Η παρακαταθήκη του Σωτήρη Δημητρίου σε ένα μήνυμα: Να αλλάξουμε πολιτισμό

dimitriouΟ Σωτήρης Δημητρίου, πρωτοπόρος της κοινωνικής ανθρωπολογίας στην Ελλάδα, πολιτικός μηχανικός, συγγραφέας πολλών δοκιμιακών βιβλίων και άρθρων σε περιοδικά και συλλογικούς τόμους και ένας από τους σημαντικότερους θεωρητικούς του κινηματογράφου στη χώρα μας, πέθανε χτες σε ηλικία 91 ετών.

Δεν ήταν μόνο ένας ξεχωριστός άνθρωπος με ιδιαίτερη καλλιέργεια πνεύματος και ψυχής, όπως και αγωνιστής της Αριστεράς, και δεν άφησε παρακαταθήκη μόνο το έργο και το παράδειγμα της ζωής του, αλλά και το μήνυμά «Να αλλάξουμε πολιτισμό (δηλ. τον τρόπο που ζούμε)»,  απαντώντας στο ερώτημα «Ποιές αιτίες μας έφεραν ως εδώ, και κυρίως τι πρέπει να κάνουμε» της Έρευνας για την κρίση (2010 – 2014) Εκδόσεις Κέδρος, η οποία δημοσιεύτηκε στο Tvxs.gr , κατόπιν αναδημοσιεύτηκε εκτός των άλλων μεταφρασμένη στη γαλλική εφημερίδα Les Cercle Les Echos, και παρουσιάστηκε στα αγγλικά στο Crisis Art Festival της Ιταλίας.

Στην ανάλυσή του, που έγινε η σημαντικότερη έμπνευση και αφορμή για να ξεκινήσω την εν λόγω ακτιβιστική έρευνα, όταν τον είχα ακούσει να μιλάει για τις αιτίες της κρίσης σε εκδήλωση τον Απρίλιο του 2014, όπως σημειώνω και στον πρόλογο της έκδοσης, ο ίδιος είχε -μεταξύ άλλων- τονίσει χαρακτηριστικά:

« […] Η κρίση της οικονομικής λειτουργίας, της χαρακτηριστικής λειτουργίας του βιομηχανικού πολιτισμού, αποτελεί την άμεσα ορατή ένδειξη αποδόμησης του όλου συστήματος. Άρα βρισκόμαστε στην ιστορική καμπή της αλλαγής πολιτισμού.

[…] Εφόσον το καθεστώς εξαίρεσης* αποτελεί συστατικό της νεωτερικότητας** και η γενίκευσή του οφείλεται στην αποδόμηση του βιομηχανικού μοντέλου που τη θεμελιώνει, είναι αδιανόητη η διάσωση με επιστροφή στη νεωτερικότητα διαμέσου μεταρρυθμίσεων.

Αντιμετωπίζουμε μεταδόμηση πολιτισμού, συνεπώς, μοναδική ιστορική έξοδος από την παγκόσμια κρίση είναι η ανατροπή και η αναδόμηση του συστήματος.

Έχουν αναπτυχθεί πλέον οι τεχνικές προϋποθέσεις γι’ αυτήν –υπολογιστές, θεωρία του προγραμματισμού κ.ά. Απομένει να αναπτυχθούν και οι κοινωνικές: αλληλεγγύη και αξιοπρέπεια.

Ανεξάρτητα και παράλληλα με τις προτάσεις που συζητούνται από τους Ζαπατίστας και άλλους (άμεση δημοκρατία, κυκλική διαχείριση, συνεταιριστική επιχείρηση), εμφανίζεται μια τάση διάλυσης των συγκεντρωτικών δομών σε αυτόνομες-ομοσπονδιακές […] » (Ολόκληρη η τοποθέτησή του στο TVXS: Σ. Δημητρίου: Μοναδική ιστορική έξοδος από την παγκόσμια κρίση η ανατροπή)

Ο Σωτήρης Δημητρίου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1925, και ήταν σύντροφος της σκηνοθέτιδας Αλίντας Δημητρίου. Υπήρξε αντιστασιακός και τον Ιούλιο του 1944 φυλακίστηκε. Μετά την απελευθέρωση εξορίστηκε στη Μακρόνησο.

Συγχρόνως με την εργασία του ως πολιτικός μηχανικός ως απόφοιτος του ΕΜΠ, μελέτησε την ανθρωπολογία και γράφτηκε στη Φιλοσοφική σχολή, αν και δεν πήρε πτυχίο αποφασίζοντας να συνεχίσει μόνος τις μελέτες του. Το πρώτο του βιβλίο «Προϊστορικοί πολιτισμοί και εξέλιξη» κυκλοφόρησε το 1964.

Μεταξύ άλλων ασχολήθηκε και με την έβδομη τέχνη, ως μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Kριτικών Κινηματογράφου και κριτικών επιτροπών σε φεστιβάλ κινηματογράφου.

Είχε δημοσιεύσει τις ποιητικές συλλογές «Γράμματα της ανακωχής» (1965), εκδ. Φυτράκης και «Ψηλαφήσεις» (1985), εκδ. Δωδώνη, όπως και τα βιβλία «Κινηματογράφος, Σημειολογία, Κρίση της αισθητικής» (1973), εκδ. ‘Αλμα, «Εισαγωγή στο ‘Δώρο’ του Mauss» (1979), εκδ. Καστανιώτη, το πεντάτομο «Λεξικό Όρων: I. Σημειολογικής και δομικής ανάλυσης της τέχνης» (1978), «II. Επικοινωνίας και σημειωτικής ανάλυσης» (1978), «III. Γλωσσολογίας (1983) Α’ & Β’», «IV. Σημαντικής» (1986), «V. Κυβερνητικής, δομισμού και θεωρίας των συστημάτων» (1987), εκδ. Καστανιώτη, καθώς και την πεντάτομη σειρά «Η εξέλιξη του ανθρώπου: I. Ανθρωπογένεση» (1990), «II. Τα πρώτα βήματα» (1993), «III. Παλαιολιθική εποχή» (1993), «IV. Αρχές της κοινωνικής οργάνωσης» (1996), «V. Γλώσσα-Σώμα» (2001), εκδ. Καστανιώτη κ.α..


Παραπομπές:

  • Καθεστώς εξαίρεσης ή ανάγκης είναι η ψήφιση από τη Βουλή νομοθετικών διαταγμάτων καθ’ υπέρβασιν του συντάγματος, χωρίς να περνούν προηγούμενα από τον έλεγχο της συνταγματικότητας, με το επιχείρημα ότι η χώρα απειλείται από εξωτερικό ή από εσωτερικό εχθρό. Εφαρμόστηκε αρχικά στη δημοκρατία της Βαϊμάρης, στα 1930-32.

** Η νεωτερικότητα συνδέεται με την ιδέα της «ευρωπαίκής ταυτότητας», δηλαδή με την αντίληψη ότι, με αφετηρία το Διαφωτισμό, η Ευρώπη αφενός έγινε παγκόσμιο κέντρο της επιστημονικής προόδου και της, ¨κατά τον Max Weber, ¨απομάγευσης του κόσμου¨ (της εκδίωξης των δεισιδαιμονιών), και αφετέρου κατέκτησε τον υψηλότερο πολιτισμό και, ταυτόχρονα, την αποστολή να τον διαδώσει στον κόσμο.


Δημοσιεύτηκε: http://tvxs.gr/news/politismos/i-parakatathiki-toy-s-dimitrioy-se-ena-minyma-na-allaksoyme-politismo

Advertisements

Σωτήρης Δημητρίου: Είναι επιτακτικό να πούμε το ΟΧΙ!

dimitriou
14:42 | 02 Ιουλ. 2015
Κρυσταλία Πατούλη

[…] Είναι επιτακτικό να πούμε το ΟΧΙ! Αν κατοχυρωθεί το ΟΧΙ, μακροπρόθεσμα θα υπάρξει αποτέλεσμα. Έχει δημιουργηθεί ήδη ένα ρήγμα εκεί στην ΕΕ […] Η εθελοδουλεία είναι το βασικό πρόβλημα της συναίνεσης. Η εξουσία όταν βρίσκεται στα όρια της αντοχής της,  αρχίζει και επανέρχεται στο μοναδικό της όπλο, στη βία και στην αίσθηση του πανικού […] Ο ανθρωπολόγος Σωτήρης Δημητρίου, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη με αφορμή το Δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015, συμμετέχοντας στην Έρευνα για την Κρίση.

Είναι επιτακτικό να πούμε το ΟΧΙ. Αν κατοχυρωθεί το ΟΧΙ, μακροπρόθεσμα θα υπάρξει αποτέλεσμα. Έχει δημιουργηθεί ήδη ένα ρήγμα, εκεί, στην ΕΕ.

Αυτός ο ραγιαδισμός που έχουν δημιουργήσει με αυτόν τον πανικό, είναι κάτι φοβερό. Έχουμε χάσει οποιαδήποτε αίσθηση της πραγματικότητας. Είναι μοναδικό για την Ελλάδα αυτό που συμβαίνει.

Αυτά όμως που διαδραματίζονται σήμερα στην Ελλάδα, αποτελούν έναν κρίκο στη μεγάλη ιστορική καμπή που γνώρισε η ανθρωπότητα και που συνίσταται στην αποδόμηση του βιομηχανικού μοντέλου. Το έδειξαν έμπειρες μελέτες οι οποίες αποκρύπτονται από το κυρίαρχο σύστημα εξουσίας.

Πρόκειται για την στροφή των κεφαλαίων από την επένδυση στη βιομηχανική παραγωγή στην επένδυσή τους στις αγορές με στόχο την αναζήτηση του κέρδους στη σπέκουλα και στη λεηλασία.

Συνέπεια της στροφής αυτής είναι η επιτάχυνση της κρίσης με αποτέλεσμα η μεν κυρίαρχη εξουσία να αυξάνει τα μέτρα βίας και καταστολής,  πλήττοντας τη δημοκρατία και οδεύοντας στη βαρβαρότητα, ενώ όλες οι γωνιές του πλανήτη μετατρέπονται διαδοχικά σε πεδία συγκρούσεων.

Από την άλλη πλευρά, αναδύεται στους λαούς η εθελοδουλία. Ο φόβος, γίνεται όπλο επιβολής από τους κυρίαρχους και τρόπος ζωής από τους κυριαρχούμενους.

Στην ιστορία της ανθρωπότητας η λύση δίνεται με το πρόταγμα της αντίστασης, με την ανάταση της ελευθερίας, της αξιοπρέπειας και της αλληλεγγύης. Έτσι η ανθρωπότητα προχωρεί στην Ιστορία.

Η εθελοδουλεία είναι το βασικό πρόβλημα της συναίνεσης. Η εξουσία όταν βρίσκεται στα όρια της αντοχής της,  αρχίζει και επανέρχεται στο μοναδικό της όπλο, στη βία, και στην αίσθηση του πανικού. Ότι ο λαός κινδυνεύει και η εξουσία πρέπει να τον σώσει από τον αόρατο εχθρό.

Αυτός είναι γνωστός μηχανισμός τον οποίο ακολουθούν πάντα. Στις ΗΠΑ όταν υπήρχε κρίση άρχισαν όλα τα Μέσα να μιλούν για την εισβολή από τον Άρη για να πανικοβληθεί ο κόσμος. Μετά άρχισαν να μιλάνε για την εισβολή από τους Σοβιετικούς, μετά για την εισβολή από τους Άραβες, και μετά από τους τρομοκράτες.

Και στην ιστορία αυτή, που αρχίζει από το 2001 με τους τρομοκράτες, εκείνο που έκαναν ήταν να εφαρμόσουν περισσότερο τον έλεγχο επάνω στους λαούς, διότι έβλεπαν ότι οδηγούνταν στην κρίση.

Όσο οδηγούνται, λοιπόν, στην κρίση, τόσο περισσότερο επιτείνουν αυτή τη μέθοδο. Το όπλο τους είναι, ότι εξαθλιώνοντας τον κόσμο με την οικονομική ασφυξία, τελικά δεν κάνουν τον κόσμο να αγριεύει, αλλά να φοβάται.

Και τον κάνουν να δέχεται τη συναίνεση για να διασωθεί από αυτή την κατηφόρα που του έχουν επιβάλλει οι ίδιοι. Η εξαθλίωση που μας επιβάλλουν με τα μνημόνια είναι ένα όπλο τους αντίστοιχο με το όπλο του πανικού και του φόβου, ότι αν τους χάσουμε, αν φύγουν απ’ το σβέρκο μας, δεν θα ‘χουμε στον ήλιο μοίρα.

Εμείς πρέπει όσο είναι δυνατόν να αντισταθούμε και λίγο πολύ αυτή η αντίσταση θα έχει απήχηση και στον υπόλοιπο κόσμο και θα δημιουργήσει και στους ίδιους πρόβλημα.

Ήδη ο ΟΗΕ κατήγγειλε την ΕΕ που χτυπάει το δημοψήφισμα, γιατί θεωρούν ότι το δημοψήφισμα είναι ένας όρος του ΟΗΕ και έχουν δικαίωμα οι λαοί να το αξιοποιούν.

Δηλαδή, δημιουργούνται πλέον δυνατότητες έστω νοηματικής ανατροπής στις συνειδήσεις των ανθρώπων.

Είναι επιτακτικό να πούμε το ΟΧΙ, γιατί ακόμα κι αν αυτό θα ‘ναι αρχικά μια μικρή σπίθα, επειδή οι συνθήκες είναι πάρα πολύ κρίσιμες, λίγο ή πολύ, νωρίς ή αργά, θα λαμπαδιάσει.

Διαβάστε επίσης: Σ. Δημητρίου: Μοναδική ιστορική έξοδος από την παγκόσμια κρίση η ανατροπή

http://tvxs.gr/news/ti-na-kanoyme/einai-epitaktiko-na-poyme-oxi

Σ. Δημητρίου: Μοναδική ιστορική έξοδος από την παγκόσμια κρίση η ανατροπή – L’unique sortie historique de la crise mondiale est le renversement du monde – The only historical feasible way to get out of the crisis: the turnover of the system

*traduction française suit après le texte grec
*The English translation follows under the French
07:51, 02 Ιουλ 2013 | tvxsteam tvxs.gr/node/132593
07:51 | 02 Ιουλ. 2013
Σωτήρης Δημητρίου

¾Η κρίση της οικονομικής λειτουργίας, της χαρακτηριστικής λειτουργίας του βιομηχανικού πολιτισμού, αποτελεί την άμεσα ορατή ένδειξη αποδόμησης του όλου συστήματος. Άρα βρισκόμαστε στην ιστορική καμπή της αλλαγής πολιτισμού […] συνεπώς, μοναδική ιστορική έξοδος από την παγκόσμια κρίση, είναι η ανατροπή και η αναδόμηση του συστήματος. Έχουν αναπτυχθεί πλέον οι τεχνικές προϋποθέσεις γι’ αυτήν […]. 

Ο ανθρωπολόγος Σωτήρης Δημητρίου, αναλύει την ελληνική και παγκόσμια οικονομική κρίση, συμμετέχοντας στην Έρευνα για την Κρίση που ξεκίνησε ακτιβιστικά η Κρυσταλία Πατούλη και δημοσιεύεται στο tvxs.gr από το 2010, με απαντήσεις προσώπων των γραμμάτων, των τεχνών και των επιστημών, στο  ερώτημα: Ποιές αιτίες μας έφεραν ως εδώ, και κυρίως τί πρέπει να κάνουμε; Η συγκεκριμένη έρευνα δημοσιεύτηκε στη γαλλική εφημερίδα Les Cercle Les Echos (1) και παρουσιάστηκε στο Crisis Art Festival (2) και πλέον κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος σε βιβλίο που τα έσοδά του θα διατεθούν στο ΚΕΘΕΑ και στη Μέριμνα.

«Για τον προσδιορισμό της συνεχιζόμενης -από το 2008- οικονομικής κρίσης και για την κοινωνικο-πολιτική σημασία της επικρατεί σύγχυση και ίσως συσκότηση, που δεν είναι καθόλου αθώα.

Την χαρακτήρισαν «περιοδική», «χρονία», «δομική» και «κατάσταση έκτακτης ανάγκης». Πρόκειται όμως για δομική και παγκόσμια κρίση του κοινωνικο-πολιτισμικού σχηματισμού, η οποία δεν ήλθε εξ΄ ουρανού.

Αντίθετα είχε προβλεφθεί από διαδοχικές επιστημονικές αναλύσεις που, τόσο αυτές όσο και οι αντιδράσεις για την πρόληψή της, έχουν δημοσιοποιηθεί αλλά σήμερα σκόπιμα αποσιωπούνται.

Για να σχηματίσουμε μια ολιστική εικόνα της κρίσης, μπορούμε να αντικρίσουμε την ανθρώπινη κοινωνία με όρους συστήματος.

Ο πληρέστερος τρόπος για την εξέτασή της είναι η συστημική ανάλυση. Δηλαδή, να θεωρήσουμε τον κοινωνικο-πολιτισμικό σχηματισμό ως σύστημα ανώτερης οργάνωσης, μεταβαλλόμενο και δυναμικό, που αναπτύσσεται αντλώντας ύλη/ενέργεια από τα κατώτερα συστήματα του περιβάλλοντος (βιολογικά, οικολογικά) και αποδίδοντας σ’ αυτά πληροφορία με τη μορφή διαχείρισης και μετασχηματισμού του.

Σύμφωνα με το πρίσμα αυτό, κοινωνική δομή είναι η οργάνωση των κοινωνικών σχέσεων (συγγένειας, παραγωγής κ.ά.).

Κουλτούρα είναι οι λειτουργίες της δομής (λειτουργίες παραγωγής, ρύθμισης, αναπαραγωγής)  και τα προϊόντα τους (πνευματικά και υλικά).
Δομή και κουλτούρα είναι αλληλένδετα.

Πολιτισμός είναι το θεσμοθετημένο από τον κυρίαρχο λόγο μέρος της κουλτούρας στις κοινωνίες με συγκεντρωτική εξουσία και που συμβιώνει με τις διάφορες υποκουλτούρες.

Η πορεία της μεταβολής του συστήματος, δηλαδή η κοινωνική εξέλιξη, χαρακτηρίζεται από τη συνεχή αύξηση του ελέγχου που ασκεί στη φύση και που σήμερα έχει φθάσει στο σημείο να διαχειρίζεται σφαίρες της πραγματικότητας που ξεπερνούν τα όρια της ανθρώπινης εμπειρίας:

  • την λιθόσφαιρα (με την ατομική και πυρηνική φυσική), τη βιόσφαιρα (με τη μοριακή βιολογία και το DNA) και τη στρατόσφαιρα (με τη διαστημική).

Η κοινωνική εξέλιξη, ως συνεχής μεταβολή της σχέσης του κοινωνικού συστήματος με το φυσικό περιβάλλον, συνοδεύεται από αντίστοιχη μεταβολή της εσωτερικής οργάνωσής του.

Εκφράζεται με ανάπτυξη της τεχνολογίας μαζί και της ατομικής δραστηριότητας, που την χειρίζεται, καθώς και με αναρρύθμιση της δομής του:  αύξηση του καταμερισμού και οργάνωση των σχέσεων παραγωγής με ιεραρχημένες κοινωνικές τάξεις, δηλαδή με δομές εξουσίας.

Με το σχηματισμό κοινωνικών τάξεων αυξάνει ο έλεγχος στη φύση αλλά οι δομές εξουσίας εισάγουν τη βία και τις ρήξεις, γιατί η ανισότητα δεν μπορεί να επιβληθεί με κοινωνικό συμβόλαιο και με απλή συναίνεση.

Οι αντιφάσεις που αναδύονται στις σχέσεις παραγωγής προκαλούν την αναρρύθμιση της δομής. Έχουν διαλεκτικό χαρακτήρα γιατί προκύπτουν από την ανάπτυξη του συστήματος. Δηλαδή, όσο το σύστημα αναπτύσσεται, τόσο πλησιάζει στα όριά του και οδηγείται σε αναδόμηση.

Ας δούμε με ποιο τρόπο οι δομικές αντιφάσεις προκαλούν αναδόμηση του κοινωνικού συστήματος:

Πώς οδηγούν οι αντιφάσεις στην αναδόμηση; Ας εξετάσουμε την περίπτωση της φεουδαρχίας. Βασικό ρόλο στην αντίφαση που προκάλεσε την κρίση της, έπαιξε ο ίδιος ο μηχανισμός που εξασφάλιζε τη συντήρηση της μεγάλης γαιοκτησίας, η οποία αποτελούσε το θεμέλιο των σχέσεων παραγωγής.

Για τη συντήρησή της έπρεπε να την κληρονομήσει ο πρωτότοκος ώστε να μη τεμαχιστεί με τη διανομή της στους υστερότοκους γιους (έτσι ο Παπαρρηγόπουλος εξηγεί τις αιτίες που δημιούργησαν τις αρχαίες αποικίες) –αντίστοιχα, οι υστερότοκες κόρες κλείνονταν σε μοναστήρι.

Το αποτέλεσμα ήταν να στραφούν οι έκπτωτοι υστερότοκοι στην αναζήτηση νέας δραστηριότητας, αρχικά στην ιπποσύνη και αργότερα στο εμπόριο και στις τέχνες, διεκδικώντας το χαμένο μερίδιό τους.

Έτσι, έγιναν φορείς των νέων δυνατοτήτων αύξησης του ελέγχου του περιβάλλοντος και απέκτησαν πρωτεύοντα ρόλο στον κοινωνικό μετασχηματισμό, σχηματίζοντας την Τρίτη Τάξη.

Οι υστερότοκες κόρες, αντίστοιχα, αντέδρασαν με το μυστικισμό, όπως η Ζαν ντ΄ Αρκ αλλά διώχθηκαν από την Ιερά Εξέταση με το μαρτύριο της πυράς.

Η αντίφαση που προκάλεσε την κρίση της βιομηχανικής κοινωνίας πηγάζει επίσης από την ίδια την ανάπτυξη του μοντέλου και των σχέσεων παραγωγής.

Αν αντικριστεί με όρους συστήματος, η κοινωνία αυτή έχει στην είσοδο ύλη και ενέργεια από το περιβάλλον (καθώς και εργατική δύναμη) και στην έξοδο έχει αγαθά, απόβλητα και μετασχηματισμό του περιβάλλοντος.

Μεγάλο μέρος της ύλης / ενέργειας που εισάγεται στο κοινωνικό σύστημα δεν αναπαράγεται από τη φύση οπότε αυτή εξαντλείται, ενώ το αντίθετο συμβαίνει με το γεωργικό μοντέλο όπου τα αντλούμενα για κατανάλωση φυτά και ζώα αναπαράγονται.

Τα ανάλογο συμβαίνει και με την έξοδο. Τα απόβλητα και τα πυρηνικά κατάλοιπα που δεν ανακυκλώνονται από τη φύση παραβιάζουν το περιβάλλον και το ρυπαίνουν.

Όσο αυξάνει η βιομηχανική παραγωγή, η είσοδος και η έξοδος πλησιάζουν στα όριά τους, δηλαδή, τόσο αυξάνουν ο κίνδυνος της εξάντλησης των φυσικών πόρων, αφενός, και ο κίνδυνος της ρύπανσης του περιβάλλοντος, αφετέρου.

Ας εξετάσουμε τις λειτουργίες του συστήματος. Αυτές διακρίνονται σε τρεις κύριες ομάδες. Στις λειτουργίες: 1) της παραγωγής, 2) της αναπαραγωγής (παιδεία, τελέσεις, τέχνη) και 3) της αυτορρύθμισης (πρόνοια, δίκαιο).

Οι πρώτες διέπονται από το βιομηχανικό μοντέλο παραγωγής, το οποίο παρουσιάζει μια σημαντική ιδιορρυθμία:

Ενώ στο γεωργικό μοντέλο ο κύκλος επένδυσης στην παραγωγή διεξάγεται μια φορά το χρόνο και σε ορισμένη έκταση, κάποτε μάλιστα με ρίσκο –εξαιτίας ανομβρίας κ.ά.- το βιομηχανικό μοντέλο, που στηρίζεται στην τεχνολογία της μηχανής, έχει την ικανότητα να διεξάγει απεριόριστους κύκλους παραγωγής και σε ευρύτερη έκταση.

Χάρη στη μηχανή, ο ρυθμός παραγωγής αυξάνει με την πύκνωση των κύκλων της, καθώς και με τη μαζική παραγωγή.  Το κέρδος κάθε κύκλου προστίθεται στην επένδυση του επόμενου, αντί να σπαταλιέται σε άλλες επιδιώξεις.

Στο γεωργικό μοντέλο το κέρδος αποθηκεύεται, δεν επενδύεται για να φέρει νέο κέρδος, γιατί δεν υπάρχει δυνατότητα για νέο κύκλο παραγωγής στην ίδια χρονιά ούτε για διεύρυνσή της χωρίς συγκρούσεις αφού η γαιοκτησία είναι δεδομένη.

Η συνεχής αύξηση του ρυθμού της βιομηχανικής παραγωγής, που επιφέρει η διαδοχική επένδυση του κέρδους, θεωρείται ως το βασικό γνώρισμα του καπιταλισμού, κριτήριο της επιβίωσής του.

Με άλλα λόγια, στο γεωργικό μοντέλο το κεφάλαιο παράγεται από τη γη μέσα από τον ετήσιο κύκλο της αναπαραγωγής της, ενώ στο βιομηχανικό μοντέλο το κεφάλαιο παράγεται από το κεφάλαιο μέσα από τη μαζικοποίηση ή από τους απεριόριστους κύκλους παραγωγής της μηχανής –δηλαδή, το κεφάλαιο παράγει κεφάλαιο.

Κύριες συνέπειες αυτής της αύξησης είναι οι εξής:

  • α) Η εγγενής τάση συσσώρευσης του κεφαλαίου (μονοπώλια, τραστ).
  • β) Η εγγενής τάση επέκτασης σε άλλες χώρες και σε άλλους κοινωνικούς τομείς (τέχνη, τουρισμός, αθλητισμός, ελεύθερος χρόνος) – εμπορευματοποίηση των πάντων.
  • γ) Η επικράτηση του χρήματος ως μοναδικής αξίας πάνω σε όλες τις άλλες αξίες [(π.χ. το εμπόριο] (π.χ. το εμπόριο θρησκευτικών εικόνων).
  • δ) Ο φιλελευθερισμός, η χωρίς πολιτικούς περιορισμούς διακίνηση του κεφαλαίου στη μαζική παραγωγή και διανομή των προϊόντων του στην αγορά.
  • ε) Ο προσδιορισμός της γης, της ανθρώπινης εργασίας και γενικότερα της κοινωνικής λειτουργίας από τις διακυμάνσεις των τιμών, αυτό που ονομάζεται αυτορρύθμιση της αγοράς (Polanyi 1944:68).

Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημάνουμε κάτι που είναι υποτιμημένο από τις κοινωνικές αναλύσεις και έρευνες:  Την επίδραση των κοινωνικο-ιστορικών όρων στη διαμόρφωση του ψυχισμού.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η επιρροή των ιστορικών και κοινωνικών όρων στη διαμόρφωση της ψυχολογίας των ανθρώπων διαμέσου της κουλτούρας. Πιο συγκεκριμένα, ενδιαφέρει η ισχυρή επίδραση που ασκεί το χρήμα στην ατομική ψυχολογία.

Σύμφωνα με τον ορθολογισμό του κυρίαρχου λόγου της Δύσης, τα υλικά αντικείμενα είναι απολύτως ξένα και ουδέτερα για τον άνθρωπο, χωρίς καμιά συναισθηματική σχέση ή επιρροή επάνω του. Δεν αποτελούν γι’ αυτόν ένα «εσύ», όπως συμβαίνει με τον παραδοσιακό ανιμισμό, αλλά ένα «αυτό» (Frankfort 1959:242).

Η νεωτερικότητα πολέμησε τον ανιμισμό. Η θέση της αυτή δημιούργησε το θεωρητικό πρόβλημα τού πώς είναι δυνατόν η νόηση να συλλάβει τον αντικειμενικό κόσμο, αφού αυτός είναι εντελώς ξένος προς αυτήν, πρόβλημα το οποίο ταλαιπώρησε το μεγαλύτερο μέρος της φιλοσοφίας (Passmore 1968).

Αντίθετα όμως προς αυτό, η ανθρωπολογία έδειξε ότι τα αντικείμενα είναι ομοίως κοινωνικοποιημένα και στη Δυτική κοινωνία, και ότι ο ψυχισμός, στον οποίο περιλαμβάνεται και η νόηση, συνάπτει στενούς δεσμούς με αυτά, σαν μέρος της προσωπικότητας –από τα κειμήλια και τα φυλαχτά μέχρι το αυτοκίνητο- σε βαθμό που η απώλεια του υλικού πλούτου να οδηγεί στην αυτοκτονία.

Το χρήμα ιδιαίτερα, ως έκφραση του πλούτου, συνδέεται με το κεντρικό ψυχολογικό κίνητρο της ατομικής δραστηριότητας, τη δύναμη, όπως έδειξε ο G. Simmel.

Στο γεωργικό μοντέλο, η σύνδεση του χρήματος με τη δύναμη, είτε αυτό μένει κλεισμένο στο σεντούκι είτε προβάλλεται στις πελατειακές σχέσεις, προσδιορίζει το status, μια σταθερή θέση του κατόχου του στην κοινωνική ιεραρχία.

Στο βιομηχανικό μοντέλο, όμως, όπου το χρήμα γεννάει χρήμα, αυτή η σύνδεση προσδιορίζει μια δυναμική θέση του ατόμου στην κοινωνία, τη συνεχή άνοδο του status στην ιεραρχία, την αύξηση της «δύναμης επί».

Αποτέλεσμα αυτού είναι, αφενός, να μετατρέπεται σε πάθος το κυνήγι αύξησης του χρήματος, διαμέσου της αύξησης του ρυθμού παραγωγής και, αντίστροφα, η κατοχή χρήματος να προκαλεί τον πυρετό της επένδυσής του, για να φέρει νέα κέρδη. Πρόκειται για την ψυχολογία του τζόγου, που μαζί με τα τυχερά παιχνίδια, καθώς επίσης και με τη φτώχεια και την ανεργία είναι χαρακτηριστικά φαινόμενα της βιομηχανικής κοινωνίας.

Οι συνέπειες του ιδιαίτερα σημαντικού αυτού φαινομένου θα μας απασχολήσουν πιο κάτω.

Η υπέρβαση των ορίων του συστήματος, εκτός από εκείνη της εισόδου και της εξόδου του οφείλεται στην ανάπτυξη των αντιφάσεών που πηγάζουν από τους βασικούς όρους του βιομηχανικού μοντέλου:

  • α) της αύξησης του ρυθμού παραγωγής
  • και β) της ανταγωνιστικότητας –είναι κοινά γνωστό ότι η βιομηχανική κοινωνία ονομάστηκε κοινωνία του ελεύθερου ανταγωνισμού.

Για να αυξηθεί το κέρδος πρέπει να αυξηθεί ο ρυθμός παραγωγής, όπως είδαμε πιο πάνω, αλλά και ο ανταγωνισμός στα παραγόμενα προϊόντα. Και οι δύο αυτοί όροι υλοποιούνται με βάση 1) την ανάπτυξη της τεχνολογίας της μηχανής και 2) Την οργάνωση της εργασίας.  Η ανάπτυξη της οργάνωσης της εργασίας οδήγησε στο φορντισμό και η ανάπτυξη της τεχνολογίας οδήγησε στον αυτοματισμό.

Όμως, με την εισαγωγή του αυτοματισμού προκαλούνται απολύσεις (το 1978 ένα ρομπότ συγκόλλησης αντικαθιστούσε 30 εργάτες στη Citroen), άρα αυξάνει το σταθερό κεφάλαιο (μηχανές κ.ά.) και μειώνεται το μεταβλητό (εργατικό προσωπικό), συνεπώς, αυξάνει η ανεργία (το γνωστό πρόβλημα των ¾, δηλαδή η πρόβλεψη, γύρω στα 1980, ότι στους 4 εργαζόμενους μόνο οι 3 θα έχουν δουλειά).

Αυτό που προέκυπτε από την ανεργία, αλλά όχι άμεσα ορατό, ήταν η πτώση της κατανάλωσης. Η πτώση αυτή προκλήθηκε και από έναν άλλο λόγο. Από την ίδια την αύξηση του ρυθμού της βιομηχανικής παραγωγής, η οποία οδηγούσε αναπόφευκτα στον κορεσμό της αγοράς, παρά την αντιμετώπισή της από το σύστημα με την καλλιέργεια περιττών αναγκών.

Προϊόν της προηγούμενης, είναι η δημιουργία μιας νέας αντίφασης, που αφορά το μηχανισμό παραγωγής του κέρδους.

Ξέρουμε, από τον Μαρξ, ότι το κεφάλαιο αποτελείται από δύο μέρη: 1) το σταθερό, που είναι οι μηχανές και οι εγκαταστάσεις, και 2) το μεταβλητό, που είναι οι άνθρωποι της μισθωτής εργασίας, και ότι το κέρδος παράγεται από το μεταβλητό κεφάλαιο ως υπεραξία.

Ξέρουμε ακόμα ότι βασικός όρος της βιομηχανικής παραγωγής, συνδεόμενος με την ανταγωνιστικότητα, είναι και η συνεχής βελτίωση του σταθερού κεφαλαίου: αυτοματισμός, ηλεκτρονική τεχνολογία.  Αλλά, μείωση του εργατικού δυναμικού συνεπάγεται μείωση του κέρδους, αφού από αυτό βγαίνει η υπεραξία.

Ταυτόχρονα, η αύξηση της ανεργίας λόγω του αυτοματισμού, μειώνει με τη σειρά της το ύψος της κατανάλωσης, προσβάλλοντας την έξοδο του συστήματος, και το ίδιο το κοινωνικό σύστημα δημιουργώντας στρώματα ανεργίας και περιθωρίου.

Απόρροια της προηγούμενης αντίφασης είναι να εκδηλωθεί σε οργανωμένη μορφή η σύγκρουση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας με τη συγκρότηση των συνδικάτων.

Οι εργάτες αντιδρούν στην πίεση που υφίστανται για την αύξηση της υπεραξίας-κέρδους με δύο τρόπους αλληλένδετους, ρητό και άρρητο:

  • Ο πρώτος, ο ρητός, αφορά τους απεργιακούς αγώνες για διεκδικήσεις, οικονομικές και ασφάλισης.  Μέσα από κοινωνικούς αγώνες το σύστημα αναγκάστηκε να συστήσει το κοινωνικό κράτος, με αποτέλεσμα τη μείωση του βιομηχανικού κέρδους.
  • Ο δεύτερος τρόπος αντίδρασης αφορά την άρση της συναίνεσης, τη λούφα των εργαζομένων.

Άλλη μια αντίφαση συνδέεται με την αναρχία της αγοράς.  Ξέρουμε ότι οι βιομηχανικές μονάδες είναι ορθολογικές στο εσωτερικό τους και στηρίζονται στην επιστήμη, ενώ εξαιτίας της ανταγωνιστικότητας, στο σύνολό τους γίνονται ανορθολογικές και οδηγούν στο τυχαίο της αγοράς.

Με άλλα λόγια, η πίεση για αύξηση του κέρδους δεν ενδιαφέρεται για τις συνέπειες της δραστηριότητάς της στις άλλες επιχειρήσεις και, γενικά, στην κοινωνία.

Η μείωση της ομοιοστασίας, δηλαδή της έλλειψης προστασίας των αδύνατων κρίκων της κοινωνίας που προκαλείται από αυτό,  συνιστά πρωταρχικό γνώρισμα του φιλελευθερισμού και οδηγεί στη διόγκωση της ανεργίας και της φτώχειας, βασικό χαρακτηριστικό της βιομηχανικής κοινωνίας, όπως αναφέρθηκε.

Από τη μια πλευρά, η μείωση της ομοιοστασίας ευνοεί την αύξηση του ρυθμού παραγωγής με εντατικοποίηση της εκμετάλλευσης αλλά, από την άλλη, οξύνει τις ταξικές αντιθέσεις.  Όμως. η αύξηση του ρυθμού παραγωγής, που είναι μοχλός του βιομηχανικού μοντέλου, προκαλεί νέα αντίφαση μειώνοντας το ύψος της κατανάλωσης. Το αποτέλεσμα των αντιφάσεων αυτών είναι η εκδήλωση περιοδικών κρίσεων με πιο έντονη την κρίση του 1929.

Στην περίπτωση αυτή η λύση δόθηκε με την επιβολή περιορισμών στον φιλελευθερισμό, ο οποίος αντικαταστάθηκε από τον κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό και το κοινωνικό κράτος, είτε διαμέσου καθεστώτος έκτακτης ανάγκης και δικτατορίας (Ιταλία, Γερμανία, Ελλάδα, Ρουμανία) είτε διαμέσου κρατικής παρέμβασης στην οικονομία (πρόγραμμα Keynes κ.ά.).  Η λύση αυτή, εξαιτίας των δικτατοριών, δεν μπόρεσε να αποφύγει τον Β΄παγκόσμιο πόλεμο.

Η ισορροπία αποκαταστάθηκε μετά τον πόλεμο, όπως και με τις προηγούμενες περιοδικές κρίσεις, αλλά στο διάστημα αυτό συντελέστηκε άλλο ένα βήμα στην πορεία συσσώρευσης και επέκτασης του κεφαλαίου.  Όπως ήταν επόμενο, στην περίοδο της κοινωνίας της κατανάλωσης, που επακολούθησε, συνεχίστηκαν οι αντιφάσεις του συστήματος, αλλά σε παγκόσμια κλίμακα πλέον.

Οι νέοι κλυδωνισμοί του συστήματος άρχισαν να γίνονται αισθητοί στην πολιτισμική σφαίρα.

Πρελούντιο της κοινωνικο-πολιτισμικής μεταδόμησης, που εκδηλώθηκε πριν την οικονομική κρίση, ήταν ο Μάης του ’68. Καταπνίγηκε, όμως από το συντηρητισμό και αναβίωσε πιο έντονη η αντίδραση.

Οι νέοι επιστημονικοί κλάδοι που ανέβλυσαν στη σύντομη εκείνη πνευματική άνοιξη, η κυβερνητική, η βιονική, η ευρετική, η σημειωτική, κ.ά., έμειναν εκτός πανεπιστημιακής έδρας ή έσβησαν. Έσβησε επίσης και ο άνεμος αλλαγής που φύσηξε στις άλλες επιστήμες.

Στο μεταξύ, στη σφαίρα της οικονομίας άρχισε να κλονίζεται η βασική αρχή ότι «το κέρδος φέρνει νέο κέρδος μέσα από την αύξηση της παραγωγής», γιατί εμφανίστηκε κορεσμός της ζήτησης.

Μετά την αποκατάσταση της ισορροπίας και την κοινωνία της κατανάλωσης η απειλή της κρίσης έγινε ορατή, όπως άλλωστε αναμενόταν.

Στα 1971 o Πεκέι, πρόεδρος της ΦΙΑΤ και καθηγητής της οικονομίας, προβληματίζεται από το γεγονός ότι, ενώ ανέβαινε ο τζίρος, έπεφτε το κέρδος, παραβιάζοντας τους νόμους της κλασικής οικονομίας.

Το παράδοξο αυτό για την κλασική οικονομία έγινε μόνιμη κατάσταση και είναι γνωστό ως αρχή της μεγιστοποίησης.

Ανησυχώντας για τη σημασία του ο Πεκέι, συνέστησε τη Λέσχη της Ρώμης, επιστημονική ομάδα που ενδιαφέρθηκε για την πορεία της οικονομίας και η οποία ανέθεσε στους Μeadows και άλλους ειδικούς από το ΜΙΤ τη μελέτη του προβλήματος.

Η ομάδα αυτή των 17 επιστημόνων έκανε συστημική ανάλυση στους Η/Υ, με διάφορα προγράμματα, με βάση το σύνολο των στατιστικών στοιχείων που συνέλεξε για τον πλανήτη.  Όταν είδαν τα εξαγόμενα τρόμαξαν, γιατί προέκυπτε απειλή παγκόσμιας κρίσης από υπέρβαση των ορίων του βιομηχανικού συστήματος, άρα απειλή δομικής κρίσης.

Διαπίστωσαν ότι κύριοι παράγοντες της κρίσης ήταν:

  • α) η εξάντληση των φυσικών πόρων,
  • β) η μόλυνση του περιβάλλοντος,
  • γ) η συνεχής αύξηση του ρυθμού της βιομηχανικής παραγωγής
  • και δ) η δημογραφική έκρηξη.

Το 1972 γνωστοποιούν στους ηγέτες των βιομηχανικών χωρών το αποτέλεσμα της μελέτης, προειδοποιώντας για την πρόκληση κοινωνικών αναταραχών και συνιστούν να ληφθούν ορισμένα μέτρα, με πρώτο τον περιορισμό της ψαλίδας ανάμεσα στις πλούσιες και στις φτωχές χώρες, κυρίως τις αφρικανικές.

Φυσικά, οι ηγέτες της Δύσης αγνόησαν τη μελέτη, αλλά το 1973, όταν εκδηλώθηκε η πετρελαϊκή κρίση, ο Κίσιγκερ την ανέσυρε και ανέθεσε σε μεγαλύτερη ομάδα επιστημόνων, υπό τους Pestel & Messarovic, να την επαναλάβει.

Η νέα μελέτη επιβεβαίωσε τα συμπεράσματα της προηγούμενης, οπότε, με πρωτοβουλία του Κίσιγκερ η ηγεσία της Δύσης επιδίωξε να λάβει ορισμένα μέτρα. Ένα από αυτά ήταν ο έλεγχος των γεννήσεων για την αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος, διαμέσου του ΟΗΕ.

Η προσπάθειά τους, όμως, απέτυχε εντελώς και η δημογραφική αύξηση εντάθηκε αντί να μειωθεί, επειδή οι πληθυσμοί που υφίσταντο την οικονομική πίεση αντιδρούσαν με αύξηση της τεκνοποίησης για εξασφάλιση της επιβίωσης, όπως διεπίστωσαν οι ανθρωπολόγοι (Polgar κ.ά.).

Το άλλο μέτρο ήταν η κατά εξάμηνο περιοδική Σύνοδος πλουσίων και φτωχών χωρών με σκοπό τη μείωση του μεταξύ τους οικονομικού ανοίγματος, της ψαλίδας.  Στα 1978, στην τελευταία Σύνοδο, που έγινε στο Ναϊρόμπι, η Δύση δίνει τέλος στις συναντήσεις αυτές, λόγω ανησυχιών για την χρεοκοπία της Αγγλίας, στρέφεται στο ο σώζων εαυτόν σωθείτω και στη  λεηλασία της  Αφρικής.

Το 1980 υιοθετείται το μοντέλο του νεοφιλελευθερισμού, που  πρότεινε ο Φρίντμαν, καθηγητής  στο  Σικάγο και σε επόμενη φάση ακολουθεί η λεηλασία της Λατινικής Αμερικής.

Τα παραπάνω μέτρα είναι γνωστά και οι μελέτες έχουν δημοσιευθεί, καθώς και άλλες οκτώ, ακόμα πιο εκτεταμένες, που όλες επιβεβαίωναν την επερχόμενη κρίση, με τελευταία τη μελέτη του 1992, μεταφρασμένη και στα ελληνικά, σύμφωνα με την οποία «… το κοινωνικο-οικονομικό σύστημα, όπως είναι δομημένο, …έχει υπερακοντίσει τα όριά του και οδεύει προς την κατάρρευση, άρα θα πρέπει να υποστεί αναδόμηση» (Meadows et al. 1999:192). H πρόβλεψη αυτή ενοχλούσε, γι’ αυτό δέχτηκαν  έντονη  κριτική.

Μια σοβαρή σύγχυση που έγινε, είναι ότι η ύφεση του 2008 παρομοιάστηκε με την κρίση του 1929.  Αλλά η κρίση του ‘29 εντάσσεται στις περιοδικές κρίσεις που εκδηλώνονται ανά 25 χρόνια και που είχαν μελετηθεί από πολλούς, ιδιαίτερα από τον Κοντράγιεφ, ως κρίσεις αναδόμησης του συστήματος.

Το αδιάψευστο γεγονός, εντούτοις, είναι ότι οι προβλέψεις των μελετών επαληθεύτηκαν.  Αρχικά είχαν εκτιμήσει την κρίση του συστήματος για το 2040. Αλλά η στροφή στο νεοφιλελευθερισμό επιτάχυνε τις διαδικασίες της κατάρρευσης, ώστε οι τελευταίες εκθέσεις υπολόγισαν την εκδήλωσή της για το 2010.

Το παγκόσμιο Συνέδριο που έγινε από γεωφυσικούς και οικολόγους, οι οποίοι είχαν ανησυχήσει από το 1974 για τη ρύπανση του πλανήτη, πρόβλεψε, με ανεξάρτητο τρόπο, επίσης για το 2010 την εκδήλωση της οικολογικής κρίσης.

Ο ίδιος ο εμπνευστής του νεοφιλελευθερισμού, ο Φρίντμαν, διατύπωσε στο Πεντάγωνο το 2003 τις ανησυχίες του για την έκβαση.

Γύρω στα 2000, απόρρητη έκθεση της Επιτροπής τραπεζικού ελέγχου διατύπωνε φόβους για ντόμινο των τραπεζών λόγω κινδύνου χρεωκοπίας της Βραζιλίας. Μπαίνοντας στον 21ο αιώνα, η χρονολογία της κρίσης προβλέφθηκε για το 2008. Παράλληλα, πολλοί οικονομολόγοι –Γκαλμπράϊτ, Σόρος κ.ά.- έκρουαν τον κώδωνα του κινδύνου.  Τελικά, η κρίση εκδηλώθηκε όπως είχε προβλεφθεί, στο 2008.

Κατά τη συνάντησή τους στο Κιότο, τον Αύγουστο του 2008, οι G7 απεφάσισαν να ανακοινώσουν ότι επέρχεται ύφεση, όχι όμως δομική. Την ανακοίνωσαν για να επηρεάσουν την κοινή γνώμη πριν την εκδήλωσή της, η οποία έγινε μετά από δύο μήνες με την κατάρρευση της Lehman Brs.

Τον Οκτώμβριο του 2008, μετά τη χρεωκοπία της Lehman Brs, το Ευρωγκρούπ συνέστησε στα κράτη-μέλη του, την αύξηση των μέτρων καταστολής από τον κίνδυνο κοινωνικών ταραχών, όπως είχαν προβλέψει οι μελέτες. Τα γεγονότα με τη δολοφονία του Αλέξη Γεωργόπουλου, που ξέσπασαν το Δεκέμβριο του 2008, θεωρήθηκαν από tον Σαρκοζί ως έναρξη τέτοιων ταραχών.

Παρόλο που ζούμε στην εποχή ακμής της επικοινωνίας και της πληροφόρησης αποκρύπτονται συστηματικά οι μελέτες που ανέλυσαν και πρόβλεψαν την κρίση, οι διαδικασίες για την αντιμετώπισή της επί 40 χρόνια και ότι ο χαρακτήρας της είναι δομικός.

Η κρίση παρουσιάστηκε σαν κάτι από το πουθενά, σαν ένα ατύχημα που θα ξεπεραστεί με την ανάκαμψη.

Σχετικά με την εξάντληση των φυσικών πόρων και τη ρύπανση του περιβάλλοντος αδυνατούν ακόμα να συμφωνήσουν σε λύση, παρά τη συνεχή επιδείνωση της οικολογικής ισορροπίας και τις επικλήσεις των γεωφυσικών και των οικολόγων.

Στην έκθεση της UNEP (υπηρεσίας του ΟΗΕ) από το 2000 έως το 2012 οι εκπομπές ρύπων έχουν ευξηθεί κατά 20% («Αυγή» 22/11/12, σελ. 23), για τη μείωση, όμως, του ρυθμού της βιομηχανικής ανάπτυξης, που είναι η βασική πηγή του προβλήματος, αδιαφόρησαν εντελώς, δεδομένου ότι τη θεωρούν ως το λόγο ύπαρξης του συστήματος. Αντίθετα, προσανατολίστηκαν προς:

  • Τη δυνατότητα να διευρύνουν τις δραστηριότητές τους οι τράπεζες και σε άλλους τομείς (Ρήγκαν).
  • Τη νομική ελευθερία να ξεπερνά το κεφάλαιο τα εθνικά όρια και να επενδύεται σε χώρες με χαμηλούς μισθούς, τη λεγόμενη παγκοσμιοποίηση, με την οποία ικανοποιούσε την τάση της επέκτασης του κεφαλαίου και διατηρούσε την υπεραξία σε υψηλό ποσοστό.

Για τον ίδιο σκοπό δοκιμάστηκαν και άλλες λύσεις:

  • Η έκπτωση της οργάνωσης της εργασίας, δηλαδή του φορντισμού, και αντικατάστασή του με το φασόν, τη διασπορά των μονάδων παραγωγής κ.ά. για την αύξηση της υπεραξίας.
  • Η εξαγορά των επιχειρήσεων ή και η συγχώνευσή τους σε μονοπώλια, με την οποία ικανοποιούσε την τάση συγκέντρωσης του κεφαλαίου.
  • Η επίθεση στο σύστημα υγείας και στην Παιδεία(Πινοσέτ, Θάτσερ) και στις συλλογικές συμμβάσεις.

Εκτός αυτών, ο νεοφιλελευθερισμός χρησιμοποίησε και πολλούς τρόπους έξαρσης της ατομοκρατίας (Θάτσερ) και διάλυσης του κοινωνικού ιστού για να αντιδράσει σε μιαν άλλη σημαντική αντιφασή του, η οποία προέκυπτε από το ότι, για να εξυπηρετήσει την αύξηση της μαζικής παραγωγής αναγκαζόταν να προβαίνει σε μεγάλες συγκεντρώσεις εργατών προάγοντας έτσι το αίσθημα της ταξικής συνείδησης και της αντίστασής τους.

Με την αύξηση της επέκτασης και της συσσώρευσης, η κρίση επιδεινώθηκε γιατί δημιουργούνταν νέα προβλήματα.  Για παράδειγμα, από τις συγχωνεύσεις προέκυπτε αύξηση των εγκαταστάσεων, άρα και του κόστους.

Το κύριο, όμως, πρόβλημα ήταν η συνεχιζόμενη μείωση της κατανάλωσης εξαιτίας της μείωσης των μισθών και της ανεργίας, αφενός, και της υπερπαραγωγής αφετέρου.  Αυτοί οι δύο παράγοντες, ο κορεσμός της κατανάλωσης και η υπερπαραγωγή έκαναν προβληματική, κάποτε και επιζήμια, την επένδυση των κεφαλαίων στη βιομηχανία.

Άμεσο αποτέλεσμα από τον περιορισμό των επενδύσεων ήταν η πτώση της αύξησης του ρυθμού παραγωγής, άρχισε να παίρνει αρνητικό πρόσημο, με κατάληξη να βρισκόμαστε σήμερα στο στάδιο της αποβιομηχανοποίησης και στο να μιλούν οι G7 για το χαμένο όνειρο της ανάπτυξης.

Μια εικόνα της πτώσης του ρυθμού αύξησης της παραγωγής δίνεται στον παρακάτω πίνακα στον οποίο η βιομηχανική παραγωγή εκφράζεται σε ποσοστό του ΑΕΠ (πηγή: World Bank).

1982   /   2010   /   Διαφορά
Αργεντινή           41                 26            -15
Αυστρία              35                 29             -6
Βέλγιο                  33                 22            -11
Βουλγαρία          58                 31            -17
Κίνα                     45                 47             +2
Δανία                  26                 22             -4
Φινλανδία           37                 29             -8
Γαλλία                 30                 19            -11
Γερμανία             40                 28            -12
Ουγγαρία            47                 31            -16
Ινδία                     25                 26             +1
Ιρλανδία              35                 32              -3
Κορέα                  37                 39               +2
Ολλανδία            32                 24               -8
Πολωνία             40 (1992)    32               -8
Πορτγαλία         30                  23              -7
Ρουμανία            55                 25            -30
Ρωσία                  43 (1992)    37              -4
Ισπανία               35                26              -9
Ιταλία                  36                25             -11
Τουρκία               28               27               -1
Ιαπωνία              38               27              -11
Βρετανία             40               22              -18
ΗΠΑ                     33                20             -13
Ελλάδα                25               12              -13

Η αποβιομηχανοποίηση είναι το μεγάλο και παγκόσμιο φαινόμενο-εφιάλτης σήμερα.  Δεδομένου ότι το ΑΕΠ βρίσκεται επίσης σε πτώση, η αποβιομηχανοποίηση είναι, σε απόλυτο μέγεθος, ακόμα μεγαλύτερη.  Στην Αγγλία έπεσε κατά 10% στο διάστημα 2008-12.  Μετά το 2010 άρχισε και στην Κίνα η αποβιομηχανοποίηση και ο ρυθμός παραγωγής έπεσε από το 12% στο 7,5%.

Αντίθετα, η Ισλανδία που απαγκιστρώθηκε από το ΔΝΤ έχει σήμερα (2013) ρυθμό αύξησης της παραγωγής +4,5.  Οι ακμαίες οικονομικά Γερμανία και Αυστρία έχουν αντίστοιχα +0,7% και +0.5%, αντί του +2.0%. Η Ελλάδα έχει -7.5%.

Τα κεφάλαια περιόρισαν τις επενδύσεις τους στη βιομηχανική παραγωγή, η οποία γινόταν ασύμφορη, και άρχισαν να συσσωρεύονται ανενεργά, σχηματίζοντας τα λεγόμενα «λιμνάζοντα κεφάλαια».

Στα 2000 τα λιμνάζοντα ήταν 20πλάσια των κεφαλαίων που είχαν επενδυθεί στη βιομηχανική παραγωγή –σήμερα είναι πολύ περισσότερο αυξημένα.

Η δυναμική του χρήματος να φέρνει νέο χρήμα και ο πυρετός για επένδυση που τη συνοδεύει, όπως αναφέρθηκε, άσκησαν ισχυρή πίεση για επενδύσεις σε άλλους μη παραγωγικούς σκοπούς.

Δεδομένου ότι η καταλήστευση των άλλων ηπείρων, σε συνδυασμό με την άγραφη αρχή της αποικιοκρατίας να απαγορεύεται η βιομηχανοποίηση στις εξαρτημένες χώρες, άρχισε να περιορίζεται, αλλού εξαιτίας της εξάντλησης αυτών των χωρών και αλλού εξαιτίας της αντίστασής τους (Λατινική Αμερική), οι πλέον πρόσφορες διέξοδοι που διαμορφώθηκαν για την κίνηση του κεφαλαίου ήταν δύο, ξέχωρες ή σε συνδυασμό:

Η μια προς την κατάληψη του δημόσιου τομέα και η άλλη προς στους δανεισμούς-τοκογλυφία και στη σπέκουλα (κερδοσκοπία).

Στα 2000 ο καπιταλισμός μετονομάστηκε σε καπιταλισμό της σπέκουλας και οι διακινήσεις του κεφαλαίου μετονομάστηκαν σε «αγορές».  Λέγεται ότι στις αγορές έχουν συγκεντρωθεί 840 τρισεκατομμύρια δολάρια.

Η πρώτη διέξοδος που ξεκίνησε, διαμέσου του ΔΝΤ, με τα προγράμματα ανάπτυξης και τον ονομαζόμενο εκσυγχρονισμό των χωρών του Τρίτου Κόσμου, σε συνδυασμό με το βίαιο δανεισμό των χωρών αυτών, μετά την εξάντλησή τους, όπως αναφέρθηκε, στράφηκε στις αναπτυγμένες χώρες (κρατικοποίηση των σιδηροδρόμων στην Αγγλία).

Η διαδικασία αυτή επιδείνωσε περισσότερο το πρόβλημα, γιατί η λεηλασία του δημοσίου προκάλεσε πτώση της αγοράς αγαθών, και επιδείνωσε την αποβιομηχανοποίηση.

Η άλλη διέξοδος, που άρχισε να εφαρμόζεται από την Αργεντινή και σε μας από την εποχή του Σημίτη, η πολιτική της λιτότητας, ακολουθούσε την παλιά συνταγή, τη μείωση του μεταβλητού κεφαλαίου, αυτή ακριβώς που όπως είδαμε αποτελούσε έναν από τους βασικότερους παράγοντες της κρίσης.

Η παράλογη εμμονή στη λιτότητα οφείλεται σε πολλούς λόγους: αντίθεση στην πολιτική του Keynes ή στροφή στην αισχροκέρδεια.

Έχοντας επίγνωση για την τάση της αποβιομηχανοποίησης, και απειλή της κατάρρευσης, το σύστημα δοκίμασε τις εξής λύσεις:

  • Απελευθέρωση του κεφαλαίου από τον έλεγχο του κράτους.
  • Απελευθέρωση του εμπορίου από τους υπάρχοντες φραγμούς και, κατά συνέπεια, αντικατάσταση των πολιτικών από οικονομολόγους, υπαλλήλους των «αγορών».
  • Επένδυση σε χώρες με φτηνό μεροκάματο. Αυτό ήταν και το βασικό χαρακτηριστικό της παγκοσμιοποίησης. Είχε όμως σαν αποτέλεσμα την αύξηση της ανεργίας στις μητροπόλεις.
  • Ληστρική εκμετάλλευση του Τρίτου κόσμου, διαμέσου του ΔΝΤ, σε συνδυασμό με την εφαρμογή ανορθόδοξων μεθόδων και με διάδοση της διαφθοράς. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα τη μείωση της κατανάλωσης στον Τρίτο κόσμο.
  • Συγχώνευση των μεγάλων εταιρειών για μείωση του προσωπικού και πιο μαζική παραγωγή. Συνέπεια αυτού ήταν η αύξηση της ΑΝΕΡΓΙΑΣ [ανεργείας], άρα και η μείωση της κατανάλωσης.
  • Μεταφορά των επενδύσεων στην πολεμική βιομηχανία. Η διαδικασία αυτή είχε ορισμένα όρια, το πόσοι μπορούσαν να πληρώνουν για όπλα.
  • Πολιτική της λιτότητας. Όμως η μείωση των μισθών μειώνει και το ύψος της κατανάλωσης, άρα και το ύψος της βιομηχανικής παραγωγής.
  • Ιδιωτικοποιήσεις των κοινωνικών επιχειρήσεων. Αυτό οδήγησε στη ληστρική εκμετάλλευση και στην κατάρρευσή τους, όπως συνέβη στην Αργεντινή, στους αγγλικούς σιδηροδρόμους κ.ά. (διαφθορά στις ιδιωτικοποιήσεις της ΔΕΗ).

Λόγω της αποβιομηχανοποίησης, το σύστημα πέρασε σε εσωστρέφεια που εκδηλώθηκε με ένταση των χρηματοπιστωτικών πράξεων (ομόλογα, χρηματιστήρια κ.ά.) και με συνεχή αύξηση της ανεργίας, η οποία ξεπέρασε το όριο του 8% που εθεωρείτο ανεκτό –στην Ευρωζώνη έφτασε 11%, με μέγιστο 26%.

Η διέξοδος με το δανεισμό = τοκογλυφία αποτέλεσε και το κρίσιμο σημείο έκρηξης της οικονομικής κρίσης. Τα λιμνάζοντα κεφάλαια, διαμέσου των τραπεζών, στράφηκαν από τη βιομηχανία στο δανεισμό υποθηκεύοντας το μέλλον των πολιτών: δάνεια για σπουδές, για γάμους, για σπίτια.

Δεν υπολόγισαν όμως την αυξανόμενη ανεργία. Οι χρεωμένοι αδυνατούσαν να πληρώσουν τα δάνεια για τα σπίτια, με αποτέλεσμα τον κλονισμό των τραπεζών και την κατάρρευση της Lehman Brs.

Τα κράτη εκάλυψαν τις τράπεζες χρεώνοντας επικίνδυνα το δημόσιο τομέα, και άρχισε ο φαύλος κύκλος μεταφοράς και προσαύξησης των χρεών με πρωταγωνιστές τις «αγορές» που κερδοσκοπούσαν τυφλά στην κατάρρευση.

Έτσι, τη λεηλασία του Τρίτου Κόσμου διαδέχτηκε η λεηλασία του δημόσιου τομέα στις ίδιες τις χώρες της Δύσης στις οποίες ο δημόσιος τομέας ήταν πλούσιος: ανακατασκευή των συνοικιών, ιδιωτικοποίηση της υγείας, της πρόνοιας, της παιδείας.

Οι διαδικασίες αυτές, που ονομάστηκαν εξορθολογισμός και εκσυγχρονισμός –άλλη μία κατηγορία του κυρίαρχου λόγου που τη δεχτήκαμε άκριτα σαν επαγγελία-, συνοδεύτηκαν με πρόγραμμα λιτότητας, που στην ουσία συνίσταται στη μείωση των μισθών, άρα στην κατάργηση της ομοιοστασίας και την εξόντωση των αδυνάτων στρωμάτων, στη βιοεξουσία όπως την ονόμασε ο Foukault.

Τα κύρια χαρακτηριστικά που παρουσιάζει στη σημερινή της φάση η αποδόμηση του συστήματος είναι:

1. Η ψυχολογία του τζόγου.

Αναφέρθηκε η άμεση σχέση που υπάρχει ανάμεσα στο χρήμα και στην αίσθηση της δύναμης, σχέση που στη βιομηχανική κοινωνία παίρνει τη μορφή πάθους.

Αυτό το πάθος, η πυρετώδης δίψα του χρήματος διογκώθηκε όταν εμφανίστηκαν τα συμπτώματα της κρίσης. Δηλαδή, όταν τα λιμνάζοντα κεφάλαια που αποσύρονταν από τη βιομηχανία άρχισαν να συγκροτούν τους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, αυτό που σήμερα ονομάζουμε «αγορές».

Το χρήμα συνέχισε να γεννά χρήμα, όχι όμως πλέον μέσα από την ορθολογική βιομηχανική παραγωγή αλλά μέσα από την ανορθολογική σπέκουλα: δανεισμός, χρηματιστήριο, νομισματικές διακυμάνσεις, ομόλογα και κυρίως μέσα από το διατυμπανισμένο σύστημα του εκσυγχρονισμού, με το οποίο το ΔΝΤ λεηλάτησε τις φτωχές χώρες.

Η δίψα του χρήματος συνδέθηκε άμεσα με τη λογική του τζόγου, μία λογική η οποία αρνείται να δεί τις συνέπειες της πορείας της. Συνεπώς, δεν είναι καθόλου περίεργο ότι εκείνοι που διευθύνουν τις τύχες των «αγορών», άρα τις τύχες του συστήματος, δεν θέλουν να αντιμετωπίσουν άλλες λύσεις.

2. Εκείνοι που διευθύνουν σήμερα τις τύχες του συστήματος δεν είναι οι πολιτικοί αλλά οι οικονομολόγοι. Πρόκειται για άλλη μια διαφορά ως προς τις παλαιότερες περιοδικές κρίσεις.

Επειδή η πρωτοβουλία των αποφάσεων είχε περάσει στα χέρια των «αγορών», που υπερκέρασαν το θεσμοθετικό κράτος, οπότε και οι πολιτικοί (πρόεδροι, πρωθυπουργοί και υπουργοί) είχαν αντικατασταθεί από οικονομολόγους και υπαλλήλους του ΔΝΤ, οι αποφάσεις ήταν στενά οικονομίστικες.
Στο εξής, σημασία έχουν τα λογιστικά, οι αριθμοί, και όχι τα κοινωνικά, οι συνθήκες ύπαρξης του ανθρώπου.

Εφόσον η διαχείριση βρίσκεται στα χέρια εκείνων που λειτουργούν με τη σπέκουλα, η αδιαφάνεια και η διαφθορά γίνονται πλέον μόνιμα γνωρίσματα της διακυβέρνησης.

Ταυτόχρονα, η διαχείριση από τους οικονομολόγους έχει δημιουργήσει τεράστιο πλέγμα σχέσεων και δομών που η αδράνειά τους δεν επιτρέπει καμιά υπαναχώρηση ή συζήτηση στις επικρίσεις νομπελιστών, όπως ο Γκαλμπράιθ.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες, κάθε προσπάθεια διορθωτικών κινήσεων και αναστολής της αποδόμησής του συστήματος είναι, πλέον, αδύνατη.

3. Η παγκοσμιότητα από δύο πλευρές

Το αποτέλεσμα είναι να βρισκόμαστε σήμερα δέσμιοι, κάτω από την παγκόσμια αυτοκρατορία των αγορών.

  • Από τη μια, επεκτείνεται η καταλήστευση τόσο από τις ζώνες του τρίτου κόσμου στις ίδιες τις χώρες των μητροπόλεων, όσο και από τον ιδιωτικό τομέα στον δημόσιο, στην κατεδάφιση του κοινωνικού κράτους, εντελώς αντίθετα με ό, τι συνέβη στην κρίση του 29.   
  • Και από την άλλη, υπάρχει αλληλεξάρτηση χρεών και ομολόγων διαμέσου των τραπεζών οι οποίες λειτουργούν έξω από τα όρια του έθνους-κράτους, ώστε όλες οι χώρες βρίσκονται χρεωμένες στο παγκόσμιο σύστημα των αγορών –κάτω από τις συνθήκες αυτές δεν διαφαίνεται πιθανότητα λύσης με πόλεμο μεταξύ κρατών.

Άρα βρισκόμαστε στην ιστορική καμπή της αλλαγής πολιτισμού, γιατί κάθε τέτοια αλλαγή συνιστά κρίση. Βασικά κριτήριά της είναι:

  • Πρώτον, η σύγχυση και η αμφισημία –που την εκφράζει, π.χ. ο μεταμοντερνισμός.
  • Δεύτερον η απουσία α) κοινωνικών αξιών και ηθικής, β) μελλοντικής προοπτικής, και γ) του αισθήματος της συλλογικότητας (communitas). Τρίτον, έξαρση των διακρίσεων (ρατσισμός, ανδροκρατία) και η ανοχή στη βία.

Το καθεστώς εξαίρεσης που επιβλήθηκε στην πολιτική παρουσιάζει την κρίση σαν φυσικό γεγονός, συγκαλύπτοντας τις κοινωνικές αιτίες που την προκάλεσαν και, κατά συνέπεια, αποκλείοντας τη δυνατότητα αναίρεσής της με κοινωνικά μέτρα.

Επικαλούμενο τις παλαιές αξίες αναζητά τη λύτρωση στο «νηστεία και προσευχή». Με άλλα λόγια, στη λιτότητα των φτωχών και στην επίκληση προς το υπερβατικό: «με τη βοήθεια του Θεού», «να βάλουμε πλάτες», «οι Έλληνες μπορούν». Κάθε αντίρρηση σ’ αυτά, καθώς και στην πολιτική της λιτότητας, ονομάζεται λαϊκισμός και είναι απαγορεύσιμη.

Ο βιολογισμός, που έχει και αυτός μακριά θητεία, παρουσιάζει εξίσου μεγάλη διάδοση αποσκοπώντας να αποσιωπηθούν οι κοινωνικές αιτίες.

Σε προέκταση των παλαιότερων μορφών του -κοινωνικός δαρβινισμός, ευγονική κ.ά.- ανανεώθηκε στις αρχές της οικονομικής ύφεσης με τη μοριακή βιολογία για να υποστηρίξει ότι οι συμπεριφορές μας και η μοίρα μας προσδιορίζονται από το  DNA.

Προσφέρει ιδεολογικό έρεισμα στη βιοπολιτική και εκφέρεται με όρους φυλετικής καθαρότητας (ρατσισμού), διάσωσης του εθνικού γένους, όπως και με το παλαιότερο σλόγκαν «η Ελλάδα στο γύψο».

Ως νέα μορφή διαχείρισης του κράτους, το καθεστώς εξαίρεσης υιοθετεί τη βιοπολιτική. Πρόκειται για τη μετάλλλαξη σε απολυταρχία, για την με το πρόσχημα της «ανασφάλειας» του έθνους πολιτική κάλυψη της βιοεξουσίας, η οποία επιβάλλει έλεγχο στην κοινωνική αναπαραγωγή.

Πιο συγκεκριμένα, η βιοεξουσία κατέχει το προνόμιο να εγκαταλείπει στο θάνατο όσους δεν είναι βιώσιμοι ––αυτό το κάνει με τη διακοπή των επιδομάτων στους ανέργους, των φαρμάκων στους ασθενείς και ηλικιωμένους, τη φορολογία στους πολύτεκνους κ.ά..

Έκπτωση του βιομηχανικού μοντέλου, αποβιομηχανοποίηση και ενδοφαγία, σημαίνουν ότι μειώνεται σε όλο τον πλανήτη η ικανότητα της ανθρωπότητας να επιβιώσει. 

Μειώνεται η παραγωγή αγαθών και τα κεφάλαια στρέφονται στη σπέκουλα ή αποθηκεύονται σε ομόλογα σε γη και σε ορυκτό πλούτο χωρίς προοπτική βιώσιμης χρήσης. Διαδίδεται η διαφθορά, λεηλατείται ο δημόσιος πλούτος, διαλύεται η μεσαία τάξη και φτωχοποιούνται οι κατώτερες.

Η κρίση της οικονομικής λειτουργίας, της χαρακτηριστικής λειτουργίας του βιομηχανικού πολιτισμού, αποτελεί την άμεσα ορατή ένδειξη αποδόμησης του όλου συστήματος. Άρα βρισκόμαστε στην ιστορική καμπή της αλλαγής πολιτισμού.

Εκείνα που είναι άμεσα ορατά είναι τα φαινόμενα παρακμής.

Η κρίση διαταράσσει την κοινωνική δομή (ανακατατάξεις και συγκρούσεις στα κοινωνικά στρώματα), συνεπώς εκπίπτουν και όλες οι πολιτισμικές λειτουργίες, όλη η κουλτούρα:

  • εγκληματικότητα,
  • διαφθορά,
  • βία,
  • παιδεραστία,
  • τράφικ γυναικών,
  • αυτοκτονίες (πάνω από 3.200 επίσημα καταγραμμένες στοδιάστημα 2009-12),
  • κοινωνική παθογένεια (ναρκωτικά κ.ά.),
  • ένταση των διακρίσεων και της ανδροκρατίας,
  • ρατσισμός και ανάλογα φαινόμενα στο πνευματικό επίπεδο.

Βασικά κριτήριά της πολιτισμικής κρίσης στο ψυχολογικό και ιδεολογικό επίπεδο είναι:

  • η σύγχυση και η αμφισημία –που την εκφράζει π.χ. ο μεταμοντερνισμός, ο αμοραλισμός,
  • η απουσία κοινωνικών αξιών και μελλοντικής προοπτικής,
  • η διάλυση του κοινωνικού ιστού (communitas)
  • και η κατάθλιψη.

Συμπέρασμα: εφόσον το καθεστώς εξαίρεσης αποτελεί συστατικό της νεωτερικότητας και η γενίκευσή του οφείλεται στην αποδόμηση του βιομηχανικού μοντέλου που τη θεμελιώνει, είναι αδιανόητη η διάσωση με επιστροφή στη νεωτερικότητα διαμέσου μεταρρυθμίσεων.
Αντιμετωπίζουμε μεταδόμηση πολιτισμού, συνεπώς, μοναδική ιστορική έξοδος από την παγκόσμια κρίση είναι η ανατροπή και η αναδόμηση του συστήματος.
Έχουν αναπτυχθεί πλέον οι τεχνικές προϋποθέσεις γι’ αυτήν –υπολογιστές, θεωρία του προγραμματισμού κ.ά. Απομένει να αναπτυχθούν και οι κοινωνικές: αλληλεγγύη και αξιοπρέπεια.
Ανεξάρτητα και παράλληλα με τις προτάσεις
που συζητούνται από τους Ζαπατίστας και άλλους (άμεση δημοκρατία, κυκλική διαχείριση, συνεταιριστική επιχείρηση), εμφανίζεται μια τάση διάλυσης των συγκεντρωτικών δομών σε αυτόνομες-ομοσπονδιακές.-«

Σημείωση:

* Η νεωτερικότητα συνδέεται με την ιδέα της «ευρωπαίκής ταυτότητας», δηλαδή με την αντίληψη ότι, με αφετηρία το Διαφωτισμό, η Ευρώπη αφενός έγινε παγκόσμιο κέντρο της επιστημονικής προόδου και της, ¨κατά τον Max Weber, ¨απομάγευσης του κόσμου¨ (της εκδίωξης των δεισιδαιμονιών), και αφετέρου κατέκτησε τον υψηλότερο πολιτισμό και, ταυτόχρονα, την αποστολή να τον διαδώσει στον κόσμο.

** Καθεστώς εξαίρεσης ή ανάγκης είναι η ψήφιση από τη Βουλή νομοθετικών διαταγμάτων καθ’ υπέρβασιν του συντάγματος, χωρίς να περνούν προηγούμενα από τον έλεγχο της συνταγματικότητας, με το επιχείρημα ότι η χώρα απειλείται από εξωτερικό ή από εσωτερικό εχθρό. Εφαρμόστηκε αρχικά στη δημοκρατία της Βαϊμάρης, στα 1930-32.

  —                                     

*Η συγκεκριμένη έρευνα παρουσιάστηκε στις 7/7/13 στο Crisis Art Festival, και τα αποτελέσματά της κυκλοφορούν σε βιβλίο από τις εκδόσεις Κέδρος.

Ο Σωτήρης Δημητρίου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1925 και είναι απόφοιτος του ΕΜΠ. Οι έντονες κοινωνικές του ανησυχίες τον ώθησαν στη συστηματική ενασχόληση με τη μελέτη της Προϊστορικής Αρχαιολογίας και της Κοινωνικής Ανθρωπολογίας. Δημοσίευσε άρθρα σε διάφορα περιοδικά σχετικά με θέματα του πολιτισμού και του κινηματογράφου. Δημοσίευσε τις ποιητικές συλλογές «Γράμματα της ανακωχής» (Φυτράκης, 1965), «Ψηλαφήσεις» (Δωδώνη, 1985), και πλήθος δοκιμιακών βιβλίων, καθώς και άρθρων σε περιοδικά και συλλογικούς τόμους.  Έγραψε τα βιβλία Προϊστορικοί Πολιτισμοί και Εξέλιξη (1964) και Μύθος – Κινηματογράφος – Σημειολογία – Κρίση της Αισθητικής (1973). Από τις Εκδόσεις Καστανιώτη κυκλοφορούν: Η εξέλιξη του ανθρώπου – V. Γλώσσα – Σώμα, 2001, Λεξικό όρων 5. Κυβερνητικής, δομισμού και της θεωρίας των συστημάτων, 1987, κ.ά..-====

Δημοσίευση στην γαλλική εφημερίδα Les Cercle Les Echos

Βιβλιογραφία

  • Αθανασίου, Α., 2012, Η κρίση ως «κατάσταση έκτακτης ανάγκης» (2012). Αθήνα, Σαβάλλας.
  • Agamben, G., 2007, Κατάσταση εξαίρεσης. Αθήνα, Πατάκης.
  • Αγγελίδης, Μ. 2012, «Βαϊμάρη: Σύνταγμα και έκτακτη ανάγκη» στο Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης και οι σημερινές «αναβιώσεις» της. Αθήνα, Ινστ. Ν. Πουλαντζάς.
  • Banton, M., 1997, Discrimination. Buckingham-Philadelphia, Open University Press.
  • Brie, M., 2009, “Emancipation and the Left”, στο Panitch L. & C. Leys (eds) Socialist Register. Αθήνα, Savalas.
  • Childe, V. G., 1957, Man Makes Himself. Mentor, New York.
  • Erikson, E., 1975, Η Παιδική ηλικία και η Κοινωνία. Αθήνα, Καστανιώτης.
  • Frankfort, H., 1959, Before Philosophy. Harmondsworth, Pelican.
  • Diderot, D., 1966, “Supplément au voyage de Bougainville” στο Boygainville, Voyage autour  du monde. Paris, U.G.E.
  • Gilmore, R. W., 2009, “Races, Prisons and War” στο  στο Panitch L. & C. Leys (eds) Socialist  Register. Αθήνα, Savalas.
  • Guha, R., 1997, “Dominaance Without Hegemony And IrsHistoriography”, στο Guha, R.(ed) Subaltern Studies III, Oxford Univ. Pr.
  • Meadows, D. et al., 1972, Τhe Limits of Growth.  New York, Signet.
  • Meadows, D. et al., 1999, Πέρα από τα τα όρια. Καλαμάτα, Οικολογική Κίνηση Καλαμάτας.
  • Montaigne, M., 1964, Essais (I). Paris, U.G.E.
  • Passmore, J., 1968, A Hundred Years of Philosophy. Harmondsworth, Pelican.
  • Polgar, S., 1972, «Population History and Population Policies from an Anthropological Respective», Current Anthr/gy 13 (2).
  • Τερζάκης, Φ., 2005,  Καθεστώς εκτάκτου ανάγκης. Αθήνα,  Futura.
  • Tocqueville, A. de, 1963, De la Démocratie en Amérique. Paris, U.G.E.
  • Χατζηιωσήφ, Χ., 2012, “Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης και η απειλή των “¨άκρων¨. Το ατελέσφορο  των  ιστορικών  αναλογιών” στο  Η  Δημοκρατία της  Βαϊμάρης  και  οι σημερινές «αναβιώσεις» της. Αθήνα, Ινστ. Ν. Πουλαντζάς.
  • Wacquant, L., 2001, Οι φυλακές της μιζέριας. Aθήνα, Παατάκης.

Sotiris Dimitriou: L’unique sortie historique de la crise mondiale est le renversement du monde

La crise de l’exploitation économique, qui est la fonction caractéristique de la civilisation industrielle, est la preuve visible de la dégradation de l’ensemble du système. Nous sommes donc à un tournant culturel significatif […] par conséquent, l’unique sortie historique de la crise mondiale, est la chute et la reconstruction du système entier. Les conditions techniques pour cela sont déjà mises au point […].

L’anthropologue Sotiris Dimitriou, analyse la crise économique grecque et mondiale, en participant à l’enquête lancée par l’activiste Crystalia Patouli et publié depuis 2010 au www.tvxs.gr, avec les réponses des personnes de la littérature et des arts à la question: Quelles sont les causes qui nous ont amené à ce point et surtout que faire afin de faire face à la crise?*

A propos de la détermination de la crise économique continue -depuis 2008- et son importance socio-politique la confusion qui existe, n’est pas du tout innocente.

La crise est respectivement nommée «périodique», «chronique», «structurelle» et «situation d’urgence». Mais il s’agit en réalité d’une crise structurelle et globale de formation socio-culturelle, qui n’est pas tombée du ciel.

Au contraire elle a été prédite par des analyses scientifiques successives, cependant celles-ci et les réactions proposées afin de l’empêcher qui ont été publiés sans cesse jusqu’à aujourd’hui, ont été mises en écart.

Néanmoins, pour former une image globale de la crise, nous devons étudier la société humaine en termes de système.

La façon la plus complète de l’étude est l’analyse systémique. C’est-à-dire, on doit envisager la formation socio-culturelle en tant que système d’organisation supérieure, changeant et dynamique, qui se développé attirant la matière et l’énergie des systèmes inférieurs (biologiques, écologiques)  de son environnement et en leur donnant des informations sous la forme de gestion et de transformation.

Selon ce point de vue, la structure sociale est l’organisation des relations sociales (liens de parenté, liens de production, etc.).

La culture se reflète aux fonctions de cette structure (production, adaptation, reproduction) et leurs produits (spirituellement et matériellement). Structure et culture sont étroitement liées.

La civilisation est institutionnalisée par le discours dominant de la culture dans les sociétés où le pouvoir est centralisé, et fleuri aux côtés des différentes sous-cultures.

Le cours du changement de système, c’est-à-dire l’évolution sociale, est caractérisée par l’augmentation continue de son contrôle sur la nature qui a maintenant atteint le point de pouvoir gérer ces sphères de réalité qui transcendent les limites de l’expérience humaine:

• la lithosphère (par le biais de la physique atomique et nucléaire), la biosphère (par le biais de la biologie moléculaire et ADN) et la stratosphère (par le biais de la recherche spatiale).

Le développement social est considéré comme un changement continu de la relation entre le système social et son environnement naturel, et il est accompagné par un changement correspondant dans son organisation interne.

Ce dernier est exprimé en développant une technologie simultanément à des activités individuelles, qui gère aussi bien la régulation de cette structure: augmentation de la division et de l’organisation des rapports de production en classes sociales hiérarchiques, à savoir à des structures de pouvoir.

Avec la formation de classes sociales le contrôle de la nature accroît, mais les structures de pouvoir introduisent la violence et les ruptures sociales, parce que l’inégalité ne peut pas être exécutée à travers un contrat social par simple consensus.

Les contradictions qui apparaissent dans les rapports de production provoquent la régulation positive de la structure. Ces contradictions possèdent un caractère dialectique parce qu’elles résultent de l’évolution du système. À savoir que lorsque le système se développe, il approche de ses limites et entraîne une reconstruction en continu.

Voyons comment ces contradictions structurelles provoquent la reconstruction du système social:

Comment ces contradictions mènent à reconstruire? Prenons le cas de la féodalité. Le mécanisme visant à assurer le maintien de la grande propriété foncière a joué, lui-même,  le rôle clé dans le conflit qui a causé la crise, ce qui était le fondement des rapports de production.

Pour l’entretien de la grande propriété foncière le premier-né devait hériter afin de ne pas diviser la propreté par le biais de la distribution aux fils cadets (c’est ainsi que Paparrigopoulos explique les causes qui ont créé les anciennes colonies), respectivement, les dernier nées filles sont envoyées aux couvents.

Le résultat a été d’orienter les cadets à chercher une nouvelle activité, d’abord dans la chevalerie et plus tard au commerce et aux arts, revendiquant la part perdue.

Ainsi, ils ont été transformés en éléments moteurs du nouveau potentiel de croissance du contrôle de l’environnement et ont acquis un rôle de premier plan en ce qui concerne la transformation sociale, formant la troisième classe.

Les filles cadettes, respectivement, ont réagi exerçant le mysticisme, comme Jeanne d’Arc, mais ont été persécutés par l’Inquisition avec le supplice du feu.

La contradiction qui a causé la crise de la société industrielle provient aussi du développement même du modèle et des rapports de production.

Employant des termes systémiques, la société dispose en tant qu’entrée du matériel  et de l’énergie qui proviennent de l’environnement (y compris la puissance du travail) et la sortie d’un tel système est les biens, les déchets et la transformation de l’environnement.

Une grande partie de la matière-énergie importée au système social ne se remplace pas par la nature, étant donc épuisée tout au contraire de ce qui se passe au modèle agricole où les végétaux, les fruits et les animaux consommés se reproduisent.

La même chose se passe à la sortie du système. Les déchets et les déchets nucléaires qui ne sont pas recyclés par la nature violent l’environnement et polluent.

Avec l’augmentation de la production industrielle, l’entrée et la sortie approchent leurs limites ; à savoir, d’une part le risque d’épuisement des ressources naturelles augmente ainsi que de l’autre le risque de pollution de l’environnement accroit.

Considérons maintenant les fonctions du système. Ceux-ci sont divisés en trois groupes principaux, sur fonctions: 1) production, 2) reproduction (éducation, opérateurs, art), et 3) auto-régulation (protection sociale, droit).

Les premières sont régies par le modèle de production industriel, qui présente une particularité majeure:

Alors que le cycle d’investissement en production au modèle agricole est réalisée une fois par an et dans une certaine mesure, parfois même en prenant un risque important (par exemple en raison de la sécheresse, etc) le modèle industriel, basé sur la technologie de la machine a la capacité de mener de cycles de production illimités à une zone plus large.

Grace à la machine, le taux de production augmente en fonction de la densification des cycles de production et grâce aussi à la production de masse. Le gain de chaque cycle est ajouté à la muqueuse de l’autre, plutôt que gaspillé sur d’autres activités.

Dans le modèle agricole le profit est stocké, non investi pour amener à de nouveaux profits, parce qu’il n’y a aucune possibilité d’un nouveau cycle de production sans conflits dans la même année puisque la propriété foncière est accordée.

Cependant, le taux de production industrielle présente une croissance constante, grâce à l’investissement continue et cela est considéré comme la marque de survie du capitalisme.

En d’autres termes, au modèle agricole, le capital se produit de la terre à travers le cycle annuel de reproduction, alors que dans le modèle industriel le capital est généré du capital par massification ou par des cycles illimités de production : c’est le capital qui génère le capital.

Les principales conséquences de cette augmentation sont les suivants:

• a) La tendance inhérente à l’accumulation du capital (monopoles, trusts).

• b) La tendance inhérente à s’étendre à d’autres pays et dans d’autres domaines sociaux (art, tourisme, sport et loisirs) – commercialisation de tout.

• c) La prévalence de l’argent comme valeur unique sur toutes les autres valeurs (par exemple commerce des icônes religieuses).

• d) Le libéralisme, la circulation des capitaux sans contraintes politiques dans la production de masse et la distribution de produits sur le marché.

• e) Le patrimoine foncier, le travail humain en général et la fonction sociale des fluctuations des prix, ce qu’on appelle l’auto-régulation du marché (Polanyi 1944:68).

A ce stade, il convient de noter quelque chose qui est sous-évalué par l’analyse sociale et la recherche: L’impact des conditions socio-historiques dans l’élaboration de la psychologie.

L’influence des conditions historiques et sociales dans l’élaboration de la psychologie des gens à travers la culture a une importance particulière. Plus précisément, la forte influence de l’argent sur la psychologie individuelle nous intéresse beaucoup.

Selon le rationalisme du discours dominant de l’Occident, les objets matériels sont complètement étrangers et neutres pour les êtres humains, sans aucune connexion émotionnelle ou influence sur lui. Ne constituent pas de lui un «soi-même», comme l’animisme traditionnel, mais un «objet» (Frankfort 1959:242).

La modernité a combattu l’animisme. Cette position a créé le problème conceptuel suivant : comment l’intelligence pourrait comprendre le monde objectif, puisque ce dernier est complètement étranger à elle, un problème qui a sévi la plupart de la philosophie (Passmore 1968).

Contrairement à cela, l’anthropologie a montré que les objets sont également socialisés dans la société occidentale, et la psyché, qui comprend l’esprit, cherche à établir des liens étroits avec eux, lors du développement de la personnalité dans la mesure où la perte de richesse matérielle mène au suicide.

L’argent, surtout en tant qu’expression de la richesse, est relié aux principales motivations psychologiques de l’activité individuelle, et à la force, comme l’a démontré G. Simmel.

Dans le modèle agricole, la connexion de l’argent avec le pouvoir, identifie le statut qui signifie une position stable du titulaire dans la hiérarchie sociale.

Cependant, dans le modèle industriel, où l’argent engendre l’argent, ce lien identifie une position dynamique de l’individu dans la société, une hausse continue dans la hiérarchie sociale, une augmentation du «pouvoir».

Le résultat est de convertir, d’abord, la passion de la chasse de l’argent à travers le taux d’accroissement de la production et, à l’inverse, la possession d’argent provoque la fièvre de son investissement, afin d’apporter de nouveaux bénéfices. C’est la psychologie du casino. Cette psychologie ainsi que la pauvreté et le chômage sont des phénomènes typiques de la société industrielle.

Les conséquences de ce phénomène hautement significatif vont nous occuper ci-dessous.

Le non respect des limites du système, en raison de la croissance des contradictions découle des conditions de base du modèle industriel:

• a) augmenter le taux de production

• et b) augmenter la concurrence ; il est communément connu que la société industrielle a été nommée société de concurrence libre.

Pour augmenter le profit on devrait augmenter le taux de production, comme on le voit ci-dessus, mais aussi la concurrence des produits manufacturés. Ces deux conditions sont mises en œuvre sur la base 1) du développement de la technologie des moteurs et 2) de l’organisation du travail. Le  développement de l’organisation du travail mené au fordisme et le développement de la technologie mènent à l’automatisation.

Mais l’introduction de l’automatisation cause des licenciements (en 1978, un robot de soudage pouvait remplacer 30 travailleurs à Citroën), augmentant ainsi le capital fixe (machines, etc) et diminuant le capital variable (main-d’œuvre) augmentant ainsi le chômage (problème connu sous le nom ¾, à savoir la prédiction vers 1980 que  seulement 3 employés sur 4 aurait un emploi).

Ce qui résultait du chômage, mais qui n’était pas immédiatement visible, c’est la baisse de la consommation. Cette baisse a été causée par une autre raison : de la vitesse de croissance de la production industrielle, qui conduisit inévitablement à la saturation du marché, malgré son traitement du système avec la culture massive des besoins inutiles.

Produit de la précédente réalité, est la création d’une nouvelle contradiction concernant le mécanisme de production du profit.

Nous savons par Marx, que le capital se compose de deux parties: 1) le capital fixe : il s’agit des machines et des installations, et 2) le capital variable : il s’agit de la main-d’œuvre, et le profit est  généré par le capital variable en tant que survaleur.

Nous savons aussi que la condition de base de la production industrielle, liée à la compétitivité, est l’amélioration continue du capital fixe: l’automatisation, la technologie électronique. Mais, la réduction de la main-d’œuvre diminue le profit car de cela est née la survaleur.

La contradiction précédente fait apparaitre une forme organisée du conflit entre capital et travail avec la formation de syndicats.

Les travailleurs réagissent à la pression supportée suite à l’intention d’augmenter la survaleur-profit de deux façons interdépendantes, explicites et implicites:

• Le premier, consiste à la lutte par le biais des grèves pour des revendications économiques, et de l’assurance. À travers les luttes sociales le système s’oblige de mettre en place l’Etat-social, réduisant ainsi le profit industriel.

• La deuxième réaction est la suppression de consentement.

Une autre contradiction est l’anarchie du marché. Nous savons que les unités industrielles sont rationnelles à l’intérieur et fondées sur la science, mais en raison de la compétitivité dans leur ensemble sont irrationnelles et conduisent au marché aléatoire.

En d’autres termes, la pression pour augmenter le profit ne se soucie pas des conséquences de son activité dans d’autres entreprises et plus généralement dans la société.

La baisse de l’homéostasie, c’est à dire le manque de protection des maillons faibles de la société, est la marque principale du libéralisme et conduit à la montée du chômage et de la pauvreté, un élément clé de la société industrielle, comme mentionné.

D’une part, la réduction de l’homéostasie favorise l’augmentation du taux de production par le biais de l’exploitation croissante mais, d’autre part, aiguise les conflits de classe. Pourtant, l’augmentation de la cadence de production, ce qui est le levier du modèle industriel, a réduit la quantité de consommation provoquant une nouvelle contradiction. Le résultat de ces contradictions est la manifestation de crises périodiques comme la crise la plus intense de 1929.

Dans ce cas, la solution est donnée par l’imposition de restrictions sur le libéralisme, qui a été remplacé par le capitalisme monopoliste d’État et de l’État-providence, soit par un état d’urgence ou une  dictature (Italie, Allemagne, Grèce, Roumanie) ou grâce à l’intervention de l’État dans l’économie (programme Keynes etc). Cette dernière solution, à cause des dictatures, ne pouvait pas nous amener éviter la Seconde Guerre mondiale.

L’équilibre a été restauré après la guerre, comme après des crises périodiques précédentes, mais pendant ce temps une nouvelle étape sur la voie de l’accumulation et de l’expansion du capital s’est apparu. Comme on s’y attendait, la période de la société de consommation qui a suivi, a poursuivi les contradictions du système, mais à l’échelle mondiale cette fois-ci.

Les nouveaux chocs du système ont commencé à se faire sentir dans le domaine culturel.

Le prélude de la restructuration socioculturelle, qui a eu lieu avant la crise économique, était le mai ’68. Cependant ce dernier est débrayé dans le conservatisme de l’époque et a relancé une réaction plus intense ultérieure.

Les nouvelles disciplines qui sont nées durant ce printemps spirituel, la cybernautique, l’heuristique, la sémiotique, etc, ont été condamnées à l’écart des universités.

Pendant ce temps, dans le domaine de l’économie le principe fondamental selon lequel «le gain de nouveaux profits grâce à une production accrue n’apporte pas de gain» a commencé d’être contesté parce que la demande était en diminution.

Après le rétablissement de l’équilibre de la société de consommation, la menace de la crise est devenue visible, comme prévu.

En 1971, le président de Fiat et professeur d’économie Pekei, est préoccupé par le fait que, bien que le chiffre d’affaires ait augmenté, le profit diminuait, violant ainsi les lois de l’économie classique.

Ce paradoxe de l’économie classique est devenu un état permanent et est connu comme le principe de maximisation.

Préoccupée par l’importance de ce fait, Pekei a fondé le Club de Rome, une équipe de scientifiques qui a suivi l’allure de l’économie et qui a contacté  les Meadows et autres experts du MIT pour étudier le problème.

Ce groupe de 17 scientifiques a mené une analyse systémique employant divers logiciels, basé sur les données statistiques recueillis pour toute la planète. Quand ils aperçurent les résultats ils ont eu peur parce que la menace d’une crise mondiale dépassant les limites du système industriel était présente, de sorte que la vraie menace était la naissance d’une crise structurelle fondamentale.

Ils ont constaté que les facteurs principaux de la crise étaient les suivantes:

• a) l’épuisement des ressources naturelles,

• b) la pollution de l’environnement,

• c) l’augmentation continue du taux de la production industrielle

• et d) l’explosion démographique.

En 1972, ils ont communiqué aux dirigeants des pays industrialisés, le résultat de l’étude, avertissant qu’il y a la possibilité de troubles civils et recommandant un certain nombre d’étapes, en commençant par la réduction de l’écart entre pays riches et pays pauvres, notamment africains.

Bien sûr, les dirigeants de l’Occident ont ignoré l’étude mais en 1973 lors de la crise du pétrole, Kissinger a commandé à nouveau à un grand groupe de scientifiques, sous la direction de Pestel & Messarovic, de refaire la même enquête.

La nouvelle étude confirma les conclusions de la précédente, de sorte que suite à une initiative de Kissinger la direction de l’Occident cherchait à prendre certaines mesures. L’un d’eux était le contrôle des naissances pour résoudre le problème démographique, à travers l’ONU.

Leurs efforts, cependant, ont échoué et la croissance de la population s’est intensifiée au lieu de diminuer, parce que les populations souffrant du fardeau financier ont réagi en augmentant le taux des naissances pour assurer la survie, selon les anthropologues (Polgar, etc.).

L’autre mesure est la rencontre ordinaire semestrielle des pays riches et pauvres afin de réduire par le biais d’une ouverture économique, l’écart. En 1978, lors de la dernière réunion, tenue à Nairobi, l’Occident donne fin à ces réunions en raison des préoccupations au sujet d’une faillite possible de l’Angleterre et se tourne vers l’exploitation économique de l’Afrique.

En 1980 le modèle du néolibéralisme, proposé par Friedman, professeur à Chicago, est adopté et à un stade ultérieur suit le limogeage de l’Amérique latine.

Ces mesures sont connues et nombreuses études ont été publiées, ainsi que huit autres, plus vastes, qui confirment toutes la crise à venir. La dernière étude qui date en 1992, cite que      «… le système socio-économique tel qu’il est structuré, … a dépassé ses limites et va à son effondrement, et devra donc subir une reconstruction» (Meadows et al. 1999:192). Cette prédiction a beaucoup dérangé, et pour cela cette étude a reçu de vives critiques.

Une grave confusion qui s’est passé, c’est que la récession de 2008 a été comparée à la crise de 1929. Mais la crise de ’29 est considérée une crise périodique qui se produit tous les 25 ans et avait été étudiée par beaucoup des scientifiques, notamment par Kontragief, comme une crise de reconstruction du système.

Le fait indéniable, cependant, est que les prévisions des études sont vérifiées. On prévoyait d’abord la crise du système pour 2040. Mais le passage au néolibéralisme a accéléré le processus d’effondrement, de sorte que les derniers rapports estimaient son apparition en 2010.

La conférence mondiale menée par des géophysiciens et des écologistes, qui s’inquiétaient en 1974 sur la pollution de la planète, a également prévu la crise écologique en 2010.

Même le créateur du néolibéralisme, Friedman, a formulé au Pentagone en 2003 ses inquiétudes concernant la situation.

En 2000, un rapport confidentiel du Comité des banques craint un domino de faillite banquière massive en raison du risque de faillite du Brésil. Entrant dans le 21e siècle, la chronologie de la crise était prévue pour 2008. En même temps, de nombreux économistes comme Galbrait, Soros, etc – ont sonné l’alarme. Finalement, la crise a eu lieu comme prévu en 2008.

Lors de leur réunion à Kyoto en Août 2008, le G7 a décidé d’annoncer qu’une récession structurelle survient. Ils ont fait cette annonce afin d’influencer l’opinion publique avant l’effondrement de Lehman Brs, qui a eu lieu deux mois après.

En Octobre 2008, après la faillite de Lehman Brs, l’Eurogroup a recommandé à ses Etats membres, une augmentation des mesures répressives contre le risque de troubles sociaux, comme prévu par les études. Les événements de l’assassinat d’Alexis Georgopoulos, qui a éclaté en Décembre 2008 en Grèce, étaient considérés par Sarkozy comme une telle agitation.

Bien que nous vivons dans la grande époque de la communication et de l’information on constate que les études qui analysaient et prédisaient la crise sont systématiquement dissimulés, même si elles présentaient les procédures pour faire face à elle, il y a 40 ans.

La crise a été présentée comme quelque chose qui est tombé du ciel, comme un accident qui sera surmontée avec la reprise de l’économie.

À propos de l’épuisement des ressources naturelles et de la pollution de l’environnement les dirigeants ne sont même pas parvenus à s’entendre sur une solution, en dépit de la détérioration continue de l’équilibre écologique et les invocations des géophysiciens et des écologistes.

Le rapport du PNUE (agence de l’ONU) de 2000 à 2012, cite que les émissions des polluants ont augmenté de 20% cependant ils ont  complètement ignoré la réduction du rythme du développement industriel, qui est la principale source du problème, car ils la considèrent comme la raison d’être du système. Au lieu de cela, leur action est orientée vers:

• La capacité à étendre les activités des banques dans des autres secteurs (Reagan).

• La liberté juridique de dépasser le capital au-delà des frontières nationales et être investi dans des pays à salaires bas (la dite mondialisation) qui satisfont la tendance de l’expansion du capital et de maintenir la survaleur à un rythme élevé.

Dans le même but également ils ont testé d’autres solutions:

• La réduction de l’organisation du travail, c’est-à-dire du fordisme et son remplacement par le gabarit, et la dispersion des unités de production, afin d’augmenter la survaleur.

• L’acquisition d’entreprises et leur fusion en monopoles, qui répondent à la tendance de la concentration du capital.

• L’attaque au système de santé et d’éducation (Pinochet, Thatcher) et aux conventions collectives.

Par ailleurs, le néolibéralisme a utilisé de nombreux moyens de montée de l’individualisme (Thatcher) visant à la dissolution du tissu social pour répondre à une des grandes contradictions qui naissent du fait que, pour servir à la production de masse croissante on est forcé d’entreprendre de grands concentrations de travailleurs favorisant ainsi un sentiment de conscience de classe et de leur résistance.

Avec l’augmentation de l’expansion et de l’accumulation, la crise s’est aggravée depuis que de nouveaux problèmes ont été créés. Par exemple, les fusions ont causé l’augmentation des établissements et donc des coûts.

Toutefois, le problème principal, a été la baisse continue de la consommation due à la baisse des salaires et l’augmentation du chômage, d’une part, et la surproduction de l’autre. Ces deux facteurs, la saturation de la consommation et la surproduction ont endommagé l’investissement des capitaux dans l’industrie.

Effet direct de la limitation de l’investissement était la chute de l’augmentation du taux de production qui a commencé à devenir négative, ce qui conduit là où nous sommes aujourd’hui suivant  le processus de désindustrialisation et parlant du rêve perdu du développement.

Une image de la chute du taux de croissance de la production est donnée dans le tableau suivant, où la production industrielle est exprimé en pourcentage du PIB (source: Banque mondiale).

 

1982

2010

 Différence
Argentine 

41

26

-15

Autriche

35

29

-6

Belgique

33

22

-11

Bulgarie

58

31

-17

Chine

45

47

2

Danemark

26

22

-4

Finlande

37

29

-8

France

30

19

-11

Allemagne

40

28

-12

Hongrie

47

31

-16

Inde

25

26

1

Irlande

35

32

-3

Corée

37

39

2

Pays-Bas

32

24

-8

Pologne

40(1992)

32

-8

Portugal

30

23

-7

Roumanie

55

25

-30

Russie

43(1992)

37

-6

Espagne

35

26

-9

Italie

36

25

-11

Turquie

28

27

-1

Japon

38

27

-11

Grande-Bretagne

40

22

-18

USA

33

20

-13

Grèce

25

12

-13

La désindustrialisation est un phénomène universel et consiste le cauchemar d’aujourd’hui. Étant donné que le PIB est également en déclin, la désindustrialisation en tant qu’une valeur absolue est encore plus grande. En Angleterre elle a baissé de 10% entre 2008-12. Après 2010, la Chine a commencé la désindustrialisation et le taux de production est passé de 12% à 7,5%.

En revanche, l’Islande qui est sortie de la tutelle du FMI présente aujourd’hui (2013) un taux de croissance +4,5. Les économies florissantes de l’Allemagne et de l’Autriche ont respectivement un taux de croissance +0,7% et +0,5% au lieu de +2,0%. La Grèce est à           -7,5%.

Les fonds ont réduit leurs investissements dans la production industrielle, puisqu’un tel investissement n’était pas rentable, et ont commencé à les accumuler de façon inactive, formant ce qu’on appelle le ‘capital permanent’.

En 2000, ces ‘capitaux permanents’ étaient 20 fois plus élevés que les fonds investis dans la production industrielle et actuellement cette différence est beaucoup plus élevée.

La dynamique de l’argent qui attirait auparavant des nouveaux fonds et la fièvre d’investissement qui l’accompagne, tel que mentionné, fait pression pour que l’investissement dans d’autres fins non productives continue.

Etant donné que le pillage des autres continents, combiné avec le principe non écrit du colonialisme qui niait l’industrialisation des pays dépendants, a commencé à être limité en raison de l’épuisement de ces derniers ou en raison de leur résistance (Amérique latine), les points de sortie les plus appropriées développés pour le mouvement des capitaux étaient deux:

L’un conduisit à l’occupation du secteur public et l’autre à l’usure de prêt et de la spéculation.

En 2000, le capitalisme s’est transformé en capitalisme de spéculation et les mouvements de capitaux ont été rebaptisés «marchés». Il est dit que les marchés ont accumulé  840.000.000.000.000$.

La première initiative  a commencé, à travers le FMI, avec les programmes de développement et de la soi-disant modernisation du Tiers-Monde, par le biais d’un prêt imposé à ces pays. Après l’épuisement économique de ces derniers, comme mentionné, cette politique s’est tournée dans les pays développés (la nationalisation des chemins de fer en Angleterre).

Ce processus a aggravé le problème parce que le pillage de la population a entraîné une baisse du marché des produits et a intensifié la désindustrialisation.

L’autre façon, qui a été introduit en Argentine et en Grèce lors du gouvernement de Simitis, consiste à l’application d’une politique d’austérité suivie de la vieille recette : réduire le capital variable, tout comme nous l’avons vu ce dernier étant un des principaux déterminants de la crise.

Cette insistance irrationnelle sur l’austérité existe pour de nombreuses raisons: l’opposition politique à Keynes ou un tournant au mercantilisme.

Conscient de la tendance de la désindustrialisation et la menace de l’effondrement, le système a essayé ce qui suit:

• La libéralisation des capitaux du contrôle d’Etat.

• La libéralisation des barrières existantes du commerce et, par conséquent, le remplacement des politiciens par des  économistes, qui sont les portes paroles officiels des marchés.

• Investir dans des pays à salaires bas. Cela a été l’élément clé de la mondialisation. Mais il a eu l’effet de l’augmentation du chômage dans les grandes villes.

• Exploitation prédatrice du Tiers-Monde, à travers le FMI, ainsi que la mise en œuvre de méthodes peu orthodoxes en répandant la corruption. Cela a entraîné une réduction de la consommation dans le tiers monde.

• Fusion des grandes entreprises, réduction des effectifs et une plus grande production de masse. La conséquence de cela consistait à accroître le chômage, et donc la réduction de la consommation.

• Transfert des investissements dans l’industrie de l’armement. Ce processus avait certaines limites.

• Politique d’austérité. Mais la réduction des salaires réduit le niveau de la consommation, et donc la hauteur de la production industrielle.

• La privatisation des entreprises sociales. Cela a conduit à l’exploitation et à l’effondrement prédateur, comme cela s’est produit en Argentine, aux chemins de fer anglais, etc (Corruption lors de la procédure de privatisation).

En raison de la désindustrialisation, le système a passé dans l’introspection qui se manifeste par le biais d’une tension exercée aux instruments financiers (obligations, actions, etc) et la hausse continue du chômage, qui a dépassé le seuil de 8% (considérée comme tolérable) ; la zone euro a déjà atteint le 11% avec un maximum de 26%.

Le moyen de sortir de la crise par le biais d’un emprunt = usure était le point crucial de l’explosion de la crise économique. Les fonds stagnantes, ne financent plus l’industrie et se transforment en emprunts en hypothéquant l’avenir de la société: prêts pour les études, pour le mariage, pour acheter une maison.

Mais on a sous-estimé la montée du chômage. Les endettés sont incapables de rembourser leurs prêts, diminuant ainsi les capitaux banquiers pouvant conduire jusqu’à leur effondrement  (par exemple Lehman Bros).

Les pays ont directement financé les banques chargeant dangereusement le secteur public, et ainsi le cercle vicieux de la dette ainsi que la vedette avec les «marchés» qui ont spéculé aveuglément sur l’effondrement ont commencé.

Ainsi, le pillage du Tiers-Monde a été suivie par le pillage du secteur public dans les pays de l’Ouest où le secteur public était riche: reconstruction des quartiers, privatisation de la santé de l’aide sociale et de l’éducation.

Ces procédures, appelées rationalisation et modernisation -encore une autre catégorie du discours dominant qu’on a accepté sans réserve- ont été accompagnées d’un programme d’austérité, qui vise essentiellement de réduire les salaires : suppression de l’homéostasie et extermination des couches professionnelles, faibles au biopouvoir comme il l’appelait Foucault.

Les principales caractéristiques de la dégradation du système dans la phase actuelle sont les suivants:

1. La psychologie des jeux de hasard.

La relation directe entre l’argent et le sens de la relation de pouvoir dans la société industrielle prend la forme d’une passion.

Cette passion, cette soif fébrile de l’argent, est gonflée quand les symptômes sont apparus à la crise. Autrement dit, cette situation s’est aggravée lorsque les fonds stagnants ont commencé à créer des institutions financières, ce que nous appelons aujourd’hui «marchés».

L’argent a continué à générer de l’argent, mais maintenant, non pas grâce à la production industrielle rationnelle, mais par le biais d’une spéculation irrationnelle: dette, actions, fluctuations monétaires, obligations et surtout modernisation du système des pays pauvres afin de favoriser le pillage du FMI.

La soif d’argent a été directement liée à la logique des jeux de hasard, une approche qui refuse de voir les conséquences en cours. Par conséquent, il n’est pas étonnant que ceux qui dirigent les destinées des «marchés», ne veulent pas faire face à d’autres solutions.

2. Ceux qui aujourd’hui dirigent les destinées du système ne sont plus des hommes politiques mais des économistes. C’est une autre différence par rapport aux crises périodiques précédentes.

Parce que l’initiative de décisions est passée aux «marchés», surmontant l’état institutionnalisé, et les hommes politiques (présidents, premiers ministres et ministres) ont été remplacés par les économistes et les responsables du FMI.

Désormais la comptabilité des chiffres est plus importante que les conditions d’existence de l’homme.

Si la gestion est entre les mains de ceux qui travaillent avec la spéculation, l’opacité et la corruption sont maintenant des caractéristiques permanentes de la gouvernance.

En même temps, la gestion des économistes a créé un vaste réseau de relations et des structures que leur inertie ne permet pas la formulation des critiques comme celle du lauréat du prix Nobel Galbraith.

Dans ces conditions, toute mesure et tentative correctives visant l’inhibition de la dégradation du système est, aujourd’hui, impossible.

3. L’universalité à deux côtés

Le résultat est que nous sommes maintenant prisonniers sous l’empire global des «marchés».

• D’une part, les zones de pillage s’étendent des pays du tiers monde aux métropoles eux-mêmes, et le secteur privé remplace le secteur public avec la démolition de l’État-providence, tout à fait contrairement à ce qui s’est passé lors de la crise de 29.

• Et de l’autre, il y a l’interdépendance des dettes et des obligations par les banques qui opèrent en dehors des frontières de l’État-nation, de sorte que tous les pays sont redevables au système mondial des marchés, par conséquent dans ces circonstances, une solution de guerre entre Etats ne semble pas susceptible.

Nous sommes donc à un tournant de changement de culture, car un tel changement constitue une crise. Les principaux critères sont les suivants:

• Premièrement, la confusion et l’ambiguïté qui l’exprime, par exemple, le postmodernisme.

• Deuxièmement, l’absence de a) valeurs sociales et morales b) perspectives d’avenir, et c) un sentiment de collégialité (communitas).

• Troisièmement, le vague de discriminations (racisme, sexisme) et la tolérance à la violence s’intensifient.

Le régime d’exonération imposé sur la politique présente la crise comme un fait naturel, masquant les causes sociales excluant  donc la possibilité d’un recours à des mesures sociales.

Citant les anciennes valeurs le nouveau système cherche la rédemption dans «le jeûne et la prière» en d’autres termes, dans la simplicité des pauvres et l’invocation à la transcendance: «avec l’aide de Dieu» etc. Toute objection à cet égard est appelée populisme par la politique d’austérité.

Le réductionnisme biologique, qui en long terme, présente aussi une répandue énorme visant à réduire au silence les causes sociales.

Au prolongement de ses formes antérieures (social-darwinisme, l’eugénisme, etc ) ces dernières sont renouvelés au début de la crise économique avec les découvertes de la biologie moléculaire pour affirmer que nos comportements et notre destin est déterminé par l’ADN.

Cette dernière, fournit un soutien idéologique à la biopolitique qui signifie être remis en termes de pureté raciale (racisme) au genre d’un sauvetage national, comme lors de la dictature des colonels en Grèce via son ancien slogan «La Grèce dans le plâtre.»

Comme une nouvelle forme de gestion de l’Etat, le régime d’exonération adopte la biopolitique. Il s’agit d’une mutation de l’autocratie sous le prétexte de «l’insécurité» donnant ainsi la couverture politique à la notion du biopouvoir, qui impose le contrôle de la reproduction sociale.

Plus précisément, le biopouvoir a le privilège de laisser à mort ceux qui ne sont pas viables. Ceci sera fait par le biais de l’interruption des prestations aux chômeurs, des médicaments aux patients et aux personnes âgées etc.

La déduction du modèle industriel et la désindustrialisation signifient que la capacité de l’humanité à survivre sera réduite dans le monde entier. La réduction de la production de biens est une réalité et donc les fonds se tournent vers la spéculation ou sont stockés dans des obligations, au patrimoine foncier et à la richesse minérale sans la perspective d’une utilisation durable. La corruption généralisée, a pillé la richesse publique, en détruisant la classe moyenne.

La crise de l’exploitation économique, la fonction caractéristique de la civilisation industrielle, est la preuve visible directe de la dégradation de l’ensemble du système. Nous sommes donc à un tournant de changement de culture.

Ceux qui sont visibles sont les phénomènes de déclin.

La crise perturbe la structure sociale (bouleversements et conflits dans la société) et toutes les fonctions culturelles sont anéanties:

• crime

• corruption,

• violence

• pédophilie

• trafficking des femmes

• Suicides (plus de 3200 officiellement enregistrés en Grèce entre 2009-12)

• pathologie sociale (drogues, etc)

• intensité des discriminations et sexisme,

• racisme et des phénomènes similaires sur le plan spirituel.

Les critères de base de la crise culturelle dans le plan psychologique et idéologique sont les suivants:

• confusion, amoralité et ambiguïté, qui sont exprimées par exemple au postmodernisme,

• manque de valeurs sociales et de perspectives d’avenir

• dissolution du tissu social (communitas)

• dépression.

Conclusion: si l’état d’exception est une composante de la modernité et sa généralisation est né en raison de la dégradation du modèle industriel, il est inconcevable un sauvetage basé au retour à la modernité à travers des réformes. On fait face d’une restructuration du visage de la culture donc l’unique sortie historique de la crise mondiale est le renversement et la reconstruction du système. Les conditions techniques pour une telle intention sont mises au point (p.e. ordinateurs, théorie de programmation, etc). Il reste à développer les éléments sociaux: solidarité et dignité. Indépendamment et en parallèle avec les propositions examinées par les Zapatistas et autres (démocratie directe, direction circulaire, entreprise coopérative), une dissolution de la tendance des structures agrégées autonome-fédéral est observée.-«

*L’anthropologue Sotiris Dimitriou, analyse la crise économique grecque et mondiale, en participant à l’enquête lancée par l’activiste Crystalia Patouli et publié depuis 2010 au www.tvxs.gr, avec les réponses des personnes de la littérature et des arts à la question: Quelles sont les causes qui nous ont amené à ce point et surtout que faire afin de faire face à la crise? Cette recherche a été publiée au http://www.tvxs.gr, et sera dévoilé au Festival ‘L’Art de la crise’, 7/7.2013. Elle fête aujourd’hui trois ans à partir du moment où cette initiative a commencé et va bientôt apparaître dans un livre chez l’éditeur Kedros. Une partie des profits seront versés à des associations de soutien social à but non lucratif (cpatouli@yahoo.gr).

Références

• Athanasiou, A. 2012, La crise comme une «urgence» (2012). Athènes Savallas.

• Agamben, G., 2007, L’état d’exception. Athènes, Patakis.

• Angelidis, M. 2012 Constitution de Weimar dans La République de Weimar et le «renouveau» actuel. Athènes, Inst. N. Poulantzas.

• Banton, M., 1997 Discrimination. Buckingham-Philadelphie, Open University Press.

• Brie, M., 2009, L’émancipation et la gauche, dans Panitch L. & C. Leys (eds) Socialist Register. Athènes, Savalas.

• Childe, V. G. 1957, L’homme se rend. Mentor, New York.

• Erikson, E. 1975, L’Enfance et la Société. Athènes Kastaniotis.

• Frankfort, H. 1959, Avant la philosophie. Harmondsworth, Pelican.

• Diderot, D. 1966, «Supplément au voyage de Bougainville» dans Boygainville, Voyage autour du monde. Paris, U.G.E.

• Gilmore, R. W., 2009, Les courses, les prisons et la guerre à la Panitch L. & C. Leys (eds) Socialist Register. Athènes, Savalas.

• Guha, R. 1997, «Dominance Sans Hégémonie et Historiographie», à Guha, R. (ed) Subaltern Studies III, Oxford Univ. Pr.

• Meadows, D. et al. 1972, Limites de la croissance. New York, Signet.

• Meadows, D. et al. 1999, Au-delà des limites. Kalamata, Mouvement écologique Kalamata.

• Montaigne, M. 1964, Essais (I). Paris, U.G.E.

• Passmore, J. 1968, Cent ans de philosophie. Harmondsworth, Pelican.

• Polgar, S. 1972, «Histoire de la population et des politiques de la population à partir d’un Respective anthropologique», Current Anthr / GY 13 (2).

• Terzakis, F. 2005, L’état d’urgence. Athènes, Futura.

• Tocqueville, A. de 1963, De la Démocratie en Amérique. Paris, U.G.E.

• Hadjiosiph, C. 2012, «La République de Weimar et la menace debords. L’inutilité d’une ampleur historique «dans la République de Weimar et le courant» revival «de. Athènes, Inst. N. Poulantzas.

• Wacquant L., 2001, prison de la misère. Athènes, Patakis.

Sotiris Dimitriou est né à Athènes en 1925 et est diplômé de l’Ecole Polytechnique d’Athènes. La préoccupation sociale intense l’a amené à s’engager dans l’étude systématique de l’archéologie préhistorique et de l’anthropologie sociale. Il a publié des articles dans diverses revues traitant les questions de la culture et du cinéma. Il a publié les collections poétiques ‘Lettres de l’armistice’ de (Fitrakis, 1965), ‘Forfaitaire’ (Dodoni, 1985), et nombreux essais et articles dans des livres, revues et ouvrages collectifs. Il a écrit les livres ‘Cultures préhistoriques et Evolution’ (1964) et ‘Mythe – Cinéma – Sémiotique – Crise de l’esthétique’ (1973). Les éditions Kastaniotis ont publié ses œuvres suivants : ‘L’évolution de l’homme – V. Langue – Corps’ (2001) ‘Glossaire 5. Cybernétique structuralisme et la théorie des systèmes’ (1987).-

Μετάφραση στα γαλλικά: Λάζαρος Μαυροματίδης

===

Sotiris Demetriou: The only historical feasible way to get out of the crisis: the turnover of the system

“The crisis of finance, the most characteristic function of industrial civilization, is the most obvious sign of collapse of the whole system. Thus, we are in the historic point of the change of civilization […] and the only historical feasible way out of the global crisis, is the turnover and reconstruction of the system. The technical requirements have already been developed for this purpose […]”

The anthropologist Sotiris Demetriou analyses Greek and global crisis, participating in the research that  Crystalia Patouli started as an action of activism and is published at www.tvxs.gr since 2010, with more than 200 answers from artists and academics in the question: Which reasons brought us here, and most importantly, what shall we do?

This research which is published at www.tvxs.gr and will be presented at CrisisArt Festival July 7th 2013, today is counting three years from its beginning and soon will be presented in a book, published by the publishing house Kedros. Part of the profits of the book will be given to social forums. Currently, and until the middle of July 2013, everyone wanting to participate as well as participants who want to add extra information to their answers are more than welcomed to do so-(cpatouli@yahoo.gr ) –as this is the nature of the ongoing public dialogue which is the basis of the current research. The following article is an indicative part of it:

When, in 1972, a group of 17 scientists led by Meadows completed the program at MIT on the state of the global economy, were really surprised discovering four basic conditions that lead our economic system to overcome its limits, resulting in «global unrest» and «social disintegration»:

a) depletion of natural resources,

b) environmental pollution,

c) demographic problems and

d) continuous increase in the pace of industrial development (and corresponding reduction in consumption).

Until 1992, a total of 10 similar reports were compiled worldwide that agree for the upcoming structural crisis of 2008! It is sad though that we were victims of the factor «Himalayas»: we were overwhelmed by a wealth of information but we never actually got informed!

Many outlets were tried, such as the adoption of neoliberalism, but instead they accelerated the overcoming of the limits of the system!

The capitals have reduced their investments in industrial production, they became statical and sought their fortune to services including public sector services-on acquisitions and mergers, to borrow (usury) and speculation.

Crisis led to both a deadlock and an increase of repressive measures in order to prevent the risk of a “social disintegration»!

Inevitably, the economic crisis is affecting today other social sectors too, consisting a general crisis of culture (with appearing phenomena like corruption, violence, etc), but motivates at the same time many social classes, as proved  by the May of 68, when the G7 reacted with conservatism (many new sciences for example, like cybernetics, bionics, heuristic etc, have been eliminated from universities) and this elimination was also supported by the general social passivity (eg society of abundance  in collaboration with TV, constrain the individual in the realm of animal needs,etc).

Therefore, the problem of going out of the crisis lies on how we can overcome the sufferings of the system without uncontrollable social reactions and how the reconstruction of the system will be coordinated with the reconstruction of the entire culture.

Sotiris Demetriou was born in Athens in 1925 and graduated from the National Polytechnic University. His intense social concern led him to be engaged in the systematic study of Prehistoric Archaeology and Social Anthropology. He has published articles in various journals on issues of culture and cinema. He has also published the poetry collections «Letters of the armistice» (Fitrakis, 1965), «Lump» (Dodona, 1985), and numerous essays in books and articles in journals and edited volumes. Wrote books Prehistoric Cultures and Evolution (1964) and Myth – Cinema – Semiotics – Crisis of Aesthetics (1973). From Kastaniotis operate: The evolution of man – V. Language – Body, 2001 Glossary 5. Cybernetics structuralism and systems theory, 1987, etc. –

Translated in English by Renia Pournara

Βιβλιογραφία

  • Αθανασίου, Α., 2012, Η κρίση ως «κατάσταση έκτακτης ανάγκης» (2012). Αθήνα, Σαβάλλας.
  • Agamben, G., 2007, Κατάσταση εξαίρεσης. Αθήνα, Πατάκης.
  • Αγγελίδης, Μ. 2012, «Βαϊμάρη: Σύνταγμα και έκτακτη ανάγκη» στο Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης και οι σημερινές «αναβιώσεις» της. Αθήνα, Ινστ. Ν. Πουλαντζάς.
  • Banton, M., 1997, Discrimination. Buckingham-Philadelphia, Open University Press.
  • Brie, M., 2009, “Emancipation and the Left”, στο Panitch L. & C. Leys (eds) Socialist Register. Αθήνα, Savalas.
  • Childe, V. G., 1957, Man Makes Himself. Mentor, New York.
  • Erikson, E., 1975, Η Παιδική ηλικία και η Κοινωνία. Αθήνα, Καστανιώτης.
  • Frankfort, H., 1959, Before Philosophy. Harmondsworth, Pelican.
  • Diderot, D., 1966, “Supplément au voyage de Bougainville” στο Boygainville, Voyage autour  du monde. Paris, U.G.E.
  • Gilmore, R. W., 2009, “Races, Prisons and War” στο  στο Panitch L. & C. Leys (eds) Socialist  Register. Αθήνα, Savalas.
  • Guha, R., 1997, “Dominaance Without Hegemony And IrsHistoriography”, στο Guha, R.(ed) Subaltern Studies III, Oxford Univ. Pr.
  • Meadows, D. et al., 1972, Τhe Limits of Growth.  New York, Signet.
  • Meadows, D. et al., 1999, Πέρα από τα τα όρια. Καλαμάτα, Οικολογική Κίνηση Καλαμάτας.
  • Montaigne, M., 1964, Essais (I). Paris, U.G.E.
  • Passmore, J., 1968, A Hundred Years of Philosophy. Harmondsworth, Pelican.
  • Polgar, S., 1972, «Population History and Population Policies from an Anthropological Respective», Current Anthr/gy 13 (2).
  • Τερζάκης, Φ., 2005,  Καθεστώς εκτάκτου ανάγκης. Αθήνα,  Futura.
  • Tocqueville, A. de, 1963, De la Démocratie en Amérique. Paris, U.G.E.
  • Χατζηιωσήφ, Χ., 2012, “Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης και η απειλή των “¨άκρων¨. Το ατελέσφορο  των  ιστορικών  αναλογιών” στο  Η  Δημοκρατία της  Βαϊμάρης  και  οι σημερινές «αναβιώσεις» της. Αθήνα, Ινστ. Ν. Πουλαντζάς.
  • Wacquant, L., 2001, Οι φυλακές της μιζέριας. Aθήνα, Πατάκης.

Σχετικά Άρθρα

31/01/2011
22/06/2013
28/02/2013