Μ. Ζουμπουλάκη: Οι ήρωές μου πιά τραβούσανε προς τα μπρος…

16:05, 09 Μάιος 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/93807

Είχα τα ζόρια μου βέβαια. Τις σχέσεις, τα παιδιά μου, το γιόκα μου που περνάει (ακόμα) κωλο-εφηβεία… σε γενικό κλίμα απολύσεων, ανεργίας, λαμογιάς, καταστροφολογίας και τρομολαγνείας – δηλαδή με ρωτούσαν διάφοροι «μα τι σκατά κάθεσαι και γράφεις, εδώ ο κόσμος χάνεται, ποιος χέστηκε για τις ιστορίες σου», η δημοσιογράφος – συγγραφέας, αλλά και μητέρα τριών ανήλικων παιδιών, Μανίνα Ζουμπουλάκη, αφηγείται στην Κρυσταλία Πατούλη, το στόρι της δημιουργικής συγγραφής –από την έμπνευση μέχρι το τυπογραφείο- του νέου μυθιστορήματός της με τίτλο «Ευτυχία», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Παπαδόπουλος.

Ξεκίνησα να γράφω την «Ευτυχία» πριν 3 χρόνια: μια φίλη μου διηγήθηκε άσχετη ιστορία από δική της φίλη, φιλόλογο, που τα έφτιαξε με έναν μαθητή της…για την ακρίβεια της γυάλισε ο μαθητής, δεν θυμάμαι αν το έκαναν τελικά ή όχι. Η φίλη-φίλης ήταν γύρω στα 55 και άρχισα να το σκέφτομαι, να το κουνάω μέσα στο μυαλό μου, την ιδέα του σεξ/της σχέσης με ξένον άνθρωπο πολύ νεότερο, όταν θεωρείς ότι έχεις τελειώσει μ’ αυτές τις αηδίες. Δηλαδή έστηνα τον χαρακτήρα της Βέρας, της (μίας) ηρωίδας, ενώ δούλευα κι έτρεχα από δω κι από κεί, χάνοντας στροφές από τη δική μου καθημερινότητα. Που όπως όλες οι καθημερινότητες, είχε τα πάνω και κυρίως, τα κάτω της… και πάρα πολλά μπεϊμπιλίνο επίσης.

Μετά ένας μαθητής μου (δημιουργικής γραφής) είπε μια άλλη ιστορία, πώς όταν ήταν μικρός η μαμά του τον έβαζε σε ένα βαρέλι με νερό μαζί με τα αδέρφια του αντί να τους πάει στη θάλασσα, σ’ ένα σπίτι «κάπου στο βουνό». Ήταν μια στιγμή που στα κόμιξ εικονογραφείται με γλόμπο να ανάβει ξαφνικά στο συννεφάκι πάνω από τον ήρωα: η μαμά είχε γκόμενο! Η μαμά έβαζε τα παιδιά στο βαρέλι για να κάνει σεξ! Και…αν τα παιδιά ήτανε αγόρια-κορίτσια; Το ένα αγόρι θα ψάξει το κορίτσι στο Φέησμπουκ μετά από χρόνια  – ωραίο δεν ακούγεται; Ε; ε;

Υπάρχει μια στιγμή στη διάρκεια της όλης διαδικασίας (συγγραφής μυθιστορήματος) που αρχίζεις να λές στους φίλους σου «γράφω κάτι». Για πολύ καιρό δε λές κουβέντα, γράφεις στα μουλωχτά αλλά δεν έχει ειρμό αυτό που κάνεις, άρατα-μάρατα είναι, οι ήρωες είναι θολοί και σα να μην έχουνε κατεβεί ακόμα τα αρχίδια τους… Από την ώρα που λες «γράφω  κάτι», μπαίνεις στην επικοινωνιακή πλευρά του γραψίματος κι αρχίζεις να φτιάχνεσαι. Θα το διαβάσει η Ελένη, η Ερση, ο Παυριανός, η Σβέτλα, ο Βαγγέλης, ο Μιχάλης, οι φίλοι μου κι ο αδερφός μου, η αδερφή μου, η ξαδέρφη μου, άρα πρέπει να το στήσω καλά, να έχει ενδιαφέρον, εσωτερική και εξωτερική δράση, χιούμορ (μη σκάσουμε κι όλας) συναίσθημα και ήρωες που θα είναι ενδιαφέροντες ακόμα κι όταν είναι βλαμμένοι. Τον Αύγουστο του ’11 πχ, χωρίς να έχω ακόμα την πλοκή κλπ, έγραψα το κεφάλαιο «Βλαμμένος» και το έστειλα στην φίλη μου την Ερση («είναι καθόλου γοητευτικός αυτός ή βγαίνει απλώς μαλάκας;»). Όταν γράφεις είσαι αυτιστικός, κλεισμένος μέσα στο κεφάλι σου – αμφιβάλλεις ώρες-ώρες κατά πόσον όντως γράφεις για να επικοινωνήσεις ή επειδή είσαι γκάγκανος.

Είχα τα ζόρια μου βέβαια. Τις σχέσεις, τα παιδιά μου, το γιόκα μου που περνάει (ακόμα) κωλο-εφηβεία… σε γενικό κλίμα απολύσεων, ανεργίας, λαμογιάς, καταστροφολογίας και τρομολαγνείας – δηλαδή με ρωτούσαν διάφοροι «μα τι σκατά κάθεσαι και γράφεις, εδώ ο κόσμος χάνεται, ποιος χέστηκε για τις ιστορίες σου». Αλλά οι ιστορίες (που έγιναν μετά κεφάλαια) είναι αυτό που λέμε «βγαλμένες μέσα από τη ζωή» (έλα!), δεν είναι ποτέ κατασκευές, βαριέμαι και μόνο που το σκέφτομαι ότι θα στήσω αντίσκηνα με τις λέξεις πχ. Να καταγράψω, να επικοινωνήσω πράγματα θέλω, να μεταφέρω ιστορίες που τις ακούω με το αυτί του τρελού/καλλιτέχνη/συγγραφέα/βλαμμένου κι έπειτα τις συναρμολογώ και τις σερβίρω προς τα έξω – επειδή αυτός είναι ο μόνος τρόπος  να μπορέσω να τις επεξεργαστώ. Να καταλάβω δηλαδή κι εγώ τι γίνεται, μαζί με τους αναγνώστες…

Όταν τελείωνα, όταν έμπλεξα με το θέμα «κάνω φινάλε», με πλησίασαν από τον Παπαδόπουλο. Που είναι φέημους για τα παιδικά βιβλία αλλά θέλει να κάνει άνοιγμα στα μεγαλίστικα. Πέρασα ένα μήνα ιδροκοπώντας πάνω από την Αυλαία, και πώς θα πέσει, και τι χρώμα θα είναι. Και πάλι με μυστήριο τρόπο – δεν κοιμήθηκα τρείς νύχτες σερί που έλειπαν όλοι από το σπίτι, νομίζω δεν έφαγα κι όλας, και σ’ αυτές τις νύχτες βρήκα μέχρι και τον τίτλο. «Ευτυχία»: μου έκανε πολύ αισιόδοξο, πολύ «πάμε για άλλα»… και οι ήρωές μου πιά ήταν δυναμικοί, τραβούσανε προς τα μπρος, είχανε ξεκολλήσει, είχανε απογειωθεί προς την Ευτυχία, οπότε ναι. Τους ταιριάζει μέχρι και ο τίτλος.-

(*Η Μανίνα Ζουμπουλάκη, θα βρίσκεται το προσεχές Σαββάτο από τις 7μμ έως περίπου τις 9μμ, στην 35η Γιορτή Βιβλίου στο Πεδίον του Άρεως, και στο περίπτερο 120, των εκδόσεων Παπαδόπουλος)

Διαβάστε επίσης:
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΜΠΝΕΥΣΗ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ

Advertisements