Φωτεινή Τσαλίκογλου: Είμαστε πλάσματα υπό μετακόμιση

219804-tsalikoglou[…] Η ηρωίδα της μετακόμισης έχει ημερομηνία γέννησης, αλλά δεν έχει ημερομηνία θανάτου. Ο λόγος είναι απλός: Η Ευρυδίκη Ματθαίου είναι αυτό που λέμε συγγραφέας. Με άλλα λόγια, είναι κάποιος που φτιάχνει ιστορίες για να ξεγελάει το θάνατο. Με λέξεις και με λευκές σελίδες, με γραμμένα και με κενά, άγραφα διαστήματα, ταξιδεύει. Και αυτό το ταξίδι δεν τελειώνει ποτέ […] Αυτό το «μαζί» κάνει το λόγο να αποκτά μια δύναμη, σα να τον ανασύρει από το λήθαργο και τη λήθη του εαυτού […] Ίσως εκεί βρίσκεται και η μυστική δύναμη των λέξεων: Μια υπόσχεση για ασφάλεια μαζί με ελευθερία […]

Η συγγραφέας και καθηγήτρια ψυχολογίας Φωτεινή Τσαλίκογλου, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη με αφορμή το νέο της μυθιστόρημα «Η μετακόμιση» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Φ.Τσ.: Η Μετακόμιση μιλά για μια γυναίκα που λόγω ηλικίας -έχει περάσει τα 80- και λόγω συνθηκών έχει μείνει μόνη της –αφού όλοι οι κοντινοί της συγγενείς έχουν φύγει από τη ζωή.

Έχει χάσει οικογένεια, γονείς, φίλους, εραστές, την θετή της κόρη. Το μόνο που τής απομένει είναι το πατρικό της σπίτι το οποίο συμπυκνώνει όλη την ιστορία της ζωής της, που όμως, ετοιμάζεται να το εγκαταλείψει.

Όλη η ιστορία εξελίσσεται αυτό το τελευταίο βράδυ στο πατρικό της σπίτι, πριν έρθει να την πάρει ένα αυτοκίνητο για να την πάει σε έναν οίκο φιλοξενίας ηλικιωμένων, που κατ’ ευφημισμό ονομάζουμε «ευγηρίας».

Από το σπίτι της που έζησε τις τέσσερις εποχές της ζωής της, ετοιμάζεται να μετακομίσει σε ένα χώρο που τον ονομάζω «Πέμπτη εποχή».

Τι θα πάρει μαζί της; Τι θα αφήσει; Ποια ιστορία ζωής θα κουβαλήσει μαζί της; «Ιστορία ζωής, που…» όπως και συ το λες, μέσα από τη φράση του Μαρκές: «…δεν είναι αυτή που ζήσαμε, αλλά εκείνη που θυμόμαστε, κι όπως τη θυμόμαστε για να τη διηγηθούμε», ή ίσως αυτή που ξεχνάμε για να ξανασυναρμολογήσουμε όταν, κι αν, χρειαστεί.

Αυτή την τελευταία νύχτα στο πατρικό της, θα φτιάξει μια τέτοια ιστορία ζωής και με αυτήν υπό μάλης θα επιβιβαστεί για τη νέα της κατοικία.

Δώδεκα ώρες, λοιπόν, τής μένουν, για να θυμηθεί, να αναπλάσει, να επινοήσει, να κατασκευάσει, μια ιστορία ζωής, να δοκιμάσει τις δυνατότητες που έχει η γλώσσα της να αναπαραστήσει τα γεγονότα. Όσα έζησε, όσα λησμόνησε, όσα λαχτάρησε, όσα φοβήθηκε.

Μαζί με την ηρωίδα μου, σαν συγγραφέας, αναρωτιέμαι μαζί της,  τί μπορεί να κάνει ο λόγος, η γλώσσα; Τι μπορεί να κάνει για τα κενά της μνήμης της, πώς μπορεί να προστατευτεί από αυτά τα κενά; Ή πώς μπορεί να αφεθεί σ’ αυτά τα κενά;  Πώς μπορεί να τα εμπιστευτεί; Και μήπως έχουν κάτι να της πουν αυτά τα κενά της μνήμης;

Τι μπορεί να κάνει με τα κενά της μνήμης, μια γυναίκα που έχει άνοια; Αυτό το «α» το στερητικό, της άνοιας, όμως δεν ισχύει εδώ. Είναι ένα «α» εμπλουτιστικό στην περίπτωσή της. Όλα αυτά που ξεχνάει είναι ένας πλούτος στην ιστορία της.

Κρ.Π.: Σε μία μεταβατική φάση του κάθε ανθρώπου, σε μία… μετακόμιση, δηλαδή, μεταφορικά ή κυριολεκτικά, έχει σημασία, υπάρχει ανάγκη, να ανανοηματοδοτήσουμε την ιστορία μας και τα κενά της;

Φ.Τσ.: Ναι, είμαστε πλάσματα υπό μετακόμιση έτσι ή αλλιώς, για να μη πω ότι ζούμε σε ένα σύμπαν υπό μετακόμιση. Με αυτή την έννοια, αυτή η γυναίκα, είναι μία εμβληματική φιγούρα. Ίσως δεν είναι τυχαίο και το όνομά της, Ευρυδίκη, που όπως συμβολίζεται από την μυθολογία, είναι ανάμεσα στο εδώ και στο επέκεινα.

Βέβαια η γοητεία με τη γραφή, είναι ότι μεταμορφώνει τον συγγραφέα σε αναγνώστη. Μοιράζομαι τώρα μαζί σου σκέψεις εκ των υστέρων, αφού τελείωσε το βιβλίο.

Υπάρχει αυτό το μαγικό εκ των υστέρων, που πολλαπλασιάζει ένα βιβλίο, σε κάνει να νομίζεις ότι μπορεί να είναι δέκα και είκοσι βιβλία, άπειρα βιβλία μαζί, γιατί κάθε φορά σού προσφέρεται για μια διαφορετική ανάγνωση. Άρα είναι σα να σου χαρίζεται και μια νέα ζωή.

Ο συγγραφέας, είναι λίγο σα να έχει την ψευδαίσθηση ότι δεν πεθαίνει ποτέ, σα να του χαρίζεται άλλη μια ζωή, όπως με τη Σεχραζάτ και τον πέρση βασιλιά στο Χίλιες και μια νύχτες, που όσο του έλεγε την ιστορία δεν την σκότωνε, δεν πέθαινε.

Είναι η αγωνία, επομένως, η ιστορία να μην τελειώσει ποτέ για να μην πεθάνεις, ή ίσως η Ευρυδίκη κομίζει αυτή την αγωνία: Η ιστορία να μην τελειώσει ποτέ! Και δεν τελειώνει ποτέ, γι’ αυτό και δεν πεθαίνει η ηρωίδα μου.

Κρ.Π.: Κι αν τελειώσει βίαια η ιστορία και η ανανοηματοδότησή της, χάνεται και η δυνατότητα του μοιράσματος με τους άλλους;

Φ.Τσ.: Έχει κακό τέλος η ιστορία που δεν ανανοηματοδοτείται και δεν μοιράζεται. Ενδέχεται να βρεθείς σαν πτώμα, φιμωμένος, βιασμένος, κρυμμένος, από ένα άλλο επίσης πτώμα που υποδύεται τον άνθρωπο, που έχει κι αυτός χάσει ή που του έχουν στερήσει τη δυνατότητα ομιλίας του, την δυνατότητα αφήγησής του.

Κρ.Π.: Η Ευρυδίκη, δεν έχει χάσει την ομιλία της, αλλά έχει έναν δικό της τρόπο να ανανοηματοδοτεί τις λέξεις…

Φ.Τσ.: Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο, την βρίσκουμε σε μια στιγμή να λέει ότι είναι ποιήτρια, γιατί είναι σα να βλέπει τις λέξεις για πρώτη φορά.

Αυτό, το να βλέπει κάποιος τις λέξεις για πρώτη φορά, μπορεί να το κάνει ένα παιδάκι, μπορεί να το κάνει ένας τρελός, μπορεί να το κάνει ένας ανοϊκός, μπορεί όμως να το κάνει κι ένας μεγάλος συγγραφέας, όπως ο Χέμινγουέι: «Σε όλη μου τη ζωή κοίταζα τις λέξεις σα να τις βλέπω  πρώτη φορά». Να βλέπουμε για πρώτη φορά, τη λέξη, ή το θαύμα της ζωής. Σα να γεννιέται η λέξη από το πουθενά. Σα να είναι ένας Θεός, δηλαδή.

Εδώ, στο θαύμα της λέξης, στην έκπληξη που γεννά, είναι το σημείο τομής, που συναντάται ένας συγγραφέας με έναν αλλαφροϊσκιωτο, με έναν ανοϊκό ή με ένα μωρό.

Όσοι γράφουν το νιώθουν μέσα στο δέρμα, στο μυαλό, στην καρδιά τους, πως «είναι άνθρωποι οι λέξεις, κι αν δεν τις ακούσεις, πεθαίνουν».

Κρ.Π.: Γι’ αυτό ακριβώς, επειδή η Ευρυδίκη έχει αυτή την σχέση έκπληξης με τις λέξεις, μπορεί να πραγματοποιήσει και το παιδικό της όνειρο, που είναι ν’ αρχίσει να γράφει;

Φ.Τσ.: Που είναι να γράφει ή να μην τελειώνει ποτέ η εξιστόρηση της ιστορίας, που λέγαμε πριν… Να αρχίζει ξανά.

Και δεν είναι τυχαίο, που σε εκείνο το σημείο υπάρχει ένα απόσπασμα από την Οδύσσεια. Γιατί ο Οδυσσέας επιστρέφει στην Ιθάκη για να ξαναφύγει. Δεν μένει στην Ιθάκη. Νομίζουμε ότι τελειώνει η ιστορία του, με την επιστροφή στην Ιθάκη, αλλά δεν τελειώνει. Μένει λίγο, και φεύγει ξανά. Κι αυτό είναι αυτό που κάνει τον Οδυσσέα, Οδυσσέα: Όχι το ότι επέστρεψε, αλλά ότι δεν έμεινε εκεί που επέστρεψε.

Κρ.Π.: Άρα το μεγαλύτερο «έγκλημα» είναι να σταματήσουμε το ταξίδι μιας ιστορίας;

Φ.Τσ.: Είναι σαν το ακίνητο σώμα. Το ακίνητο παραπέμπει στο νεκρό. Παραπέμπει στην κακοποίηση, παραπέμπει σε μια φρικτή ιεροτελεστία θανάτου.

Κρ.Π.: Αυτό είναι, θα λέγαμε, και το κύριο μήνυμα της Μετακόμισης; Ότι μια ανθρώπινη ιστορία, δεν πρέπει να τελειώνει ποτέ; Κι ότι συνέχεια χρειάζεται να ανανοηματοδοτείται και να μοιράζεται;

Φ.Τσ.: Ναι! Χρειάζεται όμως κάποιος να είναι εκεί, για να την αφουγκραστεί και να σε κάνει να πιστέψεις ότι αξίζει, κι ότι αυτή η ιστορία, δεν είναι κάτι που το λες μόνο εσύ στον εαυτό σου σαν κάποιον που ονειροβατεί, που μέσα στο ύπνο του μιλάει και ακούει πίσω του την ηχώ της φωνής του, να επαναλαμβάνει αυτά που λέει.

Κρ.Π.: Το μοίρασμα έχει μεγάλη σημασία, δηλαδή. Όπως έχει πει ο ψυχαναλυτής Κώστας Νασίκας, πως: Αν δεν μοιράζονται τα βιώματα, χάνεται η ανθρώπινη διάσταση;

Φ.Τσ.: Το μοίρασμα, ή μια συνακρόαση.

Κρ.Π.: Όπως και στο βιβλίο σου, που η Ευρυδίκη Ματθαίου, λέει ότι θα πρότεινει στην νεαρή ψυχολόγο: «Για μια και μόνο ώρα να ήμασταν μαζί»;

Φ.Τσ.: Ναι, αυτό το «μαζί», που είναι μια λέξη που την έχουμε ευτελίσει και την έχουμε κάνει  διαφημιστικό σλόγκαν.

Αυτό το «μαζί» είναι μια ιερή έννοια. Πάμε να την αδειάσουμε από το νόημά της, αλλά αυτό το «μαζί» έχει ένα νόημα που από μόνο του αντιστέκεται, που πραγματικά τιμάει την μοναχικότητα του λόγου.

Δηλαδή, αυτό το «μαζί» κάνει το λόγο να αποκτά μια δύναμη, σα να τον ανασύρει από το λήθαργο και τη λήθη του εαυτού.

Κρ.Π.: Μαζί, για μην αποκλειστεί κανείς, δηλαδή. Μα, και αρχετυπικά από την αρχαία Ελλάδα, η μεγαλύτερη ύβρις ήταν ο αποκλεισμός κάποιου από την κοινότητα, ή να τον ξεχάσουν. Ο αποκλεισμός, η αδικία και η λήθη, ανάγκαζαν τις επόμενες γενιές να εμπλακούν για εξιλέωση. Άρα πώς να αντέξει να αποκλείσει κάποιος από το ίδιο το μυαλό του τη ζωή του;

Φ.Τσ.: Αυτή η άγνωστη γλώσσα, που δεν μπορεί να επικοινωνηθεί. Αν κάποιος δεν μπορεί να επικοινωνήσει τη γλώσσα του και να μοιραστεί την ιστορία του, ανοίγει ο δρόμος για την βια. Αυτή είναι και η διαγενεαλογική διάδοση της βίας. Είναι ένα τρομακτικό στίγμα, κάθε εποχής, το ότι μεταφέρεται από γενιά σε γενιά. Είναι ο κύκλος της βίας που αναπαράγεται.

Κρ.Π.: Οπότε για να αντέξει η ηρωίδα τον «αποκλεισμό» της μέσα σε ένα γηροκομείο, για να το πούμε με άλλα λόγια, εφευρίσκει έναν δικό της τρόπο;

Φ.Τσ.: Και που δεν είναι μόνο ένας αποκλεισμός μέσα σε ένα γηροκομείο, είναι και ένας αποκλεισμός μέσα σε μία τάξη πραγμάτων και σημαινόντων, όπου, π.χ.: ο ουρανός πρέπει να είναι μπλε, ο μαθητής πρέπει να είναι ήσυχος ή άτακτος, το ύφασμα πρέπει να είναι μονόχρωμο ή πολύχρωμο, όπου οι λέξεις πρέπει να έχουν ένα μόνο συγκεκριμένο νόημα.

Κι όταν πας να αναταράξεις αυτό το νόημα, και να πεις π.χ.: ο άτακτος ουρανός ή ο μπλε μαθητής, βάζοντάς τις λέξεις σε μια άλλη μεταξύ τους σύναψη, αυτόματα αυτή η διαφοροποίηση σε αποκλείει από την τάξη των έλλογων όντων.

Η κυρία Ευρυδίκη θέλει να το υπερασπιστεί αυτό, δεν θέλει αυτό να είναι ένας δείκτης της έκπτωσης λόγω γήρατος των νοητικών της λειτουργιών.

Η κυρία Ευρυδίκη διεκδικεί ο ιδιαίτερος τρόπος που αντιλαμβάνεται τον κόσμο να είναι ένας δείκτης ενός δημιουργικού μυαλού, που εξακολουθεί με τους δικούς του όρους να ξαναγράφει την ιστορία. Μέσα στην περιβάλλουσα ρευστότητα  να προσλαμβάνει συνεχώς με νέους όρους, το νόημα των πραγμάτων.

Κρ.Π.: Και να ανακατασκευάζει συνέχεια το παρελθόν, άρα το παρόν και το μέλλον;

Φ.Τσ.: Ένα χαρακτηριστικό σημείο είναι το οικογενειακό άλμπουμ, που φτιάχνει για το θετό μωρό της, που βρήκε στην χώρα των προγόνων της την Κωνσταντινούπολη, και δεν ξέρει από που κατάγεται. Μπορεί να είναι εβραιοπουλάκι, μπορεί να είναι μουσουλμανάκι, μπορεί να είναι χριστιανάκι.

Φτιάχνει, λοιπόν αυτό το άλμπουμ με φωτογραφίες που διαλέγει από ένα παλαιοπωλείο, κατασκευάζει μια βιολογική οικογένεια για το παιδί της. Φτιάχνει μια ιστορία από το πουθενά. Γιατί η ιστορία είναι κι αυτή που φτιάχνουμε εμείς για τον άλλον, και όχι αυτή που ο άλλος έζησε.

Κρ.Π.: Όμως φαίνεται πως το παιδί αυτό μεγαλώνοντας αντέδρασε σε αυτή την κατασκευή.

Φ.Τσ.: Ναι, αντέδρασε η κόρη της, γιατί δεν αντέχεται τελικά μια άκρως κατασκευασμένη ιστορία. Δεν πρόλαβε να έχει τα υλικά για να ξεχωρίσει μια άλλη αλήθεια που μπορεί να κρύβεται μέσα στην κατασκευή. Θέλεις να έχεις τη θαλπωρή μίας ιστορίας όπως έγινε, κι όχι όπως τη φαντάστηκε η μαμά σου. Εκεί, αρχίζουν τα δύσκολα. Το μωράκι της μεγάλωσε, έγινε κοπέλα, που θέλησε να μάθει μια αλήθεια που δεν πρόλαβε η μητέρα της να μοιραστεί μαζί της. Μια αλήθεια αποδεσμευμένη από το «γεγονός».

Αυτό το βιβλίο κάπου βασανίζεται με το καθεστώς της αλήθειας και του ψεύδους. Δηλαδή, βασανίζεται να τοποθετηθεί στο καθεστώς τού τι είναι αλήθεια, τι είναι ψεύδος, τι είναι απάτη… Η φράση του Paul Veyne «Η αλήθεια δεν είναι η ύψιστη των γνωστικών αξιών» είναι συνεχώς στο μυαλό μου.

Κρ.Π.: Και ο καθένας έχει ανάγκη να έχει για τον άλλον μια ιστορία συγκεκριμένη, αλλά καμία ιστορία δεν είναι συγκεκριμένη; Και γι αυτό χρειάζεται το μαζί και το μοίρασμα σε μία συνεχή εξέλιξη των ιστοριών μας; Διότι αν γίνουν συγκεκριμένες, όπως είπες, και μπει μια τελεία και μια παύλα, έρχεται ο θάνατος;

Φ.Τσ.: Από τη στιγμή που γεννιόμαστε μέχρι που θα πεθάνουμε, παλεύουμε ανάμεσα σε μια ζωτική ανάγκη για ασφάλεια και σε μια εξίσου ζωτική ανάγκη για ελευθερία.

Κρ.Π.: Τελικά όμως μια μορφή ασφάλειας από πού μπορεί πραγματικά να προέλθει; Από το μαζί; Από τη γνώση ότι ο άλλος είναι εκεί, δίπλα μας;

Φ.Τσ.: Ναι, κι ότι μέσα στην ελευθερία δεν κινδυνεύεις να κακοποιηθείς, δεν κινδυνεύεις να αφανιστείς, ότι υπάρχει και ασφάλεια μέσα στην ελευθερία, μέσα στην αυτοδιάθεση. Θα είναι ο άλλος εκεί, ή ο άλλος εαυτός σου για να σε προστατεύσει, να σε περιθάλψει.

Το μητρικό στοιχείο, τελικά, αυτή η φαντασίωση μιας μητέρας που θα σε περιέχει μέσα στην αγκαλιά της. Κι ότι αυτή η μητρική αγκαλιά, θα υπάρχει μέσα στο καθεστώς ελευθερίας. Αυτό είναι.

Κρ.Π.: Μια μητρική αγκαλιά, που πρέπει και εμείς να την προσφέρουμε στον εαυτό μας και στους άλλους, και οι άλλοι στον εαυτό τους και σε μας…

Φ.Τσ.: …Που να μην υπάρχει μόνο στη βρεφική, αλλά και στην ενήλικη ζωή σου. Στην ενήλικη, ελεύθερη, αυτοδύναμη, υποτίθεται, ζωή σου. Δεν την υπονομεύει, συμπορεύεται μαζί της, αυτό το στοιχείο του μητρικού.

Κρ.Π.: Μα, δεν λέμε ότι, οι άνθρωποι ενηλικιώνονται όταν γίνουν οι γονείς του εαυτού τους; Άρα πρέπει να έχουμε πάντα μέσα μας αυτό το μητρικό και το πατρικό;

Φ.Τσ.: Ίσως εκεί βρίσκεται και η μυστική δύναμη των λέξεων: Μια υπόσχεση για αυτή την ασφάλεια μαζί με ελευθερία…

Φωτεινή Τσαλίκογλου, Η μετακόμιση, Εκδόσεις Καστανιώτη – 2016

«Όταν μεγαλώσω, δεν ξέρω τι θα θέλω να κάνω, μπορεί να μου αρέσει να γίνω συγγραφέας και να γράφω ιστορίες. Μπορεί να θέλω να γίνω γιατρός. Μπορεί να είμαι τυχερή… Να βρω το φάρμακο που θα διώχνει μακριά τις σφαίρες, την πείνα, τα άγρια μάτια».

Να κατασκευάζεις μια ιστορία ή πολλές διαφορετικές κι ασύμβατες μεταξύ τους ιστορίες για τον εαυτό σου και τον κόσμο. Δεν υπάρχει τίποτα πιο αληθινό από αυτές τις επινοημένες ιστορίες ζωής.

Η Ευρυδίκη Ματθαίου γεννήθηκε στις 19 Απριλίου του 1937. Η μετακόμιση είναι η αληθινή ιστορία της ζωής της, όπως κατάφερε να την αναπλάσει στη μνήμη της μια νύχτα του 2019: μετά τον πόλεμο χάνει τη μικρή αδελφή της από αδέσποτη σφαίρα, δεκατεσσάρων χρόνων μέσα σε ένα περίπτερο κάνει έρωτα για πρώτη φορά, η μαμά ακούει Τένεσι Ουίλιαμς στο ραδιόφωνο, ένας εξόριστος άντρας είναι ερωτευμένος με τον πατέρα της, αργότερα ένα ξένο μωρό στην Κωνσταντινούπολη γίνεται δικό της μαζί με ένα κλεμμένο οικογενειακό άλμπουμ, μια γάτα, η Καρλότα, αδιαφορεί για τα νεκρά παιδιά στις θάλασσες του Αιγαίου.

Γερνάω, θυμάμαι, λαχταρώ, επινοώ, επισκευάζω τα κενά μνήμης, ανακαλύπτω. Γεννιέμαι ξανά.

Η Ευρυδίκη λίγο πριν από το τέλος πραγματοποιεί το παιδικό της όνειρο.

Κεντρική φωτογραφία: Αλέξανδρος Ακρίβος

Δημοσιεύτηκε: http://tvxs.gr/news/biblio/foteini-tsalikogloy-eimaste-plasmata-ypo-metakomisi

Advertisements