Μάσιμο Ρεκαλκάτι: Η «μητέρα» και ο «πατέρας» είναι φιγούρες που υπερβαίνουν το φύλο

Tvxs

«Η ‘μητέρα’ όπως και ο ‘πατέρας’ είναι φιγούρες που υπερβαίνουν το φύλο, το αίμα, τη φυλή και τη βιολογία. ‘Μητέρα’ είναι το όνομα του Άλλου ο οποίος τείνει τα γυμνά του χέρια στη ζωή που έρχεται στον κόσμο, στη ζωή που, ερχόμενη στον κόσμο, επιζητά το νόημα», γράφει ο ψυχαναλυτής Massimo Recalcati, στο βιβλίο «Τα χέρια της μητέρας», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Κέλευθος, και ακολουθεί απόσπασμα*:

«Ευλογημένα, γράφει ο Ρίλκε, ας είναι τα χέρια της μητέρας. Ευλογημένη η υποστήριξη που προσφέρουν στη δροσοσταλίδα και στην αυγή της ζωής. Ευλογημένα το δέντρο της μητέρας και η μνήμη της.

[…] Εγώ και η μητέρα μου στο μικρό σαλονάκι βλέπαμε τηλεόραση. Ήταν μια ασπρόμαυρη ταινία, βασισμένη σε ένα πραγματικό γεγονός, γνωστό από την ειδησεογραφία: Μια μητέρα συγκρατεί στα χέρια της για ώρες τα χέρια του παιδιού της, το οποίο παίζοντας στο μπαλκόνι του τελευταίου ορόφου μιας μεγάλης πολυκατοικίας, έχει γραπωθεί από τα κάγκελα του μπαλκονιού. Αυτή είναι η ανάμνηση που δεν με εγκατέλειψε όλα αυτά τα χρόνια: μια μητέρα κρατάει με τα χέρια της τα χέρια του παιδιού της, που κρέμεται στο κενό.

[…] Να, λέω στον εαυτό μου σήμερα, αυτό που δεν μου έχει διαφύγει, αυτό που για μένα αποδείχτηκε στ’ αλήθεια αλησμόνητο, αυτό που σε αυτές τις εικόνες επιμένει: Τα χέρια της μητέρας του Τορίνου πιάνουν τα χέρια του παιδιού που κρέμεται στο κενό. Είναι μια μεταφορά του Άλλου ο οποίος αποκρίνεται στην κραυγή της ζωής χωρίς να την αφήνει να εκπέσει στην ασημαντότητα, αλλά της παρέχει μια υποστήριξη χωρίς την οποία θα κατακρημνιζόταν στο κενό. Να αυτό που η μητέρα του Τορίνου χάραξε ανεξίτηλα σε εμένα και που σήμερα το ξαναβρίσκω: η σιωπηρή αντίσταση, η προσφορά των γυμνών χεριών της, το πείσμα να μην αφήσει τη ζωή μόνη και χωρίς ελπίδα, το δώρο μιας παρουσίας που δεν χάνεται. Είναι η μητέρα που σαν «δέντρο» υποδέχεται, κατά τα λόγια του Ρίλκε, τη «δροσοσταλίδα» και τον ερχομό της αυγής.

Τα χέρια δεν είναι άραγε το πρώτο πρόσωπο της μητέρας; Τα χέρια της μητέρας μου δεν είναι άραγε αυτά που χάιδεψαν το σώμα μου σπέρνοντάς το με γράμματα, μνήμες, σημεία, οργώνοντάς το σαν να ήταν χώμα, γη;

Πόσο μπορεί να μετράνε για ένα παιδί τα χέρια της μητέρας; Και για τον λόγο αυτό η εικόνα αυτή της εκδήλωσης της μητρότητας δεν με έχει ποτέ εγκαταλείψει και παρέμεινε ανεξίτηλη.

Στη φροϊδική περιγραφή του μητρικού Άλλου, ως του πρώτου «διασώστη-σωτήρα» στο τραυματικό ξεκίνημα της ζωής, μπορούμε να ανακαλύψουμε τα ίχνη ενός πρώτου ορισμού της μητέρας ως εκείνου του «πιο κοντινού» Άλλου, ο οποίος ξέρει να απαντήσει στην έκκληση της ζωής που φωνάζει.

Αν ο άνθρωπος έρχεται στη ζωή, όπως εξηγούν ο Φρόιντ και ο Λακάν, σε μια κατάσταση «πρώιμης ωρίμανσης», «απροετοιμασίας», «κατακερματισμού», «ανημπόριας», «απόλυτης εγκατάλειψης», σε μια κατάσταση ανεπάρκειας, τρωτότητας, έκθεσης στο μη νόημα του πραγματικού, χρειάζονται κυρίως τα χέρια του Άλλου –η παρουσία του Άλλου- για να προφυλάξουν εκείνη τη ζωή, να την προστατέψουν, να τη γλιτώσουν από την πιθανότητα της πτώσης.

Τα χέρια της μητέρας του Τορίνου δεν είναι χέρια που σωφρονίζουν, τιμωρούν, ταπεινώνουν. Δεν είναι τα χέρια της οργής και της βίας, δεν είναι χέρια που χτυπούν και που μπορούμε να θυμηθούμε στις πληγές μας ως τέκνα. Είναι χέρια γυμνά, χέρια που τείνουν προς άλλα χέρια, χέρια που υποστηρίζουν τη ζωή στην απύθμενη άβυσσο. Η ζωή ως ανθρώπινη ζωή έχει ανάγκη να συναντήσει αυτά τα χέρια, τα γυμνά χέρια της μητέρας, τα χέρια που σώζουν από τον γκρεμό που προκύπτει από την έλλειψη νοήματος.

Δεν είναι αυτό που το παιδικό μου βλέμμα, καθώς ήμουν καθισμένος δίπλα στη μητέρα μου, έβλεπε να προβάλλεται στην ασπρόμαυρη οθόνη της τηλεόρασης; Αυτή είναι για μένα το πρώτο πρόσωπο της μητρότητας, που παραμένει αναλλοίωτο αντέχοντας στια αλλαγές των καιρών μας, καθώς και σε όλες τις μεταμορφώσεις της οικογένειας που μας βομβαρδίζουν.

Αν σήμερα η μητρότητα δεν συμπίπτει πια με την ικανότητα αναπαραγωγής ή με την έμπρακτη εμπειρία της κυοφορίας, αλλά χάρη στη δύναμη της επιστήμης, επεκτάθηκε και σε άλλες δυνατές μορφές που καθιστούν μη απαραίτητη τη συνουσία ή το πραγματικό του φύλου, τα χέρια της μητέρας του Τορίνου μάς υπενθυμίζουν μια ουσιαστική λειτουργία της μητρότητας την οποία καμία ιστορική αλλαγή δεν θα μπορέσει ποτέ να ακυρώσει: Η Μητέρα είναι το όνομα του Άλλου που δεν αφήνει να πέσει η ζωή στο κενό, που την συγκρατεί με τα δικά της χέρια, εμποδίζοντάς τη να συντριβεί΄ είναι το όνομα του πρώτου «διασώστη-σωτήρα».

Αυτό είναι ένα κομβικό σημείο του βιβλίου: Αυτό που εδώ αποκαλώ «μητέρα» δεν αντιστοιχεί απαραίτητα στην πραγματική μητέρα, νοούμενη ως τη βιολογική μητέρα που γεννά το παιδί της. Μάλιστα ήδη για τον Φρόιντ η «μητέρα» είναι το όνομα της πρώτης μορφής του Άλλου που ασχολείται με μια ανθρώπινη ζωή, την οποία αναγνωρίζει ως δικό της δημιούργημα.

Αυτό σημαίνει ότι η «μητέρα» όπως και ο «πατέρας» είναι φιγούρες που υπερβαίνουν το φύλο, το αίμα, τη φυλή και τη βιολογία. «Μητέρα» είναι το όνομα του Άλλου ο οποίος τείνει τα γυμνά του χέρια στη ζωή που έρχεται στον κόσμο, στη ζωή που, ερχόμενη στον κόσμο, επιζητά το νόημα.”

*Απόσπασμα από το βιβλίο «Τα χέρια της μητέρας», του Massimo Recalcati, Μετάφραση: Χρήστος Πονηρός, Εκδόσεις Κέλευθος – 2017, (Σελ.11 και 21 με 27).

«Η μητέρα που καταπιέζει τη γυναίκα -όπως συνέβαινε στην πατριαρχική εκδοχή της μητρότητας- ή η γυναίκα που αρνείται τη μητέρα -όπως συμβαίνει στην υπερμοντέρνα εποχή μας- δεν είναι δύο απεικονίσεις της μητέρας, αλλά δύο αποκλίσεις της εξίσου παθολογικές. Αυτό το βιβλίο στέκεται σε αυτό, χωρίς καθόλου ωστόσο να σκοπεύει να περιορίσει τη μητρότητα στην παθολογία της. Η διδασκαλία του Λακάν έδειξε πως η υπόσταση της επιθυμίας ως μη εξ ολοκλήρου απορροφημένης σε αυτή της μητέρας είναι η ουσιαστική προϋπόθεση ώστε η επιθυμία της μητέρας να μπορεί να είναι δημιουργική. Μόνο αν το βλέμμα της μητέρας δεν επικεντρώνεται αποκλειστικά στην ύπαρξη του παιδιού, η μητρότητα μπορεί να ολοκληρώσει την λειτουργία της. Είναι αυτό που διδάσκει καθημερινά η ψυχανάλυση: Μόνο αν η μητέρα δεν είναι όλη μητέρα, το παιδί μπορεί να βιώσει την απουσία αυτή που καθιστά δυνατή την είσοδό του στον κόσμο των συμβόλων και του πολιτισμού».

Ο Μάσιμο Ρεκαλκάτι είναι ένας από τους γνωστoύς Ιταλούς ψυχαναλυτές με αδιαμφισβήτητη αναγνωρισιμότητα όχι μόνο στην ιταλική και διεθνή επιστημονική κοινότητα, αλλά και ευρύτερα στην ιταλική κοινωνία στο σύνολό της. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Μιλάνου και στο Παρίσι. Εκεί μάλιστα του δόθηκε η ευκαιρία να δουλέψει με τον Jacques-Alain Miller και κατόπιν να αναλυθεί από τον ίδιο. Είναι ένα από τα ιδρυτικά μέλη του ALI (Ιταλικός Σύλλογος Λακανικής Ψυχανάλυσης) και επιστημονικός διευθυντής του IRPA (Ερευνητικό Ινστιτούτο Εφαρμοσμένης Ψυχανάλυσης), όπου διδάσκει «Βασικές Αρχές Λακανικής Ψυχανάλυσης». Εμπνευστής και ιδρυτής του Jonas Onlus (Κέντρο Ψυχαναλυτικής Κλινικής για τα νέα Συμπτώματα), με πλούσια δράση σε πολλές πόλεις της Ιταλίας. Από το 2005 είναι επικεφαλής της Νευροψυχιατρικής Μονάδας του Νοσοκομείου Παίδων Sant’Orsola στην Μπολόνια. Έχει διδάξει στα πανεπιστήμια του Μιλάνου, της Πάντοβας, του Μπέργκαμο και του Ουρμπίνο, καθώς και στο Διεθνές Πανεπιστήμιο Menenedez Pelayo της Ισπανίας. Σήμερα διδάσκει Ψυχοπαθολογία της Διατροφικής Συμπεριφοράς στο Πανεπιστήμιο της Παβίας και Ψυχαναλυτική Κλινική της Ανορεξίας στο CEPUSPP (Centre d’Enseignement Post-Universitaire pour la Specialisation en Psychiatrie et Psychotherapie) της Λωζάνης. Συμμετέχει με παρεμβάσεις σε σεμινάρια στις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές πόλεις. Στο συγγραφικό του έργο συγκαταλέγονται περίπου 30 βιβλία, πολλά από τα οποία έχουν μεταφραστεί στη Γαλλία, την Ισπανία, την Αυστρία, την Αργεντινή, τη Σερβία, τη Βραζιλία, τη Γερμανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες.


(κεντρική φωτό, από το έργο του Paul Klee «Mother and child»

Advertisements

Η οικολογία της ελευθερίας. Του Μάρεϊ Μπούκτσιν

«Η τάση του ανθρώπου να κυριαρχεί πάνω στη φύση, είναι επακόλουθο της τάσης του ανθρώπου να κυριαρχεί πάνω στον άνθρωπο». Με βάση αυτή τη φράση του ο Μάρεϊ Μπούκτσιν, φαίνεται να διαμόρφωσε την «Οικολογία της ελευθερίας». Για τον ίδιο, τα οικολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζουμε σήμερα δεν είναι άσχετα με τον τρόπο λειτουργίας των κοινωνιών μας. Η εκμετάλλευση του ανθρώπου από άνθρωπο όχι μόνο προηγήθηκε της εκμετάλλευσης της φύσης από τον άνθρωπο, αλλά λειτούργησε και ως πρότυπό της.

Το έργο του μεγάλου αμερικανού στοχαστή, που γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη τον Ιανουάριο του 1921 από γονείς Ρώσους-Εβραίους μετανάστες, και πέθανε στις 30/7/2006, «η φιλοσοφική βάση του οποίου για όλη του τη ζωή ήταν η εγελιανή διαλεκτική», άνοιξε τον δρόμο της πολιτικής οικολογίας, προτείνοντας την ανασυγκρότηση της κοινωνίας, έτσι ώστε να έχει έναν ξεκάθαρα ριζοσπαστικά οικολογικό και μη ιεραρχικό χαρακτήρα.

Μόλις 9 ετών, κατά τη διάρκεια της μεγάλης οικονομικής κρίσης του 1929-32, οργανώθηκε στην κομμουνιστική νεολαία, αλλά τον διέγραψαν το ’39 μετά το σύμφωνο Μολότωφ- Ρίμπεντροπ, μεταξύ Σοβιετικών και Ναζί, λόγω αναρχοτροτσκιστικών αποκλίσεων. Εκείνες τις μέρες είχε δηλώσει εθελοντής για το μέτωπο του ισπανικού εμφυλίου, αλλά η αίτησή του απορρίφθηκε λόγω του νεαρού της ηλικίας του. Μεγαλώνοντας πέρασε στον τροτσκισμό, όμως γρήγορα απογοητεύτηκε.
Δούλεψε ως εργάτης σε χυτήριο του Νιου Τζέρσεϋ, αλλά και σε αυτοκινητοβιομηχανία κατά τη διάρκεια της μεγάλης απεργίας της Τζένεραλ Μότορς, υιοθετώντας την αντιεξουσιαστική σκέψη.

Ελευθεριακός σοσιαλιστής θεωρητικός, φιλόσοφος και συγγραφέας, έγινε γνωστός ως εμπνευστής της «κοινωνικής οικολογίας». Δημοσίευσε δεκάδες βιβλία, δίδαξε στα «ελεύθερα πανεπιστήμια» της Νέας Υόρκης, στο Στάτεν Άιλαντ (CityCollegeUniversitySystem) και έγινε τακτικός καθηγητής στο Νιου Τζέρσεϋ (RamapoCollege). Το 1974, μαζί με τον ανθρωπολόγο Νταν Τσόντορκοφ (Daniel Chondorkoff), ίδρυσαν το Ινστιτούτο για την Κοινωνική Οικολογία (Institute for Social Ecology) στο Βερμόντ, το οποίο διηύθυνε μέχρι το θάνατό του.

Έχοντας υπάρξει στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, ένας ενεργός οικοαναρχικός, αγωνιζόμενος ενάντια στη ρύπανση, στην ανέγερση πυρηνικών εργοστασίων και στη χημικοποίηση της τροφής, αποφάσισε να γράψει μια εκτενή παρουσίαση των απόψεών του, στο βιβλίο «Η οικολογία της ελευθερίας». Στην ανάλυσή του για την ιεραρχία, στο εν λόγω βιβλίο, προσπάθησε να αναδείξει την εμφάνισή της, τις εσωτερικές της τάσεις, τα όριά της και την πτώση της. Στράφηκε στην ανθρωπολογία για να εντοπίσει τις ρίζες της, στην ιστορία για να εντοπίσει την ανάπτυξή της, και στην ηθική και στη φιλοσοφία για να προβλέψει τις δυνατότητες για την πτώση της. Η οικολογία της ελευθερίας, που εκδόθηκε το 1982, έγινε ένα από τα κλασσικά αναρχικά βιβλία και ταυτόχρονα η θεμέλια λίθος της κοινωνικής οικολογίας, ενώ η κριτική της ιεραρχίας έχει πλέον γίνει κοινός τόπος για την αναρχική σκέψη.

Στον πρόλογο αυτού του βιβλίου, ο ίδιος σημειώνει:

«[…]  Για τους κοινωνικούς οικολόγους, η περιβαλλοντική αποδιοργάνωση είναι βαθιά ριζωμένη μέσα σε μια ανορθολογική, αντιοικολογική κοινωνία, της οποίας τα βασικά προβλήματα δεν θεραπεύονται με αποσπασματικές, μονοθεματικές μεταρρυθμίσεις. Προσπάθησα να επισημάνω ότι τα προβλήματα αυτά απορρέουν από ένα ιεραρχικό, ταξικό ‒και σήμερα‒ ανταγωνιστικό καπιταλιστικό σύστημα, το οποίο τροφοδοτεί την άποψη ότι ο φυσικός κόσμος είναι απλά και μόνο ένας σωρός από «πόρους» για την ανθρώπινη παραγωγή και κατανάλωση. Αυτό το κοινωνικό σύστημα είναι ιδιαίτερα ληστρικό. Έχει προβάλλει την κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στον άνθρωπο σε μια ιδεολογία όπου ο «άνθρωπος» (άντρας) είναι προορισμένος να κυριαρχεί πάνω στη «Φύση».

[…] Όλα τα γραπτά μου επιδιώκουν να προσφέρουν μια συνεκτική άποψη των κοινωνικών πηγών της οικολογικής κρίσης και να προσφέρουν ένα οικοαναρχικό πρόγραμμα για την ανασυγκρότηση της κοινωνίας πάνω σε ορθολογικές βάσεις.

[…] Ο στόχος που με οδήγησε στην ανάπτυξη της κοινωνικής οικολογίας κατά τις περασμένες δεκαετίες ήταν ειλικρινά φιλόδοξος: ήθελα να παρουσιάσω μια φιλοσοφία, μια σύλληψη της φυσικής και της κοινωνικής ανάπτυξης, μια εις βάθος ανάλυση των κοινωνικών και περιβαλλοντικών προβλημάτων που αντιμετωπίζουμε, και μια ριζοσπαστική ουτοπική εναλλακτική –έως σήμερα, δεν έχω αποφύγει τη χρήση της λέξης ουτοπικός‒ για τη σύγχρονη κοινωνική και περιβαλλοντική κρίση. Σε αντίθεση με τον πραγματιστικό περιβαλλοντισμό, ανέπτυξα ένα αναλυτικό σώμα ιδεών το οποίο ονομάζω κοινωνική οικολογία […]»

Στη διάρκεια της ζωής του, αντλώντας στοιχεία από διάφορα επιστημονικά πεδία, όπως η ανθρωπολογία, η οικολογία και η πολιτική θεωρία, παρουσίασε την ευθύνη της ιεραρχικής δομής της κοινωνίας για τα οικολογικά προβλήματα. Και εφόσον τα οικολογικά προβλήματα είναι κοινωνικά προβλήματα, πρέπει να φροντίσουμε για την επίλυσή τους μέσω της πολιτικής αλλαγής:

«Η σημερινή κοινωνική τάξη πραγμάτων βρίσκεται σε πορεία σύγκρουσης με το φυσικό κόσμο («πόλη και ύπαιθρος») και πρέπει να έχουμε μία αντικαπιταλιστική επανάσταση υπέρ μιας οικολογικής κοινωνίας».

Παράλληλα ο Μπούκτσιν πίστευε σε μία αποκεντρωμένη κοινωνία, αλλά και για μια πρόσωπο με πρόσωπο δημοκρατία (αμεσοδημοκρατική οργάνωση της κοινωνίας), η οποία όμως θα αποτελείται από μικρές κοινότητες. «Μία αναρχική κοινωνία», έγραφε ο Μάρεϊ, «θα πρέπει να είναι μία αποκεντρωμένη κοινωνία, όχι μόνο για να εγκαθιδρύσει μία διαρκή βάση για την εναρμόνιση του ανθρώπου με τη φύση, αλλά επίσης για να προσθέσει νέες διαστάσεις στην εναρμόνιση του ανθρώπου με τον άνθρωπο».

Επιπλέον αντλούσε τις πολιτικές θεωρητικές του παραδοχές από την αντιεξουσιαστική- αναρχική παράδοση. Το 1999 όμως, στην ηλικία των 79 ετών ήρθε σε ρήξη με κάποιες από τις θεωρίες των αναρχικών της εποχής, και υιοθέτησε τον «κομμουναλισμό» (communalism) ή αλλιώς την «κοινωνική οικολογία«, δίχως όμως να κάνει κάποια θεαματική ιδεολογική στροφή στη θεωρία του. «Θα ήταν καλό να θυμόμαστε ότι πάντα υπήρχε μία κομμουναλιστική τάση στον αναρχισμό, όχι μόνο συνδικαλιστική ή ατομικιστική. Επιπλέον, αυτή η κομμουναλιστική τάση είχε πάντα έναν ισχυρό κοινοτιστικό προσανατολισμό.» , είπε στο KickItOver το 1985.

Ο Μάρεϊ οραματιζόταν την κομμούνα ως μια άμεση δημοκρατία, αποτελούμενη από λαϊκές συνελεύσεις, η οποία ελέγχει την οικονομία. Πίστευε ότι ο ελευθεριακός κοινοτισμός, ως μία μετάφραση και εκσυγχρονισμένη μορφή του αναρχικού κομμουναλισμού, θα μπορούσε να γίνει η βάση για έναν νέο αναρχισμό αφιερωμένο στην πρόσωπο- με- πρόσωπο δημοκρατία.

«Ο ελευθεριακός κοινοτισμός είναι μια ολιστική προσέγγιση σε μια οικολογικά προσανατολισμένη οικονομία. Οι πολιτικές και οι συγκεκριμένες αποφάσεις που έχουν να κάνουν με τη γεωργία και τη βιομηχανική παραγωγή θα πρέπει να λαμβάνονται από τους πολίτες σε άμεσες, πρόσωπο με πρόσωπο συνελεύσεις- με την ιδιότητά τους ως πολιτών, όχι ως εργατών, αγροτών ή επαγγελματιών, οι οποίοι σε κάθε περίπτωση θα εναλλάσσονταν και οι ίδιοι στις παραγωγικές δραστηριότητές τους. […] Αντί να εθνικοποιηθεί και να κολλεκτιβοποιηθεί η γη, τα εργοστάσια, τα εργαστήρια και τα κέντρα διανομής, μια οικολογική κοινότητα θα κοινοτικοποιήσει την οικονομία της και θα ενωθεί με άλλες κοινότητες ενσωματώνοντας τους πόρους της σε ένα περιφερειακό συνομοσπονδιακό σύστημα. Η γη, τα εργοστάσια και τα εργαστήρια θα ελέγχονται από λαϊκές συνελεύσεις ελεύθερων κοινοτήτων, όχι από το κράτος- έθνος ή από τους εργάτες- παραγωγούς, που ενδέχεται κάλλιστα να αναπτύξουν ένα ιδιοκτησιακό συμφέρον μέσα σ’ αυτά.»

Χρειαζόμαστε μία «καινούρια πολιτική», υποστήριζε ο Μάρεϊ, μία πολιτική που να βασίζεται, όχι σε ένα εθνικό κεφάλαιο, αλλά στο επίπεδο της κοινότητας.
«Εδώ, στο πιο άμεσο περιβάλλον του ατόμου- στην κοινότητα, στη γειτονιά, στην κωμόπολη, ή στο χωριό- όπου η ιδιωτική ζωή αρχίζει σιγά σιγά να εισέρχεται στη δημόσια, βρίσκεται ο αυθεντικός τόπος για να λειτουργήσει κανείς σε επίπεδο βάσης, στον βαθμό τουλάχιστον που η αστικοποίηση δεν έχει ασκήσει πλήρως την καταστρεπτική της επίδραση».

Εδώ μία «νέα πολιτική» της ιδιότητας του πολίτη (citizenship) πρέπει να θεσμοθετηθεί, μία πολιτική στην οποία οι άνθρωποι αναλαμβάνουν τον έλεγχο της δικής τους πολιτικής ζωής, μέσω της συμμετοχής τους σε λαϊκές συνελεύσεις. Ο Μάρεϊ διέκρινε μεταξύ της πολιτικής (που εφαρμόζεται από τους πολίτες σε συνελεύσεις) και της κρατικής διαχείρισης (που εφαρμόζεται από διοικητικούς υπαλλήλους σε θεσμούς του έθνους-κράτους). Πίστευε ότι η πολιτική πρέπει να είναι «ένα σχολείο για την αυθεντική ιδιότητα του πολίτη».

Το 1998 ιδρύθηκε η ομάδα Demokratisk Alternativ (Εναλλακτική Δημοκρατία) από ελευθεριακούς σοσιαλιστές και κοινωνικούς οικολόγους της Βόρειας Ευρώπης. Σε διακήρυξη που εξέδωσε η ομάδα το 1998 και το 2000 υποστήριξε ότι ασπάζεται το πρόταγμα του κομμουναλισμού, ειδικά έτσι όπως διαμορφώθηκε από τον Μπούκτσιν. Η διακήρυξη αυτή κυκλοφόρησε σε δίγλωσση έκδοση, στα νορβηγικά και τα αγγλικά. Παράλληλα δημιουργήθηκε ένα ηλεκτρονικό περιοδικό με το όνομα Κομμουναλισμός (Communalism).

Ο Μπούκτσιν ανανέωσε την αναμφίβολα φτωχή σκέψη της αντιεξουσιαστικής θεωρίας, λέει η Μπιλ. Κατάφερε να μπολιάσει την πολιτική που πρέσβευε με την οικολογική σκέψη με ποιο αποτελεσματικό τρόπο από αυτόν των μαρξιστών, προσφέροντας ζωή στον αναρχισμό που αργοπέθαινε λόγω της έλλειψης προοπτικών εξέλιξης.

Αν και δεν έφερε κάποια κοινωνική αλλαγή, έστησε τα θεμέλια για τη γεφύρωση του χάσματος μεταξύ θεωρίας και πράξης του ελευθεριακού προτάγματος, δίνοντας ελπίδες για πραγματικές αλλαγές. Έτσι, ο αναρχισμός που δεν έτυχε κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα επαρκούς θεωρητικής επεξεργασίας, μετά τον Μπούκτσιν, έγινε όχι μόνο γοητευτικός σε ένα ευρύτερο κοινό, αλλά και επίκαιρος. Αν οι αντιεξουσιαστές/ αναρχικοί φρόντιζαν να χρησιμοποιούν περισσότερο τα γραπτά του Μπούκτσιν από αυτά των κλασικών αναρχικών, σαν του Μπακούνιν και του Κροπότκιν, ή από νεόκοπους, σαν του Ζέρζαν (John Zerzan), τότε πιθανότατα θα έκαναν ευρύτερα γνωστή και αποδεκτή τη θεωρία τους. Σε μερικές περιπτώσεις μάλιστα θεώρησαν ότι είναι πιο χρήσιμο να προβάλλουν δημοφιλείς προσωπικότητες (Τσόμσκι) αντί για δημοφιλείς θεωρίες (κοινωνική οικολογία).

Είναι αναμφίβολο ότι η κοινωνική οικολογία μπορεί να αποτελέσει τη βάση για την ανάπτυξη και την καλλιέργεια μιας πολιτικής-οικολογικής ηθικής. Για να γίνει όμως αυτό, θα πρέπει έρθουν κοντύτερα ακόμα και εκείνες οι τάσεις για τις οποίες ο Μπούκτσιν υποστήριζε ότι τις χωρίζει ένα αγεφύρωτο χάσμα.

Βιβλία του εδώ

Πηγές:

Βιβλίο: Η οικολογία της Ελευθερίας, εκδ. Αντιγόνη – 2016

http://tvxs.gr/news/prosopa/i-oikologia-tis-eleytherias-toy-marei-mpoyktsin

 

Η ιδιότητα του πολίτη και η πολιτική ελευθερία

«Συγκρίνοντας τη μοντέρνα ελευθερία, που εστιάζεται στην προστασία του ατόμου μέσα από ένα πλέγμα δικαιωμάτων, με την πολιτική ελευθερία των αρχαίων μπορούμε να συμπεράνουμε ότι αρκετοί από τους σύγχρονους ελεύθερους πολίτες δεν θα θεωρούνταν ούτε ελεύθεροι ούτε πολίτες σύμφωνα με τον αρχαιοελληνικό ορισμό».
Σε καιρούς κρίσεις άρα αλλαγής, η επανοηματοδότηση λέξεων, όπως Πολίτης, Ελευθερία, Δημοκρατία, μοιάζει επιτακτική, για να μπορέσουμε να δημιουργήσουμε ένα νέο όραμα για το πολιτικό -και όχι μόνο- μέλλον μας. Οι Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, μέσα από ένα νέο συλλογικό έργο, με τίτλο Εισαγωγή στην Αρχαία Φιλοσοφία, ανατρέχουν στις έννοιες που διαμόρφωσαν όχι μόνο με το πνεύμα αλλά και με τον τρόπο της ζωής τους οι αρχαίοι έλληνες φιλόσοφοι. Οι λόγοι να ανατρέξει μαζί τους και ο σύγχρονος έλληνας πολίτης, είναι μάλλον πολλοί, αφού όπως επίσης αναφέρεται και στο υποκεφάλαιο: Η ιδιότητα του πολίτη ως εξωτερική έκφανση της θετικής ελευθερίας, του Χαρίλαου Πλατανάκη:
Η πολιτική ελευθερία των αρχαίων διαφέρει ουσιωδώς από τη μοντέρνα πολιτική ελευθερία, σε τέτοιο βαθμό ώστε συγκρίνοντας τον αρχαίο με τον μοντέρνο πολίτη ο δεύτερος να υπολείπεται σημαντικά ως προς τη θετική ελευθερία.

Πολίτης δ’ απλώς ουδενί των άλλων ορίζεται μάλλον ή τω μετέχειν κρίσεως και αρχής (Αριστοτέλης, Πολιτικά ΙΙΙ.Ι, 1275a22-23)
Ο πολίτης δεν ορίζεται ακριβέστερα με αναφορά σε καμία άλλη από τις λειτουργίες του παρά στη συμμετοχή του στη δικαστική κρίση και στην εκτελεστική εξουσία.

Ω γαρ εξουσία κοινωνείν αρχής βουλευτικής και κριτικής, πολίτην ήδη λέγομεν είναι ταύτης της πόλεως, πόλιν δε το των τοιούτων πλήθος ικανόν προς αυτάρκειαν ζωής, ως απλώς ειπείν.
Αυτόν που έχει δικαίωμα συμμετοχής στην εκτελεστική ή τη δικαστική αρχή τον θεωρούμε πολίτη της πόλης. Και πόλη, γενικά, ορίζουμε ένα σύνολο πολιτών αρκετών ώστε να εξασφαλίσουν μια αυτάρκη ζωή.

Αν και στην πλατωνική Πολιτεία ο όρος πολίτης χρησιμοποιείται για να περιγράψει τα μέλη και των τριών τάξεων, η χρήση του όρου στους παραπάνω αριστοτελικούς ορισμούς αντικατοπτρίζει εναργέστερα την πολιτική θέση που προσιδιάζει στην ελευθερία των αρχαίων κατά Constant, δηλώνει δηλαδή αυτούς που έχουν την εξωτερική ελευθερία να συμμετέχουν στη λήψη πολιτικών αποφάσεων.

Το ενδιαφέρον μας τώρα θα μεταφερθεί από την αρνητική εσωτερική αυτοκυριαρχία, η οποία αντιπαραβάλλεται προς τη δουλεία, στη θετική πολιτική ελευθερία. Στόχος είναι να αναδειχθεί πως η πολιτική ελευθερία των αρχαίων διαφέρει ουσιωδώς από τη μοντέρνα πολιτική ελευθερία, σε τέτοιο βαθμό ώστε συγκρίνοντας τον αρχαίο με τον μοντέρνο πολίτη ο δεύτερος να υπολείπεται σημαντικά ως προς τη θετική ελευθερία.

Ο Αριστοτέλης αναγνωρίζει την πιθανότητα ότι η αθροιστική γνώση των πολλών μπορεί αρκετές φορές να βαραίνει περισσότερο από τη γνώση των λίγων όσον αφορά την πολιτική τέχνη (Πολιτικά ΙΙΙ.ΙΙ, 1281A40-b21).

Σύμφωνα με αυτή τη θέση, αν και αναγνωρίζεται ότι ο καθένας από τους πολλούς υπολείπεται από τον καθένα από τους πολιτικά ειδήμονες, εντούτοις σε ορισμένους τομείς οι πολλοί υπερέχουν αθροιστικά σε πολιτική γνώση και αρετή.

Γι’ αυτό υποστηρίζει ότι η πολιτική εξουσία που μπορεί να ασκηθεί από τους πολλούς αθροιστικά πρέπει να δίδεται σε αυτούς, ενώ τα πολιτικά αξιώματα που δεν μπορούν να κατέχονται παρά μονάχα από έναν ή λίγους πρέπει να δίδονται ατομικά σε αυτούς που κατέχουν μεγαλύτερο βαθμό πολιτικής αρετής και γνώσης.

Αλλά ακόμα και γι’ αυτά τα τελευταία αξιώματα οι πολλοί πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να ελέγχουν την πολιτική εξουσία των λίγων, ώστε να αποφευχθούν φαινόμενα κατάχρησης της εξουσίας για χάρη του προσωπικού συμφέροντος.

Η μόνη προϋπόθεση που θέτει ο Αριστοτέλης στο επιχείρημά του για τη σοφία των πολλών είναι αυτοί να αποφασίζουν και να δρουν με γνώμονα το κοινό καλό, χωρίς να διαφθείρουν την πολιτική τους κρίση από τα πάθη και τις επιθυμίες τους (Πολιτικά ΙV.4, 1292a4-30).

Η αρχαία πόλη, με τη δυνατότητα που παρέχει σε κάθε πολίτη για άμεση πολιτική συμμετοχή και συνδιαμόρφωση των αποφάσεων, επιτρέπει την πραγμάτωση της εξωτερικής έκφανσης της αρχαίας ελευθερίας, που σχετιζεται με τη διασύνδεση της ιδιωτικής και της δημόσιας σφαίρας.

Αυτή η πολιτική έκφανση της ελευθερίας υποστηρίζεται επίσης από τον Αριστοτέλη, ο οποίος θέτει τη συνθήκη για την ατομική αυτονομία, ορίζοντας την πολιτική ελευθερία ως το εν μέρει άρχεσθαι και άρχειν (Πολιτικά VI.2, 1317b2-3).

Η ενοποιητική λειτουργία της αρχαίας πολιτικής ελευθερίας είναι η αλληλοσύνδεση ελευθεριών και υποχρεώσεων του πολίτη. Ακόμα και η καθημερινότητα της διαχείρισης της εξουσίας δεν φαίνεται να εγείρει προβλήματα σε αυτή την κατεύθυνση, τουλάχιστον για τον Αριστοτέλη, ο οποίος αποδίδει μεγάλη σημασία στην αρχή της εναλλαγής των πολιτών στην εξουσία.

Επομένως, η πολιτική ελευθερία πραγματώνεται είτε χάρη στην άμεση συμμετοχή των πολιτών στη διαμόρφωση των αποφάσεων είτε χάρη στην περιοδική εναλλαγή των κατόχων των διαφόρων πολιτικών αξιωμάτων.

Μια επιπλέον ένδειξη για τη στενή διασύνδεση της αρχαίας πολιτικής ελευθερίας με την πολιτική κοινότητα είναι το γεγονός ότι η ελευθερία του πολίτη επαφίεται στην ελευθερία της πόλης΄ από τη στιγμή που η πόλη υποδουλωθεί, το αίτημα για ελευθερία του πολίτη χάνεται.

Η αντίθεση με τη μοντέρνα ελευθερία είναι πρόδηλη: ακόμα και αν ένα μοντέρνο κράτος καταλυθεί και οι πολίτες του πάψουν να έχουν πολιτική ελευθερία και πολιτικά δικαιώματα, αυτό δεν σημαίνει ότι τα ατομικά δικαιώματά τους θα πρέπει να πάψουν να γίνονται σεβαστά από τον κατακτητή.

Πώς όμως διασώζεται η αρχαία ελευθερία στην ελληνιστική εποχή όταν ατονούν οι πόλεις – κράτη; Οι πολιτικοί φιλόσοφοι θα καταφύγουν σε νέους τρόπους για να περισώσουν αυτή τη διασύνδεση της ατομικής και της συλλογικής ελευθερίας: οι περισσότερες φιλοσοφικές σχολές θα δώσουν έμφαση στο κοινωνικό, αντί το πολιτικό, ενώ ο Διογένης ο Κυνικός θα προτείνει, και ο Ζήνων ο Στωικός θα ενστερνιστεί, ένα μοντέλο κοσμοπολιτισμού το οποίο καταργεί τις συμβατικές πολιτικές διακρίσεις των ελληνιστικών βασιλείων.

Μια ενδιαφέρουσα συνέπεια της ελευθερίας των αρχαίων είναι ότι δεν εγείρει το πρόβλημα της πολιτικής ανυπακοής. Εφόσον ο πολίτης συμμετέχει στη διαμόρφωση των συλλογικών αποφάσεων άμεσα, είτε συνεχώς είτε μέσα από την περιοδική εναλλαγή στην άσκηση της εξουσίας, τότε περιορίζεται στο να υπακούει σε αυτό που ο ίδιος (συν)διαμορφώνει.

Κάποιοι ίσως θεωρήσουν ότι η αδυναμία της πολιτικής ανυπακοής δεν δικαιολογείται ικανοποιητικά από την αρχαία ελευθερία, αλλά οφείλεται σε μια εμβρυακή θεωρία του ατόμου, το οποίο θεωρείται οργανικό μέρος μιας κοινωνίας με εννοιολογική προτεραιότητα για την ηθική και διανοητική εξέλιξή του.

Θεωρώ ότι οι δύο θέσεις δεν είναι αναγκαία σε σύγκρουση, αφού η αρχαία ελευθερία μπορεί να δικαιολογηθεί ακριβώς λόγω της οργανικής αντίληψης του ατόμου ως μέρους της κοινωνίας. Ακόμα και αυτή η δικαιολόγηση όμως δεν είναι ικανοποιητική απέναντι στην κλασική περίπτωση πολιτικής ανυπακοής που παρουσιάζει γλαφυρά ο Σοφοκλής στην Αντιγόνη του.

Μια πιο πειστική δικαιολόγηση της ανυπακοής της Αντιγόνης, η οποία κηδεύει τον αδελφό της παρά τη ρητή απαγόρευση του βασιλιά Κρέοντα, θα μπορούσε να στηριχθεί στην επισήμανση ότι η ίδια, ως γυναίκα, δεν ήταν πολίτης με πλήρη πολιτικά δικαιώματα και ως εκ τούτου δεν συμμετείχε στη διαμόρφωση της απαγόρευσης.

Επιπλέον, η απόφαση του Κρέοντα είναι δεσποτική (στην περίπτωση αυτή δεν ισχύει ούτε η συνθήκη της εναλλαγής των πολιτών στην εξουσία) και, εφόσον δεν έχει διατυπωθεί μέσα στο πλαίσιο της θετικής ελευθερίας, δεν δεσμεύει τους πολίτες, αφού σημαντική προϋπόθεση του μοντέλου θετικής ελευθερίας που περιέγραψα αποτελεί το να εξαρτάται η υποχρέωση σεβασμού των πολιτών στους νόμους από τον βαθμό που έχουν συμμετάσχει στη διαμόρφωσή τους.

Συγκρίνοντας τη μοντέρνα ελευθερία, που εστιάζεται στην προστασία του ατόμου μέσα από ένα πλέγμα δικαιωμάτων, με την πολιτική ελευθερία των αρχαίων μπορούμε να συμπεράνουμε ότι αρκετοί από τους σύγχρονους ελεύθερους πολίτες δεν θα θεωρούνταν ούτε ελεύθεροι ούτε πολίτες σύμφωνα με τον αρχαιοελληνικό ορισμό.  Η αραιή και ελλιπής συμμετοχή τους στις εκλογικές διαδικασίες της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, όπου επιλέγουν τον έναν πολιτικό συνδυασμό έναντι του άλλου χωρίς όμως να συμμετέχουν στη διαμόρφωση των πολιτικών προγραμμάτων τους, προφανώς φαίνεται κατώτερη της εξωτερικής έκφανσης της ελευθερίας των αρχαίων. Παράλληλα, το γεγονός ότι ψηφίζουν χωρίς να έχουν πολιτική δεινότητα και γνώση, στηριζόμενοι πρώτιστα σε παραπλανητικές πρακτικές των δημαγωγών, παρόμοιες με αυτές για τις οποίες μας προειδοποιεί ο Σωκράτης, αποτελεί παραβίαση και της εσωτερικής έκφανσης της θετικής ελευθερίας.

*Από το βιβλίο: Εισαγωγή στην αρχαία φιλοσοφία, συλλογικό έργο που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. (Κεφάλαιο 9: Αρχαία πολιτική φιλοσοφία. Του Χαρίλαου Πλατανάκη. Υποκεφάλαιο: 4.2 Η ιδιότητα του πολίτη ως εξωτερική έκφανση της θετικής ελευθερίας. Σελ. 440-443).

Τvxs – Eπιμέλεια: Κρυσταλία Πατούλη


Εισαγωγή στην αρχαία φιλοσοφία. Συλλογικό έργο, των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Κρήτης.
Ιάκωβος Βασιλείου, Κωνσταντίνος Δημητρακόπουλος, Ελένη Κακλαμάνου, Δούκας Καπάνταης, Γιώργος Καραμανώλης, Βούλα Κοτζιά, Ξανθίππη Μπουρλογιάννη, Χαρίλαος Πλατανάκης, Βασίλης Πολίτης, Σπύρος Ράγκος, Δώρος Σκαλτσάς
Επιμέλεια: Γιώργος Καραμανώλης
Μετάφραση: Αθανάσιος Κατσικερός, Πανταζής Τσελεμάνης

Η αρχαία φιλοσοφία είναι μεν μία ορισμένη περίοδος της ιστορίας της φιλοσοφίας, είναι όμως και η περίοδος εκείνη στην οποία το πεδίο της φιλοσοφίας, όπως το γνωρίζουμε στο δυτικό κόσμο τουλάχιστον, διαμορφώνεται και κρυσταλλώνεται, τόσο όσον αφορά τα ερωτήματα που τίθενται, αυτά που σήμερα αποκαλούμε φιλοσοφικά ερωτήματα, όσο και τους τρόπους διαχείρισής τους.

Η αρχαία φιλοσοφία αποτελεί ωστόσο και ένα αντικείμενο που αφορά όχι μόνο τους έχοντες ειδικά φιλοσοφικά ενδιαφέροντα, αλλά και κάθε μορφωμένο άνθρωπο, στο βαθμό που ένα μεγάλο μέρος του εννοιολογικού μας ορίζοντα συγκροτήθηκε στα έργα και μέσα από τις συζητήσεις των φιλοσόφων της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας. Ο εννοιολογικός αυτός ορίζοντας διαμόρφωσε με τη σειρά του μια πλειάδα πολιτιστικών και πνευματικών φαινομένων, όπως την πολιτική και επιστημονική μας σκέψη, τον νομικό μας πολιτισμό, τη χριστιανική θεολογία.

Τα κείμενα του τόμου στοχεύουν αφενός να εισαγάγουν τον ενδιαφερόμενο στους βασικούς τομείς της αρχαίας φιλοσοφίας (π.χ. λογική, γνωσιοθεωρία, ηθική), όσο και να διεγείρουν το ενδιαφέρον του αναγνώστη για ζητήματα κεντρικής σημασίας για την εννοιολογική μας συγκρότηση, όπως είναι η σχέση αισθητού και νοητού, ατομικού και κοινού καλού, λόγου και συναισθήματος, ή της δομής της γνώσης. Τα κεφάλαια του τόμου είναι θεματικά οργανωμένα και είναι γραμμένα από Έλληνες ειδικούς που δραστηριοποιούνται σε ακαδημαϊκά ιδρύματα της Ελλάδας και του εξωτερικού.

Δημοσιεύτηκε: http://tvxs.gr/news/biblio/i-idiotita-toy-politi-kai-i-politiki-eleytheria

Ο καλλιτέχνης ως συλλογικός άνθρωπος. Του Καρλ Γιουνγκ

«Η τέχνη είναι ένα είδος έμφυτης ορμής που καταλαμβάνει τον άνθρωπο και τον κάνει όργανό της. Ο καλλιτέχνης δεν είναι ένα άτομο προικισμένο με ελεύθερη βούληση που επιδιώκει τους δικούς του σκοπούς, αλλά κάποιος που επιτρέπει στην τέχνη να πραγματώσει τους σκοπούς της μέσω αυτού. Ως ανθρώπινο ον μπορεί να έχει ψυχικές διαθέσεις και βούληση και προσωπικούς σκοπούς, αλλά ως καλλιτέχνης είναι «άνθρωπος» με μια υψηλότερη έννοια –είναι «συλλογικός άνθρωπος»- κάποιος  που κουβαλά και διαπλάθει την ασυνείδητη ψυχική ζωή της ανθρωπότητας. Για να εκτελέσει τούτο το δύσκολο έργο, είναι μερικές φορές αναγκαίο να θυσιάσει την ευτυχία κι όλα όσα κάνουν τη ζωή άξια να τη ζει ο μέσος άνθρωπος.» Καρλ Γιουνγκ, Ψυχολογία και Ποίηση*

Ο δημιουργικός άνθρωπος είναι ένας γρίφος στον οποίο μπορούμε να επιχειρήσουμε μιαν απάντηση με διάφορους τρόπους, αλλά πάντα μάταια – μια αλήθεια που δεν έχει εμποδίσει τη σύγχρονη ψυχολογία να στρέφεται κατά καιρούς προς το ζήτημα του καλλιτέχνη και της τέχνης του.

Ο Φρόυντ πίστεψε πως είχε βρει ένα κλειδί στη διαδικασία της απόδοσης του έργου τέχνης στις προσωπικές εμπειρίες του καλλιτέχνη. Είναι αλήθεια πως ορισμένες δυνατότητες βρίσκονται σ’ αυτή την κατεύθυνση, γιατί έγινε αντιληπτό πως ένα έργο τέχνης, όχι λιγότερο από μία νεύρωση, θα μπορούσε να αναχθεί σ’ εκείνους τους δεσμούς της ψυχικής ζωής που αποκαλούμε συμπλέγματα. […]

Δεν μπορεί να υπάρξει αντίρρηση αν γίνει παραδεκτό πως τούτη η προσέγγιση δεν ισοδυναμεί παρά με την εξήγηση εκείνων των προσωπικών καθοριστικών στοιχείων χωρίς τα οποία ένα έργο τέχνης είναι αδιανόητο. Αν όμως προβληθεί η αξίωση πως μια τέτοια ανάλυση εξηγεί το ίδιο το έργο τέχνης, τότε απαιτείται μια κατηγορηματική άρνηση. […]

Εκείνο που είναι ουσιώδες σ’ ένα έργο τέχνης είναι να υψώνεται πολύ πάνω από τη σφαίρα της προσωπικής ζωής και να μιλάει από το πνεύμα και την καρδιά του ποιητή ως ανθρώπου προς το πνεύμα και την καρδιά της ανθρωπότητας.

Η προσωπική άποψη είναι ένας περιορισμός –και μάλιστα μια αμαρτία- στη σφαίρα της τέχνης.

Όταν μια μορφή «τέχνης» είναι κυρίως προσωπική, της αξίζει να τη μεταχειρίζονται σαν να ήταν νεύρωση. Μπορεί να έχει κάποια ισχύ η άποψη της φροϋδικής σχολής πως οι καλλιτέχνες είναι, χωρίς εξαίρεση, Νάρκισσοι –δηλαδή πως είναι μη εξελιγμένα άτομα με παιδικά και αυτοερωτικά χαρακτηριστικά. Η πρόταση, ωστόσο, ισχύει μόνο για τον καλλιτέχνη ως άτομο, και δεν έχει καμία σχέση με τον άνθρωπο ως καλλιτέχνη. Στην ιδιότητά του ως καλλιτέχνης δεν είναι ούτε «αυτοερωτικός», ούτε «ετεροερωτικός», ούτε «ερωτικός» μ’ οποιαδήποτε έννοια. Είναι αντικειμενικός και απρόσωπος –ακόμη κι απάνθρωπος- γιατί ως καλλιτέχνης είναι το έργο του, και όχι ένα ανθρώπινο πλάσμα. […]

Η τέχνη είναι ένα είδος έμφυτης ορμής που καταλαμβάνει τον άνθρωπο και τον κάνει όργανό της. Ο καλλιτέχνης δεν είναι ένα άτομο προικισμένο με ελεύθερη βούληση που επιδιώκει τους δικούς του σκοπούς, αλλά κάποιος που επιτρέπει στην τέχνη να πραγματώσει τους σκοπούς της μέσω αυτού.

Ως ανθρώπινο ον μπορεί να έχει ψυχικές διαθέσεις και βούληση και προσωπικούς σκοπούς, αλλά ως καλλιτέχνης είναι «άνθρωπος» με μια υψηλότερη έννοια –είναι «συλλογικός άνθρωπος»- κάποιος  που κουβαλά και διαπλάθει την ασυνείδητη ψυχική ζωή της ανθρωπότητας. Για να εκτελέσει τούτο το δύσκολο έργο, είναι μερικές φορές αναγκαίο να θυσιάσει την ευτυχία κι όλα όσα κάνουν τη ζωή άξια να τη ζει ο μέσος άνθρωπος.

Αφού όλα αυτά έχουν έτσι, δεν είναι παράξενο το ότι ο καλλιτέχνης είναι μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα περίπτωση για τον ψυχολόγο που χρησιμοποιεί μιαν αναλυτική μέθοδο.

Η ζωή του καλλιτέχνη δεν μπορεί παρά να είναι γεμάτη συγκρούσεις, γιατί δύο δυνάμεις βρίσκονται σε πόλεμο μέσα του –από τη μια το κοινό ανθρώπινο όν που ποθεί την ευτυχία, την ικανοποίηση, και τη σιγουριά στη ζωή, κι από την άλλη ένα ανηλεές πάθος για δημιουργία το οποίο μπορεί να φτάσει τόσο μακριά, ώστε να υπερισχύσει κάθε προσωπικής επιθυμίας.

Η ζωή του καλλιτέχνη είναι κατά κανόνα τόσο πολύ μη ικανοποιητική –για να μην πω τραγική- λόγω της μειονεκτικότητάς του από την ανθρώπινη και προσωπική πλευρά, και όχι λόγω ενός δυσοίωνου πεπρωμένου.  Ελάχιστες είναι οι εξαιρέσεις στον κανόνα πως ένα άτομο πρέπει να πληρώσει ακριβά για το θείο δώρο της δημιουργικής φλόγας. Είναι σαν ο καθένας από μας να ήταν προικισμένος εκ γενετής με ένα ορισμένο κεφάλαιο ενέργειας. Η ισχυρότερη δύναμη στη σύνθεσή μας θα αρπάξει και απλώς θα μονοπωλήσει αυτή την ενέργεια, αφήνοντας στην άλλη τόσο λίγη, ώστε τίποτε αξιόλογο να μη μπορεί να δημιουργηθεί.

Μ’ αυτό τον τρόπο η δημιουργική δύναμη μπορεί να απομυζήσει τις ανθρώπινες ορμές σε τέτοιο βαθμό, ώστε το προσωπικό εγώ να πρέπει ν’ αναπτύξει όλα τα είδη των κακών ιδιοτήτων –«αυτοερωτισμό»)- και μάλιστα κάθε είδος σοβαρού ελαττώματος, προκειμένου να διατηρήσει τη σπίθα της ζωής και ν’ αποφύγει την ολοσχερή στέρηση. […]

Πώς μπορούμε ν’ αμφιβάλλουμε ότι είναι η τέχνη που εξηγεί τον καλλιτέχνη, και όχι οι ανεπάρκειες και οι συγκρούσεις της προσωπικής του ζωής;

*Απόσπασμα από το «Ψυχολογία και Ποίηση» (Psychologie und Dichtung, Philosophie der Literatur Wissnschaft, Berlin, 1930) του Καρλ Γιουνγκ, δημοσιευμένο στη δίμηνη έκδοση λογοτεχνίας: «Το Δέντρο», Τεύχος 27: Ψυχολογική και ψυχαναλυτική προσέγγιση στη λογοτεχνία, Έτος 5ο, Τόμος 6ος, Απρίλιος – Μάϊος 1982. Απόδοση: Σπύρος Ηλιόπουλος.

Tvxs – Επιμέλεια: Κρυσταλία Πατούλη


Δημοσιεύτηκε: http://tvxs.gr/news/biblio/o-kallitexnis-os-syllogikos-anthropos-toy-karl-gioyngk

Κ. Γεωργουσόπουλος: Λογοτεχνία δεν μπορεί να γίνει χωρίς άγκυρα βυθισμένη στο βυθό της γενέθλιας θάλασσας

[…] Λογοτεχνία δεν μπορεί να γίνει χωρίς άγκυρα βυθισμένη στο βυθό της γενέθλιας θάλασσας. Όπως κάθε φυτό δεν μπορεί να ριζώσει χωρίς χώμα, όποιο χώμα, έτσι και η ανθρώπινη ψυχή έχει ιθαγένεια. Έχει ρίζες στο γενέθλιο χώμα. Αν ρίξει κανείς μια ματιά στους μεγάλους συγγραφείς όλων των εποχών και όλων των πατρίδων, θα διαπιστώσει πως εκείνοι που ξεπέρασαν τα σύνορα της πατρίδας τους, εκείνοι που έγιναν κοινό κτήμα της ανθρωπότητας, είναι εκείνοι που έχουν τις πιο βαθιές ρίζες με τον τόπο τους, την πιο γνήσια σχέση με το λαό τους και την πλέον γόνιμη επικοινωνία με τη γλωσσική περιουσία του έθνους τους […]
Κώστας Γεωργουσόπουλος, «Μια ψυχική γεωγραφία», εισαγωγή για το βιβλίο Εν Δωδεκανήσω, των εκδόσεων Κέδρος.

«Η ανθολογία πεζογραφημάτων Δωδεκανήσιων λογοτεχνών, πρωτοβουλία του Πολιτιστικού Ιδρύματος Δωδεκανήσου «Κλεόβουλος ο Λίνδιος», που ίδρυσε ο αείμνηστος και αγνός ιδεολόγος και εθνικός αγωνιστής Ιωάννης Ζίγδης, είναι μια αναμφισβήτητη απόδειξη πως λογοτεχνία δεν μπορεί να γίνει χωρίς άγκυρα βυθισμένη στο βυθό της γενέθλιας θάλασσας.

Όπως κάθε φυτό δεν μπορεί να ριζώσει χωρίς χώμα, όποιο χώμα, έτσι και η ανθρώπινη ψυχή έχει ιθαγένεια. Έχει ρίζες στο γενέθλιο χώμα. Αν ρίξει κανείς μια ματιά στους μεγάλους συγγραφείς όλων των εποχών και όλων των πατρίδων, θα διαπιστώσει πως εκείνοι που ξεπέρασαν τα σύνορα της πατρίδας τους, εκείνοι που έγιναν κοινό κτήμα της ανθρωπότητας, είναι εκείνοι που έχουν τις πιο βαθιές ρίζες με τον τόπο τους, την πιο γνήσια σχέση με το λαό τους και την πλέον γόνιμη επικοινωνία με τη γλωσσική περιουσία του έθνους τους.

Όσο πιο βαθιά ριζωμένος στο ήθος της εποχής του, στη γλώσσα του, στη θρησκεία του είναι ο Όμηρος, τόσο πιο πλατιά έγινε αποδεκτός σ’ Ανατολή και Δύση, όσο περισσότερο Ρώσος είναι ο Ντοστογέβσκι, όσο ισπανικότερος ο Λόρκα, όσο αυθεντικά Βρετανός ο Σαίξπηρ, όσο γνησιότερα Ιταλός ο Γκολντόνι, όσο αναμφισβήτητα Γάλλος ο Μολιέρος, και όσο αληθινά Αμερικάνος και μάλιστα νότιος ο Φώκνερ και ο Τεννεσσή Γουίλλιαμς, τόσο πλατύτερα έγινε και αγαπητό και κατανοητό το έργο τους σε λαούς με διαφορετική παιδεία, διαφορετικά ήθη, διαφορετικά ιστορικά συμφραζόμενα και διαφορετικά θρησκευτικά προαπαιτούμενα ζωής.

Θα μου επιτραπεί, λοιπόν, σ’ αυτό το εισαγωγικό σημείωμα για τα δωδεκανησιακά πεζογραφήματα να εκθέσω κάποιες γενικές, αλλά απαραίτητες για την ερμηνεία μερικών πολιτισμικών φαινομένων, σκέψεις που αναφέρονται στις ταλαιπωρημένες στην παιδεία μας και ιδιαίτερα στην εκπαίδευσή μας έννοιες πολιτισμού όπως η Ιθαγένεια και η Ηθογραφία.

Οι σκέψεις αυτές έρχονται να απαντήσουν στις δίκαιες ανησυχίες των μελών του «Κλεόβουλου του Λίνδιου», μήπως, επειδή ο στοχασμός της ανθολόγησης αναφερόταν στην εντοπιότητα, εκφυλιστεί σε κείμενα «ηθογραφικού και λαογραφικού περιεχομένου». Οι ανησυχίες έχουν τη βάση τους, δεδομένου ότι για πολλές δεκαετίες, ήδη από το τέλος του 19ου αιώνα, η Ηθογραφία και η Λαογραφία στον τόπο μας αλληλοπεριχωρήθηκαν, συνέπλευσαν και αποτέλεσαν έννοιες συγκεχυμένες.

Η Λαογραφία υπήρξε μια από τις νέες επιστήμες, που μια από τις νέες επιστήμες, που εξέθρεψε ο ευρωπαϊκός ρομαντισμός και ο πρώτος ρομαντισμός, πριν γίνει αισθητική σχολή και φορμαλιστική αναζήτηση, υπήρξε ένα ιστορικό και κοινωνικό κίνημα με καθαρά εθνικά χαρακτηριστικά.

Μετά την κατάρρευση της μεσαιωνικής φεουδαρχικής κοινωνίας και όταν, μετά την Αναγέννηση, ο Ευρωπαίος άνθρωπος επέστρεψε στον ουμανιστικό κανόνα, ο Διαφωτισμός, καθαρά αστική ορθολογιστική και ατομοκρατική ιδεολογία, που στήριζε την ατομικότητα, τον αυτοδημιούργητο και δημιουργικό ωφελιμισμό, ώθησε τους ανθρώπους που είχαν απαλλαγεί από την αιγίδα της Αγίας Έδρας, τη μόνη έως την επανάσταση του 1789 εγγύηση ενότητας των Ευρωπαίων, να αναζητήσουν νέα αιγίδα, μια νέα ομπρέλα που να εγγυάται μια κάποια ενότητα και συνοχή.

Έτσι, οι επιστήμονες αναζήτησαν τις ρίζες του έθνους τους στα δημώδη άσματα, στις παραδόσεις, στα παραμύθια, στα ήθη, στις πηγές των διαφοροποιημένων γλωσσών. Η Λαογραφία είναι επιστήμη της μελέτης ενός ζώντος, παρόντος λαού, δεν είναι αρχαιολογία (αν και η αρχαιολογία είναι κι αυτή μια επιστήμη που εξέθρεψε ο ρομαντισμός), δεν είναι παρελθοντολογία.

Η Λαογραφία είναι μελέτη επιβιωμένων, έστω και ως απολιθώματα, αλλά εν χρήσει στοιχείων, που προσδιορίζουν την ταυτότητα, θρησκευτική, ιστορική, γλωσσική, εθιμική ενός λαού. Εξάλλου, αυτό σημαίνει και ό,τι λέμε Παράδοση. Σημαίνει, δηλαδή, ό,τι έχει παραδοθεί, ό,τι έχει φτάσει ως εδώ ως μορφή, ως γλωσσικός κώδικας, ως παροιμιακός λόγος, ως ρυθμός, ως εμμέλεια, ως μιμητική κίνηση, ως τελετή, και είναι στοιχείο αναγνωρίσεως μεταξύ των μελών μιας κοινωνικής ομάδας.

Η Ηθογραφία είναι πολύ παλαιότερη και επιστημονική και λογοτεχνική ζήτηση. Όλοι οι μεγάλοι φιλόσοφοι, όταν καταπιάνονται με τα ηθικά προβλήματα ηθολογούν, δηλαδή προσπαθούν να συλλάβουν από την κοινόχρηστη πράξη κανόνες βίου, να καταγράψουν μορφές συμπεριφοράς και να συνδέσουν τις πράξεις με τις επικρατούσες αξίες, να αξιολογήσουν και να κλιμακώσουν τα κοινωνικά προστάγματα.

Ηθογραφία δεν είναι (και εδώ είναι η παρεξήγηση) περιγραφή εθίμων και καταγραφή λαϊκών τελετών. Δεν είναι οι τελετουργικές καταγραφές των πανηγύρεων, δεν είναι το τυπικό των ευχών, των ξορκιών, δεν είναι οι προλήψεις και οι λαϊκές προκαταλήψεις και δεν είναι η ακριβής αποτύπωση του γλωσσικού ιδιώματος, του μουσικού λαϊκού υλικού και των τρόπων των τοπικών χορών.

Ηθογραφία είναι η καταγραφή των ηθών, δηλαδή του ιδιαίτερου τρόπου με τον οποίο συμπεριφέρεται μια κοινωνική ομάδα ή ακόμα κι ένα μεμονωμένο άτομο μέσα σε μια ιστορικά καθορισμένη ομάδα.

Μ’ αυτή την έννοια ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλούταρχος και ο Λουκιανός, η Σαπφώ, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Ρωμανός ο Μελωδός και ο Βιτσέντζος Κορνάρος, ο Μακρυγιάννης και ο Ροϊδης, ο Παπαδιαμάντης και ο Βιζυηνός, ο Βενέζης και ο Καραγάτσης είναι ηθογράφοι, αφού ως παλμογράφοι της εποχής τους καταγράφουν τους κοινωνικούς κραδασμούς, τις ιδιάζουσες σχέσεις που παράγουν οι κοινωνικές και παραγωγικές τάξεις.

Μ’ αυτή τη συλλογιστική, ο Σαίξπηρ στον Οθέλλο και στον Έμπορο της Βενετίας μελετά το πώς ένας έγχρωμος και ένα αλλόθρησκος αντιμετωπίζονται από μια οικονομικά ανοιχτή, αλλά ηθικά συντηρητική δυτική κοινωνία, τη Βενετική Δημοκρατία, σε μια περίοδο που περνάει από το τοκογλυφικό στο τραπεζικό σύστημα οικονομίας, χρησιμοποιώντας ως αιχμή δυναμική του δόρατος την αστική δύναμη και το εφοπλιστικό κεφάλαιο, που λειτουργεί με γνώμονα τη χρησιμοποίηση τεχνοκρατών ανθρώπων κάθε φυλής και καταγωγής.

Ο Τσέχωφ είναι ηθογράφος π.χ. στο Βυσσινόκηπο, καθώς καταγράφει την έκπτωση της παλαιάς ρωσικής αριστοκρατίας της γης και την άνοδο του αυτοδημιούργητου μικροαστού. Ηθογραφεί και ο Γκόργκι π.χ. στους Μικροαστούς, που με τη σειρά του καταγράφει την έκπτωση της πουριτανικής, υποκριτικής μικροαστικής ηθικής και την εμφάνιση στον ορίζοντα της δυναμικής ηθικής του προλεταριάτου.

Η παρεξήγηση με τον όρο «ηθογραφία» στον τόπο μας ξεκίνησε την εποχή που ο Νικόλαος Πολίτης, ο μέγας Έλληνας λαογράφος, συγκέντρωσε τα αριστουργήματα της λαϊκής γλώσσας, τις παροιμίες, τις παραδόσεις και τα παραμύθια του ελληνικού λαού, ενώ ταυτόχρονα κύρωνε την αυθεντία της ελληνικής προφορικής δημοτικής γλώσσας ως ικανής να δημιουργήσει νέα έργα μεγάλης πνοής.

Την ίδια εποχή γίνεται μια πρώτη πολιτική προσπάθεια με τον Τρικούπη να μετατραπεί το ελληνικό κράτος σε μια αστική φιλελεύθερη δημοκρατία. Ο εκσυγχρονισμός του Τρίκούπη δημιούργησε τις γνωστές φοβίες ότι θα εισβάλουν στη χώρα νέα έθνη ξενόφερτα και υπονομευτικά της εθνικής μας ταυτότητας. Έτσι, με το λαογραφισμό δημιουργήθηκε ως αντίπαλον δέος μια ουτοπία, που εμφάνιζε μια ιδανική εικόνα ενός γνήσιου αυθεντικού Έλληνα της υπαίθρου και εγγυητή μιας ηθικής του αγνού παρελθόντος. Έτσι, Ηθογραφία ονομάστηκε στενά η μεταστροφή στα υπαίθρια ήθη, στις βοσκοπούλες, στα πανηγύρια, στις λαϊκές δοξασίες και στις αυθεντικές τάχα ηθικές αρχές.

Ο Ροϊδης, εξάλλου, με τις αστικές συριανές του ιστορίες, ο Καρκαβίτσας, με τους ναυτικούς, ο Παπαδιαμάντης, με τις αθηναϊκές ιστορίες, ο Ξενόπουλος, με τα αστικά ζακυνθινά του δράματα και τα μικροαστικά αθηναϊκά του μυθιστορήματα, ηθογράφοι είναι και βεβαίως δεν υποκύπτουν σε κανενός είδους ωραιοποιημένο λαογραφισμό.

Χάρηκα, λοιπόν, για την συγκομιδή της ανθολόγησης, που απολαμβάνουμε εδώ, σ’ αυτό τον τόμο, τους καρπούς της. Δεν υπέπεσε σωστά σε παρεξηγημένες ηθογραφικές γραφικότητες και λαογραφικές τελετουργίες. Οι συγγραφείς του τόμου, παλαιότεροι και νεότεροι, δόκιμοι και νεοφώτιστοι στο είδος, καταγράφουν νοοτροπίες, μορφές συμπεριφοράς, αξίες και ήθη ανθρώπων ζωντανών, σύγχρονων, υπαρκτών και αυθεντικών, χωρίς την ωραιοποίηση ενός ρομαντικού παρελθόντος, χωρίς κάποια εμβάπτιση σε κολυμπήθρα μιας τάχα γνήσιας εντοπιότητας.

Η λέξη ΗΘΟΣ στα αρχαία ελληνικά σήμαινε τόπο, ενδιαίτημα, φωλιά, κατοικία, επικράτεια. Αυτό βέβαια σήμαινε πως ο τόπος, ο προσανατολισμός, η γεωγραφία, οι ιστορικές συνθήκες, η κοινωνική ζωή ενός λαού καθορίζει και τη συμπεριφορά του.

Τα Δωδεκάνησα είναι ένας ιστορικά, κοινωνικά, γλωσσικά προικισμένος τόπος μέσα στην ελληνική επικράτεια, έχει τις περιπέτειες και τα τραύματά του, έχει διαμορφώσει ιδιαίτερη φυσιογνωμία και έχει συγκροτήσει ιδιάζοντα κώδικα συμπεριφοράς, ελληνικό, νησιωτικό, μεσογειακό, ανατολίτικο.

Και διακρίνω πως στα πεζογραφήματα του βιβλίου «Εν Δωδεκανήσω», των εκδόσεων Κέδρος, αυτή η ιδιαίτερη φυσιογνωμία διατηρείται και με τις πράξεις των ανθρώπων αποδεικνύεται και δικαιώνεται. Ως εκ τούτου, ο παρών τόμος είναι πολύτιμος όχι μόνο ως λογοτεχνικό τεκμήριο μιας ομάδας ταλαντούχων ατόμων, αλλά και ως ντοκουμέντο καταγραφής ηθών, δηλαδή μιας δωδεκανησιακής ψυχικής γεωγραφίας.»


Εν Δωδεκανήσω , Εκδόσεις Κέδρος – 2002
Στάθης Αρμενιάκος, Φώτης Βαρέλης, Μηνάς Βιντιάδης, Μαρία Μαμαλίγκα, κ.ά.

Tvxs – Επιμέλεια: Κρυσταλία Πατούλη

Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος γεννήθηκε στη Λαμία το 1937. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας) και θέατρο στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών, με δασκάλους τον Δημήτρη Ροντήρη και τον Γιάννη Σιδέρη. Εργάστηκε στη δημόσια και την ιδιωτική εκπαίδευση για 35 ολόκληρα χρόνια, από το 1964 ως το 1999. Μπήκε στο στίβο της θεατρικής κριτικής το 1971 και εργάζεται ως κριτικός θεάτρου και επιφυλλιδογράφος μέχρι και σήμερα, ενώ εκτάκτως συνεργάζεται με διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά.

Κριτικά δοκίμια, επιφυλλίδες και σχόλιά του έχουν κυκλοφορήσει στους εξής τόμους: «Κλειδιά και Κώδικες Θεάτρου: Ι. Αρχαίο Δράμα (1982) ΙΙ. Ελληνικό θέατρο (1984)», «Οι πλάγιες ερωτήσεις του Πορφύριου» (1984), «Τα μετά το θέατρο» (1985) (Α΄ Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου), «Προσωπολατρία» (1992), «Θίασος Ποικιλιών» (1993), «Το νήμα της στάθμης» (1996), «Παγκόσμιο θέατρο: Ι. Από τον Μένανδρο στον Ίψεν (1998) ΙΙ. Από τον Στρίντμπεργκ και τον Τσέχωφ στον Πιραντέλλο και τον Μπρεχτ (1999) (Βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών) ΙΙΙ. Από τον Μίλλερ στον Μύλλερ (2000)».

Με το ψευδώνυμο Κ. Χ. Μύρης έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή «Αμήχανον Τέχνημα» (1971 & 1980), «Παράβαση» (1980), τα διηγήματα «Καμπάνα και Οδάξ» (1985), και τη συλλογή τραγουδιών, τα οποία έχουν μελοποιήσει γνωστοί συνθέτες («Χρονικό», «Ιθαγένεια», «Η μεγάλη αγρυπνία», «Ανεξάρτητα Τραγούδια», «Μεταφυσική Τοπολογία»).

Κύριος άξονας του μεταφραστικού του έργου είναι, το αρχαίο δράμα. Έχει μεταφράσει τα ακόλουθα έργα: «Ικέτιδες», «Ορέστεια», «Προμηθεύς Δεσμώτης», «Επτά επί Θήβας» (Αισχύλου), «Ηλέκτρα», «Αντιγόνη», «Αίας», «Τραχίνιες», «Οιδίπους Τύραννος», «Οιδίπους επί Κολωνώ» (Σοφοκλή), «Ιφιγένεια εν Αυλίδι», «Ιφιγένεια εν Ταύροις», «Βάκχες», «Ηλέκτρα», «Ορέστης», «Εκάβη», «Κύκλωψ», «Τρωάδες», «Ελένη», «Ανδρομάχη», «Φοίνισσες» (Ευριπίδη), «Λυσιστράτη», «Πλούτος», «Νεφέλες», «Εκκλησιάζουσες», «Θεσμοφοριάζουσες», «Ιππής», «Όρνιθες» (Αριστοφάνη), «Ταρτούφος», «Ασυλλόγιστος», «Γιατρός με το ζόρι» (Μολιέρου).
Συνέπραξε και συνεργάστηκε, επίσης, με τον καθηγητή – αρχαιολόγο κ. Σάββα Γώγο και ομάδα θεατρολόγων για τη συγγραφή του λευκώματος «Επίδαυρος: το αρχαίο θέατρο, οι παραστάσεις» (2002). Ακόμα, το σχολικό εγχειρίδιο «Δραματική Ποίηση» διδάχθηκε επί 25 έτη στα ελληνικά Γυμνάσια, ενώ διδακτέα ύλη σε σχολικά βιβλία του Λυκείου είναι οι μεταφράσεις του της «Αντιγόνης» και του «Οιδίποδα Τυράννου».

Από το 1990 διδάσκει ως Επιστημονικός Συνεργάτης του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών. Έχει διατελέσει μέλος, αλλά και Πρόεδρος του Δ.Σ. του Εθνικού Θεάτρου και επί μία εικοσαετία Πρόεδρος της Επιτροπής Επιχορηγήσεων Θεάτρου του Υπουργείου Πολιτισμού. Είναι ιδρυτικό μέλος του «Κέντρου Έρευνας & Πρακτικών Εφαρμογών του Αρχαίου Ελληνικού Δράματος ΔΕΣΜΟΙ», του οποίου σήμερα είναι Πρόεδρος του Δ.Σ., είναι Αντιπρόεδρος της «Εταιρείας Συγγραφέων», μέλος της «Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων» και από τον Νοέμβριο του 2003 Πρόεδρος του Δ.Σ. του «Κέντρου Μελέτης & Έρευνας του Ελληνικού Θεάτρου – Θεατρικού Μουσείου».

Το 2000 του απενεμήθη το Χρυσό Μετάλλιο της Πόλεως των Αθηνών, ενώ τον Ιούνιο του 2006 αναγορεύτηκε Επίτιμος Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το Μάρτιο του 2009 τιμήθηκε με το Μεγάλο Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας 2008, από το Υπουργείο Πολιτισμού για το συνολικό του έργο.

http://tvxs.gr/ne ws/biblio/mia-psyxiki-geografia-toy-kosta-georgoysopoyloy

Η απουσία του πατέρα. Της Ελισάβετ Μπαρμπαλιού – Τι σημαίνει ανδρισμός σήμερα. Του Γιώργου Κίσσα

Tvxs.gr

[…] Η πατρική απουσία, ενώ αποτελεί ένα τεράστιο κεφάλαιο στην πορεία της ανθρωπότητας, μοιάζει με ομιχλώδες τοπίο του οποίου τα όρια είναι δυσδιάκριτα, καθώς μπορεί να πάρει πολλές μορφές και να ξεδιπλωθεί με τρόπους που δεν γίνονται εύκολα αντιληπτοί.

Ένας πατέρας μπορεί να είναι απών φυσικά ή συναισθηματικά, για μεγάλα ή μικρά χρονικά διαστήματα, μόνιμα ή προσωρινά, η δε ποιότητα της σχέσης που αναπτύσσει με τα παιδά του μπορεί να κάνει την απουσία του περισσότερο ή λιγότερο τραυματική.

[…] μέσα από τις προσωπικές καταθέσεις και περιγραφές ανδρών που αναζήτησαν λύσεις στα προσωπικά τους αδιέξοδα, θα εξετάσουμε την ανυπαρξία της ουσιαστικής σχέσης μεταξύ πατέρα και γιου, η οποία πηγάζει από την αδυναμία του πατέρα να συνεισφέρει ουσιαστικά στη δόμηση του ψυχισμού και της προσωπικότητας του γιου.

Μέσα από τα λόγια των γιων διακρίνουμε τη συναισθηματική απουσία του πατέρα, η οποία θα μπορούσε να αποδοθεί και ως μια ασυνείδητη επιλογή του να παραμένει στο περιθώριο, διατηρώντας μια στάση παθητικότητας και αδυναμίας που τον εμποδίζει να αναλάβει ενεργό ρόλο στη ζωή τους.

Βλέπουμε να διακρίνεται το περίγραμμα ενός αθέατου πατέρα, του οποίου το κύρος έχει μειωθεί δραματικά, ενώ ο ίδιος ζει εξόριστος μέσα στο σπίτι του, συναινώντας με έμμεσο τρόπο στο δράμα του γιου του.

Η μεγάλη πικρία των γιων σε κάθε περίπτωση αφορά τη σιωπή του πατέρα, μια σιωπή που υψώνεται σαν τοίχος ανάμεσά τους, εμποδίζοντάς τους να σχετιστούν, να γνωριστούν και να έρθουν κοντά.

Οι άνδρες αυτοί θυμούνται έναν πατέρα ο οποίος αποφεύγει να μιλά μαζί τους και αποκρύπτει τις σκέψεις και τα συναισθήματά του, υιοθετώντας τελικά στη ζωή του λίγο-πολύ τον τρόπο επικοινωνίας του δικού του πατέρα, που δεν ήταν άλλος από την απόσυρση και τη σιωπή, και κρατώντας τις διόδους της επικοινωνίας κλειστές.

Αυτή η σιωπή λειτουργεί σαν σαράκι που κατατρώει την ψυχή του γιου. Μόνος και αβοήθητος ο γιος, μεταφράζει τη σιωπή αυτή με πολλούς τρόπους, την εσωτερικεύει ως έλλειψη αγάπης και έγνοιας, ακόμα και ως σημάδι εγκατάλειψης, και αυτό τον κατακλύζει με βαριά και οδυνηρά συναισθήματα.

Ο Herzog (2001) εισήγαγε την έκφραση πείνα για πατέρα (father hunger) προκειμένου να δηλώσει τη βαθιά λαχτάρα του γιου για επιβεβαίωση και αποδοχή από τον πατέρα του, όπως επίσης την ανάγκη για ύπαρξη ορίων στη ζωή του, τα οποία θέτει ένας πατέρας για να τον προφυλάξει και να τον προστατεύσει.

Η απουσία αυτή, υποστηρίζει ο Herzog, τον εμποδίζει να ολοκληρωθεί ως άνδρας, καθώς δεν γνωρίζει πώς να διαχειριστεί τη δύναμη και τα επιθετικά του συναισθήματα, ενώ τραυματίζεται ανεπανόρθωτα σε συναισθηματικό επίπεδο.

Πάντα σύμφωνα με τον Herzog, η πείνα για πατέρα είναι μια καθολική επιθυμία για τον απόντα πατέρα, του οποίου η παρουσία θα μπορούσε να τον βοηθήσει να συγκρατήσει, να ενσωματώσει και να επαναδιοχετεύσει τις αδιαμόρφωτες ακόμη παιδικές επιθετικές ενορμήσεις και φαντασιώσεις.

Καθημερινά συναντώ τα αποτυπώματα της πατρικής στέρησης στη ζωή των θεραπευόμενών μου. Ο Νέστορας, ένας άνδρας σαράντα ετών με καταθλιπτικά στοιχεία, μιλώντας γεμάτος πίκρα για τον αφανή πατέρα του, αναφέρει:

«Ο πατέρας μου ήταν ένα φάντασμα. Έλειπε διαρκώς, αλλά και τις φορές που ήταν εκεί έμοιαζε με σκιά που πλανιόταν δίπλα μου (…), μια φωνή από το βάθος του πουθενά. Ήταν και δεν ήταν στο σπίτι. Ο πατέρας μου μού έλειπε τόσο πολύ. Προσδοκούσα να μου μιλήσει, να μου πει πως μ’ αγαπάει, να με συμβουλέψει πώς να φέρομαι σαν άντρας, αλλά ποτέ δεν το έκανε (…). Υπήρξα ένα στερημένο από αγάπη παιδί».

Ο γιος που έχει βιώσει την ανυπαρξία του πατέρα του συχνά εσωτερικεύει την πεποίθηση ενός άνδρα ανάξιου να αγαπηθεί. Αισθάνεται προδομένος από τον πατέρα-φάντασμα, ο οποίος δεν κατάφερε να είναι παρών στη ζωή του και να τον φροντίσει, όπως όφειλε. […]

Διαβάστε επίσης στο tvxs.gr: Τι σημαίνει ανδρισμός σήμερα

Η βία ως σημάδι αδυναμίας

Διερευνώντας τις σχέσεις στην πατρική του οικογένεια και με αφορμή τον θάνατο του άνδρα που του έμαθε τη δουλειά του και λειτούργησε ως υποκατάστατο πατέρα στη ζωή του, ο Ανέστης ανοίγει με δισταγμό στη θεραπευτική ομάδα το θέμα της σχέσης του με τον πατέρα του το οποίο απέφευγε να αγγίξει για πολύ καιρό.

Η δραματική ιστορία του πατέρα του ξεκινά την περίοδο της Κατοχής, όταν εκείνος ως έφηβος χάνει τον δικό του πατέρα στον πόλεμο και αργότερα τη μητέρα του την οποία εκτελούν οι Γερμανοί.

Μεγαλώνει ορφανός μέσα σε ιδιαίτερα σκληρές συνθήκες και σε μια εποχή όπου κυριαρχούν η πείνα και ο φόβος του θανάτου. \

Η επιβίωση αποτελεί τον καθημερινό του στόχο. Ζει και περιφέρεται μόνος του, έρμαιο των καταστάσεων. Την εσωτερική του οδύνη την ατσαλώνει με σιωπή για να αντέξει.

Παρόλο που αργότερα δημιουργεί τη δική του οικογένεια, η οδύνη παραμένει αγιάτρευτη και ο μη εκφρασμένος θυμός τού τρώει τα σωθικά.
Αποκτά δύο αγόρια: τον Ανέστη, που έχει το όνομα του πατέρα του, και τον Γιάννη.

Επεξεργαζόμενος την πατρική σχέση, ο Ανέστης, ανασύρει από τη μνήμη του επώδυνες καταστάσεις που έχει βιώσει με τον πατέρα του, συνειδητοποιώντας τη μεγάλη απουσία σε όλα τα στάδια της ζωής του […]

«Στα δεκατρία μου ένιωθα σαν ορφανός. Στις πέντε τα ξημερώματα έπαιρνα το λεωφορείο και πήγαινα για δουλειά. Βγαίνοντας από το σπίτι έτρεμα από τον φόβο μου, όμως τελικά πήγαινα πάντα ενάντια σ’ αυτό τον φόβο στη ζωή μου (…) Ο πατέρας μου ποτέ δεν με ρώτησε τι κάνω. Δεν είχε όνειρα για μένα. Ήταν σαν να μου είπε: «Βγες στη ζωή και βγάλ’ τα πέρα μόνος» (…) Το χειρότερο πράγμα όμως που θυμάμαι από εκείνον ήταν όταν με έδεσε σε ένα δέντρο και με άφησε εκεί για ώρες, εξευτελίζοντάς με μπροστά στους φίλους μου επειδή τον είχα βρίσει»

Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Κονέκτικατ Ronald Rohner, μελετώντας τη θεωρία της γονεϊκής αποδοχής-απόρριψης (PAR Theory), αναφέρει ότι, σύμφωνα με εκτεταμένες έρευνες, όταν οι άνθρωποι αισθάνονται απόρριψη, ενεργοποιούνται στον εγκέφαλό τους τα ίδια κυκλώματα που είναι υπεύθυνα και για τον δριμύ σωματικό πόνο.

Υποστηρίζει επίσης ότι, σε αντίθεση με τον σωματικό πόνο, οι άνθρωποι ξαναζούν τον ψυχολογικό πόνο της απόρριψης πολλές φορές στη ζωή τους.

Το επώδυνο αυτό συναίσθημα έχει διάρκεια, με αποτέλεσμα οι άνθρωποι στην παιδική ηλικία να κατακλύζονται από άγχος και ανασφάλεια, ενώ αργότερα ως ενήλικες να δυσκολεύονται να δημιουργήσουν στενές και ασφαλείς σχέσεις με τους άλλους.

Αποδίδοντας τη βαρύτητα της απόρριψης, στον ψυχισμό του ατόμου, ο Rohner αναφέρει ότι μέσα σε πενήντα χρόνια διεθνών ερευνών δεν έχει βρεθεί καμία άλλη μορφή εμπειρίας με τόσο σοβαρό αντίκτυπο στην προσωπικότητα του ατόμου όσο η εμπειρία της απόρριψης, ιδιαίτερα των γονέων προς τα παιδιά τους.

Υποστηρίζει επίσης ότι όλα τα παιδιά και οι ενήλικες, παρά τις διαφορές εθνότητας, κουλτούρας ή φύλου, έχουν την τάση να αντιδρούν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο όταν απορρίπτονται από τους φροντιστές τους και τα σημαντικά «πρόσωπα προσκόλλησης».
Όταν ο Ανέστης συνέδεσε τα συναισθήματα της θλίψης και της μοναξιάς που τον κατέκλυζαν με τη δυσλειτουργική συμπεριφορά του πατέρα του, αναγνώρισε πόσο πολύ είχε απορριφθεί από εκείνον.

Αντιλαμβανόμενος ότι δεν του δίδαξε έναν λειτουργικό τρόπο για να μπορεί να βγαίνει από τα αδιέξοδα της ζωής του και να διαχειρίζεται τις δυσκολίες του πιο αποτελεσματικά, έκλαψε γοερά.

Ο Ανέστης, μέσα από αυτή τη συνειδητοποίηση, βίωσε πολύ έντονα συναισθήματα, τα οποία τον κινητοποίησαν ώστε να αλλάξει σταδιακά τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούσε και σχετιζόταν με τους σημαντικούς άλλους. […]

*Απόσπασμα από  το βιβλίο: Η επιστροφή του άνδρα – Λύνοντας τη σιωπή αιώνων, της Ελισάβετ Μπαρμπαλιού, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Πεδίο. (Από τα υποκεφάλαια: «Ο αδύναμος πατέρας» και «Η βία ως σημάδι αδυναμίας», σελ. 220 – 228).

Tvxs – Επιμέλεια: Κρυσταλία Πατούλη

Το βιβλίο αυτό είναι αποτέλεσμα μιας μακράς πορείας κλινικής δουλειάς, μελέτης, έρευνας και σύνθεσης. Πραγματεύεται την ταυτότητα του έλληνα άνδρα, ο οποίος για αιώνες έδινε το στίγμα του μέσα από τη σιωπή και την απουσία του – ως πολεμιστής στη μάχη, ως ναυτικός στη θάλασσα, ως μετανάστης σε άγνωστους τόπους, ως σκληρά εργαζόμενος στους σύγχρονους καιρούς. Υφαίνοντας την ατομική του ταυτότητα με την ιστορία, την παράδοση και τις κυρίαρχες γεωγραφικές και κοινωνικές συνθήκες διαβίωσής του, ο έλληνας άνδρας μεταμορφώθηκε σε άνθρωπο σκληρό, δυνατό και ανθεκτικό, που χρειάστηκε να καταπνίξει τις ευαισθησίες και τις αδυναμίες του. Όσο για τον γιο του, αυτός μεγάλωνε και ανδρωνόταν χωρίς την ουσιαστική συμβολή του πατέρα στη ζωή του – φτάνοντας σήμερα, στον 21ο αιώνα, να κινείται πάνω στα χνάρια των προγόνων του και παράλληλα να προσπαθεί να απεγκλωβιστεί από τον φαύλο κύκλο που μόνο πόνο και δυστυχία προκαλεί στον ίδιο και στην οικογένειά του.

Το βιβλίο μοιάζει με ένα ταξίδι στον χρόνο. Με αφετηρία το παρόν, βάζει πλώρη για το παρελθόν και αγκυροβολεί τελικά στο μέλλον, προκειμένου να γνωρίσει εκ βαθέων τον έλληνα άνδρα και να αναδείξει τις αθέατες και εν πολλοίς παρεξηγημένες πλευρές του. Σήμερα οι άνδρες λύνουν τη σιωπή αιώνων και ανοίγουν την ψυχή τους, αποκαλύπτοντας τις πιο μύχιες σκέψεις τους στη θεραπευτική διαδικασία.

Αυτή είναι μια σημαντική περίοδος για την πορεία και εξέλιξη του άνδρα, που σαν σύγχρονος Οδυσσέας επιστρέφει στον «οίκο» του και διαμορφώνει σταδιακά μια νέα ταυτότητα. Μεταβαίνει σε μια καινούργια μορφή ύπαρξης και συνύπαρξης με τα σημαντικά πρόσωπα της ζωής του και δίνει διαφορετικό νόημα, μέσα από την πατρότητα, στην έννοια του ανδρισμού, προσφέροντας μια καινούργια προοπτική στις επόμενες γενιές.


Τι σημαίνει ανδρισμός σήμερα. Του Γιώργου Κίσσα

Το βιβλίο «Η επιστροφή του άνδρα» απευθύνεται σε ενήλικες. Μιλά για μια πραγματικότητα που μόνο ώριμοι ενήλικες μπορεί να αναγνωρίσουν.

Τα τρία τέταρτα του βιβλίου είναι αφιερωμένα σ΄αυτό που η συγγραφέας ονομάζει «απουσία του άνδρα». Το οποίο έχει σχέση με τις  «σκοτεινές» πλευρές του άνδρα οι οποίες ενυπάρχουν στο ρόλο του ως γιού, συζύγου – συντρόφου και πατέρα.

Να εξηγήσω τι εννοώ. Υπάρχουν άνθρωποι που αρνούνται να αποδεχθούν και να αντιμετωπίσουν τη σκοτεινή πλευρά της ζωής τους, ή των γονιών τους. Είναι προσκολλημένοι στις παιδικές τους ανάγκες για εξιδανίκευση και παντοδυναμία του εαυτού τους και των σημαντικών άλλων. Και όταν κάποτε αναγκαστούν να δούν τη σκοτεινή πλευρά που αρνιόντουσαν, σαν νεοφώτιστοι την δαιμονοποιούν και την ξορκίζουν, με την ίδια απολυτότητα , που την φωτεινή πλευρά είχαν προηγουμένως εξιδανικεύσει.

Για αρκετούς από αυτούς τους ανθρώπους η αποδοχή και η αντιμετώπιση αυτής της καταστάσεως θα πάρει χρόνια, για κάποιους, ίσως, παραμείνει για όλη τους τη ζωή απλησίαστος στόχος.

Το βιβλίο της Ελισσάβετ  Μπαρμπαλιού απευθύνεται αρχικά σε όσους άνδρες αρχίζουν να αναγνωρίζουν ότι δεν είναι ούτε οφείλουν να είναι τέλειοι και παντοδύναμοι.

Και αναγνωρίζουν επίσης ότι και οι πατέρες τους ούτε ήταν τέλειοι και παντοδύναμοι, αλλά ούτε ήταν κακοί και αποτυχημένοι, όταν για παράδειγμα, απουσίαζαν από τη ζωή τους.

Ότι το να κλαίς και να ζητάς αδύναμος βοήθεια δεν σου αφαιρεί από τον ανδρισμό σου, ούτε ότι σου προσθέτει κάτι, ο τριψήφιος αριθμός των γυναικών που έριξες στο κρεββάτι.

Το βιβλίο όμως απευθύνεται και σε όσους θέτουν το ερώτημα πως μπορείς να συνειδητοποιήσεις κάτι τέτοιο και μετά να αξιοποιήσεις αυτή τη γνώση. Από τις αρχικές αναφορές στην ελληνική μυθολογία μέχρι τα πάμπολλα, σύγχρονα, κλινικά παραδείγματα, η συγγραφέας φωτίζει τη σκοτεινή πλευρά του έλληνα άνδρα, χωρίς να τον λοιδορεί, να τον κατηγορεί ή να τον θυματοποιεί. Και αυτή η προσέγγιση της είναι ένα πλεονέκτημα του βιβλίου.

Το δεύτερο ενδιαφέρον στοιχείο του βιβλίου, είναι πώς μιλά για τους άνδρες μία γυναίκα. Για αιώνες είχαμε συνηθίσει άνδρες συνήθως να μιλούν και να νομοθετούν για τις γυναίκες. Και αυτό συνέβαινε σε όλες τις εποχές μέχρι προσφάτως.

Η φεμινιστική έκρηξη τα τελευταία διακόσια περίπου χρόνια έχει φέρει και στην Ελλάδα αλλαγή στην κοινωνική θέση της γυναίκας. Πάντα βέβαια οι γυναίκες μιλούσαν για τους άνδρες αναμεταξύ τους ή μιλούσαν ως μητέρες στα παιδιά τους.

Αξίζει να θυμόμαστε, πως παρά την κοινή ανθρώπινη φύση που μοιραζόμαστε αδιαφοροποίητα γυναίκες και άνδρες, υπάρχουν και διαχωρισμοί, όπως ο διαχωρισμός των φύλων και των γενεών, που δεν γίνεται να τους ξεπεράσεις χωρίς συνέπειες.

Το ζήτημα, θεωρώ,  μολονότι  άκρως επίκαιρο δεν είναι της παρούσης, αλλά αναφέρομαι  στο τι σημαίνει λόγος μιας γυναίκας για έναν άνδρα  και αντίστροφα. Να δώσω μερικά παραδείγματα για να εξηγήσω το διαφορετικό του λόγου ενός άνδρα ή μιας γυναίκας.

Πως αντιλαμβάνεται το σώμα της και την σεξουαλικότητά της μια γυναίκα που έχει κατά το πλείστον εσωτερικά, κρυμμένα μέσα στο σώμα της τα γεννητικά της όργανα και πως ένας άνδρας που τα έχει περισσότερο εξωτερικά και σε άμεσα ορατή θέση.

Πως καταλαβαίνει ένας άνδρας τι σημαίνει γυναίκα, τι σημαίνει να φέρεις μέσα σου για εννέα μήνες ένα ζωντανό πλάσμα, κάτι που ποτέ του δεν θα το νιώσει εκείνος.

Και αν προσθέσουμε σε αυτά το γεγονός ότι μέχρι τώρα αφ ενός μεν τα αγόρια εκπαιδεύονταν στο ότι γίνεσαι άνδρας αρνούμενος κάθε τι το θηλυκό απάνω σου (συναισθήματα, παθητικότητα, αδυναμία), τα δε κορίτσια αφ ετέρου ανέπτυξαν ειδικές δεξιότητες λόγω στέρησης κοινωνικής θέσης, έχει ενδιαφέρον να δούμε πως μια σημερινή ελληνίδα, μητέρα, ψυχολόγος – ψυχοθεραπεύτρια, μιλά για τους άνδρες, μέσα από  την κλινική της εμπειρία. Ο λόγος της, η ματιά της, έχει διαμορφωθεί, όπως είναι φυσικό, από τη δική της ιστορία με τους άνδρες και τις γυναίκες της ζωής της.

Δύο χαρακτηριστικά του λόγου της συγγραφέως θα σημειώσω. Τα άλλα σας αφήνω να τα διαπιστώσετε μόνοι σας μελετώντας το βιβλίο.

Το πρώτο. Μολονότι το θέμα της απουσίας και της επιστροφής του άνδρα ανακινεί έντονα συναισθήματα σε άνδρες και γυναίκες το ύφος όλου του βιβλίου είναι μετριοπαθές και αυτό το θεωρώ πλεονέκτημα. Όχι απόλυτο και δογματικό. Δεν υπάρχει κανένας δυισμός, ούτε απολυτοποίηση.

Ακόμα και όταν ένας πατέρας διαπιστώνει πως η απουσία του δικού του πατέρα από τη ζωή του συντελεί στις δυσκολίες της συζυγικής  του ζωής ή του πατρικού του ρόλου, δεν αντιμετωπίζεται ως θύμα μιας σατανικής στερημένης μητέρας που τον κρατά αφοσιωμένο εφ όρου ζωής κοντά της. Οι ευθύνες του καθενός αναγνωρίζονται ατόφιες και μόνο τότε υπάρχει ελπίδα αλλαγής.

Προχωρώντας ο αναγνώστης στη μελέτη του βιβλίου, σχηματίζει την εικόνα του σύγχρονου άνδρα. Χαμένος, μπερδεμένος μέσα στις αντιφάσεις του.

Αγνοεί ποιός πραγματικά είναι, μη έχοντας μάθει πώς να αναγνωρίζει τα συναισθήματά του και τις επιθυμίες του και να τα διαχειρίζεται, προσπαθεί να ανταποκριθεί από τη μια σε ό,τι παράδοση αιώνων του υπαγορεύει, από την άλλη στις ανάγκες της σύγχρονης πραγματικότητας.

Η εικόνα αυτή δίνεται με «στοργική» ματιά, όχι απορριπτική στάση ούτε κηρυκτική διάθεση. Αν θέλετε ένα παράδειγμα των παραπάνω, ανατρέξτε στις σελίδες του βιβλίου τις αφιερωμένες στον Μ. Αλέξανδρο.

Το δεύτερο στοιχείο του λόγου της Μπαρμπαλιού είναι ο έντονος ιστορικός και κοινωνικός χαρακτήρας του.

Συχνά οι ψυχολόγοι ανάγουμε τα πάντα σε ψυχολογικά ζητήματα. Σαν τα παιδιά, θαμπωμένοι από τα επιτεύγματα της σχετικά καινούριας επιστήμης μας, υποτιμούμε για παράδειγμα την βιολογία, την κοινωνική διάσταση των πραγμάτων ή την ιστορία.

Η ιστορική και κοινωνική παράμετρος  σε όλα τα ζητήματα  που διαπραγματεύεται το βιβλίο είναι πάντοτε εμφανής. Δεν είναι άσχετο το ότι σχεδόν στο μισό μέρος του βιβλίου η απουσία και η επιστροφή του έλληνα άνδρα μελετάται σε ιστορικοκοινωνική βάση, αρχίζοντας από τους μυθολογικούς χρόνους και φθάνοντας στο σήμερα.

Ειδικότερα σας παραπέμπω στο 2ο κεφάλαιο του πρώτου μέρους, εκεί που αναφέρεται στις σύγχρονες μορφές απουσίας του άνδρα κυρίως μέσα από την εργασία, και στο 2ο μέρος του βιβλίου που μιλά για τον κλονισμό της πατρικής εξουσίας.

Γιατί όμως ο σύγχρονος άνδρας βιώνει αυτή την κρίση; Ύστερα από αιώνες απουσίας είτε ως ναυτικός είτε ως πολεμιστής είτε ως μετανάστης, ο έλληνας άνδρας γυρνά στο σπίτι του – στην καινούρια του ταυτότητα, στον διαφορετικό του ρόλο στην οικογένεια – και αυτό τον κλονίζει συθέμελα.

Κάποιοι υποστηρίζουν πως η γυναίκα κάπως έχει βρεί τον βηματισμό της στην νέα πραγματικότητα, ενώ ο άνδρας ακόμη ψάχνεται ως προς το τι ορίζει τον ανδρισμό του, και ποιος ο ρόλος του στην οικογένεια. Εν τούτοις, η ασάφεια  στους ρόλους των φύλων στο ζευγάρι, την οικογένεια και την κοινωνία, αφορά και άνδρες και γυναίκες.

Ακούστε πως καθρεφτίζεται στα λόγια μιας θεραπευόμενης  που παραθέτει η συγγραφέας, στη σελίδα 287:

«Θα ήθελα έναν άνδρα στη ζωή μου, αλλά δεν ξέρω τι θα μπορούσα να τον κάνω, τι να περιμένω από αυτόν και τι ρόλο να του προσδώσω».

Το πώς θα ξεπεραστεί αυτή η ασάφεια δεν είναι απλώς ζήτημα χρόνου. Ο χρόνος από μόνος του δεν γιατρεύει πάντα. Νομίζω αν καταλάβουμε καλύτερα τα χαρακτηριστικά αυτής της ασάφειας, η επιστροφή του άνδρα στην επαφή με τον βαθύτερο εαυτό του, τη γυναίκα και τα παιδιά του θα είναι πληρέστερη.

Θα κλείσω με κάποιες  σκέψεις που θα πω, συμπληρώνοντας στο σημείο αυτό την προβληματική του βιβλίου. ¨Έχουν να κάνουν με ένα χαρακτηριστικό της σύγχρονης ελληνικής, και όχι μόνο, κοινωνίας, αλλά και την δυσκολία πολλών ανδρών, ως άτομα, να ενηλικιωθούν. Το κοινωνικό προσδιορίζει το ατομικό και αντίστροφα, με αποτέλεσμα η ασάφεια να επιτείνεται.

Το σύγχρονο κοινωνικό πλαίσιο είναι περισσότερο ρευστό από ότι πριν κάποιες δεκαετίες. Ένα χαρακτηριστικό της μαζικής δημοκρατίας που ζούμε, όπως έλεγε ο φιλόσοφος Παναγιώτης Κονδύλης, είναι το anything goes, «όλα πάνε με όλα» στα νεοελληνικά.  Έγραφε στο βιβλίο του «Η παρακμή του αστικού πολιτισμού» ( 2000, Αθήνα, εκδόσεις Θεμέλιο, σελ. 251, 265 και 267):

«Η νέα αντίληψη για το άτομο, …στηριζόταν σε μια προγραμματική αντικατάσταση των αξιών της αυτοπειθάρχησης από τις αξίες της αυτοπραγμάτωσης».

Και παρακάτω: «Το πρόβλημα της αλήθειας δεν τίθεται πια από την άποψη του περιεχομένου, και μάλιστα δεν τίθεται καθόλου, η αλήθεια γίνεται όλο και περισσότερο σύμβαση και ορίζεται ως προϊόν μιας συναίνεσης, σκοπός της οποίας είναι να ρυθμίσει ειρηνικά την κοινωνική συμβίωση».

Και συμπληρώνει: «Η ρευστοποίηση, διάλυση ή κατάτμηση των άλλοτε εδραίων και αυτοτελών, …γέννησε άπειρες δυνατότητες συνδυασμών, και η αξιοποίησή τους έγινε ο αυτονόητος τρόπος σκέψης και ζωής στη μαζική δημοκρατία. Τώρα τα πάντα μπορούν και επιτρέπεται  να συνδυασθούν με τα πάντα, στη μόδα, στην παιδεία, στην πνευματική παραγωγή ή στα όρια της προσωπικής ζωής.».

Αυτή η κοινωνία έχει έντονα ναρκισσιστικά στοιχεία. Ο ναρκισσισμός δεν είναι πλέον μια ατομική παθολογία, καθώς μοιάζει να πηγάζει απ ευθείας από την κουλτούρα.

Στις μέρες μας, και παρά την κρίση, «το να ζεις για τη στιγμή είναι το πάθος που επικρατεί παντού – να ζεις για τον εαυτό σου, όχι για τους προγόνους ή τους απογόνους σου. Χάνουμε αργά την αίσθηση της ιστορικής συνέχειας, την αίσθηση ότι ανήκουμε σε μια διαδοχή από γενιές που ξεκινά από το παρελθόν και συνεχίζει στο μέλλον.

Οι άνθρωποι σήμερα δεν διψούν για την προσωπική σωτηρία και πολύ περισσότερο για την αποκατάσταση μιας παλιάς ή τον ερχομό μιας μελλοντικής χρυσής εποχής, αλλά για την αίσθηση, την στιγμιαία ψευδαίσθηση της προσωπικής ευεξίας, υγείας και προσωπικής ασφάλειας».( Cristopher Lasch, The culture of narcissism, New York: Norton 1978).

Εκείνοι που δεν έχουν όλα όσα θέλουν είναι σχεδόν το ίδιο απογοητευμένοι με εκείνους που τα έχουν, αλλά ανακαλύπτουν ότι δεν τους κάνουν ευτυχισμένους.

Η ψυχοθεραπεία συχνά, σε μια τέτοια κοινωνία με βασικό σύνθημα «το χρωστάς στον εαυτό σου» έχει συνεισφέρει σημαντικά στον προσωπικό ναρκισσισμό.

Τα σλόγκαν αυτοβοήθειας ωθούν τους ανθρώπους με συνθήματα όπως: «πάρε όλη την αγάπη που αξίζεις», «απόκτησέ τα όλα», «να είσαι ο καλύτερος φίλος του εαυτού σου» και παρόμοια.

Ο Robert Bly, αμερικάνος ποιητής, δοκιμιογράφος και ακτιβιστής, στο βιβλίο του «The sibling society» (1996) περιγράφει ότι στόχος της ανθρώπινης ανάπτυξης έπαψε να είναι η επίτευξη χαρακτήρα, καλοσύνης και σχέσεων και είναι τώρα η επίτευξη δημοτικότητας και φήμης. Οι άνθρωποι δεν νοιάζονται πια αν αγαπούν σωστά τα αγαπημένα τους πρόσωπα ή αν τα αγαπημένα τους πρόσωπα ανταποδίδουν την αγάπη τους, φτάνει να τους αγαπούν οι ξένοι.

Δεν είναι τυχαίο ότι σε μια τέτοια κοινωνία εξιδανικεύεται η νεότητα και ιδίως η εφηβεία. Η λατρεία της εφηβείας οδηγεί στον ναρκισσισμό – την πεποίθηση ότι ο κόσμος υπάρχει για να σε υπηρετεί ή να σε λατρεύει, αντί ότι εσύ υπάρχεις για την αξία που έχεις για τους άλλους.

Έτσι από εκεί που η εφηβεία ήταν το μεταβατικό στάδιο από την παιδική ηλικία στην ενηλικίωση, σταδιακά επεκτάθηκε και μετά τα 20 και μετά τα 30 και τα 40; Και μέχρι πού;

Αρχικά ήταν ένα στάδιο από το οποίο περνούσαν όλοι, μετά όμως γινόταν όλο και περισσότερο ένας στόχος ζωής από μόνο του, μια ταυτότητα, μια ξεχωριστή κουλτούρα ή και ένα ξεχωριστό είδος, ακόμη και ο φυσικός εχθρός των ενηλίκων.

Και από εκεί που για πολλές γενιές, όπως χαρακτηριστικά τονίζει η Μπαρμπαλιού στο βιβλίο, οι άνδρες ανατρέφονταν έτσι που να ρισκάρουν τη ζωή τους για την αγάπη ή το καθήκον χωρίς να το σκεφθούν στιγμή, φθάσαμε στη σημερινή κατάσταση που πολλοί άνδρες κάθονται και σκέφτονται το πράγμα.

Επιλέγουν να μην πεθάνουν, πράγμα που φαίνεται συνετή επιλογή, μετά όμως επιλέγουν να μη ζήσουν επίσης – να μην αναλάβουν δεσμεύσεις, να μην αναπτύξουν προσωπικότητα, να μην εκπληρώσουν υποχρεώσεις, να μην μπούν στη διαδοχή των γενεών, να μην συντηρήσουν ούτε να βελτιώσουν τον πολιτισμό και να κάνουν τον κόσμο καλύτερο.

Σε έναν τέτοιο κόσμο, λοιπόν, τι μπορεί να βοηθήσει την επιστροφή του άνδρα, όπως τονίζει η Ε. Μπαρμπαλιού στο τελευταίο μέρος του βιβλίου της;

Στη δουλειά μου προσπαθώ να μάθω από τις γυναίκες τι έχει κάνει κάποιος άνδρας στη ζωή τους που να τις έκανε να τον αγαπήσουν και να τον εκτιμήσουν.

Ενώ οι περισσότεροι άνδρες νομίζουν ότι οι γυναίκες θέλουν άνδρες με μεγαλύτερο πορτοφόλι, μεγαλύτερο πέος ή μεγαλύτερα μπράτσα, όλες μου λένε πάνω κάτω τα ίδια πράγματα.

Θέλουν ένα άνδρα που να τους μιλά και να τις ακούει, να τους δείχνει προσοχή αντί να εισπνέει όλο το οξυγόνο στο δωμάτιο για λογαριασμό του.

Σίγουρα περιμένουν από τον άνδρα να δουλεύει και ελπίζουν να του αρέσει η δουλειά, αλλά αυτό δεν είναι το μοναδικό του καθήκον. Δεν χρειάζεται να είναι κυρίαρχος του σύμπαντος, απλώς ισότιμος σύντροφός τους. Και αυτό είναι αντίθετο σε πολλά από αυτά που έχει μάθει ο άνδρας ως τώρα.

Διαβάστε επίσης στο tvxs.gr: H απουσία του πατέρα

Τι σημαίνει ανδρισμός όμως σήμερα; Μέσα στη φυσική πορεία των πραγμάτων ο ανδρισμός μεταβιβάζεται από τον πατέρα στο γιό. Οι γυναίκες όσο υπέροχες και αν είναι, όση αγάπη και αν δίνουν, όσο ηρωικές και αν είναι, αυτό δεν μπορούν να το διδάξουν.

Αν δεν έχουμε πατέρα, θα πρέπει να έχουμε παππούδες, θείους, ή ίσως έναν καλό πατριό, ένα δάσκαλο, έναν πνευματικό, ένα μέντορα, που να μας μεγαλώσει και από αγόρια να μας κάνει άνδρες.

Αυτοί οι άνδρες θα διδάξουν ότι «σήμερα ο άνδρας δεν χρειάζεται να νιώθει ντροπή που δεν μπορεί να ανταπεξέλθει στους μύθους «μάτσο», αλλά ούτε και πρέπει να νιώθει ντροπή όταν βρίσκει μέσα του κάποια αρχέγονα ανδρικά χαρακτηριστικά και ορμές:

την αφοσίωση να τελειώσει τη δουλειά που έχει, ακόμα και αν τον πονάει˙ ένα πνεύμα περιπέτειας ακόμη και αν η περιπέτεια είναι επικίνδυνη˙  μια αγάπη για τη φύση και όλα τα γήινα, τραχιά και άγρια πράγματα˙ μια επιθυμία για σωματική δραστηριότητα και για μετατροπή σκέψεων και συναισθημάτων σε δράση˙ μια αρχέγονη ικανοποίηση με τη μυρωδιά του ιδρώτα και του αίματος˙ μια αγάπη για τα παιχνίδια˙ μια τάση να ταξινομεί τα πράγματα και να τα κάνει προβλέψιμα και τακτικά».

Και θα κλείσω την αναφορά μου στο τι σημαίνει ανδρισμός σήμερα, αντιγράφοντας τα λόγια του Frank Pittman, αμερικανού ψυχίατρου και οικογενειακού θεραπευτή, από το βιβλίο του, «Ενηλικιωθείτε»,(εκδόσεις Ασημάκης, 2000) σελ. 128(το παραπάνω παράθεμα) και σελ. 129:

«Η δουλειά σας ως ενήλικου άνδρα είναι να ξεπεράσετε τους ανταγωνισμούς της εφηβείας, να ανακηρύξετε τον εαυτό σας άνδρα ώστε να μη χρειάζεται να το αποδεικνύετε συνεχώς κι έτσι να καταπιαστείτε για να κάνετε τη δουλειά της ζωής σας και να δοθείτε στις περιπέτειες της ζωής. Δεν χρειάζεται να είστε κυρίαρχοι του σύμπαντος. Δεν χρειάζεται να είστε αφεντικά στο σπίτι ή τη δουλειά σας. Δε χρειάζεστε πάνω από μια γυναίκα, ούτε και μπορείτε να έχετε δύο ή  περισσότερες γυναίκες σαν ισότιμες συντρόφους. Δε χρειάζεται να πεθάνετε για τον ανδρισμό σας. Μπορείτε να ελαφρύνετε το υπόδειγμα του ανδρισμού που μάθατε μεγαλώνοντας. Είναι ξεπερασμένο. Εκείνο που χρειάζεται ο κόσμος από σας είναι να ζήσετε τη ζωή σας σαν άνδρας και να λέτε στα αγαπημένα σας πρόσωπα τι βιώνετε, τι μαθαίνετε και πως νιώθετε που είστε όπως είστε».

*Ομιλία του ψυχολόγου – ψυχοθεραπευτή Γιώργου Κίσσα, για την παρουσίαση του βιβλίου: Η επιστροφή του άνδρα – Λύνοντας τη σιωπή αιώνων, της Ελισάβετ Μπαρμπαλιού, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Πεδίο.

 

Εν τέλει, την έχει άσχημα η κάθε κυριαρχία!

Tvxs.gr

«Σε αυτό τον πλανήτη, εν τέλει, την έχει άσχημα η κάθε κυριαρχία! όταν ένα είδος επικρατήσει πλήρως έναντι των άλλων, ήρθε η ώρα για να εξαφανισθεί αφού στο τέλος θα στραφεί κατά του εαυτού του!»

[…] Ο άνθρωπος θα επιλέξει, ή τελικά θα αναγκασθεί, να στραφεί πάλι προς τις δύο μάνες που τον έφεραν σαν είδος ως εδώ. Την πρωταρχική μάνα γαία που τον γέννησε και τον τρέφει, και τη δεύτερη μάνα του που είναι η ομάδα, η κοινότητα, η κοινωνία, στα πλαίσια των οποίων μπορεί να εξασφαλίσει όχι μόνο την επιβίωση, αλλά και το ευ ζειν […]

Η επιστροφή προς αυτές τις δύο μάνες δεν θα είναι προς τα πίσω, αλλά… προς τα εμπρός. οι κόρες και οι γιοι, τα παιδιά και τα εγγόνια της σημερινής γενιάς των ανθρώπων, θα χρειασθεί όχι μόνο να παίρνουν από αυτές τις μάνες και να τις εξαντλήσουν, όπως το κάνανε οι μέχρι τώρα γενιές. θα χρειασθεί να τις φροντίσουν κιόλας, για να μπορούν να πορεύονται μαζί και στο μέλλον. Γι’ αυτό και η επιστροφή σε αυτές θα γίνει όχι προς τα πίσω, αλλά βασικά προς τα εμπρός.

Επιστροφή σημαίνει να ρίχνουμε ματιές προς τα πίσω για να ξαναπιάσουμε κάποια θετικά νοήματα του παρελθόντος, να τα αναδείξουμε στο παρόν, να τα πλέξουμε με καινούργια νοήματα και αξίες, ώστε να έχουμε ξανά το νήμα που θα μας οδηγήσει στην ευζωία των σημερινών και των μελλοντικών γενιών.

Το «προς τα εμπρός» έχει να κάνει επομένως με τη διαμόρφωση του ευτοπικού μας μέλλοντος υπό τις νέες συνθήκες που υπάρχουν και που απαιτούν αποκατάσταση των μέχρι τώρα καταστροφών και επαναφορά της οικολογικής ισορροπίας.

Είναι όμως αναπόφευκτο το ευτοπικό μας μέλλον; Μήπως είναι το ίδιο πιθανή και η μελλοντική κακοτοπία για το ανθρώπινο είδος; […]

Το πλανητικό οικοσύστημα θα εξακολουθήσει να υπάρχει, ακόμα κι αν εξαφανισθεί ο άνθρωπος. Και στο μακρινό παρελθόν εξαφανίσθηκαν είδη που είχαν κυριαρχήσει και είχαν διαταράξει την ισορροπία του.

[…] Σε αυτό τον πλανήτη, εν τέλει, την έχει άσχημα η κάθε κυριαρχία! όταν ένα είδος επικρατήσει πλήρως έναντι των άλλων, ήρθε η ώρα για να εξαφανισθεί αφού στο τέλος θα στραφεί κατά του εαυτού του!

Η ελπίδα μου στηρίζεται ακριβώς εκεί, ότι δηλαδή κάποια στιγμή ο homo economicus θα ξαναγίνει ο homo sapiens, o «σοφός μοντέρνος άνθρωπος’, θα παραιτηθεί από την επέκταση της κυριαρχίας του σε όλο τον πλανήτη και θα αποφασίσει να ενταχθεί με ισορροπία στο φυσικό και κοινωνικό οικοσύστημα.

Έτσι κι αλλιώς δεν μπορώ, ούτε και θέλω να παίζω τον «σωτήρα». κανένας δεν το μπορεί. Ο μόνος σωτήρας του εαυτού της και του πλανητικού οικοσυστήματος θα μπορεί να γίνει η ίδια η ανθρωπότητα και οι νέες γενιές της, αν το θελήσουν […]

*Απόσπασμα από το νέο βιβλίο του Γιώργου Κολέμπα, Επιστροφή προς τα …μπρος!, εκδόσεις Ταξιδευτής

Διαβάστε στο tvxs.gr – Εκδήλωση για το βιβλίο «Επιστροφή προς τα… μπρος!»

Τη Δευτέρα 12 Ιουνίου 2017, 8μμ, στο βιβλιοπωλείο των εκδόσεων των Συναδέλφων, οι εκδόσεις Ταξιδευτής παρουσιάζουν το αφήγημα του Γιώργου Κολέμπα «Επιστροφή προς τα …μπρος!» το οποίο είναι βασισμένο σε πραγματική ιστορία.

«Το τελευταίο αυτό βιβλίο υπο μορφή αφηγήματος, είναι η σύνοψη απόψεων, προτάσεων, δράσης και τρόπου ζωής ενός μικρού κινήματος ανθρώπων, που την προηγούμενη 20ετία προσπαθούσαν «δια του παραδείγματος» να αναδείξουν ένα άλλο τρόπο ζωής και κοινωνικοπολιτικής πράξης, πέρα του κυρίαρχου νεοελληνικού κοινωνικού παραδείγματος και της πολιτικής-κομματικής δράσης. Σήμερα στα πλαίσια της συνολικής κρίσης και του «ναυαγίου» του μοντέλου ανάπτυξης που ακολουθήθηκε στη χώρα, θεωρώ ότι η στροφή προς την «επανατοπικοποιημένη» κοινωνία μπορεί να αφορά σε ένα ευρύτερο σύνολο στρωμάτων της ελληνικής κοινωνίας». Γ.Κ.

Στη συζήτηση – παρουσίαση θα συμμετέχουν, ο ίδιος ο συγγραφέας του βιβλίου και η δημοσιογράφος – σύμβουλος ψυχικής υγείας, Κρυσταλία Πατούλη(Η Έρευνα για την κρίση, σεμινάριο Αφήγηση Ζωής). Στην εκδήλωση συμπράττουν φορείς Αλληλέγγυας και Συνεργατικής Οικονομίας.

Info:
Δευτέρα 12 Ιουνίου 2017, 8μμ.
Βιβλιοπωλείο των Συναδέλφων
Καλλιδρομίου 30, Αθήνα

Η πρόσκληση στο φ/β εδώ

“Εμείς δε χρησιμοποιούσαμε τον όρο «αποκέντρωση». Προτιμούσαμε το «επανατοπικοποίηση». Συνδέαμε τον τόπο εγκατάστασής μας με τον «ου τόπο». Την ουτοπία που ξέραμε ότι δεν υπήρχε κάπου και που θα έπρεπε να τη δημιουργήσουμε. «Να δημιουργήσουμε τον κόσμο μας, μέσα στον κόσμο που θέλουμε να αφήσουμε πίσω μας». Ήταν το σύνθημά μας. Επιστροφή, αλλά όχι προς τα πίσω! Επιστροφή… προς τα μπρος! Ήταν το άλλο σύνθημά μας. […]» Για εμάς ένας άλλος κόσμος δεν είναι μόνο εφικτός, είναι ΥΠΑΡΚΤΟΣ.”

Μια παρέα νέων της πόλης, προς το τέλος της δεκαετίας του ’80, προετοιμάζονταν με συζητήσεις και αυτοεκπαίδευση να αφήσουν πίσω τους τη «χαβούζα» του Λεκανοπεδίου για μια δημιουργική μετεγκατάσταση στην ελληνική περιφέρεια.

Τελικά κατέληξαν να εγκατασταθούν το 1990 στο Πήλιο, μεταξύ δύο χωριών, προσπαθώντας να δημιουργήσουν μια «διευρυμένη οικογένεια» από 3-4 ζευγάρια, με ένα διαφορετικό – από τον κυρίαρχο – τρόπο ζωής. Συνάντησαν πολλές δυσκολίες στο εγχείρημά τους, δεν κατάφεραν πλήρως να υλοποιήσουν τα όνειρά τους, αλλά είχαν κοινές δραστηριότητες και με άλλους ανθρώπους ντόπιους ή «νεοφερμένους» στην περιοχή προσπαθώντας να λειτουργήσουν σαν παράδειγμα στην τοπική κοινωνία, ασχολούμενοι π.χ. με τη βιολογική – φυσική καλλιέργεια, τις βιοκλιματικές κατασκευές και εναλλακτικές μορφές ενέργειας, τη διακίνηση οικολογικών προϊόντων, με το κίνημα των οικοκαλλιεργητών και το κίνημα ενάντια στα μεταλλαγμένα.

Καταγόμενοι οι ίδιοι ή έχοντας γονείς από χωριά, την επιστροφή τους ή την επανατοπικοποίησή τους – όπως την χαρακτήριζαν – δεν την έβλεπαν σαν «αναχώρηση» και απομόνωση από τη ζωή της πόλης ή σαν επιστροφή προς τα πίσω στο παρελθόν, αλλά σαν επιστροφή σε μια καλύτερη ποιότητα ζωής, συνδεδεμένη με τη φύση και τα προβλήματα του συγκεκριμένου τόπου, τον οποίο ήθελαν να μετασχηματίσουν σε «ευ-τόπο». Για αυτό η επιστροφή τους… ήταν προς τα εμπρός, γιατί προσπάθησαν να δημιουργήσουν στοιχεία ενός μελλοντικού κόσμου, στα πλαίσια του κόσμου που άφησαν πίσω τους, ελπίζοντας ότι στο μέλλον θα κινηθούν προς την ίδια κατεύθυνση ένας κρίσιμος αριθμός ανθρώπων, ικανών να βάλουν σε κίνηση και την ίδια την κοινωνία με στόχο την «ευζωία» της.

Ο Γιώργος Κολέμπας, γεννημένος το 1950 στην Ήπειρο, τέλειωσε Γυμνάσιο – Λύκειο στον Πειραιά, σπουδές στα Μαθηματικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (1968 – 1972) με μεταπτυχιακό Aufbaustudium Informatik στο Μόναχο (1974-77). Στο διάστημα 1986 – 90, που ήταν καθηγητής στο Ελληνικό Γυμνάσιο – Λύκειο Φραγκφούρτης έκανε σπουδές Οικολογίας στο πανεπιστήμιο Φραγκφούρτης.

Καθηγητής Μέσης Εκπαίδευσης (1978 – 2008) με οργάνωση πολλών περιβαλλοντικών προγραμμάτων και συμμετοχή στα τοπικά κοινωνικά και οικολογικά κινήματα πολιτών. Ταυτόχρονα από το 1990, που εγκαταστάθηκε στο Πήλιο, έγινε και οικο – γεωργός με στόχο την προώθηση και οργάνωση της βιολογικής οικο-παραγωγής στην Ελλάδα και τη διακίνηση των οικολογικών προϊόντων. Από το 2008 ασχολείται πλέον εκτός από τις βιοκαλλιέργειες και με τη διαμόρφωση του προτάγματος της Τοπικοποίησης. Μιας στρατηγικής  στα πλαίσια της γενικότερης πρότασης της απο – ανάπτυξης. Σαν απάντηση στη παγκοσμιοποίηση και σαν δυνατότητα μετάβασης σε μια αποκεντρωμένη, επανατοπικοποιημένη, αυτοδιαχειριζόμενη – αμεσοδημοκρατική, οικολογική και αταξική κοινωνία της ισοκατανομής πόρων και εξουσιών.

Έχει εκδώσει το αντίστοιχο βιβλίο: Τοπικοποίηση, από το παγκόσμιο στο τοπικό, καθώς και το βιβλίο: Κοινωνικοποίηση, η διέξοδος από τις συμπληγάδες του κρατισμού και της ιδιωτικοποίησης μαζί με τον Βασίλη Γιόκαρη. Με τον Γιάννη Μπίλλα έχει εκδόσει το βιβλίο: Ο ανθρωπολογικός τύπος της αποανάπτυξης- τοπικοποίησης. Στο συλλογικό βιβλίο με τίτλο: Άμεση δημοκρατία τον 21ο αιώνα έχει συμμετάσχει με το κείμενο: η οικονομία της μετάβασης προς την άμεση δημοκρατία. Έχει εκδώσει επίσης το βιβλίο με  τίτλο: Ο Σύγχρονος Κοινοτισμός. Το τελευταίο του βιβλίο έχει τίτλο: Επιστροφή προς τα…μπρος, ένα αφήγημα βασισμένο σε πραγματική ιστορία.