Φωτεινή Τσαλίκογλου: Ζω σημαίνει αναζητώ μια αλήθεια

07:45, 20 Μάιος 2013 | tvxsteam tvxs.gr/node/129035

Ζω, σημαίνει αναζητώ μια αλήθεια και η μόνη αλήθεια, ίσως είναι αυτή που σε φέρνει κοντά στις ρωγμές της ιστορίας σου… που σου επιτρέπει  να μην λογοκρίνεις, ούτε να κοροϊδεύεις, ούτε να παραποιείς την ένταση των συναισθημάτων σου.  Αυτή την «αναμονή του αληθινού» […] Η ηθική της αναζήτησης. Αυτό δεν είναι που σου δίνει την αίσθηση ότι δεν είσαι νεκρός; Αν σταματήσει αυτή η αναζήτηση, έχεις σταματήσει να υπάρχεις. Και το όλο θέμα είναι, να μη γίνουμε μία χώρα, ήδη νεκρών […] Η Φωτεινή Τσαλίκογλου, καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη με αφορμή το τελευταίο της βιβλίο 8 ώρες και 35 λεπτά, που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Κρ.Π.: Σ’ αυτό το βιβλίο, αφηγείσαι το ταξίδι του Τζόναθαν, ο οποίος για πρώτη του φορά θα επισκεφτεί τον τόπο της καταγωγής του, και μέσα στο αεροπλάνο σκέφτεται τη ζωή του «μια ιστορία δυο τραυματισμένων μέσα του «πλασμάτων»: της οικογένειάς του και της Ελλάδας». Πώς γεννήθηκε αυτή η ιστορία;

Φ.Τσ.: Είναι παράξενο πράγμα οι ιδέες. Μοιάζει να ‘ρχονται κάποια στιγμή, αλλά μπορεί να προετοιμάζονται πολλά χρόνια πριν μέσα στο μυαλό.

Aπ’ όσα βιβλία έχω γράψει, χωρίς να έχει τίποτα το βιογραφικό με τη στενή ημερολογιακή έννοια, είναι ταυτόχρονα το πιο βιογραφικό  βιβλίο μου. Aρκεί να δεχτούμε ότι η βιογραφία δεν αφορά μόνο σε ιστορικά τεκμηριωμένα γεγονότα αλλά και σε βιωμένα γεγονότα που δεν συνέβησαν ποτέ παρα μόνο στη φαντασία μας.

Πράγματα δηλαδή που έχουμε ζήσει εκτός ημερολογίου… Bιωματικές αλήθειες… γεγονότα που ποτέ δεν συνέβησαν αλλά αξιώνουν το καθεστώς του «πραγματικού».

Κρ.Π.: Ο ήρωας του βιβλίου ξεκινά να πάει στη χώρα των προγόνων του, αλλά μοιάζει και σαν να… επιστρέφει στην Ελλάδα γι’ αυτούς και μ’ αυτούς…  Σήμερα, παρατηρούμε ότι πολλοί φεύγουν από τη χώρα μας, αλλά οι περισσότεροι, είτε φεύγουν είτε μένουν, μοιάζει επίσης, σα να κάνουν μία προσπάθεια «επιστροφής» σ’ αυτό που μπορεί να λέγεται Ελλάδα, στο παρελθόν, στις ρίζες.

Φ.Τσ.: Χιλιάδες νέα παιδιά, με προσόντα τυπικά και ουσιαστικά, (και η νεότητα είναι από μόνη της ένα προσόν) τα τελευταία δύο χρόνια, έχουν φύγει από τη χώρα, εγκατέλειψαν αυτόν τον τόπο. Θα ήθελα να ονειρεύομαι ότι αυτά τα παιδιά δεν φύγανε για να φύγουνε. Κάποτε ίσως θελήσουν να ξαναγυρίσουν. Είναι πολύ οδυνηρό, όχι να φεύγεις, αλλά να μην θες να ξαναγυρίσεις… Και επίσης είναι πολύ οδυνηρό, να νιώθεις ότι σε διώχνει η χώρα. 

Κρ.Π.: Εγώ νιώθω ότι η χώρα η ίδια φεύγει…

Φ.Τσ.: Γι αυτό σήμερα, υπάρχει αυτή η έννοια της επιστροφής… Ναι, μπορείς να επιστρέφεις και φεύγοντας. Πώς; Νομίζω είναι μια εποχή που αναζητάμε να γνωρίσουμε αυτόν τον τόπο. Κι όταν λέω να τον γνωρίσουμε, εννοώ ουσιαστικά. Γιατί μπορεί να ζεις σε μια οικογένεια και να σου είναι άγνωστη.

Πιστεύω οι κρίσεις σε παρακινούν να ψάξεις να βρεις την αλήθεια μιας καταγωγής. Που μπορεί βέβαια να είναι μια νέα επινόηση. Δεν έχει σημασία.  Σημασία έχει  να αντιπαρατεθείς με την αλήθεια της ιστορίας σου. Ποιά είναι η πατρίδα σου; Ποιοί είναι οι δικοί σου δεσμοί με αυτή τη χώρα; Πόσο σε έχουν, δίχως να το ξέρεις, σημαδέψει τραύματα του παρελθόντος; Αυτό κάνει και ο Τζόναθαν.

Σε πρώτο επίπεδο, προσπαθεί να ξεδιαλύνει τα μυστήρια με την οικογένειά του, που είναι πολύ περιπεπλεγμένα και φορτισμένα. Αλλά πίσω απ’ αυτό, υπάρχει σαν σκιά, σαν αχτίδα, σαν απειλή ή σαν υπόσχεση, η ιστορία της Ελλάδας. Όπως και πίσω από αυτή την ιστορία της Ελλάδας εμφιλοχωρεί η αναζήτηση μιας συνεχώς καταδικασμένης να μας διαφεύγει δικής μας ταυτότητας.  Το τραύμα σημαίνει πληγή στο σώμα, στη ψυχή, στην κοινωνία. Υπαρχει μια αέναη αλληλεπίδραση  ανάμεσα τους. Το ένα τροφοδοτεί το άλλο.

Κρ.Π.: Ο ήρωας του βιβλίου πάντως, αγγίζει την αλήθεια, αφού έχει βιώσει πρώτα μια καταστροφή.  Σαν η απώλεια, να τον ωθεί στην αλήθεια. 

Φ.Τσ.: Προτιμώ να μιλήσω τώρα σαν αναγνώστρια: Σε αυτό το ταξίδι μέσα στο αεροπλάνο 8μιση ώρες, όσο διαρκεί η πτήση Νέα Υόρκη  – Αθήνα, αναμοχλεύεται μισός αιώνας ιστορίας. Στο μυαλό του  τραυματισμένου από την ιστορία του, Tζόναθαν, το ταξίδι αυτό λειτουργεί και  σαν μια θρηνητική διεργασία.

Για να μπορέσει να συνεχίσει τη ζωή του ο τραυματισμένος, χρειάζεται να υπάρξει μια διεργασία. Πένθους να το πούμε; Θρήνου; Χρειάζεται, δηλαδή, να έρθει σε επαφή μ’ αυτό που έχασε.  Να μην το κουκουλώσει, να μην το συγκαλύψει, να μην το μεταμφιέσει.

Αυτό είναι συνήθως πολύ οδυνηρό. Αν δεν το κάνεις όμως, παραμένεις όμηρος του τραύματος. Είσαι σαν φυλακισμένος μέσα στην καταστροφή. Εάν το κάνεις, αν καταφέρεις να επεξεργαστείς το νόημα αυτής της καταστροφής, εκεί ανοίγονται μετά, πολλές δυνατότητες μπροστά σου.

Κρ.Π.: Αυτό το καταφέρνει ο ήρωας, γι αυτό και ίσως μπορεί και επιστρέφει… 

Φ.Τσ.: Σ’ αυτή την οικογένεια, υπήρχαν ανεπούλωτα τραύματα, αλήθειες που δεν ειπώθηκαν ποτέ. Ο Τζόναθαν με την αδελφή του την Αμαλία, μεγάλωσαν στη Νεα Υόρκη σ’ ένα σπίτι γεμάτο μυστικά. Παιδιά αγνώστου πατρός με μια μητέρα που ‘’ξαφνικά’’ άλλαξε το όνομα της και απαγόρευσε στα παιδιά της να μιλάνε για την Ελλάδα.

Το φάντασμα μιας πεθαμένης αδελφής  ενώνει, (με τον  τρόπο που  μόνο οι  νεκροί γνωρίζουν), το Μανχάταν με τη Νέα Ιωνία, και τους ουρανοξύστες με τις νεραιδοσπηλιές της Καππαδοκίας.

Ο παππούς και η γιαγιά αυτών των παιδιών, φεύγοντας από την Ελλάδα λίγο πριν τον πόλεμο, αφήνανε πίσω έναν τόπο με καταστροφές, με ξεριζωμούς, με τον εμφύλιο που θα ξέσπαγε. Κομβικά  γεγονότα που λειτουργούν ακόμα στην ελληνική κοινωνία, ως ανεπούλωτα τραύματα.

Aιμομικτικές φαντασιώσεις,  αυτοκτονίες, αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές, παράνομοi έρωτες σημαδεύουν τη ζωή της οικογένειας Αργυρίου. Μέσα εκεί ο Τζόναθαν πασχίζει να υπάρξει, να μάθει ποιος είναι. Στην ουσία είναι μια πορεία αυτογνωσίας που επιχειρεί ο ίδιος.

Κρ.Π.: Αλλά τελικά αφηγείσαι παράλληλα και την ιστορία της Ελλάδας. Και μιλάς μέσα σε όλα αυτά, για τα τρία συστατικά μίας ύβρις: Την αδικία, τον αποκλεισμό και τη λήθη(Μήπως δεν αποκλείσαμε από το λεξιλόγιό μας τη λέξη Ελλάδα, τόσα χρόνια, με κάποιον τρόπο; Αποφεύγοντας οτιδήποτε ελληνικό;). Όλα αυτά, ζητούν την τιμωρία και την κάθαρση. Και στην περίπτωση του Τζόναθαν, η κάθαρση έρχεται σαν δικαιοσύνη, και η δικαιοσύνη στην προκειμένη περίπτωση μοιάζει να αντικαθιστά την τιμωρία. Και δεν είναι τίποτε άλλο, παρά η αλήθεια.

Φ.Τσ.: Κάθαρση είναι και το να μην φοβάσαι την ένταση των συναισθημάτων σου. Να μην υπάρχει αυτή η άμβλυνση των συναισθημάτων που σε βάζει σε μία νοικοκυρεμένη νάρκη, σ΄ένα λήθαργο τακτοποιημένης δήθεν ισορροπίας.

Η Ερασμία, η γιαγιά του Τζόναθαν λίγο πριν πεθάνει, σε βαθύ γήρας, μέσα στο ίδρυμα των ηλικιωμένων, λίγο πριν το τέλος, αποκαλύπτει, φανερώνει, στον εαυτό της και στον εγγονό της  την ανατρεπτική αλήθεια  της ιστορίας της.

Ο νεαρός ήρωας θέλει να έχει μια ευκαιρία, προτού ο ίδιος πεθάνει, προτού φτάσει σ’ αυτό το βαθύ γήρας, να έρθει κι εκείνος σε επαφή με την δική του αλήθεια. Θέλει δηλαδή να προλάβει να ζήσει προτου να πεθάνει.

Ζω, σημαίνει αναζητώ μια αλήθεια και η μόνη αλήθεια, ίσως είναι αυτή που σε φέρνει κοντά στις ρωγμές της ιστορίας σου… που σου επιτρέπει  να μην λογοκρίνεις, ούτε να κοροϊδεύεις, ούτε να παραποιείς την ένταση των συναισθημάτων σου.  Αυτή την «αναμονή του αληθινού».

Και δυστυχώς ή ευτυχώς, αυτή την αλήθεια τη μονοπωλεί η απώλεια. Ο ψυχικός πόνος έχει κοιτάσματα μιας τρομακτικής ανατρεπτικής αλήθειας. Και ο ήρωας, δεν θέλει άλλο να αποφύγει αυτόν τον πόνο.

Τελικά, να παραδεχτεί τον απαγορευμένο του έρωτα. Να δει αλλιώς την μητέρα του. Να επιχειρήσει να δει αλλιώς αυτή τη χώρα, την Ελλάδα, που στη φαντασία του είναι η εικόνα μιας συρρικνωμένης χώρας, που βυθίζεται, που καταστρέφεται, όμως εκείνος θέλει προτού προσγειωθεί το αεροπλάνο να μπορέσει να την δει κι αλλιώς αυτή τη χώρα.

Κρ.Π.: Το βιβλίο τελειώνει με τους στίχους του τραγουδιού του Μάνου Χατζηδάκι, «Ήρθε βοριάς, ήρθε νοτιάς»…

Φ.Τσ.: Υπάρχει μια συγκλονιστική  ιστορία πίσω από αυτό το τραγούδι, που την έμαθα αφού είχα ολοκληρώσει την πρώτη του γραφή. Και είναι από αυτά τα αναπάντεχα, που μπορεί να κρύβει μέσα της η λογοτεχνία, η τέχνη, η γραφή.

Όταν η μητέρα του Τζόναθαν, αποφασίζει να αλλάξει το όνομά της, γιατί δεν θέλει τίποτα να της θυμίζει την Ελλάδα, όχι γιατί δεν την θέλει, αλλά γιατί η Ελλάδα την έχει πληγώσει μέσα από τα κρυμμένα μυστικά της οικογένειάς της, διαλέγει το όνομα Λάλε Άντερσεν.

Διάλεξα τυχαία το όνομα αυτό. Χωρίς να ξέρω την ιστορία που συνδέει το Μάνο Χατζηδάκι με αυτή τη γυναίκα, τη Λάλε Άντερσεν –γιατί ήδη υπήρχε στο βιβλίο αυτό το τραγούδι του-, η οποία είχε γίνει διάσημη τραγουδώντας το «Λιλή Μαρλέν», το τραγούδι το οποίο ξημεροβραδιάζονταν στις μάχες. Και οι μεν και οι δε. Το θεωρούσαν δικό τους και οι ναζί και οι σύμμαχοι. Ήταν το αγαπημένο τους τραγούδι, ένα σπαρακτικό τραγούδι για μια γυναίκα που κάποια στιγμή χάνεται, και όλοι την ανακαλούν και την αναπολούν…

Ο ίδιος ο Χατζιδάκις έχει περιγράψει, πως δημιούργησε τη δική του εκδοχή του τραγουδιού της Λιλή Μαρλέν, έχοντας στο μυαλό του τη φωνή της Λάλε Άντερσεν, την οποία δεν την είχε είχε δει ποτέ μέχρι εκείνη τη στιγμή.

Κρ.Π.: … οι στίχοι του τραγουδιού αυτού, επειδή μιλάς για απώλειες, ο αγώνας να κατακτήσουμε κάτι άπιαστο, μας δίνει την δύναμη να τιμήσουμε όλα αυτά που είμαστε, και τα χάνουμε ή τα ξαναβρίσκουμε κατά καιρούς στη ζώη μας;

Φ.Τσ.: Έχω μια εμμονή με το θέμα της απώλειας. Ολο και πιο πολύ. Μέσα της κρύβονται απεριόριστα κοιτάσματα αλήθειας.

«Το βλέμμα της οδύνης μου αρέσει,
γιατί γνωρίζω ότι είναι αληθινό
Οι άνθρωποι δεν ψεύδονται στους πόνους’’,
λέει η Έμιλη Ντίκινσον

Κρ.Π.: Αυτό που μένει στο τέλος του βιβλίου, είναι τελικά η αγάπη, η συνύπαρξη, η ελευθερία, η δικαιοσύνη, η αλήθεια; Όλα αυτά τα ιδανικά, που μοιάζουν άπιαστα, και όπως λέει και το τραγούδι στο τέλος; Που τα «γυρεύουμε» γιατί ήσαν «ουρανός»;

Φ.Τσ.: Η αναζήτηση εννοείς, ναι. Η ηθική της αναζήτησης. Αυτό δεν είναι που σου δίνει την αίσθηση ότι δεν είσαι νεκρός; Αν σταματήσει αυτή η αναζήτηση, έχεις σταματήσει να υπάρχεις. Και το όλο θέμα είναι, να μη γίνουμε μία χώρα, ήδη νεκρών. Αυτό που είπες: «η χώρα έχει φύγει». Η χώρα που έχει φύγει, κινδυνεύει να γίνει μία χώρα ήδη νεκρών.

Πασχίζεις σήμερα να υπάρξεις. Ανεπιτυχώς, όπως όλα δείχνουν. Kαταθλίψεις, βιαιοπραγίες, αυτοκτονίες, ψυχικές διαταραχές, επιλογή του μίσους ως τρόπου ζωής και κατασκευή φανταστικών εχθρών στη θέση ενός ξένου εαυτού. Κολυμπάς με ένα τρύπιο σωσίβιο και γύρω σαν μανιασμένος ωκεανός ο θάνατος.

Ναι!  θα ήθελα όλα να ήταν αλλιώς. Γράφεις ιστορίες για να ονειρεύεσαι ότι όλα θα μπορούσαν να είναι αλλιώς. Όμως τίποτα δεν είναι αλλιώς κι εσύ ζεις ονειρευόμενος. Ιδού ίσως η  μεγάλη ψευδαίσθηση, σήμερα, της λογοτεχνίας.

Κρ.Π.: Γιατί μόνο η αλήθεια δίνει την πραγματική δύναμη;

Φ.Τσ.: Ακόμα κι αν είναι σαν τις Αλκυονίδες μέρες. Που ξέρεις ότι θα κρατήσουν λίγο στην καρδιά του χειμώνα.

Ήρθε βοριάς, ήρθε νοτιάς – 1943

Αγάπη μου σε γύρευα
σ’ αυγή και σε φεγγάρι
και στα ψηλά τα σύννεφα
σε γύρευα τυφλός,
μα ήρθε ο καιρός, ήρθε η βροχή
κι η δροσερή σου χάρη
αγάπη μου σε γύρεψα
γιατί ήσουν ουρανός […]

Στίχοι: Γιάγκος Αραβαντινός
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις 


8 ώρες και 35 λεπτά, Εκδόσεις Καστανιώτη

Σχετικά Άρθρα

(12/04/2013)
(21/09/2011)
(07/05/2013)
(30/04/2013)
Advertisements