Πώς ο Γιάλομ έφτασε να γίνει Έλληνας;

«Από καιρό σε καιρό ξαναδιαβάζω Ντίκενς, έναν συγγραφέα που κατείχε πάντα κεντρική θέση στο δικό μου πάνθεον των λογοτεχνών. Πρόσφατα το μάτι μου έπεσε πάλι σ’ ένα εκπληκτικό απόσπασμα από την Ιστορία δύο πόλεων: “Επειδή, καθώς φτάνω όλο και πιο κοντά, όλο και πιο κοντά στο τέλος, ανακαλύπτω πως πορεύομαι σε κύκλο, πλησιάζοντας ολοένα πιο κοντά στην αρχή. Μοιάζει να είναι ένας τρόπος εξομάλυνσης και προετοιμασίας του δρόμου. Την καρδιά μου αγγίζουν τώρα πολλές αναμνήσεις που είχαν από πολύ καιρό αποκοιμηθεί”.

Με συγκινεί πάρα πολύ αυτό το απόσπασμα: Πραγματικά, καθώς πλησιάζω στο τέλος, ανακαλύπτω πως πορεύομαι σε κύκλο, πλησιάζοντας ολοένα πιο κοντά στην αρχή. Οι αναμνήσεις των θεραπευόμενων πυροδοτούν τώρα συχνότερα τις δικές μου, η δουλειά που κάνω μαζί τους προς το δικό τους μέλλον προσκαλεί και ανακινεί το δικό μου παρελθόν και διαπιστώνω πως επισκέπτομαι ξανά την ιστορία μου».

Το παραπάνω είναι απόσπασμα από το νέο  -και όπως ο ίδιος αναγγέλλει- τελευταίο αυτοβιογραφικό βιβλίο του Ίρβιν Γιάλομ, «Αυτό ήταν η ζωή; Τότε άλλη μια φορά!», που μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Άγρα, (Κεφ. «Κλείνοντας τον κύκλο», Μετάφραση: Ευαγγελία Ανδριτσάνου, σελ. 28).

Σ’ αυτό το νέο άκρως αυτοβιογραφικό βιβλίο του, ο Γιάλομ ανοίγει διάπλατα τις πόρτες της ζωής του -προσωπικής και επαγγελματικής- και την αναβιώνει βήμα βήμα για να την αφηγηθεί εις βάθος, στον εαυτό του και σε μας. Αυθεντικό, ψυχοθεραπευτικό και σίγουρα υπαρξιακό βάθος.

Όταν διάβασα και την τελευταία του σελίδα και σκέφτηκα να μοιραστώ τις εντυπώσεις μου, ως ελάχιστη έκφραση ευγνωμοσύνης για όσα μου έχει χαρίσει το έργο του, ο νους μου πήγε στο βιβλίο του «Το δώρο της ψυχοθεραπείας» που κάποια στιγμή αναφέρει το «Παράθυρο Jo-Harry» για τις τέσσερις πλευρές του εαυτού μας: Τον Δημόσιο(που είναι γνωστός και σε μας και στους άλλους), τον Τυφλό(που είναι γνωστός στους άλλους αλλά όχι σε μας), τον Κρυφό(που είναι γνωστός σε μας αλλά όχι στους άλλους), και τον Άγνωστο(που δεν είναι γνωστός σε κανέναν). Ο Γιάλομ έλεγε σε εκείνο το βιβλίο, ότι η ψυχοθεραπεία είναι ουσιαστικά η προσπάθεια να μεγαλώσουμε τον Δημόσιο εαυτό μας, και μεγαλώνοντάς τον να μικραίνουμε συγχρόνως όλο και περισσότερο τους άλλους τρεις.

Ο Ίρβιν Γιάλομ, σ’ αυτό το τελευταίο -όπως ο ίδιος αναγγέλλει- βιβλίο του, γίνεται το ιδανικότερο παράδειγμα της ίδιας εκείνης διατύπωσής του. Εξερευνεί την εξέλιξη του Δημόσιου εαυτού του, ο οποίος ολοένα μεγάλωνε, όχι όμως καταργώντας τους άλλους τρεις σαν σε λοβοτομή, αλλά ανασυνθέτοντάς τους σε κάτι άλλο, δημιουργικό, μέσα στη ζωή, φωτίζοντάς τους, βγάζοντάς τους από το σκοτάδι της στείρας άγνοιας ή κρυψίνοιας.

Πώς γεννήθηκε μέσα του η ενσυναίσθηση, πώς μια ζωή αναζητούσε μάταια έναν μέντορα, πώς από παιδί έκλεινε τον έναν κύκλο για να μεταβεί σε έναν νέο, για να εξελιχθεί σε αυτό που είναι σήμερα; Πού γεννήθηκε, πώς μεγάλωσε, πώς αποφάσισε να σπουδάσει Ιατρική, ψυχιατρική, να ανακαλύψει, να ερευνήσει και να δημιουργήσει, έναν νέο τρόπο διεργασίας των ψυχοθεραπευτικών ομάδων. Πώς αποφάσισε να εντρυφήσει στον υπαρξισμό, να ασχοληθεί με τη φιλοσοφία και τη λογοτεχνία. Ποια ήταν η πρώτη του ασθενής; Και πώς κατάφερε να μείνει με την γυναίκα του τη Μαίριλυν τόσα χρόνια δημιουργώντας αυτή την πολυμελή οικογένεια, με τέσσερα παιδιά και οκτώ εγγόνια;

Πώς αλήθεια μπόρεσε να φτιάξει αυτό το νέο μοντέλο ομαδικής ψυχοθεραπείας με διάδραση, αυθεντικότητα και αυτοαποκάλυψη του θεραπευτή, ή με εστίαση σε αυτό που συμβαίνει στο «εδώ και τώρα», όταν οι ψυχοθεραπευτικές ομάδες δεν υπήρχαν καν στη μορφή που είναι σήμερα; Πώς διάλεξε να αφιερωθεί στην υπαρξιακή ψυχοθεραπεία, να γίνει ο σημαντικότερος σύγχρονος υπαρξιστής, και να μελετήσει φιλοσοφία και λογοτεχνία; Πώς έφτασε να γράψει ο ίδιος λογοτεχνία; Πώς για την ακρίβεια έλαμψε μέσα του η έμπνευση –από το ασυνείδητό του- να γράψει το «Όταν έκλαψε ο Νίτσε» που έχει μεταφραστεί σε δεκάδες χώρες, ή ποια ιδέα πυροδότησε τη συγγραφή των βιβλίων του: «Στο ντιβάνι», «Η μάνα και το νόημα της ζωής», «Ο δήμιος του έρωτα», «Το δώρο της ψυχοθεραπείας», «Η θεραπεία του Σοπενάουερ», «Το πρόβλημα Σπινόζα», και τόσα άλλα;

Και, τέλος, πώς έφτασε να γίνει Έλληνας, σύμφωνα με τα λεγόμενά του; Σε ένα ομότιτλο κεφάλαιο του βιβλίου, ο Γιάλομ αφηγείται τα πάντα γι’ αυτό και κλείνοντας γράφει: «Είναι τόσο πολλές οι τρομακτικές και θλιβερές ειδήσεις στον κόσμο σήμερα που σε όλους μας προκαλούν κόπωση και μούδιασμα, ωστόσο κάθε φορά που κάποιος παρουσιαστής ειδήσεων αναφέρει την Ελλάδα, η Μαίριλυν κι εγώ στήνουμε πάντα αυτί. Πάντα θα αισθάνομαι ένα είδος θαυμασμού για τους Έλληνες και ευγνωμοσύνη που με θεωρούν κάτι σαν επίτιμο πολίτη της χώρας τους».

Είμαι από εκείνους τους τυχερούς που έχω διαβάσει όλα τα βιβλία του που κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις εκδόσεις Άγρα. Η επίγνωση, η σοφία και η γενναιοδωρία αυτού του παγκόσμιου υπαρξιστή φιλόσοφου και ψυχοθεραπευτή όλης της τραυματισμένης μας ανθρωπότητας, θα έλεγα ότι περισσεύει στην κάθε του –τόσο μα τόσο- προσγειωμένη λέξη. Είναι τόσο παρών σε κάθε ιστορία του, μυθοπλαστική ή πραγματική σε τέτοιο βαθμό, που ο τίτλος του νέου του βιβλίου «Αυτό ήταν η ζωή; Τότε άλλη μια φορά!» είναι μάλλον λίγος για να περιγράψει πόσες πραγματικά ζωές έχει ζήσει.

Όπως αναφέρει ο ίδιος στις σελίδες του νέου του βιβλίου:

«Ναι, λέω, «η αυτοδημιουργία είναι πηγή μεγάλης περηφάνιας, αλλά γεννά και το αίσθημα ότι δεν έχουμε θεμέλια. Γνωρίζω πολλά χαρισματικά παιδιά μεταναστών που νιώθουν σαν τα νούφαρα στο βάλτο – πανέμορφα λουλούδια, αλλά χωρίς βαθιές ρίζες.» (Κεφ. Αναζητώντας έναν μέντορα, σελ. 15).

«Είμαι πρωτάρης στα ογδονταπέντε και, όπως ο Χάουαρντ, δεν έχω αποδεχτεί ότι είμαι γέρος. Μερικές φορές δέχομαι την ιδέα ότι η απόσυρση θα έπρεπε να είναι μια περίοδος ξεκούρασης και γαλήνης, μια περίοδος στοχασμού με ικανοποίηση. Αντιλαμβάνομαι όμως συγχρόνως ότι υπάρχουν μερικά ανυπόταχτα συναισθήματα από τα πρώιμα χρόνια της ζωής μου, τα οποία συνεχίζουν να προκαλούν αναταράξεις και απειλούν να αναδυθούν στην επιφάνεια, αν κόψω ταχύτητα.

Νωρίτερα ανέφερα μερικές φράσεις του Ντίκενς: «Επειδή καθώς φτάνω όλο και πιο κοντά, όλο και πιο κοντά στο τέλος, ταξιδεύω σ’ έναν κύκλο που πλησιάζει, όλο και πλησιάζει στην αρχή». Τα λόγια αυτά με στοιχειώνουν. Νιώθω όλο και περισσότερο κάποιες δυνάμεις να με σέρνουν προς την αφετηρία μου. Τις προάλλες πήγα με την Μαίριλυν στο Factory Festival των FoolsFury στο Σαν Φρανσίσκο –μια διοργάνωση την οποία πραγματοποιεί κάθε δύο χρόνια η ομάδα του γιού μου του Μπεν- όπου είκοσι μικρές θεατρικές ομάδες από όλη τη χώρα παρουσίασαν τη δουλειά τους. Πριν την παράσταση σταματήσαμε να φάμε κάτι πρόχειρο στο Wise Sons, ένα μικρό εβραϊκό φαγάδικο που μοιάζει να έχει βγει απευθείας από την Ουώσινγκτον της δεκαετίας του 1940, από την παιδική μου ηλικία. Οι τοίχοι του είναι σχεδόν καλυμμένοι από οικογενειακές φωτογραφίες –ομάδες από φοβισμένους εκφραστικούς πρόσφυγες με μεγάλα μάτια, που έφταναν στο νησί Έλλις από την Ανατολική Ευρώπη. Οι φωτογραφίες με καθήλωσαν. Έμοιαζαν στις φωτογραφίες της δικής μου ευρύτερης οικογένειας. Είδα ένα θλιμμένο αγόρι, που θα μπορούσα να ήμουν εγώ, να κάνει την ομιλία του στο Μπαρ Μιτσβά του. Είδα μια γυναίκα που αρχικά νόμισα ότι ήταν η μητέρα μου. Ένιωσα μια ξαφνική –και πρωτόγνωρη- θέρμη τρυφερότητας και αισθάνθηκα ντροπή και ενοχή που έχω αναφερθεί επικριτικά σ’ εκείνην σ’ αυτό εδώ το βιβλίο. Όπως η μητέρα μου, έτσι και η γυναίκα της φωτογραφίας φαινόταν αμόρφωτη, τρομαγμένη, άνθρωπος του μόχθου που το μόνο που έκανε ήταν να προσπαθεί να επιβιώσει και να μεγαλώσει την οικογένειά της σε μια καινούργια ξένη κουλτούρα. Η ζωή μου ήταν τόσο πλούσια, τόσο προνομιούχα, τόσο ασφαλής – σε μεγάλο βαθμό χάρη στο μόχθο και στη γενναιοδωρία της μητέρας μου. Καθόμουν λοιπόν σ’ εκείνο το φαγάδικο κι έκλαιγα κοιτάζοντας τα μάτια της γυναίκας και τα μάτια όλων εκείνων των προσφύγων. Έχω ζήσει μια ζωή εξερευνώντας, αναλύοντας και ανακατασκευάζοντας το παρελθόν μου, τώρα όμως συνειδητοποιώ ότι υπάρχει μέσα μια κοιλάδα δακρύων και πόνου από τα οποία ίσως να μην απαλλαγώ ποτέ.». (Κεφ. «Πρωτάρης στα γηρατειά», σελ. 470-471).

Δεν θα ξεχάσω στη ζωή μου ποτέ, όταν ο Ίρβιν Γιάλομ είχε έρθει στην Ελλάδα (στο βιβλίο αυτό, αφιερώνει δύο κεφάλαια για την Ελλάδα, και το ένα αναφέρεται και σε αυτήν την εκδήλωση) για να μιλήσει στο Μέγαρο Μουσικής. Οι χιλιάδες άνθρωποι που κατέκλυσαν το Μέγαρο, από νωρίς, δεν χωρούσαν να μπουν στην προκαθορισμένη αίθουσα της εκδήλωσης. Άνοιξαν λοιπόν εκτάκτως και άλλες δύο αίθουσες οι οποίες γέμισαν ασφυκτικά κι εκείνες, και αναμετέδιδαν την ομιλία του από την κεντρική αίθουσα σε μια μεγάλη οθόνη. Καθόμουν στο πάτωμα –αφού δεν υπήρχαν θέσεις- σε μία από αυτές τις δύο αίθουσες, και ήμουν τυχερή γιατί υπήρχαν πολλοί που δεν μπόρεσαν να περάσουν ούτε σ’ αυτές. Δεν θυμάμαι τίποτα άλλο από όλη την ομιλία του, γιατί αυτό που έγινε στο τέλος επιβλήθηκε σε όποια άλλη ανάμνηση μπορεί να υπήρχε. Η τελευταία ερώτηση προς τον Γιάλομ, ήταν αν πίστευε στο Θεό. Εκείνος απάντησε: «Αν ρωτάτε εμένα, όχι, δεν πιστεύω πως υπάρχει». Και τότε απλώθηκε ενός λεπτού σιγή, που μου φάνηκε σαν αιωνιότητα. Δεν ακούστηκε ούτε ένας πνιχτός βήχας από τους χιλιάδες ακροατές και στις τρεις αίθουσες του Μεγάρου, ούτε ένα κούνημα καρέκλας, ούτε ένα σύρσιμο υφάσματος πάνω στα καθίσματα. Μόνο άκρα σιωπή.

Dear Dr. Yalom, we thank you for all!


Αυτό ήταν η ζωή; Τότε άλλη μια φορά!, Άγρα 2018, 488 σελ.

Στη μακρόχρονη καριέρα του ο Ίρβιν Γιάλομ ασχολήθηκε με τη διερεύνηση της ζωής των άλλων. Στο βιβλίο «Αυτό ήταν η ζωή; Τότε άλλη μια φορά!: Αναμνήσεις ενός ψυχίατρου», την αυτοβιογραφία του, που από καιρό την περιμέναμε, στρέφει το θεραπευτικό βλέμμα του στον εαυτό του, εξετάζει τις σχέσεις που τον διαμόρφωσαν και σκιαγραφεί το πρωτοποριακό του έργο, για το οποίο έγινε διάσημος.

Παιδί Ρωσοεβραίων μεταναστών, ο Γιάλομ μεγάλωσε σε μια εργατική γειτονιά της Ουώσινγκτον. Θέλοντας να ξεφύγει από τα όριά της, έβαλε σκοπό να γίνει γιατρός. Η ανέλιξή του ήταν εντυπωσιακή: Ο Γιάλομ μοιράζεται με τους αναγνώστες το ξεκίνημά του στην Ιατρική Σχολή του Χάρβαρντ, εν μέσω των πολιτισμικών ζυμώσεων και ταραχών της δεκαετίας του 1960, τη στροφή του στη συγγραφή λογοτεχνικών έργων, για να διερευνήσει σε μεγαλύτερο βάθος την ανθρώπινη ψυχή, και την εξέλιξή του σε συγγραφέα παγκόσμιου βεληνεκούς.

Στην αυτοβιογραφία του παρακολουθούμε επίσης πώς ο Γιάλομ διαμόρφωσε την πρωτοποριακή του προσέγγιση στην ομαδική ψυχοθεραπεία και πώς εξελίχθηκε στον σημαντικότερο σύγχρονο υπαρξιακό ψυχοθεραπευτή, αντλώντας από τη σοφία μεγάλων στοχαστών όλων των εποχών. Ανακαλύπτουμε από πού εμπνεύστηκε τα βιβλία του που αγαπήθηκαν από το διεθνές αναγνωστικό κοινό, όπως ο Δήμιος του έρωτα και το Όταν έκλαψε ο Νίτσε, όπου η σύνθεση ψυχολογίας και φιλοσοφίας οδήγησε σε μια νέα αποκαλυπτική κατανόηση της ανθρώπινης συνθήκης. Συνυφαίνοντας τις ιστορίες των πιο αξιομνημόνευτων ασθενών του με αφηγήσεις για προσωπικούς του έρωτες, διαβάσματα, περιπέτειες, απογοητεύσεις, οικογενειακές στιγμές και επαγγελματικές επιτυχίες, το βιβλίο «Αυτό ήταν η ζωή; Τότε άλλη μια φορά!: Αναμνήσεις ενός ψυχίατρου» ανοίγει στους αναγνώστες ένα παράθυρο στην οικογενειακή ζωή του Γιάλομ, στην επιστημονική και ψυχοθεραπευτική πορεία του και στη συγγραφή των βιβλίων που τον καθιέρωσαν.

Σε αυτό, το τελευταίο του βιβλίο, ο Γιάλομ αντλεί σοφία από ένα απόσπασμα του Καρόλου Ντίκενς: «Γιατί, καθώς πλησιάζω προς το τέλος, ο κύκλος κλείνει και πορεύομαι όλο και περισσότερο προς την αρχή». Ανατρέχει στο σημείο απ’ όπου ξεκίνησε και μας προσκαλεί να εξετάσουμε τη δική μας αφετηρία, προσφέροντας ίσως το μεγαλύτερο δώρο του στους αναγνώστες.

Για τους Έλληνες αναγνώστες, το βιβλίο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον: Ο Γιάλομ αφιερώνει δύο κεφάλαια στην Ελλάδα και περιγράφει με λεπτομέρειες τις επισκέψεις του στη χώρα όπου ζουν οι περισσότεροι κατά κεφαλήν αναγνώστες του στον κόσμο.

Δημοσιεύτηκε: https://tvxs.gr/news/paideia/pos-o-gialom-eftase-na-ginei-ellinas

Advertisements

Μαθήματα θανάτου και ζωής. Της Φωτεινής Τσαλίκογλου

Tvxs.gr

Αν οι θάνατοι που συναντήσαμε στη διάρκεια της ζωής μας σημαδεύουν το «είναι» μας, οι θάνατοι των παιδικών μας χρόνων αφήνουν το ανεξίτηλο ίχνος που μας συνοδεύει σε όλη μας τη ζωή. Ένα ίχνος που αναζωπυρώνεται καθώς βαδίζουμε στο τέλος της δικής μας ζωής.

Στο μυαλό μου σχηματίζεται ένα παράξενο ερώτημα: Πες μου ποιον θάνατο συνάντησες στα παιδικά σου χρόνια να σου πω ποιος είσαι.

Έχω την αίσθηση ότι, αναζητώντας τους θανάτους που συνάντησε ο Γιάλομ στα παιδικά του χρόνια, τον τρόπο που τους διατήρησε στη μνήμη, τους κατέγραψε και τους αφηγήθηκε, αντλούμε ένα πολύτιμο υλικό. Μαθαίνουμε αλλιώς ποιος είναι ο Γιάλομ. Ποιος είναι και πώς μέσα από αυτό που είναι αντιμετωπίζει το γεγονός της θνητότητας και του θανάτου του.

Μέσα από την αφήγηση των παιδικών θανάτων, κάπου εβδομήντα χρόνια μετά, διατηρούνται ανέπαφα η απορία, η έκπληξη, ο τρόμος, αλλά και η συμφιλίωση, η αποδοχή της θνητότητας. Οι συναντήσεις του Γιάλομ με τους θανάτους των παιδικών του χρόνων είναι σαν να μας λένε:
«Είμαστε φθαρτοί, ας ζήσουμε».

Η Στράιπυ, η γάτα στο μπακάλικο του πατέρα του, ήταν ο πρώτος θάνατος που έζησε. Χτυπημένη από αυτοκίνητο, ξαπλωμένη στο πεζοδρόμιο, με μια λεπτή γραμμή αίματος να κυλάει από το στόμα της. Πώς ένα παιδί αντιδρά σε αυτή τη σκηνή; Ο πεντάχρονος Γιάλομ δεν φεύγει τρομαγμένος. Δεν μένει βουβός κι ασάλευτος. Ακουμπάει πλάι στο κεφάλι της ένα βόλο μπιφτέκι. Εβδομήντα χρόνια μετά, οι λεπτομέρειες του θανάτου της γάτας διατηρούνται μέσα του, όπως ο ίδιος ομολογεί, με μια «υπερφυσική καθαρότητα». Στη μνήμη του διατηρεί ολοζώντανη την «παραλυτική αδυναμία» που ένιωσε.

Συλλογίζομαι την τροφή που έτεινε ο μικρός Γιάλομ. Την κίνηση του πεντάχρονου αγοριού προς το ακίνητο σώμα. Ένα κομματάκι τροφής που ταράζει το αμετάκλητο του θανάτου, ένα κομματάκι τροφής που υπονομεύει και προσπαθεί να καταστήσει ψεύτικη την αλήθεια του θανάτου. Η γάτα θα φάει. Η γάτα θα αναστηθεί. Δεν υπάρχει θάνατος. Πόσοι βόλοι τροφής έκτοτε επινοήθηκαν, εκπορεύτηκαν, κατασκευάστηκαν, κερδήθηκαν από τον Γιάλομ στη διάρκεια της ζωής του; Μέσα από το επάγγελμά του, τη στοργική κατανόηση του άλλου, την ακατάπαυστη μελέτη των σημαινόντων «άνθρωπος» και «ψυχισμός»;

Πόσο εκείνη η πρώτη, η αρχετυπική «παραλυτική αδυναμία» μπροστά στο θάνατο, στο διάβα της δημιουργικής ζωής του, κατευνάζεται και μετουσιώνεται; Υποχωρεί ή μήπως με άλλους όρους και άλλους τρόπους επαναλαμβάνεται, ανανεώνεται και επανέρχεται; Σε ποιο βαθμό το γεγονός της θνητότητας και η γνώση του επικείμενου θανάτου του δεν αναζωπυρώνουν εκείνη την παλαιά «παραλυτική αδυναμία» ενός μικρού παιδιού μπροστά στην νεκρή γάτα;

Από το νοσοκομείο του Πάλο Άλτο σήμερα ο Γιάλομ απευθύνεται στους ασθενείς του.
«Δεν θέλω να τους τρομάξω», υποστηρίζει.
Άλλωστε, πριν από δεκατέσσερα σχεδόν χρόνια έγραφε:
«Καθώς γερνάω, ανακαλύπτω το παρελθόν να με συνοδεύει ακόμα περισσότερο… να ολοκληρώνω τον κύκλο, να εξομαλύνω κάποια τραχιά σημεία της ιστορίας μου, να αγκαλιάζω όλα όσα με δημιουργήσαν και όλα όσα έγινα».

Εξομάλυνση, αγκάλιασμα, δημιουργία. Να είναι εδώ που κρύβεται το μυστικό; Το μυστικό της απάλυνσης της παραλυτική αδυναμίας που γεννά η εικόνα, η σκέψη του θανάτου; Ο βόλος τροφής που θα δώσεις στην ασάλευτη γάτα. Το παρελθόν ποτέ δεν χάνεται στ’ αλήθεια, μπορώ να το επισκέπτομαι κατά βούληση. Και τότε ίσως εκείνη, η πεθαμένη, ως διά μαγείας αναστηθεί. Όμως δεν υπάρχουν θαύματα. Το μόνο θαύμα στο οποίο πιστεύει ο Γιάλομ είναι το θαύμα της ζωής και της δημιουργίας.

Χαρακτηριστική είναι η σκέψη του Γουίλιαμ Φώκνερ στην οποία αναφέρεται:

«Ο στόχος κάθε καλλιτέχνη είναι να συλλάβει την κίνηση, που είναι ζωή, με τεχνητά μέσα να την κρατήσει ακινητοποιημένη, έτσι ώστε έπειτα από εκατό χρόνια, όταν την κοιτάζει ένας άγνωστος, να κινηθεί και πάλι».

Ο Φώκνερ με βοηθά να διευκρινίσω τον τρόπο που αντιλαμβάνομαι την προσφορά του Γιάλομ. Έτσι, παραφράζοντας το παραπάνω απόσπασμα, θα σημείωνα:

Ο στόχος του ψυχοθεραπευτή Γιάλομ είναι να συλλάβει το ακίνητο που κομίζει ο θάνατος, και να μεταμορφώσει την «παραλυτική αδυναμία», που αυτό το ακίνητο γεννά, σε κίνηση, σε ζωή, σε δημιουργία. Με άλλα λόγια, σε βόλο από μπιφτέκι μπροστά σε μια ακίνητα νεκρή γάτα. Όλη η ζωή του Γιάλομ προσδιορίζεται από αυτή την κίνηση της μεταμόρφωσης.

Αν αληθεύει ότι «δεν έχουμε παρά ένα καταφύγιο ενάντια στο θάνατο: να κάνουμε Τέχνη πριν από αυτόν», για τον Γιάλομ το καταφύγιο αυτό είναι η στοργική κατανόηση με την οποία περιβάλλει την ψυχοθεραπεία της ύπαρξης.

«Η ίδια η πράξη της δημιουργίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ανησυχία για το πεπερασμένο της ύπαρξης».

«Το να κοιτάξεις κατάματα το θάνατο διαλύει καθετί το μακάβριο».

Αυτές οι δύο φράσεις ανάμεσα σε ένα πλήθος άλλων είναι χαρακτηριστικές του γιαλομικού τρόπου να πλησιάζεις και να ατενίζεις το θάνατό σου.

«Κι έκαναν το φόβο του θανάτου οίστρο της ζωής», μας θυμίζει ο Εμπειρίκος αναφερόμενος στους Έλληνες. Ίσως ο Γιάλομ να μας προτρέπει σε μια άλλη στάση: Όχι στο φόβο, αλλά στη θλίψη για το πεπερασμένο της ζωής. «Κι έκαναν τη θλίψη του θανάτου οίστρο της ζωής».

[…] Μια λύπη και όχι ένας φόβος. Ο θάνατος, ένα ευτυχισμένο κλάμα.

*Απόσπασμα από το βιβλίο: Μαθήματα θανάτου και ζωής, της Φωτεινής Τσαλίκογλου που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη. (Σελ. 54-59).

Επιμέλεια – Tvxs: Κρυσταλία Πατούλη


Μαθήματα θανάτου και ζωής
Ο Γιάλομ στην Αθήνα

Κάθε άνθρωπος πρέπει να επιλέγει πόση αλήθεια μπορεί να αντέξει. Η απελπισία είναι το τίμημα που πληρώνει για να φτάσει κανείς στην αυτογνωσία.
Η ψυχοθεραπεία δεν είναι μια απλή διαχείριση της οδύνης. Δεν έχει να κάνει με ένα χάπι ή με έναν λόγο που επουλώνει την πληγή. Με την ύπαρξή μας έχει να κάνει. Με τις δυσκολίες που αυτή συναντά στο ταξίδι του «υπάρχειν». Ο Γιάλομ με τη ζωή και το έργο του μας δείχνει ότι η ψυχοθεραπεία είναι πριν από όλα μια στοργική βαθιά ανθρώπινη συνάντηση μεταξύ δύο προσώπων.
Το βιβλίο, με αφορμή μια παλαιότερη επίσκεψή του στην Αθήνα, αναφέρεται στα μαθήματα θανάτου και ζωής, που ακατάπαυστα και μέχρι σήμερα, στα ογδόντα εφτά του χρόνια, ο Γιάλομ εξακολουθεί να προσφέρει, θυμίζοντάς μας πως οφείλουμε να πάψουμε να ελπίζουμε σε ένα καλύτερο χθες, δίχως να παραιτηθούμε από την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο.

Αλέκος Φασιανός: Θεωρώ ότι διαπράξαμε μια Εθνική αυτοκτονία

Tvxs.gr

[…] Θεωρώ ότι διαπράξαμε μια Εθνική αυτοκτονία. Και έτσι μπορούμε να υποκύψουμε με τη μεγαλύτερη ευκολία σε οποιαδήποτε ξενική επέμβαση και υποδούλωση. Γιατί πού είναι οι βωμοί και οι εστίες για να αμυνθούμε; […] 
Αλέκος Φασιανός*
Έτσι λοιπόν οι εικόνες οι παλιές της παιδικής-μας ηλικίας, οι σκιές και οι διάδρομοι στις αυλές, τα φαντάσματα μιας άλλης εποχής εξαιρετικά ωραίας έπεσαν από τις μπουλντόζες.
Κι ό,τι έμεινε τραγικά ωραίο: μισοσπασμένα ακροκέραμα, τοίχοι αποχρωματισμένοι, ωραίες αυλόπορτες, ωραία σπίτια απέριττα περιμένουν σα μελλοθάνατοι να τους δοθεί η αντιπαροχή, λέξη τρομερή συνυφασμένη με τη λαιμητόμο.
Ναι, οδυνηρή πραγματικότητα χωρίς αντικείμενα χωρίς αυλές και φοίνικες χωρίς κάμαρες με τα κουφωτά παράθυρα όπου ο ήλιος κρυφόμπαινε τα καλοκαιρινά απογεύματα και θώπευε την ψάθινη καρέκλα και την οβίδα.
Τραγικά σπίτια της Αθήνας καμιά καταστροφή, κανείς όλεθρος δεν φτάνει αυτόν που οι σημερινοί Έλληνες πραγματοποίησαν. Ύπουλα ύπουλα κάποιος σατανικός εγκέφαλος ξεκίνησε το φοβερό σχέδιο που σάρωσε με ταχύτητα ό,τι ωραίο ό,τι Ελληνικό της ιστορίας -μας και της Εθνικής- μας συνειδήσεως.
Και τώρα τι έχουμε να δείξουμε;
Τις τζαμένιες προσόψεις με τα συρόμενα αλουμίνια; Ή τα ηλεκτρικά ψυγεία και τα στερεοφωνικά;
Χωρίς περιβάλλοντα χώρο πώς μπορεί να δημιουργήσει ένας Λαός;
Πώς να ζήσουμε χωρίς τους αγαλματένιους Θεούς που ζούσανε στις στέγες;
Θεωρώ ότι διαπράξαμε μια Εθνική αυτοκτονία. Και έτσι μπορούμε να υποκύψουμε με τη μεγαλύτερη ευκολία σε οποιαδήποτε ξενική επέμβαση και υποδούλωση. Γιατί πού είναι οι βωμοί και οι εστίες για να αμυνθούμε;
Κι ο ψόγος ανήκει σε όλους τους Έλληνες και στους εκάστοτε κυβερνώντες που συνέβαλαν στην Άλωσι των Αθηνών. Και θα γυρνάμε μονότονα αναζητώντας ν’ αγγίξουμε λίγο σουβά από ασβέστη.
Αθήνα Οκτώβριος 1977
H Αθήνα ακόμα καταστρέφεται 
* Aπό το βιβλίο/λεύκωμα: «Νεοκλασικά ερείπια», Σ.Β.Σκοπελίτη, Εκδ. Βέργος 1977

Ο άνθρωπος που έκαψε την Ελλάδα. Του Βαγγέλη Ραπτόπουλου

Tvxs.gr

Στο βιβλίο «Ο άνθρωπος που έκαψε την Ελλάδα», που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κέδρος, ο συγγραφέας Βαγγέλης Ραπτόπουλος, μυθιστοριογραφεί για έναν άστεγο Αθηναίο ο οποίος πυροδοτεί μια πολύνεκρη λαϊκή εξέγερση στην Ελλάδα της οικονομικής κρίσης. Πρόκειται για έναν άνεργο δημοσιογράφο, με μια ικανότητα μεταξύ παραφυσικής και ψυχοπάθειας, γνωστή ως πυρογένεση. Μια πολιτική και ερωτική μαύρη κωμωδία, χτισμένη με τα υλικά του ψηφιακού κόσμου, που θέτει επιτακτικά το ερώτημα: πού ζούμε;

Όπως αναφέρει σε σημείωμά του ο συγγραφέας: «Στο βάθος, θα έλεγε κανείς ότι αυτό το μυθιστόρημα υπήρξε προϊόν του φόβου που βίωσα το 2012 ότι, εάν μείνει άστεγη η μεσαία τάξη, τότε θα καεί η Ελλάδα. Έμπνευσή μου υπήρξαν, επίσης, η νεύρωση της Αριστεράς με τις λαϊκές εξεγέρσεις, αλλά και το απωθημένο σχεδόν όλων των Νεοελλήνων να καούν όλα.  Ή, όπως θα το έθεταν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι, «γαία πυρί μειχθήτω» […] Είναι προφανές ότι ο κόσμος της ψηφιακής ενημέρωσης και επικοινωνίας, που καταδυναστεύει τη ζωή μας μεταβάλλοντάς τη σε μαύρη κωμωδία, αποτελεί εξίσου πηγή έμπνευσης αυτού του καλειδοσκοπικού μυθιστορήματος. Ένας κόσμος όπου το πρωτοσέλιδο μιας παραδοσιακής εφημερίδας και η ανάρτηση σε ένα τυχάρπαστο μπλογκ, το βίντεο ενός ενημερωτικού ρεπορτάζ και ένα post στο Facebook εξισώνονται επικίνδυνα. Όπως ακριβώς εξισώνoνται και μια πολύνεκρη λαϊκή εξέγερση με την πυρογένεση. Ω, τι κόσμος, μπαμπά!».

«Το χειρόγραφο του Δημήτρη Αποστολάκη αρχίζει με μια παιδική ανάμνηση, από την κηδεία της μητέρας του. Σύμφωνα με τον αφηγητή, τότε ήταν που του παρουσιάστηκαν τα πρώτα κρούσματα πυρογένεσης και πυροκίνησης. Ή τουλάχιστον, αυτά θυμάται ως πρώτα. Προφανώς εξαιτίας της υπερβολικής συναισθηματικής φόρτισης και της υπερδιέγερσης που του είχε προκαλέσει το τραυματικό συμβάν του θανάτου της Σωτηρίας, όπως την αποκαλεί και ο ίδιος μες στο γραπτό του.

Από το σημείο εκείνο – ένα είδος προϊστορίας ή προ-οικονομίας του κυρίως θέματος, αν προτιμάτε –, μέχρι το να αποδίδουμε στις όποιες ψυχικές ικανότητες του Αποστολάκη τις λεγόμενες Μαύρες Γιορτές, που συντάραξαν την Ελλάδα τα Χριστούγεννα του 2013, η απόσταση είναι και δεν είναι μεγάλη. Και για να βγάλει κανείς το σωστό συμπέρασμα, οφείλει να χειριστεί το όλο ζήτημα με εξαιρετική λεπτότητα και με άκρα προσοχή.

Ασφαλώς, έπαιξε ρόλο και το λαϊκό κίνημα, η κρίση είχε προετοιμάσει το έδαφος εξαθλιώνοντας ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού, κι αυτό ήταν το εύφλεκτο υλικό που πυρπόλησε ο Αποστολάκης, σ’ αυτό βρήκε την ευκαιρία να βάλει μπουρλότο. Άραγε, όμως, χωρίς εκείνον και την πυρογενετική ψυχική ικανότητά του, θα είχε γίνει ό,τι έγινε; Ο ίδιος πολύ αμφιβάλλει στο χειρόγραφό του, επιμένοντας σε αυτό κατηγορηματικά. Και, δυστυχώς ή ευτυχώς, φαίνεται να λέει την αλήθεια.

Σημειωτέον ότι οι ταραχές εκείνων των ημερών είχαν λάβει πανελλαδική έκταση, με αποτέλεσμα να χαρακτηρισθούν από μερίδα του Τύπου και των πολιτικών κομμάτων ακόμη και ως εξέγερση. Το ποια ήταν τα αληθινά αίτια, η ακριβής φύση των γεγονότων και ο πραγματικός χαρακτήρας τους, έγινε αντικείμενο πολιτικής και κοινωνικής τριβής και διχογνωμιών.

Ως γνωστόν, όλα ξεκίνησαν από ένα μπαράζ, κατά τα φαινόμενα συντονισμένων πυρκαγιών, που ξέσπασαν δύο μέρες πριν από τα Χριστούγεννα του ’13 στο κέντρο της Αθήνας. Τις φωτιές ακολούθησαν καταστροφές και πλιάτσικο καταστημάτων, οικιών και πολυτελών οχημάτων από ετερόκλητες ομάδες πολιτών, καθώς και συγκρούσεις διαδηλωτών με τις δυνάμεις καταστολής, ακόμα και καταλήψεις ραδιοτηλεοπτικών συχνοτήτων από αναρχοαυτόνομους.

Την επομένη, οι πυρκαγιές άναψαν ξανά στην Αθήνα, και οι ταραχές πήραν και πάλι μπρος, για να πλαισιωθούν σταδιακά μέσα στις μέρες που ακολούθησαν από φωτιές και λαϊκές αντιδράσεις σχεδόν σε όλες τις μεγάλες και μικρές ελληνικές πόλεις: Θεσσαλονίκη, Ιωάννινα, Πάτρα, Κόρινθος, Καβάλα, Κοζάνη, Λάρισα, Βόλος, Κομοτηνή, Ρόδος, Ηράκλειο, Ρέθυμνο, Μυτιλήνη. Παράλληλα, μικρότερης έντασης επεισόδια σημειώθηκαν σε Δράμα, Φλώρινα, Τρίκαλα, Κέρκυρα, Καρδίτσα, Αγρίνιο, Αργοστόλι, Χίο, Χανιά.

Προς το παρόν, ας αφήσουμε κατά μέρος τον βαρύ φόρο αίματος, μολονότι γι’ αυτόν θα έπρεπε προπαντός να μιλάμε, και ας εστιάσουμε, ας περιοριστούμε αποκλειστικά στα οικονομικά μεγέθη.

Οι εμπρηστικές επιθέσεις και οι πορείες διαμαρτυρίας που διοργανώθηκαν μέσα σε εκείνο το χρονικό διάστημα, οδήγησαν σε μεγάλες υλικές καταστροφές δημοσίων και ιδιωτικών κτιρίων, γραφείων, καταστημάτων και οχημάτων, τα περισσότερα εξ αυτών στην Αθήνα, όπου και σημειώθηκαν μακράν οι μεγαλύτερες ζημιές και τα πιο εκτεταμένα επεισόδια ανάμεσα σε διαδηλωτές και αστυνομικούς.

1453 επιχειρήσεις που απασχολούσαν συνολικά 13.500 εργαζομένους, επλήγησαν λίγο ή πολύ. 96 τράπεζες, 44 σουπερμάρκετ, 381 μεγάλα καταστήματα, 917 μεσαία ή μικρά, και 7 κινηματογράφοι. Από αυτές τις επιχειρήσεις, οι 101 υπέστησαν ολοσχερή καταστροφή, ανάμεσά τους και οι γνωστές εμπορικές φίρμες Sprider, Ysatis, Intersport, Glou και Benetton στην οδό Ερμού και το κατάστημα Πλαίσιο στην οδό Στουρνάρη.

Η απώλεια τζίρου που σημειώθηκε στα καταστήματα της Αθήνας ήταν της τάξης των 190 εκατομμυρίων ευρώ, ενώ οι καταναλωτές στράφηκαν για τις αγορές της εορταστικής περιόδου στα εμπορικά κέντρα των προαστίων, μακριά από το κέντρο της πόλης που ήταν σε κατάσταση πολιορκίας.

Οι Μαύρες Γιορτές, όπως συνηθίσαμε πια να τις λέμε, κράτησαν συνολικά εννιά μόλις μέρες, αλλά θεωρήθηκαν, και δικαίως, το μεγαλύτερο προανάκρουσμα εξέγερσης των κατεστραμμένων από την οικονομική κρίση μεσαίων στρωμάτων και της νεολαίας. Και, ασφαλώς, είναι ο μεγάλος αριθμός των θυμάτων εκείνο που υπογραμμίζει τη σοβαρότητα της κατάστασης: τα γεγονότα του Δεκεμβρίου 2013 στοίχισαν τη ζωή σε 83 ανθρώπους, ενώ παράλληλα είχαμε και εκατοντάδες τραυματίες.

Αυτός ο πολύνεκρος, μακάβριος απολογισμός – τα περισσότερα θύματα πέθαναν από ασφυξία ή απανθρακώθηκαν, εγκλωβισμένα σε φλεγόμενα κτίρια, ενώ αρκετοί βρήκαν το θάνατο στις συγκρούσεις με την Αστυνομία –, είναι για πολλούς ιερόσυλο, εάν όχι γελοίο, να συνδέεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο με έναν και μοναδικό άνθρωπο. Να υποτιμάται σε τέτοιο βαθμό ο κοινωνικός παράγων, και να αντιμετωπίζεται ως προϊόν της βούλησης ενός και μόνο ιδιώτη μια τέτοιας έκτασης συλλογική αναταραχή.

Κυριολεκτικά απορούν και εξίστανται: πώς είναι δυνατόν, ένα ιστορικής σημασίας γεγονός, ένας λαϊκός ξεσηκωμός, μια κορυφαία εκδήλωση του μαζικού κινήματος και της ταξικής πάλης, να αποδίδεται στις παραφυσικές, μεταφυσικές, και πάντως ανεπιβεβαίωτες και επιστημονικά αστήρικτες, και γιατί όχι, σχεδόν κομπογιανίτικες, ψυχικές ιδιότητες ενός πατέρα δύο κοριτσιών, άνεργου δημοσιογράφου, εν συνεχεία αστέγου, και τελικά αυτόχειρα, του οποίου απλώς βρέθηκε ένα είδος ημερολογίου, που αποφασίσαμε να αποκαλούμε «χειρόγραφο Αποστολάκη»

Και αρκεί, άραγε, η προσωπική μαρτυρία μου, εφόσον υπήρξα για χρόνια συνάδελφός του στην «Ελευθεροτυπία» (δουλεύαμε αμφότεροι στο ελεύθερο ρεπορτάζ) και στενός φίλος του, αρκεί η δική μου διαβεβαίωση για να πειστείς για το αντίθετο, αγαπητή αναγνώστρια και αγαπητέ αναγνώστη;»

(Απόσπασμα από την εισαγωγή του Γιώργου Χ. Θεοδωρίδη στο βιβλίο του Δημήτρη Αποστολάκη, «Πυροδοτώντας τις Μαύρες Γιορτές – Το χειρόγραφο του ανθρώπου που έκαψε την Ελλάδα» (εκδ. Εκλάμψεις, 2014), σελ. 13).

Ο άνθρωπος που έκαψε την Ελλάδα, Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Εκδόσεις Κέδρος, 2018

Καστοριάδης: Μια ζωή. Του Francois Dosse

“Μαζί με αρκετούς άλλους σπουδαστές, ο Κορνήλιος Καστοριάδης θα φύγει από το χάος που επικρατεί στην Ελλάδα του 1945 με ένα καράβι που το όνομά του θα γίνει θρύλος. Διωκόμενος και από τα δύο στρατόπεδα, το κυβερνητικό και το κομμουνιστικό, χρησιμοποιώντας ένα υπόγειο για κρυψώνα, ο Καστοριάδης περιμένει την άφιξή του καραβιού για να ξεφύγει από την πολιορκία.

Μια μέρα του Δεκεμβρίου του 1945, ο πατέρας του έρχεται να του ανακοινώσει ότι το «Ματαρόα» βρίσκεται στον Πειραιά. Βγαίνει τότε από την κρυψώνα του, έχοντας μόνον μια τσάντα με ρούχα στο χέρι. Το καράβι φεύγει από τον Πειραιά μεταφέροντας εκατόν ογδόντα επιβάτες, από τους οποίους οι μισοί περίπου είναι υπότροφοι της γαλλικής κυβέρνησης. 

Την παραμονή των Χριστουγέννων, τους αποβιβάζει στον Τάραντα. Το ταξίδι θα συνεχιστεί με τρένο και οι νεαροί εξόριστοι θα φτάσουν τελικά στο Παρίσι στις 23 Δεκεμβρίου: 

«Μεσάνυχτα. Με το μέτωπο κολλημένο στο τζάμι κοιτάμε μήπως ξεχωρίζει τίποτα μες στο σκοτάδι. Τίποτα, μηδέν. Μονάχα μακρυά και πού, κανένα φως, πιο ερμητικό, πιο άγνωστο κι απ’ τη νύχτα. Που να πέφτει η Μονμάρτ; Το Καρτιέ Λατέν; Το Ετουάλ; Και το Δάσος της Βουλόνης; Και όλα κείνα που διαβάσαμε στα βιβλία; Δε φαίνεται τίποτα έξω απ’ τις ράγες του σταθμού που τρέχουν πλάι στο τραίνο. […] Μπα, όχι, φτάσαμε. Απίστευτο. Στο χάλι που βρισκόμαστε, μας φαίνεται σαν ψέμα». Μιμίκα Κρανάκη, “journal dexil”, Le Temps moderns, Αύγουστος 1950

Το «Ματαρόα» είχε ήδη διακριθεί κατά τη διάρκεια του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου, μεταφέροντας αμερικανικά στρατεύματα στην Ιρλανδία ενόψει της απόβασης των Συμμάχων στη Νορμανδία. Επίσης, είχε μεταφέρει επιζώντες από το Ολοκαύτωμα στην Παλαιστίνη. Αργότερα, μάλιστα, ένα γκρουπ της τζαζ θα πάρει το όνομα του πλοίου: «Ματαρόα». Κοντολογίς, το «Ματαρόα» θα αποκτήσει διαστάσεις θρύλου, θα μείνει στην ιστορία σαν το «Πλοίο των Ελλήνων», αυτό που οδήγησε «το άνθος της ελληνικής νεολαίας» στη χρυσή εξορία. 

Ωστόσο το ταξίδι με το «Ματαρόα» κάθε άλλο παρά ονειρεμένο ήταν.

«Οι συνθήκες στο καράβι ήταν φρικτές. Μεταφέραμε μόνοι μας τις αποσκευές μας –ευτυχώς υπήρχαν και περίπου είκοσι γλύπτες ανάμεσά μας. Είχαμε πάρει μαζί μας ό,τι μπορούσαμε: χειρόγραφα, βιβλία, κλπ. Οι γλύπτες είχαν πάρει μαζί τους προπλάσματα των γλυπτών τους, και εμείς τους βοηθούσαμε να τα μεταφέρουν, σαν να ήμασταν όλοι μέλη μιας κοοπερατίβας. Η πιανίστρια είχε μαζί της ένα μικρό πιάνο… σιωπηλό, για να εξασκείται. Μπορεί αυτό το πιάνο να ήταν «σιωπηλό», αλλά ήταν εξαιρετικά βαρύ. Θυμάμαι την εικόνα, στο λιμάνι του Τάραντα: σκυμμένοι στην κουπαστή του πλοίου, κάποιοι από τους φίλους μας να προσπαθούν να κατεβάσουν το πιάνο από την πλευρική σκάλα…». Κορνήλιος Καστοριάδης, συζήτηση με την πιανίστρια Ντόρα Μπακοπούλου για το ελληνικό ραδιόφωνο. 

Η μαρτυρία της Μιμίκας Κρανάκη επιβεβαιώνει εκείνη του Καστοριάδη αναφορικά με τις συνθήκες που επικρατούσαν κατά τη διάρκεια του ταξιδιού:

«Κοιμόμασταν στο κατάστρωμα […] σαν μετά από καταστροφή. Ελάχιστοι φύγαν μ’ αληθινές βαλίτσες, που θα διαλυθούνε, άλλωστε, πριν φτάσουν στο Παρίσι. Οι πιο πολλοί ταξιδεύουν με σακίδια, καλάθια, μπόγους, ό,τι μπόρεσε να σοφιστεί η φτώχεια κι η αγάπη κείνων που μείναν στην αποβάθρα του Πειραιά κουνώντας τα μαντήλια τους». Μιμίκα Κρανάκη 

Η Οδύσσεια είχε αρχίσει στις 21 Δεκεμβρίου, με την αστυνομία να ελέγχει επί σχεδόν μια ολόκληρη μέρα τους υπότροφους και τις αποσκευές τους.

«Οι αποσκευές μας έπιαναν αρκετό χώρο: μπαούλα, βαλίτσες από χαρτόνι δεμένες με σπάγκο, μπόγοι έτοιμοι να ανοίξουν, μόνο έπιπλα που δεν είχαμε» Νέλλη Ανδρικοπούλου, Το ταξίδι του Ματαρόα, 1945, Εστία – 2007.

Στο «Ματαρόα», που το οδηγούσε μια ομάδα Άγγλων, υπήρχαν και άλλοι επιβάτες εκτός από τους υπότροφους, όπως η μετέπειτα ψυχαναλύτρια Ελένη Μαγκριώτη, δεκατεσσάρων ετών τότε, που ταξίδευε με το γιατρό πατέρα της, τη μητέρα της και τους δύο αδελφούς της. Αφηγείται η Μαγκριώτη:

«Όλοι έκαναν σαν να έφευγαν για πάντα. Κάποιοι είχαν μαζί τους το ποδήλατό τους, τα μπαούλα τους. Από ένα μπαούλο, καθώς το μετέφεραν, έπεσαν καμιά τριανταριά τόμοι με ελληνικές μεταφράσεις του Ζολά». Αυτό το περιστατικό δείχνει πόσο μεγάλη γοητεία ασκούσε η γαλλική κουλτούρα στους Έλληνες που έφευγαν για το Παρίσι. Είπαν τότε στη μικρή Ελένη ότι αυτός ο παράξενος συνταξιδιώτης, τόσο νέος και εντελώς άτριχος, λεγόταν Καστοριάδης και ήταν τροτσκιστής. «Τον αποκαλούσαν «ο τροτσκιστής», κι εγώ νόμιζα ότι τροτσκιστής σημαίνει τερατόμορφος και φαλακρός».

Το καράβι σήκωσε άγκυρα την άλλη μέρα τα ξημερώματα, με αρκετούς από τους επιβάτες να αγωνιούν κατά τη διάρκεια της νύχτας μήπως τους συλλάβουν οι αρχές ασφαλείας΄ στην αποβάθρα υπήρχαν, άλλωστε, αστυνομικοί που είχαν, μεταξύ άλλων, την ευθύνη να μην πάρουν μαζί τους οι υπότροφοι έντυπο υλικό που θα μπορούσε να εκθέσει διεθνώς την ελληνική κυβέρνηση. 

Αρκετοί λοιπόν θα περάσουν τη νύχτα τους ξαπλωμένοι στο κατάστρωμα, ο ένας κολλημένος στον άλλον ώστε να μην κρυώνουν. Κατά τα άλλα, το ταξίδι θα αποδειχθεί μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για… αισθηματικές περιπέτειες. Μολονότι είχε ήδη σχέσεις με τη Νέλλη Ανδρικοπούλου, ο Καστοριάδης θα αναβιώσει τη σχέση του με τη Μιμίκα Κρανάκη, με την οποία συνδεόταν στην Αθήνα και την οποία εξακολουθούσε να βρίσκει εξαιρετικά γοητευτική. Η Κρανάκη, πολύγλωσση, θα μεταφράσει αργότερα Μαρκούζε, θα διδάξει φιλοσοφία στη Ναντέρ και θα εκδώσει το 1995 στη σειρά «Petite Planete» των εκδόσεων Seuil, ένα μικρό βιβλίο, απαραίτητο βοήθημα για αρκετές γενιές γάλλων επισκεπτών της Ελλάδας. […] 

Φτάνοντας στον Τάραντα, όπου τους υποδέχονται ιταλοί σύντροφοι με υψωμένες γροθιές, οι υπότροφοι μαθαίνουν ότι υπάρχει επιδημία πανούκλας στην πόλη. Αφού κατέβηκαν από το «Ματαρόα», κατευθύνθηκαν προς τον σιδηροδρομικό σταθμό. Εκεί επιβιβάστηκαν σε δύο βαγόνια που προορίζονταν για τη μεταφορά ζώων, χωρίς ηλεκτρικό και χωρίς τρεχούμενο νερό, με τα οποία και θα ταξιδέψουν, στριμωγμένοι, περιστοιχισμένοι από τις βαριές αποσκευές τους. 

«Το τρένο κινούνταν με ταχύτητα σαλίγκαρου και, καθώς η μοναδική τουαλέτα ήταν βουλωμένη, έκανε κάθε τόσο στάσεις για τις… ανάγκες μας» Νέλλη Ανδρικοπούλου

[…] Εξαντλημένοι και αξιοθρήνητοι, οι υπότροφοι θα φτάσουν τελικά στον Γκαρ ντε λ’ Εστ, στο Παρίσι, υπό συνθήκες πολικού ψύχους, λίγο πριν από τα μεσάνυχτα. Στο σταθμό τους περιμένουν ο διευθυντής της Ελληνικής Φοιτητικής Εστίας και ένας εκπρόσωπος του Υπουργείου Εξωτερικών της Γαλλίας. […] Το ταξίδι του «Ματαρόα» θα προσλάβει με τον καιρό θρυλικές διαστάσεις, καθώς για πολλούς, στην Ελλάδα αλλά και στη Γαλλία, θα συνδυάζει την ιστορία κάποιων σύγχρονων διανοουμένων που άφησαν πίσω τη γενέθλια γη με τους ελληνικούς μύθους, όπως αυτούς του κόσμου του Ομήρου. 

«Το ταξίδι των Ελλήνων στη Γαλλία, το 1945, θα γίνει έτσι ένα είδος συμβόλου της πνευματικής ιστορίας της Ελλάδας» Francois Bordes 

[…] Ο Καστοριάδης θέτει σύντομα στον εαυτό του υπερφιλόδοξους στόχους. Θα ζητήσει, μάλιστα, από τον καθηγητή ο οποίος εποπτεύει τη διατριβή του να μη χαμογελάσει ακούγοντάς τον να λέει ότι δεν σκοπεύει να επιχειρήσει τίποτα λιγότερο από μια σύνθεση «μεταξύ φιλοσοφικής και μαθηματικής λογικής». […] Επιδίωξη του Καστοριάδη είναι να ανταποκρίνεται πάντοτε στον ρόλο του ως διανοούμενος. «Για τους Έλληνες, ήδη από την εποχή του Αριστοτέλη, ο αυθεντικός διανοούμενος δεν μπορεί παρά να είναι πολύπλευρος». Αυτή ακριβώς θα είναι και η περίπτωση του Καστοριάδη. 

Ζυμωμένος με τη γαλλική κουλτούρα ήδη από τα παιδικά του χρόνια, θα πάρει τη γαλλική υπηκοότητα πολύ αργότερα, στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Ωστόσο, δεν θα πάψει ποτέ να συμμερίζεται την ελληνική άποψη για τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να είναι κανείς ιδιαίτερα κοινωνικός και παράλληλα να τηρεί απολύτως μοναχική στάση απέναντι στη φύση και τη σκέψη. Άλλωστε, και η επιθυμία του Καστοριάδη να υιοθετεί πάντα μια κριτική προσέγγιση στα πράγματα επίσης δεν είναι άσχετη με την ελληνική του καταγωγή. […] 

Francois Dosse, «Καστοριάδης: Μια ζωή», Εκδόσεις Πόλις – 2015. Μετάφραση Ανδρέας Παππάς. Σελ. 616. 

 *Στην πρώτη βιογραφία ( «Καστοριάδης: Μια ζωή»), ενός από τους πιο σημαντικούς και ενδιαφέροντες στοχαστές του 20ού αιώνα., ο Francois Dosse, με αφετηρία τη νεανική πολιτική δράση του Καστοριάδη στην κατεχόμενη Αθήνα, αναφέρεται αρχικά στην άφιξή του στο Παρίσι -ήταν κι αυτός ένας από τους υπότροφους που ταξίδεψαν με το θρυλικό “Ματαρόα”-, τη συμμετοχή του στο γαλλικό τροτσκιστικό κίνημα, την ίδρυση του περιοδικού Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα, στο οποίο θα βάλει τη σφραγίδα του. Το Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα θα είναι το πρώτο έντυπο της Αριστεράς που θα ασκήσει καταλυτική κριτική στο σοβιετικό οικονομικό και κοινωνικό μοντέλο, συμβάλλοντας έτσι στην ανάδυση της λεγόμενης αντιαυταρχικής Αριστεράς, αλλά και στη διάδοση ιδεών και απόψεων που θα δώσουν εν πολλοίς τον τόνο στον Μάη του ’68.

Οικονομολόγος, κοινωνιολόγος, φιλόσοφος, ψυχαναλυτής, πολιτικός στοχαστής, πραγματικός homo universalis της εποχής μας, ο Καστοριάδης θα γίνει ευρύτατα γνωστός με το θεμελιώδες έργο του Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας (1975), αλλά και με άλλα κείμενα και βιβλία του, τα περισσότερα από τα οποία κυκλοφορούν και στα ελληνικά.

Η βιογραφία του από τον Francois Dosse βασίζεται σε ενδελεχή έρευνα αρκετών ετών, μέρος της οποίας ήταν και οι συζητήσεις του με περίπου πενήντα άτομα που γνώριζαν τον Καστοριάδη και συνεργάστηκαν κατά καιρούς μαζί του.

Αυτός ο κοσμοπολίτης Έλληνας, που δεν έπαψε ποτέ να μελετά την αρχαιοελληνική φιλοσοφία και να εμπνέεται από την αθηναϊκή δημοκρατία του 5ου π.Χ. αιώνα, παραμένει πάντα επίκαιρος, τόσο για τη διεισδυτική κριτική του στην υπάρχουσα τάξη πραγμάτων, όσο και για το πρόταγμα της αυτονομίας, το οποίο ποτέ δεν έπαψε να προβάλλει ως προϋπόθεση για την εμβάθυνση της δημοκρατίας και τη χειραφέτηση της κοινωνίας.

Ο Πιερ Βιντάλ-Νακέ, αναφερόμενος στον Καστοριάδη, έκανε λόγο για “μεγαλοφυΐα”, ενώ ο Εντγκάρ Μορέν τον είχε αποκαλέσει “τιτάνα του πνεύματος”.

Francois Dosse

Για τη σχέση μεταξύ του κοινωνικού στοιχείου και του ατόμου, ο Καστοριάδης είχε γράψει σε ένα κείμενό του το 1955:

«Υπάρχει, προφανέστατα, διαλεκτική αντιστοιχία μεταξύ κοινωνικών δομών και «ψυχολογικών» δομών. Από τα πρώτα κιόλας βήματα που κάνει στη ζωή, το άτομο υφίσταται συνεχή πίεση προκειμένου να διαμορφώσει μια δεδομένη στάση απέναντι στην εργασία, στο σεξ, στις ιδέες΄ να στερηθεί τους καρπούς της δραστηριότητάς του, αλλά και να αποκτήσει όλες τις απαραίτητες αναστολές, μέσω της εσωτερίκευσης και της αξιοδότησης αυτής της διαδικασίας ματαίωσης. Η ταξική κοινωνία δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνον στον βαθμό που καταφέρνει να επιβάλει εν πολλοίς αυτήν την αποδοχή. Αυτός είναι και ο λόγος που η σύγκρουση δεν είναι μια αμιγώς εξωτερική σύγκρουση, αλλά μετατοπίζεται στον πυρήνα της ατομικής ύπαρξης». 

Ορισμός που έδωσε ο Καστοριάδης για την πολιτική:

«Η πολιτική δεν μπορεί να γίνεται αντιληπτή μόνον ως συλλογική δραστηριότητα, αλλά και ως ατομική. […] Απαιτείται μια νέα επεξεργασία της διάκρισης σε ιδιωτικό και δημόσιο, με δεδομένο ακριβώς ότι η πολιτική συνδέεται με όλους τους θεσμούς της κοινωνίας».

***

Κρυσταλία Πατούλη

Σύμβουλος ανθρωπίνων σχέσεων – δημοσιογράφος

Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Για τη μοναδικότητα που απέκτησε ο Καβάφης στην παγκόσμια ποίηση

[…] Τελειώνοντας, θα προσθέσω δυο λόγια για το ύστερο ταξίδι του Καβάφη, διότι η «Ιθάκη» εκφράζει, κατά τον Βρισιμιτζάκη, την αποδημητική επιθυμία, «το ταξίδι που σε πάει ο μαύρος καβαλλάρης».
Στο τέλος της ζωής του το θέμα του στοματικού ευνουχισμού επανέρχεται δραματικά: το 1932 εκδηλώνεται καρκίνος του λάρυγγος (γνωστό φαλλικό σύμβολο), που τον καταδικάζει σε αφωνία. Αυτόν τον επιδέξιο και φημισμένο στον κύκλο του ρήτορα. Όμως αρνείται την εγχειρητική αφαίρεση του οργάνου, μιας και τη βιώνει ως ευνουχισμό: «αρτιμελής ήθελε να περάσει από τούτη τη ζωή στην άλλη ο Καβάφης», αναφέρει η Ρίκα Σεγκοπούλου.
Έτσι τελειώνει η ζωή του «χάρη σε μια εκπληκτική συνέπεια της Μοίρας» στις 29 Απριλίου του 1933, την ίδια ακριβώς ημέρα που βγήκε «στον πηγαιμό για την Ιθάκη», μετά από ένα οδύσσειο ταξίδι 70 χρόνων. Ή αν αναλογιστούμε και την ασυνείδητη διάσταση, την ημέρα που «συνέβη» το τρομακτικό τραύμα, ο φαντασιωτικός ευνουχισμός του από τη μητέρα του.
Ίσως, και με αυτό συνοψίζω μια βασική μου υπόθεση, η μοναδικότητα που απέκτησε ο Καβάφης στην παγκόσμια ποίηση με την ιδιομορφία του, να μην είναι άσχετη με τη μοναδικότητα που εκπροσωπούσε για τη μητέρα του η πεθαμένη αδελφή του Ελένη, την οποία όφειλε αυτός να αντικαταστήσει και εν μέρει το πραγματοποίησε.
Υπήρξε στη ζωή του, ως φαίνεται, το ίδιο μοιραία, όπως η άλλη, η ωραία Ελένη για τον Όμηρο.

Απόσπασμα: ΓΙΑΝΝΗΣ Σ. ΚΟΝΤΟΣ, ΟΙ ΨΥΧΙΚΕΣ ΟΔΥΣΣΕΙΕΣ ΤΟΥ Κ.Π.ΚΑΒΑΦΗ (ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ «ΙΘΑΚΗ»),

Από το βιβλίο: Ψυχανάλυση και νεοελληνική λογοτεχνία: Σταυροδρόμια, εκδ. Γαβριηλίδης, Επιμέλεια – Εισαγωγή: Θανάσης Χατζόπουλος

Οι «γραφές της ψυχανάλυσης» αποτυπώνουν κάθε φορά μια διαφορετική εκδοχή από τον πλούτο της κλινικής εμπειρίας της ψυχανάλυσης και του ιδιαίτερου τρόπου της να προσεγγίζει τα φαινόμενα της ζωής και του πολιτισμού. Τον πρώτο λόγο έχει εδώ η εκ-τροπή του ασυνειδήτου σε γραφή, ώστε -παραφράζοντας τη γνωστή φροϋδική προτροπή- «εκεί που ήταν αυτό να έρθει …η γραφή», αλλά και η τροποποίηση του πραγματικού δια της γραφής έτσι όπως μόνον μέσω αυτής μπορεί να επισυμβεί, χάρη στο δικό της ίχνος. Η σειρά απευθύνεται σε όλους όσους, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, έχουν αντιληφθεί ή υποψιάζονται πως ό,τι μας κινεί, και μας οδηγεί, σταθερά μας διαφεύγει.
(Θ. Χ.)

Γράφουν:
η Κωνστάνς Αθανασιάδου για τον Γεώργιο Βιζυηνό
ο Αθανάσιος Αλεξανδρίδης για τον Ανδρέα Εμπειρίκο
ο Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης για τον Διονύσιο Σολωμό
ο Κώστας Γεμενετζής για τον Γιώργο Σεφέρη
ο Θανάσης Γεωργάς για τον Γιάννη Κιουρτσάκη
η Βιβή Θεοδοσάτου για τον Γιώργο Χειμωνά
ο Γιάννης Σ. Κόντος για τον Κ. Π. Καβάφη
ο Σωτήρης Μανωλόπουλος για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη
ο Νίκος Παπαχριστόπουλος για τον Γεώργιο Βιζυηνό
ο Νίκος Σιδέρης για τον Διονύσιο Σολωμό
ο Θανάσης Τζαβάρας και η Ελένη Τζαβάρα για τον Ανδρέα Εμπειρίκο.

 

Μάσιμο Ρεκαλκάτι: Η «μητέρα» και ο «πατέρας» είναι φιγούρες που υπερβαίνουν το φύλο

Tvxs

«Η ‘μητέρα’ όπως και ο ‘πατέρας’ είναι φιγούρες που υπερβαίνουν το φύλο, το αίμα, τη φυλή και τη βιολογία. ‘Μητέρα’ είναι το όνομα του Άλλου ο οποίος τείνει τα γυμνά του χέρια στη ζωή που έρχεται στον κόσμο, στη ζωή που, ερχόμενη στον κόσμο, επιζητά το νόημα», γράφει ο ψυχαναλυτής Massimo Recalcati, στο βιβλίο «Τα χέρια της μητέρας», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Κέλευθος, και ακολουθεί απόσπασμα*:

«Ευλογημένα, γράφει ο Ρίλκε, ας είναι τα χέρια της μητέρας. Ευλογημένη η υποστήριξη που προσφέρουν στη δροσοσταλίδα και στην αυγή της ζωής. Ευλογημένα το δέντρο της μητέρας και η μνήμη της.

[…] Εγώ και η μητέρα μου στο μικρό σαλονάκι βλέπαμε τηλεόραση. Ήταν μια ασπρόμαυρη ταινία, βασισμένη σε ένα πραγματικό γεγονός, γνωστό από την ειδησεογραφία: Μια μητέρα συγκρατεί στα χέρια της για ώρες τα χέρια του παιδιού της, το οποίο παίζοντας στο μπαλκόνι του τελευταίου ορόφου μιας μεγάλης πολυκατοικίας, έχει γραπωθεί από τα κάγκελα του μπαλκονιού. Αυτή είναι η ανάμνηση που δεν με εγκατέλειψε όλα αυτά τα χρόνια: μια μητέρα κρατάει με τα χέρια της τα χέρια του παιδιού της, που κρέμεται στο κενό.

[…] Να, λέω στον εαυτό μου σήμερα, αυτό που δεν μου έχει διαφύγει, αυτό που για μένα αποδείχτηκε στ’ αλήθεια αλησμόνητο, αυτό που σε αυτές τις εικόνες επιμένει: Τα χέρια της μητέρας του Τορίνου πιάνουν τα χέρια του παιδιού που κρέμεται στο κενό. Είναι μια μεταφορά του Άλλου ο οποίος αποκρίνεται στην κραυγή της ζωής χωρίς να την αφήνει να εκπέσει στην ασημαντότητα, αλλά της παρέχει μια υποστήριξη χωρίς την οποία θα κατακρημνιζόταν στο κενό. Να αυτό που η μητέρα του Τορίνου χάραξε ανεξίτηλα σε εμένα και που σήμερα το ξαναβρίσκω: η σιωπηρή αντίσταση, η προσφορά των γυμνών χεριών της, το πείσμα να μην αφήσει τη ζωή μόνη και χωρίς ελπίδα, το δώρο μιας παρουσίας που δεν χάνεται. Είναι η μητέρα που σαν «δέντρο» υποδέχεται, κατά τα λόγια του Ρίλκε, τη «δροσοσταλίδα» και τον ερχομό της αυγής.

Τα χέρια δεν είναι άραγε το πρώτο πρόσωπο της μητέρας; Τα χέρια της μητέρας μου δεν είναι άραγε αυτά που χάιδεψαν το σώμα μου σπέρνοντάς το με γράμματα, μνήμες, σημεία, οργώνοντάς το σαν να ήταν χώμα, γη;

Πόσο μπορεί να μετράνε για ένα παιδί τα χέρια της μητέρας; Και για τον λόγο αυτό η εικόνα αυτή της εκδήλωσης της μητρότητας δεν με έχει ποτέ εγκαταλείψει και παρέμεινε ανεξίτηλη.

Στη φροϊδική περιγραφή του μητρικού Άλλου, ως του πρώτου «διασώστη-σωτήρα» στο τραυματικό ξεκίνημα της ζωής, μπορούμε να ανακαλύψουμε τα ίχνη ενός πρώτου ορισμού της μητέρας ως εκείνου του «πιο κοντινού» Άλλου, ο οποίος ξέρει να απαντήσει στην έκκληση της ζωής που φωνάζει.

Αν ο άνθρωπος έρχεται στη ζωή, όπως εξηγούν ο Φρόιντ και ο Λακάν, σε μια κατάσταση «πρώιμης ωρίμανσης», «απροετοιμασίας», «κατακερματισμού», «ανημπόριας», «απόλυτης εγκατάλειψης», σε μια κατάσταση ανεπάρκειας, τρωτότητας, έκθεσης στο μη νόημα του πραγματικού, χρειάζονται κυρίως τα χέρια του Άλλου –η παρουσία του Άλλου- για να προφυλάξουν εκείνη τη ζωή, να την προστατέψουν, να τη γλιτώσουν από την πιθανότητα της πτώσης.

Τα χέρια της μητέρας του Τορίνου δεν είναι χέρια που σωφρονίζουν, τιμωρούν, ταπεινώνουν. Δεν είναι τα χέρια της οργής και της βίας, δεν είναι χέρια που χτυπούν και που μπορούμε να θυμηθούμε στις πληγές μας ως τέκνα. Είναι χέρια γυμνά, χέρια που τείνουν προς άλλα χέρια, χέρια που υποστηρίζουν τη ζωή στην απύθμενη άβυσσο. Η ζωή ως ανθρώπινη ζωή έχει ανάγκη να συναντήσει αυτά τα χέρια, τα γυμνά χέρια της μητέρας, τα χέρια που σώζουν από τον γκρεμό που προκύπτει από την έλλειψη νοήματος.

Δεν είναι αυτό που το παιδικό μου βλέμμα, καθώς ήμουν καθισμένος δίπλα στη μητέρα μου, έβλεπε να προβάλλεται στην ασπρόμαυρη οθόνη της τηλεόρασης; Αυτή είναι για μένα το πρώτο πρόσωπο της μητρότητας, που παραμένει αναλλοίωτο αντέχοντας στια αλλαγές των καιρών μας, καθώς και σε όλες τις μεταμορφώσεις της οικογένειας που μας βομβαρδίζουν.

Αν σήμερα η μητρότητα δεν συμπίπτει πια με την ικανότητα αναπαραγωγής ή με την έμπρακτη εμπειρία της κυοφορίας, αλλά χάρη στη δύναμη της επιστήμης, επεκτάθηκε και σε άλλες δυνατές μορφές που καθιστούν μη απαραίτητη τη συνουσία ή το πραγματικό του φύλου, τα χέρια της μητέρας του Τορίνου μάς υπενθυμίζουν μια ουσιαστική λειτουργία της μητρότητας την οποία καμία ιστορική αλλαγή δεν θα μπορέσει ποτέ να ακυρώσει: Η Μητέρα είναι το όνομα του Άλλου που δεν αφήνει να πέσει η ζωή στο κενό, που την συγκρατεί με τα δικά της χέρια, εμποδίζοντάς τη να συντριβεί΄ είναι το όνομα του πρώτου «διασώστη-σωτήρα».

Αυτό είναι ένα κομβικό σημείο του βιβλίου: Αυτό που εδώ αποκαλώ «μητέρα» δεν αντιστοιχεί απαραίτητα στην πραγματική μητέρα, νοούμενη ως τη βιολογική μητέρα που γεννά το παιδί της. Μάλιστα ήδη για τον Φρόιντ η «μητέρα» είναι το όνομα της πρώτης μορφής του Άλλου που ασχολείται με μια ανθρώπινη ζωή, την οποία αναγνωρίζει ως δικό της δημιούργημα.

Αυτό σημαίνει ότι η «μητέρα» όπως και ο «πατέρας» είναι φιγούρες που υπερβαίνουν το φύλο, το αίμα, τη φυλή και τη βιολογία. «Μητέρα» είναι το όνομα του Άλλου ο οποίος τείνει τα γυμνά του χέρια στη ζωή που έρχεται στον κόσμο, στη ζωή που, ερχόμενη στον κόσμο, επιζητά το νόημα.”

*Απόσπασμα από το βιβλίο «Τα χέρια της μητέρας», του Massimo Recalcati, Μετάφραση: Χρήστος Πονηρός, Εκδόσεις Κέλευθος – 2017, (Σελ.11 και 21 με 27).

«Η μητέρα που καταπιέζει τη γυναίκα -όπως συνέβαινε στην πατριαρχική εκδοχή της μητρότητας- ή η γυναίκα που αρνείται τη μητέρα -όπως συμβαίνει στην υπερμοντέρνα εποχή μας- δεν είναι δύο απεικονίσεις της μητέρας, αλλά δύο αποκλίσεις της εξίσου παθολογικές. Αυτό το βιβλίο στέκεται σε αυτό, χωρίς καθόλου ωστόσο να σκοπεύει να περιορίσει τη μητρότητα στην παθολογία της. Η διδασκαλία του Λακάν έδειξε πως η υπόσταση της επιθυμίας ως μη εξ ολοκλήρου απορροφημένης σε αυτή της μητέρας είναι η ουσιαστική προϋπόθεση ώστε η επιθυμία της μητέρας να μπορεί να είναι δημιουργική. Μόνο αν το βλέμμα της μητέρας δεν επικεντρώνεται αποκλειστικά στην ύπαρξη του παιδιού, η μητρότητα μπορεί να ολοκληρώσει την λειτουργία της. Είναι αυτό που διδάσκει καθημερινά η ψυχανάλυση: Μόνο αν η μητέρα δεν είναι όλη μητέρα, το παιδί μπορεί να βιώσει την απουσία αυτή που καθιστά δυνατή την είσοδό του στον κόσμο των συμβόλων και του πολιτισμού».

Ο Μάσιμο Ρεκαλκάτι είναι ένας από τους γνωστoύς Ιταλούς ψυχαναλυτές με αδιαμφισβήτητη αναγνωρισιμότητα όχι μόνο στην ιταλική και διεθνή επιστημονική κοινότητα, αλλά και ευρύτερα στην ιταλική κοινωνία στο σύνολό της. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Μιλάνου και στο Παρίσι. Εκεί μάλιστα του δόθηκε η ευκαιρία να δουλέψει με τον Jacques-Alain Miller και κατόπιν να αναλυθεί από τον ίδιο. Είναι ένα από τα ιδρυτικά μέλη του ALI (Ιταλικός Σύλλογος Λακανικής Ψυχανάλυσης) και επιστημονικός διευθυντής του IRPA (Ερευνητικό Ινστιτούτο Εφαρμοσμένης Ψυχανάλυσης), όπου διδάσκει «Βασικές Αρχές Λακανικής Ψυχανάλυσης». Εμπνευστής και ιδρυτής του Jonas Onlus (Κέντρο Ψυχαναλυτικής Κλινικής για τα νέα Συμπτώματα), με πλούσια δράση σε πολλές πόλεις της Ιταλίας. Από το 2005 είναι επικεφαλής της Νευροψυχιατρικής Μονάδας του Νοσοκομείου Παίδων Sant’Orsola στην Μπολόνια. Έχει διδάξει στα πανεπιστήμια του Μιλάνου, της Πάντοβας, του Μπέργκαμο και του Ουρμπίνο, καθώς και στο Διεθνές Πανεπιστήμιο Menenedez Pelayo της Ισπανίας. Σήμερα διδάσκει Ψυχοπαθολογία της Διατροφικής Συμπεριφοράς στο Πανεπιστήμιο της Παβίας και Ψυχαναλυτική Κλινική της Ανορεξίας στο CEPUSPP (Centre d’Enseignement Post-Universitaire pour la Specialisation en Psychiatrie et Psychotherapie) της Λωζάνης. Συμμετέχει με παρεμβάσεις σε σεμινάρια στις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές πόλεις. Στο συγγραφικό του έργο συγκαταλέγονται περίπου 30 βιβλία, πολλά από τα οποία έχουν μεταφραστεί στη Γαλλία, την Ισπανία, την Αυστρία, την Αργεντινή, τη Σερβία, τη Βραζιλία, τη Γερμανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες.


(κεντρική φωτό, από το έργο του Paul Klee «Mother and child»