Πέτρος Μάρκαρης: Δεν υπάρχει συγγραφέας που να μη χρησιμοποιεί αυτοβιογραφικά στοιχεία. Κανένας

Συνέντευξη του συγγραφέα Πέτρου Μάρκαρη στην Κρυσταλία Πατούλη


Π.Μ.: Ανήκω σε αυτούς τους συγγραφείς που πιστεύουν ότι δεν υπάρχει συγγραφέας που να μη χρησιμοποιεί αυτοβιογραφικά στοιχεία. Κανένας.

Μπορεί να μην είναι αυτοβιογραφικό ένα μυθιστόρημα, αλλά έχει αυτοβιογραφικά στοιχεία, εξ ορισμού! Δεν μπορεί να γίνει αλλιώς.

Θα σας πω ένα παράδειγμα γι’ αυτό που σας λέω:

Όταν ασχολήθηκα με τη γυναίκα του Χαρίτου, την Ανδριανή, σκέφτηκα ότι πρέπει να της βάλω -γιατί απ’ την αρχή ήταν η κλασική γυναίκα αστυνομικού, δηλαδή, νοικοκυρά- κάποιο χαρακτηριστικό. Σκέφτηκα, λοιπόν, τότε, ότι το χαρακτηριστικό θα είναι αυτά τα περίφημα «γεμιστά».

Γιατί τα γεμιστά; Γιατί η μάνα μου, έφτιαχνε καταπληκτικά γεμιστά! Και στο σπίτι όταν ήρθε, γιατί πέθανε η γυναίκα μου και η κόρη μου ήταν πολύ μικρή και έπρεπε να τη φροντίσει κάποιος, έφτιαχνε πολύ συχνά.

Η κόρη μου, της έλεγε: γιαγιά, θα φτιάξεις γεμιστά; Εκείνη άρχιζε, λοιπόν, ένα καταπληκτικό παιγνίδι, γιατί η μάνα μου ήταν, εντός εισαγωγικών, «ντίβα». Κι έλεγε: Α, δεν μπορώ. Είναι πάρα πολύ κουραστικό φαγητό. Ποιός θα κάτσει να κόψει τις ντομάτες, να κάνει τη γέμιση, να… Πα πα πα! Δεν το κάνω με τίποτα! Η κόρη μου, έφτανε στο σημείο σχεδόν γονατιστή να την εκλιπαρεί, για να της πει η γιαγιά στο τέλος: Ναι, αλλά θα είναι η τελευταία φορά, και να το ξέρεις. Ε, ποτέ δεν ήταν η τελευταία φορά. Ήταν πάντα η προτελευταία!

Αυτό ήταν που με οδήγησε να πω: Α! Τα γεμιστά! Από εκεί ξεκίνησα.

Ένα άλλο παράδειγμα: Όταν έφτασε το τρίτο μυθιστόρημα, δηλαδή Ο Τσε αυτοκτόνησε, έχουν πυροβολήσει το Χαρίτο, και έχει αναρρωτική άδεια, οπότε η ιστορία αναφέρεται συχνά στη γυναίκα του. Το διαβάζει η αδελφή μου, και μου λέει: Ρε συ, αυτή είναι η μάνα μας! Της λέω: Γιατί το λες; Μου λέει: Έτσι μας τρομοκρατούσε όταν ήμασταν άρρωστοι από το φόβο μην πάθουμε τίποτα!

Λοιπόν, σήμερα, η Ανδριανή(η γυναίκα του Χαρίτου), είναι ταυτισμένη με τη μητέρα μου. Απόλυτα! Καμιά φορά, όταν θέλω να τσιγκλήσω τους ακροατές, τους ρωτάω: Σας αρέσει η Ανδριανή; Κι όταν μου λένε, ναι, αλλά, ξέρετε… τους απαντώ: Ναι, αλλά, δεν θα σας άρεσε και η μητέρα μου! Και κει κομπλάρουν οι κακόμοιροι.

Συνήθως οι Ισπανοί και οι Ιταλοί, μου λένε: Καταπληκτική γυναίκα! Γιατί έχουν την ίδια περίπτωση μάνας στα σπίτια τους. Είναι ο νότος…

Όταν μιλάω με τους Γερμανούς, επειδή οι γερμανίδες είναι εργαζόμενες και δεν δέχονται αυτήν τη μοιρολατρία της γυναίκας του νότου, έχουν αντιρρήσεις. Οπότε, εκεί είναι που τους λέω: Δεν θα συμπαθούσατε ούτε τη μάνα μου!

Γι’ αυτό, δεν υπάρχει θέμα. Υπάρχει παντού το αυτοβιογραφικό στοιχείο! Αλίμονο αν δεν υπήρχε.

Από κει και πέρα, υπάρχει κάτι άλλο, που από συγγραφέα σε συγγραφέα διαφέρει. Να σας πω τι είναι αυτό:

Υπάρχουν συγγραφείς, οι οποίοι όταν θέλουν να γράψουν έναν χαρακτήρα, κάθονται στο γραφείο τους και τον φαντάζονται. Λένε, θέλω να έχει αυτό το χαρακτηριστικό, αυτές τις αδυναμίες. Ωραία. Είναι μία μέθοδος πολύ διαδεδομένη.

Υπάρχει όμως και μία δεύτερη κατηγορία συγγραφέων, η οποία φτιάχνει τους ήρωες παίρνοντας παραδείγματα και χαρακτηριστικά από ανθρώπους που τους γνωρίζουν. Σε αυτήν την κατηγορία, ανήκω εγώ. Σε μένα ήρωας που να τον φανταστώ στο μυαλό μου, δεν υπάρχει!

Θα σας πω και ένα άλλο παράδειγμα: Κάποια στιγμή στην Άμυνα ζώνης, ο Χαρίτος πάει να ανακρίνει κάποιον που φτιάχνει παιδικά ρούχα. Αυτός είναι ένας βιοτέχνης, ο οποίος είναι σχολαστικός με την καθαριότητα και την τάξη. Όσο λοιπόν απαντάει στον Χαρίτο, του σπάει ταυτόχρονα και τα νεύρα γιατί ξεσκονίζει, ή βάζει τα πράγματα στη θέση τους. Όταν τελείωσε αυτό το κεφάλαιο, λέω στην αδελφή μου, το διαβάζεις να μου πεις πώς το βρίσκεις;

Το διαβάζει λοιπόν εκείνη, κι όταν το τελειώνει φωνάζει: (στον άντρα της) Τάσο! Ρεζίλι έγινες! Στο μυθιστόρημα σ’ έβαλε!

Δεν έχω και καμία αναστολή για να το κάνω, για να λέμε και την αλήθεια. Αλλά, έτσι δουλεύω.

Γι αυτό, σας λέω, δεν υπάρχει τρόπος. Ο καθένας κάνει αυτό που του πάει καλύτερα.

Κρ.Π.: Υπάρχει και κάποιος που προβάλατε πάνω στον ίδιο τον Χαρίτο;  

Π.Μ.: Όχι, δεν υπάρχει. Εκείνο το οποίο λέω όταν με ρωτάνε καμιά φορά, είναι ότι: Εγώ έχω κοινό με τον Χαρίτο. Τί; Τη ματιά μου πάνω στην Αθήνα και τους Έλληνες. Η ματιά του, είναι η ματιά μου.

Η κόρη μου, μού λέει καμιά φορά: Έχω βαρεθεί να ακούω τα σχόλια και τις ειρωνείες σου και μετά να τα διαβάζω σε μυθιστόρημα από το Χαρίτο! Βρες κάτι άλλο!

Αυτό είναι το ένα. Από την άλλη μεριά, όμως, η οικογένεια του Χαρίτου, δεν έχει καμία σχέση με την οικογένεια που είχα εγώ, ή η με τη σχέση μου…

Όμως, η οικογένεια του Χαρίτου, είναι πολύ κοντά στην δική μου οικογένεια. Δηλαδή, στη μητέρα μου, στον πατέρα μου. Η σχέση τους είναι πάρα πολύ κοντά, στη σχέση που είχαν οι γονείς μου. Πάρα πολύ κοντά. Και βεβαίως, η κόρη, η Κατερίνα, έχει πάρα πολλά στοιχεία από την κόρη μου.

Όταν μπαίνει σπίτι η κόρη μου και με βλέπει να γράφω, μου λέει: Γράφεις μυθιστόρημα; Λέω, ναι. Εκείνη η αδελφούλα μου, μου λέει, τί κάνει;

Κρ.Π.: Ο Μιχαήλ Μπαχτίν, είχε αναφέρει ότι σε κάθε έργο δεν υπάρχει μόνο μία φωνή, π.χ. του συγγραφέα, αλλά και πολλές άλλες φωνές…

Π.Μ.: Παίζουν πολύ μεγάλο ρόλο η εμπειρία και τα βιώματα που έχεις μέσα σου. Αυτό το οποίο, ουσιαστικά, είναι όλο σου το προσωπικό παρελθόν, και των ανθρώπων γύρω σου. Χωρίς τα βιώματα αυτά, δεν μπορείς να γράψεις.

Δεν είναι εγκεφαλική η διαδικασία. Διατυπώνεται με καθαρό μυαλό, αλλά αφού προηγηθεί η βιωματική ανάκληση και επεξεργασία.

Όταν γράφω, είμαι τελείως προσηλωμένος. Ξέρω τι θα κάνω και πως θα το χτίσω. Αλλά για να φτάσω στο σημείο να γράψω, έχω περάσει μια διαδικασία ολόκληρη, βιωμάτων, εικόνων, προσωπικών εμπειριών, πραγμάτων που με πόνεσαν, ανθρώπων που τους γνώρισα και ή τους αγάπησα ή δεν τους αγάπησα. Όλα αυτά, προηγούνται!

Κρ.Π.: Η λογοτεχνία τα τελευταία χρόνια σαν να ακολουθούσε μία προκάτ διαδικασία; Πολύ χιούμορ κατασκευασμένο, και μία εξέλιξη ιστοριών που δεν σε έκαναν να νιώθεις, τελικά να «ζεις»; Γιατί η ανάγνωση δεν πρέπει να είναι βιωματική πράξη, όσο και δημιουργία, από μόνη της;

Π.Μ.: Εγώ προέρχομαι από τη γερμανόφωνη λογοτεχνία.

Έχω παρατηρήσει δύο φάσεις στην ελληνική λογοτεχνία. Υπάρχει μία περίοδος μυθιστοριογραφίας –όχι πεζογραφίας- όπου ουσιαστικά η επιρροή της ποίησης πάνω της, ήταν τεράστια. Δηλαδή, η ποίηση ήταν τόσο καταλυτική στη νεώτερη ελληνική λογοτεχνία, ώστε η πρόζα επηρεάστηκε, με την έννοια ότι εξελίχθηκε ως μία άσκηση ύφους, θέτοντας στο περιθώριο την εξέλιξη του μύθου και της ιστορίας.

Διάβαζες τρομερά ωραία υφολογικά έργα, αλλά έλεγες: Παρακάτω, τί θα γίνει παιδιά;(γιατί εγώ, έτσι έμαθα…) Και δεν γινόταν τίποτα!

Τα τελευταία χρόνια, αυτό, η ελληνική πεζογραφία προσπαθεί να το ξεπεράσει, και έχει δείγματα που το ξεπερνάει.

Από την άλλη όμως, επειδή αυτή είναι μία μεταβατική φάση, πολλές φορές πηγαίνουν στο άλλο άκρο οι συγγραφείς.

Κρ.Π.: Θέλετε να πείτε παραδείγματα;

Π.Μ.: Θεωρώ ότι οι συγγραφείς όπως ο Ηλίας Βενέζης, όπως ο Μυριβίλης, όπως μια σειρά από μεταπολεμικούς συγγραφείς, επηρεάστηκαν πάρα πολύ στο ύφος τους, επειδή η ποίηση χάραζε τη γραμμή σ’ αυτό.

Οι συγγραφείς οι οποίοι, δεν επηρεάστηκαν στην ελληνική λογοτεχνία απ’ αυτό, είναι ο Τσίρκας(ο οποίος ήταν στην Αίγυπτο), είναι ο Καραγάτσης, ο οποίος για μένα είναι ο πιο ικανός μυθιστοριογράφος που έχουμε, ακόμα και σήμερα το λέω αυτό. Ανεξαρτήτως αν συμφωνείς ή δεν συμφωνείς, ο Καραγάτσης ήξερε πως γράφεται ένα μυθιστόρημα.

Σε αντίθεση με άλλους συγγραφείς, οι οποίοι παρασύρονταν πολλές φορές από μία υφολογική προτεραιότητα.

Τα τελευταία χρόνια, αυτό, παραμερίζεται από τους νεώτερους συγγραφείς, καταλήγουν όμως, πολλές φορές, σε ένα άλλο άκρο, δηλαδή, σε μία περιγραφικότητα(άλλοτε είναι χιουμοριστική, άλλοτε ψυχογραφική, κλπ) η οποία όμως, κάπου εγκλωβίζεται! Και επίσης, δεν μπορούν να μείνουν ανεπηρέαστοι από το γενικό «δήθεν» που χαρακτήριζε τη ζωή μας τα τελευταία 30 χρόνια.

Κρ.Π.: Αυτό ήθελα να σας πω, γι’ αυτό το δήθεν…

Π.Μ.: Δεν μπορούσαν να μην επηρεαστούν! Οι συγγραφείς ζούμε την κοινωνία! Δεν ζούμε εκτός. Ζούμε εντός.

Από τη στιγμή που ζούνε εντός, επηρεάζονται. Θα μου πεις, ναι, αλλά εσύ; Εγώ, έρχομαι από άλλη γενιά! Αυτό παίζει μεγάλο ρόλο.

Για να σας φέρω ένα παράδειγμα, καμιά φορά μου λένε διάφορα για τους σημερινούς νέους, και τους απαντώ: Μου λέτε για τους σημερινούς νέους, αλλά αυτές οι γενιές μεγάλωσαν με την πεποίθηση ότι η μαμά Ευρώπη θα τους λύσει όλα τα προβλήματα! Η δική μου η γενιά, όχι η μαμά Ευρώπη, αλλά καλά καλά ούτε η μαμά δεν είχε να μου δώσει! Ε, είναι μεγάλη διαφορά! Τι να κάνουμε!

Κρ.Π.: Και είναι και αυτός ο τρόπος ζωής στην πόλη, όλοι περιτριγυρισμένοι από το μπετόν…

Π.Μ.: Σε αυτήν την 25ετία, δημιουργήθηκε, και το βλέπετε σήμερα στην ακραία και παρακμιακή μορφή του, το κλείσιμο της κοινωνίας σε ομάδες!

Η ελληνική κοινωνία από τη μεταπολίτευση και μετά, από την πτώση της δικτατορίας και μετά, εξελίχτηκε με τη λογική μιας κοινωνίας θυλάκων.

Ήταν ο θύλακας των κλαδικών, ήταν ο θύλακας του… ο δικός μου δήμος είναι η επικράτειά μου και όλοι οι άλλοι είναι εχθροί(σιγά σιγά θα βάλουν και σύνορα!). Αυτοί οι θύλακες, όμως, ουσιαστικά εγκλώβισαν και τους συγγραφείς στο δικό τους θύλακα!

Κρ.Π.: Δηλαδή;

Π.Μ.: Δηλαδή, η συγγραφική δραστηριότητα, έγινε μία δραστηριότητα παρέας, συζήτησης, πέραν από την κοινωνία.

Κρ.Π.: Σε πιο προσωπικό κύκλο εννοείτε;

Π.Μ.: Ναι! Σε πιο προσωπικό κύκλο, και σε μια λογική: μαζευόμαστε όλοι μαζί, ανταλλάσσουμε τις απόψεις μας, διαβάζουμε ο ένας το βιβλίο του άλλου…  Αυτό, είναι καταστροφικό!

Εξελιχθήκαμε με μία λογική θυλάκων! Το βλέπετε και σήμερα αυτό μπροστά σας. Ε, αυτό, έκανε μεγάλη ζημιά, και δημιούργησε μία αντίφαση η οποία μάς έκανε μεγάλο κακό, με την εξής έννοια:

Ενώ θεσμικά περάσαμε(ας μη γελιόμαστε, εγώ που ξέρω και το παρελθόν…) την περίοδο της καλύτερα οργανωμένης δημοκρατίας και της ανοιχτής κοινωνίας, ταυτόχρονα εγκλωβιστήκαμε στα επί μέρους ενδιαφέροντα και συμφέροντά μας! Αυτή η αντίφαση μάς πήγε πίσω και στο χώρο του πνεύματος, και στο χώρο της γραφής, και στο χώρο της τέχνης. Παντού!

Περισσότερα:

 

Advertisements