Αλίμονο αν πάψουμε να ονειρευόμαστε _ Της Ελένης Ρουφάνη

08:07, 15 Ιουλ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/100597

…είναι η δική μου κραυγή ότι μπορεί ο κόσμος να γίνεται απαίσιος, αλλά αλίμονο αν πάψουμε να τον ονειρευόμαστε _όλοι μας και προπάντων οι νέοι άνθρωποι. » η συγγραφέας Ελένη Ρουφάνη, αφηγείται στην Κρυσταλία Πατούλη, τη δημιουργική εμπειρία της συγγραφής –από την έμπνευση μέχρι το τυπογραφείο– του νέου της βιβλίου με τον επίκαιρο τίτλο «Κάτω τα χέρια από τα όνειρά μου«, των εκδόσεων Κέδρος.


«Η προγραμματισμένη από μήνες παρουσίαση προηγούμενου βιβλίου μου, το Δεκέμβρη του 2008, συνέπεσε με την κηδεία του μαθητή Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Δεν κατάφερα να αναβάλω τη μικρή μου γιορτή, ψέλλισα δυο λόγια απολογητικά και συνέχισα να υπερασπίζομαι τις λέξεις.

Τα παιδιά μου ήσαν τότε έντεκα και δώδεκα χρονών και παρακολουθούσαν τα γεγονότα που συγκλόνιζαν την Αθήνα με θυμό, αδυνατώντας να τα κατανοήσουν. Τουλάχιστον θα πάψουν ν’ ανήκουν στη γενιά του καναπέ, σκέφτηκα, έχοντας ήδη νιώσει την ιδιότυπη εκείνη ανάγκη παρηγορίας που οδηγεί στη γέννηση ενός επόμενου βιβλίου.

Αντίκριζα με τρόμο την προοπτική μιας κοινωνίας που -εκτός των άλλων δεινών και εξαιτίας τους- εκτοπίζει το όνειρο. Το ένιωθα άδικο και επικίνδυνο για όλους, πόσο μάλλον για τους έφηβους. Πήρα λοιπόν θέση να το υπερασπιστώ, πλάθοντας τους χαρακτήρες που περιφέρονται στις σελίδες του «Κάτω τα χέρια από τα όνειρά μου». Εκεί, η Αλίκη αγωνίζεται για το δικαίωμα να ζωγραφίζει τους ασπρόμαυρους εφιάλτες της και ο Φοίβος ν’ αντιμετωπίζει τον έρωτα αλλά και τη βία. Ο καθένας τους διεκδικεί με πείσμα το δικό του μερίδιο στην ευτυχία κι ας μη μοιάζει πια τίποτα γύρω τους εξασφαλισμένο.

Το Φάσμα ζωντανεύει μέσα από τα σκίτσα της Αλίκης, για να τη βοηθήσει στον πόλεμο με την ταραγμένη κοινωνική πραγματικότητα, αλλά και με τις ορμόνες της, με το άλλο φύλλο  και με τα εξοργιστικά αποσιωπητικά στις απαντήσεις των ενηλίκων. Δεν είναι παρά ένα παιχνίδι του μυαλού της, ένα πλάσμα της φαντασίας που του δίνει σχήμα και φωνή, εξουσιοδοτώντας το άλλοτε να κάνει πράγματα που εκείνη δε θα τολμούσε κι άλλοτε να βάλει φρένο στην επιθετικότητά της. Είναι μια επινόηση που εξασφαλίζει τη συμμετοχή του αναγνώστη στις συνωμοσίες της, μια και δεν υπάρχει για κανέναν από τους υπόλοιπους ήρωες της ιστορίας. Πρόκειται για ένα φάντασμα που μου επέτρεψε να ενσωματώσω υπερβάσεις και φαντασιώσεις σε μια απολύτως καθημερινή ιστορία.

Στο μεταξύ, τα μελανά χρώματα της κρίσης, η βία και η πείνα είχαν ήδη γίνει κομμάτι μιας απίστευτης καθημερινότητας. Όταν ξεκίνησα τα εικαστικά για την εικονογράφηση, πάλευε μέσα μου η οργή με το φόβο κι έπρεπε κάθε τόσο να φωνάζω πως όχι, θα νικήσει η ελπίδα. Έβαλα μια μέρα τα καλά μου και βγήκα βόλτα στην πόλη. Στους κεντρικούς δρόμους συνάντησα το πρόσωπο του κοινωνικού εφιάλτη. Άνθρωποι που ψάχνουν φαγητό στα σκουπίδια και κοιμούνται σε χαρτόκουτα, κάποιοι λιπόθυμοι στα πεζοδρόμια κι οι πιο τυχεροί να τους προσπερνάμε τρομοκρατημένοι. Σειρήνες περιπολικών, οπλισμένοι με ασπίδες και κράνη στις γωνίες κι η μυρωδιά του θυμού ν’ απλώνεται μέχρι το λόφο της Ακρόπολης.

Σκοτείνιασε. Γύρισα στο σπίτι, άναψα το φως και άνοιξα το συρτάρι με τα χρώματα. Να ξορκίσω το κακό, να κάνω χώρο στην ψυχή μου για το όνειρο και την ελπίδα. Να δείξω την ζωγραφιά στον διπλανό μου και μαζί ν’ αλλάξουμε τον κόσμο.

Με τέτοιες σκέψεις, που συχνά φάνταζαν γελοίες και με ληγμένες ενέσεις απ’ το προσωπικό μου οπλοστάσιο, κατάφερα να ολοκληρώσω το «Κάτω τα χέρια από τα όνειρά μου». Προτού καν φτάσει στο τυπογραφείο, η Αλίκη και ο Φοίβος είχαν ορθώσει το ανάστημά τους και απαιτούσαν να παρηγορήσουν τα χειρότερα που προέκυπταν γύρω μου καθημερινά.

Το επόμενο, άτιτλο προς το παρόν βιβλίο που ακόμα δουλεύω, τους συναντάει λίγο πριν από τις πανελλήνιες εξετάσεις, όταν η χώρα συγκλονίζεται από την άνοδο του φασισμού, με την ανεργία να ξεπερνάει το είκοσι τέσσερα τοις εκατό, με το εξήντα οκτώ τοις εκατό του πληθυσμού να ζει κάτω από το όριο της φτώχειας και με καθημερινές αυτοκτονίες απελπισμένων πολιτών.

Στο μεταξύ, το «Κάτω τα χέρια από τα όνειρά μου», αργούσε να βρει το δρόμο για τα βιβλιοπωλεία. Είχε κολλήσει στο τυπογραφείο, την πόρτα του οποίου ζήτησα να περάσω την πιο κρίσιμη στιγμή. Ήξερα πως οι δεκαπέντε ultra marine μονοχρωμίες μου θα τυπώνονταν ασπρόμαυρες, αλλά δεν είχα συνειδητοποιήσει πως στο σαμουά χαρτί θα εξαφανίζονταν τα λευκά.

Το σαμουά ευνοεί το κείμενο, ενώ το άσπρο ευνοεί τις ζωγραφιές. Σκάλωσα. Ακόμα κι αν ήταν δική μου η επιλογή, δε θα ήξερα ποιο απ’ τα παιδιά μου ν’ αδικήσω. Ίσως δεν έπρεπε να παραβρεθώ σ’ αυτή τη διαδικασία. Το ζήτησα από φόβο μην μπουκώσουνε τα μαύρα κι εξαφανιστούνε τα γκρίζα, αλλά αυτή είναι μόνο η μισή αλήθεια. Η άλλη μισή έχει να κάνει με την αθεράπευτη περιέργειά μου.

Ήταν η δεύτερη φορά που βρισκόμουν σε τυπογραφείο και πήγα εξοπλισμένη με τη φωτογραφική μου μηχανή. Μου έδωσαν πρόθυμα την άδεια να τη χρησιμοποιήσω. Οι μυρωδιές και οι ήχοι δραπέτευσαν από τις ογδόντα επτά λήψεις της κάμερας, αλλά όχι και από το σχετικό αρχείο του εγκεφάλου μου.

Δε νομίζω να ξεχάσω ποτέ το σπινάρισμα του μηχανήματος, καθώς μ’ έβαζε κάθε φορά στον πανικό πως λέξεις και εικόνες θα γίνουν μια γκρίζα σούπα που θα σερβιριστεί με την υπογραφή μου. Κι ύστερα, το ρυθμικό alarm -απλή σηματοδότηση λήξης για κάθε στάδιο της διαδικασίας- αντηχούσε στα αυτιά μου σα σειρήνα νοσοκομειακού σε μποτιλιάρισμα. Όσο να ‘ναι, η μυρωδιά του τυπογραφείου προκαλεί μια ελαφριά μέθη…

«Αν δεν είναι κόπος, θα έπινα τώρα εκείνο το καφεδάκι» είπα και σωριάστηκα στην καρέκλα. Ολόγυρά μου ντάνες από δεκαεξασέλιδα περίμεναν τη σειρά τους για τα μηχανήματα που θα τις δίπλωναν, θα τις έκοβαν και θα τις βιβλιοδετούσαν. Οι λιγοστοί άνθρωποι που τα χειρίζονταν πηγαινοέρχονταν σιωπηλοί. Οι υπάλληλοι σχόλασαν στις τρεις και μισή.

Ο τυπογράφος δε φεύγει ποτέ πριν τις εννιά το βράδυ. Υπερασπίζεται τη μικρή του επιχείρηση που λειτουργεί με όλο και λιγότερο προσωπικό, όλο και μεγαλύτερα έξοδα, όλο και χειρότερες προοπτικές. Ό,τι ακριβώς ισχύει και για τους εκδότες, τους βιβλιοπώλες, τους δημιουργούς αλλά και τους αποδέκτες του κάθε βιβλίου. Κι όμως, στεκόμασταν εκεί και αυξομειώναμε τα γκρίζα σα να ήταν το σημαντικότερο πράγμα στον κόσμο. Οι φράσεις μας για την κοινωνικοοικονομική κρίση έμεναν μετέωρες _πολεμούσαμε το τέρας με ανεπαίσθητες  αποτυπώσεις.

Παραμονές Χριστουγέννων και τα χρώματα του απομεσήμερου έμοιαζαν ανοιξιάτικα. Οι έφηβοι του σπιτιού, θα είχαν επιστρέψει απ’ το σχολείο. Η σκέψη πως υπήρχε φαγητό στο ψυγείο με γέμισε ανακούφιση. Δεν μπόρεσα ν’ αντισταθώ στην παρόρμηση να ψάξω για μια «λούπα» _το μικρό, θαυματουργό φακό που εισβάλει στα άδυτα κάθε φωτογραφημένης πινελιάς, αποκαλύπτοντας τους λευκούς και μαύρους της κόκκους.

Ευτυχώς, για το επόμενο βιβλίο είχα δουλέψει περισσότερο το κείμενο παρά τις εικόνες. Ο τυπογράφος μου έδωσε πολύτιμες συμβουλές για καλύτερο αποτέλεσμα στην εκτύπωση. Δυνατά contrast σε λείο χαρτί _άσπρο, μαύρο, άντε κι ένας τόνος γκρίζο. Για μια στιγμή είχα την ψευδαίσθηση ότι ξεκαθάρισαν οι ασπρόμαυρες εικόνες και οι χρωματιστές λέξεις στο κεφάλι μου.

Το «Κάτω τα χέρια από τα όνειρά μου» θα έβρισκε τελικά τη θέση του στα ράφια των βιβλιοπωλείων. Είχε έρθει επιτέλους η μοναδική εκείνη στιγμή… Κάθε φορά σα να είναι η πρώτη φορά. Νομίζεις ότι το ορίζεις, αλλά ήδη από τις πρώτες σελίδες έχει δική του υπόσταση, δικές του ανάγκες. Κι είναι πάντα περισσότερες απ’ όσα μπορείς να του προσφέρεις. Ζητάει αλλαγές, διεκδικεί το χρόνο και την προσοχή σου, φέρνει τα πάνω κάτω στη ζωή σου.

Ένα ατέλειωτο πήγαινε – έλα ανάμεσα στον παράδεισο και στην κόλαση η ανατροφή του. Όταν επιτέλους ολοκληρώνεται, το εμπιστεύεσαι σε άλλους, για να οργανώσουν την είσοδό του στον κόσμο. Από μια απόσταση πια, βλέπεις τα ελαττώματά του, αλλά δε μπορείς τίποτα να κάνεις. Υπάρχει μια τελευταία στιγμή που είστε μόνοι οι δυο σας, όταν παίρνεις το πρώτο αντίτυπο στα χέρια σου με τη μυρωδιά του τυπογραφείου. Εγώ, αναρωτιέσαι, το έκανα αυτό; Και το αφήνεις. Από ‘δω και μπρος είναι δικό σου λιγότερο από ποτέ.

Και στο επόμενο, η απόπνοια του μπαρουτιού μερικές στιγμές γίνεται θαλασσινή, θυμαρίσια, ερωτική. Και θες να μείνεις εκεί για πάντα, να κουβαλήσεις το σπίτι σου σαν το σαλιγκάρι, να το κρύψεις στα σκοίνα και στις αλυκές και να τα τολμήσεις όλα. Όλα όσα σου στερούν τα ουρλιαχτά  στην τηλεόραση. Θες να φωνάξεις «έτσι πρέπει να ‘ναι η ζωή», αλλά ντρέπεσαι. Ντρέπεσαι να χαρείς.

Γυρίζεις λοιπόν στο άλλο σπίτι, το καθημερινό, γέρνοντας του ώμους. Αγνοείς τις οθόνες κι ανάβεις το φως _όχι, όχι το ηλεκτρικό. Ψάχνεις σε συρτάρια σκονισμένα, μέχρι να βρεις εκείνο το κερί από την τελευταία φορά που πήγες σε ανάσταση. Ήσουν ακόμα παιδί και το ‘χεις φυλάξει κρυφά κι από τον εαυτό σου _φως ζεστό, σα φλόγα ερωτική, ντροπαλή και λαίμαργη.

Όχι, όχι ενοχή! Τιμή σου ταπεινή να θυμίσεις στον άνθρωπο τη χαρά. Δεν είναι πολυτέλεια το όνειρο. Είναι ανάγκη η ελπίδα, είναι όπλο ενάντια στο φόβο και στον τρόμο.

Το «Κάτω τα χέρια από τα όνειρά μου» είναι η δική μου κραυγή ότι μπορεί ο κόσμος να γίνεται απαίσιος, αλλά αλλοίμονο αν πάψουμε να τον ονειρευόμαστε _όλοι μας και προπάντων οι νέοι άνθρωποι.»

Η Ελένη Ρουφάνη γεννήθηκε το 1959 στην Αθήνα. Σπούδασε στην Ελλάδα και την Αμερική, απ’ όπου επέστρεψε το 1985 με μάστερ κοινωνιολογίας. Εργάστηκε ως καθηγήτρια σε κολέγια των Αθηνών και ως κειμενογράφος σε διαφημιστικές εταιρίες. Είναι παντρεμένη και μητέρα δύο παιδιών. Έχει μεταφράσει κείμενα και διηγήματα από τα αγγλικά, για το περιοδικό «Πολιορκία», 1986, και το «Αποχαιρετισμός στα όπλα» του E. Hemingway, εκδ. Ερατώ, 1989. Το 1993 κυκλοφόρησε το πρώτο της μυθιστόρημα «Το δώρο του φόβου», εκδ. Μέδουσα, το 1999, το «Έλα να παίξουμε…», εκδ. Καστανιώτη και «Το ταξίδι του Καμάλ» το 2007, από τις εκδόσεις Μοντέρνοι Καιροί. Το Δεκέμβρη του 2008 κυκλοφόρησε το παραμύθι «Κρυφτό μέσα στα χρώματα», από τις εκδόσεις Κέδρος, στο οποίο έκανε και τις ζωγραφιές. Το τελευταίο της μυθιστόρημα Κάτω τα Χέρια από τα Όνειρα μου, κυκλοφορεί επίσης από τις εκδόσεις Κέδρος, με δική της εικονογράφηση.

Advertisements