάγιες ερωτήσεις του Πορφύριου» (1984), «Τα μετά το θέατρο» (1985) (Α΄ Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου), «Προσωπολατρία» (1992), «Θίασος Ποικιλιών» (1993), «Το νήμα της στάθμης» (1996), «Παγκόσμιο θέατρο: Ι. Από τον Μένανδρο στον Ίψεν (1998) ΙΙ. Από τον Στρίντμπεργκ και τον Τσέχωφ στον Πιραντέλλο και τον Μπρεχτ (1999) (Βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών) ΙΙΙ. Από τον Μίλλερ στον Μύλλερ (2000)».

Με το ψευδώνυμο Κ. Χ. Μύρης έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή «Αμήχανον Τέχνημα» (1971 & 1980), «Παράβαση» (1980), τα διηγήματα «Καμπάνα και Οδάξ» (1985), και τη συλλογή τραγουδιών, τα οποία έχουν μελοποιήσει γνωστοί συνθέτες («Χρονικό», «Ιθαγένεια», «Η μεγάλη αγρυπνία», «Ανεξάρτητα Τραγούδια», «Μεταφυσική Τοπολογία»).

Κύριος άξονας του μεταφραστικού του έργου είναι, το αρχαίο δράμα. Έχει μεταφράσει τα ακόλουθα έργα: «Ικέτιδες», «Ορέστεια», «Προμηθεύς Δεσμώτης», «Επτά επί Θήβας» (Αισχύλου), «Ηλέκτρα», «Αντιγόνη», «Αίας», «Τραχίνιες», «Οιδίπους Τύραννος», «Οιδίπους επί Κολωνώ» (Σοφοκλή), «Ιφιγένεια εν Αυλίδι», «Ιφιγένεια εν Ταύροις», «Βάκχες», «Ηλέκτρα», «Ορέστης», «Εκάβη», «Κύκλωψ», «Τρωάδες», «Ελένη», «Ανδρομάχη», «Φοίνισσες» (Ευριπίδη), «Λυσιστράτη», «Πλούτος», «Νεφέλες», «Εκκλησιάζουσες», «Θεσμοφοριάζουσες», «Ιππής», «Όρνιθες» (Αριστοφάνη), «Ταρτούφος», «Ασυλλόγιστος», «Γιατρός με το ζόρι» (Μολιέρου).
Συνέπραξε και συνεργάστηκε, επίσης, με τον καθηγητή – αρχαιολόγο κ. Σάββα Γώγο και ομάδα θεατρολόγων για τη συγγραφή του λευκώματος «Επίδαυρος: το αρχαίο θέατρο, οι παραστάσεις» (2002). Ακόμα, το σχολικό εγχειρίδιο «Δραματική Ποίηση» διδάχθηκε επί 25 έτη στα ελληνικά Γυμνάσια, ενώ διδακτέα ύλη σε σχολικά βιβλία του Λυκείου είναι οι μεταφράσεις του της «Αντιγόνης» και του «Οιδίποδα Τυράννου».

Από το 1990 διδάσκει ως Επιστημονικός Συνεργάτης του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών. Έχει διατελέσει μέλος, αλλά και Πρόεδρος του Δ.Σ. του Εθνικού Θεάτρου και επί μία εικοσαετία Πρόεδρος της Επιτροπής Επιχορηγήσεων Θεάτρου του Υπουργείου Πολιτισμού. Είναι ιδρυτικό μέλος του «Κέντρου Έρευνας & Πρακτικών Εφαρμογών του Αρχαίου Ελληνικού Δράματος ΔΕΣΜΟΙ», του οποίου σήμερα είναι Πρόεδρος του Δ.Σ., είναι Αντιπρόεδρος της «Εταιρείας Συγγραφέων», μέλος της «Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων» και από τον Νοέμβριο του 2003 Πρόεδρος του Δ.Σ. του «Κέντρου Μελέτης & Έρευνας του Ελληνικού Θεάτρου – Θεατρικού Μουσείου».

Το 2000 του απενεμήθη το Χρυσό Μετάλλιο της Πόλεως των Αθηνών, ενώ τον Ιούνιο του 2006 αναγορεύτηκε Επίτιμος Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το Μάρτιο του 2009 τιμήθηκε με το Μεγάλο Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας 2008, από το Υπουργείο Πολιτισμού για το συνολικό του έργο.

http://tvxs.gr/ne ws/biblio/mia-psyxiki-geografia-toy-kosta-georgoysopoyloy

Η απουσία του πατέρα. Της Ελισάβετ Μπαρμπαλιού – Τι σημαίνει ανδρισμός σήμερα. Του Γιώργου Κίσσα

Tvxs.gr

[…] Η πατρική απουσία, ενώ αποτελεί ένα τεράστιο κεφάλαιο στην πορεία της ανθρωπότητας, μοιάζει με ομιχλώδες τοπίο του οποίου τα όρια είναι δυσδιάκριτα, καθώς μπορεί να πάρει πολλές μορφές και να ξεδιπλωθεί με τρόπους που δεν γίνονται εύκολα αντιληπτοί.

Ένας πατέρας μπορεί να είναι απών φυσικά ή συναισθηματικά, για μεγάλα ή μικρά χρονικά διαστήματα, μόνιμα ή προσωρινά, η δε ποιότητα της σχέσης που αναπτύσσει με τα παιδά του μπορεί να κάνει την απουσία του περισσότερο ή λιγότερο τραυματική.

[…] μέσα από τις προσωπικές καταθέσεις και περιγραφές ανδρών που αναζήτησαν λύσεις στα προσωπικά τους αδιέξοδα, θα εξετάσουμε την ανυπαρξία της ουσιαστικής σχέσης μεταξύ πατέρα και γιου, η οποία πηγάζει από την αδυναμία του πατέρα να συνεισφέρει ουσιαστικά στη δόμηση του ψυχισμού και της προσωπικότητας του γιου.

Μέσα από τα λόγια των γιων διακρίνουμε τη συναισθηματική απουσία του πατέρα, η οποία θα μπορούσε να αποδοθεί και ως μια ασυνείδητη επιλογή του να παραμένει στο περιθώριο, διατηρώντας μια στάση παθητικότητας και αδυναμίας που τον εμποδίζει να αναλάβει ενεργό ρόλο στη ζωή τους.

Βλέπουμε να διακρίνεται το περίγραμμα ενός αθέατου πατέρα, του οποίου το κύρος έχει μειωθεί δραματικά, ενώ ο ίδιος ζει εξόριστος μέσα στο σπίτι του, συναινώντας με έμμεσο τρόπο στο δράμα του γιου του.

Η μεγάλη πικρία των γιων σε κάθε περίπτωση αφορά τη σιωπή του πατέρα, μια σιωπή που υψώνεται σαν τοίχος ανάμεσά τους, εμποδίζοντάς τους να σχετιστούν, να γνωριστούν και να έρθουν κοντά.

Οι άνδρες αυτοί θυμούνται έναν πατέρα ο οποίος αποφεύγει να μιλά μαζί τους και αποκρύπτει τις σκέψεις και τα συναισθήματά του, υιοθετώντας τελικά στη ζωή του λίγο-πολύ τον τρόπο επικοινωνίας του δικού του πατέρα, που δεν ήταν άλλος από την απόσυρση και τη σιωπή, και κρατώντας τις διόδους της επικοινωνίας κλειστές.

Αυτή η σιωπή λειτουργεί σαν σαράκι που κατατρώει την ψυχή του γιου. Μόνος και αβοήθητος ο γιος, μεταφράζει τη σιωπή αυτή με πολλούς τρόπους, την εσωτερικεύει ως έλλειψη αγάπης και έγνοιας, ακόμα και ως σημάδι εγκατάλειψης, και αυτό τον κατακλύζει με βαριά και οδυνηρά συναισθήματα.

Ο Herzog (2001) εισήγαγε την έκφραση πείνα για πατέρα (father hunger) προκειμένου να δηλώσει τη βαθιά λαχτάρα του γιου για επιβεβαίωση και αποδοχή από τον πατέρα του, όπως επίσης την ανάγκη για ύπαρξη ορίων στη ζωή του, τα οποία θέτει ένας πατέρας για να τον προφυλάξει και να τον προστατεύσει.

Η απουσία αυτή, υποστηρίζει ο Herzog, τον εμποδίζει να ολοκληρωθεί ως άνδρας, καθώς δεν γνωρίζει πώς να διαχειριστεί τη δύναμη και τα επιθετικά του συναισθήματα, ενώ τραυματίζεται ανεπανόρθωτα σε συναισθηματικό επίπεδο.

Πάντα σύμφωνα με τον Herzog, η πείνα για πατέρα είναι μια καθολική επιθυμία για τον απόντα πατέρα, του οποίου η παρουσία θα μπορούσε να τον βοηθήσει να συγκρατήσει, να ενσωματώσει και να επαναδιοχετεύσει τις αδιαμόρφωτες ακόμη παιδικές επιθετικές ενορμήσεις και φαντασιώσεις.

Καθημερινά συναντώ τα αποτυπώματα της πατρικής στέρησης στη ζωή των θεραπευόμενών μου. Ο Νέστορας, ένας άνδρας σαράντα ετών με καταθλιπτικά στοιχεία, μιλώντας γεμάτος πίκρα για τον αφανή πατέρα του, αναφέρει:

«Ο πατέρας μου ήταν ένα φάντασμα. Έλειπε διαρκώς, αλλά και τις φορές που ήταν εκεί έμοιαζε με σκιά που πλανιόταν δίπλα μου (…), μια φωνή από το βάθος του πουθενά. Ήταν και δεν ήταν στο σπίτι. Ο πατέρας μου μού έλειπε τόσο πολύ. Προσδοκούσα να μου μιλήσει, να μου πει πως μ’ αγαπάει, να με συμβουλέψει πώς να φέρομαι σαν άντρας, αλλά ποτέ δεν το έκανε (…). Υπήρξα ένα στερημένο από αγάπη παιδί».

Ο γιος που έχει βιώσει την ανυπαρξία του πατέρα του συχνά εσωτερικεύει την πεποίθηση ενός άνδρα ανάξιου να αγαπηθεί. Αισθάνεται προδομένος από τον πατέρα-φάντασμα, ο οποίος δεν κατάφερε να είναι παρών στη ζωή του και να τον φροντίσει, όπως όφειλε. […]

Διαβάστε επίσης στο tvxs.gr: Τι σημαίνει ανδρισμός σήμερα

Η βία ως σημάδι αδυναμίας

Διερευνώντας τις σχέσεις στην πατρική του οικογένεια και με αφορμή τον θάνατο του άνδρα που του έμαθε τη δουλειά του και λειτούργησε ως υποκατάστατο πατέρα στη ζωή του, ο Ανέστης ανοίγει με δισταγμό στη θεραπευτική ομάδα το θέμα της σχέσης του με τον πατέρα του το οποίο απέφευγε να αγγίξει για πολύ καιρό.

Η δραματική ιστορία του πατέρα του ξεκινά την περίοδο της Κατοχής, όταν εκείνος ως έφηβος χάνει τον δικό του πατέρα στον πόλεμο και αργότερα τη μητέρα του την οποία εκτελούν οι Γερμανοί.

Μεγαλώνει ορφανός μέσα σε ιδιαίτερα σκληρές συνθήκες και σε μια εποχή όπου κυριαρχούν η πείνα και ο φόβος του θανάτου. \

Η επιβίωση αποτελεί τον καθημερινό του στόχο. Ζει και περιφέρεται μόνος του, έρμαιο των καταστάσεων. Την εσωτερική του οδύνη την ατσαλώνει με σιωπή για να αντέξει.

Παρόλο που αργότερα δημιουργεί τη δική του οικογένεια, η οδύνη παραμένει αγιάτρευτη και ο μη εκφρασμένος θυμός τού τρώει τα σωθικά.
Αποκτά δύο αγόρια: τον Ανέστη, που έχει το όνομα του πατέρα του, και τον Γιάννη.

Επεξεργαζόμενος την πατρική σχέση, ο Ανέστης, ανασύρει από τη μνήμη του επώδυνες καταστάσεις που έχει βιώσει με τον πατέρα του, συνειδητοποιώντας τη μεγάλη απουσία σε όλα τα στάδια της ζωής του […]

«Στα δεκατρία μου ένιωθα σαν ορφανός. Στις πέντε τα ξημερώματα έπαιρνα το λεωφορείο και πήγαινα για δουλειά. Βγαίνοντας από το σπίτι έτρεμα από τον φόβο μου, όμως τελικά πήγαινα πάντα ενάντια σ’ αυτό τον φόβο στη ζωή μου (…) Ο πατέρας μου ποτέ δεν με ρώτησε τι κάνω. Δεν είχε όνειρα για μένα. Ήταν σαν να μου είπε: «Βγες στη ζωή και βγάλ’ τα πέρα μόνος» (…) Το χειρότερο πράγμα όμως που θυμάμαι από εκείνον ήταν όταν με έδεσε σε ένα δέντρο και με άφησε εκεί για ώρες, εξευτελίζοντάς με μπροστά στους φίλους μου επειδή τον είχα βρίσει»

Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Κονέκτικατ Ronald Rohner, μελετώντας τη θεωρία της γονεϊκής αποδοχής-απόρριψης (PAR Theory), αναφέρει ότι, σύμφωνα με εκτεταμένες έρευνες, όταν οι άνθρωποι αισθάνονται απόρριψη, ενεργοποιούνται στον εγκέφαλό τους τα ίδια κυκλώματα που είναι υπεύθυνα και για τον δριμύ σωματικό πόνο.

Υποστηρίζει επίσης ότι, σε αντίθεση με τον σωματικό πόνο, οι άνθρωποι ξαναζούν τον ψυχολογικό πόνο της απόρριψης πολλές φορές στη ζωή τους.

Το επώδυνο αυτό συναίσθημα έχει διάρκεια, με αποτέλεσμα οι άνθρωποι στην παιδική ηλικία να κατακλύζονται από άγχος και ανασφάλεια, ενώ αργότερα ως ενήλικες να δυσκολεύονται να δημιουργήσουν στενές και ασφαλείς σχέσεις με τους άλλους.

Αποδίδοντας τη βαρύτητα της απόρριψης, στον ψυχισμό του ατόμου, ο Rohner αναφέρει ότι μέσα σε πενήντα χρόνια διεθνών ερευνών δεν έχει βρεθεί καμία άλλη μορφή εμπειρίας με τόσο σοβαρό αντίκτυπο στην προσωπικότητα του ατόμου όσο η εμπειρία της απόρριψης, ιδιαίτερα των γονέων προς τα παιδιά τους.

Υποστηρίζει επίσης ότι όλα τα παιδιά και οι ενήλικες, παρά τις διαφορές εθνότητας, κουλτούρας ή φύλου, έχουν την τάση να αντιδρούν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο όταν απορρίπτονται από τους φροντιστές τους και τα σημαντικά «πρόσωπα προσκόλλησης».
Όταν ο Ανέστης συνέδεσε τα συναισθήματα της θλίψης και της μοναξιάς που τον κατέκλυζαν με τη δυσλειτουργική συμπεριφορά του πατέρα του, αναγνώρισε πόσο πολύ είχε απορριφθεί από εκείνον.

Αντιλαμβανόμενος ότι δεν του δίδαξε έναν λειτουργικό τρόπο για να μπορεί να βγαίνει από τα αδιέξοδα της ζωής του και να διαχειρίζεται τις δυσκολίες του πιο αποτελεσματικά, έκλαψε γοερά.

Ο Ανέστης, μέσα από αυτή τη συνειδητοποίηση, βίωσε πολύ έντονα συναισθήματα, τα οποία τον κινητοποίησαν ώστε να αλλάξει σταδιακά τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούσε και σχετιζόταν με τους σημαντικούς άλλους. […]

*Απόσπασμα από  το βιβλίο: Η επιστροφή του άνδρα – Λύνοντας τη σιωπή αιώνων, της Ελισάβετ Μπαρμπαλιού, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Πεδίο. (Από τα υποκεφάλαια: «Ο αδύναμος πατέρας» και «Η βία ως σημάδι αδυναμίας», σελ. 220 – 228).

Tvxs – Επιμέλεια: Κρυσταλία Πατούλη

Το βιβλίο αυτό είναι αποτέλεσμα μιας μακράς πορείας κλινικής δουλειάς, μελέτης, έρευνας και σύνθεσης. Πραγματεύεται την ταυτότητα του έλληνα άνδρα, ο οποίος για αιώνες έδινε το στίγμα του μέσα από τη σιωπή και την απουσία του – ως πολεμιστής στη μάχη, ως ναυτικός στη θάλασσα, ως μετανάστης σε άγνωστους τόπους, ως σκληρά εργαζόμενος στους σύγχρονους καιρούς. Υφαίνοντας την ατομική του ταυτότητα με την ιστορία, την παράδοση και τις κυρίαρχες γεωγραφικές και κοινωνικές συνθήκες διαβίωσής του, ο έλληνας άνδρας μεταμορφώθηκε σε άνθρωπο σκληρό, δυνατό και ανθεκτικό, που χρειάστηκε να καταπνίξει τις ευαισθησίες και τις αδυναμίες του. Όσο για τον γιο του, αυτός μεγάλωνε και ανδρωνόταν χωρίς την ουσιαστική συμβολή του πατέρα στη ζωή του – φτάνοντας σήμερα, στον 21ο αιώνα, να κινείται πάνω στα χνάρια των προγόνων του και παράλληλα να προσπαθεί να απεγκλωβιστεί από τον φαύλο κύκλο που μόνο πόνο και δυστυχία προκαλεί στον ίδιο και στην οικογένειά του.

Το βιβλίο μοιάζει με ένα ταξίδι στον χρόνο. Με αφετηρία το παρόν, βάζει πλώρη για το παρελθόν και αγκυροβολεί τελικά στο μέλλον, προκειμένου να γνωρίσει εκ βαθέων τον έλληνα άνδρα και να αναδείξει τις αθέατες και εν πολλοίς παρεξηγημένες πλευρές του. Σήμερα οι άνδρες λύνουν τη σιωπή αιώνων και ανοίγουν την ψυχή τους, αποκαλύπτοντας τις πιο μύχιες σκέψεις τους στη θεραπευτική διαδικασία.

Αυτή είναι μια σημαντική περίοδος για την πορεία και εξέλιξη του άνδρα, που σαν σύγχρονος Οδυσσέας επιστρέφει στον «οίκο» του και διαμορφώνει σταδιακά μια νέα ταυτότητα. Μεταβαίνει σε μια καινούργια μορφή ύπαρξης και συνύπαρξης με τα σημαντικά πρόσωπα της ζωής του και δίνει διαφορετικό νόημα, μέσα από την πατρότητα, στην έννοια του ανδρισμού, προσφέροντας μια καινούργια προοπτική στις επόμενες γενιές.


Τι σημαίνει ανδρισμός σήμερα. Του Γιώργου Κίσσα

Το βιβλίο «Η επιστροφή του άνδρα» απευθύνεται σε ενήλικες. Μιλά για μια πραγματικότητα που μόνο ώριμοι ενήλικες μπορεί να αναγνωρίσουν.

Τα τρία τέταρτα του βιβλίου είναι αφιερωμένα σ΄αυτό που η συγγραφέας ονομάζει «απουσία του άνδρα». Το οποίο έχει σχέση με τις  «σκοτεινές» πλευρές του άνδρα οι οποίες ενυπάρχουν στο ρόλο του ως γιού, συζύγου – συντρόφου και πατέρα.

Να εξηγήσω τι εννοώ. Υπάρχουν άνθρωποι που αρνούνται να αποδεχθούν και να αντιμετωπίσουν τη σκοτεινή πλευρά της ζωής τους, ή των γονιών τους. Είναι προσκολλημένοι στις παιδικές τους ανάγκες για εξιδανίκευση και παντοδυναμία του εαυτού τους και των σημαντικών άλλων. Και όταν κάποτε αναγκαστούν να δούν τη σκοτεινή πλευρά που αρνιόντουσαν, σαν νεοφώτιστοι την δαιμονοποιούν και την ξορκίζουν, με την ίδια απολυτότητα , που την φωτεινή πλευρά είχαν προηγουμένως εξιδανικεύσει.

Για αρκετούς από αυτούς τους ανθρώπους η αποδοχή και η αντιμετώπιση αυτής της καταστάσεως θα πάρει χρόνια, για κάποιους, ίσως, παραμείνει για όλη τους τη ζωή απλησίαστος στόχος.

Το βιβλίο της Ελισσάβετ  Μπαρμπαλιού απευθύνεται αρχικά σε όσους άνδρες αρχίζουν να αναγνωρίζουν ότι δεν είναι ούτε οφείλουν να είναι τέλειοι και παντοδύναμοι.

Και αναγνωρίζουν επίσης ότι και οι πατέρες τους ούτε ήταν τέλειοι και παντοδύναμοι, αλλά ούτε ήταν κακοί και αποτυχημένοι, όταν για παράδειγμα, απουσίαζαν από τη ζωή τους.

Ότι το να κλαίς και να ζητάς αδύναμος βοήθεια δεν σου αφαιρεί από τον ανδρισμό σου, ούτε ότι σου προσθέτει κάτι, ο τριψήφιος αριθμός των γυναικών που έριξες στο κρεββάτι.

Το βιβλίο όμως απευθύνεται και σε όσους θέτουν το ερώτημα πως μπορείς να συνειδητοποιήσεις κάτι τέτοιο και μετά να αξιοποιήσεις αυτή τη γνώση. Από τις αρχικές αναφορές στην ελληνική μυθολογία μέχρι τα πάμπολλα, σύγχρονα, κλινικά παραδείγματα, η συγγραφέας φωτίζει τη σκοτεινή πλευρά του έλληνα άνδρα, χωρίς να τον λοιδορεί, να τον κατηγορεί ή να τον θυματοποιεί. Και αυτή η προσέγγιση της είναι ένα πλεονέκτημα του βιβλίου.

Το δεύτερο ενδιαφέρον στοιχείο του βιβλίου, είναι πώς μιλά για τους άνδρες μία γυναίκα. Για αιώνες είχαμε συνηθίσει άνδρες συνήθως να μιλούν και να νομοθετούν για τις γυναίκες. Και αυτό συνέβαινε σε όλες τις εποχές μέχρι προσφάτως.

Η φεμινιστική έκρηξη τα τελευταία διακόσια περίπου χρόνια έχει φέρει και στην Ελλάδα αλλαγή στην κοινωνική θέση της γυναίκας. Πάντα βέβαια οι γυναίκες μιλούσαν για τους άνδρες αναμεταξύ τους ή μιλούσαν ως μητέρες στα παιδιά τους.

Αξίζει να θυμόμαστε, πως παρά την κοινή ανθρώπινη φύση που μοιραζόμαστε αδιαφοροποίητα γυναίκες και άνδρες, υπάρχουν και διαχωρισμοί, όπως ο διαχωρισμός των φύλων και των γενεών, που δεν γίνεται να τους ξεπεράσεις χωρίς συνέπειες.

Το ζήτημα, θεωρώ,  μολονότι  άκρως επίκαιρο δεν είναι της παρούσης, αλλά αναφέρομαι  στο τι σημαίνει λόγος μιας γυναίκας για έναν άνδρα  και αντίστροφα. Να δώσω μερικά παραδείγματα για να εξηγήσω το διαφορετικό του λόγου ενός άνδρα ή μιας γυναίκας.

Πως αντιλαμβάνεται το σώμα της και την σεξουαλικότητά της μια γυναίκα που έχει κατά το πλείστον εσωτερικά, κρυμμένα μέσα στο σώμα της τα γεννητικά της όργανα και πως ένας άνδρας που τα έχει περισσότερο εξωτερικά και σε άμεσα ορατή θέση.

Πως καταλαβαίνει ένας άνδρας τι σημαίνει γυναίκα, τι σημαίνει να φέρεις μέσα σου για εννέα μήνες ένα ζωντανό πλάσμα, κάτι που ποτέ του δεν θα το νιώσει εκείνος.

Και αν προσθέσουμε σε αυτά το γεγονός ότι μέχρι τώρα αφ ενός μεν τα αγόρια εκπαιδεύονταν στο ότι γίνεσαι άνδρας αρνούμενος κάθε τι το θηλυκό απάνω σου (συναισθήματα, παθητικότητα, αδυναμία), τα δε κορίτσια αφ ετέρου ανέπτυξαν ειδικές δεξιότητες λόγω στέρησης κοινωνικής θέσης, έχει ενδιαφέρον να δούμε πως μια σημερινή ελληνίδα, μητέρα, ψυχολόγος – ψυχοθεραπεύτρια, μιλά για τους άνδρες, μέσα από  την κλινική της εμπειρία. Ο λόγος της, η ματιά της, έχει διαμορφωθεί, όπως είναι φυσικό, από τη δική της ιστορία με τους άνδρες και τις γυναίκες της ζωής της.

Δύο χαρακτηριστικά του λόγου της συγγραφέως θα σημειώσω. Τα άλλα σας αφήνω να τα διαπιστώσετε μόνοι σας μελετώντας το βιβλίο.

Το πρώτο. Μολονότι το θέμα της απουσίας και της επιστροφής του άνδρα ανακινεί έντονα συναισθήματα σε άνδρες και γυναίκες το ύφος όλου του βιβλίου είναι μετριοπαθές και αυτό το θεωρώ πλεονέκτημα. Όχι απόλυτο και δογματικό. Δεν υπάρχει κανένας δυισμός, ούτε απολυτοποίηση.

Ακόμα και όταν ένας πατέρας διαπιστώνει πως η απουσία του δικού του πατέρα από τη ζωή του συντελεί στις δυσκολίες της συζυγικής  του ζωής ή του πατρικού του ρόλου, δεν αντιμετωπίζεται ως θύμα μιας σατανικής στερημένης μητέρας που τον κρατά αφοσιωμένο εφ όρου ζωής κοντά της. Οι ευθύνες του καθενός αναγνωρίζονται ατόφιες και μόνο τότε υπάρχει ελπίδα αλλαγής.

Προχωρώντας ο αναγνώστης στη μελέτη του βιβλίου, σχηματίζει την εικόνα του σύγχρονου άνδρα. Χαμένος, μπερδεμένος μέσα στις αντιφάσεις του.

Αγνοεί ποιός πραγματικά είναι, μη έχοντας μάθει πώς να αναγνωρίζει τα συναισθήματά του και τις επιθυμίες του και να τα διαχειρίζεται, προσπαθεί να ανταποκριθεί από τη μια σε ό,τι παράδοση αιώνων του υπαγορεύει, από την άλλη στις ανάγκες της σύγχρονης πραγματικότητας.

Η εικόνα αυτή δίνεται με «στοργική» ματιά, όχι απορριπτική στάση ούτε κηρυκτική διάθεση. Αν θέλετε ένα παράδειγμα των παραπάνω, ανατρέξτε στις σελίδες του βιβλίου τις αφιερωμένες στον Μ. Αλέξανδρο.

Το δεύτερο στοιχείο του λόγου της Μπαρμπαλιού είναι ο έντονος ιστορικός και κοινωνικός χαρακτήρας του.

Συχνά οι ψυχολόγοι ανάγουμε τα πάντα σε ψυχολογικά ζητήματα. Σαν τα παιδιά, θαμπωμένοι από τα επιτεύγματα της σχετικά καινούριας επιστήμης μας, υποτιμούμε για παράδειγμα την βιολογία, την κοινωνική διάσταση των πραγμάτων ή την ιστορία.

Η ιστορική και κοινωνική παράμετρος  σε όλα τα ζητήματα  που διαπραγματεύεται το βιβλίο είναι πάντοτε εμφανής. Δεν είναι άσχετο το ότι σχεδόν στο μισό μέρος του βιβλίου η απουσία και η επιστροφή του έλληνα άνδρα μελετάται σε ιστορικοκοινωνική βάση, αρχίζοντας από τους μυθολογικούς χρόνους και φθάνοντας στο σήμερα.

Ειδικότερα σας παραπέμπω στο 2ο κεφάλαιο του πρώτου μέρους, εκεί που αναφέρεται στις σύγχρονες μορφές απουσίας του άνδρα κυρίως μέσα από την εργασία, και στο 2ο μέρος του βιβλίου που μιλά για τον κλονισμό της πατρικής εξουσίας.

Γιατί όμως ο σύγχρονος άνδρας βιώνει αυτή την κρίση; Ύστερα από αιώνες απουσίας είτε ως ναυτικός είτε ως πολεμιστής είτε ως μετανάστης, ο έλληνας άνδρας γυρνά στο σπίτι του – στην καινούρια του ταυτότητα, στον διαφορετικό του ρόλο στην οικογένεια – και αυτό τον κλονίζει συθέμελα.

Κάποιοι υποστηρίζουν πως η γυναίκα κάπως έχει βρεί τον βηματισμό της στην νέα πραγματικότητα, ενώ ο άνδρας ακόμη ψάχνεται ως προς το τι ορίζει τον ανδρισμό του, και ποιος ο ρόλος του στην οικογένεια. Εν τούτοις, η ασάφεια  στους ρόλους των φύλων στο ζευγάρι, την οικογένεια και την κοινωνία, αφορά και άνδρες και γυναίκες.

Ακούστε πως καθρεφτίζεται στα λόγια μιας θεραπευόμενης  που παραθέτει η συγγραφέας, στη σελίδα 287:

«Θα ήθελα έναν άνδρα στη ζωή μου, αλλά δεν ξέρω τι θα μπορούσα να τον κάνω, τι να περιμένω από αυτόν και τι ρόλο να του προσδώσω».

Το πώς θα ξεπεραστεί αυτή η ασάφεια δεν είναι απλώς ζήτημα χρόνου. Ο χρόνος από μόνος του δεν γιατρεύει πάντα. Νομίζω αν καταλάβουμε καλύτερα τα χαρακτηριστικά αυτής της ασάφειας, η επιστροφή του άνδρα στην επαφή με τον βαθύτερο εαυτό του, τη γυναίκα και τα παιδιά του θα είναι πληρέστερη.

Θα κλείσω με κάποιες  σκέψεις που θα πω, συμπληρώνοντας στο σημείο αυτό την προβληματική του βιβλίου. ¨Έχουν να κάνουν με ένα χαρακτηριστικό της σύγχρονης ελληνικής, και όχι μόνο, κοινωνίας, αλλά και την δυσκολία πολλών ανδρών, ως άτομα, να ενηλικιωθούν. Το κοινωνικό προσδιορίζει το ατομικό και αντίστροφα, με αποτέλεσμα η ασάφεια να επιτείνεται.

Το σύγχρονο κοινωνικό πλαίσιο είναι περισσότερο ρευστό από ότι πριν κάποιες δεκαετίες. Ένα χαρακτηριστικό της μαζικής δημοκρατίας που ζούμε, όπως έλεγε ο φιλόσοφος Παναγιώτης Κονδύλης, είναι το anything goes, «όλα πάνε με όλα» στα νεοελληνικά.  Έγραφε στο βιβλίο του «Η παρακμή του αστικού πολιτισμού» ( 2000, Αθήνα, εκδόσεις Θεμέλιο, σελ. 251, 265 και 267):

«Η νέα αντίληψη για το άτομο, …στηριζόταν σε μια προγραμματική αντικατάσταση των αξιών της αυτοπειθάρχησης από τις αξίες της αυτοπραγμάτωσης».

Και παρακάτω: «Το πρόβλημα της αλήθειας δεν τίθεται πια από την άποψη του περιεχομένου, και μάλιστα δεν τίθεται καθόλου, η αλήθεια γίνεται όλο και περισσότερο σύμβαση και ορίζεται ως προϊόν μιας συναίνεσης, σκοπός της οποίας είναι να ρυθμίσει ειρηνικά την κοινωνική συμβίωση».

Και συμπληρώνει: «Η ρευστοποίηση, διάλυση ή κατάτμηση των άλλοτε εδραίων και αυτοτελών, …γέννησε άπειρες δυνατότητες συνδυασμών, και η αξιοποίησή τους έγινε ο αυτονόητος τρόπος σκέψης και ζωής στη μαζική δημοκρατία. Τώρα τα πάντα μπορούν και επιτρέπεται  να συνδυασθούν με τα πάντα, στη μόδα, στην παιδεία, στην πνευματική παραγωγή ή στα όρια της προσωπικής ζωής.».

Αυτή η κοινωνία έχει έντονα ναρκισσιστικά στοιχεία. Ο ναρκισσισμός δεν είναι πλέον μια ατομική παθολογία, καθώς μοιάζει να πηγάζει απ ευθείας από την κουλτούρα.

Στις μέρες μας, και παρά την κρίση, «το να ζεις για τη στιγμή είναι το πάθος που επικρατεί παντού – να ζεις για τον εαυτό σου, όχι για τους προγόνους ή τους απογόνους σου. Χάνουμε αργά την αίσθηση της ιστορικής συνέχειας, την αίσθηση ότι ανήκουμε σε μια διαδοχή από γενιές που ξεκινά από το παρελθόν και συνεχίζει στο μέλλον.

Οι άνθρωποι σήμερα δεν διψούν για την προσωπική σωτηρία και πολύ περισσότερο για την αποκατάσταση μιας παλιάς ή τον ερχομό μιας μελλοντικής χρυσής εποχής, αλλά για την αίσθηση, την στιγμιαία ψευδαίσθηση της προσωπικής ευεξίας, υγείας και προσωπικής ασφάλειας».( Cristopher Lasch, The culture of narcissism, New York: Norton 1978).

Εκείνοι που δεν έχουν όλα όσα θέλουν είναι σχεδόν το ίδιο απογοητευμένοι με εκείνους που τα έχουν, αλλά ανακαλύπτουν ότι δεν τους κάνουν ευτυχισμένους.

Η ψυχοθεραπεία συχνά, σε μια τέτοια κοινωνία με βασικό σύνθημα «το χρωστάς στον εαυτό σου» έχει συνεισφέρει σημαντικά στον προσωπικό ναρκισσισμό.

Τα σλόγκαν αυτοβοήθειας ωθούν τους ανθρώπους με συνθήματα όπως: «πάρε όλη την αγάπη που αξίζεις», «απόκτησέ τα όλα», «να είσαι ο καλύτερος φίλος του εαυτού σου» και παρόμοια.

Ο Robert Bly, αμερικάνος ποιητής, δοκιμιογράφος και ακτιβιστής, στο βιβλίο του «The sibling society» (1996) περιγράφει ότι στόχος της ανθρώπινης ανάπτυξης έπαψε να είναι η επίτευξη χαρακτήρα, καλοσύνης και σχέσεων και είναι τώρα η επίτευξη δημοτικότητας και φήμης. Οι άνθρωποι δεν νοιάζονται πια αν αγαπούν σωστά τα αγαπημένα τους πρόσωπα ή αν τα αγαπημένα τους πρόσωπα ανταποδίδουν την αγάπη τους, φτάνει να τους αγαπούν οι ξένοι.

Δεν είναι τυχαίο ότι σε μια τέτοια κοινωνία εξιδανικεύεται η νεότητα και ιδίως η εφηβεία. Η λατρεία της εφηβείας οδηγεί στον ναρκισσισμό – την πεποίθηση ότι ο κόσμος υπάρχει για να σε υπηρετεί ή να σε λατρεύει, αντί ότι εσύ υπάρχεις για την αξία που έχεις για τους άλλους.

Έτσι από εκεί που η εφηβεία ήταν το μεταβατικό στάδιο από την παιδική ηλικία στην ενηλικίωση, σταδιακά επεκτάθηκε και μετά τα 20 και μετά τα 30 και τα 40; Και μέχρι πού;

Αρχικά ήταν ένα στάδιο από το οποίο περνούσαν όλοι, μετά όμως γινόταν όλο και περισσότερο ένας στόχος ζωής από μόνο του, μια ταυτότητα, μια ξεχωριστή κουλτούρα ή και ένα ξεχωριστό είδος, ακόμη και ο φυσικός εχθρός των ενηλίκων.

Και από εκεί που για πολλές γενιές, όπως χαρακτηριστικά τονίζει η Μπαρμπαλιού στο βιβλίο, οι άνδρες ανατρέφονταν έτσι που να ρισκάρουν τη ζωή τους για την αγάπη ή το καθήκον χωρίς να το σκεφθούν στιγμή, φθάσαμε στη σημερινή κατάσταση που πολλοί άνδρες κάθονται και σκέφτονται το πράγμα.

Επιλέγουν να μην πεθάνουν, πράγμα που φαίνεται συνετή επιλογή, μετά όμως επιλέγουν να μη ζήσουν επίσης – να μην αναλάβουν δεσμεύσεις, να μην αναπτύξουν προσωπικότητα, να μην εκπληρώσουν υποχρεώσεις, να μην μπούν στη διαδοχή των γενεών, να μην συντηρήσουν ούτε να βελτιώσουν τον πολιτισμό και να κάνουν τον κόσμο καλύτερο.

Σε έναν τέτοιο κόσμο, λοιπόν, τι μπορεί να βοηθήσει την επιστροφή του άνδρα, όπως τονίζει η Ε. Μπαρμπαλιού στο τελευταίο μέρος του βιβλίου της;

Στη δουλειά μου προσπαθώ να μάθω από τις γυναίκες τι έχει κάνει κάποιος άνδρας στη ζωή τους που να τις έκανε να τον αγαπήσουν και να τον εκτιμήσουν.

Ενώ οι περισσότεροι άνδρες νομίζουν ότι οι γυναίκες θέλουν άνδρες με μεγαλύτερο πορτοφόλι, μεγαλύτερο πέος ή μεγαλύτερα μπράτσα, όλες μου λένε πάνω κάτω τα ίδια πράγματα.

Θέλουν ένα άνδρα που να τους μιλά και να τις ακούει, να τους δείχνει προσοχή αντί να εισπνέει όλο το οξυγόνο στο δωμάτιο για λογαριασμό του.

Σίγουρα περιμένουν από τον άνδρα να δουλεύει και ελπίζουν να του αρέσει η δουλειά, αλλά αυτό δεν είναι το μοναδικό του καθήκον. Δεν χρειάζεται να είναι κυρίαρχος του σύμπαντος, απλώς ισότιμος σύντροφός τους. Και αυτό είναι αντίθετο σε πολλά από αυτά που έχει μάθει ο άνδρας ως τώρα.

Διαβάστε επίσης στο tvxs.gr: H απουσία του πατέρα

Τι σημαίνει ανδρισμός όμως σήμερα; Μέσα στη φυσική πορεία των πραγμάτων ο ανδρισμός μεταβιβάζεται από τον πατέρα στο γιό. Οι γυναίκες όσο υπέροχες και αν είναι, όση αγάπη και αν δίνουν, όσο ηρωικές και αν είναι, αυτό δεν μπορούν να το διδάξουν.

Αν δεν έχουμε πατέρα, θα πρέπει να έχουμε παππούδες, θείους, ή ίσως έναν καλό πατριό, ένα δάσκαλο, έναν πνευματικό, ένα μέντορα, που να μας μεγαλώσει και από αγόρια να μας κάνει άνδρες.

Αυτοί οι άνδρες θα διδάξουν ότι «σήμερα ο άνδρας δεν χρειάζεται να νιώθει ντροπή που δεν μπορεί να ανταπεξέλθει στους μύθους «μάτσο», αλλά ούτε και πρέπει να νιώθει ντροπή όταν βρίσκει μέσα του κάποια αρχέγονα ανδρικά χαρακτηριστικά και ορμές:

την αφοσίωση να τελειώσει τη δουλειά που έχει, ακόμα και αν τον πονάει˙ ένα πνεύμα περιπέτειας ακόμη και αν η περιπέτεια είναι επικίνδυνη˙  μια αγάπη για τη φύση και όλα τα γήινα, τραχιά και άγρια πράγματα˙ μια επιθυμία για σωματική δραστηριότητα και για μετατροπή σκέψεων και συναισθημάτων σε δράση˙ μια αρχέγονη ικανοποίηση με τη μυρωδιά του ιδρώτα και του αίματος˙ μια αγάπη για τα παιχνίδια˙ μια τάση να ταξινομεί τα πράγματα και να τα κάνει προβλέψιμα και τακτικά».

Και θα κλείσω την αναφορά μου στο τι σημαίνει ανδρισμός σήμερα, αντιγράφοντας τα λόγια του Frank Pittman, αμερικανού ψυχίατρου και οικογενειακού θεραπευτή, από το βιβλίο του, «Ενηλικιωθείτε»,(εκδόσεις Ασημάκης, 2000) σελ. 128(το παραπάνω παράθεμα) και σελ. 129:

«Η δουλειά σας ως ενήλικου άνδρα είναι να ξεπεράσετε τους ανταγωνισμούς της εφηβείας, να ανακηρύξετε τον εαυτό σας άνδρα ώστε να μη χρειάζεται να το αποδεικνύετε συνεχώς κι έτσι να καταπιαστείτε για να κάνετε τη δουλειά της ζωής σας και να δοθείτε στις περιπέτειες της ζωής. Δεν χρειάζεται να είστε κυρίαρχοι του σύμπαντος. Δεν χρειάζεται να είστε αφεντικά στο σπίτι ή τη δουλειά σας. Δε χρειάζεστε πάνω από μια γυναίκα, ούτε και μπορείτε να έχετε δύο ή  περισσότερες γυναίκες σαν ισότιμες συντρόφους. Δε χρειάζεται να πεθάνετε για τον ανδρισμό σας. Μπορείτε να ελαφρύνετε το υπόδειγμα του ανδρισμού που μάθατε μεγαλώνοντας. Είναι ξεπερασμένο. Εκείνο που χρειάζεται ο κόσμος από σας είναι να ζήσετε τη ζωή σας σαν άνδρας και να λέτε στα αγαπημένα σας πρόσωπα τι βιώνετε, τι μαθαίνετε και πως νιώθετε που είστε όπως είστε».

*Ομιλία του ψυχολόγου – ψυχοθεραπευτή Γιώργου Κίσσα, για την παρουσίαση του βιβλίου: Η επιστροφή του άνδρα – Λύνοντας τη σιωπή αιώνων, της Ελισάβετ Μπαρμπαλιού, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Πεδίο.

 

Εν τέλει, την έχει άσχημα η κάθε κυριαρχία!

Tvxs.gr

«Σε αυτό τον πλανήτη, εν τέλει, την έχει άσχημα η κάθε κυριαρχία! όταν ένα είδος επικρατήσει πλήρως έναντι των άλλων, ήρθε η ώρα για να εξαφανισθεί αφού στο τέλος θα στραφεί κατά του εαυτού του!»

[…] Ο άνθρωπος θα επιλέξει, ή τελικά θα αναγκασθεί, να στραφεί πάλι προς τις δύο μάνες που τον έφεραν σαν είδος ως εδώ. Την πρωταρχική μάνα γαία που τον γέννησε και τον τρέφει, και τη δεύτερη μάνα του που είναι η ομάδα, η κοινότητα, η κοινωνία, στα πλαίσια των οποίων μπορεί να εξασφαλίσει όχι μόνο την επιβίωση, αλλά και το ευ ζειν […]

Η επιστροφή προς αυτές τις δύο μάνες δεν θα είναι προς τα πίσω, αλλά… προς τα εμπρός. οι κόρες και οι γιοι, τα παιδιά και τα εγγόνια της σημερινής γενιάς των ανθρώπων, θα χρειασθεί όχι μόνο να παίρνουν από αυτές τις μάνες και να τις εξαντλήσουν, όπως το κάνανε οι μέχρι τώρα γενιές. θα χρειασθεί να τις φροντίσουν κιόλας, για να μπορούν να πορεύονται μαζί και στο μέλλον. Γι’ αυτό και η επιστροφή σε αυτές θα γίνει όχι προς τα πίσω, αλλά βασικά προς τα εμπρός.

Επιστροφή σημαίνει να ρίχνουμε ματιές προς τα πίσω για να ξαναπιάσουμε κάποια θετικά νοήματα του παρελθόντος, να τα αναδείξουμε στο παρόν, να τα πλέξουμε με καινούργια νοήματα και αξίες, ώστε να έχουμε ξανά το νήμα που θα μας οδηγήσει στην ευζωία των σημερινών και των μελλοντικών γενιών.

Το «προς τα εμπρός» έχει να κάνει επομένως με τη διαμόρφωση του ευτοπικού μας μέλλοντος υπό τις νέες συνθήκες που υπάρχουν και που απαιτούν αποκατάσταση των μέχρι τώρα καταστροφών και επαναφορά της οικολογικής ισορροπίας.

Είναι όμως αναπόφευκτο το ευτοπικό μας μέλλον; Μήπως είναι το ίδιο πιθανή και η μελλοντική κακοτοπία για το ανθρώπινο είδος; […]

Το πλανητικό οικοσύστημα θα εξακολουθήσει να υπάρχει, ακόμα κι αν εξαφανισθεί ο άνθρωπος. Και στο μακρινό παρελθόν εξαφανίσθηκαν είδη που είχαν κυριαρχήσει και είχαν διαταράξει την ισορροπία του.

[…] Σε αυτό τον πλανήτη, εν τέλει, την έχει άσχημα η κάθε κυριαρχία! όταν ένα είδος επικρατήσει πλήρως έναντι των άλλων, ήρθε η ώρα για να εξαφανισθεί αφού στο τέλος θα στραφεί κατά του εαυτού του!

Η ελπίδα μου στηρίζεται ακριβώς εκεί, ότι δηλαδή κάποια στιγμή ο homo economicus θα ξαναγίνει ο homo sapiens, o «σοφός μοντέρνος άνθρωπος’, θα παραιτηθεί από την επέκταση της κυριαρχίας του σε όλο τον πλανήτη και θα αποφασίσει να ενταχθεί με ισορροπία στο φυσικό και κοινωνικό οικοσύστημα.

Έτσι κι αλλιώς δεν μπορώ, ούτε και θέλω να παίζω τον «σωτήρα». κανένας δεν το μπορεί. Ο μόνος σωτήρας του εαυτού της και του πλανητικού οικοσυστήματος θα μπορεί να γίνει η ίδια η ανθρωπότητα και οι νέες γενιές της, αν το θελήσουν […]

*Απόσπασμα από το νέο βιβλίο του Γιώργου Κολέμπα, Επιστροφή προς τα …μπρος!, εκδόσεις Ταξιδευτής

Διαβάστε στο tvxs.gr – Εκδήλωση για το βιβλίο «Επιστροφή προς τα… μπρος!»

Τη Δευτέρα 12 Ιουνίου 2017, 8μμ, στο βιβλιοπωλείο των εκδόσεων των Συναδέλφων, οι εκδόσεις Ταξιδευτής παρουσιάζουν το αφήγημα του Γιώργου Κολέμπα «Επιστροφή προς τα …μπρος!» το οποίο είναι βασισμένο σε πραγματική ιστορία.

«Το τελευταίο αυτό βιβλίο υπο μορφή αφηγήματος, είναι η σύνοψη απόψεων, προτάσεων, δράσης και τρόπου ζωής ενός μικρού κινήματος ανθρώπων, που την προηγούμενη 20ετία προσπαθούσαν «δια του παραδείγματος» να αναδείξουν ένα άλλο τρόπο ζωής και κοινωνικοπολιτικής πράξης, πέρα του κυρίαρχου νεοελληνικού κοινωνικού παραδείγματος και της πολιτικής-κομματικής δράσης. Σήμερα στα πλαίσια της συνολικής κρίσης και του «ναυαγίου» του μοντέλου ανάπτυξης που ακολουθήθηκε στη χώρα, θεωρώ ότι η στροφή προς την «επανατοπικοποιημένη» κοινωνία μπορεί να αφορά σε ένα ευρύτερο σύνολο στρωμάτων της ελληνικής κοινωνίας». Γ.Κ.

Στη συζήτηση – παρουσίαση θα συμμετέχουν, ο ίδιος ο συγγραφέας του βιβλίου και η δημοσιογράφος – σύμβουλος ψυχικής υγείας, Κρυσταλία Πατούλη(Η Έρευνα για την κρίση, σεμινάριο Αφήγηση Ζωής). Στην εκδήλωση συμπράττουν φορείς Αλληλέγγυας και Συνεργατικής Οικονομίας.

Info:
Δευτέρα 12 Ιουνίου 2017, 8μμ.
Βιβλιοπωλείο των Συναδέλφων
Καλλιδρομίου 30, Αθήνα

Η πρόσκληση στο φ/β εδώ

“Εμείς δε χρησιμοποιούσαμε τον όρο «αποκέντρωση». Προτιμούσαμε το «επανατοπικοποίηση». Συνδέαμε τον τόπο εγκατάστασής μας με τον «ου τόπο». Την ουτοπία που ξέραμε ότι δεν υπήρχε κάπου και που θα έπρεπε να τη δημιουργήσουμε. «Να δημιουργήσουμε τον κόσμο μας, μέσα στον κόσμο που θέλουμε να αφήσουμε πίσω μας». Ήταν το σύνθημά μας. Επιστροφή, αλλά όχι προς τα πίσω! Επιστροφή… προς τα μπρος! Ήταν το άλλο σύνθημά μας. […]» Για εμάς ένας άλλος κόσμος δεν είναι μόνο εφικτός, είναι ΥΠΑΡΚΤΟΣ.”

Μια παρέα νέων της πόλης, προς το τέλος της δεκαετίας του ’80, προετοιμάζονταν με συζητήσεις και αυτοεκπαίδευση να αφήσουν πίσω τους τη «χαβούζα» του Λεκανοπεδίου για μια δημιουργική μετεγκατάσταση στην ελληνική περιφέρεια.

Τελικά κατέληξαν να εγκατασταθούν το 1990 στο Πήλιο, μεταξύ δύο χωριών, προσπαθώντας να δημιουργήσουν μια «διευρυμένη οικογένεια» από 3-4 ζευγάρια, με ένα διαφορετικό – από τον κυρίαρχο – τρόπο ζωής. Συνάντησαν πολλές δυσκολίες στο εγχείρημά τους, δεν κατάφεραν πλήρως να υλοποιήσουν τα όνειρά τους, αλλά είχαν κοινές δραστηριότητες και με άλλους ανθρώπους ντόπιους ή «νεοφερμένους» στην περιοχή προσπαθώντας να λειτουργήσουν σαν παράδειγμα στην τοπική κοινωνία, ασχολούμενοι π.χ. με τη βιολογική – φυσική καλλιέργεια, τις βιοκλιματικές κατασκευές και εναλλακτικές μορφές ενέργειας, τη διακίνηση οικολογικών προϊόντων, με το κίνημα των οικοκαλλιεργητών και το κίνημα ενάντια στα μεταλλαγμένα.

Καταγόμενοι οι ίδιοι ή έχοντας γονείς από χωριά, την επιστροφή τους ή την επανατοπικοποίησή τους – όπως την χαρακτήριζαν – δεν την έβλεπαν σαν «αναχώρηση» και απομόνωση από τη ζωή της πόλης ή σαν επιστροφή προς τα πίσω στο παρελθόν, αλλά σαν επιστροφή σε μια καλύτερη ποιότητα ζωής, συνδεδεμένη με τη φύση και τα προβλήματα του συγκεκριμένου τόπου, τον οποίο ήθελαν να μετασχηματίσουν σε «ευ-τόπο». Για αυτό η επιστροφή τους… ήταν προς τα εμπρός, γιατί προσπάθησαν να δημιουργήσουν στοιχεία ενός μελλοντικού κόσμου, στα πλαίσια του κόσμου που άφησαν πίσω τους, ελπίζοντας ότι στο μέλλον θα κινηθούν προς την ίδια κατεύθυνση ένας κρίσιμος αριθμός ανθρώπων, ικανών να βάλουν σε κίνηση και την ίδια την κοινωνία με στόχο την «ευζωία» της.

Ο Γιώργος Κολέμπας, γεννημένος το 1950 στην Ήπειρο, τέλειωσε Γυμνάσιο – Λύκειο στον Πειραιά, σπουδές στα Μαθηματικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (1968 – 1972) με μεταπτυχιακό Aufbaustudium Informatik στο Μόναχο (1974-77). Στο διάστημα 1986 – 90, που ήταν καθηγητής στο Ελληνικό Γυμνάσιο – Λύκειο Φραγκφούρτης έκανε σπουδές Οικολογίας στο πανεπιστήμιο Φραγκφούρτης.

Καθηγητής Μέσης Εκπαίδευσης (1978 – 2008) με οργάνωση πολλών περιβαλλοντικών προγραμμάτων και συμμετοχή στα τοπικά κοινωνικά και οικολογικά κινήματα πολιτών. Ταυτόχρονα από το 1990, που εγκαταστάθηκε στο Πήλιο, έγινε και οικο – γεωργός με στόχο την προώθηση και οργάνωση της βιολογικής οικο-παραγωγής στην Ελλάδα και τη διακίνηση των οικολογικών προϊόντων. Από το 2008 ασχολείται πλέον εκτός από τις βιοκαλλιέργειες και με τη διαμόρφωση του προτάγματος της Τοπικοποίησης. Μιας στρατηγικής  στα πλαίσια της γενικότερης πρότασης της απο – ανάπτυξης. Σαν απάντηση στη παγκοσμιοποίηση και σαν δυνατότητα μετάβασης σε μια αποκεντρωμένη, επανατοπικοποιημένη, αυτοδιαχειριζόμενη – αμεσοδημοκρατική, οικολογική και αταξική κοινωνία της ισοκατανομής πόρων και εξουσιών.

Έχει εκδώσει το αντίστοιχο βιβλίο: Τοπικοποίηση, από το παγκόσμιο στο τοπικό, καθώς και το βιβλίο: Κοινωνικοποίηση, η διέξοδος από τις συμπληγάδες του κρατισμού και της ιδιωτικοποίησης μαζί με τον Βασίλη Γιόκαρη. Με τον Γιάννη Μπίλλα έχει εκδόσει το βιβλίο: Ο ανθρωπολογικός τύπος της αποανάπτυξης- τοπικοποίησης. Στο συλλογικό βιβλίο με τίτλο: Άμεση δημοκρατία τον 21ο αιώνα έχει συμμετάσχει με το κείμενο: η οικονομία της μετάβασης προς την άμεση δημοκρατία. Έχει εκδώσει επίσης το βιβλίο με  τίτλο: Ο Σύγχρονος Κοινοτισμός. Το τελευταίο του βιβλίο έχει τίτλο: Επιστροφή προς τα…μπρος, ένα αφήγημα βασισμένο σε πραγματική ιστορία.

Ο ρόλος του πατέρα. Της Κάτιας Χαραλαμπάκη

[…] Η παρουσία του πατέρα έχει μια σειρά από σημαντικές επιπτώσεις για τη δυάδα μητέρας – παιδιού (Marks 2002). Παρέχει ένα είδος ανακούφισης, τόσο στη μητέρα όσο και στο παιδί, ενισχύει την ξεχωριστή ύπαρξη του παιδιού και, επιπλέον, μπορεί να επηρεάσει θετικά την ικανότητά του για συμβολοποίηση.

Δεν είναι μόνο ένα πρόσωπο, αλλά αντιπροσωπεύει και μια θέση, μια λειτουργία, είναι ο τρίτος που διαμεσολαβεί στη σχέση μητέρας – παιδιού, διευκολύνοντας τη διεργασία αποχωρισμού τους.

Ο πατέρας είναι ένα αντίδοτο στην υπερβολική έκθεση στη μητέρα και, συγχρόνως, αποτελεί για το ίδιο το παιδί μια εμπειρία ότι κατέχει μια σημαντική θέση και στο μυαλό κάποιου άλλου πλην της μητέρας (Raphael-Lef 1991).

Ο πατέρας μπορεί ακόμη, εν μέρει, να αναπληρώσει ή και να επανορθώσει τα συναισθηματικά κενά της μητέρας σε σχέση με το παιδί της. Αποτελεί μια δεύτερη ευκαιρία για τη συναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού του.

Όταν τα γονικά καθήκοντα μοιράζονται ανάμεσα στη μητέρα και στον πατέρα, με τον καθένα να συνεισφέρει μέσα από τις ιδιαιτερότητες του φύλου του και του χαρακτήρα του, το παιδί ωφελείται από αυτή τη συμπληρωματικότητα.

Όπως αναφέρει ο Skynner (1987), ο ορισμός του εαυτού με βάση τα δύο διαφορετικά πρόσωπα, της μητέρας και του πατέρα, γίνεται με τον ίδιο τρόπο που ένα καράβι, όταν γνωρίζει δύο σημεία του ορίζοντα, μπορεί να ορίσει τη θέση στην οποία βρίσκεται στον ωκεανό.

Το παιδί, καθώς εσωτερικεύει και τους δύο διαθέσιμους γονείς του, παύει να είναι εγκλωβισμένο σε μια σχέση για δύο, που απειλεί να του προκαλέσει ασφυξία.

Το πρωταρχικό οικογενειακό τρίγωνο εφοδιάζει το παιδί με δύο συνδέσμους που το ενώνουν με τον κάθε γονιό ξεχωριστά και το φέρνουν αντιμέτωπο με τον σύνδεσμο μεταξύ τους που το αφήνει απέξω.

Αυτό παρέχει ένα πρότυπο μιας σχέσης «τρίτου είδους», στην οποία το παιδί είναι μάρτυρας και όχι συμμετέχων, και έτσι δημιουργείται μια Τρίτη θέση από όπου μπορεί κανείς να παρατηρεί τις σχέσεις, ενώ μπορεί να φανταστεί και τον εαυτό του να γίνεται αντικείμενο παρατήρησης. Ο Britton ονόμασε την ψυχική ελευθερία που δίνει αυτή η διαδικασία «τριγωνικό χώρο» (Britton 1989).

Το παιδί, καθώς μαθαίνει πως οι γονείς του έχουν τη δική τους συναισθηματική ζωή από την οποία το ίδιο αποκλείεται, συνειδητοποιεί τον διαχωρισμό των γενιών στην οικογένειά του και αντιλαμβάνεται πως σε σχέση με τους γονείς του θα είναι πάντα παιδί (Heineman 2006).

Είναι μια ιδιαίτερα σημαντική αλλά και οδυνηρή θέση το να παρατηρεί και να αντέχει τον ειδικό δεσμό μεταξύ των γονιών του, να αντέχει τη ζήλια και τον φόβο του αποκλεισμού, ενώ συνεχίζει να αισθάνεται ότι αγαπιέται από τους γονείς του.

Αργότερα, καθώς ενηλικιώνεται, θα αποκλείσει το ίδιο τον εαυτό του από το γονικό ζεύγος προκειμένου να αναπτύξει τη δική του ταυτότητα και να δημιουργήσει στενές σχέσεις έξω από την οικογένειά του (Χαραλαμπάκη 2008).

[…] Στην περίπτωση που ο πατέρας απουσιάζει είναι πιθανό η κόρη, αν λάβει το μήνυμα από τη μητέρα της ότι νιώθει ευάλωτη και μόνη, να προσπαθήσει να αναπληρώσει το κενό της απουσίας του αναλαμβάνοντας μεγάλο μέρεος της συναισθηματικής ευθύνης της μητέρας της.

Όπως είναι αναμενόμενο, μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο σχετίζεσθαι, όπου κυριαρχούν η αντιστροφή ρόλων και η υπερεμπλοκή, ο συναισθηματικός αποχωρισμός και η διαφοροποίηση της κόρης αναβάλλονται διαρκώς.

Όσο πιο ανώριμη συναισθηματικά και ευάλωτη ναρκισσιστικά είναι η μητέρα, τόσο περισσότερο θα δυσκολευτεί να επιτρέψει στο παιδί της να εξελιχθεί πέρα από τις προσωπικές της ανάγκες και προσδοκίες, για να αναπτύξει τη δική του αυτόνομη ταυτότητα.

Αξίζει να σημειώσουμε πως όταν αναφερόμαστε στην απουσία του πατέρα δεν εννοούμε τη φυσική του απουσία, αλλά την έλλειψη της συμβολικής λειτουργίας του πατέρα μέσα στην οικογένεια, η οποία θα μπορούσε να διευκολύνει τη διαφοροποίηση του παιδιού.

Στο μύθο της Δήμητρας και της Περσεφόνης ο Δίας, πατέρας της Περσεφόνης, φαίνεται να επιθυμεί τον αποχωρισμό μητέρας – κόρης, αφού επιτρέπει στον Άδη να αποπλανήσει την κόρη του. Εκτός αυτού, ο Δίας (μαζί με τους άλλους θεούς) είναι αυτός που επεξεργάζεται και προτείνει την τελική συμβιβαστική λύση στη σχέση της Δήμητρας με την Περσεφόνη. Στην ουσία αντιπροσωπεύει την ικανότητα της Περσεφόνης να εσωτερικεύσει τη σχέση με τη μητέρα της, ενώ την ίδια στιγμή διατηρεί τη σχέση με τον άντρα της. Η εγγύτητα με τη μητέρα παραμένει και η σχέση με τον Άδη στον Κάτω Κόσμο μπορεί να βιώνεται ως πηγή ευχαρίστησης, αν και μακριά από το βλέμμα της μητέρας.

Η Δήμητρα, μετά την παρέμβαση του Δία και την τελική λύση που δόθηκε, σύμφωνα με την οποία ένα μέρος του χρόνου η Περσεφόνη θα μένει με τον άντρα της και τον υπόλοιπο χρόνο θα τον μοιράζεται με τη μητέρα της, δείχνει να είναι σε θέση να διαχειριστεί το πένθος για την απώλεια της κόρης της πιο δημιουργικά. Καθώς αποδέχεται και νοηματοδοτεί τη θλίψη της για τις αλλαγές που έφερε η απαγωγή της κόρης της από τον Άδη, επιτρέπει ση σχέση τους να εμπεριέχει την απόσταση, τη διαφορετικότητα, τον αποχωρισμό.

Όπως η Περσεφόνη, όλες οι κόρες, κάθε φορά που διαπραγματεύονται μεταβάσεις στον κύκλο της ζωής τους, γυρνούν πίσω στη σχέση με τη μητέρα τους προκειμένου να επεξεργαστούν πλευρές του εαυτού τους που μοιάζουν με τη μητέρα τους και ταυτόχρονα είναι διαφορετικές από εκείνη (Bernstein 2004).

Τέτοιες στιγμές μπορεί να αφορούν καταστάσεις – ορόσημα, όπως είναι ο γάμος, η εγκυμοσύνη, η γέννηση ενός παιδιού, η εμμηνόπαυση, τα γηρατειά και ο θάνατος. Ακόμη και οι πιο χαρούμενες στιγμές μπορεί να φέρουν την απώλεια.

Κάθε καινούρια φάση στον κύκλο της ζωής απαιτεί την εγκατάλειψη μιας προηγούμενης. Έτσι και η Περσεφόνη χρειάζεται να αποχωριστεί την όμορφη, αμέριμνη, συμβιωτική σχέση με τη μητέρα της για να μπορέσει να γίνει γυναίκα, να αποκτήσει όνομα και να συνδεθεί με τον άντρα.

Απόσπασμα από το βιβλίο της Κάτιας Χαραλαμπάκη, Οικογένειες σε δίσεκτα χρόνια. Σημειώσεις μιας ψυχιάτρου, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Καστανιώτη. (Κεφάλαιο: Δήμητρα και Περσεφόνη: Οικογενειακή θεραπεία μητέρας – κόρης. Υποκεφάλαιο: Ο ρόλος του πατέρα: Ο ρόλος του θεραπευτή/της θεραπεύτριας – Σελ. 91 – 94).

Tvxs – Επιμέλεια: Κρυσταλία Πατούλη

Τι βιώνουν και τι εκφράζουν στο γραφείο του ψυχοθεραπευτή οι οικογένειες σήμερα; Η έναρξη και η παράταση της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης έφεραν νέα δεδομένα στη ζωή των οικογενειών, όχι μόνο υλικά, αλλά και ψυχολογικά και, ακόμα περισσότερο, στο επίπεδο των σχέσεων. Έτσι, ένας θεραπευτής οικογένειας βρίσκεται μπροστά σε πρωτόγνωρες εμπειρίες στη δουλειά του, που απαιτούν νέα κατανόηση και νοηματοδότηση.

Τα κείμενα του βιβλίου γράφτηκαν κατά το διάστημα 2010-2016, με στόχο να καταγραφεί ένα κομμάτι από αυτό το καινοφανές υλικό στις σχέσεις των οικογενειών και των ζευγαριών που εισέβαλε και εξακολουθεί να εισβάλλει, «ακατέργαστο», στο γραφείο του θεραπευτή οικογένειας. Γίνεται προσπάθεια, εκτός από την περιγραφή, να τεθούν προβληματισμοί σχετικά με τις νέες δυνατότητες που χρειάζεται να αναδυθούν στο ψυχοθεραπευτικό πλαίσιο για πιο αποτελεσματικές θεραπευτικές παρεμβάσεις.

Από την άλλη, παρατίθενται κείμενα πιο θεωρητικά, γραμμένα πάλι την περίοδο αυτής της εξαετίας, που σχετίζονται με την ποίηση, τη φιλοσοφία και τους μύθους της αρχαιότητας, τη μελέτη γραπτών του Ρώσου γλωσσολόγου Μπαχτίν, του Αμερικανού ανθρωπολόγου Bateson, θέματα σχετικά με την ονοματοδοσία στην ελληνική οικογένεια κ.λπ. Με τον τρόπο αυτόν γίνεται σύνδεση των περιγραφών των σύγχρονων καταστάσεων στις οικογενειακές σχέσεις με γενικότερους προβληματισμούς, όπως είναι ο «διάλογος» και ο «πολυφωνικός εαυτός», η οποία είναι χρήσιμη για τη βαθύτερη κατανόηση των νέων φαινομένων στις σχέσεις αλλά και για την ίδια τη διεύρυνση εννοιών της ψυχοθεραπείας.

Ένα μεγάλο μέρος του περιεχομένου του βιβλίου είναι παρουσίαση κλινικών περιπτώσεων ψυχοθεραπείας οικογένειας και ζεύγους.


Κάτια Χαραλαμπάκη
Η Κάτια Χαραλαμπάκη είναι ψυχίατρος, οικογενειακή θεραπεύτρια, συντονίστρια διευθύντρια της Μονάδας Οικογενειακής Θεραπείας του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής.

Σπούδασε ιατρική στην Αθήνα, όπου και ειδικεύτηκε στην ψυχιατρική, εκπαιδεύτηκε στην ψυχοθεραπεία οικογένειας στην Αθήνα, στις Βρυξέλλες και στο Παρίσι.

Υπήρξε πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Συστημικής Σκέψης και Ψυχοθεραπείας Οικογένειας (ΕΕΣΣΚΕΨΟ), είναι υπεύθυνη σύνταξης του ηλεκτρονικού περιοδικού Συστημική Σκέψη & Ψυχοθεραπεία και μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού Τετράδια Ψυχιατρικής.

Έχει επιμεληθεί την έκδοση των βιβλίων στα ελληνικά: Murray Bowen, Τρίγωνα στην οικογένεια, Paul Watzlawick, Ανθρώπινη επικοινωνία και οι επιδράσεις της στη συμπεριφορά, Mary-Joan Gerson, Ο πλαισιωμένος εαυτός.

Συμμετείχε με κείμενά της στα συλλογικά έργα: Σώμα υγιές σε νου υγιή, Υγεία και Ασθένεια: ψυχολογικές διεργασίες, Θεραπεία ζεύγους, Η θεραπευτική σχέση.

***
http://tvxs.gr/news/biblio/o-rolos-toy-patera

 

Όλα για καλό. Του Γιάννη Μακριδάκη

13/3/17 – Tvxs.gr

Στο νέο ρεαλιστικό μυθιστόρημα Όλα για καλό, ο συγγραφέας, ερευνητής και φυσικός καλλιεργητής Γιάννης Μακριδάκης, σ’ αυτό το τέταρτο κατά σειρά μυθιστόρημά του και μετά από έξι νουβέλες στις εκδόσεις Εστία, για πρώτη φορά πρωτοτυπεί γράφοντας σε νεοελληνική γλώσσα και σχεδόν σε παρόντα χρόνο.

Ο κεντρικός του ήρωας, ο Δημοσθένης, από τις πρώτες σελίδες ανοίγει συνεχώς νέα μέτωπα που αναζητούν απαντήσεις για το «τι θα συμβεί;», και με αυτόν τον τρόπο λογοτεχνικής αφήγησης που μας άφησε κληρονομιά ο Όμηρος, πλέκεται το Όλα για καλό, μέχρι την τελευταία τελεία.

Κι αν «η ζωή δεν αξίζει τίποτα χωρίς ιστορίες», ο αναγνώστης δεν μπορεί να αφήσει το βιβλίο από τα χέρια του, μέχρι τη λύση όλων των αινιγμάτων, ενώ ο Δημοσθένης θα παραμένει διακριτικά σχεδόν στο περιθώριο για να ρίχνει το φως σε όλους τους άλλους, κάτι που θα αποδειχθεί έως και τραγική ειρωνεία, αφού μ’ αυτόν τον τρόπο θα οδηγήσει, χωρίς να το γνωρίζει, τα ίδια αυτά τα φώτα ολότελα στο δικό του πρόσωπο.

Οι φλέβες του μυθιστορήματος διασταυρώνονται από σελίδα σε σελίδα μέσα στο σώμα της ιστορίας του, όπως και οι παράπλευρες πατημασιές του κάθε ήρωα, νεκρού ή ζωντανού, νεογέννητου, ή πρόγονου, που αφήνει ανίδεος τα αποτυπώματά του στους δρόμους της ζωής των άλλων.

Όλο και πολλαπλασιάζονται τα ερωτήματα όσο εξελίσσονται τα γεγονότα, όλο και μεγαλύτερα μυστικά βγαίνουν στο φως. Οι φλέβες φουσκώνουν και αποκτούν επώδυνο παλμό στη σκηνή της ανάγνωσης.

«Όλα συμβαίνουν γύρω από δύο αλλόκοτες κηδείες, μια απρόσμενη γέννηση και τρία διαδοχικά δείπνα, που επισφράγισαν τα γεγονότα αυτά. Παλιά κιτρινισμένα ψιλόχαρτα ξεθάβονται, ιστορίες ξεχασμένες ξεβράζονται, τόποι έρημοι και στιγματισμένοι ζωντανεύουν ξανά, οικογενειακά και κοινωνικά μυστικά ξεσφαλίζονται, άνθρωποι ξένοι αλλά και τόσο όμοιοι ανταμώνουν στης ζωής τους το διάβα. Οι αποκαλύψεις όμως, που έρχονται στο φως, αποδεικνύονται δυσβάσταχτες για τον Δημοσθένη και τη μικρή του ομήγυρη. Τόσο για τους γέροντες που αναμασούν μοιραία την κοινή φύτρα των πάντων, όσο και για τους νεότερους που ζουν τα συμβάντα για πρώτη φορά.»

Πρέπει να πεθάνουν όλα τα ψέματα για να γεννηθεί η αλήθεια, για να μεταμορφωθεί η πραγματικότητα;

Η Κατρίν που έφτασε στο νησί από το Βερολίνο για «να προσφέρει εθελοντική εργασία και να συνδράμει τους πρόσφυγες, που βγαίνανε μιλιούνια καθημερινά τότε από την απέναντι ακτή» μένει να αποκαλυφθεί για ποιόν παρασκηνιακό πραγματικό σκοπό επισκέφτηκε την άγνωστη πατρίδα.

Κι ο ξέπαπας Μιχάλης, το αυτο-αποκλεισμένο μέλος της τοπικής κοινωνίας, μέλλει να κατέχει το κλειδί της λύσης αυτού του υπόκωφου δράματος που αφορά όχι μόνο με κάποιον τρόπο όλους τους ήρωες, αλλά λαούς και κοινωνίες, που άθελά τους για πρώτη φορά αφουγκράζονται το άγνωστο κοινό παρελθόν τους.

Γιατί οι ήρωες προσπαθώντας να κατασκευάσουν το παρόν και το μέλλον τους, έρχονται αντιμέτωποι με την αναπόφευκτη ανακατασκευή του παρελθόντος τους. Γιατί τελικά όλα γίνονται για καλό, όταν τα όνειρα, οι επιδιώξεις, οι επιθυμίες, χαράζονται -και πολλές φορές ανατρέπονται- από το χθες.

Το τέλος θα αποβεί αναπάντεχο, αλλά δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς, αφού σε αυτό το μυθιστόρημα, όλα αρχίζουν κι όλα τελειώνουν για καλό και πιο ώριμος από ποτέ ο συγγραφέας, μάς το υπογράφει.-

«Δεν προκάναμε όμως να πούμε πολλά γιατί σκουντουφλήσαμε και οι δυο μαζί απάνω στον Μουεζίν, που μόλις εκείνη την ώρα τον είχανε ξεβράσει τα κύματα. Φρεσκοπνιγμένος φαινότανε. Ξυλιασμένος και άκαμπτος ήτανε, σαν σανίδα. Βγάλαμε τότε και οι δυο από μια πνιχτή κραυγή, σαν καταλάβαμε τι μας έλαχε μες στα πόδια μας. Στο λεφτό η Κατρίν, με μια ψυχραιμία γερμανική μού έγνεψε ησυχία και γονάτισε σβέλτα πλάι στον πνιγμένο. Έπιασε να τον ψαχουλεύει με κινήσεις πεταχτές, να χώνει τα χέρια της μέσα στις τσέπες του και να τον ερευνά από πάνω ίσαμε κάτω. Σαν να είχε περάσει κάποια εκπαίδευση ειδική προτού να έρθει εδώ. Εγώ την κοιτούσα σαν παραλυμένος και δεν ανάπνεα καν, για να μην τρίξουνε τα λιλάδια κάτω από τα παπούτσια μου. Από την εσωτερική τσέπη του μπουφάν του τράβηξε μια θήκη πλαστική. Είχε μέσα την ταυτότητά του και το δίπλωμα της οδήγησης. Έριξε δυο πεταχτές ματιές ολόγυρα και αφουγκράστηκε σαν αγρίμι την ατμόσφαιρα, μην τυχόν και φάνηκε κάνα κοράκι απάνω στον λόφο. Σαν σιγουρεύτηκε ότι ήμαστε ολομόναχοι, έβγαλε τον μικρό φακό από την τσέπη της και έφεξε τα χαρτιά. Ήτανε πράγματι πολύ όμορφη, όπως την ξαναείδα στο φέγγος του».

Ο Γιάννης Μακριδάκης (akridaki@gmail.com – yiannismakridakis.gr)γεννήθηκε το 1971 στη Χίο και σπούδασε μαθηματικά. Από το 1997, που ίδρυσε το Κέντρο Χιακών Μελετών με σκοπό την έρευνα, αρχειοθέτηση, μελέτη και διάδοση των τεκμηρίων της Χίου, οργάνωνε τα ερευνητικά και εκπαιδευτικά προγράμματα του Κέντρου, επιμελούνταν τις εκδόσεις του και διηύθυνε το τριμηνιαίο περιοδικό «Πελινναίο» έως το 2011.

Κατόπιν άφησε τις πόλεις και μετακόμισε για μόνιμη διαμονή στην Βολισσό της ΒΔ Χίου. Εκεί, στράφηκε προς την φυσική καλλιέργεια της γης και έγινε παρατηρητής της αργής αβίαστης φυσικής ανάπτυξης. Ίδρυσε το Απλεπιστήμιο Βολισσού, μέσα από το οποίο διοργανώνει σεμινάρια φυσικής καλλιέργειας και πολιτικής στάσης ζωής με γνώμονα τον αντικαταναλωτισμό, την αποανάπτυξη και την πορεία της ανθρωπότητας προς την μετακαταναλωτική εποχή. Επίσης δημιούργησε το Σπίτι της Λογοτεχνίας στη Βολισσό και διοργανώνει λογοτεχνικά εργαστήρια.

Πολιτικά και φιλοσοφικά του κείμενα έχουν δημοσιευτεί στον διεθνή τύπο, έντυπο και ηλεκτρονικό στα γαλλικά, ισπανικά, ολλανδικά, σουηδικά, γερμανικά, αγγλικά.Έχει γράψει τα βιβλία:

  1. Συρματένιοι, ξεσυρματένιοι· όλοι. Χιώτες πρόσφυγες και στρατιώτες στη Μέση Ανατολή: Μαρτυρίες 1941 – 1946 (εκδ. Κ.Χ.Μ., Πελινναίο 2006 και εκδ. Εστία 2010).
  2. 10.516 μέρες: Ιστορία της νεοελληνικής Χίου 1912 -1940, ιστορικό αφήγημα (εκδ. Κ.Χ.Μ., Πελινναίο 2007).
  3. Το πρώτο μυθιστόρημά του Ανάμισης ντενεκές (Eστία 2008) κυκλοφόρησε τον επόμενο χρόνο (2009) και στα τουρκικά με τίτλο Bir bucuk teneke (εκδόσεις Senocak 2009). Το 2015 ανέβηκε στο θέατρο σε σκηνοθεσία Μαρίας Αιγινίτου.
  4. Η δεξιά τσέπη του ράσου, νουβέλα (Εστία 2009).
  5. Ήλιος με δόντια, μυθιστόρημα (Εστία 2010), το οποίο ανέβηκε στο θέατρο (2012) σε σκηνοθεσία Βασίλη Βασιλάκη.
  6. Λαγού μαλλί, νουβέλα (Εστία 2010).
  7. Η άλωση της Κωσταντίας, μυθιστόρημα (Εστία 2011), το οποίο ανέβηκε στο θέατρο (2012) σε σκηνοθεσία Χρήστου Βαλαβανίδη. Κυκλοφόρησε στα Γαλλικά με τίτλο La chute de Constantia (εκδόσεις S. Wespieser 2015).
  8. Το ζουμί του πετεινού, νουβέλα (Εστία 2012).
  9. Του Θεού το μάτι, νουβέλα (Εστία 2013).
  10. Αντί στεφάνου, (Εστία 2015).
  11. Η πρώτη φλέβα, νουβέλα (Εστία 2016).
  12. Το νέο του μυθιστόρημα Όλα για καλό, μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Εστία.

Διαβάστε επίσης στο Tvxs:

*Φωτογραφία εξωφύλλου: «Προνομιούχος Ιησούς Ε.Ε.», Δημήτρης Αντώνογλου, Φωτογραφική Λέσχη Χίου 2016.

Διονύσης Χαριτόπουλος: Ο έρωτας είναι ανεξήγητος

220545-sxeseis[…] Ο έρωτας είναι ανεξήγητος.

Ένα μυστήριο, όπως όλα όσα πηγάζουν από την ψυχή, τον βαθύτερο εαυτό μας. Ουδείς μπορεί να σου πει γιατί ερωτεύτηκες αυτό το πρόσωπο κι όχι ένα άλλο. Αν κάποιος μπάμιας ειδικός επιχειρήσει να σου το αναλύσει, απλώς θα λέει μπαρούφες. […]

Έρωτας

Η παγίδα της φύσης είναι στημένη και μας περιμένει.

Πιανόμαστε όλοι ανεξαιρέτως. Είναι στη φύση μας.

Πλην παθολογικών περιπτώσεων δεν υπάρχει άνθρωπος επί γης που δεν πιάστηκε στα ερωτικά δόκανα.

Ο έρωτας είναι εμπειρία ζωής.

Ποτέ άλλοτε δεν θα νιώσουμε τόση χαρά, ευτυχία, αλλά και τόσο πόνο. Οι μεγάλες στιγμές της ζωής μας, χαρούμενες ή οδυνηρές, είναι απότοκες του έρωτα.

Ο έρωτας είναι ανεξήγητος.

Ένα μυστήριο, όπως όλα όσα πηγάζουν από την ψυχή, τον βαθύτερο εαυτό μας. Ουδείς μπορεί να σου πει γιατί ερωτεύτηκες αυτό το πρόσωπο κι όχι ένα άλλο. Αν κάποιος μπάμιας ειδικός επιχειρήσει να σου το αναλύσει, απλώς θα λέει μπαρούφες.

Το υπέροχο νέο πρόσωπο.

Στη ζωή μας συναντάμε εκατοντάδες πρόσωπα. Στη δουλειά, στις παρέες, στη διασκέδαση. Και ξαφνικά με κάποιο από αυτά συμβαίνει ο ξαφνικός θάνατος των υπολοίπων. Αυτό θέλουμε και κανένα άλλο. Το εξυψώνουμε μέσα μας μέχρι θεοποίησης. […]

Ο έρωτας είναι μια υπόσχεση ευτυχίας.

Την επιλογή υπαγορεύουν οι ελλείψεις μας αυτές καθορίζουν το πρόσωπο που μας ελκύει. είναι αυτό που συγκεντρώνει τις μεγαλύτερες ελπίδες να τις καλύψει.

Το πρόσωπο που θα μας ολοκληρώσει.

«Έψαχνα κάποιον να σου μοιάζει και βρήκα εσένα», έγραψε μια ξεχωριστή γυναίκα.

Πίσω από το ερωτικό σου αντικείμενο είναι πάντα ο εαυτός σου. Στην ουσία αυτό που αναζητούμε στον άλλον είναι ήδη βαθιά μέσα μας.

Ακούς ένα τραγούδι και επειδή αναγνωρίζεις δικά σου στοιχεία, σου αρέσει, σε αγγίζει και ταυτίζεσαι΄ διαβάζεις ένα βιβλίο, βλέπεις μια ταινία και σου αρέσουν γιατί έχουν άτι από σένα. Έτσι και με το πρόσωπο της επιλογής σου΄ ταυτίζεσαι γιατί «κάτι λέει» που μόνο εσύ μπορείς να το ακούσεις. […]

Ο έρωτας είναι μια σαγηνευτική πλάνη.

Όταν ερωτευτείς, οι φίλοι σου λένε «περαστικά» γιατί ξέρουν με βεβαιότητα αυτό που εσύ αρνείσαι να παραδεχτείς΄ το ερωτικό μας αντικείμενο δεν είναι όπως εμείς το βλέπουμε.

Δεν έχει κάνει τίποτα να μας εξαπατήσει.

Εμείς είμαστε σε παρεκτροπή προβάλλοντας πάνω του αυτά που έχουμε ανάγκη. Βέβαια, όλα αυτά καμιά σημασία δεν έχουν΄ το σπουδαίο και συνταρακτικό είναι ότι βρήκαμε τον έρωτα. […]

Ο έρωτας είναι εξαρχής μια χαμένη μάχη.

Η πιο απελπισμένη και πιο καταδικασμένη που θα δώσεις ποτέ, αλλά και η πιο όμορφη. Κάπου στο βάθος το ξέρουμε, ι’ αυτό ζούμε διαρκώς με τον φόβο της απώλειας.

Ο Μπαρτ το συνοψίζει έξοχα: «Σ’ αγαπώ όπως πρέπει να αγαπάει κανείς, με απόγνωση». […]

 *Απόσπασμα από το νέο βιβλίο του Διονύση Χαριτόπουλου: Σχέσεις, που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Τόπος.

Tvxs – Επιμέλεια: Κρυσταλία Πατούλη

Αρσενικό-Θηλυκό. Οι δύο μεγάλες κατασκευές της Φύσης. Το σταθερό δίπολο δημιουργίας. Δύο πλάσματα προορισμένα το ένα για το άλλο που είναι σε συνεχή διαμάχη μεταξύ τους. Ιδίως αν ζευγαρώσουν.

Δημοσιεύτηκε: http://tvxs.gr/news/biblio/dionysis-xaritopoylos-o-erotas-einai-aneksigitos

Ο Κώστας Νασίκας για τις Εξορίες Γλώσσας: Η μαρτυρία ως επιβίωση

 

nasikas[…] Η έννοια της εξορίας αφορά το βίωμα αυτών που έζησαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, σε απάνθρωπες συνθήκες αλλά και γενικότερα όλα αυτά τα ανείπωτα που μπορεί να κουβαλάει κανείς μέσα του, όπου και να ζει, όποια γλώσσα και να μιλάει. Και όλη η ιστορία είναι, το πώς μπορούν όλα αυτά τα ανείπωτα να πάρουν μορφές μαρτυρίας, έκφρασης και μοιράσματος. Γιατί, όπως έχουμε πει και παλιότερα, αν δεν μοιράζονται τα βιώματα, χάνεται η ανθρώπινη διάσταση […]
Ο ψυχαναλυτής Κώστας Νασίκας, ο οποίος είναι μέλος της Γαλλικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας (APF), διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Lyon-1 και είναι ιατρικός υπεύθυνος του «Οίκου του Εφήβου» της Λιόν, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη με αφορμή το βιβλίο του Εξορίες γλώσσας, που μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη, αφηγούμενος την προϊστορία και την ιστορία της συγγραφής της εν λόγω έκδοσης, από την ιδέα μέχρι το τυπογραφείο.

Η προϊστορία του βιβλίου –γιατί υπάρχει πάντα μια προϊστορία- έχει δύο παράλληλους δρόμους:

  1. Ο ένας αποτελείται από μια σειρά εργασιών έρευνας, σκέψης, αλλά και ζωγραφικής,
  2. Και ο δεύτερος παράλληλος δρόμος ήταν η δική μου προσωπική ψυχανάλυση, όπως και η εκπαίδευσή μου ως ψυχαναλυτής – γιατί αυτά τα δύο πράγματα δεν χωρίζονται και πάντα συνεχίζονται.

Αυτοί οι δύο δρόμοι, δεν συναντιούνται εύκολα, και ορισμένες φορές -για πολύ κόσμο- τα αντικείμενα έρευνας, ζωγραφικής ακόμα και λογοτεχνίας, ξαναεπεξεργάζονται κατά κάποιον τρόπο βαθύτερες εσωτερικές προβληματικές χωρίς οι συγγραφείς τους να έχουν συνείδηση γι’ αυτό.

Από πλευράς ερευνητικών εργασιών, είχα κάνει παλιότερα μία εργασία γύρω από τη ψυχοσωματική, αλλά με την έννοια ό,τι από τα πολλά αισθητηριακά ίχνη που συνθέτουν τη μνήμη, ένα μικρό μέρος μπαίνει μέσα σ’ αυτή, και πολλά άλλα παραμένουν στον αισθητηριακό χώρο και μόνο. Ένα είδος υπο-μνήμης, θα λέγαμε, που δεν μπορεί να γίνει συνειδητή μνήμη.

Μια άλλη εργασία για την οποία σας είχα μιλήσει και παλιότερα, είχε τίτλο: «Το τραύμα και η γλώσσα», που αποτελούνταν από δύο κεφάλαια, το ένα λεγόταν «Τραύμα και δημιουργία της γλώσσας» και το άλλο «Τραύμα και καταστροφή της γλώσσας», που σημαίνει τραυματισμός, με την έννοια ότι δεν μπορεί να ειπωθεί τίποτα, δεν μπορεί να μοιραστεί, και παραμένει εσωτερικά, σε αυτόν τον χώρο της καταστροφής της γλώσσας, να επαναλαμβάνεται μέσα από εικόνες, από αισθήσεις, κλπ.

Αυτή είναι η προϊστορία από πλευράς επιστημονικών εργασιών.

Από πλευράς εσωτερικής – ψυχαναλυτικής πορείας υπάρχει κάτι άλλο που συνδέεται και με τη ζωγραφική, και είναι πως τελειώνοντας την ψυχανάλυση (η οποία δεν τελειώνει ποτέ ουσιαστικά) ανακάλυψα σιγά σιγά –με την έννοια ότι νωρίτερα δεν είχα καμία γνώση επ’ αυτού και χωρίς να έχω καμία μνήμη- πως είχα ζήσει τα πρώτα μου χρόνια σε έναν καταυλισμό μετακινηθέντων πληθυσμών στο τέλος του ελληνικού εμφυλίου,– διότι τα χωριά είχαν εκκενωθεί και είχαν αναγκάσει όσους βρήκαν εκεί να κατέβουν στον κάμπο και να ζουν υπό την επίβλεψη του στρατού, της αστυνομίας και υπό την τρομοκρατία παραστρατιωτικών οργανώσεων. Ο πατέρας μου ήταν ήδη εξορία στον Άη Στράτη.

Γι’ αυτό το γεγονός της ζωής μου σε αυτόν τον καταυλισμό δεν έχω καμία προσωπική μνήμη, αλλά μόνο ακούσματα από αφηγήσεις άλλων. Αυτό που κατάλαβα αργότερα προσέχοντας τις εργασίες και τα θέματα που με απασχολούσαν, ακόμα και μέσα από τη ζωγραφική, ήταν το πώς τα διάφορα ασυνείδητα ίχνη και βιώματα παίρνουν μορφή. Όχι μορφή λόγου, αλλά μορφή εσωτερικής αναπαράστασης, πριν το λόγο.

Αυτές λοιπόν ήταν οι προϊστορικές αφετηρίες για το βιβλίο, θεωρητικές, ζωγραφικές και ψυχαναλυτικές.

Γύρω από το θέμα για παράδειγμα «Τραύμα και καταστροφή της γλώσσας», είχα ήδη γράψει και διαβάσει άφθονα κείμενα με μαρτυρίες διαφόρων επιβιωσάντων, όπως ο Primo Levi, ο Αntelme εδώ στη Γαλλία και άλλοι. Αυτά με τραβούσαν από παλιά από ένα επιστημονικό ενδιαφέρον, από ένα ανθρώπινο ενδιαφέρον, από ένα ψυχαναλυτικό ενδιαφέρον, και πιθανώς από ένα βαθύτερο προσωπικό ενδιαφέρον χωρίς να το ξέρω.

Κι έτσι, σε μια στιγμή, όλα αυτά κάπου ενώθηκαν και άρχισα να γράφω το βιβλίο Εξορίες γλώσσας, που το πρώτο κεφάλαιό του, είχε αφετηρία ένα άλλο βιβλίο το LTI: Lingua Tiercii Imperium, που είχα διαβάσει και με είχε αφήσει άναυδο, γιατί περιγράφει όλη την εξορία της αυθεντικής γλώσσας μέσα στη γλώσσα του κόμματος των ναζί:

Πρέπει οι λέξεις να λένε άλλα πράγματα απ’ ότι έλεγαν πριν. Σε αυτό το βιβλίο βλέπουμε πάρα πολύ καλά, πως σιγά σιγά η γλώσσα αλλάζει.

Διαβάζοντας το βιβλίο αυτό, είχα παραμείνει, στο πως ο ίδιος ο συγγραφέας του, ο Victor Klemperer άρχισε να ενδιαφέρεται γι’ αυτό το θέμα. Ο ίδιος ήταν ένας καθηγητής φιλολογίας και ένα βράδυ το 1939-40 που έβλεπε τις ειδήσεις στην τηλεόραση, είδε μια ομάδα ναζιστών να παρελαύνει με ένα ταμπούρλο στην αρχή της παρέλασης, που έδινε το ρυθμό. Κι αυτό που του έκανε εντύπωση, ήταν πως ο ρυθμός του ταμπούρλου ήταν ενσωματωμένος από όλη την ομάδα. Περπατούσαν σα να ήταν όλοι ένα ταμπούρλο!

Και αυτή η εικόνα, του ότι όλα τα άτομα είχαν γίνει ένα ταμπούρλο, του έφερε τη σκέψη ότι η γλώσσα είναι σε κίνδυνο. Κάτι το οποίο δεν το εξηγεί, και ούτε το καταλαβαίνει καν. Έτσι όμως αρχίζει να φροντίζει τη γλώσσα, να κρατάει σημειώσεις για το πώς η γλώσσα δέχεται συνεχώς μετατροπές που της επιβάλλονται από το κόμμα των ναζί, αφενός μεν για να κρύψει αυτά που συμβαίνουν στην πραγματικότητα, και να επιβάλλει στο βάθος –κι αυτό το αναλύω σιγά σιγά σε αυτό το κεφάλαιο- μια από-υποκειμενοποίηση του κάθε πολίτη.

Και ο σκοπός –ένας σκοπός που δεν τον καταλαβαίνει κανένας- είναι αυτή η από-υποκειμενοποίηση να λειτουργεί σαν μηχανή καταστολής, ώστε να μη μπορεί κανείς να σκεφτεί μέσα από αυτή τη γλώσσα, αλλά μόνο να επαναλαμβάνει τσιτάτα του κόμματος. Σαν να δημιουργήθηκε, ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης της γλώσσας που από-υποκειμενικοποιεί την κάθε σκέψη. Και έτσι φτάνω και στην εξήγηση, για το πώς, βλέποντας το ταμπούρλο, έρχεται η ιδέα στον Victor Klemperer να αισθανθεί ότι η ιδία ότι η γλώσσα είναι σε κίνδυνο.

Σε αυτό το πρώτο κεφάλαιο, αναλύεται, λοιπόν, το πως η αυθεντική γλώσσα πάει εξορία μέσα στη μηχανοποιητική γλώσσα -ταμπούρλο του ναζιστικού κόμματος.

Στο δεύτερο κεφάλαιο, περιγράφεται το πώς μιλάει τη γλώσσα ένας μεγάλος ναζί, ο Άιχμαν, ο οποίος πλέον δικάζεται. Τους διάφορους λόγους του στο δικαστήριο, τους κατέγραψε η Χάνα Άρεντ η οποία λέει ότι δεν καταλαβαίνουμε πως συμβαίνει να μιλάει αυτός ο άνθρωπος για τόσο τραγικά γεγονότα και εμείς να τον ακούμε και να γελάμε. Πρέπει, λέει, να ζητήσουμε από έναν ψυχίατρο να μας εξηγήσει. Και λέει επίσης, πως ο Άιχμαν, δίνει την εντύπωση όταν μιλάει, πως δίνει τη μάχη εναντίον της γλώσσας και κάθε φορά τη χάνει.

Οπότε, επανέρχομαι εγώ από την άλλη οπτική γωνία, και βλέπω τον Άιχμαν να μιλάει τη γλώσσα του κόμματος των ναζί, προσπαθώντας να μιλήσει για τον εαυτό του. Και εννοείται πως δεν μπορεί να μιλήσει για τον εαυτό του διότι είναι από-υποκειμενοποιημένος, και λέει τσιτάτα διάφορα, τα οποία προκαλούν το γέλιο, ενώ περιγράφει το πως πάρθηκε η απόφαση το 1942, της Τελικής Λύσης, δηλαδή της εξόντωσης των εβραίων, δηλαδή του λεγόμενου ολοκαυτώματος, της μαζικής καταστροφής της ανθρώπινης διάστασης.

Και ενώ μιλάει γι αυτή την κατάσταση με λόγια που δεν είναι υποκειμενικά, προκαλεί το γέλιο. Γι’ αυτό το κεφάλαιο λέγεται: Η σχιζοφρενής γλώσσα. Δηλαδή, η γλώσσα είναι σχιζοφρενής.

Αυτό το κεφάλαιο, με τίτλο Η σχιζοφρενής γλώσσα, το διάβασε ένας φίλος μου που είναι διευθυντής του Εθνικού Κέντρου Ερευνών της Γαλλίας, στη γλωσσολογία, και έγραψε ένα άρθρο σε μία από τις μεγαλύτερες εφημερίδες της Νορβηγίας, όταν δικαζόταν ο Τόμας Αντρέα Μπρέιβικ που είχε σκοτώσει 77 άτομα και τον βγάλανε σχιζοφρενή σε πρώτη φάση, γιατί έλεγε διάφορα ακατάληπτα και δεν τον καταλαβαίνανε.

Αυτός ο φίλος μου, λοιπόν, έγραψε ένα άρθρο που έλεγε πως αυτά τα ακατάληπτα που λέει ο Μπρέιβικ, είναι όροι από ναζιστικά κόμματα άλλων χωρών, και τελικά είναι σχιζοφρενής η γλώσσα που μιλάει, και όχι ο ίδιος. Και τελικά, ενώ τον είχαν βγάλει σχιζοφρενή και μη δικάσιμο, του ξαναέκαναν δεύτερη εξέταση και τον έβγαλαν υπεύθυνο.

Δηλαδή, αυτή η έννοια ότι η γλώσσα είναι σχιζοφρενής κι όχι το άτομο, έφερε στο σημείο να ξαναεξεταστεί αυτός που είχαν βγάλει σχιζοφρενή, ο οποίος είχε σκοτώσει, ρατσιστικά και μόνο, 77άτομα.

Στη συνέχεια, το τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου με τίτλο «Αυτοεξόριστος από τη γλώσσα: Ο Πάουλ Τσέλαν», μελετά κυρίως την περίπτωση του ουκρανού Πάουλ Τσέλαν, ενός αναγνωρισμένου πλέον παγκοσμίως μεγάλου ποιητή, που όταν ήταν 12 χρονών τον έκλεισαν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Τους γονείς του δεν τους ξαναείδε και μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου βρέθηκε στη Γαλλία. Ο ίδιος μετέφραζε γερμανούς ποιητές στα γαλλικά, αλλά κυρίως έγραφε ποίηση στα γερμανικά.

Είχε πει: «Το χέρι που θα ανοίξει το βιβλίο μου μπορεί να έχει σφίξει το χέρι του δολοφόνου της μητέρας μου. […] Και θα μπορούσε να συμβεί και κάτι ακόμα χειρότερο […]. Και εντούτοις, αυτό είναι το πεπρωμένο μου: να πρέπει να γράφω ποιήματα στα γερμανικά»

Έγραφε, λοιπόν, στα γερμανικά ποίηση, με σκοπό –όπως εξηγούσε- να ξαναδώσει στη γλώσσα τη ζωή της, που την είχε χάσει από τους ναζιστές. Μέσα σε αυτή την αναζήτηση –σε ένα μεγάλο βαθμό τρελή- του συνέβησαν δύο πράγματα:

Ήθελε ένας μεγάλος γερμανός διανοούμενος, ο Χάιντεγκερ, να αναγνωρίσει το έγκλημα που είχε γίνει στη γλώσσα, και προσπάθησε μέσω των γνωριμιών του να τον συναντήσει, γιατί θεωρούσε πως αν ένας μεγάλος διανοούμενος αναγνώριζε το έγκλημα που έγινε στη γλώσσα, θα μπορούσε να ξαναβρεί τη ζωή της, να γίνει κάποια, θα λέγαμε, θεραπεία στη γλώσσα.

Τελικά τον βρήκε και μάλιστα κατάφερε να τον καλέσει ο ίδιος ο Χάιντεγκερ σε μια καλύβα που είχε πάνω στον Μέλανα Δρυμό. Εκεί ο Τσέλαν του ζήτησε αυτό που ήθελε ακριβώς, αλλά λίγες μέρες μετά έγραψε ένα ποίημα στο οποίο μιλάει για την απογοήτευσή του, ότι ο Χάιντεγκερ δεν θέλησε να αναγνωρίσει με τίποτα αυτό που του ζήτησε.

Κάποιους μήνες μετά, το Μάρτη του 1970, ήταν καλεσμένος στη Χαϊδελβέργη και διάβαζε ποιήματά του στα γερμανικά. Μέσα στο ακροατήριο ήταν και ο Χάιντεγκερ, ο οποίος τον περιφρόνησε. Είχε προηγηθεί και η περιφρόνηση κάποιων γερμανών δημοσιογράφων που είπαν ότι γράφει καλή ποίηση στα γερμανικά γιατί δεν καταλαβαίνει τη γλώσσα, γιατί δεν είναι γερμανός.

Δηλαδή, όλη η διαδικασία του Τσέλαν, ήταν να μπει μέσα στο «εμείς» αυτών που μιλάνε την ίδια γλώσσα, για να επανορθώσει την ίδια τη γλώσσα. Και απ” αυτό το «εμείς» τον έδιωξαν απ’ έξω. Έξω από τη γλώσσα, έξω από το «εμείς».

Τότε ο Πάουλ Τσέλαν, μετά από αυτά τα γεγονότα, γύρισε από τη Χαϊλδεβέργη στη Γαλλία και αυτοκτόνησε πέφτοντας στον Σηκουάνα.

Λέγεται και κάτι άλλο σε αυτό το τρίτο κεφάλαιο: Το πως ο Ναζισμός βασίστηκε στο Ρομαντισμό. Η καλλιέργεια του τέλειου, που έφερε ο Ρομαντισμός. Σαν πολιτικό ρεύμα ο Ρομαντισμός, της καλλιέργειας του τέλειου, αφενός μεν το 1870 παρατηρούμε τις πρώτες ρατσιστικές τάσεις και καίγονται βιβλία ξένων στη Γερμανία. Τότε ο Χάινε, που ήταν ποιητής εκείνης της εποχής, λέει: «Εκεί που καίγονται βιβλία, κάποια μέρα θα καούν άνθρωποι».

Θεωρείται, λοιπόν, ότι αυτή η αναζήτηση του τέλειου που έδωσε σαν πολιτικό ρεύμα ο Ρομαντισμός, την ξαναπαίρνει ο Ναζισμός. Ξαναέρχεται να δώσει αυτή την τάση του τέλειου, σαν πολιτικό κίνημα. Και η τάση του τέλειου έρχεται στη σκέψη του Χάιντεγκερ το 1926 που βγάζει το βιβλίο του «Είναι και χρόνος», που μιλάει για την έννοια της πατρίδας ως τόπος, ως ρίζες, και τη θεωρεί σημαντική έννοια για τη σύσταση της ταυτότητας του είναι.

Τότε κανένας δεν το πρόσεξε, αλλά σ’ αυτή την έννοια της πατρίδας όπως την εννοεί ο Χάιντεγκερ, με την έννοια της καθαρής ρίζας της γενεαλογίας, της καθαρότητας του αίματος, βασίστηκε ιδεολογικά ο Ναζισμός, και μέσα σ’ αυτή γλίστρησε όλος ο γερμανικός λαός.

Το τέταρτο κεφάλαιο, το οποίο ίσως είναι το κεντρικότερο στο βιβλίο, λέγεται «Αντίσταση μέσα στη γλώσσα». Η αντίσταση με τη γλώσσα. Με την έννοια ότι όταν κάποιος ζήσει ανείπωτες τραυματικές καταστάσεις που κινδυνεύει και η ζωή του, εκείνο που του επιτρέπει να επιβιώσει, είναι το ότι θα μπορέσει να μαρτυρήσει κάποια στιγμή όσα έζησε, το γεγονός ότι θα μοιραστεί αυτό που έζησε με άλλους.

Η ελπίδα να μαρτυρήσουμε κάτι σε άλλους, μπορεί να μας επιτρέψει να επιβιώσουμε. Εδώ μπορεί να γίνει μια αναφορά και στο βιβλίο Block 25 τη μαρτυρία ομηρίας της Καρολίνας  Ναχμούλη – Γαβριηλίδου, μητέρας του εκδότη Γαβριηλίδη, που κράτησε ημερολόγιο και επιβίωσε.

Οπότε αυτό το κεφάλαιο μιλάει για τη μαρτυρία, και σε πάρα πολλούς που έγραψαν τις μαρτυρίες τους, όπως ο Primo Levi, και πολλοί άλλοι.

Λίγο μετά, υπάρχει ένα υποκεφάλαιο με τίτλο «Περιχάραξη του άφατου» καθώς πολλές φορές η μαρτυρία, δεν καταφέρνει να περάσει στο λόγο το βίωμα, και ίσως μόνο καταφέρνει να περιχαρακώσει το ανείπωτο, ώστε να μη γίνει πηγή ψυχικής καταστροφής. Και ορισμένες φορές, παρά τη μαρτυρία, δεν το καταφέρνει κι έτσι βλέπουμε τον Primo Levi και πολλούς άλλους μάρτυρες να αυτοκτονούν με την ενοχή ότι είναι ψευδείς μάρτυρες.

Άλλο ένα υποκεφάλαιο, μιλάει για το παιδικό βλέμμα και τη μαρτυρία: Ορισμένες αφηγήσεις παιδιών, δεν λειτουργούν με λόγο, αλλά μόνο με εικόνες. Το πώς με εικόνες, προσπαθούν να περιχαρακώσουν κάτι το οποίο είναι καταστροφικό. Να φτιάξουν μια εικονική γλώσσα κατά κάποιον τρόπο.

Και άλλο ένα υποκεφάλαιο μιλάει για «το ανείπωτο, σαν κληρονομιά», για όλες αυτές τις αναζητήσεις, ώστε να καταγραφούν ονομαστικά όλοι οι εξόριστοι, οι κατεστραμμένοι. Να μπορέσει να γίνει κατάλογος των χαμένων. Το όνομα σαν τάφος. Να ξανα-υποκειμενοποιηθεί ο νεκρός, με το όνομά του, και να γίνει ταφή, κάτι που αναλύει η ταινία «Ο γιος του Σαούλ», για την οποία έχουμε μιλήσει στο παρελθόv, αυτό που συμβολίζει και το μνημείο Yad Vachem στην Ιερουσαλήμ.

Και τέλος το ίδιο κεφάλαιο, «Η ποίηση σα χώρος του άφατου» το οποίο αναφέρεται σε πολλούς ποιητές, που με την ποίηση προσπαθούν να αντισταθούν σε αυτή τη μαζική καταστροφή της ανθρώπινης διάστασης των Ναζί, που προσπαθούν να συγκρατήσουν το ανείπωτο, το άφατο, το καταστροφικό, ανάμεσα στις λέξεις. Κάπου εκεί τελειώνει το τέταρτο κεφάλαιο, που είναι, ίσως, το πιο σημαντικό του βιβλίου.

Και πάμε στο πέμπτο κεφάλαιο, το οποίο λέγεται «Αυτοεξόριστος στη γλώσσα». Και αυτό το κεφάλαιο έχει διάφορα ανοίγματα και αφορά μια προβληματική εκείνων που έχουν μία διγλωσσία, παίζει με τη λέξη εξορία, που λέγεται “exil”, αλλά αν την κόψουμε στα δύο, γίνεται «ο τέως εαυτός»(ex=τέος, il=εαυτός), όπου ο τέως εαυτός είναι εκείνος που υπήρχε στην προηγούμενη γλώσσα, και περιγράφεται πως επιβιώνει και πως γίνεται και ξένος μέσα στην καινούργια γλώσσα, μέσα στον εαυτό της καινούργιας γλώσσας.

Έχει όμως πιο πολλά κλινικά μέρη, για ανθρώπους που για διάφορους λόγους δεν μπόρεσαν να πουν τίποτα στη μητρική τους γλώσσα, άσχετο με το που ζουν, γιατί η μητρική γλώσσα συνδέεται με τρομερά βιώματα. Και μπορούν σε μια γλώσσα στην οποία εξορίστηκαν, να πλησιάσουν να πουν κάποια πράγματα.

Και αυτό το κεφάλαιο προσπαθεί να περιγράψει μέχρι που αυτό μπορεί να συμβεί και να φέρει αποτελέσματα και μέχρι που αδυνατεί. Και πως η ίδια η μεταβίβαση (που χαρακτηρίζει την ψυχαναλυτική διαδικασία και μέσα από την οποία ο αναλυόμενος επενδύει τον ψυχαναλυτή με διάφορα συναισθήματα που μεταφέρει, ασυνείδητα, από τις μορφές τις παιδικής του ηλικίας) κάνει το μεταφραστή.

Το επόμενο κεφάλαιο με τίτλο «Το ανείπωτο μέσα στη ψυχανάλυση», περιγράφει πως αναδύονται μέσα στην ψυχανάλυση, βιώματα που έχουν κρατηθεί έξω από τη μνήμη, στο ασυνείδητο.

Και το τελευταίο κεφάλαιο, το οποίο είναι το πιο δύσκολο, και ίσως το πιο ενδιαφέρον επιστημονικά, περιγράφει το πώς μέσα στη μεταβίβαση λειτουργεί ένα είδος χώρου αναδημιουργίας της γλώσσας. Πως τα ανείπωτα μπορούν να βρουν λόγια, όχι μόνο από αυτά που υπάρχουν, αλλά να δημιουργήσουν και το λόγο.

Προς το τέλος αυτού του κεφαλαίου, υπάρχει ένα υποκεφάλαιο με τίτλο «Η εκδίκηση της γλώσσας», που περιγράφεται πως όταν αυτή η ψυχαναλυτική διαδικασία είναι ψευδής, τεχνητή, επιφανειακή, η γλώσσα εκδικείται, εμφανίζοντας το ψέμα. Έχει μια δική της ζωή η γλώσσα κατά κάποιο τρόπο.
Και κάπου εκεί κλείνουμε.

Η εξορία, δεν είναι μόνο γλώσσα εξορισμένη. Είναι το ανείπωτο κυρίως. Αυτό που δεν μπορεί να ειπωθεί μέσω της γλώσσας. Η εξορία είναι κάτι πέρα από τη γλώσσα, αλλά μπορεί να είναι και γλωσσική εξορία.

Τώρα, αν κρατήσουμε την έννοια μεταξύ γλωσσών, π.χ. άνθρωποι που πάνε σε μια χώρα και έχουν μια άλλη μητρική γλώσσα κλπ., αυτοί ζουν μέσα τους μια εσωτερική μάχη, μια συνεχή εσωτερική μάχη. Και δεν είναι μόνο η γλώσσα, είναι η κουλτούρα, είναι η σκέψη μαζί, που μάχονται, από τη μια και από την άλλη μεριά.

Μια από τις τάσεις στις οποίες οδηγεί αυτή η μάχη, είναι εκείνη του κλεισίματος μέσα σε ένα πολιτιστικό ή θρησκευτικό γκέτο. Αυτό μπορεί και να φτάσει ως το σημείο παραγωγής τζιχαντιστών καθώς έχει τάση να μένει έξω από την κουλτούρα της κοινωνίας που το περιβάλλει και να παράγει τη δική του. Μπορεί να φτάσει και στην τάση τού να μάχεται ενάντια σ” αυτήν την κουλτούρα και να θέλει την καταστροφή των αξιών της και την εξαφάνισή τους.
Η άλλη τάση που παρουσιάζουν κάποιοι μετανάστες είναι εκείνη τού να ξεχνούν τον προηγούμενο εαυτό τους και να επιθυμούν μόνο να γίνουν όμοιοι με τους άλλους, εκείνους της θετής τους κουλτούρας. 

Η έννοια της εξορίας αφορά το βίωμα αυτών που έζησαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, σε απάνθρωπες συνθήκες αλλά και γενικότερα όλα αυτά τα ανείπωτα που μπορεί να κουβαλάει κανείς μέσα του, όπου και να ζει, όποια γλώσσα και να μιλάει. Και όλη η ιστορία είναι, το πώς μπορούν όλα αυτά τα ανείπωτα να πάρουν μορφές μαρτυρίας, έκφρασης και μοιράσματος. Γιατί όπως έχουμε πει και παλιότερα: Αν δεν μοιράζονται τα βιώματα, χάνεται η ανθρώπινη διάσταση.-

nasikas_2

ΕΞΟΡΙΕΣ ΓΛΩΣΣΑΣ, Κώστας Νασίκας. Πρόλογος: Μπερνάρ Γκολς. Μετάφραση από τα γαλλικά: Τερέζα Βεκιαρέλλη. Σειρά: Γραφές της Ψυχανάλυσης. Εκδόσεις Γαβριηλίδης – 2017.

«Το χέρι που θα ανοίξει το βιβλίο μου μπορεί να έχει σφίξει το χέρι του δολοφόνου της μητέρας μου. […] Και θα μπορούσε να συμβεί και κάτι ακόμα χειρότερο […]. Και εντούτοις, αυτό είναι το πεπρωμένο μου: να πρέπει να γράφω ποιήματα στα γερμανικά» έγραφε ο Πάουλ Τσέλαν.

Από αυτή την εμπειρία μιας απόλυτης εξορίας ο Κώστας Νασίκας επιχειρεί μια μελέτη στη συμβολή της γλωσσολογίας, της λογοτεχνίας, της ανθρωπολογίας και της ψυχανάλυσης, που μας οδηγεί, με τρόπο μερικές φορές ιλιγγιώδη, να βυθιστούμε στον κόσμο της παλινδρόμησης, της αποπροσωποποίησης και της διαρκούς κατασκευής του εαυτού μέσω της γραφής και της γλώσσας, η οποία εκ φύσεως μας προδίδει, πολύ περισσότερο όταν πρόκειται για τη γλώσσα των προδοτών και των ­δημίων.

Αυτός ο στοχασμός τον οδηγεί στην επερώτηση τρόπων της παρουσίας του άφατου και της καταστροφής στο εσωτερικό της γλώσσας. Αναλύει ιδιαίτερα τους τρόπους επιστροφής αυτών των «παρουσιών» στο εσωτερικό της μεταβιβαστικής εμπειρίας στην ψυχανάλυση. Αυτή αποδεικνύεται προοδευτικά τόπος παλινδρόμησης της γλώσσας σε ένα σημειωτικό λουτρό που ­επιτρέπει να αναδύονται οι διαστάσεις και οι συνθήκες των απαρχών του ­χρόνου, που πλαισιώνουν τη σταθερή (ανα)κατασκευή της γλώσσας.

Ο Κώστας Νασίκας είναι ψυχαναλυτής, μέλος της Γαλλικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας (APF), διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Lyon-1 και είναι ιατρικός υπεύθυνος του «Οίκου του Εφήβου» της Λιόν. Έχει δημοσιεύσει διάφορα άρθρα και έχει επιμεληθεί μερικά βιβλία. Οργανώνει τα τελευταία χρόνια ένα ερευνητικό εργαστήρι με τίτλο «Χώροι (ανα)δημιουργίας της γλώσσας (Fabriques de la langue)», όπου συμμετέχουν γλωσσολόγοι, λογοτέχνες και ψυχαναλυτές. Ένα συμπόσιο με τον αντίστοιχο τίτλο έγινε το 2010 στην Ecole Normale Superieure της Λιόν και κυκλοφόρησε από τις Presses Universitaires de France το 2012.

nasikas_3

 

Το Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2017 στις 12.00 το μεσημέρι, στο Poems ’n crimes, Αγίας Ειρήνης 17, Μοναστηράκι, οι εκδόσεις Γαβριηλίδη διοργανώνουν την παρουσίαση του βιβλίου του Κώστα Νασίκα: ΕΞΟΡΙΕΣ ΓΛΩΣΣΑΣ.  Θα μιλήσουν οι: Όλγα Μαράτου  (ψυχαναλύτρια, Ε.Ψ.Ε.), Βασίλης Δημόπουλος (ψυχαναλυτής, Ε.Ψ.Ε.), Μανόλης Στεφανουδάκης (κλινικός ψυχολόγος, ψυχαναλυτής).  Θα παρευρεθεί ο συγγραφέας και θα συντονίσει ο Θανάσης Χατζόπουλος (ψυχαναλυτής, S.P.F.), επιστημονικός υπεύθυνος της σειράς Γραφές της Ψυχανάλυσης.

Περισσότερες πληροφορίες: τηλ.: 210 6438785.

Την Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2017, ώρα 21.00, ο Κώστας Νασίκας θα μιλήσει με θέμα: Πάουλ Τσέλαν: ανάμεσα στην πάλη για τη γλώσσα και την εξορία, στην ενότητα ομιλιών με τίτλο: ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ: Συνομιλίες.
Οι υπόλοιπες ομιλίες της ίδιας ενότητας γίνονται από άλλους ομιλητές κάθε φορά, κάθε τρίτη Τρίτη του μήνα, στον χώρο εκδηλώσεων των εκδόσεων Γαβριηλίδης, Αγ. Ειρήνης 17, Μετρό Μοναστηράκι. Η είσοδος είναι ελεύθερη στο κοινό.  Περισσότερες πληροφορίες: Κ. Αθανασιάδου (τηλ.: 210 2280366) και Θ. Χατζόπουλος (τηλ.: 210 6438785)


ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ: http://fractalart.gr/kostas-nasikas/