Πώς θα αντιμετωπίσουμε την πιο εγκληματική μορφή διαστροφής, την παιδεραστία;

Καθώς στις μέρες μας βλέπουν το φως πλείστες περιπτώσεις σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών και ανηλίκων, αν και στη σκιά του «καθεστώτος» της παιδικής πορνείας, και ενώ η Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος ανακαλύπτει όλο και περισσότερους χρήστες παιδικής πορνογραφίας, ο ψυχαναλυτής Νίκος Παπαχριστόπουλος, ο οποίος διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Πατρών, μιλά στην σύμβουλο ανθρωπίνων σχέσεων – δημοσιογράφο, Κρυσταλία Πατούλη και το Tvxs, για την πιο εγκληματική διαστροφή, με θύματα παιδιά – επιζώντες της βίας, για τα οποία «δεν θα βρούμε κανένα μνημείο στον κόσμο, στο όνομά τους!»*.

Αρχικά, τι θα έλεγες για την πρόσφατη απόφαση γαλλικού δικαστηρίου, το οποίο αθώωσε 28χρονο που βίασε 11χρονη, με το σκεπτικό πως η 11χρονη συναίνεσε;

Συναίνεσε πού ακριβώς; Στον βιασμό της; Μήπως αποπλάνησε τελικά αυτή τον ενήλικο; Η υπέρτατη μορφή κοινωνικής υποκρισίας. Με βάση ένα τέτοιο σκεπτικό το παιδί έχει πλήρη ευθύνη των πράξεών του, δεν δύναται να αποπλανηθεί αλλά να συμμετάσχει συνειδητά σε μία πράξη η οποία θα αποδιαρθρώσει παντελώς την ψυχική του ισορροπία. Τότε γιατί δεν αποποινικοποιούν και την παιδική εργασία, γιατί τα υποχρεώνουν να πάνε στο σχολείο ή, σε τελική ανάλυση, γιατί δεν απομακρύνουν τα παιδιά και από την κηδεμονία των γονέων τους;

Γενικά, τί είναι η διαστροφή και πώς δημιουργείται;

Η διαστροφή γενικά, είναι μία μορφή σεξουαλικής παρέκκλισης. Ο διαστροφικός επιτυγχάνει σεξουαλική ικανοποίηση με μέσα και στόχους που διαφέρουν από τους θεωρούμενους ως φυσιολογικούς, ξεπερνώντας όμως σε πολλές περιπτώσεις το όριο του ποινικού αδικήματος ή της κακουργηματικής πράξης. Και συνεπώς, η διαστροφική του συμπεριφορά δεν είναι μόνο σεξουαλικής φύσεως αλλά συνδέεται με ευρύτερο σύστημα σκέψης, συνειδητό ή όχι, το οποίο καθορίζει σε μεγάλο βαθμό ή και αντανακλά την ευρύτερη κοινωνική του συμπεριφορά.

Ο Φρόυντ αναζήτησε τη γένεση των διαστροφών στην περίοδο της λανθάνουσας παιδικής σεξουαλικότητας, υιοθετώντας μια τριμερή ταξινόμηση(νεύρωση, μετουσίωση, διαστροφή) ως προς τον χειρισμό της ενορμητικής προδιάθεσης της παιδικής ηλικίας: Στην διαστροφή το υποκείμενο (σε αντίθεση με την νεύρωση, όπου απωθεί την ενορμητική του σύγκρουση, ή την μετουσίωση, όπου την ενορμητική σύγκρουση την ανάγει σε πολιτισμική δημιουργία) διατηρεί το ενορμητικό του αίτημα ακέραιο, και το αναπαράγει αυτούσιο στην ενήλικη ζωή, ανεξάρτητα από την δυνατότητα την οποία του προσφέρει η κοινωνία.

Ο διαστροφικός, δηλαδή, δεν προβαίνει σε κανέναν συμβιβασμό, σε καμία υποχώρηση σε σχέση με το παιδικό του ενορμητικό αίτημα και την διοχέτευση της σεξουαλικότητάς του, πράγμα που σημαίνει πως ως ενήλικος εκφράζεται μέσω μιας σεξουαλικής παρέκκλισης: μαζοχισμός, σαδισμός, φετιχισμός, ηδονοβλεψία, εφαψιομανία, επιδειξιομανία, κ.λπ. Αυτό το αίτημα, όμως, δεν έχει μονάχα έναν αποδέκτη σε σεξουαλικό επίπεδο αλλά και σε κοινωνικό. Και με όρους κοινωνικούς, διαστροφή σημαίνει ένα διαρκές παιχνίδι με τα όρια, με τα όρια του Άλλου, όχι όμως σε επίπεδο κοινωνικής αμφισβήτησης ―πράγμα που θα ήταν και ευκταίο― αλλά σε επίπεδο καθυπόταξης και κυριαρχικής επιβολής. Κυρίαρχος παράγων διαμόρφωσης της διαστροφικής πρακτικής σε κοινωνικό επίπεδο είναι η έννοια της συναίνεσης ή της μη συναίνεσης του Άλλου: όταν σε μια διαστροφική πράξη υπάρχει συναίνεση του Άλλου πρόκειται μεν περί διαστροφής, δεν υφίσταται ωστόσο έγκλημα.

Και ποιά είναι τα χαρακτηριστικά της παιδεραστίας (η λέξη «παιδοφιλία»μάλλον είναι πιο διαστροφική και από την ίδια τη διαστροφή που δηλώνει) ως διαστροφής;  

Η παιδεραστία είναι η κατ’ εξοχήν μορφή διαστροφικής συμπεριφοράς, η πιο εγκληματική και κατακριτέα, καθώς προϋποθέτει την παντελή έλλειψη συναίνεσης του Άλλου, και μάλιστα με άκρως τραυματικό τρόπο. Στην παιδεραστία το παιδί γίνεται όργανο της διαστροφικής επιθυμίας. Ο διαστροφικός απολαμβάνει ακριβώς αυτήν την αδυναμία αντίδρασης: είτε από φόβο είτε από ενοχή είτε και από μια λανθάνουσα ενεργοποίηση ενός αδιαμόρφωτου παιδικού αισθησιασμού, το παιδί προσφέρει στον διαστροφικό την αίσθηση της πλήρους κατακυρίευσής του. Τα ίχνη δε μιας τέτοιας πράξης ενάντια στο παιδί και τον μετέπειτα ενήλικο μένουν ανεξίτηλα, τόσο στο επίπεδο διαμόρφωσης μιας υγιούς σεξουαλικής συμπεριφοράς όσο και στο επίπεδο της εν γένει ψυχικής του εξισορρόπησης, με κυρίαρχο αίσθημα την ενοχή: για ό,τι συνέβη, επειδή δεν το αποκάλυψε στους οικείους, για την υπόνοια πως το ίδιο προκάλεσε τον βιαστή του ή και πως απόλαυσε την διαστροφική πράξη.

Πώς μπορεί κάποιος να αντιληφθεί αν κάποιο παιδί έχει κακοποιηθεί σεξουαλικά;

Οι περιπτώσεις στις οποίες η συμπεριφορά του παιδιού κινεί υποψίες έχουν αναφερθεί σε πολλά σχετικά κείμενα: απότομη αλλαγή στην συμπεριφορά, άρνηση συναναστροφής με ανθρώπους για τους οποίους προηγουμένως εξέφραζε επιθυμία, άρνηση να επισκεφθεί συγκεκριμένα μέρη, υιοθέτηση απρόσμενης σεξουαλικής συμπεριφοράς για την ηλικία του ή και χρήση ενός υπέρμετρου σεξουαλικού λόγου.

Μπορούμε να αντιληφθούμε έναν διεστραμμένο (αν και οι έρευνες λένε πως επιφανειακά δείχνει φυσιολογικός, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο βιβλίο Η βία, της Judith Lewis Herman: Από τη σκοπιά των νομικών θεσμών μας και των ηθικών κρίσεών μας, αυτή η φαινομενική ίσως φυσιολογικότητα είναι πιο απειλητική από όλες μαζί τις φρικαλεότητες.

Εν γένει, τους διαστροφικούς, ως κλινικά υποκείμενα, δεν τους συναντούμε ποτέ. Ένας διαστροφικός δεν θα προστρέξει ποτέ στον ψυχαναλυτή, δεν θα θέσει δηλαδή ποτέ εντός του σε αμφισβήτηση τον κυρίαρχο τρόπο απόλαυσής του. Τούς γνωρίζουμε μονάχα από τις αφηγήσεις εκείνων οι οποίοι έχουν υποστεί την διαστροφική τους συμπεριφορά και κυρίως έχουν βιώσει τα τραυματικά της αποτελέσματα.

Είναι συνηθισμένο φαινόμενο οι αναλυόμενοι να περιγράφουν την εμπειρία της συνάντησής τους με ένα διαστροφικό υποκείμενο, άλλοτε σε επίπεδο νευρωτικής συνδιαλλαγής από την πλευρά του αναλυόμενου και άλλοτε σε επίπεδο βίαιης επιβολής. Οι διαστροφικοί, δηλαδή, υποστασιοποιούνται ως διαστροφικοί μονάχα από εκείνους οι οποίοι έτυχε να συναντηθούν μαζί τους, ή στις περιπτώσεις στις οποίες αποκαλύπτεται η σεξουαλική τους συμπεριφορά. Και σε επίπεδο πληροφορίας, η γνώση μας για τους διαστροφικούς προέρχεται μονάχα από τα καταγεγραμμένα περιστατικά, δηλαδή είναι απειροελάχιστη, εφόσον συντριπτική πλειονότητα διαστροφικών περιπτώσεων, ιδίως σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών, δεν έχει αποκαλυφθεί.

Θα μπορούσε να υπάρξει πρόληψη ως προς τις διαστροφές κάθε είδους, και κυρίως της παιδεραστίας;

Θα μπορούσε, όχι όμως στον άξονα διαμόρφωσης της σεξουαλικής επιθυμίας, αλλά, στο επίπεδο της σχέσης του παιδιού με την ίδια του την οικογένεια. Η διαστροφική επιθυμία είναι ατομική υπόθεση, δεν είναι συλλογική. Ενδέχεται να διαμορφώνεται σε ένα περιβάλλον το οποίο, σε συλλογικό επίπεδο, επιτρέπει ή και ευνοεί μορφές διαστροφικής συμπεριφοράς, ενέχει ωστόσο και μία ενορμητική επιτακτικότητα, μία διάσταση η οποία διέρχεται από τις οιδιπόδειες ταυτίσεις και την ανάγει σε υπόθεση του καθενός. Το αίνιγμα της σεξουαλικότητας, όπως και το αντίστοιχο της επιθετικότητας παραμένει άλυτο ως προς τις συνθήκες προέλευσής του, καθότι το ίδιο το ασυνείδητο δεν ενέχει καμμία ασφάλεια ως προς την ερμηνεία του. Εκείνο το οποίο θα μπορούσε να προληφθεί είναι η εν γένει κακοποίηση του παιδιού, ιδίως ως προς την διαμόρφωση του συναισθηματικού του κόσμου, και ως εκ τούτου να αποδυναμωθεί και οποιαδήποτε άλλη ενδεχόμενη μορφή κακοποίησής του. Δηλαδή, ξεκάθαροι οικογενειακοί ρόλοι, υποστηρικτικό περιβάλλον, δυνατότητα έκφρασης και ομαλής ψυχικής ανάπτυξης. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον αφ’ ενός μεν προλαμβάνεται η όποια κακοποίηση, αφ’ ετέρου, δε, ενδυναμώνεται ένα παιδί ώστε να μην είναι ευάλωτο σε οποιονδήποτε σχετικό κίνδυνο και να τον εξουδετερώνει εν τη γενέσει του.

Πως θα σχολίαζες ότι για να καταδικαστεί για παιδεραστία π.χ. ο πρόεδρος του ιδρύματος ανηλίκων του Πειραιά, πέρασαν 50 ολόκληρα χρόνια; 

Δεν υπάρχει περίπτωση να μην έχει γίνει αντιληπτή κάποια έκφανση της συμπεριφοράς του, η οποία επαναλαμβανόταν για ένα τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, δοθείσης και της ίδιας της κανονικότητας της διαστροφικής επιθυμίας. Ο διαστροφικός, ο οποίος βρίσκεται σε ένα διαρκές παιχνίδι πρόκλησης των ορίων του Άλλου, πολλές φορές, λόγω υπερεκτίμησης της δικής του επιθυμίας και ικανότητας ή, σε τελική ανάλυση, αψηφώντας την επιθυμία αλλά και εν γένει την ικανότητα του Άλλου, διέπεται και από μία λογική επίδειξης του «κατορθώματός» του, από αλαζονεία ή και μεγαλομανία.

Όπως επίσης, η ίδια η φύση της διαστροφικής συμπεριφοράς δεν ενέχει μονάχα στοιχεία εκφοβισμού ή και απειλής του Άλλου αλλά και στοιχεία σαγήνης και γητείας, καθιστώντας ως εκ τούτου ανενεργό μια δυνητική αντίδραση. Ενδέχεται δηλαδή στο ίδρυμα αυτό να δημιουργήθηκε μία μορφή συλλογικής παραίτησης, μία μορφή συλλογικής αδρανοποίησης η οποία, σε επίπεδο ασυνειδήτου, μπορεί να ερμηνευθεί από την ικανότητα του διαστροφικού προέδρου να επιβάλλεται όχι μόνο στα θύματά του αλλά και στο ευρύτερο περιβάλλον του ιδρύματος, να δημιουργεί δηλαδή μία συνθήκη κατά την οποία ενώ μεν οι υπόλοιποι αντιλαμβάνονταν πως κάτι δεν πάει καλά, συγχρόνως αντιστέκονταν ως προς την συνειδητοποίηση της συνθήκης αυτής.

Εδώ χρειάζεται να τεθεί και ένα μεγάλο ερώτημα για τον τρόπο με τον οποίο η ίδια η κοινωνία νοηματοδοτεί τις ατομικές πράξεις βάσει των παγιοποιημένων κοινωνικών ρόλων. Επισημαίνω ενδεικτικά, ότι στην εν λόγω περίπτωση ο παιδεραστής ήταν επιμελητής ανηλίκων και θεολόγος, και μάρτυρας υπεράσπισής του ήταν προβεβλημένος ψυχίατρος, ο οποίος προσπάθησε να αποδείξει την πλάνη των κακοποιημένων παιδιών και την αδυναμία αντίληψης εκ μέρους τους, τού τι ακριβώς τούς συνέβαινε, ενώ ο κατ’ εξοχήν εκφραστής του θεσμού του Συνηγόρου του Παιδιού παραδέχτηκε πως ενώ είχε προφορικές καταγγελίες για την δράση του παιδεραστή, δεν προέβη στην διερεύνηση του θέματος επειδή ήταν προσωπικός του γνωστός και δεν πήρε τις καταγγελίες στα σοβαρά.

Θα βοηθούσε για την πρόληψη τέτοιων περιστατικών, η αλλαγή του τρόπου επιλογής των υπευθύνων σε ιδρύματα, και η συνεχής εποπτεία από ειδικούς ψυχολόγους – ψυχοθεραπευτές και κοινωνικούς λειτουργούς, όπως και η εναλλαγή προέδρων και διευθυντών ανάλογων ιδρυμάτων;

Θα βοηθούσε, αλλά το ζήτημα είναι πως δεν μπορείς να διαγνώσεις ή να προβλέψεις μία διαστροφική συμπεριφορά και ακόμη πιο πολύ μία διαστροφική πρόθεση. Μία λύση θα ήταν η πλαισίωση της λειτουργίας των ιδρυμάτων αυτών από ειδικούς της ψυχικής υγείας, οι οποίοι θα ενσωματωθούν στην καθημερινή ζωή του ιδρύματος, θα αναπτύξουν ένα επικοινωνιακό σύστημα με τα παιδιά, θα έχουν άμεση πρόσβαση στις ατομικές τους ιστορίες, καλλιεργώντας το κατάλληλο κλινικό πλαίσιο ώστε οποιαδήποτε παρέκκλιση ως προς την συναισθηματική ισορροπία των παιδιών, είτε θα την παρατηρούσαν οι ίδιοι, είτε θα τους πληροφορούσαν σχετικά τα ίδια τα παιδιά.

Στην περίπτωση αυτή, το ζήτημα δεν είναι μόνο να αναχαιτισθεί ο διαστροφικός αλλά να θωρακισθούν τα θύματά του, διότι ο μεταξύ τους αγώνας είναι άνισος. Σε επίπεδο πρόληψης, θα βοηθούσε η ενημέρωση των παιδιών για τα κίνητρα του άλλου, γεγονός το οποίο σαφώς προϋποθέτει μία ευρύτερη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση. Και βέβαια, απομάκρυνση από τον εφησυχασμό τον οποίο εξασφαλίζει η κοινωνική θέση του υπευθύνου, η οποία πολλές φορές, πίσω από το λαμπερό της κοινωνικό πέπλο, κρύβει μία σκοτεινή διαστροφική πρόθεση. Εν γένει, θα βοηθούσαν στην πρόληψη τα ανοιχτά ιδρύματα, οι ανοιχτές διαδικασίες, η συχνή εναλλαγή προσώπων σε όλες τις θέσεις και όλους τους ρόλους στις διοικήσεις των ιδρυμάτων αυτών, ώστε κανένας να μην εκλαμβάνει τον ρόλο του ως ατομική και ανεξέλεγκτη υπόθεση.

Το ότι η διαστροφή ενάντια σε παιδιά και ανήλικους είναι κακούργημα και ενέχει την κακοποίηση σε βαθμό ακραίας σύνθλιψης της υπόστασης ενός παιδιού ή ανήλικου, ή κάποιες φορές και την απώλεια της ζωή του, δεν θα έπρεπε να μας προβληματίζει σε σχέση με το τι ανθρώπους βγάζουμε στην κοινωνία; Πώς είναι δυνατόν κάποιος που ως παιδί δεν τον είχαν κακοποιήσει, δεν τον είχαν συνθλίψει, να μπορεί να φτάνει σε τέτοια εγκλήματα ως ενήλικας;

Όπως ήδη αναφέραμε είναι σαφές πως ένα υγιές οικογενειακό περιβάλλον περιορίζει την οποιαδήποτε μετέπειτα απόκλιση σε όλους τους τομείς της ψυχικής ισορροπίας του παιδιού. Το κακούργημα της παιδεραστίας κρύβει μεταξύ άλλων και βία, την βία της επιβολής στην βούληση του Άλλου, η οποία σαφώς ενέχει σύνθλιψη της παιδικότητας. Σε ένα προβληματικό οικογενειακό περιβάλλον το παιδί χάνει την παιδικότητά του, την αφέλεια της παιδικής του ηλικίας, και ως εκ τούτου αδυνατεί στην ενήλικη ζωή του να την αναγνωρίσει ως αξία σε οποιονδήποτε άλλο.

Συχνά και σε εκπαιδευτικό περιβάλλον παρατηρούνται κρούσματα παιδεραστίας, όπως αυτό που μάθαμε τον τελευταίο καιρό, πως ένας καθηγητής μουσικής κακοποιούσε σεξουαλικά ανήλικες μαθήτριές του.

Το σημαντικό είναι να «μαθευτούν» και άλλες περιπτώσεις στις οποίες ενδέχεται να παρατηρούνται ανάλογες μορφές συμπεριφοράς. Επισημαίνω, επίσης, την ανάγκη οριοθέτησης της σχέσης καθηγητή προς μαθητή, σαφώς βέβαια από την πλευρά του καθηγητή: απαλοιφή οποιασδήποτε μορφής συμπεριφοράς η οποία ανάγει την διαντίδραση σε πλαίσιο το οποίο υπερβαίνει την κανονικότητα των ρόλων. Αναφέρω ενδεικτικά, από αφηγήσεις καθηγητών, περιπτώσεις στις οποίες ο καθηγητής δεν έχει καμμία διαστροφική πρόθεση, η συμπεριφορά του όμως τοποθετείται εντός ενός συγκεχυμένου συναισθηματικού συγκειμένου: Καθηγήτρια διηγείται πως βγήκε ραντεβού με μαθητή προκειμένου να τον παρηγορήσει για την απώλεια συγγενικού του προσώπου, καθηγητής διηγείται πως προκειμένου να ενισχύσει συναισθηματικά μαθήτρια, η οποία ξεσπούσε σε κλάματα στο σχολείο, την κρατούσε αρκετές φορές στην αγκαλιά του.

Πέρα από την σύγχυση ως προς τους ρόλους, το λανθάνον αίτημα μιας τέτοιας συμπεριφοράς ενδέχεται να οδηγήσει σε περιπέτειες αμφότερα τα μέρη. Και δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις κατά τις οποίες καταγγελίες και ΕΔΕ προκύπτουν ύστερα από τέτοια αντιφατικά μηνύματα. Σε αυτήν την βάση χρειάζεται να ερμηνευθεί και η χρήση facebook από καθηγητές στα σχολεία, οι οποίοι δέχονται και στέλνουν αιτήματα φιλίας από και προς τους μαθητές τους. Η πρόθεση του ενηλίκου ενδέχεται να μην εμπεριέχει τίποτε το μεμπτό, η αμφισημία όμως ως προς τα σημαίνονται της εν λόγω επικοινωνιακής πρακτικής τροφοδοτεί ποικιλοτρόπως την φαντασίωση.

Πώς θα σχολίαζες και τη διαστροφή εκείνων που πηγαίνουν σε πορνεία με ανήλικα άτομα (εκτός από το γεγονός της ύπαρξης ανάλογων πορνείων);

Είναι η υπέρτατη μορφή σεξουαλικής κακοποίησης του παιδιού, καθότι προϋποθέτει την θεσμοθέτηση μιας πρακτικής σε κοινωνικό επίπεδο. Για να επισκεφθεί ένα ενήλικος πορνείο με ανήλικα άτομα δεν σημαίνει απλώς πως ο ίδιος διαπράττει την πλέον εγκληματική πράξη αλλά και πως τα παιδιά εντός του χώρου αυτού έχουν εξαναγκαστεί σε έναν συγκεκριμένο ρόλο. Συνεπώς μιλάμε για πολλαπλή κακοποίηση: από αυτούς που τα παραχωρούν ή τα εκθέτουν, από αυτούς που τα εκμεταλλεύονται οικονομικά, από αυτούς που τα βιάζουν, και από την κοινωνία όλη, η οποία δεν κάνει τίποτα για να σταματήσει τον βιασμό τους.

Και για τους γονείς που κακοποιούν σεξουαλικά τα παιδιά τους; 

Είναι ακραία μορφή παραβίασης όχι μονάχα του σεξουαλικού κόσμου του παιδιού αλλά πρωτίστως της συναισθηματικής και κυρίως της ψυχικής του ισορροπίας. Λανθάνουσες φαντασιώσεις της παιδικής ηλικίας, εδραιωμένες σε ένα καθαρά φαντασιακό επίπεδο οιδιπόδειας προέλευσης, ξεπερνούν το φαντασιακό τους φράγμα, αποδιαρθρώνουν παντελώς τις ταυτίσεις και συνθλίβουν άπαξ δια παντός το ακλόνητο της σχέσης γονέα και παιδιού. Είναι το απόγειο του φαντασιακού εγκλεισμού στην εξέλιξη του παιδιού, ένα ερμηνευτικό παραλήρημα ως προς τον διαχωρισμό των ρόλων, η απόλυτη ανατροπή της ομαλής σεξουαλικής ωρίμανσης. Και γενικά, είναι ο μεγαλύτερος εφιάλτης.

Όλα τα παραπάνω φαινόμενα, πόσο έχουν να κάνουν με τον πολιτισμό μας;

Διαστροφές υπήρχαν πάντοτε, και μάλιστα σε παλιότερες εποχές η διαστροφική συμπεριφορά και ο διαστροφικός ήταν πολύ πιο εύκολα εντοπίσιμοι από την κοινότητα. Για παράδειγμα, στην εποχή των θανάτων και των πολέμων τα ψυχιατρικά εγχειρίδια είχαν σε περίοπτη θέση τη νεκροφιλία, σε κλειστές και απομονωμένες κοινωνίες η κτηνοβασία ήταν αναγνωρίσιμη πρακτική, η αιμομιξία αναφέρεται δε σε πλείστες περιπτώσεις. Εκείνο το οποίο αλλάζει, είναι η συγκρότηση του πεδίου εντός του οποίου διατυπώνεται το σεξουαλικό αίτημα καθώς και η μορφή της διαστροφικής συμπεριφοράς.

Στην σημερινή εποχή, η κατ’ εξοχήν διαστροφική συμπεριφορά είναι η παιδική πορνογραφία, η χρήση και η διάδοση πορνογραφικού υλικού στο ίντερνετ, η οποία σηματοδοτεί μία ευρύτερη ανακατάταξη ως προς τους ρόλους θύτη και θύματος, ως προς τον διαχωρισμό ατομικού και συλλογικού υποκειμένου, ενίοτε και ως προς τον διαχωρισμό μεταξύ φαντασίωσης και πραγματικότητας. Η μετάβαση από την εποχή της αυστηρής απαγόρευσης στην σημερινή εποχή, στην οποία τα πάντα επιτρέπονται και μάλιστα εν αφθονία, το διαστροφικό αίτημα αλλάζει μεν μορφές διοχέτευσης στην πραγματικότητα, παραμένει ωστόσο το ίδιο ως προς τα δομικά του χαρακτηριστικά: Μία αποκλίνουσα από την κοινώς αποδεκτή σεξουαλικότητα, η οποία σε πλείστες περιπτώσεις αποτελεί εγκληματική συμπεριφορά.

Ως προς την παιδεραστία, το έγκλημα σήμερα διαπράττεται με πολλούς και διάφορους τρόπους: παιδική πορνογραφία, παιδική πορνεία, εξώθηση του παιδιού στην πορνεία. Εν γένει, μέσα από έναν διαστροφικό ενήλικο ο οποίος συνθλίβει είτε έμμεσα είτε άμεσα την παιδική αθωότητα, είτε ως ενεργητικός τελεστής είτε ως παθητικός δέκτης και καταναλωτής των πράξεων κακοποίησης του παιδιού, και μάλιστα καθώς διαθέτει άπειρα  μέσα.

Επιπλέον, έχουμε δει να κακοποιούν σεξουαλικά, ανήλικοι, άλλους ανήλικους.

Σύνθετη η απάντηση. Σύνηθες φαινόμενο στην ψυχαναλυτική πρακτική, ενήλικοι να διηγούνται περιστατικά αποπλάνησης στην παιδική τους ηλικία από μεγαλύτερο παιδί. Αλλά και ενήλικοι να διηγούνται ανάλογα περιστατικά, από την πλευρά ωστόσο εκείνου ο οποίος κατηύθυνε την όλη αυτήν διεργασία, ερμηνεύοντάς της εκ των υστέρων ως απότοκη της αφύπνισης της σεξουαλικότητάς τους και της αναγκαστικής της διοχέτευσης προς τα άτομα του οικείου του περιβάλλοντος (αδέλφια, ξαδέλφια, φίλοι, συγγενείς). Τραυματική εμπειρία και για τις δύο πλευρές, καθώς την ανακατασκευάζουν ως ενήλικοι. Λιγότερο σύνηθες αλλά πραγματικότητα, διηγήσεις παιδιών τα οποία εξιστορούν την συμμετοχή τους σε σεξουαλικές πρακτικές (ακόμα και ομαδικές) με άλλους ανηλίκους, στην σημερινή εποχή του facebook και του internet, της άχρηστης γνώσης και πληροφορίας και της άμεσης πρόσβασης ακόμη και στις πιο μύχιες πλευρές της υπόστασης του Άλλου. Είτε στην πρώτη είτε στην δεύτερη περίπτωση, το ερώτημα περιπλέκεται: πρόκειται περί διαστροφικής πρακτικής ή περί σύγχυσης ως προς την έκφραση της παιδικής και εφηβικής σεξουαλικότητας, λανθάνουσας ή και εμφανούς;

Οπότε, το ζητούμενο δεν είναι απλώς η θωράκιση της κοινωνίας πίσω από το υποτιθέμενο παιχνίδι αναζήτησης του διαστροφικού ο οποίος αποπλανά παιδιά. Διότι στο παιχνίδι αυτό η κοινωνία δεν αντιλαμβάνεται ή κάνει πως δεν αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει πίσω από την πλάτη της, αφού οι περιπτώσεις οι οποίες αποκαλύπτονται είναι απειροελάχιστες σε σχέση με εκείνες που πραγματικά συμβαίνουν, και όταν αποκαλυφθούν συνήθως κουκουλώνονται.

Το ζητούμενο είναι η προστασία του παιδιού σε επίπεδο πρόληψης, η θωράκισή του ως υποκειμένου σε σχέση με το ανεξέλεγκτο πλέον της διοχέτευσης της σεξουαλικής επιθυμίας των πάντων προς τους πάντες, υπό διαστροφική ή όχι εκδοχή. Ήτοι, η απενοχοποίησή του σε σχέση με την σεξουαλικότητα, η απόκτηση μιας γνώσης επ’ αυτής η οποία ασφαλώς θα ταιριάζει με την ηλικία του, ώστε να απομυθοποιήσει το ίδιο οποιαδήποτε διαστροφικό αίτημα του απευθύνεται ή σκοπεύει το ίδιο να απευθύνει προς κάποιον άλλον.

Εν κατακλείδι, αλλαγή του τρόπου με τον οποίο η κοινωνία αναγνωρίζει την ίδια την υπόσταση του παιδιού: ένα παιδί το οποίο, όπως λέγεται στην ψυχανάλυση, αφ’ ενός μεν το προστατεύουμε ως υποκείμενο, ωστόσο το καταναλώνουμε ως αντικείμενο.-

«Για τα κακοποιημένα παιδιά δεν θα βρούμε κανένα μνημείο στον κόσμο, στο όνομά τους! Οταν το θύμα δεν έχει τόσο εκτίμηση όση έχουν οι ήρωες, όταν είναι ένα παιδί, τότε διαπιστώνει ότι τα τραυματικά γεγονότα της ζωής του δεν γίνονται αποδεκτά από την κοινωνία. Τότε η εμπειρία του γίνεται ανομολόγητη»  Από το βιβλίο Η βία, της Judith Lewis Herman, Εκδ. Θετίλη(Περισσότερα: Οι επιζώντες της βίας)


Ο Νίκος Παπαχριστόπουλος είναι ψυχολόγος-ψυχαναλυτής. Σπούδασε ψυχολογία (Πάντειο Πανεπιστήμιο), Φιλοσοφία (Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών), Κοινωνιολογία (Πάντειο Πανεπιστήμιο). Έχει κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στην ψυχανάλυση (Paris VIII-Saint Denis), στην ψυχοπαθολογία (Paris VII-Denis Diderot), στη σημειολογία και τη λογοτεχνική θεωρία (Paris VII-Denis Diderot), στην ιστορία (Paris I-Pantheon-Sorbonne). Έχει συγγράψει, μεταφράσει και επιμεληθεί συγγράμματα για την ψυχανάλυση. Διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Πατρών. Εργάζεται ως ψυχαναλυτής στην Πάτρα και στην Αθήνα.
Για την εργογραφία του πατήστε: εδώ

Διαβάστε επισης:

 

Advertisements

Νίκος Παπαχριστόπουλος: Κάνουμε έργο ό,τι δεν απωθούμε;

11:17 | 09 Νοε. 2014
Νίκος Παπαχριστόπουλος

[…] Tο ασυνείδητο διαθέτει τέτοια δύναμη, από την οποία δεν μπορεί εν συνεχεία να ξεφύγει καμία συνειδητή απόπειρα αναχαίτισης ή περιορισμού του. Όσο και να προσπαθεί κάποιος να ξεγελάσει το ασυνείδητο, όπως επίσης να το καλλιεργήσει κατά τρόπο επιτηδευμένο, είναι αδύνατο να το καταφέρει […] Κανένας δεν μπορεί να ξεφύγει από την παιδική του ηλικία. Η παιδική ηλικία είναι τροφή, τροφή ανεξάντλητη. […] Για να φτάσει κάποιος να αρνηθεί τα βιώματα της παιδικής του ηλικίας σημαίνει ότι τα βιώματα αυτά ήσαν πολύ ισχυρά, άρα σημαίνει έναν πολύ υψηλό βαθμό απώθησης. […] O ψυχολόγος-ψυχαναλυτής και πανεπιστημιακός Νίκος Παπαχριστόπουλος, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη ξεκινώντας από το ερώτημα «κάνουμε έργο ό,τι δεν απωθούμε;».


Κρ.Π.: Στο βιβλίο Ψυχανάλυση και γραφή, που θα επανακυκλοφορήσει σύντομα από τις εκδόσεις Opportuna, γράφεις πως «Κάνουμε έργο ό,τι δεν απωθούμε». Θα ήθελες να το εξηγήσεις περισσότερο;

Ν.Π.: Μια ανάλογη πρακτική αναφέρεται σε έναν συγκεκριμένο μηχανισμό στην ψυχανάλυση, τον μηχανισμό της μετουσίωσης, τον οποίο ανέδειξε ο Φρόυντ από τα πρώτα του κείμενα. Προσπάθησε να προβεί σε μία τριμερή ταξινόμηση της διοχέτευσης, όπως ακριβώς το είπε ο ίδιος, της «μη ομαλής ιδιοσυστασιακής προδιάθεσης».

Με απλά λόγια, ο Φρόυντ ανέδειξε πως όταν υφίσταται μία δυσλειτουργική κατάσταση εντός του ψυχισμού, υπάρχουν τρεις δυνατότητες διαχείρισης για αυτόν που την υφίσταται:

Α. Η πρώτη είναι να την απωθήσει. Με αυτόν τον τρόπο σχηματίζεται η νεύρωση.

Β. Η δεύτερη είναι να την διατηρήσει αυτούσια, οπότε προκύπτει η βάση της διαστροφής.

Γ. Και ο τρίτος δρόμος είναι η μετουσίωση: να την διοχετεύσει, να την εκφράσει στο έργο του, υπό μία πολιτισμικώς ανεκτή μορφή.

Όλα αυτά όμως στον Φρόυντ δεν είναι στεγανά. Πρόκειται για μία σχηματοποίηση προκειμένου να τοποθετήσει τις ψυχικές λειτουργίες σε έναν άξονα.

Δεν σημαίνει δηλαδή ότι ένα έργο τέχνης δεν περιέχει στοιχεία απώθησης ούτε και στοιχεία διαστροφής.

Κρ.Π.: Δηλαδή, ναι μεν σε ένα έργο εκφράζονται στοιχεία που είχαν μέχρι εκείνη τη στιγμή απωθηθεί, αλλά δεν πάει να πει ότι ο δημιουργός του έχει συνειδητοποιήσει τι ακριβώς είχε απωθήσει. Γι’ αυτό και το έργο είναι πιο μπροστά από τον κάθε δημιουργό όπως λέγεται. Δηλαδή το κάθε έργο μπορεί να έχει στοιχεία μη συνειδητά (απωθημένα), αλλά το γεγονός ότι τα έχει εκφράσει στο έργο του μετουσιώνοντάς τα, είναι ένα στοιχείο που κάνει το έργο πιο …προχωρημένο -όπως λέμε- από τον ίδιο. Αυτό το γεγονός της μετουσίωσης, σε τι μπορεί ή όχι να βοηθά τον ίδιο τον δημιουργό;

Ν.Π.: Ένα παράδειγμα, είναι η μελέτη της Μαρίας Βοναπάρτη για τον Έντγκαρ Πόε. Η Βοναπάρτη προσπάθησε να εφαρμόσει αυτήν την τριμερή ταξινόμηση του Φρόυντ, να προβεί δηλαδή σε μια μορφή εφαρμοσμένης ψυχανάλυσης, πράγμα το οποίο δεν υιοθετείται σήμερα, κυρίως από την λακανική ψυχανάλυση.

Διότι η διαφορά του Λακάν από τον Φρόυντ ως προς την ερμηνεία της τέχνης είναι ότι, κατά κάποιον τρόπο, ο Φρόυντ ανίχνευσε την ψυχοπαθολογία του δημιουργού στο ίδιο του το έργο, ενώ ο Λακάν μίλησε για το έργο ως δημιουργία εκ του μηδενός, ως «ex nixilo» δημιουργία, η οποία έχει τη δική της αυτοτέλεια.

Η Βοναπάρτη προσπάθησε να εφαρμόσει αυτή την ταξινόμηση στο έργο του Πόε, και κατέληξε στα εξής:

Αν ο Πόε δεν είχε καταφέρει να δώσει διέξοδο εντός του έργου του σε όλες αυτές τις αδιέξοδες τάσεις της παιδικής του ηλικίας θα είχε καταλήξει ή στη φυλακή ή στο άσυλο.

Εν ολίγοις, η μετουσίωση απετέλεσε έναν εξισορροπητικό μηχανισμό προσαρμογής στην πραγματικότητα.

Πέρα όμως από την στυγνή αυτήν ψυχαναλυτική ερμηνεία της Βοναπάρτη, η οποία κατ’ ουσίαν κινείται σε έναν πανψυχαναλυτισμό θα το έλεγα εγώ, τα πάντα δηλαδή ανάγονται και σε μία ψυχαναλυτική έννοια, πολλές από τις επισημάνσεις της μπορούμε να τις αντιληφθούμε στο έργο του Πόε.

Απλώς,  δεν μπορούμε να αναγάγουμε  το έργο τέχνης σε αποκλειστικό εργαλείο ερμηνείας του ψυχισμού του δημιουργού.

Κρ.Π.: Δεν είναι με άλλα λόγια μόνο το έργο ενός δημιουργού που μπορεί να τον βοηθήσει αν έχει κάποια προβλήματα.

Ν.Π.: Εάν υιοθετήσουμε την δομική διάκριση της ψυχικής δυσφορίας, μεταξύ νεύρωσης, ψύχωσης, και διαστροφής, μπορούμε σχηματικά να διατυπώσουμε το εξής ερώτημα:

Εάν στη νεύρωση ο ασθενής έχει επαφή με την πραγματικότητα ενώ στην ψύχωση όχι, τι γίνεται στον ενδιάμεσο χώρο, κυρίως σε περιπτώσεις μη εκπεφρασμένης ψύχωσης, πώς καταφέρνει δηλαδή ο δημιουργός να εξισορροπεί σε αυτό το όριο πριν την έκλυση της ασθένειάς του;
Και σε αυτό το έργο τέχνης έχει παίξει καταλυτικό ρόλο, αρκετές φορές.

Κρ.Π.: Πολλοί καλλιτέχνες φοβούνται ότι η αυτογνωσία –με την έννοια της συνειδητότητας- θα επηρεάσει αρνητικά το ταλέντο τους. Είναι αλήθεια ή μύθος;

Ν.Π.: Αν υιοθετήσουμε και πάλι τους όρους της ψυχανάλυσης, η έννοια της δημιουργικότητας κινείται στο όριο μεταξύ συνειδητού και ασυνειδήτου. Κατά κάποια έννοια δεν μπορεί να καλλιεργηθεί σκοπίμως αλλά ούτε και να αποφευχθεί σκοπίμως σε σχέση με δεδομένες καταστάσεις.

Είναι μία διαδικασία η οποία διαμορφώνεται στην παιδική ηλικία και αναπαράγεται καθ’ όλη την εκτύλιξη του βίου.

Ένα ασυνείδητο βίωμα, μία ξεχασμένη στιγμή της παιδικής ηλικίας, ένας αντικατοπτρισμός των αισθήσεων, για παράδειγμα μία ανεπαίσθητη οσμή και μόνο, δύναται να λειτουργήσει ως απωθημένη εστία δημιουργικότητας.

Εν ολίγοις το ασυνείδητο διαθέτει τέτοια δύναμη, από την οποία δεν μπορεί εν συνεχεία να ξεφύγει καμία συνειδητή απόπειρα αναχαίτισης ή περιορισμού του.   Όσο και να προσπαθεί κάποιος να ξεγελάσει το ασυνείδητο αυτό, όπως επίσης να το καλλιεργήσει κατά τρόπο επιτηδευμένο, είναι αδύνατο να το καταφέρει.

Κρ.Π.: Όταν ένας άνθρωπος κάνει ψυχανάλυση υπάρχει περίπτωση να επηρεαστεί αρνητικά το ταλέντο του; Ή ακόμα χειρότερα, υπάρχει περίπτωση να χάσει κάποιος το ταλέντο του;

Ν.Π.: Όχι. Γιατί διαφορετικά θα εκλαμβάναμε και την τέχνη ως μέσο θεραπείας, δυναμένη, με την κατάλληλη παρέμβαση, να διοχετευθεί προς συγκεκριμένες οδούς, συλλογισμός ευτελής. Εξάλλου ο ίδιος ο Φρόυντ θεωρεί ότι το ταλέντο και εν πάση περιπτώσει η ευφυΐα σε σχέση με τη δημιουργικότητα είναι κάτι το ανερμήνευτο.

Και όχι επίσης, διότι θα μπαίναμε σε μία νομοτελειακή λογική, πως τα πάντα είναι αναγώγιμα το ένα στο άλλο, το αιτιατό στο ένα και μοναδικό αίτιό του.

Κρ.Π.: Τα συναισθήματα που έχει κάποιος άνθρωπος για κάποια παιδικά του βιώματα, μπορούν να αλλοιωθούν κατά τη διάρκεια μίας ψυχοθεραπείας, π.χ. της ψυχανάλυσης; Ανεξάρτητα δηλαδή πώς μπορεί να διαχειριστεί κάποιος διαφορετικά κατά τη διάρκεια της ζωής του τα συναισθήματά του, αυτά δεν μπορούν να αλλοιωθούν. Μόνο ο τρόπος διαχείρισής τους μπορεί να αλλάξει. Είτε μέσω του έργου του, είτε μέσω των σχέσεών του, κλπ. Σωστά;

Ν.Π.: Αυτό που μπορεί να αλλάξει κανείς είναι η κατά καιρούς στάση του απέναντι σε κάποιο βίωμα. Τον τρόπο δηλαδή με τον οποίο το βίωμα και τα συναισθήματα που το ακολουθούν θα προσαρμοστούν κάθε φορά στις νέες ανάγκες του, στις νέες συνθήκες του βίου του.

Και εδώ θεωρώ ότι χρειάζεται να επισημανθεί μια διττή ψευδαίσθηση:

Πρώτον ότι η τέχνη θεραπεύει και δεύτερον ότι για την δημιουργία ενός έργου τέχνης είναι προαπαιτούμενο ένα τραύμα.

Αυτό το οποίο περιέγραψε ο Φρόυντ ως μετουσίωση αναφέρεται σε μία ικανότητα. Δεν μπορούν όλοι οι άνθρωποι να μετατρέψουν τα βιώματά τους σε τέχνη.

Τούτο προϋποθέτει μία υψηλή δυνατότητα προσαρμογής στις πολιτισμικές συνθήκες μιας εποχής. Πώς θα μπορέσουν δηλαδή ορισμένοι να ενσωματώσουν αυτές τις πολιτισμικές συνθήκες εντός του ψυχισμού τους, έστω και υπερβαίνοντάς τες, ώστε αυτό που οι ίδιοι εκφράζουν ως υποκειμενικό βίωμα να έχει και μια δυνατότητα καθολικής μετάδοσης, διοχέτευσης στον Άλλον.

Εν ολίγοις πώς θα μπορέσουν, με βάση το προσωπικό τους βίωμα, να δημιουργήσουν έναν συλλογικό χώρο στον οποίο θα βρει έκφραση και το βίωμα των υπολοίπων. Πώς θα αναγάγουν το προσωπικό τους βίωμα σε καθολικό βίωμα.

Αυτό σημαίνει πρωτίστως μετουσίωση: ένα προσωπικό βίωμα μετατρέπεται σε αισθητικό αποτέλεσμα και αποκτά νόημα, αξία για τους υπολοίπους.

Επ’ αυτού διακρίνεται και ο δημιουργικός «δημιουργός» από κάποιον άλλον ο οποίος απλώς συγγράφει ή ζωγραφίζει το βίωμά του και έχει αξία κυρίως μόνο για τον ίδιο.

Κρ.Π.: Τι είναι η έμπνευση, και τι το ταλέντο; Μπορεί να εξηγηθεί το πώς αναπτύσσεται; Πολλοί καλλιτέχνες, θεωρούν ότι η έμπνευση είναι κάτι που προέρχεται από τον Θεό, όπως και το ταλέντο. Τι θα έλεγες;

Ν.Π.: Αρχικά, η ψυχανάλυση η ίδια είναι μία νομοτελειακή «επιστήμη». Με την έννοια ότι, στο ερμηνειοκρατικό της σύμπαν την θέση του αγνώστου (Θεός) μπορεί να την καταλάβει το ασυνείδητο.

Εάν προσφύγουμε επ’ αυτού και πάλι στον Φρόυντ και την τριμερή ταξινόμησή του μεταξύ συνειδητού, προσυνειδητού και ασυνείδητου, θα μπορούσαμε να αποδώσουμε σχηματικά και την σχέση δημιουργίας-πηγής εμπνεύσεως:

Μία ενεστώσα εμπειρία δύναται να ανασύρει, τρόπον τινά, μία απωθημένη εμπειρία από το παρελθόν· το ασυνείδητο δηλαδή, μέσω του προσυνειδητού να γίνει συνειδητό, και να μεταβιβασθεί στο έργο τέχνης χωρίς κατ’ ουσίαν ο ίδιος ο δημιουργός να γνωρίζει την πηγή της προέλευσής του.

Οπότε, ακόμη και αυτό το οποίο θεωρούμε άγνωστο, έρχεται να ανακαλέσει κάτι ήδη γνωστό σε εμάς. Απλώς, δεν γνωρίζουμε περί της προέλευσής του. Η πηγή της προέλευσής του ενδέχεται να ανασύρεται στην επιφάνεια μέσω ενός άλλου γεγονότος, εντελώς τυχαίου, με τρόπο καλυμμένο, ο οποίος δεν γίνεται αντιληπτός συνειδητά.

Κρ.Π.: Συμβαίνει κάτι σαν …σκυταλοδρομία; Το  ένα φέρνει το άλλο, δηλαδή;

Ν.Π.: Κατά κάποιον τρόπο, ναι. Πρόκειται για μία διαδικασία ατέρμονης μετάθεσης.
Άρα η έννοια του αγνώστου (του Θεού) και του απροσπέλαστου δεν υπάρχει στην τέχνη:

Απλώς επ’ αυτού μπορούμε να μιλήσουμε μονάχα με εικασίες. Η θεμελιακή αντίφαση, το πρωταρχικό κενό της καλλιτεχνικής δημιουργίας.

Κρ.Π.: Δηλαδή, μπορούμε αν ψάξουμε, και αν έχουμε την ανάλογη γνώση για έναν καλλιτέχνη, να βρούμε από πού προήλθε η έμπνευσή του; 

Ν.Π.: Αν και θεωρητικά μπορούμε μέσω της ψυχανάλυσης να εικοτολογήσουμε περί της εστίας έμπνευσης ενός δημιουργού, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τίποτα για το ταλέντο του. Απλώς καλούμαστε εκ των υστέρων να προβούμε σε μία ερμηνεία με βάση αυτά που ξέρουμε και μόνο, ως κριτές, ως τρίτοι, προβάλλοντας συνεπώς επ’ αυτού και τις δικές μας συνειδητές ή και ασυνείδητες επιδιώξεις.

Κρ.Π.: Οπότε θα λέγαμε ότι οι κάθε είδους ερμηνείες για το ταλέντο κάποιου αφορούν περισσότερο εκείνους που τις κάνουν παρά τον ίδιο;

Ν.Π.: Και ο ίδιος ο Φρόυντ, στην ερμηνεία της τέχνης και των δημιουργών, προσπάθησε να εφαρμόσει το δικό του ερμηνευτικό σύστημα και μόνο.

Κρ.Π.: Πάνω στο θέμα της δημιουργικότητας τι έχεις να πεις;

Ν.Π.: Έμπνευση, δημιουργικότητα, ταλέντο, κλπ. όλες αυτές οι έννοιες είναι αφαιρετικές κατασκευές, ένας τρόπος για να μιλάμε.

Οι δημιουργοί αναφέρουν συχνά το εξής: Ξεκινάω και δεν ξέρω που θα με βγάλει. Ποτέ δεν ξέρω εκ των προτέρων, με κάθε ακρίβεια, τι τελικά θα γράψω, τι τελικά θα ζωγραφίσω.

Πέρα από αυτή την ασυνείδητη νομοτέλειά του, το έργο τέχνης διαφεύγει οποιασδήποτε πρόθεσης του δημιουργού να το κατευθύνει αλλά και οποιασδήποτε απόπειρας κατόπιν ερμηνείας του από τον κριτικό.

Είναι αυτό το λευκό χαρτί, με τον οποίο έρχεται αντιμέτωπος κάθε φορά ο συγγραφέας, ή ο ζωγράφος, ακόμη και ο εν γένει στοχαστής, το οποίο ακυρώνει οποιαδήποτε εκ των προτέρων πρόθεση να αποδώσει ένα συγκεκριμένο νόημα στα πράγματα.

Στον χώρο της τέχνης, όπως το ανέλυσε ο Λακάν, υπάρχει ένα ρήγμα, μία οπή, στην οποία δεν χωράει καμία απόπειρα ασφαλούς ερμηνείας, όπως και καμία δυνατότητα για τον ίδιο τον δημιουργό να δώσει μια συγκεκριμένη μορφή στην πρόθεσή του.

Τι καλούμεθα ως εκ τούτου να φτιάξουμε εμείς ως ερμηνευτές; Απλώς, ένα δικό μας έργο επί του έργου, ένα δημιούργημα επί του ιδίου του δημιουργού. Να ξαναφτιάξουμε ένα κείμενο, δικό μας.

Επί παραδείγματι, ο ερμηνευτής του Πόε φιλοδοξεί, έστω και ασυνείδητα, να φτιάξει ένα κείμενο ή ένα έργο δυνάμενο να εμπεριέχει κάτι από την αίγλη του κειμένου του ιδίου του Πόε, την ένδοξη πλευρά του ασυνειδήτου του.

Φιλοδοξεί ασυνείδητα να πάρει ένα κομμάτι από αυτήν την ασυνείδητη αξία την οποία έχει ο ίδιος ο Πόε για όλους τους άλλους.

Κρ.Π.: Ο Φράνσις Μπέικον είχε πει ότι «όλοι εν δυνάμει μπορούν να δημιουργήσουν τέχνη». Τι θα έλεγες;

Ν.Π.: Η τέχνη προκρίνει μια αμφίδρομη διαδρομή. Περιλαμβάνει εκείνον ο οποίος δημιουργεί αλλά και εκείνον ο οποίος όπως ανέφερα εισπράττει και ερμηνεύει τη δημιουργία.

Όλοι μεν μπορούν να δημιουργήσουν τέχνη, το θέμα όμως είναι πώς θα δημιουργήσουν αποδέκτες και ερμηνευτές της τέχνης τους.

Και η ιδιαιτερότητα σπουδαίων δημιουργών, πέρα από εκείνους οι οποίοι λειτουργούν ως μαζικά καταναλωτικά πρότυπα, έγκειται στο ότι το έργο τους έχει καταστεί αντικείμενο αποδοχής, έχει γίνει δηλαδή αποδεκτό από τους υπολοίπους, λίγους ή και πολλούς.

Κρ.Π.: Πώς η δημιουργικότητα (και εν δυνάμει η τέχνη) μπορεί να επηρεάσει την ζωή του ανθρώπου, βοηθώντας τον να εκφράσει, να αξιοποιήσει αλλά και να αναπτύξει τις δεξιότητες της ζωής του (άρα τη συναισθηματική του νοημοσύνη);

Ν.Π.: Κάποιος ο οποίος μπορεί να δημιουργήσει μέσω της τέχνης μπορεί να δημιουργήσει και γενικότερα. Η τέχνη όμως δεν μπορεί να θεραπεύσει τον ίδιο τον δημιουργό εάν δεν συγκλίνουν ως προς τούτο ευρύτερες κοινωνικές και κυρίως υποκειμενικές συνθήκες.

Κρ.Π.: Μπορεί να μην θεραπεύσει, ή να μην «σώσει» τελικά, τον ίδιο τον δημιουργό η τέχνη του, αλλά π.χ. ο Κώστας Μουρσελάς έχει πει: «Η τέχνη θα μας σώσει». Μπορεί να θεραπεύσει, δηλαδή να σώσει, η τέχνη τους αποδέκτες της;

Ν.Π.: Αν το δεις συνολικά, ως πολιτισμικό επίτευγμα, ή ως τρόπο οργάνωσης της ανθρώπινης σκέψης, σαφώς και καταλήγουμε εκεί. Με την έννοια ότι η τέχνη εμπεριέχει όλες αυτές τις κανονικότητες τις οποίες χρειάζεται κάποιος όχι απλώς για να προσαρμοστεί στην πραγματικότητα αλλά να την προσαρμόσει στα μέτρα του.

Η τέχνη οδηγεί πέρα από την στείρα σκέψη. Και στείρα σκέψη σημαίνει αναπαράγω μηχανικά οτιδήποτε μου δίδεται. Στην τέχνη δεν μπορείς να αναπαραγάγεις απλώς και μόνον. Είσαι αναγκασμένος να επινοήσεις. Αυτή είναι η διαφορά από οτιδήποτε δεν είναι τέχνη.

Κρ.Π.: Για παράδειγμα όταν κάποιος διαβάζει ένα μυθιστόρημα, πρέπει να βιώσει, να φτιάξει εικόνες, να σκηνοθετήσει μια ιστορία, να νιώσει τα συναισθήματα, κλπ.

Ν.Π.: Και να γίνει ένας εν δυνάμει δημιουργός κι αυτός, με έναν άλλο τρόπο, για όλες αυτές τις εικόνες τις οποίες συνέλαβε. Μπορεί να τις διοχετεύσει με έναν άλλο τρόπο στο δημιούργημά του. Και να γίνει πλέον κτήμα του, μία βιωμένη εμπειρία.

Κρ.Π.: Ο Όσκαρ Γουάιλντ είχε πει πως ό,τι αξίζει να μάθουμε, δυστυχώς δεν μαθαίνεται. Δηλαδή δεν φτάνει η γνώση. Μόνο με το βίωμα μπορούμε να μάθουμε κάτι ή να αλλάξουμε κάτι. Τι θα έλεγες, επίσης;

Ν.Π.: Αυτό ακριβώς φαντάζομαι σημαίνει ότι μόνο με την τέχνη θα αλλάξουν τα πράγματα. Πώς θα ξεφύγεις δηλαδή από την παγίδα της ορθολογικής γνώσης ως μοναδικής μορφής παρέμβασης στην πραγματικότητα, χωρίς ωστόσο να πέσεις στην παγίδα της μεταφυσικής. Η τέχνη εμπεριέχει ταυτόχρονα το μεταφυσικό και το ορθολογικό.

Κρ.Π.: Πάντως, είναι ένα βίωμα η τέχνη;

Ν.Π.: Κάποιος άνθρωπος ο οποίος δεν έχει βίωμα δεν μπορεί να δημιουργήσει κάτι το οποίο σχετίζεται με αυτόν τον ίδιο. Δεν μπορεί κανείς να οικειοποιηθεί τα βιώματα του άλλου.

Κρ.Π.: Η Άλις Μίλερ έχει πει: «Κατά τη γνώμη μου, αν δεν έχουμε συνείδηση τι μας συνέβη κατά τα πρώτα στάδια της ζωής μας, όλη η υπόθεση του πολιτισμού δεν είναι παρά μια φάρσα. Οι συγγραφείς θέλουν να γράφουν καλή λογοτεχνία, αλλά ΔΕΝ αναζητούν την ασυνείδητη πηγή της δημιουργικότητάς τους, την έντονη επιθυμία τους για έκφραση και επικοινωνία. Οι περισσότεροι φοβούνται μήπως χάσουν την ικανότητά τους. Παρόμοιο φόβο διακρίνω και σε πολλούς ζωγράφους, ακόμα και σε αυτούς που (κατά τη γνώμη μου) στους πίνακές τους εκφράζουν σαφώς τους ασυνείδητους φόβους τους, όπως παραδείγματος χάρη στον Φράνσις Μπέικον, στον Ιερώνυμο Μπος, στον Σαλβαδόρ Νταλί και σε πολλούς ακόμα σουρεαλιστές. Με το έργο τους επιζητούν βέβαια την επικοινωνία, αλλά σε ένα επίπεδο που να υπηρετεί την άρνηση των εμπειριών της παιδικής ηλικίας – και αυτήν την κατάσταση την ονομάζουν τέχνη.» Πώς θα το σχολίαζες;

Ν.Π.: Κανένας δεν μπορεί να ξεφύγει από την παιδική του ηλικία. Η παιδική ηλικία είναι τροφή, τροφή ανεξάντλητη. Και πιθανότητα οι καλλιτέχνες έχουν συνείδηση, σε πολύ μεγάλο βαθμό, για το τι τους συνέβη, όχι κατ’ ανάγκην τραυματικό. Απλώς, ίσως μέσα από το έργο τέχνης αυτή την συνείδηση προσπαθούν να την αποκρύψουν.

Για ποιον λόγο άραγε αρνούνται; Μήπως η απόπειρα άρνηση μίας εμπειρίας σημαίνει και την κατίσχυση της εμπειρίας αυτής; Ότι έχει γίνει κάτι ήδη δηλαδή, για να το αρνηθείς μετά. Για να φτάσει κάποιος να αρνηθεί τα βιώματα της παιδικής του ηλικίας σημαίνει ότι τα βιώματα αυτά ήσαν πολύ ισχυρά, άρα σημαίνει έναν πολύ υψηλό βαθμό απώθησης.-

Ο Νίκος Παπαχριστόπουλος είναι ψυχολόγος-ψυχαναλυτής. Σπούδασε ψυχολογία (Πάντειο Πανεπιστήμιο), Φιλοσοφία (Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών), Κοινωνιολογία (Πάντειο Πανεπιστήμιο). Έχει κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στην ψυχανάλυση (Paris VIII-Saint Denis), στην ψυχοπαθολογία (Paris VII-Denis Diderot), στη σημειολογία και τη λογοτεχνική θεωρία (Paris VII-Denis Diderot), στην ιστορία (Paris I-Pantheon-Sorbonne). Έχει συγγράψει, μεταφράσει και επιμεληθεί συγγράμματα για την ψυχανάλυση. Διδάσκει στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Εργάζεται ως ψυχαναλυτής στην Πάτρα και στην Αθήνα.

Εργογραφία

Συμμετοχή σε συλλογικά έργα

Μεταφράσεις

Via: http://tvxs.gr/news/politismos/kanoyme-ergo-oti-den-apothoyme