Βαγγέλης Ραπτόπουλος: Μοιρολα3 (και όχι Μοιρολατρία)

[…] Δεν λύνεται από σωτήρες το πρόβλημα. Πρέπει εμείς να κινητοποιηθούμε, ο λαϊκός κόσμος, οι άνθρωποι που είναι χτυπημένοι από την κρίση, οι άνεργοι, οι ανασφάλιστοι, τα θύματα της κρίσης πρέπει να ενεργοποιηθούν, να πάρουν πρωτοβουλίες, διαφορετικά δεν μπορεί να μας σώσει κανείς […] Ο συγγραφέας Βαγγέλης Ραπτόπουλος μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη με αφορμή το νέο του βιβλίο Μοιρολα3 που θα κυκλοφορησει την Τρίτη στις 21 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις Τόπος.

Κρ.Π.: Πώς γεννήθηκε η ιδέα να γράψεις το «Μοιρολα3»;

Β.Ρ.: H «Μοιρολα3» είναι μια διασκευή του μυθιστορήματος της Πηνελόπης Δέλτα «Παραμύθι χωρίς όνομα», που το 2011 έκλεισαν εκατό χρόνια από την έκδοσή του, και είναι το πιο ευπώλητο από όλα τα βιβλία της (και από τον «Μάγκα» και από τα «Μυστικά του βάλτου»).

Πριν από τέσσερα χρόνια, ο σκηνοθέτης Τάκης Τζαμαργιάς με προσκάλεσε να διασκευάσω θεατρικά αυτό το έργο, για μια παράσταση που ανέβηκε στην παιδική σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, που παίχτηκε επί ενάμιση χρόνο και είχε μεγάλη επιτυχία.

Ωστόσο, δεν έμεινα ικανοποιημένος από αυτή τη θεατρική διασκευή. Με τον Τζαμαργιά διαφωνήσαμε, και θεωρώ ότι δεν τόλμησε μεγαλύτερες αλλαγές σε σχέση με το πρωτότυπο. Αυτό ήταν που με ώθησε στη συγγραφή του μυθιστορήματος «Μοιρολα3». Tην όλη περιπέτεια της θεατρικής διασκευής την αφηγούμαι διεξοδικά στο βιβλίο μου «Η υψηλή τέχνη της αποτυχίας».

Το «Παραμύθι χωρίς όνομα» της Δέλτα έχει μια ιδιαιτερότητα. Από τη μία είναι παιδικό και παραμυθένιο, με βασιλιάδες και βασίλισσες, βασιλόπουλα και πριγκίπισσες, και από την άλλη ―εκεί οφείλεται και η τεράστια απήχηση του βιβλίου― η συγγραφέας έχει συλλάβει και αναδείξει τις ελληνικές παθογένειες σαν να έχει βγάλει μια ακτινογραφία της χώρας μας.

Ο τίτλος, δε, «Παραμύθι χωρίς όνομα», σημαίνει αυτό που λέμε και σήμερα «ονόματα δεν λέμε». Δηλαδή, ενώ δεν δηλώνεται ρητά, το βιβλίο μιλάει για την Ελλάδα. Και είναι ανατριχιαστική η ταύτιση με πράγματα που συμβαίνουν και στις μέρες μας, με μόνιμες δηλαδή παθογένειες, που ξαναεμφανίζονται εκρηκτικά με τη σημερινή κρίση.

Διαβάζοντάς το, έχεις ώρες ώρες την εντύπωση ότι βλέπεις το βραδινό δελτίο ειδήσεων στην τηλεόραση. Τόσο επίκαιρο είναι και διεισδυτικό.
Εν ολίγοις, από τη μια μεριά υπάρχει κάτι παραμυθένιο, και από την άλλη υπάρχει κάτι πολύ άμεσο και ρεαλιστικό, σχεδόν ωμό.

Στο μυθιστόρημά της, η χώρα, το βασίλειο, ονομάζεται Μοιρολατρία (και δεν είναι βέβαια γραμμένη με τον αριθμό 3, που έχω προσθέσει στον δικό μου τίτλο). Στη Μοιρολατρία επικρατεί αυτή η πάγια νεοελληνική μοιρολατρική αντίληψη, που λέει: «Έλα, μωρέ, εγώ θ’ αλλάξω τον κόσμο; Άσε να το κάνει κανένας άλλος. Έτσι κι αλλιώς, δεν αλλάζει τίποτα. Άρα, δεν χρειάζεται και να κάνεις τίποτα…». Αυτή η μοιραία στάση, η ανατολίτικη, ότι όλα είναι προκαθορισμένα και το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να τα αποδεχτείς, ότι δεν υπάρχει περιθώριο για να πάρεις καμία πρωτοβουλία.

Η Μοιρολατρία είναι επίσης ένα κράτος διεφθαρμένο, σε απόλυτη παρακμή, όπου κλέβουν οι πάντες και κυριαρχεί η ατιμωρησία, δηλαδή όλ’ αυτά που ζούμε τα τελευταία χρόνια τόσο έντονα, και τα ξέρουμε από πρώτο χέρι, από την εμπειρία μας.

Ο γιος, όμως, του βασιλιά της Μοιρολατρίας, το δεκαοκτάχρονο βασιλόπουλο, είναι αντίθετα ένα έντιμο παιδί, που διακατέχεται από ρομαντική αφέλεια, βλέπει τη διαφθορά και σιχαίνεται και προσβάλλεται και εξοργίζεται, οπότε αποφασίζει, κόντρα στη μοιρολατρία, να αναλάβει πρωτοβουλία και να κινητοποιήσει τον κόσμο, για να ξεσηκωθεί και να αλλάξει την κοινωνία.

Στην αρχή ο λαός τον χλευάζει. Αλλά, με αφορμή κι έναν πόλεμο, τελικά αρχίζει πράγματι να κινητοποιείται ο κόσμος, γίνεται η αλλαγή στην κοινωνία και ολοκληρώνεται το βιβλίο με ένα διδακτικό χάπι έντ, που λέει ότι τα κατάφερε το βασιλόπουλο και τον άλλαξε τον τόπο του, τον έκανε καλύτερο.

Κρ.Π.: Τι έχει αλλάξει με τη δική σου διασκευή;

Β.Ρ.: Πρώτον αποφάσισα να μετατρέψω το βασιλόπουλο σε βασιλοπούλα, σε πριγκίπισσα, γιατί πιστεύω ότι οι γυναίκες είναι στο προσκήνιο αυτή τη στιγμή, και πιο πολύ θα λειτουργούσε κάπως έτσι μια γυναίκα, παρά ένας άντρας.

Από κει και πέρα, μπορεί κανείς να δει την πρωταγωνίστρια, την πριγκίπισσα Έλλη,  και ως την καλή πλευρά του εαυτού μας. Αντιπροσωπεύει, ας πούμε, τη θετική πλευρά του καθενός μας, εκείνη που μπορεί να ξεσηκωθεί, για ν’ αλλάξει τα πράγματα και να τα βελιτώσει ή ακόμα και να τα μεταμορφώσει.

Η δεύτερη βασική αλλαγή είναι ότι μετέφερα όλη την ιστορία στο μέλλον, δηλαδή έκανα το μυθιστόρημα μελλοντολογικό, μια δυστοπία, όπου έχει καταστραφεί ο πλανήτης οικολογικά, είναι καμένα τα δέντρα, υπάρχουν σκουπίδια παντού, υπάρχουν ηλεκτρονικά ερείπια (υπολογιστές που δεν δουλεύουν, κινητά που δεν έχουν μπαταρίες, κλπ). Πρόσθεσα με άλλα λόγια πινελιές που το κάνουν πιο σύγχρονο.

Κι ακόμα, στη μυθιστορηματική διασκευή έχει προστεθεί κι άλλο ένα κομμάτι, αρκετά εκτενές (το ένα τρίτο του βιβλίου), όπου η πριγκίπισσα Έλλη, όταν καταφέρνει να αλλάξει τη χώρα και να τη βελτιώσει, αρνείται να παραμείνει στην εξουσία, γιατί θεωρεί ότι αυτή διαφθείρει, οπότε παρατάει τα ηνία στον αδελφό της και αποσύρεται.

Σταδιακά βέβαια ξανακυλάει η χώρα στα ίδια, και προς το τέλος της διασκευής μου έρχεται πάλι αντιμέτωπη η πρωταγωνίστρια με το ότι πρέπει γι’ άλλη μια φορά να αναλάβει πρωτοβουλία για να κινητοποιήσει τον πληθυσμό, και εκεί κάπου τελειώνει η ιστορία. Ότι, δηλαδή, πάντα θα ξαναγυρίζεις στο ίδιο σχεδόν σημείο και πάντα θα πρέπει να παλεύεις…

Κρ.Π.: Ποια είναι η αιτία της μοιρολατρίας γενικά, πιστεύεις;

Β.Ρ.: Νομίζω ότι υπάρχει μια μεγάλη παράδοση στην Ανατολή. Αυτό το αμετακίνητο, το αναλλοίωτο. Έχουμε τη δόση μας κι εμείς. Είμαστε σε μεγάλο βαθμό Ανατολίτες, άρα μοιρολάτρες. Δηλαδή, κινητοποιούμαστε μόνο όταν φτάσει ο κόμπος στο χτένι. Αλλιώς το αφήνουμε και κατρακυλάει το πράγμα, και τα μεταθέτουμε όλα σ’ ένα άπιαστο επέκεινα.

Κρ.Π.: Πριν από τη μοιρολατρία, δεν υπάρχει μία απάθεια; Μία απουσία επίγνωσης; Μία αδυναμία να συναισθανθείς την πραγματικότητα, ίσως;

Β.Ρ.: Ισχύει κι αυτό που λες, αλλά επιμένω ότι εδώ εμείς έχουμε παράδοση στη μοιρολατρία. Αν κάνεις μια αναδρομή στην Ιστορία, κατά περιόδους η χώρα είναι βουλιαγμένη σε μια μοιρολατρική αποδοχή των δεινών της και της κακοδαιμονίας της.

Κρ.Π.: Πώς σκέφτηκες τον τίτλο να τον γράψεις στο τέλος με αριθμό;

Β.Ρ.: Η λέξη «Μοιρολα3», με το 3 στο τέλος, είναι ένα σύνθημα που στο μυθιστόρημά μου εμφανίζεται στους τοίχους της χώρας. Προτίμησα αυτή τη γραφή, και επειδή οι νεότεροι σήμερα το συνηθίζουν, επηρεασμένοι από τους Αγγλοσάξονες (π.χ. 4U και διάφορα ανάλογα), αλλά και επειδή αυτός ο τρόπος γραψίματος του τίτλου προειδοποιεί ότι γίνεται ένα μπέρδεμα σ’ αυτό το βιβλίο.

Μία σύνθεση ετερόκλητων πραγμάτων, ένα κουλουβάχατο: το μυθιστόρημα της Πηνελόπης Δέλτα που το έχω μετατρέψει σε μια ιστορία επιστημονικής φαντασίας, το γεγονός ότι είναι παραμύθι, αλλά και ταυτόχρονα μιλάει ξεκάθαρα για τη σημερινή πραγματικότητα…

Κρ.Π.: Εμένα πάει το μυαλό μου και στις 3 μοίρες των αρχαίων Ελλήνων, που θεωρούσαν ότι η μοίρα είναι όχι όπως την εννοούμε σήμερα, αλλά τρία μερίδια, αυτό που κληρονομούμε και δεν αλλάζει, αυτό που φτιάχνουμε με τις επιλογές μας που αλλάζει, και γι’ αυτό επεμβαίνει στο τρίτο μερίδιο (μοίρα) που είναι η τύχη.

Β.Ρ.: Δεν πάω τόσο πίσω, στους αρχαίους. Σήμερα η λέξη μοιρολατρία σημαίνει να αποδέχεσαι τη μοίρα σου και να μην κάνεις τίποτα για να την αλλάξεις.

Κρ.Π.: Αυτός είναι ο σύγχρονος ορισμός της, όμως εφόσον η μοίρα ετυμολογικά παραπέμπει στα τρία μερίδια που χαρίζουν οι τρεις Μοίρες (Άτροπος, Κλωθώ, Λάχεσις), μοίρα δεν είναι κάτι που δεν αλλάζει! Μήπως πρέπει δηλαδή να επανανοηματοδοτήσουμε τη λέξη μοιρολατρία; Στην πραγματικότητα δηλαδή, να …λατρέψουμε τη μοίρα με τις τρεις αυτές διαστάσεις της, για να μπορέσουμε να αλλάξουμε τη ζωή μας; Και εσύ με τον τίτλο σου και με όλη αυτή την ιστορία, κάτι τέτοιο δε δείχνεις;

Β.Ρ.: Ναι, έχει ενδιαφέρον έτσι όπως το λες.

Κρ.Π.: Δεν το λέω εγώ, ο τίτλος σου το λέει…

Β.Ρ.: Δεν το είχα σκεφτεί έτσι. Εγώ εστίασα στη σύγχρονη έννοια της μοιρολατρίας. Που σημαίνει ότι δεν αλλάζει η μοίρα, όλα γίνονται έξω από μένα και δεν μπορώ να επέμβω και να τα επηρεάσω.

Αυτό ακριβώς χάνεις όταν παραδίδεσαι στη μοιρολατρία. Μια ζωή την έχουμε, κι αν δεν προσπαθήσουμε να αγωνιστούμε αυτή τη στιγμή για να αλλάξουμε τα πράγματα, πότε θα το κάνουμε;

Γι’ αυτό και, παρά το παραμυθένιο περιτύλιγμα, είναι πολύ πολιτικοποιημένο το βιβλίο, από τα πιο πολιτικοποιημένα μου, και καταλήγει σ’ ένα κάλεσμα, σε μια κραυγή: «Κινητοποιήσου. Κάνε κάτι! Πάρε πρωτοβουλία για ν’ αλλάξεις τη μοίρα σου». Αυτό αντηχεί σε όλο το βιβλίο.

Κρ.Π.: Μπορείς να θυμηθείς κάτι αυτολεξεί από τις σελίδες του.

Β.Ρ.: Το «Η γλώσσα είναι πατρίδα», που το λέει η πρωταγωνίστρια στην πρώτη σελίδα. Το πιστεύω κι εγώ βέβαια. Δεν είναι και καμιά καινούργια βαθιά σοφία, το ξέρουμε όλοι μας.

Αλλά παρόλο που μέσα στην ιστορία μου δεν υπάρχει σχεδόν τίποτα το δεδηλωμένα ελληνικό, η φράση αυτή ειδοποιεί ότι εδώ μιλάμε για το πρόβλημά μας. Αυτό που επίσης θυμάμαι, είναι και η τελευταία φράση του βιβλίου, που λέει: «Το μέλλον είναι τώρα».

Αυτή η φράση έχει δύο σημασίες. Ότι όλο το μελλοντολογικό κλίμα και μήνυμα του βιβλίου είναι τωρινό, αφορά το σήμερα. Και το κυριότερο, ότι πρέπει να κάνουμε κάτι τώρα για να επηρεάσουμε το μέλλον.

Κρ.Π.: Πότε ένιωσες εσύ στη ζωή σου ότι επεμβαίνεις στη μοίρα σου;

Β.Ρ.: Όλες οι σημαδιακές επιλογές στη ζωή μας αποτελούν τέτοιες επεμβάσεις. Το ότι παντρεύτηκα, το ότι απέκτησα παιδί. Και εν πάση περιπτώσει, εάν δεν ισχύει για άλλες επιλογές μου, ισχύει σίγουρα για το ότι αποφάσισα να ζήσω γράφοντας. Πράγμα στο οποίο αρχικά οι γονείς μου εναντιώθηκαν (φτάσαμε να μη μιλάμε για ένα διάστημα, γιατί φοβόντουσαν ότι θα βασανιστώ και θα πεθάνω στην ψάθα – και είχαν εν μέρει δίκιο). Ειδικά σ’ αυτόν τον τομέα, έφτιαξα απολύτως εγώ ο ίδιος τη μοίρα μου και είμαι υπεύθυνος γι’ αυτήν.

Κρ.Π.: Είσαι ένας μοιρολά3ς, λοιπόν… Πώς βλέπεις τη μοίρα της Ελλάδας με τα σημερινά δεδομένα μοιρολατρίας και όχι ΜΟΙΡΟΛΑ3ς;

Β.Ρ.: Τη βλέπω πολύ δύσκολη. Όπως στρώσαμε, θα κοιμηθούμε. Εννοώ ότι αφήσαμε να κάνουν όλ’ αυτά τα αίσχη οι κυβερνώντες, να κλέβουν και να αλωνίζουν ανενόχλητοι επί τόσα χρόνια, κι εμείς να αρκούμαστε σε κάποια ψίχουλα, που μας αποκοίμιζαν. Και τώρα έρχεται ο λογαριασμός. Και εμείς εξακολουθούμε να κοιμόμαστε, και να είμαστε παραιτημένοι και φοβισμένοι.

Μ’ αυτή την έννοια είναι πολύ δύσκολα τα πράγματα. Και δεν πιστεύω καθόλου ότι θα λυθεί το πρόβλημα μόνο με το να βγει ο ΣΥΡΙΖΑ.
Αν και αυτό καθαυτό το γεγονός έχει αργήσει πάρα πολύ. Θα ’πρεπε να έχει συμβεί εδώ και τρία, τέσσερα χρόνια.

Έπρεπε, δηλαδή, η κοινωνία να έχει αποστραφεί μετά βδελυγμίας το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ που είναι οι κύριοι υπεύθυνοι για τα χάλια μας, και έπρεπε να έχει πετάξει εδώ και καιρό το μπαλάκι στον ΣΥΡΙΖΑ, για να προχωράει η κατάσταση. Αυτή η απουσία εναλλαγής στο πολιτικό σκηνικό, είναι από τα πιο νοσηρά πράγματα που συμβαίνουν στη χώρα μας.

Αλλά κι όταν θα βγει τελικά ο ΣΥΡΙΖΑ, που όλα δείχνουν ότι θα κερδίσει τις επόμενες εκλογές, τότε αρχίζει η δύσκολη φάση. Δεν έληξε κάτι. Δεν λύνεται από σωτήρες το πρόβλημα. Πρέπει εμείς να κινητοποιηθούμε, ο λαϊκός κόσμος, οι άνθρωποι που είναι χτυπημένοι από την κρίση, οι άνεργοι, οι ανασφάλιστοι, τα θύματα της κρίσης πρέπει να ενεργοποιηθούν, να πάρουν πρωτοβουλίες, διαφορετικά δεν μπορεί να μας σώσει κανείς. Ο Τσίπρας από μόνος του δεν φτάνει.

Κρ.Π.: Την Ελλάδα, δηλαδή, μπορούν να τη σώσουν από την κρίση, μόνο τα ίδια τα θύματα αυτής της κρίσης;

Β.Ρ.: Ακριβώς.

Μοιρολα3, του Βαγγέλη Ραπτόπουλου, Εκδόσεις Τόπος