Το τανγκό της βροχής. Του Στέλιου Βισκαδουράκη

11:02 | 29 Ιαν. 2016

[…] Άγνωστο γιατί, τόσο απλά, μ’ ένα άγγιγμα και δυο σκέψεις, τριάντα επτά χρόνια μετά από εκείνη τη μέρα στο σχολείο, η βροχή είχε αλλάξει τη διάθεσή μου, αυξάνοντας τις όποιες αντοχές μου. Ήταν σαν μια μικρή κάθαρση, μια αναπάντεχη μικρή μεταμόρφωση. Αυτή, η από ουρανού δύναμή της, μου έδωσε το έναυσμα να σταθώ. Λίγες μέρες μετά, άρχισα να γράφω […] Οι δώδεκα ιστορίες του βιβλίου εκτυλίσσονται μια βροχερή μέρα από τις 8:10 το πρωί έως τις 2:15 το μεσημέρι. Όποιον ήρωα αγγίζει η βροχή, μεταμορφώνει τις σκέψεις και τις πράξεις του προκαλώντας μια κάθαρση […] Ο κρητικός καλλιτέχνης, αρθρογράφος και συγγραφέας Στέλιος Βισκαδουράκης αφηγείται στην Κρυσταλία Πατούλη τη δημιουργική πορεία της συγγραφής –από την ιδέα μέχρι το τυπογραφείο– του διηγήματός του με τίτλο «Το Τανγκό της βροχής» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη.

Η αιτία

«Η έμπνευση, η δημιουργία, δεν προκαλούνται από τον θόρυβο της κραυγής, αλλά από τον κρότο της σιωπής»

Όταν είσαι μεγαλωμένος στις πέτρινες αλάνες του ’70, οι «κατεβατές» στα χέρια σου από ξύλινο τετράγωνο χάρακα ή από τη στρογγυλή βίτσα ενός δασκάλου, δεν είναι μόνο ένα συνηθισμένο φαινόμενο, είναι και κάτι το ασήμαντο, για να μην πω, ώρες-ώρες κι αστείο.

Εκείνο όμως το πρωί του ’73, στην αυλή του σχολείου, ο δάσκαλος της άλλης, της 5ης τάξης κι όχι της δικής μου, με το μικρό μαύρο μουστακάκι που τον έκανε να μοιάζει με φιγούρα του Μποτέρο, βγαλμένο κατευθείαν από αργεντίνικη χούντα, με χτυπούσε μ’ έναν τρόπο ασυνήθιστα δυνατό, λυσσαλέο. Γονάτισα απ’ τον πόνο.

Ο Γιάννης «ο χοντρός», το άλλο παιδί που πάλευα μαζί του λίγο πριν, δεν άντεξε τις «κατεβατές» και γύρισε την πλάτη του. Έφαγε τέσσερις στη ραχοκοκαλιά από τον παχύ, τετράγωνο, διαφανή χάρακα που κυκλοφορούσε τότε στην αγορά και ήταν πολύ της μόδας. Ο χάρακας έσπασε και πετάχτηκε κάτω στα ζωγραφισμένα, μπεζ πλακάκια με τα μαύρα κι άσπρα ημικύκλια, στην είσοδο της τάξης. Την άλλη μέρα, η μάνα του Γιάννη τον γυρνούσε στη γειτονιά με σηκωμένη μπλούζα, δείχνοντας στους γείτονες τις μπλε, σαν από μαστίγιο, χαρακιές στην πλάτη του.

Ο δάσκαλος μετά ξαναγύρισε σε μένα κι άρχισε να με κτυπάει δυνατά στο πρόσωπο με τα χέρια. Οι υπόλοιποι δάσκαλοι, μαζί με τον δάσκαλο της τάξης μου, είχαν βγάλει τα κεφάλια τους, άλλοι απ’ τα παράθυρα κι άλλοι απ’ τις πόρτες των αιθουσών και κοιτούσαν σιωπηλοί, ανίκανοι, μαρμαρωμένοι και ξαφνιασμένοι απέναντι στη διαπαιδαγώγηση του συναδέλφου τους, απέναντι σε μια λύσσα που, προφανώς, όμοιά της δεν είχαν ξαναδεί.

Τους κοίταξα όσο δυνατότερα μπορούσα, μήπως κατάφερνα να ενεργοποιήσω, με την παιδική αγωνία και την αδυναμία μου μπροστά σ’ αυτήν την ξαφνική βία, τη δύναμη του πολιτισμού των ποιητών, των συγγραφέων και των ηρώων που μας δίδασκαν με στόμφο, σαν θεωρία, κάποια πρωινά. Απ’ τη σιωπή τους κατάλαβα ότι η μετατροπή της θεωρίας σε πράξη είναι κάτι δύσκολο και πρέπει κάποιος να διαθέτει κότσια και γρήγορα αντανακλαστικά.

Χωρίς καμιά ελπίδα απ’ τους μεγάλους, μες στον πόνο μου, κοίταξα προς τους συμμαθητές μου ψάχνοντας μια σανίδα σωτηρίας στις κοινές, ήσυχες, περασμένες στιγμές μας και στο βλέμμα τους. Μερικές συμμαθήτριες έκλαψαν κι ο κολλητός μου φίλος κρατούσε το στόμα του.

Έκλαψα, γιατί άλλο δεν μπορούσα να κάνω. Μάζεψα όση δύναμη είχα, τράβηξα απότομα το χέρι μου από το δυνατό κράτημα του δασκάλου κι έτρεξα απεγνωσμένα προς την αυλή και τους δυο μεγάλους πράσινους φοίνικες, γράφοντας από εκείνη τη στιγμή στα παλιά μου τα παπούτσια ό,τι είχε σχέση με δασκάλους, σχολεία και μαθήματα.

Η πραγματική μου επιθυμία ήταν να παραμείνω έξω, στην αυλή του σχολείου μέχρι το τέλος του έτους. Νοερά, παρέμεινα. Κι αυτό γιατί είδα καθαρά, με το μάτι του παιδιού, κάτι που δεν μπόρεσα ποτέ να δεχτώ ούτε μπορούσα τότε να στηρίξω, να αναλύσω μα, πάνω απ’ όλα, να εκφράσω. Απλά τότε το έβλεπα, το ήξερα, όπως το ήξεραν και οι υπόλοιποι παιδαγωγοί, που στάθηκαν σιωπηλοί μπροστά σε τούτη τη σκηνή και έπρεπε απλά εγώ, ως αδύναμος, να το υποστώ.

Ο δάσκαλος-τιμωρός, εκείνη τη στιγμή δεν χτυπούσε μανιωδώς εμένα και τον συμμαθητή μου, που παλεύαμε στην αυλή ενώ είχε χτυπήσει το κουδούνι για την είσοδο μας στην τάξη. Κάτι που γίνεται δεκάδες χρόνια σε κάθε τόπο, από χιλιάδες παιδιά. Κάτω από τη μάσκα και την κάλυψη του παιδαγωγού, εκείνη την ώρα πάνω μου και στον συμμαθητή μου, εκτόνωνε τις προσωπικές αποτυχίες του. Τη γυναίκα του που δεν έκανε καλά, τα παιδιά του που δεν όριζε, τα οικονομικά προβλήματά του, τη δουλειά του που δεν απολάμβανε, τον ίδιο του τον εαυτό.

Το μεσημέρι, έφυγα αποσβολωμένος, περπατώντας στους άδειους δρόμους του ΄73. Έβρεχε. Κατά έναν περίεργο τρόπο, περπάτησα και δεν ξέρω πως, αλλά βρέθηκα σπίτι μου. Τώρα, έχω την αίσθηση ότι για πρώτη φορά σκεφτόμουν πού αληθινά βρισκόμουν, σε τι κόσμο, σε ποια αλήθεια και σε ποια επικινδυνότητα.

Από τη μια στιγμή στην άλλη, μια αθωότητα είχε τρέξει μακριά μου. Λες κι είχα μεγαλώσει απότομα. Όλα ήταν πιθανά να μου τύχουν. Είχα την εντύπωση μιας πρωτοεμφανιζόμενης αόριστης απειλής κι ενός φόβου.

Έφτασα στην πόρτα μου. Δεν μπήκα μέσα, έκατσα στο σκαλοπάτι. Δεν ήθελα να με δει η μάνα μου, δεν έφταιγε κι εκείνη, είχα αόρατη πληγή πάνω μου, μέσα μου. Η βροχή είχε δυναμώσει, είχα βραχεί. Έμεινα καθισμένος, αμίλητος, να προστατευτώ κάτω από την πόρτα και το λαμαρινένιο, βρεγμένο περβάζι.

Κάποια στιγμή, σήκωσα το κεφάλι ψηλά και το κοίταξα. Είδα μια σταγόνα να κρέμεται στην άκρη του. Μεγάλη σταγόνα, οβάλ σχήμα. Κάνει να πέσει, αγωνιά, κρέμεται, διστάζει, σφίγγει τη λαμαρίνα. Εκείνο που παρατήρησα ήταν η μοναξιά της. Μου θύμισε κάτι. Υπήρχαν κι άλλες σταγόνες, μα εκείνη ήταν μεγαλύτερη. Μάκραινε, μάκραινε, χαλώντας το σχήμα της. Στο τέλος δεν άντεξε, άφησε το περβάζι κι άρχισε να πέφτει αργά.

Σιωπή. Μουσική μοναξιά μιας κάθετης πορείας και προσμονή για μια σύγκρουση. Κατάλαβα ότι αν έσκαγε, θα διαλυόταν στο τσιμέντο της αυλής και θα χανόταν, ασήμαντη, χωρίς σχήμα ανάμεσα στις άλλες σταγόνες.

Άπλωσα το χέρι. Χτύπησε πάνω του, στάθηκε όρθια κι απλώθηκε αργά στη στεγνή παλάμη μου. Δεν της φαινόταν, αλλά χάνοντας το σχήμα της και παίρνοντας το σχήμα του χεριού μου, είδα ότι έκρυβε περισσότερο νερό τ’ ουρανού απ’ ότι έδειχνε. Την κοίταξα, την έσφιξα, σήκωσα το χέρι και την πασάλειψα στο πρόσωπό μου.

Αργά, στάθηκα όρθιος. Κάτι είχε γίνει. Ένιωθα πιο σίγουρος και δεν είχα καταλάβει γιατί. Μπήκα στο σπίτι. Δεν είπα τίποτα στη μάνα μου. Της το είπα την άλλη μέρα το μεσημέρι. Ο πατέρας αφηνίασε κι αν η ψυχή της μάνας δεν ήταν κρύσταλλο και τέμπλο εκκλησιάς μαζί, η εξέλιξη για τον δασκαλάκο θα ήταν δύσκολη. Εκείνη, μόνο ένα γράμμα έστειλε ένα πρωί στο γραφείο του, σε άσπρο χαρτί, με δυο σκαλιστές λέξεις πάνω του.

Η αφορμή

Το «Τανγκό της Βροχής» το ξεκίνησα πριν πέντε χρόνια, το 2010. Ήμουν 47 ετών. Μια Τετάρτη πρωί, έβρεχε. Καθόμουν στο σαλόνι μου κοιτώντας έξω, λίγο βαρύς, στενοχωρημένος από ένα πρόβλημα, όχι συνηθισμένο, που με λύγιζε και με ψιλοράγιζε. Κοιτούσα τις σταγόνες που έσκαγαν στα πλακάκια του μπαλκονιού μου, λες και τα ανασήκωναν ελαφρά.

Σήκωσα το κεφάλι μου κι είδα δυο σύννεφα στον ουρανό. Τα κτυπούσε ένας κρυμμένος εναπομείνας ήλιος. Πάλευε μαζί τους. Είχαν πάρει ουράνιες φωτεινές αποχρώσεις. Έμοιαζαν σφιχταγκαλιασμένα και μες στην κίνηση της μικρής καταιγίδας, χόρευαν ένα ουράνιο τανγκό.

Σηκώθηκα, άνοιξα την μπαλκονόπορτα, βγήκα έξω και στάθηκα κάτω απ’ το τσιμεντένιο περβάζι του μπαλκονιού. Σταγόνες κρέμονταν στην άκρη του. Πέφταν. Άπλωσα το χέρι μου έξω στη βροχή. Μερικές κτύπησαν πάνω του. Είπα να τις απλώσω στο πρόσωπό μου, δεν το ΄κανα. Με το άγγιγμά τους, μια σκέψη με χρώμα που κόντραρε το γκρίζο τ’ ουρανού, κύλησε μπρος μου. Ένιωσα καλύτερα.

Ήταν σαν μια στιγμιαία αυτοσυγκέντρωση, μικρή άσκηση ουράνιας ηρεμίας κι ανεπαίσθητη μεταμόρφωση. Πήρα μια καθαρή υγρή αναπνοή και δυο δυνάμεις. Πίσω απ’ τα σύννεφα, συνέχισε να κρύβεται ο ήλιος.

Άγνωστο γιατί, τόσο απλά, μ’ ένα άγγιγμα και δυο σκέψεις, τριάντα επτά χρόνια μετά από εκείνη τη μέρα στο σχολείο, η βροχή είχε αλλάξει τη διάθεσή μου, αυξάνοντας τις όποιες αντοχές μου. Ήταν σαν μια μικρή κάθαρση, μια αναπάντεχη μικρή μεταμόρφωση. Αυτή, η από ουρανού δύναμή της, μου έδωσε το έναυσμα να σταθώ. Λίγες μέρες μετά, άρχισα να γράφω.

Το βιβλίο

«Μια βροχή, μια μαγική βροχή είναι έτοιμη να πέσει πάνω σε μια ξύλινη πόλη, να λειάνει τις γωνίες της και να μαλακώσει τις ψυχές της. Δίπλα της, στο βουνό του Δία που την κοιτά αιώνια, ο Διάβολος συναντά έναν καλόγερο και τον προειδοποιεί: «Ετούτη η βροχή, κάθε σταγόνα της, εμπεριέχει τον ίδιο τον Θεό και μια ψυχή. Φτάνει να σας αγγίξει στο πρόσωπο για ν’ αλλάξει τις ζωές σας».

Οι δώδεκα ιστορίες του βιβλίου εκτυλίσσονται μια βροχερή μέρα από τις 8:10 το πρωί έως τις 2:15 το μεσημέρι. Όποιον ήρωα αγγίζει η βροχή, μεταμορφώνει τις σκέψεις και τις πράξεις του προκαλώντας μια κάθαρση.

Δίπλα από την πόλη, στο βουνό του Δία που την κοιτά αιώνια, ο διάβολος συναντά έναν καλόγερο. Ένας κωφός πιανίστας παίζει τη μουσική του καθοδηγούμενος από βρόχινες σταγόνες, ένας φούρναρης μάχεται μια πόρνη, ένας γερο-Ινδός διδάσκει ένα παιδί, ένα αυτιστικό κορίτσι συναντά τη ντίβα Μαρία Κάλλας, μια μάγισσα «κερνά» μια συνάντηση σε μια νεαρή γυναίκα με τον νεκρό άνδρα της, ένας φωτογράφος απαθανατίζει μια εγκυμονούσα Μόνα Λίζα, ένας σχιζοφρενής χορευτής χορεύει ένα μαγικό τανγκό με τη βροχή. Η έκβαση και το τέλος αυτών και των άλλων ιστοριών, καθορίζονται από το άγγιγμα μιας σταγόνας βροχής στα πρόσωπα των ανθρώπων.

Πρέπει να πω ότι το βιβλίο πραγματεύεται θέματα διαχρονικά όπως η φιλία, η συντροφικότητα, ο θάνατος, η αρρώστια, ο έρωτας αλλά και εξίσου το επίκαιρο θέμα των οικονομικών μεταναστών.

Πιστεύω ότι τα αίτια και οι αφορμές για ένα βιβλίο μπορεί να είναι πολλές, συνειδητές ή ασυνείδητες.  Ίσως παρατηρηθεί ότι πάντα επιδιώκω ένα δίδαγμα, που σαν βάση έχει το συναίσθημα. Φυσικά, είναι η προσωπική μου άποψη. Έχω την αίσθηση ότι, χωρίς την επιδίωξη ενός διδάγματος, κάπου χάνεται το ερέθισμα της γραφής.

Συγχρόνως, βέβαια, είναι και μια μορφή αυτοψυχανάλυσης και διερεύνησης, τόσο των δικών μου απόψεων όσο και των άλλων ανθρώπων. Πάνω απ’ όλα, όμως, είναι στο χέρι του αναγνώστη να κρίνει και να ερμηνεύσει με τον δικό του τρόπο και τη δική του άποψη, τις ιστορίες του βιβλίου.

 «Οι τελευταίες σταγόνες της βροχής ακουγόταν σαν αποχαιρετισμός. Σαν το τέλος μιας μουσικής κι ενός παθιασμένου χορού. Του φάνηκε ότι η βροχή χόρευε τα τελευταία βήματα ενός αιώνιου πάθους, με παρτενέρ της ανθρώπους πολλούς, διαφορετικούς, μα τόσο ίσους».


(2015) Το τανγκό της βροχής, διήγημα του Στέλιου Βισκαδουράκη, Εκδόσεις Γαβριηλίδης (σελ. 245)

«Ένας κωφός πιανίστας παίζει τη μουσική του, καθοδηγούμενος από βρόχινες σταγόνες στη γυμνή πλάτη του. Ένας φούρναρης μάχεται μια πόρνη, παλιό απωθημένο του. Ένας γέρο-Ινδός διδάσκει ένα παιδί. Ένα αυτιστικό κορίτσι συναντά τη ντίβα Μαρία Κάλλας. Μια μάγισσα «κερνά» μια συνάντηση σε μια νεαρή γυναίκα με το νεκρό άνδρα της. Ένας φωτογράφος απαθανατίζει μια εγκυμονούσα Μόνα Λίζα. Ένας σχιζοφρενής χορευτής αγκαλιάζει τη βροχή και χορεύει μαζί της ένα μαγικό τανγκό.

Η έκβαση και το τέλος αυτών κι άλλων ιστοριών καθορίζονται από το άγγιγμα μιας σταγόνας βροχής στα πρόσωπα των ανθρώπων.
Γιατί, ετούτη η βροχή, είναι μια αιωνιότητα σε μια στιγμή η μια στιγμή σε μια αιωνιότητα.
Δηλαδή, είμαστε εγώ, εσύ… Δηλαδή, είμαστε Εμείς…»

Δημοσιεύτηκε: http://tvxs.gr/news/biblio/tangko-tis-broxis

Advertisements