Το ραντεβού με τη λευκή σελίδα. Της Δάφνης Καλογεροπούλου


«[…] Νομίζω ότι οι αναγνώστες έχουν τρομερό ένστικτο. Πάντα καταλαβαίνουν τι είναι αυθεντικό και τι όχι. Και για μένα οι πληγές, τα μυστικά, οι σκοτεινές πτυχές που απελευθερώνονται και μεταβολίζονται σε τέχνη είναι απ’ τα πιο αυθεντικά κομμάτια που διαθέτουμε.» Η ψυχοθεραπεύτρια – συγγραφέας Δάφνη Καλογεροπούλου αφηγείται στην Κρυσταλία Πατούλη τη δημιουργική εμπειρία της συγγραφής –από την ιδέα μέχρι το τυπογραφείο– του βιβλίου της Κοίταξέ με για να δω ποια είμαι, εκδόσεις Κέδρος, 2014

Όταν με καλούν σε σεμινάρια δημιουργικής γραφής, έχοντας συχνά απέναντί μου ένα κοινό ταλαντούχων και πολυδιαβασμένων ανθρώπων, που πολλές φορές αντιμετωπίζουν δυσκολία να αρχίσουν ή να ολοκληρώσουν ένα βιβλίο, συχνά, λέω το εξής:
Η επαφή με τη λευκή σελίδα έχει πολλά κοινά με το πρώτο μας ραντεβού.

Κατά την ετοιμασία μας για το πρώτο αισθηματικό ραντεβού πιθανόν να νιώθουμε αμηχανία. Να μην έχουμε ιδέα του τι θα γίνει ή πως να συμπεριφερθούμε.
Πιθανόν, να νιώθουμε άγχος. Φόβο, την αδρεναλίνη να κυλά στις φλέβες μας, ενθουσιασμό, ή όλα αυτά μαζί. Έτσι, αν τα συναισθήματά μας έχουν υπερβολική ένταση, πιθανόν, να μας παγώσουν και να αναβάλλουμε το ραντεβού.

Αντίστοιχα, το ραντεβού με την λευκή σελίδα είναι πιθανόν να αναβληθεί για παρόμοιους λόγους και η πειθαρχία στο να εμφανίζεται κανείς στο ραντεβού του, ανεξάρτητα με τις διαθέσεις του, ίσως και να είναι ένα απ’ τα κριτήρια που διαχωρίζουν έναν άπειρο συγγραφέα από έναν πιο έμπειρο.

Στο αισθηματικό ραντεβού είναι πιθανόν να προσπαθήσαμε να εντυπωσιάσουμε τον άλλον μιλώντας ακατάπαυστα, λέγοντας πολύ περισσότερα απ’ όσα μας ζήτησε να μάθει. Πολλές φορές μπορεί να τρόμαξε, ή να μας υποτίμησε, ή να βαρέθηκε.

Αντίστοιχα, στο ραντεβού με τη σελίδα, αν παραφορτώσουμε την έκφρασή μας από την αρχή, αυτομάτως καταργούμε τη μαγεία της δράσης και της αντίδρασης, της ψυχολογικής δράσης των ηρώων και της ψυχολογικής αντίδρασης των αναγνωστών, καταργούμε, όπως και στο αισθηματικό ραντεβού, τη μαγεία του μυστηρίου, της ανακάλυψης, της ταύτισης, της ανατροπής, της κλιμάκωσης, της επίλυσης, της κάθαρσης, κτλ. με λίγα λόγια όλα όσα ονομάζουμε πλοκή.

Αν στο αισθηματικό ραντεβού προσπαθήσουμε να φανταστούμε τι θα ήθελε να ακούσει ο/η παρτενερ μας για να του γίνουμε αρεστοί, στο τέλος δεν θα βρούμε τίποτα να πούμε, ή απ’ την πολύ προσπάθεια θα τα λέμε όλα πρόωρα.

Αντίστοιχα, αν μας νοιάζει η έγκριση των αναγνωστών πιο πολύ απ’ ότι μας νοιάζει το όραμά μας, ίσως και να μας συντρίψει η τελειομανία, τίποτα να μην μοιάζει αρκετό- άξιο να ειπωθεί και κάθε πρόωρη σελίδα θα σκιστεί με μανία, προτού της δώσουμε την ασφάλεια, τη φροντίδα, το χώρο και τον χρόνο που χρειάζεται για να ανθίσει.

Τέλος, αν θέλουμε να ξέρουμε απ’ το πρώτο αισθηματικό ραντεβού που πρόκειται να καταλήξει η σχέση, αν για παράδειγμα σκεφτόμαστε το γάμο, το πιο πιθανόν είναι πως ο έρωτάς μας θα είναι ανεκπλήρωτος. Διότι, στην ουσία δεν θα μας ενδιαφέρει ο άνθρωπος που έχουμε απέναντί μας, ούτε το να φτιάξουμε μαζί του ένα μωσαϊκό στιγμών που θα μας οδηγήσει στο γάμο. Θα μας απασχολεί πιο πολύ ο προορισμός απ’ ότι το ταξίδι και με αυτόν τον τρόπο δεν θα απολαύσουμε ούτε τον προορισμό, μα ούτε και το ταξίδι.
Αντίστοιχα, με τη σελίδα, αν θέλουμε να ξέρουμε απ’ την πρώτη στιγμή το που θα μας οδηγήσει, αν θέλουμε από την πρώτη μας απόπειρα να δημιουργήσουμε ένα συμπαγές βιβλίο, αν θέλουμε να αποφύγουμε το ταξίδι του Καβάφη, τότε θα ανήκουμε πιθανόν στις πάμπολλες περιπτώσεις συγγραφέων που τα κείμενά τους μένουν στη σκιά γιατί ποτέ δεν ολοκληρώθηκαν.

Κατά τη συγγραφή του νέου μου βιβλίου με τίτλο «Κοίταξέ με για να δω ποιά είμαι» εκδ. Κέρδος, ένιωσα πολλές φορές όλα τα παραπάνω. Δίστασα πολλές φορές να εμφανιστώ στο ραντεβού μου με τη σελίδα και είχα αμφιθυμία. Κι αυτό διότι, μιλά για ένα θέμα πολύ λεπτό και αμφιλεγόμενο, που μου γέννησε αντιστάσεις:

Αφηγείται τον έρωτα δυο γυναικών σε μια ομάδα ψυχοθεραπείας. Οι δυο αυτές γυναίκες ξεκινούν την πορεία τους ως εχθροί, όμως με μια σειρά ανατροπών σταδιακά καταλαβαίνουν πως τους ενώνουν πολύ περισσότερα απ’ όσα τους χωρίζουν. Θα αρχίσουν να αναδύονται από μέσα τους συναισθήματα που ποτέ στο παρελθόν δεν είχαν νιώσει. Το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: Θα μπορέσουν να τα αποδεχθούν;

Κατά τη συγγραφή του, προσπάθησα πάντα να διατηρήσω τις ισορροπίες, χωρίς όμως, να νοθεύσω αυτό που είχα να πω. Είναι μια ιστορία για τις σχέσεις, τη μοναξιά, τον πόνο, την ανάγκη για έγκριση και, τελικά, την πανανθρώπινη οδύνη της διαφορετικότητας. Προσπάθησα να αναδείξω τα δικαιώματα του ανθρώπου σ’ ένα ταξίδι προς την αποδοχή για όλα τα μυστικά που ο καθένας μας έχει θαμμένα. Αυτό δεν ήταν εύκολο εγχείρημα.

Παρόλο που το θέμα της ομοφυλοφιλίας είναι προκλητικό για τα ελληνικά δεδομένα, θεώρησα χρέος μου να το θίξω, και μάλιστα να κοινοποιήσω πράγματα γι’ αυτό από ψυχοθεραπευτική σκοπιά. Να μιλήσω για την ντροπή που όλοι μας κουβαλάμε, ντροπή που απομακρύνει τους άλλους και δεν αφήνει κανέναν να μας μάθει αληθινά. Ένα απ’ τα μηνύματα του βιβλίου είναι ακριβώς αυτό, ότι ζούμε μια ζωή γεμάτη κρυψώνες, γιατί φοβόμαστε την απόρριψη. Νομίζουμε ότι δεν μας αγαπάνε, αλλά ουσιαστικά απλώς δεν μας ξέρουν.

Όταν έφτασε στο τυπογραφείο ήξερα πως έχω κάνει το σωστό. Πως έχω εφαρμόσει αυτό που πάντα συμβουλεύω τους συγγραφείς να κάνουν: Τους λέω να επιλέγουν για θέματά τους όσα τους έχουν πονέσει, ντροπιάσει, στιγματίσει. Κι αυτό διότι πιστεύω πως όσα κατακρίνουμε στον εαυτό μας, ίσως και να είναι η δύναμή μας. Όσα μας έχουν συνθλίψει, γίνονται η ταυτότητά μας, αν ξεπεραστούν.

Νομίζω ότι οι αναγνώστες έχουν τρομερό ένστικτο. Πάντα καταλαβαίνουν τι είναι αυθεντικό και τι όχι. Και για μένα οι πληγές, τα μυστικά, οι σκοτεινές πτυχές που απελευθερώνονται και μεταβολίζονται σε τέχνη είναι απ’ τα πιο αυθεντικά κομμάτια που διαθέτουμε.-

Κοίταξέ με για να δω ποια είμαι, Δάφνη Καλογεροπούλου, Κέδρος, 2014

Via: http://tvxs.gr/news/biblio/ranteboy-me-ti-leyki-selida-tis-dafnis-kalogeropoyloy