Διπλό βιβλίο: Η αφήγηση της Σταματίας Μπαρμπάτση και η Ιστορική ανάγνωση

Παρόλο που όλοι γνωρίζουμε ότι η ραχοκοκαλιά του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ και του Δημοκρατικού Στρατού υπήρξαν οι αγρότες, η διαμόρφωση της μνήμης του εμφυλίου έγινε από την ηγεσία του κινήματος, η οποία βρισκόταν στην Αθήνα και ελάχιστη σχέση είχε με την ελληνική ύπαιθρο. Η Σταματία Μπαρμπάτση, φτωχή -γι’ αυτό και αγράμματη- αγρότισσα, συμμετείχε στην Αντίσταση της δεκαετίας του ’40, μεταφέροντας εφόδια για τους αντάρτες του ΕΛΑΣ, βασανίστηκε από τη συμμορία του Βουρλάκη στη διάρκεια της «λευκής» τρομοκρατίας(’45-’46), στον εμφύλιο βγήκε στο βουνό για να σωθεί και εντάχτηκε στον Δημοκρατικό Στρατό, τραυματίστηκε με διαμπερές τραύμα στα γεννητικά όργανα, συνελλήφθη, ξανα-βασανίστηκε, πέρασε στρατοδικείο και έζησε στη φυλακή σχεδόν για 10 χρόνια.

Η ερευνήτρια ιστορικός και συγγραφέας Τασούλα Βερβενιώτη, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη και το Tvxs.gr για την αφήγηση της αντιηρωίδας Σταματίας Μπαρμπάτση και την ιστορική της ανάγνωση από την ίδια στο Διπλό Βιβλίο, που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κουκίδα:

Τ.Β.: «Το Διπλό Βιβλίο είναι μια πραγματεία πάνω στην προφορική ιστορία και τη μνήμη του εμφυλίου. Και είναι πράγματι διπλό. Συγκροτείται από την Αφήγηση της Σταματίας Μπαρμπάτση, το κείμενο δηλαδή που έγραψε η Σταματία και ένθετα περιέχει τμήματα από τη συνέντευξη που είχε δώσει, καθώς και την Ιστορική ανάγνωση. Η Ιστορική Ανάγνωση, με αφετηρία τη μαρτυρία της Σταματίας και σε συνδυασμό με τις αρχειακές πηγές καθώς και με άλλες γραπτές μαρτυρίες (31 τίτλοι στην περίπτωση των φυλακών Αβέρωφ), προσπαθεί να ανιχνεύσει  ποιοι ήταν αυτοί οι άνθρωποι που στη διάρκεια της δεκαετίας του 1940 οραματίστηκαν, μέσα στους καπνούς του πολέμου, μια άλλη κοινωνία και έδωσαν ακόμα τη ζωή τους για την πραγματοποίησή της.

Αξίζει να σημειωθεί ότι στο συνέδριο του ΚΚΕ που έγινε αμέσως μετά τον πόλεμο, τον Οκτώβρη 1945, στην Κεντρική Επιτροπή δεν εξελέγη κανένα από τα στελέχη που αναδείχτηκαν μέσα από το αντιστασιακό κίνημα και ενώ η νεολαία, η ΕΠΟΝ, είχε 800.000 μέλη εξελέγη μόνο ένας: ο Φ. Βέτας που ήταν και Ακροναυπλιώτης. Επιπλέον, ο Γενικός Γραμματέας του Κόμματος Ν. Ζαχαριάδης όταν αναπτυσσόταν αυτό το μεγαλειώδες κίνημα βρισκόταν εκτός Ελλάδας.

Η μνήμη λοιπόν της αντίστασης και ειδικότερα του εμφυλίου διαμορφώθηκε μέσα από τις μαρτυρίες των στελεχών που βρίσκονταν στην Αθήνα, γιατί οι άνθρωποι της ελληνικής επαρχίας υπέφεραν πολύ περισσότερο από τις διώξεις της ‘εθνικόφρονας’ δεξιάς. Οι επαρχιώτες επίσης δεν είχαν τη δυνατότητα να γράφουν αλλά και να εκδίδουν μαρτυρίες. Και το σημαντικότερο είναι ότι οι ιστορικοί δεν είχαν πρόσβαση στα αρχεία. Αρκεί να αναφέρουμε ότι το 1989 όλα τα κοινοβουλευτικά κόμματα αποφάσισαν να στείλουν ‘τους φακέλους’ (τα αρχεία της Αστυνομίας) στην πυρά της Χαλυβουργικής και ότι ακόμα και σήμερα τα αρχεία του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού (ΕΕΣ),  ο οποίος είχε αναλάβει τον εφοδιασμό των «στρατοπέδων πειθαρχημένης διαβίωσης» του εμφυλίου, τον επαναπατρισμό των παιδιών από τις χώρες του Ανατολικού Μπλοκ κ.ά. πολλά, δεν είναι προσβάσιμα στους ιστορικούς.

Η αφήγηση της Σταματίας Μπαρμπάτση όσο και Η ιστορική ανάγνωση δεν αναπαριστούν ένα νεκρό παρελθόν∙ απηχούν τη φωνή ενός ‘απλού’ ανθρώπου και όχι ενός ήρωα-μάρτυρα. Η ίδια βίωσε τα γεγονότα της κρίσιμης δεκαετίας του ’40 και τα αφηγείται μέσα από το οικογενειακό περιβάλλον, το περιβάλλον του χωριού της, την καθημερινότητα των πολέμων της δεκαετίας του ’40, ενός τραυματισμού, αλλά και μιας δεκαετούς φυλάκισης που υπήρξε το επακόλουθο της συμμετοχής της στον αγώνα για μια καλύτερη κοινωνία.

Γεννήθηκε το 1922 στο Περιβόλι Δομοκού και ήταν μια φτωχή αγρότισσα, σαν τόσες άλλες, που η επίσημη ιστορία τις παρέλειπε. Δεν ήταν ‘μορφωμένη’. Δεν μπόρεσε να πάει στο Γυμνάσιο γιατί το κοντινότερο, στο Δομοκό, απείχε πέντε ώρες με τα πόδια. Μπροστά από το χωριό της πέρναγε η σιδηροδρομική γραμμή, πίσω βρίσκονταν τα βουνά και λίγο πιο πέρα τα μεταλλεία χρωμίου. Στη διάρκεια της Κατοχής (1941-44) ήταν χώρος επίζηλα διεκδικήσιμος από τους Γερμανούς και τους αντάρτες. Η Σταματία θα οργανωθεί στην ΕΠΟΝ και με το γαϊδουράκι της, τη Φούλα, θα μεταφέρει εφόδια για τους αντάρτες του ΕΛΑΣ. Θα φτάσει ως την Ήπειρο και τη Θεσσαλία. Με το τέλος του πολέμου και την παράδοση των όπλων του ΕΛΑΣ, θα υποστεί τις συνέπειες της ‘λευκής τρομοκρατίας’ από τη συμμορία του Βουρλάκη.

Το 1947, σε μια επιχείρηση του Στρατού, μαζί με άλλους συγχωριανούς της θα βγουν στο βουνό για να κρυφτούν. Εκεί θα συναντήσουν τους αντάρτες. Αυτοί θα ζητήσουν από τους νέους «όσοι θέλουν, είπαν» να τους ακολουθήσουν. Θα πάρει μέρος σε μια πορεία προς το Γράμμο από όπου θα γυρίσει οπλισμένη και ‘ντυμένη’. Τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας της -με το τέλος των στρατιωτικών επιχειρήσεων- γύρισαν πίσω στο χωριό, το οποίο στη συνέχεια εκκενώθηκε από το Στρατό.

Ως αντάρτισσα του Δημοκρατικού Στρατού πήρε μέρος στη μάχη του Άι Βλάση και σε άλλες επιχειρήσεις στην περιοχή της Τριχωνίδας και της Αιτωλίας. Σε μία από αυτές τις μάχες τραυματίστηκε: διαμπερές τραύμα στην κοιλιακή χώρα. Στάλθηκε σε ένα πρόχειρο νοσοκομείο, το οποίο διαλύθηκε λόγω των επιχειρήσεων, με το όνομα «Χαραυγή», που έκανε ο Στρατός με στόχο την ‘εκκαθάριση’ των ανταρτών από τη Ρούμελη.

Η επιχείρηση «Χαραυγή» έγινε την άνοιξη του 1948. Η Σταματία, ενώ το τραύμα δεν είχε ακόμα κλείσει, προσπαθώντας να φτάσει στα γνώριμά της μέρη, θα δει το φρικτό θέαμα των θερισμένων από τα αεροπλάνα ανθρώπων, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν άμαχοι που είχαν προσφύγει στον Δημοκρατικό Στρατό. Στο διάστημα αυτής της πορείας της τη συνέλαβαν.

Στη διάρκεια των ανακρίσεων της έβγαλαν δυο νύχια από τα πόδια. Την έστειλαν στις φυλακές Λαμίας, όπου το Έκτακτο Στρατοδικείο καθημερινά έβγαζε καταδίκες σε θάνατο και γίνονταν εκτελέσεις. Από τις φυλακές Λαμίας την έστειλαν στις φυλακές Πάτρας και από εκεί πάλι στη Λαμία για να δικαστεί. Μετά την καταδίκη της μεταφέρθηκε στις φυλακές Αβέρωφ, όπου ‘έζησε’ περίπου δέκα χρόνια.

Μετά την αποφυλάκισή της πήγε στο χωριό της, αλλά δεν μπόρεσε να ενσωματωθεί και ήρθε στην Αθήνα. Δούλεψε σε διάφορες δουλειές, παντρεύτηκε, αγόρασε σπίτι και έκανε και κάποια ταξίδια στο εξωτερικό. Δεν ευτύχησε στο γάμο της. Ζούσε μόνη στο Χολαργό όταν έγραψε τη μαρτυρία της, το 1996. Το βιβλίο με τη μαρτυρία της εκδόθηκε το 2003, γιατί οι εκδοτικοί οίκοι δεν έβρισκαν και πολύ ενδιαφέρουσα τη μαρτυρία μιας αγρότισσας φτωχής και αγράμματης.

Ωστόσο, τα βιώματά της αναδεικνύουν τον ενεργό ιστορικό ρόλο των «συνηθισμένων» ανθρώπων σε κρίσιμες φάσεις του ιστορικού γίγνεσθαι, όπως και η σημερινή. Η ιστορία της δεν αναδεικνύει μια εξαιρετική, μια ιδιάζουσα περίπτωση, αλλά αντιπροσωπεύει την πλειοψηφία των ανθρώπων της αγροτικής -τότε- Ελλάδας που ονειρεύτηκαν και πολέμησαν για ένα καλύτερο αύριο.

Διαβάζοντας την ιστορία της, ίσως οι αναγνώστες κατανοήσουν ότι όλοι είναι ενεργοί παίκτες στην Ιστορία. Εξάλλου, όπως -σωστά-υποστηρίζεται, η προφορική ιστορία χρησιμοποιεί το παρελθόν για να διαμορφώσει το παρόν και κατ’ επέκταση το μέλλον. Δημιουργεί την Ιστορία».


Απόσπασμα από τη μαρτυρία της Σταματίας για τα Δεκεμβριανά, όπως τα έζησε τη «λευκή» τρομοκρατία που ακολούθησε:

Ο πόλεμος δεν τέλειωσε
Μετά από το θάνατο του πατέρα μου δεν άργησαν οι Γερμανοί να φύγουν. Ένα, δυο μήνες μετά, έφυγαν. [Σε όλο αυτό το διάστημα] η αγωνία και η κούραση συνεχιζόταν με τον ίδιο τρόπο. Τα πράγματα άρχισαν να φαίνονται [καθαρά] ότι οι Γερμανοί θα φεύγαν. Τα Τμήματα συγκεντρωνότανε πιο κάτω και η δική μας η κούραση μεγάλωνε. Και τώρα αρχίζει ένας καινούργιος Γολγοθάς. Εκείνο το πιο οδυνηρό για μας [ήταν που] βγήκαν οι επονίτες με τον τηλεβόα και φώναζαν γύρω στα βουνά: «Οι γερμανοί φεύγουνε».

Μόλις φύγανε οι Γερμανοί, θυμάμαι βγήκε ένας με τον τηλεβόα πάνω στα βουνά και λέει «Φεύγουν οι Γερμανοί! Ακούστε, ακούστε, χωριανοί φεύγουν οι Γερμανοί! Θα κατέβουμε αύριο στο χωριό». Και τα μαζέψαμε την ίδια μέρα.
Οι χωριανοί χαιρότανε και χόρευαν και μεις κλαίγαμε για τον καλό μου πατέρα που δεν χάρηκε τη Λευτεριά της πατρίδας και που εμείς δεν είχαμε κανένα να μας βοηθήσει να φτιάξουμε κανένα καλύβι να κατέβουμε στο χωριό. Και έτσι η τυραννία η δική μας μεγάλωνε. […]

Και τώρα ας αρχίσουμε [με] την ανοικοδόμηση. Φέρναμε ξύλα από μακριά, εννέα ή δέκα ώρες, και φτιάχναμε τα καμένα. Για μας βέβαια ήταν λίγο δύσκολο που δεν είχαμε άντρα στο σπίτι να μας βοηθάει και έπρεπε να πληρώνουμε. Πού να βρεθούνε; Και όμως τα καταφέρναμε.

Έλα όμως [που] δεν σταθήκαμε ήσυχοι! Έγιναν τα Δεκεμβριανά. Κατάφτασε η Αθήνα κοπάδια κοπάδια [για] να τους φροντίζουμε να τρώνε, να κοιμούνται και έπειτα φεύγανε αυτοί, έρχονταν άλλοι. Αυτό γινότανε ώσπου να φτιάξουν τα πράγματα. Και όμως το δικό μας μαρτύριο δε θα σταματήσει. Δεν ήταν μόνο που τρώγανε και κοιμόντουσαν, μας γεμίσανε και ψείρα. Κάναμε υπομονή ώσπου να δούμε τι θα γίνει.
Που καλύτερα να το κάνανε αυτό το πράγμα. Να διώχνανε  τους αριστερούς και να γίνουμε κι εμείς δύο. Θα ήταν καλύτερα.
–  Τί δύο;
Μισή χώρα, όπως έγινε η  Γερμανία. Έπρεπε να τις αφήσουν. Είχαν κουβαληθεί οι άνθρωποι οι περισσότεροι εκεί. Δεν  είχαμε που να τους βάλουμε. Να ταΐζουμε, να κοιμούνται, να περνάνε απ’ τα σπίτια γεμάτα. Περνούσαν και πήγαιναν προς το βορρά επάνω. Αλλά μετά δεν ξέρω τι έγινε εδώ πέρα. Λάβανε εντολή και ξαναγύρισαν στα σπίτια τους οι άνθρωποι.

Η «λευκή» τρομοκρατία: οι Βουρλάκηδες
Κάποτε πέρασε και αυτό. Δεν άργησαν [όμως] να έρθουν τα χειρότερα. Δήθεν είχαν τα πράγματα ησυχάσει –με τα λόγια, όχι με τα έργα. Δεν μας έφτανε το χάλι μας που παλεύαμε να φτιάξουμε τα καμένα, να μπούμε μέσα και μεις και [τα] λίγα ζώα που είχαμε, η Πολιτεία οργάνωσε τους ταγματασφαλίτες. Τους πλήρωσε να αρχίσουνε την τρομοκρατία και όπως έγινε.

Μόλις  έφυγαν οι Γερμανοί, αυτό πρέπει να γράψετε, αυτό είναι το πιο κύριο, φτάσανε οι μαυροσκούφηδες στα χωριά.

Εκεί κοντά σε μας είχαμε τους Βουρλάκηδες, από διάφορα χωριά κοντά στη Λαμία: Στίρφακα, Καρυά και άλλα που δεν τα ξέρω. Στη Θεσσαλία τους Σούρληδες που αυτοί κατάφεραν με το ξύλο και το σκότωμα να δημιουργήσουν τον εμφύλιο.

Εμείς στο χωριό μας δεν είχαμε [ταγματασφαλίτες]. Έρχονταν απ’ έξω. Από κάτι χωριά εκεί πέρα που ήταν αυτός –ένας καπετάνιος– ο Βουρλάκης που λεγότανε. [Από] ένα χωριό Καρυά, Στίρφακα από κει πέρα. Μάζευε δικούς του, που ήταν παλιά όλο κλέφτες και έκλεβαν τα κατσίκια τα δικά μας. Ερχόντουσαν και μας τα κλέβανε απ’ τα μαντριά. Αυτοί βγήκαν όλοι και έγιναν ταγματασφαλίτες τότε και πληρώνονταν κι’ έρχονταν και κυνηγούσαν εμάς.

Κρύβονταν οι άνθρωποι στα βουνά και μετά το έριξαν στους κομμουνιστές ότι έκαναν στον εμφύλιο. Άρχισαν με τα ραδιόφωνα και τις τηλεοράσεις να φωνάζουν ενάντια στους κομμουνιστές και τους παρουσιάζανε όπως αυτοί θέλανε. Ληστοσυμμορίτες, σφαγιαστές και ό,τι άλλο μπορούσαν. Άντε τώρα εσύ να βγάλεις από τα μυαλά των απλών ανθρώπων αυτά που ακούγανε κάθε μέρα. Τους έκαναν πλύση εγκεφάλου.

Άρχισαν συλλήψεις, κάθε μέρα: όπου καταλάβαιναν κάποιον αριστερό τον αρπάχνανε. Είχαμε βλέπεις και τους πληρωμένους χαφιέδες που παρακολουθούσαν τα πάντα και έκλεισαν τους μισούς Έλληνες στη φυλακή.

Θα σας γράψω λίγα για τους ταγματασφαλίτες να καταλάβετε τι γινότανε. Το 45 παλέψαμε σκληρά να ξαναφτιάξουμε πάλι τα καμένα καλύβια [για] να μείνουμε εμείς, να βάλουμε τα λίγα ζώα που γλιτώσαμε, να βάλουμε τροφές για το χειμώνα. Εμείς είχαμε κάνει στο αλώνι μας μία μεγάλη αχυρώνα για τις τροφές για τα ζώα. Αυτή κατήντησε να είναι η κρυψώνα των επιδρομ[έ]ων του Βουρλάκη. Τα αλώνια ήτανε πιο κάτω από το χωριό και βολευότανε αυτοί.

Η πρώτη επιδρομή ήτανε μέσα στο χωριό πρωί πρωί. Δεν είχε καλοφέξει ακόμα. Το σπίτι μας εμάς ήτανε στο τέλος του χωριού. Ήτανε η μεγάλη πλατεία του χωριού και από εκεί άρχιζε ο κάμπος γι αυτό ό,τι και να γινότανε στο χωριό το δεχόμασταν εμείς πρώτα. Εκείνο το πρωινό είμαστε με την αδελφή [μου] μόνες στο σπίτι. Σηκώθηκα να βγάλω δυο τρεις κατσίκες που είχαμε να τις πάρει ο τσοπάνος. Ανοίγοντας την πόρτα βλέπω μπροστά μου ένα καβαλάρη με οπλοπολυβόλο στα χέρια έτοιμος να πυροβολήσει και πιο πέρα γεμάτη η πλατεία ταγματασφαλίτες με τα όπλα στα χέρια.  Δεν πρόλαβα καλά καλά να καταλάβω [τί γινότανε]. Έβαλε εμπρός ο καπετάνιος να ρίχνει από πάνω από τα σπίτια. Του πέφτουν οι σφαίρες κάτω και μου φωνάζει: «Μάζεψε τις σφαίρες». Εγώ άλλο από το φόβο, άλλο από τον ύπνο δεν τις έβλεπα. «Πάρε και αυτές. Πάρε!» φώναζε από το άλογο. Ρίχνανε και οι άλλοι στον αέρα. Κι από το φόβο έτρεμα. Τις έτρεμα  πιο πολύ αυτούς παρά τους Γερμανούς, απ’ αυτά που τραβήξαμε.
Τους μαζεύει όλους και φεύγει και μου λέει: «Σήμερα δεν σας πείραξα. Άλλη φορά θα σας μαζέψω όλες και θα μαρτυρήσετε ποια ήτανε στο ΕΛΑΣ, ποια ήτανε στην ΕΠΟΝ». Και έτσι έγινε.

Το μαρτύριο ήταν μεγάλο στο χωριό. Κάθε τρεις και λίγο οι Βουρλάκηδες στην τρομοκρατία. Φόβος, ξύλο και δεν τους εμπόδιζε κανείς. Θα σας γράψω μόνο ένα περιστατικό να καταλάβετε. Ένα βράδυ ήρθανε κρυφά. Κύκλωσαν το χωριό και παρουσιαστήκανε το πρωί και τα κάνανε λίμπα. Στη γειτονιά μας είχαμε [κάτι] ανιψιές του Νικηφόρου, που ήτανε αξιωματικός του ΕΛΑΣ, και δεν είχαν καλές πληροφορίες και πιάσανε εμένα και την αδελφή μου. Και αν δεν ερχότανε μια χωριανή -δεν ξέρω αν ήταν και συγγενής του- να μας βγάλει από τα χέρια του, θάχαμε κακά ξεμπερδέματα. [Αυτή] άρχισε και τον τράβαγε να τον ρίξει κάτω από το άλογο.

Κι ήρθε μια χωριανή του και τον πιάνει και του λέει «Έλα εδώ βρε κατσίκι» του λέει –συγγενή τον είχε τι τον είχε δεν ξέρω— «αυτά τα καλύτερα κορίτσια του χωριού πας να δείρεις; Γιατί τα δέρνεις τα κορίτσια; Κι αν βρέθηκαν τα κορίτσια στο Βουνό κι αν βοηθούσαν τα κορίτσια, τα κορίτσια φταίνε ή ο Γερμανός που ήρθε μέσα; Δεν ντρέπεστε λίγο», λέει, «που βγήκατε και κυνηγάτε τον κόσμο;» Και γλυτώσαμε εκείνη τη φορά. Γλυτώσαμε, γιατί ήρθε η γυναίκα αυτή.

Λεγόταν Σκαλιστήρα αυτή η κυρία. Μας έσωσε τότε.

Διπλό Βιβλίο

Η αφήγηση της Σταματίας Μπαρμπάτση

Η ιστορική ανάγνωση

Τασούλα Βερβενιώτη, Εκδ. Κουκίδα – 2017

Το Διπλό Βιβλίο είναι ένα καινοτόμο βιβλίο. Η Αφήγηση της Σταματίας Μπαρμπάτση περιλαμβάνει τη γραπτή και ένθετα την προφορική μαρτυρία της. Η Ιστορική Ανάγνωση γίνεται με βάση την αφήγηση της Σταματίας, μιας γυναίκας που ακολούθησε τον ρυθμό της εποχής της, του χωριού της, της οικογένειάς της, όπως άλλωστε οι περισσότεροι άνθρωποι τους οποίους μέχρι τώρα η ιστορία συστηματικά τούς παρέλειπε.
Το βιβλίο αποτελείται από τέσσερα μέρη: Το πρώτο αναφέρεται στη ζωή της στο προπολεμικό Περιβόλι, στην ΕΠΟΝ και στον Δημοκρατικό Στρατό. Το δεύτερο -για τις φυλακές- είναι πιο εκτεταμένο, γιατί η ανάγνωσή του έθεσε πολλά ερωτηματικά. Η αφήγηση της Σταματίας δουλεύτηκε συγκριτικά με 31 άλλες γραπτές μαρτυρίες γυναικών κρατουμένων. Το τρίτο μέρος αφορά την ιδεολογική ταυτότητα των εαμογενών αριστερών, των αντιστασιακών. Το τέταρτο αποτελεί μια απόπειρα ιστορικής κειμενικής ανάλυσης της γραπτής και της προφορικής μαρτυρίας της Σταματίας.

Η Τασούλα Βερβενιώτη είναι ιστορικός και η ερευνητική της δραστηριότητα επικεντρώνεται στην κοινωνική ιστορία της δεκαετίας του 1940. Έχει γράψει τα βιβλία: Η Γυναίκα της Αντίστασης. Η Είσοδος των Γυναικών στην Πολιτική 1994 (Οδυσσέας 1994) & (Κουκκίδα 2013)∙  Το Διπλό βιβλίο. Η Αφήγηση της Σταματίας Μπαρμπάτση. Η ιστορική ανάγνωση που τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μαρτυρίας-Χρονικού (2004)∙ Το Αναπαραστάσεις της Ιστορίας  (Μέλισσα 2009) που αναδεικνύει τα προβλήματα του άμαχου πληθυσμού τη δεκαετία του 1940 και περιέχει περίπου 500 φωτογραφίες από τα αρχεία του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού∙ Το Κούλα Ξηραδάκη «Εγώ δεν τα Παράτησα…» (Κουκκίδα 2012) αποτελεί έναν φόρο τιμής στην αυτοδίδακτη ιστορικό.

Έχει πάρει μέρος σε πολλά συνέδρια και έχει γράψει πλήθος άρθρων στα ελληνικά, αγγλικά, γαλλικά και γερμανικά. Από το 2011 πρωτοστατεί στην οργάνωση σεμιναρίων και την ίδρυση Ομάδων Προφορικής Ιστορίας.

Η Σταματία Μπαρμπάτση γεννήθηκε το 1922 στο Περιβόλι Δομοκού, που βρίσκεται στις αρχές του ορεινού συγκροτήματος της Πίνδου, κοντά στη σιδηροδρομική γραμμή και τα μεταλλεία χρωμίου. Στην Κατοχή ήταν χώρος επίζηλα διεκδικήσιμος και για τους Γερμανούς και τους αντάρτες. Τότε η Σταματία εντάχθηκε στην ΕΠΟΝ και κουβαλούσε φορτία για τους αντάρτες. Μετά την απελευθέρωση, υπέστη τις τιμωρίες της συμμορίας του Βουρλάκη. Το 1947, μαζί με άλλους συγχωριανούς της βγήκε στο Βουνό, λόγω του φόβου των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων του Στρατού. Εντάχθηκε στον Δημοκρατικό Στρατό, πήρε μέρος σε μία πορεία 1.000 χλμ. προς τον Γράμμο, καθώς και σε μάχες∙ τραυματίστηκε, συνελήφθη  και έμεινε στη φυλακή περίπου δέκα χρόνια. Επέστρεψε στο Περιβόλι, αλλά δεν έμεινε. Εγκαταστάθηκε στην Αθήνα.

 

 

Δημοσιεύτηκε: Tvxs – Διπλό βιβλίο: Η αφήγηση της Σταματίας Μπαρμπάτση και η Ιστορική ανάγνωση

Advertisements

Εκδήλωση για το βιβλίο του Γιώργου Κολέμπα: «Επιστροφή προς τα… μπρος»

Τη Δευτέρα 12 Ιουνίου 2017, 8μμ, στο βιβλιοπωλείο των Συναδέλφων, οι εκδόσεις Ταξιδευτής παρουσιάζουν το αφήγημα του Γιώργου Κολέμπα «Επιστροφή προς τα …μπρος!» το οποίο είναι βασισμένο σε πραγματική ιστορία.

Όπως αφηγείται ο ίδιος ο συγγραφέας:

«Το τελευταίο αυτό βιβλίο υπο μορφή αφηγήματος, είναι η σύνοψη απόψεων, προτάσεων, δράσης και τρόπου ζωής ενός μικρού κινήματος ανθρώπων, που την προηγούμενη 20ετία προσπαθούσαν «δια του παραδείγματος» να αναδείξουν ένα άλλο τρόπο ζωής και κοινωνικοπολιτικής πράξης, πέρα του κυρίαρχου νεοελληνικού κοινωνικού παραδείγματος και της πολιτικής-κομματικής δράσης. Σήμερα στα πλαίσια της συνολικής κρίσης και του «ναυαγίου» του μοντέλου ανάπτυξης που ακολουθήθηκε στη χώρα, θεωρώ ότι η στροφή προς την «επανατοπικοποιημένη» κοινωνία μπορεί να αφορά σε ένα ευρύτερο σύνολο στρωμάτων της ελληνικής κοινωνίας.»

Διαβάστε στο tvxs.gr: Γιώργος Κολέμπας: Επιστροφή προς τα… μπρος!

Στη συζήτηση – παρουσίαση θα συμμετέχουν, ο ίδιος ο συγγραφέας του βιβλίου και η δημοσιογράφος – σύμβουλος ψυχικής υγείας, Κρυσταλία Πατούλη(Η Έρευνα για την κρίση (2010-2014), σεμινάριο Αφήγηση Ζωής. Στην εκδήλωση συμπράτουν φορείς Αλληλέγγυας και Συνεργατικής Οικονομίας.

Info:
Δευτέρα 12 Ιουνίου 2017, 8μμ.
Βιβλιοπωλείο των Συναδέλφων
Καλλιδρομίου 30, Αθήνα

Επιστροφή προς τα …μπρος!, εκδόσεις Ταξιδευτής

“Εμείς δε χρησιμοποιούσαμε τον όρο «αποκέντρωση». Προτιμούσαμε το «επανατοπικοποίηση». Συνδέαμε τον τόπο εγκατάστασής μας με τον «ου τόπο». Την ουτοπία που ξέραμε ότι δεν υπήρχε κάπου και που θα έπρεπε να τη δημιουργήσουμε. «Να δημιουργήσουμε τον κόσμο μας, μέσα στον κόσμο που θέλουμε να αφήσουμε πίσω μας». Ήταν το σύνθημά μας. Επιστροφή, αλλά όχι προς τα πίσω! Επιστροφή… προς τα μπρος! Ήταν το άλλο σύνθημά μας. […]»
Για εμάς ένας άλλος κόσμος δεν είναι μόνο εφικτός, είναι ΥΠΑΡΚΤΟΣ.”

Μια παρέα νέων της πόλης, προς το τέλος της δεκαετίας του ’80, προετοιμάζονταν με συζητήσεις και αυτοεκπαίδευση να αφήσουν πίσω τους τη «χαβούζα» του Λεκανοπεδίου για μια δημιουργική μετεγκατάσταση στην ελληνική περιφέρεια.

Τελικά κατέληξαν να εγκατασταθούν το 1990 στο Πήλιο, μεταξύ δύο χωριών, προσπαθώντας να δημιουργήσουν μια «διευρυμένη οικογένεια» από 3-4 ζευγάρια, με ένα διαφορετικό -από τον κυρίαρχο- τρόπο ζωής. Συνάντησαν πολλές δυσκολίες στο εγχείρημά τους, δεν κατάφεραν πλήρως να υλοποιήσουν τα όνειρά τους, αλλά είχαν κοινές δραστηριότητες και με άλλους ανθρώπους ντόπιους ή «νεοφερμένους» στην περιοχή προσπαθώντας να λειτουργήσουν σαν
παράδειγμα στην τοπική κοινωνία, ασχολούμενοι π.χ. με τη βιολογική-φυσική καλλιέργεια, τις βιοκλιματικές κατασκευές και εναλλακτικές μορφές ενέργειας, τη διακίνηση οικολογικών προϊόντων, με το κίνημα των οικοκαλλιεργητών και το κίνημα ενάντια στα μεταλλαγμένα.

Καταγόμενοι οι ίδιοι ή έχοντας γονείς από χωριά, την επιστροφή τους ή την επανατοπικοποίησή τους -όπως την χαρακτήριζαν- δεν την έβλεπαν σαν «αναχώρηση» και απομόνωση από τη ζωή της πόλης ή σαν επιστροφή προς τα πίσω στο παρελθόν, αλλά σαν επιστροφή σε μια καλύτερη ποιότητα ζωής, συνδεδεμένη με τη φύση και τα προβλήματα του συγκεκριμένου τόπου, τον οποίο ήθελαν να μετασχηματίσουν σε «ευ-τόπο». Για αυτό η επιστροφή τους …ήταν προς τα εμπρός, γιατί προσπάθησαν να δημιουργήσουν στοιχεία ενός μελλοντικού κόσμου, στα πλαίσια του κόσμου που άφησαν πίσω τους, ελπίζοντας ότι στο μέλλον θα κινηθούν προς την ίδια κατεύθυνση ένας κρίσιμος αριθμός ανθρώπων, ικανών να βάλουν σε κίνηση και την ίδια την κοινωνία με στόχο την «ευζωία» της.

Ο Γιώργος Κολέμπας, γεννημένος το 1950 στην Ήπειρο, τέλειωσε Γυμνάσιο-Λύκειο στον Πειραιά, σπουδές στα Μαθηματικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (1968-1972) με μεταπτυχιακό Aufbaustudium Informatik στο Μόναχο (1974-77). Στο διάστημα 1986-90, που ήταν καθηγητής στο Ελληνικό Γυμνάσιο-Λύκειο Φραγκφούρτης έκανε σπουδές Οικολογίας στο πανεπιστήμιο Φραγκφούρτης.

Καθηγητής Μέσης Εκπαίδευσης (1978-2008) με οργάνωση πολλών περιβαλλοντικών προγραμμάτων και συμμετοχή στα τοπικά κοινωνικά και οικολογικά κινήματα πολιτών. Ταυτόχρονα από το 1990, που εγκαταστάθηκε στο Πήλιο, έγινε και οικο-γεωργός με στόχο την προώθηση και οργάνωση της βιολογικής οικο-παραγωγής στην Ελλάδα και τη διακίνηση των οικολογικών προϊόντων. Από το 2008 ασχολείται πλέον εκτός από τις βιοκαλλιέργειες και με τη διαμόρφωση του προτάγματος της Τοπικοποίησης. Μιας στρατηγικής  στα πλαίσια της γενικότερης πρότασης της απο-ανάπτυξης. Σαν απάντηση στη παγκοσμιοποίηση και σαν δυνατότητα μετάβασης σε μια αποκεντρωμένη, επανατοπικοποιημένη, αυτοδιαχειριζόμενη-αμεσοδημοκρατική, οικολογική και αταξική κοινωνία της ισοκατανομής πόρων και εξουσιών.

Έχει εκδώσει το αντίστοιχο βιβλίο: Τοπικοποίηση, από το παγκόσμιο στο τοπικό, καθώς και το βιβλίο: Κοινωνικοποίηση, η διέξοδος από τις συμπληγάδες του κρατισμού και της ιδιωτικοποίησης μαζί με τον Βασίλη Γιόκαρη. Με τον Γιάννη Μπίλλα έχει εκδόσει το βιβλίο: Ο ανθρωπολογικός τύπος της αποανάπτυξης- τοπικοποίησης. Στο συλλογικό βιβλίο με τίτλο: Άμεση δημοκρατία τον 21ο αιώνα έχει συμμετάσχει με το κείμενο: η οικονομία της μετάβασης προς την άμεση δημοκρατία. Έχει εκδώσει επίσης το βιβλίο με  τίτλο: Ο Σύγχρονος Κοινοτισμός. Το τελευταίο του βιβλίο έχει τίτλο: Επιστροφή προς τα…μπρος, ένα αφήγημα βασισμένο σε πραγματική ιστορία.

 

Γιώργος Κολέμπας: Επιστροφή προς τα… μπρος!

Tvxs.gr

[…] Εμείς δε χρησιμοποιούσαμε τον όρο «αποκέντρωση». Προτιμούσαμε το «επανατοπικοποίηση». Συνδέαμε τον τόπο εγκατάστασής μας με τον «ου τόπο». Την ουτοπία που ξέραμε ότι δεν υπήρχε κάπου και που θα έπρεπε να τη δημιουργήσουμε. «Να δημιουργήσουμε τον κόσμο μας, μέσα στον κόσμο που θέλουμε να αφήσουμε πίσω μας». Ήταν το σύνθημά μας. Επιστροφή, αλλά όχι προς τα πίσω! Επιστροφή… προς τα μπρος! Ήταν το άλλο σύνθημά μας […] Για εμάς ένας άλλος κόσμος δεν είναι μόνο εφικτός, είναι ΥΠΑΡΚΤΟΣ. […]
Ο καθηγητής και οικογεωργός Γιώργος Κολέμπας, μιλά για την πορεία της συγγραφής –από την ιδέα μέχρι το τυπογραφείο– του βιβλίου Επιστροφή προς τα …μπρος!, ένα αφήγημα βασισμένο σε πραγματική ιστορία, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Ταξιδευτής.

Το τελευταίο αυτό βιβλίο υπο μορφή αφηγήματος, είναι η σύνοψη απόψεων, προτάσεων, δράσης και τρόπου ζωής ενός μικρού κινήματος ανθρώπων, που την προηγούμενη 20ετία προσπαθούσαν «δια του παραδείγματος» να αναδείξουν ένα άλλο τρόπο ζωής και κοινωνικοπολιτικής πράξης, πέρα του κυρίαρχου νεοελληνικού κοινωνικού παραδείγματος και της πολιτικής-κομματικής δράσης.

Σήμερα στα πλαίσια της συνολικής κρίσης και του «ναυαγίου» του μοντέλου ανάπτυξης που ακολουθήθηκε στη χώρα, θεωρώ ότι η στροφή προς την «επανατοπικοποιημένη» κοινωνία μπορεί να αφορά σε ένα ευρύτερο σύνολο στρωμάτων της ελληνικής κοινωνίας.

Αυτό φαίνεται και από τα πολλά αυτοοργανωμένα, αυτοδιαχειριστικά και κοινοτικά εγχειρήματα, που ξεπήδησαν σήμερα, κατά την περίοδο της κρίσης, που έχει έρθει για να μείνει για πολύ καιρό στη χώρα.

Περισσότεροι πολίτες της  βλέπουν ότι είναι αναγκαίο από τη μια να ξεπερασθεί το παγκοσμιοποιημένο καπιταλιστικό μοντέλο «ανάπτυξης» που μας οδηγεί σε οικονομικές και οικολογικές καταστροφές. Από την άλλη αντιλαμβάνονται ότι για να είναι αυτό δυνατό, θα χρειασθεί ένα σημαντικό μέρος της νεολαίας και των ανέργων των πόλεων να μετεγκατασταθεί με δημιουργικό τρόπο στην περιφέρεια. Για να την αναζωογονήσουν και να στραφούν στην ενδογενή παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας με εφαλτήρα τον αγροδιατροφικό τομέα και την μεταποίηση και όχι μόνο με τις υπηρεσίες και τον υπερδιογκωμένο μέχρι σήμερα τριτογενή.

Όλα αυτά τα χρόνια κάποιοι προσπαθούσαμε να υλοποιήσουμε  κάποιες πλευρές αυτής της πρότασης, σαν επιλογή,  και σαν τρόπο ζωής. Αυτοί οι πειραματισμοί ενός μικρού κινήματος μέχρι τώρα στην Ελλάδα, αλλού είναι αρκετά αναπτυγμένοι. Στην Αυστραλία π.χ, σχεδόν το 30% του πληθυσμού αφήνει πίσω τον μέχρι τώρα τρόπο ζωής του και επιλέγει ένα αποκεντρωμένο στηριγμένο στην ποιότητα και όχι στην ποσότητα νέο τρόπο ζωής και δράσης.

Αν λοιπόν από ανάγκη στραφούν περισσότεροι νέοι προς αυτούς τους κοινωνικούς πειραματισμούς, πλατύτερα κοινωνικά στρώματα, τότε υπάρχουν πολλές δυνατότητες να λυθεί και το κοινωνικό και το οικολογικό πρόβλημα. Είναι μια επιλογή που θα μπορούσε να αποδειχθεί λύση για την επιβίωση, ιδίως των νέων σήμερα, αλλά και των επερχόμενων γενεών.

Στη συνειδητοποίηση της αναγκαιότητας αυτής,  μπορεί να βοηθήσει το βιβλίο. Βέβαια όλα αυτά εκφράσθηκαν σε ένα κύκλο προηγούμενων βιβλίων με τη μορφή δοκιμίων. Γράφθηκαν εν μέρει μαζί με άλλους φίλους: Τοπικοποίηση: Από το παγκόσμιο… στο τοπικό, Κοινωνικοποίηση, Η διέξοδος από τις συμπληγάδες του κρατισμού και της ιδιωτικοποίησης, Ο ανθρωπολογικός τύπος της αποανάπτυξης – τοπικοποίησης, Η άμεση δημοκρατία στον 21ο αιώνα με το κείμενο: H οικονομία της μετάβασης προς την άμεση δημοκρατία και  Ο σύγχρονος κοινοτισμός.

Με τη μορφή αφηγήματος όμως, έχουμε περισσότερες δυνατότητες για επικοινωνία με μεγαλύτερο κύκλο ανθρώπων και πολιτών. Με όσους προβληματίζονται για την σημερινή πραγματικότητα του «γκριζόμαυρου», της παθητικότητας, της μη ανάληψης ευθυνών και της ανάθεσης σε «σωτήρες» από τον «μέσο πολίτη». Προωθώντας την ελπίδα που μπορεί να πηγάσει από την θετική προσωπική στάση, από την υπεύθυνη δημιουργική δράση, από τη στήριξη στα κοινά συλλογικά αγαθά και κυρίως από την ανάδειξη των διαπροσωπικών σχέσεων σε αυτό που ονομάζουμε σχεσιακά αγαθά στα πλαίσια ομάδων και συλλογικοτήτων.

Η γραφή με τη μορφή αφηγήματος που αναφέρεται στην προσπάθεια μιας παρέας φίλων για συνειδητή επιστροφή στην περιφέρεια, όπου υπάρχουν καλύτερες συνθήκες για τη δημιουργία συνθηκών του αύριο στα πλαίσια της ευτοπίας τους, άρχισε ταυτόχρονα με τη συγγραφή των δοκιμίων. Γραφόταν τμηματικά αναπολώντας στη μνήμη μου τα βιώματά τους.

Γι’ αυτό δεν περιγράφω ακριβώς όπως εξελίσσονταν τα πράγματα -πως θα ήταν δυνατόν άλλωστε να αναπαραχθεί ακριβώς το παρελθόν στο παρόν- αλλά όπως είχαν καταχωνιασθεί μέσα μου σαν μέλος της «διευρυμένης οικογένειας» και ξεπηδούσαν σιγά-σιγά στο συνειδητό και στη μνήμη μου, παίρνοντας ταυτόχρονα και μια απολογητική-αυτοκριτική χροιά μέσα από την διαμόρφωση του λόγου και των διαλόγων κυρίως.

Όπως καταλήγω στο τέλος:  Όταν σκέφτομαι και ξανασκέφτομαι πάνω σε αυτά, διαπιστώνω από τη μεριά μου ότι διακατέχομαι μάλλον από την αθεράπευτη ελπίδα ότι ο άνθρωπος θα επιλέξει, ή τελικά θα αναγκασθεί, να στραφεί πάλι προς τις δύο «μάνες» που τον έφεραν σαν είδος ως εδώ. Την πρωταρχική μάνα γαία που τον γέννησε και τον τρέφει, και τη δεύτερη μάνα του που είναι η ομάδα, η κοινότητα, η κοινωνία, στα πλαίσια των οποίων μπορεί να εξασφαλίσει όχι μόνο την επιβίωση, αλλά και το ευ ζειν που λέγανε οι αρχαίοι μας, το buen vivir που λένε σήμερα οι ιθαγενικοί λαοί.

Η επιστροφή προς αυτές τις δύο μάνες δεν θα είναι προς τα πίσω, αλλά… προς τα εμπρός. Οι γιοί και οι κόρες μας, τα παιδιά και τα εγγόνια της σημερινής γενιάς των ανθρώπων, θα χρειασθεί, όχι μόνο να παίρνουν από αυτές τις μάνες και να τις εξαντλήσουν, όπως το κάνανε οι μέχρι τώρα γενιές. Θα χρειασθεί να τις φροντίσουν κιόλας, για να μπορούν να υπάρχουν μαζί και στο μέλλον. Για αυτό και η επιστροφή σε αυτές θα γίνει όχι προς τα πίσω, αλλά βασικά προς τα εμπρός.

Επιστροφή σημαίνει να ρίχνουμε ματιές προς τα πίσω για να ξαναπιάσουμε κάποια θετικά νοήματα του παρελθόντος, να τα αναδείξουμε στο παρόν, να τα πλέξουμε με καινούργια νοήματα και αξίες, ώστε να έχουμε ξανά το νήμα που θα μας οδηγήσει στην ευζωία των σημερινών και των μελλοντικών γενιών. Το προς τα εμπρός έχει να κάνει με τη διαμόρφωση του ευτοπικού μας μέλλοντος υπό τις νέες συνθήκες που υπάρχουν και που απαιτούν αποκατάσταση των μέχρι τώρα καταστροφών και επαναφορά της οικολογικής ισορροπίας…

Η ελπίδα μου στηρίζεται ακριβώς εκεί, ότι δηλαδή κάποια στιγμή ο homo oeconomicus θα ξαναγίνει homo sapiens sapiens, ο «σοφός μοντέρνος άνθρωπος», και θα παραιτηθεί από την επέκταση της κυριαρχίας του σε όλο τον πλανήτη και θα αποφασίσει να ενταχθεί με ισορροπία στο φυσικό και κοινωνικό οικοσύστημα. Γι’  αυτό ευγνωμονώ τα παιδιά μας, που μεγαλώνοντας στο κτήμα κοντά μας, έχουν αντιληφθεί τις αγωνίες μας και μας έχουν ανανεώσει τις ελπίδες μας ότι με τα εφόδια που τους δώσαμε, με τις ιδέες μας και τον τρόπο ζωής που τους προσφέραμε, θα χαράξουν τον δικό τους δρόμο, ένα δρόμο επιστροφής… προς το δικό τους εμπρός, την ευτοπική πολυνησία της Ατλαντίδας τους.

Και μια τελευταία αναφορά μου: χωρίς τις συμβουλές και την επιμονή της Κρυσταλίας Πατούλη-δεν είχα προηγούμενη εμπειρία σε αφηγηματικό τρόπο γραφής-δεν θα είχε φθάσει στο τυπογραφείο η «Επιστροφή προς τα …μπρος!»
Γ.Κ.

Επιστροφή προς τα …μπρος!, Εκδόσεις Ταξιδευτής – 2017, 328 σελ.

Μια παρέα νέων της πόλης, προς το τέλος της δεκαετίας του ’80, προετοιμάζονταν με συζητήσεις και αυτοεκπαίδευση να αφήσουν πίσω τους τη «χαβούζα» του Λεκανοπεδίου για μια δημιουργική μετεγκατάσταση στην ελληνική περιφέρεια.

Τελικά κατέληξαν να εγκατασταθούν το 1990 στο Πήλιο, μεταξύ δύο χωριών, προσπαθώντας να δημιουργήσουν μια «διευρυμένη οικογένεια» από 3-4 ζευγάρια, με ένα διαφορετικό -από τον κυρίαρχο- τρόπο ζωής. Συνάντησαν πολλές δυσκολίες στο εγχείρημά τους, δεν κατάφεραν πλήρως να υλοποιήσουν τα όνειρά τους, αλλά είχαν κοινές δραστηριότητες και με άλλους ανθρώπους ντόπιους ή «νεοφερμένους» στην περιοχή προσπαθώντας να λειτουργήσουν σαν παράδειγμα στην τοπική κοινωνία, ασχολούμενοι π.χ. με τη βιολογική-φυσική καλλιέργεια, τις βιοκλιματικές κατασκευές και εναλλακτικές μορφές ενέργειας, τη διακίνηση οικολογικών προϊόντων, με το κίνημα των οικοκαλλιεργητών και το κίνημα ενάντια στα μεταλλαγμένα.

Καταγόμενοι οι ίδιοι ή έχοντας γονείς από χωριά, την επιστροφή τους ή την επανατοπικοποίησή τους -όπως την χαρακτήριζαν- δεν την έβλεπαν σαν «αναχώρηση» και απομόνωση από τη ζωή της πόλης ή σαν επιστροφή προς τα πίσω στο παρελθόν, αλλά σαν επιστροφή σε μια καλύτερη ποιότητα ζωής, συνδεδεμένη με τη φύση και τα προβλήματα του συγκεκριμένου τόπου, τον οποίο ήθελαν να μετασχηματίσουν σε «ευ-τόπο». Για αυτό η επιστροφή τους …ήταν προς τα εμπρός, γιατί προσπάθησαν να δημιουργήσουν στοιχεία ενός μελλοντικού κόσμου, στα πλαίσια του κόσμου που άφησαν πίσω τους, ελπίζοντας ότι στο μέλλον θα κινηθούν προς την ίδια κατεύθυνση ένας κρίσιμος αριθμός ανθρώπων, ικανών να βάλουν σε κίνηση και την ίδια την κοινωνία με στόχο την «ευζωία» της.


Picture

Ο Γιώργος Κολέμπας, γεννημένος το 1950 στην Ήπειρο, τέλειωσε Γυμνάσιο-Λύκειο στον Πειραιά, σπουδές στα Μαθηματικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (1968-1972) με μεταπτυχιακό Aufbaustudium Informatik στο Μόναχο (1974-77). Στο διάστημα 1986-90, που ήταν καθηγητής στο Ελληνικό Γυμνάσιο-Λύκειο Φραγκφούρτης έκανε σπουδές Οικολογίας στο πανεπιστήμιο Φραγκφούρτης.

Καθηγητής Μέσης Εκπαίδευσης (1978-2008) με οργάνωση πολλών περιβαλλοντικών προγραμμάτων και συμμετοχή στα τοπικά κοινωνικά και οικολογικά κινήματα πολιτών. Ταυτόχρονα από το 1990, που εγκαταστάθηκε στο Πήλιο, έγινε και οικο-γεωργός με στόχο την προώθηση και οργάνωση της βιολογικής οικο-παραγωγής στην Ελλάδα και τη διακίνηση των οικολογικών προϊόντων. Από το 2008 ασχολείται πλέον εκτός από τις βιοκαλλιέργειες και με τη διαμόρφωση του προτάγματος της Τοπικοποίησης. Μιας στρατηγικής  στα πλαίσια της γενικότερης πρότασης της απο-ανάπτυξης. Σαν απάντηση στη παγκοσμιοποίηση και σαν δυνατότητα μετάβασης σε μια αποκεντρωμένη, επανατοπικοποιημένη, αυτοδιαχειριζόμενη-αμεσοδημοκρατική, οικολογική και αταξική κοινωνία της ισοκατανομής πόρων και εξουσιών.

Έχει εκδώσει το αντίστοιχο βιβλίο: Τοπικοποίηση, από το παγκόσμιο στο τοπικό, καθώς και το βιβλίο: Κοινωνικοποίηση, η διέξοδος από τις συμπληγάδες του κρατισμού και της ιδιωτικοποίησης μαζί με τον Βασίλη Γιόκαρη. Με τον Γιάννη Μπίλλα έχει εκδόσει το βιβλίο: Ο ανθρωπολογικός τύπος της αποανάπτυξης- τοπικοποίησης. Στο συλλογικό βιβλίο με τίτλο: Άμεση δημοκρατία τον 21ο αιώνα έχει συμμετάσχει με το κείμενο: η οικονομία της μετάβασης προς την άμεση δημοκρατία. Έχει εκδώσει επίσης το βιβλίο με  τίτλο: Ο Σύγχρονος Κοινοτισμός. Το τελευταίο του βιβλίο έχει τίτλο: Επιστροφή προς τα…μπρος, ένα αφήγημα βασισμένο σε πραγματική ιστορία

 

Ελεωνόρα Σταθοπούλου: Ζούμε σε μία εποχή νομοτελειακά αποκαλυπτική

219876-eis_eleytherian2Η συγγραφέας Ελεωνόρα Σταθοπούλου αφηγείται στην Κρυσταλία Πατούλη την εμπειρία της συγγραφής τού βιβλίου της Εις Ελευθερίαν, με αφορμή την πρόσφατη παρουσίασή του σε θεατρική διασκευή και σκηνοθεσία από την Μαρία Αιγινίτου:

«Ο λόγος που έγραψα αυτό το βιβλίο είναι η αίσθηση πως ζούμε σε μία εποχή νομοτελειακά αποκαλυπτική. Από τα ακραία καιρικά φαινόμενα μέχρι τις ακραίες συμπεριφορές, τα πάντα αποκαλύπτουν την ακραία αδηφαγία που τα προκάλεσε.

Η αδηφαγία αυτή – όπως και όλα τα ελαττώματα εξάλλου – δεν έχει φτάσει ακόμα στο σημείο να αναγνωρίζεται ως προτέρημα.

Κανείς, δηλαδή, δεν λέει επαινετικά ότι ο τάδε π.χ. είναι πολύ κακός άνθρωπος. Λέει όμως ότι ο τάδε είναι «γάτα» ή ότι είναι «τσακάλι» και τα μάτια του λάμπουν από έναν θαυμασμό που η λέξη «κακός» ποτέ δεν θα επέτρεπε.

Στην φυλακή αυτής της υποκρισίας βρίσκονται όλοι σχεδόν οι ήρωες του «Εις Ελευθερίαν», με εξαίρεση τους κλειδούχους.

Αν είχα γράψει το διήγημα νεώτερη, οι τελευταίοι θα ήταν πρόσωπα εξαιρετικά αντιπαθή στον αναγνώστη. Επειδή όμως είναι πολλοί αυτοί που πάγωσαν από θυμό στις μέρες μας, το ένστικτο της επιβίωσης με έκανε να επιλέξω το χιούμορ.

Έτσι οδηγήθηκα στην καθαρεύουσα. Σαν γλώσσα μιας αλαζονικής εξουσίας προκάλεσε κάποτε κι αυτή το θυμό, για να καταλήξει στο γέλιο.

Η χρήση της με βοήθησε να προβάλω τη γελοιότητα του κακού, αντίληψη έμφυτη εξάλλου σε όλους τους έλληνες.

Αντίθετα, για τους έγκλειστους επέλεξα μια άλλη γλώσσα: αυτή των θαυμάτων.

Το καλό δε μεταμορφώνεται σε καρικατούρα όπως το κακό αλλά του δίνεται το χάρισμα της πτήσης.

Τα σκοτωμένα παιδιά γίνονται πεταλούδες. Ο πνιγμένος ναυαγοσώστης, δελφίνι. Ο ερωτευμένος σχοινοβάτης, αστέρι. Ο εγκληματίας, άγγελος, κ.οκ.. Όλοι επανακτούν δηλαδή τη μορφή της βαθύτερης φύσης τους και μ’ αυτόν τον τρόπο ελευθερώνονται.

Η επιλογή των δύο αυτών γλωσσών μού ήταν τόσο απαραίτητη ώστε μου φάνηκε φυσική όπως στον ερωτευμένο το χάδι.

Γι’ αυτό όταν με φόβισαν πως γράφω σε μία ξένη γλώσσα, χάρηκα γιατί σκέφτηκα ότι γράφω για ξένους. Όταν όμως μου τους μέτρησαν στα δάχτυλα του ενός χεριού, ξύπνησα γιατί είναι εξαιρετικά σπάνιο μέσα στα εκατομμύρια των ομοιόμορφων κυμάτων να βρεθεί ο ξένος που θα διαβάσει το γράμμα στο μπουκάλι σου.

Σίγουρα θα έμενα στη μοναξιά αυτής της εντύπωσης αν δεν αποφάσιζα να δω το έργο στο θέατρο.

Πήγα χωρίς όρεξη να παρακολουθήσω κάτι που είχα ήδη ξεχάσει. Δεν ήταν άδεια η αίθουσα όπως περίμενα. Αντίθετα γέμισα σαν από θαύμα. Και σαν από θαύμα το κοινό γέλαγε και οι ηθοποιοί λες και μίλαγαν μια γλώσσα μητρική.

Και καθόλου δεν πείραζε που ο χώρος ήταν και φαινόταν ένα πρώην εργαστήριο επισκευής τηλεοράσεων.

Στα μόρια του αέρα είχε κάτι από το σπίτι μου που σαν από θαύμα γέμισε κόσμο.-»

Η συλλογή διηγημάτων «Εις Ελευθερίαν» της Ελεωνόρας Σταθοπούλου που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Εστία, παρουσιάζονται σε θεατρική διασκευή και σκηνοθεσία της Μαρίας Αιγινίτου στον Πολυχώρο ΚΕΤ για 16 παραστάσεις.

«Στις σκοτεινές της τυραννίας εποχές, οι άνθρωποι συνθλίβονται από την πραγματικότητα. Εκείνοι, που συνεχίζουν να πιστεύουν στο θαύμα της συμμετοχής στο μυστήριο του βίου, συχνά ζουν στο περιθώριο της κοινωνίας. Μέσα στο μαγικό κόσμο της Ελεωνόρας Σταθοπούλου, τα πλάσματα αυτά, μέσω της μαρτυρικής τους σιωπής, αναδύονται στο φως» ως χαράς επιφώνημα, ως αυταπαρνήσεως δύναμη».  Μαρία Αιγινίτου

Η Λουΐζα Φόξη, μετά το θάνατο του αδελφού της, ζει έγκλειστη υπό την αυστηρή επίβλεψη του πατέρα της. Μεγαλώνοντας φυλακισμένη, χωρίς πρόσβαση στη γνώση, αποκλεισμένη από την τοπική κοινωνία της Σύρου, βρίσκει καταφύγιο σ’ έναν κόσμο φανταστικό, όπου «πλήθος θαυμάτων συντελούνται διαρκώς». Τη μέρα των δέκατων έκτων γενεθλίων της θα εγκαταλείψει το πατρικό της σπίτι προς άγνωστη κατεύθυνση, «εις ελευθερίαν»…


Συντελεστές της παράστασης:

Διασκευή – Σκηνοθεσία: Μαρία Αιγινίτου
Επιμέλεια σκηνικού χώρου, κοστούμια: Αλεξάνδρα Σιάφκου – Αριστοτέλης Καρανάνος
Φωτισμοί: Δημήτρης Μπαλτάς
Μουσική: Ελένη Ευθυμίου
Επιμέλεια κίνησης: Φαίδρα Σούτου
Βοηθός σκηνοθέτη: Σοφία Καστρησίου
Παίζουν: Γιώργος Σταυριανός, Τάνια Παλαιολόγου, Λάμπρος ΠαπαγεωργίουΦωτογραφίες: Γιάννης Πρίφτης

Διάρκεια παράστασης: 70 λεπτά

Από τις 14 Ιανουαρίου μέχρι και τις 26 Φεβρουαρίου 2017, κάθε Σάββατο και Κυριακή | ώρα 21:00

Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων: Κύπρου 91Α & Σικίνου 35Α, Κυψέλη. Επικοινωνία: 213 00 40 496, 69 45 34 84 45, info@polychorosket.gr
Είσοδος: 10 €, 8 €, 5 € (φοιτητικό, κάρτα ανεργίας, ΣΕΗ)

Πρόσβαση:

  • Με αυτοκίνητο: εύκολο παρκάρισμα
  • Με λεωφορείο: (στάση Καλλιφρονά): 054, 608, 622, Α8, Β8
  • Με τρόλει: (στάση Καλλιφρονά): 3, 5, 11, 13, 14, στάση Πλατεία Κυψέλης): 2, 4
  • Με ΗΣΑΠ: Άγιος Νικόλαος (12 λεπτά με τα πόδια)
  • Χάρτης

Δημοσιεύτηκε: http://tvxs.gr/news/theatro/eleonora-stathopoyloy-zoyme-se-mia-epoxi-nomoteleiaka-apokalyptiki

Φωτεινή Τσαλίκογλου: Είμαστε πλάσματα υπό μετακόμιση

219804-tsalikoglou[…] Η ηρωίδα της μετακόμισης έχει ημερομηνία γέννησης, αλλά δεν έχει ημερομηνία θανάτου. Ο λόγος είναι απλός: Η Ευρυδίκη Ματθαίου είναι αυτό που λέμε συγγραφέας. Με άλλα λόγια, είναι κάποιος που φτιάχνει ιστορίες για να ξεγελάει το θάνατο. Με λέξεις και με λευκές σελίδες, με γραμμένα και με κενά, άγραφα διαστήματα, ταξιδεύει. Και αυτό το ταξίδι δεν τελειώνει ποτέ […] Αυτό το «μαζί» κάνει το λόγο να αποκτά μια δύναμη, σα να τον ανασύρει από το λήθαργο και τη λήθη του εαυτού […] Ίσως εκεί βρίσκεται και η μυστική δύναμη των λέξεων: Μια υπόσχεση για ασφάλεια μαζί με ελευθερία […]

Η συγγραφέας και καθηγήτρια ψυχολογίας Φωτεινή Τσαλίκογλου, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη με αφορμή το νέο της μυθιστόρημα «Η μετακόμιση» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Φ.Τσ.: Η Μετακόμιση μιλά για μια γυναίκα που λόγω ηλικίας -έχει περάσει τα 80- και λόγω συνθηκών έχει μείνει μόνη της –αφού όλοι οι κοντινοί της συγγενείς έχουν φύγει από τη ζωή.

Έχει χάσει οικογένεια, γονείς, φίλους, εραστές, την θετή της κόρη. Το μόνο που τής απομένει είναι το πατρικό της σπίτι το οποίο συμπυκνώνει όλη την ιστορία της ζωής της, που όμως, ετοιμάζεται να το εγκαταλείψει.

Όλη η ιστορία εξελίσσεται αυτό το τελευταίο βράδυ στο πατρικό της σπίτι, πριν έρθει να την πάρει ένα αυτοκίνητο για να την πάει σε έναν οίκο φιλοξενίας ηλικιωμένων, που κατ’ ευφημισμό ονομάζουμε «ευγηρίας».

Από το σπίτι της που έζησε τις τέσσερις εποχές της ζωής της, ετοιμάζεται να μετακομίσει σε ένα χώρο που τον ονομάζω «Πέμπτη εποχή».

Τι θα πάρει μαζί της; Τι θα αφήσει; Ποια ιστορία ζωής θα κουβαλήσει μαζί της; «Ιστορία ζωής, που…» όπως και συ το λες, μέσα από τη φράση του Μαρκές: «…δεν είναι αυτή που ζήσαμε, αλλά εκείνη που θυμόμαστε, κι όπως τη θυμόμαστε για να τη διηγηθούμε», ή ίσως αυτή που ξεχνάμε για να ξανασυναρμολογήσουμε όταν, κι αν, χρειαστεί.

Αυτή την τελευταία νύχτα στο πατρικό της, θα φτιάξει μια τέτοια ιστορία ζωής και με αυτήν υπό μάλης θα επιβιβαστεί για τη νέα της κατοικία.

Δώδεκα ώρες, λοιπόν, τής μένουν, για να θυμηθεί, να αναπλάσει, να επινοήσει, να κατασκευάσει, μια ιστορία ζωής, να δοκιμάσει τις δυνατότητες που έχει η γλώσσα της να αναπαραστήσει τα γεγονότα. Όσα έζησε, όσα λησμόνησε, όσα λαχτάρησε, όσα φοβήθηκε.

Μαζί με την ηρωίδα μου, σαν συγγραφέας, αναρωτιέμαι μαζί της,  τί μπορεί να κάνει ο λόγος, η γλώσσα; Τι μπορεί να κάνει για τα κενά της μνήμης της, πώς μπορεί να προστατευτεί από αυτά τα κενά; Ή πώς μπορεί να αφεθεί σ’ αυτά τα κενά;  Πώς μπορεί να τα εμπιστευτεί; Και μήπως έχουν κάτι να της πουν αυτά τα κενά της μνήμης;

Τι μπορεί να κάνει με τα κενά της μνήμης, μια γυναίκα που έχει άνοια; Αυτό το «α» το στερητικό, της άνοιας, όμως δεν ισχύει εδώ. Είναι ένα «α» εμπλουτιστικό στην περίπτωσή της. Όλα αυτά που ξεχνάει είναι ένας πλούτος στην ιστορία της.

Κρ.Π.: Σε μία μεταβατική φάση του κάθε ανθρώπου, σε μία… μετακόμιση, δηλαδή, μεταφορικά ή κυριολεκτικά, έχει σημασία, υπάρχει ανάγκη, να ανανοηματοδοτήσουμε την ιστορία μας και τα κενά της;

Φ.Τσ.: Ναι, είμαστε πλάσματα υπό μετακόμιση έτσι ή αλλιώς, για να μη πω ότι ζούμε σε ένα σύμπαν υπό μετακόμιση. Με αυτή την έννοια, αυτή η γυναίκα, είναι μία εμβληματική φιγούρα. Ίσως δεν είναι τυχαίο και το όνομά της, Ευρυδίκη, που όπως συμβολίζεται από την μυθολογία, είναι ανάμεσα στο εδώ και στο επέκεινα.

Βέβαια η γοητεία με τη γραφή, είναι ότι μεταμορφώνει τον συγγραφέα σε αναγνώστη. Μοιράζομαι τώρα μαζί σου σκέψεις εκ των υστέρων, αφού τελείωσε το βιβλίο.

Υπάρχει αυτό το μαγικό εκ των υστέρων, που πολλαπλασιάζει ένα βιβλίο, σε κάνει να νομίζεις ότι μπορεί να είναι δέκα και είκοσι βιβλία, άπειρα βιβλία μαζί, γιατί κάθε φορά σού προσφέρεται για μια διαφορετική ανάγνωση. Άρα είναι σα να σου χαρίζεται και μια νέα ζωή.

Ο συγγραφέας, είναι λίγο σα να έχει την ψευδαίσθηση ότι δεν πεθαίνει ποτέ, σα να του χαρίζεται άλλη μια ζωή, όπως με τη Σεχραζάτ και τον πέρση βασιλιά στο Χίλιες και μια νύχτες, που όσο του έλεγε την ιστορία δεν την σκότωνε, δεν πέθαινε.

Είναι η αγωνία, επομένως, η ιστορία να μην τελειώσει ποτέ για να μην πεθάνεις, ή ίσως η Ευρυδίκη κομίζει αυτή την αγωνία: Η ιστορία να μην τελειώσει ποτέ! Και δεν τελειώνει ποτέ, γι’ αυτό και δεν πεθαίνει η ηρωίδα μου.

Κρ.Π.: Κι αν τελειώσει βίαια η ιστορία και η ανανοηματοδότησή της, χάνεται και η δυνατότητα του μοιράσματος με τους άλλους;

Φ.Τσ.: Έχει κακό τέλος η ιστορία που δεν ανανοηματοδοτείται και δεν μοιράζεται. Ενδέχεται να βρεθείς σαν πτώμα, φιμωμένος, βιασμένος, κρυμμένος, από ένα άλλο επίσης πτώμα που υποδύεται τον άνθρωπο, που έχει κι αυτός χάσει ή που του έχουν στερήσει τη δυνατότητα ομιλίας του, την δυνατότητα αφήγησής του.

Κρ.Π.: Η Ευρυδίκη, δεν έχει χάσει την ομιλία της, αλλά έχει έναν δικό της τρόπο να ανανοηματοδοτεί τις λέξεις…

Φ.Τσ.: Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο, την βρίσκουμε σε μια στιγμή να λέει ότι είναι ποιήτρια, γιατί είναι σα να βλέπει τις λέξεις για πρώτη φορά.

Αυτό, το να βλέπει κάποιος τις λέξεις για πρώτη φορά, μπορεί να το κάνει ένα παιδάκι, μπορεί να το κάνει ένας τρελός, μπορεί να το κάνει ένας ανοϊκός, μπορεί όμως να το κάνει κι ένας μεγάλος συγγραφέας, όπως ο Χέμινγουέι: «Σε όλη μου τη ζωή κοίταζα τις λέξεις σα να τις βλέπω  πρώτη φορά». Να βλέπουμε για πρώτη φορά, τη λέξη, ή το θαύμα της ζωής. Σα να γεννιέται η λέξη από το πουθενά. Σα να είναι ένας Θεός, δηλαδή.

Εδώ, στο θαύμα της λέξης, στην έκπληξη που γεννά, είναι το σημείο τομής, που συναντάται ένας συγγραφέας με έναν αλλαφροϊσκιωτο, με έναν ανοϊκό ή με ένα μωρό.

Όσοι γράφουν το νιώθουν μέσα στο δέρμα, στο μυαλό, στην καρδιά τους, πως «είναι άνθρωποι οι λέξεις, κι αν δεν τις ακούσεις, πεθαίνουν».

Κρ.Π.: Γι’ αυτό ακριβώς, επειδή η Ευρυδίκη έχει αυτή την σχέση έκπληξης με τις λέξεις, μπορεί να πραγματοποιήσει και το παιδικό της όνειρο, που είναι ν’ αρχίσει να γράφει;

Φ.Τσ.: Που είναι να γράφει ή να μην τελειώνει ποτέ η εξιστόρηση της ιστορίας, που λέγαμε πριν… Να αρχίζει ξανά.

Και δεν είναι τυχαίο, που σε εκείνο το σημείο υπάρχει ένα απόσπασμα από την Οδύσσεια. Γιατί ο Οδυσσέας επιστρέφει στην Ιθάκη για να ξαναφύγει. Δεν μένει στην Ιθάκη. Νομίζουμε ότι τελειώνει η ιστορία του, με την επιστροφή στην Ιθάκη, αλλά δεν τελειώνει. Μένει λίγο, και φεύγει ξανά. Κι αυτό είναι αυτό που κάνει τον Οδυσσέα, Οδυσσέα: Όχι το ότι επέστρεψε, αλλά ότι δεν έμεινε εκεί που επέστρεψε.

Κρ.Π.: Άρα το μεγαλύτερο «έγκλημα» είναι να σταματήσουμε το ταξίδι μιας ιστορίας;

Φ.Τσ.: Είναι σαν το ακίνητο σώμα. Το ακίνητο παραπέμπει στο νεκρό. Παραπέμπει στην κακοποίηση, παραπέμπει σε μια φρικτή ιεροτελεστία θανάτου.

Κρ.Π.: Αυτό είναι, θα λέγαμε, και το κύριο μήνυμα της Μετακόμισης; Ότι μια ανθρώπινη ιστορία, δεν πρέπει να τελειώνει ποτέ; Κι ότι συνέχεια χρειάζεται να ανανοηματοδοτείται και να μοιράζεται;

Φ.Τσ.: Ναι! Χρειάζεται όμως κάποιος να είναι εκεί, για να την αφουγκραστεί και να σε κάνει να πιστέψεις ότι αξίζει, κι ότι αυτή η ιστορία, δεν είναι κάτι που το λες μόνο εσύ στον εαυτό σου σαν κάποιον που ονειροβατεί, που μέσα στο ύπνο του μιλάει και ακούει πίσω του την ηχώ της φωνής του, να επαναλαμβάνει αυτά που λέει.

Κρ.Π.: Το μοίρασμα έχει μεγάλη σημασία, δηλαδή. Όπως έχει πει ο ψυχαναλυτής Κώστας Νασίκας, πως: Αν δεν μοιράζονται τα βιώματα, χάνεται η ανθρώπινη διάσταση;

Φ.Τσ.: Το μοίρασμα, ή μια συνακρόαση.

Κρ.Π.: Όπως και στο βιβλίο σου, που η Ευρυδίκη Ματθαίου, λέει ότι θα πρότεινει στην νεαρή ψυχολόγο: «Για μια και μόνο ώρα να ήμασταν μαζί»;

Φ.Τσ.: Ναι, αυτό το «μαζί», που είναι μια λέξη που την έχουμε ευτελίσει και την έχουμε κάνει  διαφημιστικό σλόγκαν.

Αυτό το «μαζί» είναι μια ιερή έννοια. Πάμε να την αδειάσουμε από το νόημά της, αλλά αυτό το «μαζί» έχει ένα νόημα που από μόνο του αντιστέκεται, που πραγματικά τιμάει την μοναχικότητα του λόγου.

Δηλαδή, αυτό το «μαζί» κάνει το λόγο να αποκτά μια δύναμη, σα να τον ανασύρει από το λήθαργο και τη λήθη του εαυτού.

Κρ.Π.: Μαζί, για μην αποκλειστεί κανείς, δηλαδή. Μα, και αρχετυπικά από την αρχαία Ελλάδα, η μεγαλύτερη ύβρις ήταν ο αποκλεισμός κάποιου από την κοινότητα, ή να τον ξεχάσουν. Ο αποκλεισμός, η αδικία και η λήθη, ανάγκαζαν τις επόμενες γενιές να εμπλακούν για εξιλέωση. Άρα πώς να αντέξει να αποκλείσει κάποιος από το ίδιο το μυαλό του τη ζωή του;

Φ.Τσ.: Αυτή η άγνωστη γλώσσα, που δεν μπορεί να επικοινωνηθεί. Αν κάποιος δεν μπορεί να επικοινωνήσει τη γλώσσα του και να μοιραστεί την ιστορία του, ανοίγει ο δρόμος για την βια. Αυτή είναι και η διαγενεαλογική διάδοση της βίας. Είναι ένα τρομακτικό στίγμα, κάθε εποχής, το ότι μεταφέρεται από γενιά σε γενιά. Είναι ο κύκλος της βίας που αναπαράγεται.

Κρ.Π.: Οπότε για να αντέξει η ηρωίδα τον «αποκλεισμό» της μέσα σε ένα γηροκομείο, για να το πούμε με άλλα λόγια, εφευρίσκει έναν δικό της τρόπο;

Φ.Τσ.: Και που δεν είναι μόνο ένας αποκλεισμός μέσα σε ένα γηροκομείο, είναι και ένας αποκλεισμός μέσα σε μία τάξη πραγμάτων και σημαινόντων, όπου, π.χ.: ο ουρανός πρέπει να είναι μπλε, ο μαθητής πρέπει να είναι ήσυχος ή άτακτος, το ύφασμα πρέπει να είναι μονόχρωμο ή πολύχρωμο, όπου οι λέξεις πρέπει να έχουν ένα μόνο συγκεκριμένο νόημα.

Κι όταν πας να αναταράξεις αυτό το νόημα, και να πεις π.χ.: ο άτακτος ουρανός ή ο μπλε μαθητής, βάζοντάς τις λέξεις σε μια άλλη μεταξύ τους σύναψη, αυτόματα αυτή η διαφοροποίηση σε αποκλείει από την τάξη των έλλογων όντων.

Η κυρία Ευρυδίκη θέλει να το υπερασπιστεί αυτό, δεν θέλει αυτό να είναι ένας δείκτης της έκπτωσης λόγω γήρατος των νοητικών της λειτουργιών.

Η κυρία Ευρυδίκη διεκδικεί ο ιδιαίτερος τρόπος που αντιλαμβάνεται τον κόσμο να είναι ένας δείκτης ενός δημιουργικού μυαλού, που εξακολουθεί με τους δικούς του όρους να ξαναγράφει την ιστορία. Μέσα στην περιβάλλουσα ρευστότητα  να προσλαμβάνει συνεχώς με νέους όρους, το νόημα των πραγμάτων.

Κρ.Π.: Και να ανακατασκευάζει συνέχεια το παρελθόν, άρα το παρόν και το μέλλον;

Φ.Τσ.: Ένα χαρακτηριστικό σημείο είναι το οικογενειακό άλμπουμ, που φτιάχνει για το θετό μωρό της, που βρήκε στην χώρα των προγόνων της την Κωνσταντινούπολη, και δεν ξέρει από που κατάγεται. Μπορεί να είναι εβραιοπουλάκι, μπορεί να είναι μουσουλμανάκι, μπορεί να είναι χριστιανάκι.

Φτιάχνει, λοιπόν αυτό το άλμπουμ με φωτογραφίες που διαλέγει από ένα παλαιοπωλείο, κατασκευάζει μια βιολογική οικογένεια για το παιδί της. Φτιάχνει μια ιστορία από το πουθενά. Γιατί η ιστορία είναι κι αυτή που φτιάχνουμε εμείς για τον άλλον, και όχι αυτή που ο άλλος έζησε.

Κρ.Π.: Όμως φαίνεται πως το παιδί αυτό μεγαλώνοντας αντέδρασε σε αυτή την κατασκευή.

Φ.Τσ.: Ναι, αντέδρασε η κόρη της, γιατί δεν αντέχεται τελικά μια άκρως κατασκευασμένη ιστορία. Δεν πρόλαβε να έχει τα υλικά για να ξεχωρίσει μια άλλη αλήθεια που μπορεί να κρύβεται μέσα στην κατασκευή. Θέλεις να έχεις τη θαλπωρή μίας ιστορίας όπως έγινε, κι όχι όπως τη φαντάστηκε η μαμά σου. Εκεί, αρχίζουν τα δύσκολα. Το μωράκι της μεγάλωσε, έγινε κοπέλα, που θέλησε να μάθει μια αλήθεια που δεν πρόλαβε η μητέρα της να μοιραστεί μαζί της. Μια αλήθεια αποδεσμευμένη από το «γεγονός».

Αυτό το βιβλίο κάπου βασανίζεται με το καθεστώς της αλήθειας και του ψεύδους. Δηλαδή, βασανίζεται να τοποθετηθεί στο καθεστώς τού τι είναι αλήθεια, τι είναι ψεύδος, τι είναι απάτη… Η φράση του Paul Veyne «Η αλήθεια δεν είναι η ύψιστη των γνωστικών αξιών» είναι συνεχώς στο μυαλό μου.

Κρ.Π.: Και ο καθένας έχει ανάγκη να έχει για τον άλλον μια ιστορία συγκεκριμένη, αλλά καμία ιστορία δεν είναι συγκεκριμένη; Και γι αυτό χρειάζεται το μαζί και το μοίρασμα σε μία συνεχή εξέλιξη των ιστοριών μας; Διότι αν γίνουν συγκεκριμένες, όπως είπες, και μπει μια τελεία και μια παύλα, έρχεται ο θάνατος;

Φ.Τσ.: Από τη στιγμή που γεννιόμαστε μέχρι που θα πεθάνουμε, παλεύουμε ανάμεσα σε μια ζωτική ανάγκη για ασφάλεια και σε μια εξίσου ζωτική ανάγκη για ελευθερία.

Κρ.Π.: Τελικά όμως μια μορφή ασφάλειας από πού μπορεί πραγματικά να προέλθει; Από το μαζί; Από τη γνώση ότι ο άλλος είναι εκεί, δίπλα μας;

Φ.Τσ.: Ναι, κι ότι μέσα στην ελευθερία δεν κινδυνεύεις να κακοποιηθείς, δεν κινδυνεύεις να αφανιστείς, ότι υπάρχει και ασφάλεια μέσα στην ελευθερία, μέσα στην αυτοδιάθεση. Θα είναι ο άλλος εκεί, ή ο άλλος εαυτός σου για να σε προστατεύσει, να σε περιθάλψει.

Το μητρικό στοιχείο, τελικά, αυτή η φαντασίωση μιας μητέρας που θα σε περιέχει μέσα στην αγκαλιά της. Κι ότι αυτή η μητρική αγκαλιά, θα υπάρχει μέσα στο καθεστώς ελευθερίας. Αυτό είναι.

Κρ.Π.: Μια μητρική αγκαλιά, που πρέπει και εμείς να την προσφέρουμε στον εαυτό μας και στους άλλους, και οι άλλοι στον εαυτό τους και σε μας…

Φ.Τσ.: …Που να μην υπάρχει μόνο στη βρεφική, αλλά και στην ενήλικη ζωή σου. Στην ενήλικη, ελεύθερη, αυτοδύναμη, υποτίθεται, ζωή σου. Δεν την υπονομεύει, συμπορεύεται μαζί της, αυτό το στοιχείο του μητρικού.

Κρ.Π.: Μα, δεν λέμε ότι, οι άνθρωποι ενηλικιώνονται όταν γίνουν οι γονείς του εαυτού τους; Άρα πρέπει να έχουμε πάντα μέσα μας αυτό το μητρικό και το πατρικό;

Φ.Τσ.: Ίσως εκεί βρίσκεται και η μυστική δύναμη των λέξεων: Μια υπόσχεση για αυτή την ασφάλεια μαζί με ελευθερία…

Φωτεινή Τσαλίκογλου, Η μετακόμιση, Εκδόσεις Καστανιώτη – 2016

«Όταν μεγαλώσω, δεν ξέρω τι θα θέλω να κάνω, μπορεί να μου αρέσει να γίνω συγγραφέας και να γράφω ιστορίες. Μπορεί να θέλω να γίνω γιατρός. Μπορεί να είμαι τυχερή… Να βρω το φάρμακο που θα διώχνει μακριά τις σφαίρες, την πείνα, τα άγρια μάτια».

Να κατασκευάζεις μια ιστορία ή πολλές διαφορετικές κι ασύμβατες μεταξύ τους ιστορίες για τον εαυτό σου και τον κόσμο. Δεν υπάρχει τίποτα πιο αληθινό από αυτές τις επινοημένες ιστορίες ζωής.

Η Ευρυδίκη Ματθαίου γεννήθηκε στις 19 Απριλίου του 1937. Η μετακόμιση είναι η αληθινή ιστορία της ζωής της, όπως κατάφερε να την αναπλάσει στη μνήμη της μια νύχτα του 2019: μετά τον πόλεμο χάνει τη μικρή αδελφή της από αδέσποτη σφαίρα, δεκατεσσάρων χρόνων μέσα σε ένα περίπτερο κάνει έρωτα για πρώτη φορά, η μαμά ακούει Τένεσι Ουίλιαμς στο ραδιόφωνο, ένας εξόριστος άντρας είναι ερωτευμένος με τον πατέρα της, αργότερα ένα ξένο μωρό στην Κωνσταντινούπολη γίνεται δικό της μαζί με ένα κλεμμένο οικογενειακό άλμπουμ, μια γάτα, η Καρλότα, αδιαφορεί για τα νεκρά παιδιά στις θάλασσες του Αιγαίου.

Γερνάω, θυμάμαι, λαχταρώ, επινοώ, επισκευάζω τα κενά μνήμης, ανακαλύπτω. Γεννιέμαι ξανά.

Η Ευρυδίκη λίγο πριν από το τέλος πραγματοποιεί το παιδικό της όνειρο.

Κεντρική φωτογραφία: Αλέξανδρος Ακρίβος

Δημοσιεύτηκε: http://tvxs.gr/news/biblio/foteini-tsalikogloy-eimaste-plasmata-ypo-metakomisi

Πώς γράφτηκε η νουβέλα: Κατεβαίνει ο Καμουζάς στους Φούρνους

203232-kamouzas_papaioannou[…] Ήθελα να φτιάξω μια ιστορία που να μιλάει για τη δύναμη των ανθρώπινων σχέσεων που σφυρηλατούνται κι ανθίζουν μέσα σε αντίξοες συνθήκες.  Για τη δύναμη που πηγάζει από τη θέληση του ανθρώπου για ζωή. Για το φως που υπάρχει πάντα μέσα στο σκοτάδι, για την έμφυτη και ζωτική ανάγκη του ανθρώπου για δημιουργία. Για όλα τα ωραία που ανακαλύπτει κανείς, μέσα στα πιο βαθιά σκοτάδια της ανθρώπινης, σκληρής, Ιστορίας. […] Η Μαριλένα Παπαϊωάννου αφηγείται στην Κρυσταλία Πατούλη τη δημιουργική πορεία της συγγραφής –από την ιδέα μέχρι το τυπογραφείο– της νουβέλας «Κατεβαίνει ο Καμουζάς στους Φούρνους«, εκδόσεις Εστία.

«Το «Κατεβαίνει ο Καμουζάς στους Φούρνους» γράφτηκε, αρχικά, εν βρασμώ ψυχής. Μετά έμεινε στο συρτάρι για κάμποσο καιρό μέχρι να καταλαγιάσουν τα μέσα μου, και πολύ αργότερα, επανήλθε στο φως.

Ο λόγος γι’ αυτό είναι ότι η ιστορία του βιβλίου βασίζεται σε πραγματικό γεγονός που συνέβη τον Αύγουστο του 1947 στην Ασφάλεια Θεσσαλονίκης, και το οποίο βρήκα πριν από μερικά χρόνια καταγεγραμμένο στις προσωπικές σημειώσεις του παππού μου.

Την περίοδο των μαζικών συλλήψεων, των εκτοπισμών σε τόπους εξορίας και των εκτελέσεων αριστερών και συμπαθούντων την αριστερά ανδρών και γυναικών, σ’ ένα μικροσκοπικό κελί, βρέθηκαν στοιβαγμένοι καμιά εικοσιπενταριά άνδρες, εκ των οποίων οι περισσότεροι δάσκαλοι, καλλιτέχνες και επιστήμονες.

Περιμένοντας να μάθουν «τι θ’ απογίνουν…», όπως γράφει ο παππούς μου, και σε συνθήκες φρικτής ζέστης και βρώμας, κάθε μεσημέρι, στα κρατητήρια συνέβαινε ένα μικρό θαύμα. Ο χωροφύλακας υπηρεσίας, ένας από τους «άλλους», εμφανιζόταν μπρος απ’ τα κελιά των ανδρών, και ενώ τους έβριζε ουρλιάζοντας χυδαία, γέμιζε κρυφά τα παγούρια τους με νερό που έφερνε από την παγωνιέρα της αστυνομίας.

Δεν γνώριζε κανέναν από τους κρατούμενους, ούτε και ποτέ συνδέθηκε μαζί τους προσωπικά, όμως, για όσο παρέμεινε εκεί τούτη η ομάδα ανδρών, κάθε μέρα τούς δρόσιζε με φρέσκο νερό.

Ο παππούς μου περιγράφει αυτό το σκηνικό σε δύο μόνο παραγράφους, με τρόπο εντυπωσιακά ψύχραιμο και αποστασιοποιημένο, αφήνει όμως ξεκάθαρα να φανεί πως η πράξη του χωροφύλακα υπήρξε ευεργετική, αν όχι σωτήρια, για τα σώματα, και κυρίως για τις ψυχές, των κρατουμένων.

Όταν το διάβασα, η αλήθεια είναι ότι σχεδόν δεν μπορούσα να το πιστέψω. Με συγκλόνισε σαν άνθρωπο, χαράχτηκε στη σκέψη και στην καρδιά μου, κι έκτοτε δεν ξεκόλλησε ποτέ.

Πολύ γρήγορα, και με τρόπο υποσυνείδητο, με παρακίνησε να πλάσω μια ιστορία γύρω από το συγκεκριμένο συμβάν, χωρίς βέβαια να γνωρίζω ή έστω να διαισθάνομαι τότε το γιατί – τώρα ξέρω, ήθελα απλώς να μοιραστώ μια ιστορία που μέσα μου είχα καταγράψει ως σπουδαία.

Αν και το όνομα του χωροφύλακα δεν υπάρχει στις σημειώσεις του παππού μου(ίσως μάλιστα να μην το γνώριζαν οι κρατούμενοι), η κίνησή του έμεινε στην ψυχή μου ως ένα συγκινητικό δείγμα ανθρωπιάς.  Ήταν συγκλονιστική, γιατί μέσα της έκλεισε όλη την απλότητα, μα και τη δύναμη, της ανθρώπινης ψυχής.

Για να μπορέσω να πλάσω μια πειστική ιστορία γύρω από το συμβάν αυτό, πέρα από τις σημειώσεις του παππού μου και τις προφορικές αφηγήσεις των δικών μου, ανέτρεξα σε ιστορικά βιβλία, ντοκουμέντα και αρχεία, αλλά και σε υλικό που έχει καταγραφεί σχετικά με τις συνθήκες κράτησης των πολιτικών κρατουμένων, τους τόπους εξορίας, τις φυλακές και τα έκτακτα στρατοδικεία.

Έπεσα πάνω σε ανατριχιαστικά στοιχεία, πολλά από τα οποία μου φάνηκαν σχεδόν μη πιστευτά. Διάβασα κι άκουσα πράγματα που μ’ έκαναν να ντρέπομαι που είμαι άνθρωπος, μα κι άλλα που μ’ έκαναν να νιώσω βαθιά συγκίνηση. Εξού και αποφάσισα να εισάγω ένα φανταστικό πρόσωπο στην ιστορία μου, τη Γαλιανή.

Ήθελα με κάποιον τρόπο να μπορώ να «βγάζω» τους κρατούμενους από τον πραγματικό τους κόσμο και να τους βάζω, για λίγο, σε έναν φανταστικό. Ήθελα, περιμένοντας τον θάνατό τους, οι άνθρωποι αυτοί να μπορούν να ονειρεύονται τη ζωή.

Εκ των υστέρων, και έχοντας πλέον μια κάποια συναισθηματική απόσταση, νομίζω ότι αυτό που ήθελα να κάνω είναι πολύ απλό. Ήθελα να φτιάξω μια ιστορία που να μιλάει για τη δύναμη των ανθρώπινων σχέσεων που σφυρηλατούνται κι ανθίζουν μέσα σε αντίξοες συνθήκες.

Για τη δύναμη που πηγάζει από τη θέληση του ανθρώπου για ζωή. Για το φως που υπάρχει πάντα μέσα στο σκοτάδι, για την έμφυτη και ζωτική ανάγκη του ανθρώπου για δημιουργία. Για όλα τα ωραία που ανακαλύπτει κανείς, μέσα στα πιο βαθιά σκοτάδια της ανθρώπινης, σκληρής, Ιστορίας.-»


Μαριλένα Παπαϊωάννου, Κατεβαίνει ο Καμουζάς στους Φούρνους, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2016

«Ο Λάιος τον διέκοψε απότομα.
Και πάλι δεν με κατάλαβες, είπε απελπισμένος και τον έπιασε απ’ το μπράτσο κάνοντας ένα νόημα στους άντρες που παρακολουθούσαν τη συζήτηση να πλησιάσουν κι άλλο, δεν είναι μόνο ότι μαθεύτηκε, το πράγμα είναι πιο σοβαρό, κυκλοφορεί η φήμη πως έρχεται.
Ο Δαμιανός απόρησε˙ ποιος έρχεται άνθρωπέ μου; ποιος, πανάθεμά τον, που σ’ έχει κάνει να πανιάσεις έτσι;
Ο Καμουζάς, είπε ο Λάιος, έρχεται ο Καμουζάς».

Στις 27/06/2016 και ώρα 8μμ θα γίνει παρουσίαση του βιβλίου στο βιβλιοπωλείο Μωβ σκίουρος (Πλ. Καρύτση), όπου θα μιλήσει και η σκηνοθέτις Μαρία Αιγινίτου η οποία πρόσφατα ανέβασε (σε διασκευή της ίδιας και της Μαρίας Χατζηεμμανουήλ) την ομώνυμη παράσταση στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού θεάτρου στο Φεστιβάλ με θέμα τον Ελληνικό Εμφύλιο.

Δημοσιεύτηκε: http://tvxs.gr/news/biblio/pos-graftike-i-noybela-katebainei-o-kamoyzas-stoys-foyrnoys

 

 

Το τανγκό της βροχής. Του Στέλιου Βισκαδουράκη

11:02 | 29 Ιαν. 2016

[…] Άγνωστο γιατί, τόσο απλά, μ’ ένα άγγιγμα και δυο σκέψεις, τριάντα επτά χρόνια μετά από εκείνη τη μέρα στο σχολείο, η βροχή είχε αλλάξει τη διάθεσή μου, αυξάνοντας τις όποιες αντοχές μου. Ήταν σαν μια μικρή κάθαρση, μια αναπάντεχη μικρή μεταμόρφωση. Αυτή, η από ουρανού δύναμή της, μου έδωσε το έναυσμα να σταθώ. Λίγες μέρες μετά, άρχισα να γράφω […] Οι δώδεκα ιστορίες του βιβλίου εκτυλίσσονται μια βροχερή μέρα από τις 8:10 το πρωί έως τις 2:15 το μεσημέρι. Όποιον ήρωα αγγίζει η βροχή, μεταμορφώνει τις σκέψεις και τις πράξεις του προκαλώντας μια κάθαρση […] Ο κρητικός καλλιτέχνης, αρθρογράφος και συγγραφέας Στέλιος Βισκαδουράκης αφηγείται στην Κρυσταλία Πατούλη τη δημιουργική πορεία της συγγραφής –από την ιδέα μέχρι το τυπογραφείο– του διηγήματός του με τίτλο «Το Τανγκό της βροχής» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη.

Η αιτία

«Η έμπνευση, η δημιουργία, δεν προκαλούνται από τον θόρυβο της κραυγής, αλλά από τον κρότο της σιωπής»

Όταν είσαι μεγαλωμένος στις πέτρινες αλάνες του ’70, οι «κατεβατές» στα χέρια σου από ξύλινο τετράγωνο χάρακα ή από τη στρογγυλή βίτσα ενός δασκάλου, δεν είναι μόνο ένα συνηθισμένο φαινόμενο, είναι και κάτι το ασήμαντο, για να μην πω, ώρες-ώρες κι αστείο.

Εκείνο όμως το πρωί του ’73, στην αυλή του σχολείου, ο δάσκαλος της άλλης, της 5ης τάξης κι όχι της δικής μου, με το μικρό μαύρο μουστακάκι που τον έκανε να μοιάζει με φιγούρα του Μποτέρο, βγαλμένο κατευθείαν από αργεντίνικη χούντα, με χτυπούσε μ’ έναν τρόπο ασυνήθιστα δυνατό, λυσσαλέο. Γονάτισα απ’ τον πόνο.

Ο Γιάννης «ο χοντρός», το άλλο παιδί που πάλευα μαζί του λίγο πριν, δεν άντεξε τις «κατεβατές» και γύρισε την πλάτη του. Έφαγε τέσσερις στη ραχοκοκαλιά από τον παχύ, τετράγωνο, διαφανή χάρακα που κυκλοφορούσε τότε στην αγορά και ήταν πολύ της μόδας. Ο χάρακας έσπασε και πετάχτηκε κάτω στα ζωγραφισμένα, μπεζ πλακάκια με τα μαύρα κι άσπρα ημικύκλια, στην είσοδο της τάξης. Την άλλη μέρα, η μάνα του Γιάννη τον γυρνούσε στη γειτονιά με σηκωμένη μπλούζα, δείχνοντας στους γείτονες τις μπλε, σαν από μαστίγιο, χαρακιές στην πλάτη του.

Ο δάσκαλος μετά ξαναγύρισε σε μένα κι άρχισε να με κτυπάει δυνατά στο πρόσωπο με τα χέρια. Οι υπόλοιποι δάσκαλοι, μαζί με τον δάσκαλο της τάξης μου, είχαν βγάλει τα κεφάλια τους, άλλοι απ’ τα παράθυρα κι άλλοι απ’ τις πόρτες των αιθουσών και κοιτούσαν σιωπηλοί, ανίκανοι, μαρμαρωμένοι και ξαφνιασμένοι απέναντι στη διαπαιδαγώγηση του συναδέλφου τους, απέναντι σε μια λύσσα που, προφανώς, όμοιά της δεν είχαν ξαναδεί.

Τους κοίταξα όσο δυνατότερα μπορούσα, μήπως κατάφερνα να ενεργοποιήσω, με την παιδική αγωνία και την αδυναμία μου μπροστά σ’ αυτήν την ξαφνική βία, τη δύναμη του πολιτισμού των ποιητών, των συγγραφέων και των ηρώων που μας δίδασκαν με στόμφο, σαν θεωρία, κάποια πρωινά. Απ’ τη σιωπή τους κατάλαβα ότι η μετατροπή της θεωρίας σε πράξη είναι κάτι δύσκολο και πρέπει κάποιος να διαθέτει κότσια και γρήγορα αντανακλαστικά.

Χωρίς καμιά ελπίδα απ’ τους μεγάλους, μες στον πόνο μου, κοίταξα προς τους συμμαθητές μου ψάχνοντας μια σανίδα σωτηρίας στις κοινές, ήσυχες, περασμένες στιγμές μας και στο βλέμμα τους. Μερικές συμμαθήτριες έκλαψαν κι ο κολλητός μου φίλος κρατούσε το στόμα του.

Έκλαψα, γιατί άλλο δεν μπορούσα να κάνω. Μάζεψα όση δύναμη είχα, τράβηξα απότομα το χέρι μου από το δυνατό κράτημα του δασκάλου κι έτρεξα απεγνωσμένα προς την αυλή και τους δυο μεγάλους πράσινους φοίνικες, γράφοντας από εκείνη τη στιγμή στα παλιά μου τα παπούτσια ό,τι είχε σχέση με δασκάλους, σχολεία και μαθήματα.

Η πραγματική μου επιθυμία ήταν να παραμείνω έξω, στην αυλή του σχολείου μέχρι το τέλος του έτους. Νοερά, παρέμεινα. Κι αυτό γιατί είδα καθαρά, με το μάτι του παιδιού, κάτι που δεν μπόρεσα ποτέ να δεχτώ ούτε μπορούσα τότε να στηρίξω, να αναλύσω μα, πάνω απ’ όλα, να εκφράσω. Απλά τότε το έβλεπα, το ήξερα, όπως το ήξεραν και οι υπόλοιποι παιδαγωγοί, που στάθηκαν σιωπηλοί μπροστά σε τούτη τη σκηνή και έπρεπε απλά εγώ, ως αδύναμος, να το υποστώ.

Ο δάσκαλος-τιμωρός, εκείνη τη στιγμή δεν χτυπούσε μανιωδώς εμένα και τον συμμαθητή μου, που παλεύαμε στην αυλή ενώ είχε χτυπήσει το κουδούνι για την είσοδο μας στην τάξη. Κάτι που γίνεται δεκάδες χρόνια σε κάθε τόπο, από χιλιάδες παιδιά. Κάτω από τη μάσκα και την κάλυψη του παιδαγωγού, εκείνη την ώρα πάνω μου και στον συμμαθητή μου, εκτόνωνε τις προσωπικές αποτυχίες του. Τη γυναίκα του που δεν έκανε καλά, τα παιδιά του που δεν όριζε, τα οικονομικά προβλήματά του, τη δουλειά του που δεν απολάμβανε, τον ίδιο του τον εαυτό.

Το μεσημέρι, έφυγα αποσβολωμένος, περπατώντας στους άδειους δρόμους του ΄73. Έβρεχε. Κατά έναν περίεργο τρόπο, περπάτησα και δεν ξέρω πως, αλλά βρέθηκα σπίτι μου. Τώρα, έχω την αίσθηση ότι για πρώτη φορά σκεφτόμουν πού αληθινά βρισκόμουν, σε τι κόσμο, σε ποια αλήθεια και σε ποια επικινδυνότητα.

Από τη μια στιγμή στην άλλη, μια αθωότητα είχε τρέξει μακριά μου. Λες κι είχα μεγαλώσει απότομα. Όλα ήταν πιθανά να μου τύχουν. Είχα την εντύπωση μιας πρωτοεμφανιζόμενης αόριστης απειλής κι ενός φόβου.

Έφτασα στην πόρτα μου. Δεν μπήκα μέσα, έκατσα στο σκαλοπάτι. Δεν ήθελα να με δει η μάνα μου, δεν έφταιγε κι εκείνη, είχα αόρατη πληγή πάνω μου, μέσα μου. Η βροχή είχε δυναμώσει, είχα βραχεί. Έμεινα καθισμένος, αμίλητος, να προστατευτώ κάτω από την πόρτα και το λαμαρινένιο, βρεγμένο περβάζι.

Κάποια στιγμή, σήκωσα το κεφάλι ψηλά και το κοίταξα. Είδα μια σταγόνα να κρέμεται στην άκρη του. Μεγάλη σταγόνα, οβάλ σχήμα. Κάνει να πέσει, αγωνιά, κρέμεται, διστάζει, σφίγγει τη λαμαρίνα. Εκείνο που παρατήρησα ήταν η μοναξιά της. Μου θύμισε κάτι. Υπήρχαν κι άλλες σταγόνες, μα εκείνη ήταν μεγαλύτερη. Μάκραινε, μάκραινε, χαλώντας το σχήμα της. Στο τέλος δεν άντεξε, άφησε το περβάζι κι άρχισε να πέφτει αργά.

Σιωπή. Μουσική μοναξιά μιας κάθετης πορείας και προσμονή για μια σύγκρουση. Κατάλαβα ότι αν έσκαγε, θα διαλυόταν στο τσιμέντο της αυλής και θα χανόταν, ασήμαντη, χωρίς σχήμα ανάμεσα στις άλλες σταγόνες.

Άπλωσα το χέρι. Χτύπησε πάνω του, στάθηκε όρθια κι απλώθηκε αργά στη στεγνή παλάμη μου. Δεν της φαινόταν, αλλά χάνοντας το σχήμα της και παίρνοντας το σχήμα του χεριού μου, είδα ότι έκρυβε περισσότερο νερό τ’ ουρανού απ’ ότι έδειχνε. Την κοίταξα, την έσφιξα, σήκωσα το χέρι και την πασάλειψα στο πρόσωπό μου.

Αργά, στάθηκα όρθιος. Κάτι είχε γίνει. Ένιωθα πιο σίγουρος και δεν είχα καταλάβει γιατί. Μπήκα στο σπίτι. Δεν είπα τίποτα στη μάνα μου. Της το είπα την άλλη μέρα το μεσημέρι. Ο πατέρας αφηνίασε κι αν η ψυχή της μάνας δεν ήταν κρύσταλλο και τέμπλο εκκλησιάς μαζί, η εξέλιξη για τον δασκαλάκο θα ήταν δύσκολη. Εκείνη, μόνο ένα γράμμα έστειλε ένα πρωί στο γραφείο του, σε άσπρο χαρτί, με δυο σκαλιστές λέξεις πάνω του.

Η αφορμή

Το «Τανγκό της Βροχής» το ξεκίνησα πριν πέντε χρόνια, το 2010. Ήμουν 47 ετών. Μια Τετάρτη πρωί, έβρεχε. Καθόμουν στο σαλόνι μου κοιτώντας έξω, λίγο βαρύς, στενοχωρημένος από ένα πρόβλημα, όχι συνηθισμένο, που με λύγιζε και με ψιλοράγιζε. Κοιτούσα τις σταγόνες που έσκαγαν στα πλακάκια του μπαλκονιού μου, λες και τα ανασήκωναν ελαφρά.

Σήκωσα το κεφάλι μου κι είδα δυο σύννεφα στον ουρανό. Τα κτυπούσε ένας κρυμμένος εναπομείνας ήλιος. Πάλευε μαζί τους. Είχαν πάρει ουράνιες φωτεινές αποχρώσεις. Έμοιαζαν σφιχταγκαλιασμένα και μες στην κίνηση της μικρής καταιγίδας, χόρευαν ένα ουράνιο τανγκό.

Σηκώθηκα, άνοιξα την μπαλκονόπορτα, βγήκα έξω και στάθηκα κάτω απ’ το τσιμεντένιο περβάζι του μπαλκονιού. Σταγόνες κρέμονταν στην άκρη του. Πέφταν. Άπλωσα το χέρι μου έξω στη βροχή. Μερικές κτύπησαν πάνω του. Είπα να τις απλώσω στο πρόσωπό μου, δεν το ΄κανα. Με το άγγιγμά τους, μια σκέψη με χρώμα που κόντραρε το γκρίζο τ’ ουρανού, κύλησε μπρος μου. Ένιωσα καλύτερα.

Ήταν σαν μια στιγμιαία αυτοσυγκέντρωση, μικρή άσκηση ουράνιας ηρεμίας κι ανεπαίσθητη μεταμόρφωση. Πήρα μια καθαρή υγρή αναπνοή και δυο δυνάμεις. Πίσω απ’ τα σύννεφα, συνέχισε να κρύβεται ο ήλιος.

Άγνωστο γιατί, τόσο απλά, μ’ ένα άγγιγμα και δυο σκέψεις, τριάντα επτά χρόνια μετά από εκείνη τη μέρα στο σχολείο, η βροχή είχε αλλάξει τη διάθεσή μου, αυξάνοντας τις όποιες αντοχές μου. Ήταν σαν μια μικρή κάθαρση, μια αναπάντεχη μικρή μεταμόρφωση. Αυτή, η από ουρανού δύναμή της, μου έδωσε το έναυσμα να σταθώ. Λίγες μέρες μετά, άρχισα να γράφω.

Το βιβλίο

«Μια βροχή, μια μαγική βροχή είναι έτοιμη να πέσει πάνω σε μια ξύλινη πόλη, να λειάνει τις γωνίες της και να μαλακώσει τις ψυχές της. Δίπλα της, στο βουνό του Δία που την κοιτά αιώνια, ο Διάβολος συναντά έναν καλόγερο και τον προειδοποιεί: «Ετούτη η βροχή, κάθε σταγόνα της, εμπεριέχει τον ίδιο τον Θεό και μια ψυχή. Φτάνει να σας αγγίξει στο πρόσωπο για ν’ αλλάξει τις ζωές σας».

Οι δώδεκα ιστορίες του βιβλίου εκτυλίσσονται μια βροχερή μέρα από τις 8:10 το πρωί έως τις 2:15 το μεσημέρι. Όποιον ήρωα αγγίζει η βροχή, μεταμορφώνει τις σκέψεις και τις πράξεις του προκαλώντας μια κάθαρση.

Δίπλα από την πόλη, στο βουνό του Δία που την κοιτά αιώνια, ο διάβολος συναντά έναν καλόγερο. Ένας κωφός πιανίστας παίζει τη μουσική του καθοδηγούμενος από βρόχινες σταγόνες, ένας φούρναρης μάχεται μια πόρνη, ένας γερο-Ινδός διδάσκει ένα παιδί, ένα αυτιστικό κορίτσι συναντά τη ντίβα Μαρία Κάλλας, μια μάγισσα «κερνά» μια συνάντηση σε μια νεαρή γυναίκα με τον νεκρό άνδρα της, ένας φωτογράφος απαθανατίζει μια εγκυμονούσα Μόνα Λίζα, ένας σχιζοφρενής χορευτής χορεύει ένα μαγικό τανγκό με τη βροχή. Η έκβαση και το τέλος αυτών και των άλλων ιστοριών, καθορίζονται από το άγγιγμα μιας σταγόνας βροχής στα πρόσωπα των ανθρώπων.

Πρέπει να πω ότι το βιβλίο πραγματεύεται θέματα διαχρονικά όπως η φιλία, η συντροφικότητα, ο θάνατος, η αρρώστια, ο έρωτας αλλά και εξίσου το επίκαιρο θέμα των οικονομικών μεταναστών.

Πιστεύω ότι τα αίτια και οι αφορμές για ένα βιβλίο μπορεί να είναι πολλές, συνειδητές ή ασυνείδητες.  Ίσως παρατηρηθεί ότι πάντα επιδιώκω ένα δίδαγμα, που σαν βάση έχει το συναίσθημα. Φυσικά, είναι η προσωπική μου άποψη. Έχω την αίσθηση ότι, χωρίς την επιδίωξη ενός διδάγματος, κάπου χάνεται το ερέθισμα της γραφής.

Συγχρόνως, βέβαια, είναι και μια μορφή αυτοψυχανάλυσης και διερεύνησης, τόσο των δικών μου απόψεων όσο και των άλλων ανθρώπων. Πάνω απ’ όλα, όμως, είναι στο χέρι του αναγνώστη να κρίνει και να ερμηνεύσει με τον δικό του τρόπο και τη δική του άποψη, τις ιστορίες του βιβλίου.

 «Οι τελευταίες σταγόνες της βροχής ακουγόταν σαν αποχαιρετισμός. Σαν το τέλος μιας μουσικής κι ενός παθιασμένου χορού. Του φάνηκε ότι η βροχή χόρευε τα τελευταία βήματα ενός αιώνιου πάθους, με παρτενέρ της ανθρώπους πολλούς, διαφορετικούς, μα τόσο ίσους».


(2015) Το τανγκό της βροχής, διήγημα του Στέλιου Βισκαδουράκη, Εκδόσεις Γαβριηλίδης (σελ. 245)

«Ένας κωφός πιανίστας παίζει τη μουσική του, καθοδηγούμενος από βρόχινες σταγόνες στη γυμνή πλάτη του. Ένας φούρναρης μάχεται μια πόρνη, παλιό απωθημένο του. Ένας γέρο-Ινδός διδάσκει ένα παιδί. Ένα αυτιστικό κορίτσι συναντά τη ντίβα Μαρία Κάλλας. Μια μάγισσα «κερνά» μια συνάντηση σε μια νεαρή γυναίκα με το νεκρό άνδρα της. Ένας φωτογράφος απαθανατίζει μια εγκυμονούσα Μόνα Λίζα. Ένας σχιζοφρενής χορευτής αγκαλιάζει τη βροχή και χορεύει μαζί της ένα μαγικό τανγκό.

Η έκβαση και το τέλος αυτών κι άλλων ιστοριών καθορίζονται από το άγγιγμα μιας σταγόνας βροχής στα πρόσωπα των ανθρώπων.
Γιατί, ετούτη η βροχή, είναι μια αιωνιότητα σε μια στιγμή η μια στιγμή σε μια αιωνιότητα.
Δηλαδή, είμαστε εγώ, εσύ… Δηλαδή, είμαστε Εμείς…»

Δημοσιεύτηκε: http://tvxs.gr/news/biblio/tangko-tis-broxis