Οι αισιόδοξοι. Του Βαγγέλη Μπέκα

07:45, 13 Σεπ 2013 | tvxsteam tvxs.gr/node/138217

[…] Μια ασθένεια θα κατάτρεχε την ψυχή του πρωταγωνιστή μου, του ρομαντικού κατά τα άλλα Δον Κιχώτη πρωταγωνιστή μου, μια ασθένεια φωτεινή σαν τον ήλιο: η αισιοδοξία. Ήταν ο απόλυτος παραλογισμός […] Ο συγγραφέας Βαγγέλης Μπέκας, αφηγείται στην Κρυσταλία Πατούλη, τη δημιουργική πορεία της συγγραφής –από την ιδέα μέχρι το τυπογραφείο– των… Αισιόδοξων.

Πριν από τρία περίπου χρόνια οι νεοναζί επιτέθηκαν στον σκηνοθέτη Κωνσταντίνο Γιάνναρη, ο οποίος για να σωθεί εγκλωβίστηκε στο κατάστημα ενός μετανάστη.

Από τότε ο χρόνος έτρεξε γρήγορα, το περιθώριο ήρθε στο προσκήνιο των τηλεοπτικών εικόνων και η πραγματικότητα ξεπέρασε ακόμα και την πιο οργιάζουσα καλλιτεχνική φαντασία: μετανάστες έσωσαν πρόσφατα έναν νεοναζί από αντιεξουσιαστές.

Για μένα, όμως, η είδηση του εγκλωβισμένου σκηνοθέτη, ήταν το σπίρτο που μπόλιασε τη φαντασία μου και με ώθησε να γράψω τους «Αισιόδοξους».

Ένα μυθιστόρημα για το τι στα αλήθεια συνέβαινε στις «κακόφημες» συνοικίες της Αθήνας. Μιας πόλης που δεν είναι και τόσο ωραία, αλλά είναι μοιραία, όπως οι πρωταγωνίστριες των φιλμ νουάρ. Πόλη δυναμική και επικίνδυνη.

Μια μητρόπολη που κρύβει όλες τις ομορφιές και τις ασχήμιες της γης, όντας πέρασμα, στο μεταίχμιο Δύσης και Ανατολής.

Θα έγραφα, λοιπόν, μια ιστορία για μετανάστες και αντιρατσιστές που τους απειλούν και τους επιτίθενται οι νεοναζί, μια ιστορία για το «γκέτο» της πρέζας, του Αλλάχ και της μαφίας, αλλά και το γκέτο των αθώων και κατατρεγμένων του πλανήτη.

Θα έγραφα και για το άβατο των Εξάρχειων, για τα στέκια όπου πίνουν ούζα οι μπάτσοι· μπάτσοι καλοί και κακοί, λοξοί κι επικίνδυνοι. Ένα μυθιστόρημα που θα μας γύριζε και πίσω στην  Ιστορία· στον Κόκκινο στρατό, στον ναζισμό.

Παρ’ όλα αυτά ήμουν ακόμα ανικανοποίητος. Ήθελα να γράψω και για την εξουσία. Τη διεφθαρμένη εξουσία. Εκείνη που έφερε την Κρίση κι έριξε νερό στο μύλο της Ιστορίας για να τρέχει πιο γρήγορα, τόσο γρήγορα που εκείνο που ξεκίνησα να γράφω ως περιθωριακό μυθιστόρημα έφτασε πλέον όταν εκδόθηκε τέλη Μαΐου του 2013 να είναι σχεδόν της «μόδας».

Σκόπευα να κρατήσω την ισορροπία με τη διαλεκτική. Θα έγραφα για τα αλώνια και τα σαλόνια, αναζητούσα, αντίβαρο και δεν άργησα να το ανακαλύψω. Στην πρώτη σκηνή θα σκότωνα έναν διεφθαρμένο υπουργό «ωραίο και ώριμο» που λάτρευε τα κουβανέζικα πούρα «όπως άρμοζε σε κάθε σπουδαίο σοσιαλιστή». Και από εκεί θα ξετυλιγόταν το κουβάρι του μύθου.

Πρωταγωνιστής κι αφηγητής ένας δημοσιογράφος που γράφει μαύρα ρεπορτάζ και συχνάζει στο στέκι του κόκκινου και κυνηγημένου Τούρκου Οκάν, το στέκι των ανοιχτόμυαλων του γκέτο.

Ένας δημοσιογράφος, άγνωστος στο ευρύ κοινό, εναλλακτικός και απροσάρμοστος, μόνος με κόρη στο χάος της Αθήνας. Ένας «εχθρός της πατρίδας», που τον έχουν βάλει στο μάτι οι νεοναζί. Αλλά και «μοιραίες γυναίκες». Τρέχει, λοιπόν, για βοήθεια στον ιδιόμορφο αστυνόμο Τζόκα κι εκείνος επειδή δεν εμπιστεύεται την Αντιτρομοκρατική του ζητάει ανταλλάγματα. Να ξεκινήσουν μια έρευνα στα κρυφά.

Και κάπου εκεί έφτασα μπρος στο αδιαπέραστο τείχος, το πρόβλημα. Εκείνο που θα έγραφα δεν ήταν απλώς ένα νουάρ, αλλά ένα πολάρ, πολιτικό νουάρ, που για ευκολία το λέμε και κοινωνικοπολιτικό αστυνομικό μυθιστόρημα.

Όχι, δεν μπορούσα να κρυφτώ, θα έγραφα ένα αστυνομικό. Με λένε, όμως, Μπέκα κι από μικρό με κορόιδευαν αστυνόμο, οπότε με τις αστυνομικές ιστορίες δεν τα πήγαινα καλά. Γιατί να σκάλιζα παλιές πληγές;

Το σκέφτηκα, το πολέμησα μέσα μου πολύ και αποφάσισα να το κάνω. Δεν το μετάνιωσα. Απεναντίας, το διασκέδασα, γιατί ανακάλυψα ότι η συγγραφή αστυνομικού είναι το ίδιο διασκεδαστική με την ανάγνωση αστυνομικών αφηγημάτων. Πέρα από το κοινωνικοπολιτικό και λογοτεχνικό πλαίσιο της ιστορίας, θέλεις απεγνωσμένα να μάθεις τι θα γίνει μετά. Βάζεις ένα στοίχημα με τον εαυτό σου και τρέχεις.

Αλλά, ούτε αυτό μου αρκούσε. Ήθελα κάτι παραπάνω. Ήθελα έντονο κοντράστ στο σκοτεινό, μαύρο, «νουάρ» βιβλίο μου. Τόσο έντονο, που θα έσπαγε με ύπουλο τρόπο, σαν φως, το κλισέ· μπροστά στα μάτια σου· ολοκάθαρα και ξεκάθαρα αλλά να μην το βλέπεις.

Μια ασθένεια θα κατάτρεχε την ψυχή του πρωταγωνιστή μου, του ρομαντικού κατά τα άλλα Δον Κιχώτη πρωταγωνιστή μου, μια ασθένεια φωτεινή σαν τον ήλιο: η αισιοδοξία. Ήταν ο απόλυτος παραλογισμός.

Ένας τύπος κυνηγιέται κι απειλείται πανταχόθεν στην Αθήνα της Κρίσης αλλά συνεχίζει πεισματικά να είναι αισιόδοξος. Ένας τύπος που έλκει λοξούς και παράξενους τύπους που ανακαλύπτουν «πράσινες πέτρες» και χαμογελούν.

Στόχος μου να μπολιάσω με φως το σκοτάδι, έβαλα μπρος να το κάνω και ήλπιζα πως η αισιοδοξία του πρωταγωνιστή μου θα ήταν τόσο φωτεινή, που θα με παρέσυρε σαν την ολική ανατροπή, τον έρωτα ή την τρέλα.

Και κάπως έτσι ξεκίνησα να γράφω, αισιόδοξος και δαιμονισμένος· κι ακόμα έτσι συνεχίζω να ζω.


«Οι αισιόδοξοι», Εκδ. Γαβριηλίδης, 2013