Kαλο αιμα, κακο αιμα. Της Ελεωνορας Σταθοπουλου

Καλό αίμα, κακό αίμα. Της Ελεωνόρας Σταθοπούλου

12:12, 07 Δεκ 2011 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/78246

Αρχικά ο τίτλος των ιστοριών αυτών, ήταν «Χαμηλή βλάστηση» γιατί οι ήρωες ήταν κοντύτεροι από τον αντίπαλο ή απ’ τις περιστάσεις…» η συγγραφέας Ελεωνόρα Σταθοπούλου, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη για την δημιουργική εμπειρία -από την ιδέα μέχρι το τυπογραφείο- της συγγραφής του βιβλίου «Καλό αίμα, κακό αίμα» των εκδόσεων Εστία.


«…Φοβάμαι πως το πρώτο που έχω μάθει να οσφραίνομαι είναι το ύψος του άλλου. Οι κοντοί μυρίζουν γάλα και φόβο και οι ψηλοί καθαριότητα και μέταλλο. Η εμπλοκή των δύο συνήθως αποβαίνει μοιραία. Πρώτα για τους κοντούς και αργότερα -σαν φυσικό επακόλουθο- για τους ψηλούς.

Αυτό είναι πάνω κάτω το θέμα των περισσοτέρων ιστοριών που έγραψα, έχοντας πλήρη επίγνωση της ασημαντότητας αλλά και του μεγέθους του.

Όταν ξεκίνησα, 7 χρόνια πριν, με διακατείχαν δύο μανίες: Η πρώτη ήταν να προστατέψω κάθε χαμηλή βλάστηση, κι η δεύτερη να ουρλιάξω. Ήλπιζα πως αν το έκανα αυτό, θα μπορούσα μετά να τραγουδάω ή να σφυρίζω.

Θεωρώ το σφύριγμα τελικό προορισμό του ανθρώπου, παρ’ ότι υπάρχουν μακάρια πλάσματα που γεννιούνται με την χάρη αυτή. Τα δικά μου πρόσωπα αντίθετα αναγκάζονται να «βιάσουν την βασιλεία των ουρανών» που τους γυρίζει την πλάτη. Επιθυμούν λυσσαλέα τον παράδεισο, αλλά για την ώρα ζουν στην κόλαση, όπως η γάτα στο τσουβάλι. Δηλαδή με αγριότητα. Το αίμα τους, από καλό μπορεί να γίνει κακό ανά πάσα στιγμή, και το αντίστροφο.

Συστρέφονται, συσπειρώνονται κι εκτινάσσονται με αμείωτη ελπίδα πάνω στο ίδιο πρόβλημα: «Αν είναι τόση η αγάπη σου, τότε είναι τόσος κι ο Θεός». Αδυνατούν να καταλάβουν πως ο Θεός και ο άλλος δεν μοιάζουν σε τίποτα μεταξύ τους, γι’ αυτό κι οι κραυγές τους ανεβαίνουν στα ουράνια με αποτέλεσμα ν’ ακούγονται γελοίες.

Συμπαθώ τη γελοιότητα και πιστεύω πως ο ύψιστος ηρωισμός είναι το θάρρος να γελοιοποιηθείς.

Μολονότι δεν μου ανήκουν όλες οι κραυγές που περιέγραψα, τις κατανοώ και θέλω να τις κάνω κατανοητές και στον αναγνώστη. Στόχος μου είναι να μην κραυγάζουμε, ο καθένας κλειδωμένος στο δωμάτιό του, αλλά ο καθένας στο αυτί του άλλου: «Πεινάω, πονάω, σ’ αγαπάω, φοβάμαι, αμφιβάλλω, τρελλαίνομαι, πεθαίνω». Είναι λέξεις που επιτρέπεται να ειπωθούν παρ’ ότι δεν συνηθίζεται.

Τίποτα τρωτό δεν συνηθίζεται να εκτίθεται, γι’ αυτό η ζωή το αποφεύγει και η τέχνη το ωραιοποιεί ή καταλήγουν και οι δύο στην ωμότητα.

Προσπαθώντας ν’ ανοίξω κάποιο πέρασμα ανάμεσα στην ωραιοποίηση και την ωμότητα, διαισθάνθηκα πως έπρεπε να επιστρέψω στην πρώτη γλώσσα μου: Σ’ έναν στοιχειώδη λόγο δηλαδή, που περιγράφει αδέξια αλλά προσεκτικά και με ακρίβεια την κατάσταση.

Το ν’ αποζητάει βέβαια ο μη αθώος την αθωότητα, είναι μάταιο. Πάντως εγώ σ’ αυτό επικέντρωσα τις προσπάθειές μου και πέτυχα όσο μου άξιζε.

Προβλήματα επίσης συνάντησα στην ολοκληρωμένη αντιμετώπιση μιας ιδέας. Πολλά απ’ τα διηγήματα, όπως π.χ. «Η Σύμπτωση» ή «Η «Απόγνωση», είναι ιστορίες ιδεών που για να δοκιμαστούν κατεβαίνουν στον κόσμο και γίνονται άνθρωποι.

Σε αντίθεση με τον φιλόσοφο ή τον ηθικολόγο, που δοκιμάζουν τις ιδέες τους στο εργαστήριο, όλοι οι υπόλοιποι τις δοκιμάζουν σε χώρους πλήρης μικροβίων και ανατροπών. Σ’ αυτούς τους χώρους πρέπει να τους ακολουθήσει ο συγγραφέας, διατυπώνοντας τις ιδέες σαν απορίες που η απάντησή τους δίνεται «απ’ τη ζωή».

Το τρίτο πρόβλημα που αντιμετώπισα ήταν οι διαφορετικοί χαρακτήρες των προσώπων. Όμως επειδή η προσωπικότητά μου υπήρξε πάντα τρομερά ευμετάβλητη, η δυσκολία γρήγορα μετατράπηκε σε λύτρωση και στεναγμό ανακούφισης:

Μπορούσα επιτέλους να μιλήσω με όλες τις φωνές, που άλλες ψιθύριζαν κι άλλες ούρλιαζαν κι άλλες κάγχαζαν με όλα αυτά, κι άλλες τα προκαλούσαν, κι άλλες τα υφίσταντο, κι όλες αυτές οι φωνές ήμουν εγώ, που φώναζα περιμένοντας να σφυρίξω. Γιατί «πάντα στο νου μου είχα το σφύριγμα. Το φτάσιμο εκεί ήταν ο προορισμός μου».

Το ανέμελο εαρινό σφύριγμα του γαλατά μπροστά στην πόρτα της μέρας.

Οι περισσότεροι από τους ήρωές μου προσπαθούν να παραβιάσουν αυτή την πόρτα με κλωτσιές και λίγοι με καρτερικότητα. Άσχετα όμως απ’ τα μέσα που επιλέγουν, μέχρι και την προτελευταία ιστορία, η πόρτα παραμένει κλειστή.

Θ’ ανοίξει μόνο για να συντελεστεί η Ανάσταση. Η Ανάσταση είναι όταν παύεις να είσαι χάλια και στέκεσαι όρθιος μαζί με τον κόσμο σου. Η ηρωίδα του τελευταίου διηγήματος ανασταίνεται γιατί έχει αναστηθεί ο κόσμος της. Δεν θα μπορούσε ποτέ ν’ αναστηθεί μόνη.

Είναι ίσως μια ασήμαντη Ανάσταση αφού δεν προέρχεται από εσωτερική πάλη. Είναι όμως η μόνη που γνώρισα και δικαιούμαι να αναφέρω.»

«Γράφω, για να μην ξαναγράψω ποτέ.
Γράφω, γιατί είμαι πολλά πρόσωπα.
Γράφω, για να μην ξαναϋπάρξουν ποτέ τα πρόσωπα που είμαι,
αλλά ένα και μοναδικό πρόσωπο,
που δεν γράφει.»

Ελεωνόρα Σταθοπούλου

Σχετικά Άρθρα: