Η κοινωνία πριν αποκτηνωθεί αδιαφορεί. Του Βασίλη Παπαθεοδώρου

07:08, 08 Αυγ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/102589

Η γενικότερη αδιαφορία που είναι αποτυπωμένη στους «Άρχοντες», κατέχει κεντρική θέση στο βιβλίο, ως συστατικό μιας κοινωνίας η οποία, λίγο πριν αποκτηνωθεί εξ’ ολοκλήρου, αδιαφορεί για το τι συμβαίνει στο συνάνθρωπό της» ο συγγραφέας Βασίλης Παπαθεοδώρου, αφηγείται στην Κρυσταλία Πατούλη και το tvxs, τη δημιουργική πορεία της συγγραφής –από την έμπνευση μέχρι το τυπογραφείο– του βιβλίου του: Οι άρχοντες των σκουπιδιών, των Εκδόσεων Καστανιώτη.

Την πρώτη φορά που τους είδα να σέρνουν ένα  καρότσι σούπερ μάρκετ, με χαρτιά ή μέταλλα μέσα σε αυτό, θα ήταν πριν από μήνες, σε κάποια γειτονιά. «Βρε τους μπαγάσες», σκέφτηκα, βρίσκοντας το θέαμα έως και διασκεδαστικό.

Όταν μετά από εβδομάδες, έβλεπα πλέον τα καροτσάκια  να σέρνονται επί της Πανεπιστημίου ή της Ακαδημίας, τους ίδιους να χώνονται στους κάδους των σκουπιδιών, αυτούς που μοιάζουν με καμπάνα κι έχουν μια σχισμή στο πλάι, και να βγάζουν το χέρι τους, δίνοντας σκουπίδια στο συνεργάτη τους, θεώρησα το θέαμα αποτρόπαιο. Με τον καιρό το «συνήθισα».

Την πρώτη φορά που είδα άστεγο να κοιμάται στα σκαλιά της Τράπεζας της Ελλάδος, ή έξω από τον ΙΑΝΟ ή σε οποιοδήποτε άλλο κεντρικό σημείο της Αθήνας, βρήκα το θέαμα σοκαριστικό. Με τον καιρό το «συνήθισα».

Την πρώτη φορά που πήγα να πατήσω σύριγγα έξω από την Εθνική Βιβλιοθήκη και την απέφυγα τελευταία στιγμή, βρήκα την κατάσταση ντροπιαστική. Με τον καιρό τη  «συνήθισα».

Οι «Άρχοντες των σκουπιδιών» είναι ένα βιβλίο που προέκυψε από την ανάγκη να μη συμβιβαστώ και να μη συνηθίζω τις εικόνες που βλέπω κάθε μέρα γύρω μου, την αθλιότητα που έχει πάρει πλέον κυρίαρχη θέση στην καθημερινότητα.  Άμυνά μου; Ή «επίθεση»; Δεν ξέρω πώς να το ονομάσω αυτό, το σίγουρο όμως είναι πως η έμπνευση του βιβλίου, ο χειρισμός του θέματος, η διαδικασία γραψίματος, ήταν η δική μου αντίδραση, σε αυτά που ζούμε, καθώς και έναντι του εαυτού μου.

Το βιβλίο δεν είναι καθαρά παιδικό, κινείται μεταιχμιακά, μεταξύ εφηβικής/ νεανικής λογοτεχνίας και λογοτεχνίας ενηλίκων, διαβάζεται τόσο από παιδιά γυμνασίου, όσο και από ενήλικες. Ήταν δε το πρώτο βιβλίο, έπειτα από καιρό, που το χάρηκα τόσο πολύ γράφοντάς το, γιατί για μένα ήταν μια διαδικασία φυγής.

Το αν θα αρέσει στον αναγνώστη, είναι άλλο πράγμα, εμένα με ευχαρίστησε που κατόρθωσα να εκφραστώ για όσα συμβαίνουν, να πάρω θέση και εντέλει να ξεφύγω, έστω κι εάν όλο αυτό διήρκεσε όσο η συγγραφή του μυθιστορήματος (περίπου 2 μήνες), και μετά ξανάπεσα με τα μούτρα στην αντιμετώπιση της μίζερης καθημερινότητας. Το ίδιο είχε συμβεί όταν έγραφα το «Στη Διαπασών» ή τα «Χνότα στο τζάμι». Μια εκτόνωση που είχε κρατήσει όσο και η συγγραφή, λίγη μεν, αλλά απαραίτητη.

Θυμάμαι το 2007, στις μεγάλες πυρκαγιές της Ηλείας, κάποιοι από τα γύρω χωριά, κάθονταν στα καφενεία και έπαιζαν τάβλι και πρέφα. Είχα δει φωτογραφίες από το τσουνάμι του 2004, όπου στην άλλη άκρη κάποιων από τα πληγέντα νησιά, οι τουρίστες απολάμβαναν τον ήλιο και τις διακοπές τους, ελάχιστες μέρες μετά την καταστροφή.

Η γενικότερη αδιαφορία που είναι αποτυπωμένη στους «Άρχοντες», κατέχει κεντρική θέση στο βιβλίο, ως συστατικό μιας κοινωνίας η οποία, λίγο πριν αποκτηνωθεί εξ’ ολοκλήρου, αδιαφορεί για το τι συμβαίνει στο συνάνθρωπό της.

Το βάρος της ευθύνης δεν πέφτει μόνο στους πολιτικούς, ούτε στην πανταχού απούσα εκκλησία, ούτε στους επιστήμονες που δεν προσφέρουν λύση για τα μεγάλα προβλήματα, αλλά σε όλους ανεξαιρέτως, στο βαθμό βέβαια που αναλογεί στον καθένα.

Το γεγονός επίσης πως αυτή την περίοδο, τόσο σε κοινωνικό όσο και σε οικονομικό επίπεδο, χάνονται κεκτημένα δεκαετιών, μου έδωσε την ιδέα για μια αντιστροφή της Ιστορίας, της Παγκόσμιας Ιστορίας πλέον, ένα rewind, όπου θα περιγράφονται προς τα πίσω οι κυριότερες ιστορικές στιγμές.

Φράσεις όπως «εργασιακός Μεσαίωνας», «ύφεση δεκαετίας του ‘30» και άλλες, μου έδωσαν την ιδέα, οι ήρωες του βιβλίου να ξαναζήσουν τη δεκαετία του ’30 και το Μεσαίωνα, αλλά μαζί με αυτά και το 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, τη Γαλλική Επανάσταση, τις Σταυροφορίες, τη Ρωμαϊκή εποχή, τις πόλεις-κράτη, κλπ.

Και βέβαια ο κάθε ήρωας θα είχε τις επιλογές του κατά την πλοκή, να διαλέξει στρατόπεδο, να παραμείνει με ηθικές αξίες ή να τις θυσιάσει κι αυτές στο όνομα της γενικότερης κατάρρευσης. Ένα μόνο είναι σίγουρο, όλοι οι χαρακτήρες του, καλοί και κακοί, δε θα έμεναν στο τέλος ίδιοι, κι αυτό γιατί θα άλλαζαν οι εξωτερικές συνθήκες.

Άλλους αυτή η αλλαγή θα τους οδηγούσε σε μια ηθική αναβάπτιση ή αναγέννηση, άλλους σε μια αποκτήνωση. Πάντως η επιλογή υπάρχει στο βιβλίο, ποια κατεύθυνση μπορεί δυνητικά να ακολουθήσει κανείς.

Παράλληλα, ένα άλλο σημείο που με απασχόλησε και με απασχολεί είναι το ζήτημα του όχλου, στους «Άρχοντες» έρχεται κι επανέρχεται σε ευθεία αντιδιαστολή με τη συλλογική προσπάθεια, την ομαδικότητα που επιδεικνύεται από ανθρώπους που φαινομενικά δεν έχουν τίποτα άλλο κοινό, παρά ένα συγκεκριμένο σκοπό και στόχο. Γι’ αυτό έχω ενσωματώσει σκηνές από διαδηλώσεις, από πάρτι, ακόμα κι από τα social media, που φαίνεται να προσφέρουν την ψευδαίσθηση του «όλοι μαζί», ενώ τελικά φέρνουν τις περισσότερες φορές στο προσκήνιο την ψυχολογία του «ντου» και του «γιούρια».

Όπως όλα τα βιβλία μου, έτσι κι αυτό είναι κατά βάθος ένα βιβλίο πολιτικό. Αλλά παράλληλα είναι κι ένα βιβλίο δράσης. Αυτά τα δύο στοιχεία τα χρησιμοποιώ πάντα ως βασικά συστατικά όταν γράφω, ότι μιλάω κι εκφράζομαι καλύτερα μέσω αυτών.

Ούτως ή άλλως γράφοντας, προσπαθώ πάντα να ικανοποιηθώ εγώ ο ίδιος, χωρίς να έχω αγχωτικά στο μυαλό μου, το αν θα αρέσει στον αναγνώστη. Θέλω αυτό που κάνω να αρέσει καταρχήν σε μένα, ούτως ώστε να υπάρχει η πιθανότητα να αρέσει μετά και στον άλλον.

Αλλιώς ο ψυχαναγκασμός του να γραφεί κάτι φαίνεται σε αυτόν που θα το πάρει και θα το διαβάσει, και εντέλει τον απωθεί. Γράφω δηλαδή για μένα, παρόλο που έχω στην άκρη του μυαλού μου το δυνητικό αναγνώστη, γράφω τελικά μόνο για μένα, για τη διαδικασία του να κάνω κάτι δημιουργικό.

Κάπως έτσι αντιλαμβάνομαι λοιπόν τη φράση-κλισέ που λέγεται, πως το γράψιμο δηλαδή είναι μια πολύ προσωπική υπόθεση.  Και λυτρωτική, και δημιουργική, θα πρόσθετα εγώ. Και φυσικά θα ήταν ευχής έργον να θεωρείται και η ανάγνωση κάπως έτσι.

Δεν ξέρω αν τελικά το γράψιμο ή το διάβασμα είναι ένα καλό μέσο, ψυχολογικής τουλάχιστον, αντιμετώπισης της κρίσης. Σίγουρα όμως είναι ένας τρόπος, ένα εργαλείο διαφυγής.

Και προσωπικά πιστεύω ότι –ίσως- και να ήταν καλύτερα τα πράγματα εξαρχής, ενδεχομένως όχι ριζικά, αλλά τουλάχιστον μια κάποια διαφοροποίηση θα υπήρχε, εάν το βιβλίο και η ανάγνωση γενικά κατείχαν περισσότερο χώρο στη διαμόρφωση της προσωπικότητας των πολιτών.-

Ο Βασίλης Παπαθεοδώρου γεννήθηκε το 1967 στην Αθήνα. Τελείωσε τη Γερμανική Σχολή Αθηνών και σπούδασε μεταλλουργός και χημικός μηχανικός στο ΕΜΠ, ενώ έκανε μεταπτυχιακά στη Διοίκηση Επιχειρήσεων. Έχει κυκλοφορήσει έως τώρα δέκα νεανικά και εφηβικά μυθιστορήματα, πέντε από τα οποία («Το μήνυμα», «Οι Εννέα Καίσαρες», «Χνότα στο τζάμι», «Στη διαπασών», «Το μεγάλο ταξίδι της κινέζικης πάπιας») διδάσκονται στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, στο Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης, σε μετεκπαιδευόμενους δασκάλους.

Έχει τιμηθεί δύο φορές με το Κρατικό Βραβείο Παιδικής Λογοτεχνίας και δύο φορές με το Βραβείο του περιοδικού «Διαβάζω» (2008, 2010) για τα βιβλία του «Χνότα στο τζαμί» και «Στη διαπασών». Επίσης έχει αποσπάσει άλλα έξι λογοτεχνικά βραβεία για διάφορα έργα του από τον Κύκλο Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου, τη Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά και τον Κυπριακό Σύνδεσμο Παιδικού και Νεανικού Βιβλίου.