Οι ρίζες της τρομοκρατίας

[…] Επιδιώκεται η δημιουργία μιας ψύχωσης, ότι είμαστε σε πόλεμο με κάποιον εξωτερικό εχθρό, ενώ βασική πλευρά του προβλήματος βρίσκεται μέσα στη χώρα […] Ο εχθρός είναι μέσα μας! Είναι εσωτερικός εχθρός που εκτρέφεται από τον κοινωνικό αποκλεισμό χιλιάδων νέων, κατά κύριο λόγο μουσουλμανικής προέλευσης […] Θα έπρεπε να είχαμε την σοβαρότητα να καταλάβουμε τουλάχιστον τη δική μας κτηνωδία που εκτρέφει την κτηνωδία του άλλου […] Βαδίζουμε σε αντίθετο δρόμο από αυτόν που θα έπρεπε να ακολουθήσει η Ευρώπη […] Αν τα πράγματα συνεχίσουν στην πορεία που μπαίνουν τώρα, η καταστροφή είναι βεβαία. Πάμε προς σκοτεινές περιόδους, που θυμίζουν τους εφιάλτες του Μεσοπολέμου […] Ο Κώστας Βεργόπουλος, καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο VIII του Παρισιού, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη με αφορμή τα πρόσφατα πολύνεκρα τρομοκρατικά χτυπήματα στη Γαλλία, στα πλαίσια της ακτιβιστικής Έρευνας για την κρίση.

Κρ.Π.: Πως είναι η κατάσταση στο Παρίσι αυτή τη στιγμή;

Κ.Β.: Σε κλίμα σοκ και μουδιασμένη εξακολουθεί να είναι η κοινωνία στο Παρίσι και την Γαλλία. Ο κόσμος είναι τρομοκρατημένος και πάνω σ’ αυτό σπεκουλάρει και η κυβέρνηση:

Βγαίνει ο πρωθυπουργός και λέει «Προσοχή, θα γίνουν κι άλλα τις επόμενες μέρες». Αν είναι δυνατόν! Προαναγγέλλει κι άλλα χτυπήματα και λέει πως αυτά που συνέβησαν τα γνώριζαν ότι θα συμβούν από πριν. Μα, το ερώτημα είναι, αν τα ήξεραν από πριν, γιατί δεν τα εμπόδισαν;  Δηλαδή, θέλει να δείξει ότι τα ξέρει όλα, ότι ελέγχει την κατάσταση, μα αν την ελέγχει τότε γιατί γίνονται;

Κρ.Π.: Ποιές είναι οι ρίζες της τρομοκρατίας κατά τη γνώμη σας;

Κ.Β.: Υπάρχει μία παραπλάνηση. Γίνεται λόγος από την αρχή, για εξωτερικό εχθρό. Ότι ο εχθρός έρχεται απ’ έξω και ότι βρισκόμαστε σε πόλεμο. Αυτό δηλώθηκε επίσημα.

Μέχρι και ο πρώην πρωθυπουργός της Γαλλίας Ντε Βιλπέν βγήκε και είπε πως είναι απαράδεκτος ο όρος «πόλεμος». Τι θα πει πόλεμος; Εναντίον ποιου στρατού και ποιάς χώρας; Αγώνας κατά της τρομοκρατίας δεν σημαίνει αυτομάτως και κατάσταση πολέμου.

Επιδιώκεται η δημιουργία μιας ψύχωσης, ότι είμαστε σε πόλεμο με κάποιον εξωτερικό εχθρό, ενώ βασική πλευρά του προβλήματος βρίσκεται μέσα στη χώρα. Οι τρομοκράτες είναι παιδάκια που έχουν γεννηθεί στη Γαλλία, έχουν μεγαλώσει στη Γαλλία, ή στο Βέλγιο. Εγκληματικά προϊόντα που παράγονται από την ιδία την κοινωνία μας. Αυτό είναι το πιο εφιαλτικό.

Κάτι δεν πάει καλά με τις αυτοανακηρυγμένες πολυπολιτισμικές κοινωνίες μας. Ο δυτικός πολιτισμός ανοίγεται, όμως διαπιστώνουμε ότι, παρόλα αυτά, η ιεραρχική διαστρωμάτωση συνεχίζεται και στο βυθό της κοινωνικής ιεραρχίας καταλήγουν να βρίσκονται πάντα οι αλλογενείς πληθυσμοί σαν σύνολα, παρόλο που κάποια άτομα εξ αυτών μπορούν να ανέρχονται κοινωνικά.

Θα πρέπει να δούμε ποιες ήταν οι συνθήκες που εξέθρεψαν και συνεχίζουν να εκτρέφουν αυτά τα προϊόντα με το αντικοινωνικό μίσος.

Κάθε χρόνο 5 χιλιάδες νέοι κάτω των 20 ετών φεύγουν από τη Γαλλία να πάνε εθελοντές να πολεμήσουν στο ισλαμικό κράτος! Αν είναι δυνατόν!

Οι Μουσουλμάνοι γονείς ζητούν από την γαλλική αστυνομία να προστατέψει τα ανήλικα παιδιά τους που επιλέγουν τον «δρόμο της αυτοθυσίας» τους. Όμως, ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι ότι 40% από τους ανήλικους «αναχωρητές» δεν προέρχονται από μουσουλμανικές οικογένειες, αλλά από καθολικές και χριστιανικές! Υπάρχει σοβαρό πρόβλημα του οποίου οι νεαροί Ισλαμιστές δεν είναι παρά η ορατή κορυφή του κοινωνικού παγόβουνου.

Το ίδιο συνέβη και στην Αγγλία. Αυτά που είχαν γίνει στο Λονδίνο, τα έκαναν παιδιά των προαστίων του Λονδίνου, που είχαν γεννηθεί και μεγαλώσει στη Βρετανία σαν Βρετανοί υπήκοοι.

Εκτός από τον εξωτερικό εχθρό και πόλεμο, ο πυρήνας του προβλήματος βρίσκεται στις χώρες μας και έχει σχέση με το πώς λειτουργεί η κοινωνία μας.

Το Μάλεμπεκ στις Βρυξέλες, είναι η κοιτίδα όλων των τρομοκρατών. Γιατί; Διότι είναι η περιοχή των Βρυξελών με την μεγαλύτερη ανεργία (70%), δεν υπάρχει τίποτα να κάνουν τα παιδιά, ούτε στο σχολείο πηγαίνουν, δεν τους ενδιαφέρει ούτε γράμματα να μάθουν. Το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να κλέβει ο ένας τον άλλον, να διακινεί ναρκωτικά ή να σκοτώνει ο ένας τον άλλον. Και τελικά βρίσκουν τη σωτηρία τους στο Ισλάμ, γιατί αυτό καλύπτει την αντικοινωνική  συμπεριφορά και με έναν ιδεολογικό μανδύα, δίνει ένα νόημα ζωής και ύπαρξης.

Μισούν την κοινωνία. Και γιατί τη μισούν; Γιατί η κοινωνία τους καθηλώνει στην αθλιότητά τους.

Οι εγκληματικές συμπεριφορές είναι προϊόντα της κοινωνικής αθλιότητας της εποχής μας. Αντί να δούμε πως θα αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα, μιλάμε μόνο για εξωτερικό εχθρό και απαιτούμε εθνική συνοχή, να είμαστε όλοι ενωμένοι υπό την πολιτική ηγεσία μας –γιατί αυτό  την ενδιαφέρει: Να μη μιλάει κανείς, προκειμένου να αντιμετωπίσουμε τον εχθρό που έρχεται από μακριά.

Όμως, ο εχθρός είναι μέσα μας! Είναι εσωτερικός εχθρός που εκτρέφεται από τον κοινωνικό αποκλεισμό χιλιάδων νέων, κατά κύριο λόγο μουσουλμανικής προέλευσης.

Κρ.Π.: Έχει σημάνει συναγερμός στον δυτικό κόσμο μετά και την επίθεση των τζιχαντιστών στο Παρίσι; Τι θα αλλάξει στην Ευρώπη μετά από αυτό το τρομοκρατικό χτύπημα;

Κ.Β.: Θα επικρατούν όλο και περισσότερο ξενοφοβικές λύσεις εθνικής αναδίπλωσης. Κάθε χώρα για τον εαυτό της, κλείνει τα σύνορα. Τορπιλίζεται η ευρωπαϊκή ιδέα με αυτόν τον τρόπο.

Καλλιεργείται το αμάγαλμα ότι οι τζιχαντιστές είναι οι λαθρομετανάστες, ότι οι προερχόμενοι από τη Συρία είναι τρομοκράτες. Μέχρι που βγήκε ο πρόεδρος της ευρωπαϊκής επιτροπής, ο Γιούνκερ, και είπε «Προς Θεού, μην μπερδεύουμε τα πράγματα, οι μετανάστες είναι τα θύματα των τρομοκρατών, γι’ αυτό φεύγουν από τη Συρία, γιατί κινδυνεύει η ζωή τους! Δεν είναι αυτοί οι τρομοκράτες! Πρέπει να προστατέψουμε τα θύματα που έρχονται εδώ για να γλυτώσουν. Δεν είναι αυτοί οι τρομοκράτες».

Με την κήρυξη της χώρας σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, αίρονται οι ατομικές ελευθερίες, έχουν ήδη αρθεί. Ήδη η Γαλλία κηρύχτηκε σε κατάσταση πολιορκίας για τρεις μήνες. Και η μία μετά την άλλη οι χώρες της Ευρώπης, κηρύσσουν τον εαυτό τους σε κατάσταση πολιορκίας και άρση των ατομικών ελευθεριών.

Πάνω σ’ αυτό τοποθετήθηκε ο Ζακ Λυκ Μελανσόν, λέγοντας πως «Φοβάμαι ότι δεν πάμε μόνο για έναν μήνα αλλά για ένα εξάμηνο, και μετά για περισσότερο, και μετά πάμε για μία μόνιμη κατάσταση. Κι αυτό που θα μπορούσε να δικαιολογείτο ως εξαίρεση, κινδυνεύει να εξελιχθεί σε μόνιμο καθεστώς και σε διαρκή άρση των ατομικών ελευθεριών».

Κρ.Π.: Οπότε να σβηστεί και από τη σημαία της Γαλλίας το μπλε χρώμα; Στο όνομα της ασφάλειας, θυσιάζεται η ελευθερία;

Κ.Β.: Ο κόσμος ζητά ασφάλεια και έχει δίκιο. Τι να κάνει; Δεν έχει άλλη επιλογή. Οφείλει να ζητάει. Κι όταν βγαίνει ο πρωθυπουργός και λέει το ξέραμε από πριν, έχει ευθύνη. Γιατί δεν έκανε κάτι;

Κρ.Π.: Από την συνάντηση των G20 τι συμπεράσματα βγάλατε μέχρι στιγμής;

Τα συμπεράσματα είναι ιδιαιτέρως πενιχρά σε σχέση με το βάρος των προβλημάτων. Ο Ερντογάν ζητά την εξουσιοδότηση για να αναλάβει εργολαβικά τον πόλεμο κατά του ΙΚ, όμως ενώ την ημέρα εμφανίζεται ότι το πολεμά, τις νύχτες προσφέρει βοήθεια και στήριξη.

Κρ.Π.: Η τζιχαντιστική τρομοκρατία φαίνεται να έχει καταφέρει να ενώσει αιώνιους αντιπάλους όπως τις ΗΠΑ και τη Ρωσία;

Κ.Β.: Ήταν στόχος των τρομοκρατών να μη δοθεί λύση. Από αυτή την ιστορία πολλοί αποκομίζουν τεράστια κέρδη με το εμπόριο όπλων. Διότι το ισλαμικό κράτος είναι πάνοπλο. Και το ερώτημα είναι από πού βρίσκει τα όπλα του; Τα βρίσκει, είναι σίγουρο, από τη Σαουδική Αραβία και το Κατάρ, αλλά και η Τουρκία του τα εξασφαλίζει. Αλλά αυτοί που προμηθεύουν όπλα στη Σαουδική Αραβία και το Κατάρ, είναι η Αμερική και η Γαλλία!

Κ.Β.: Η επίθεση των τζιχαντιστών φαίνεται να στρέφεται γενικά, ενάντια στον δυτικό πολιτισμό…

Κ.Β.: …αλλά η συζήτηση για τις ευθύνες της Δύσης δεν ανοίγει. Θα έπρεπε να είχαμε την σοβαρότητα να καταλάβουμε τουλάχιστον τη δική μας κτηνωδία που εκτρέφει την κτηνωδία του άλλου. Αντιθέτως, η πολιτική σκηνή μετατοπίζεται προς το συντηρητικότερο, και προς όλο και περισσότερο εθνικιστικές λύσεις.

Βαδίζουμε σε αντίθετο δρόμο από αυτόν που θα έπρεπε να ακολουθήσει η Ευρώπη. Και αυτό μολονότι ο Γάλλος πρόεδρος Ολάντ διεκδικεί την συσπείρωση όλων των ευρωπαϊκών χωρών στην αντιμετώπιση της ισλαμιστικής απειλής.

Ο Χάντικγκτον μιλάει για σύγκρουση πολιτισμών. Όμως ποιών πολιτισμών; Ο ένας τον ξέρουμε είναι ο δυτικός, ο δικός μας. Ο άλλος ποιος είναι; Το να σκοτώνουν τα ανήλικα παιδιά στις συναυλίες λέγεται πολιτισμός, ή μήπως δεν είναι παρά ο ορισμός της απόλυτης κτηνωδίας;

Όταν ένοπλοι σκοτώνουν μαζικά άοπλους, αυτός είναι ο ορισμός του εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας, που διώκεται ανά πάσα στιγμή, σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου και δεν υπόκειται σε παραγραφή: Το στίγμα εγγράφεται στην αιωνιότητα. Πως είναι δυνατόν να φαντάζονται κάποιοι ότι θα εγγραφούν στο «μαρτυρολόγιο» εκτελώντας μαζικά άοπλους νέους και γυναικόπαιδα; Στην ιστορία, όσοι κατέκτησαν το φωτοστέφανο του «μάρτυρα» ήταν επειδή θυσιάστηκαν οι ίδιοι. Δεν γίνεται κάνεις «μάρτυρας» θυσιάζοντας άοπλους και γυναικόπαιδα.

Κρ.Π.: Με την προσφυγική κρίση τι θα συμβεί, αν κλείσουν όλοι τα σύνορά τους;

Κ.Β.: Όταν όλοι κλείνουν τα σύνορά τους, μας υποχρεώνουν να τα κλείσουμε εμείς. Είναι δυνατόν η Ελλάδα να αναλάβει όλο αυτό το βάρος; Ή με μία γελοία βοήθεια, που αντιστοιχεί όπως λένε σε 20 λεπτά του ευρώ για κάθε πρόσφυγα; Τι βοήθεια είναι αυτή; Η κτηνωδία της εποχής μας εξελίσσεται σε φάρσα με τελικό θύμα αυτόν που παίρνει τις ομιλίες των πολιτικών ηγεσιών στα σοβαρά.

Γι’ αυτό δεν είμαι αισιόδοξος. Αν τα πράγματα συνεχίσουν στην πορεία που μπαίνουν τώρα, η καταστροφή είναι βεβαία. Ο Πάπας είπε πως αυτό που συμβαίνει τώρα, αποτελεί προστάδιο του 3ου παγκοσμίου πολέμου. Πάμε προς σκοτεινές περιόδους, που θυμίζουν τους εφιάλτες του Μεσοπολέμου.-

Δείτε επίσης:

Δημοσιεύτηκε: http://tvxs.gr/news/egrapsan-eipan/oi-rizes-tis-tromokratias

Κ. Βεργόπουλος: Η κοινωνία βρίσκεται καθηλωμένη στις κερκίδες

 

 

Σήμερα, έπειτα από δεκάμηνη περίοδο αναμονής, παραμένουμε ακόμη στην φάση της αναμονής και των προσδοκιών  […] Η κυβέρνηση δίνει την εντύπωση ότι φλέγεται πολύ περισσότερο για να εκπληρώσει με εξονυχιστική ακρίβεια τις δεσμεύσεις έναντι των δανειστών και πολύ λιγότερο αυτές που έχει αναλάβει έναντι του ελληνικού λαού. […] Κοινωνικές διαβουλεύσεις, με φωτεινή εξαίρεση τις εξαγγελίες για την παιδεία, δεν φαίνονται ούτε καν στον ορίζοντα και επί του παρόντος η κοινωνία βρίσκεται καθηλωμένη στις κερκίδες σαν απλός θεατής […] Ο Κώστας Βεργόπουλος, καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο VIII του Παρισιού, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη συμμετέχοντας στην Έρευνα για την κρίση.


Κρ.Π.: Πιστεύετε ότι αυτή η κυβέρνηση έχει όραμα; Μπορεί να έχει όραμα, με ένα τρίτο μνημόνιο, και ποιο θα έπρεπε να είναι αυτό; 

Κ.Β.: Οπωσδήποτε, η κυβέρνηση έχει όραμα, για το όποιο άλλωστε και ψηφίστηκε από τον ελληνικό λαό. Ωστόσο, το όραμα δεν αρκεί.

Απαιτούνται επίσης δράσεις, συγκεκριμένες πρωτοβουλίες και ημερομηνίες για την υλοποίηση του και φυσικά οπωσδήποτε η συμμετοχή της κοινωνίας στην επεξεργασία και εφαρμογή του οράματος.

Και ποιό θα είναι αυτό το όραμα; Μα φυσικά η άμεση ανάκαμψη της οικονομίας και η ανάταση της κοινωνίας, όπως το επαγγέλθηκε προεκλογικά η σημερινή κυβέρνηση και επιβεβαιώθηκε με τις πρόσφατες προγραμματικές δηλώσεις του πρωθυπουργού.

Το όραμα για το μέλλον απαιτεί έργο στο παρόν. Οι δεσμεύσεις έναντι του ελληνικού λαού δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να είναι χαλαρότερες από αυτές έναντι των δανειστών, ούτε βέβαια να αποδίδεται μεγαλύτερη σημασία και προτεραιότητα στην αξιολόγηση, από ό,τι στην άμεση ανάκαμψη.

Κρ.Π.: Τι έχετε να πείτε για τον οδικό χάρτη της νέας διακυβέρνησης, όπως τον κατέθεσε προχθές ο πρωθυπουργός;

Κ.Β.: Δεν έχω αντίρρηση, όλα καλά. Ωστόσο, σημαντικό είναι το ειδικό βάρος που δίδεται σε κάθε κεφάλαιο και πτυχή του προγράμματος.

Η συναίνεση και συμμετοχή της κοινωνίας δεν ταυτίζεται με τα ανοίγματα προς κομματικούς χώρους. Οι ποικίλοι κομματικοί χώροι δεν υποκαθίστανται στην κοινωνία.

Στις σημερινές συνθήκες, κανένα άνοιγμα προς άλλους κομματικούς χώρους δεν καλύπτει το αναγκαίο άνοιγμα που έχει αναλάβει να πραγματοποιήσει η κυβέρνηση προς τις κοινωνικές δυνάμεις.

Και αυτό όχι βέβαια για να «εμπλέξει» την κοινωνία στα δικά της σχέδια και να την καταστήσει «συνένοχο», αλλά για να επωφεληθεί και να εμπλουτιστεί η ίδια από το δυναμικό που διαθέτει η ελληνική κοινωνία και που επί του παρόντος παραμένει περιθωριοποιημένο και ανενεργό.

Κρ.Π.: Τι σκέψεις κάνατε για τα αποτελέσματα των πρόσφατων εκλογών στην Ελλάδα; 

Κ.Β.: Η λαϊκή ετυμηγορία της 20ης Σεπτεμβρίου δεν ήταν διαφορετική από την προηγούμενη της 25ης Ιανουαρίου του τρέχοντος έτους. Επιβεβαίωσε και ανανέωσε την λαϊκή εμπιστοσύνη προς τον Σύριζα, αποδοκίμασε ξεκάθαρα τα παλαιά κόμματα.

Ωστόσο, ο σημερινός Σύριζα δεν είναι ίδιος με τον προηγούμενο. Βασικά απαλλάχτηκε από τα «επαναστατικά» βαρίδια  που παρεμπόδιζαν την προσαρμογή στην καθημερινή πραγματικότητα. Με το αναμενόμενο νέο σχήμα, ο Σύριζα επαγγέλθηκε να είναι σήμερα πιο ευέλικτος και πιο κοντά στις άμεσες ανάγκες της κοινωνικής πραγματικότητας.

Το εκλογικό αποτέλεσμα δικαίωσε τις επιλογές του, ωστόσο το νέο κυβερνητικό σχήμα δεν είναι παρά μια επανέκδοση του προηγούμενου, με την κυβερνητική αδράνεια και αβεβαιότητα να παρατείνονται.

Για την αδράνεια, στην πρώτη φάση η ευθύνη φορτώθηκε στο «σύνδρομο Βαρουφάκης», στην δεύτερη φάση φορτώθηκε στο «σύνδρομο Λαφαζάνης» και στο αριστερό ρεύμα.

Σήμερα, έπειτα από δεκάμηνη περίοδο αναμονής, παραμένουμε ακόμη στην φάση της αναμονής και των προσδοκιών.  Οπωσδήποτε το εκλογικό αποτέλεσμα ήταν θετικό, όμως για την κυβέρνηση που προήλθε από αυτό, παραμένει ασαφής ο ορίζοντας όχι μόνον ο απώτερος, αλλά ακόμη και ο άμεσος. Ο κόσμος που εμπιστεύτηκε στον Σύριζα ευελπιστεί ότι η ασάφεια θα ξεπεραστεί το συντομότερο.

Κρ.Π.: Τα ποσοστά που πήραν τα κόμματα στις εκλογές αφορούν μόνο το 56,57% των ψηφοφόρων, αφού το 43,43% απείχαν. Άρα και το ποσοστό της δημοκρατίας που ασκείται στην ελληνική βουλή είναι ανάλογο;

Κ.Β.: Το ότι 43,43% των ψηφοφόρων επέλεξαν την αποχή αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι αυτοί ήταν ψήφοι της Αριστεράς, ούτε φυσικά ότι όλοι επέλεξαν την αποχή για τους ίδιους λόγους. Υπάρχουν δυσαρεστημένοι και αποστασιοποιημένοι από όλους τους πολιτικούς χώρους.

Γενικά, η αποχή καταγράφει κάποιο βαθμό αδιαφορίας για το εκλογικό αποτέλεσμα, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει κατ’ ανάγκην και ότι οι απέχοντες το αμφισβητούν, ούτε βέβαια, ακόμη λιγότερο, ότι προτίθενται να αμφισβητήσουν την νομιμότητα της κυβέρνησης και των επιλογών της.

Οπωσδήποτε η αποχή συνιστά σοβαρό πρόβλημα και πλήγμα στην αξιοπιστία του δημοκρατικού πολιτεύματος, όμως αυτό πρέπει να απασχολήσει όλα τα πολιτικά κόμματα και όχι μόνον ένα.

Φυσικά, η Αριστερά πρέπει να απασχοληθεί περισσότερο από όλους με την αποχή, αφού αυτή διεκδικεί περισσότερο από όλους την σύνδεση με την κοινωνία και την δυναμική των κοινωνικών μεταβολών.

Κρ.Π.: Εάν οι μισοί περίπου έλληνες δεν εκπροσωπούνται από τα κόμματα της βουλής, πόση σταθερότητα μπορεί να υπάρξει, για την οποία ο πρωθυπουργός εγγυάται στους επενδυτές; 

Κ.Β.: Δεν είναι ότι οι απέχοντες δεν εκπροσωπούνται, αφού οι ίδιοι επιλέγουν να μην εκπροσωπούνται. Πως μπορούν να διαμαρτύρονται οι ίδιοι για τις επιλογές τους;

Θα πρέπει όμως το πολιτικό σύστημα να φροντίσει να τους πείσει ότι με την συμμετοχή τους στις εκλογές κάποια πράγματα θα μπορέσουν να αλλάξουν. Κι αυτό δεν είναι καθόλου προφανές ούτε εύκολο έργο στις σημερινές συνθήκες υπό τις οποίες παρά την εναλλαγή των κομμάτων στην εξουσία τα πράγματα παραμένουν σε βασικές γραμμές ίδια και απαράλλακτα.

Όσο για την σταθερότητα που επιθυμούν οι υποψήφιοι επενδυτές, δεν πιστεύω ότι την εξαρτούν από το ύψος της εκάστοτε αποχής. Στην ουσία, όσο μεγαλύτερη είναι η αποχή, τόσο περισσότερο πλήττεται η κοινωνική αξιοπιστία της Αριστεράς.

Κρ.Π.: Η Κωνσταντοπούλου κατέθεσε το πόρισμα της Επιτροπής Αλήθειας Δημόσιου Χρέους, λέγοντας πως «το τρίτο Μνημόνιο είναι καταδικασμένο να αποτύχει, αφήνοντας το χρέος μη βιώσιμο». Το δε ΔΝΤ δήλωσε πρόσφατα πως χρειάζεται να γίνει οπωσδήποτε κούρεμα 100δις στο ελληνικό χρέος. Τι έχετε να πείτε;

Κ.Β.: Δεν είναι μόνον το χρέος μη-βιώσιμο, αλλά και το πρόγραμμα του Μνημονίου, αφού η εφαρμογή του αποφέρει με μαθηματική ακρίβεια μεγαλύτερη ύφεση και υψηλότερη ανεργία, χωρίς από την άλλη πλευρά η οικονομία να εξυγιαίνεται ούτε να γίνεται περισσότερο ανταγωνιστική.

Ωστόσο, αυτό αποτελεί γενική διαπίστωση που δεν παρασιωπά ο Σύριζα, αφού παραδέχεται ότι οι συνέπειες από την εφαρμογή του θα είναι οπωσδήποτε υφεσιακές: Επιδείνωση της ύφεσης, της ανεργίας και της κάθε παθογένειας. Προς τούτο, ο ίδιος επαγγέλλεται σειρά από αντιμέτρα και αναπτυξιακό σχέδιο ικανό να αντισταθμίζει και να υπερβαίνει τις αρνητικές συνέπειες του Μνημονίου.

Με δυο λόγια, ο Σύριζα ανέλαβε δεσμεύσεις όχι μόνον έναντι των δανειστών μέσω του Μνημονίου, αλλά και έναντι του ελληνικού λαού προκειμένου να σταματήσει την υφεσιακή πορεία της χώρας και να εκκινήσει την ανάκαμψη.

Ωστόσο στην πράξη και μέχρι σήμερα η κυβέρνηση δίνει την εντύπωση ότι φλέγεται πολύ περισσότερο για να εκπληρώσει με εξονυχιστική ακρίβεια τις δεσμεύσεις έναντι των δανειστών και πολύ λιγότερο αυτές που έχει αναλάβει έναντι του ελληνικού λαού.

Μέχρι σήμερα, πέρα από  ρητορικά σχήματα, τα αντιμέτρα που θα αντισταθμίζουν τις υφεσιακές και αρνητικές συνέπειες του Μνημονίου δεν εμφανίζονται ούτε καν στον ορίζοντα.

Για την επερχόμενη πρώτη αξιολόγηση η κυβέρνηση δείχνει σχολαστική σπουδή, ενώ για την ανάκαμψη εμφανίζεται πολύ πιο χαλαρή, χωρίς συγκεκριμένο σχέδιο και κατ’ ανάγκην χωρίς δεσμευτικό χρονοδιάγραμμα και ημερομηνίες.

Κρ.Π.: Ένα σοκαριστικό γεγονός όπως μάλλον ήταν η υπογραφή του τρίτου μνημονίου για τους περισσότερους έλληνες μετά το «Όχι», ο κόσμος χρειάζεται χρόνο για να το διαχειριστεί, άρα το πώς θα αντιδράσει στο μέλλον, ποιος μπορεί να το προβλέψει;

Κ.Β.: Αφού το τρίτο Μνημόνιο θεωρήθηκε απαράκαμπτο, η νίκη του Σύριζα δεν οφείλεται στην πρώιμη επαγγελία του ότι θα το έσκιζε, αλλά στην πρόσφατη δέσμευση του ότι θα λάβει αναπτυξιακά αντιμέτρα που θα το αντισταθμίζουν.

Κατά συνέπεια, οι αντιδράσεις των πολιτών θα εξαρτηθούν άμεσα από το κατά πόσο η κυβέρνηση περιορίζεται στο να εφαρμόζει αποκλειστικά το Μνημόνιο ή εφαρμόζει και αλλά μέτρα πέρα από αυτό, μέτρα που αντισταθμίζουν τις υφεσιακές συνέπειες του και το υπερβαίνουν.

Το ζήτημα είναι ότι μέχρι σήμερα η κυβέρνηση διεκδικεί, έστω και ανόρεκτα, την αυστηρή εφαρμογή του Μνημονίου, ενώ παράλληλα για τα αντι-υφεσιακά μέτρα δεν παρουσιάζονται αποφάσεις, αλλά μόνον υποθετικές εκθέσεις ιδεών.

Κρ.Π.: Επιπλέον, ποιές είναι οι σωστές και ποιές οι λάθος κινήσεις της μέχρι τώρα διακυβέρνησης της χώρας;

Κ.Β.: Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι η διαπραγμάτευση με τους δανειστές κατά το πρώτο εξάμηνο, όσο σκληρή και αν ήταν, δεν κατέληξε πρακτικά παρά στην γερμανική πρόταση για 5ετη αποβολή της χώρας από την Ευρωζώνη.

Παρά την καλή θέληση και την αποφασιστικότητα στην προάσπιση των λαϊκών στρωμάτων από ελληνικής πλευράς, υπήρξε οπωσδήποτε έλλειμμα διαπραγματευτικής εμπειρίας που κινδύνεψε να ρίξει την χώρα σε άγνωστα και επικίνδυνα ύδατα. Όμως, έστω και την έσχατη στιγμή αυτό έγινε αντιληπτό από την κυβέρνηση και το χειρότερο αποφεύχθηκε.

Εάν είχε υπάρξει ικανή διαπραγματευτική εμπειρία και με την υποστήριξη άλλων φιλικών προς την Ελλάδα ευρωπαϊκών χωρών, θα ήταν δυνατόν να έχει κλείσει συμφωνία πολύ ενωρίτερα και με καλύτερους όρους.

Τον Φεβρουάριο, όταν η οικονομία ήταν ισχυρότερη, περιορίστηκε στο να ζητήσει 4μηνη παράταση, ενώ τον Ιούλιο, όταν η οικονομία ήταν πλέον αδύναμη, η συμφωνία έκλεισε με δυσμενέστερους ορους.

Έκτοτε, ενώ το κύριο ζήτημα για τους δανειστές είναι η εφαρμογή του Μνημονίου, για την χώρα κύριο ζήτημα είναι η επιστροφή στην ανάπτυξη με αναπτυξιακό σχέδιο που να υπερβαίνει το Μνημόνιο.

Κρ.Π.: Τι δεν γίνεται που θα έπρεπε οπωσδήποτε να γίνει;

Κ.Β.: Ενώ όλοι συμφωνούν ότι η χώρα χρειάζεται επενδυτικό πακέτο και ακόμη και αν αυτό εξασφαλιστεί, μέχρι σήμερα ουδείς είναι σε θέση να εντοπίσει σε ποιους ακριβώς τομείς και κλάδους θα πρέπει κατά προτεραιότητα να διοχετευτούν οι επενδύσεις.

Κι ακόμη ουδείς είναι σε θέση να γνωρίζει με ποιους ακριβώς θεσμούς και μηχανισμούς θα εντοπιστούν οι επενδυτικές προτεραιότητες και με ποιους κανόνες θα εξασφαλιστεί η επωφελέστερη διαχείριση τους.

Για όλες τις απαραίτητες διεργασίες, όχι μόνον στην οικονομία αλλά και στα αλλά μέτωπα, όπως στην εκπαίδευση, στον πολιτισμό, στην υγεία, επιβάλλεται η άμεση συμμετοχή της κοινωνίας και ευρύτατες κοινωνικές διαβουλεύσεις. Όπως για παράδειγμα δείχνει ότι το έχει αντιληφτεί ο Νίκος Φίλης για την παιδεία.

Ένα άλλο αρνητικό παράδειγμα είναι ο τουρισμός: ενώ η Ελλάδα τροφοδοτεί παγκόσμιο τουριστικό ενδιαφέρον, εν τούτοις η τουριστική οικονομία στη χώρα μας παραμένει απολύτως ανοργάνωτη και χαοτική.

Ο πολιτιστικός τουρισμός είναι σε ακόμη χειρότερη αποδιοργάνωση και αυτό συμβαίνει στη χώρα που διαθέτει όλες τις προϋποθέσεις για να γίνει παγκόσμιο υπόδειγμα στον συγκεκριμένο τομέα.

Όμως, κοινωνικές διαβουλεύσεις, με φωτεινή εξαίρεση τις εξαγγελίες για την παιδεία, δεν φαίνονται ούτε καν στον ορίζοντα και επί του παρόντος η κοινωνία βρίσκεται καθηλωμένη στις κερκίδες σαν απλός θεατής.

Κρ.Π.: Το θέμα της ανθρωπιστικής κρίσης / προσφυγικό – μεταναστευτικό, είναι ένα φλέγον ζήτημα που δείχνει πόσο ανάγκη υπάρχει για την συνεννόηση των λαών της Ευρώπης και τη συνεργασία τους;  

Κ.Β.: Το προσφυγικό και μεταναστευτικό πρόβλημα είναι σήμερα τεράστιο και φυσικά δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με αστυνομικούς ελέγχους.

Ίσως αυτό το πρόβλημα να αποδεδειχθεί και ο καταλύτης για την αλλαγή κατεύθυνσης στην μέχρι σήμερα ευρωπαϊκή πολιτική της λιτότητας.

Η Ευρώπη χρειάζεται σήμερα επειγόντως τη μαζική δημιουργία νέων θέσεων εργασίας προκειμένου να απορροφήσει με επωφελή τρόπο τα ρεύματα των μεταναστών, αλλα φυσικά και δικών της ανέργων, των οποίων ο αριθμός δεν παύει να αυξάνεται ενόσω η Ευρώπη παραμένει σε λάθος δρόμο: στην πολιτική της λιτότητας, με συνέπεια την εκρηκτική και απαράδεκτη αύξηση της ανεργίας ακόμη και για τους Ευρωπαίους εργαζόμενους.

Κατά συνέπεια, το προσφυγικό ζήτημα έρχεται σήμερα σε κατευθείαν σύγκρουση με τις ισχύουσες στην Ευρώπη πολιτικές και απειλεί να τις ανατρέψει.

Κρ.Π.: Υπάρχει κάτι που πρέπει να αντιληφθούμε αλλά εθελοτυφλούμε;

Κ.Β.: Θα πρέπει να αντιληφτούμε ότι δραματικό πρόβλημα σήμερα δεν αντιμετωπίζει μόνον η χώρα μας, αλλά επίσης οι χώρες της υπόλοιπης ευρωπαϊκής περιφέρειας – Ισπανία, Πορτογαλία, Ιρλανδία, όπως επίσης και το ευρωπαϊκό οικοδόμημα στο σύνολο του, λόγω των νοσηρών και αδιεξοδικών γερμανικών επιλογών.

Η αγωνία του ελληνικού λαού δεν βρίσκεται στο περιθώριο της Ευρώπης, αλλά στο κέντρο της, λόγω του ότι από εκεί εκπέμπεται η σημερινή νοσηρότητα.

Οι Έλληνες το αντιλαμβάνονται αυτό και γι’ αυτό δεν γοητεύονται από την διεκδίκηση του εθνικού απομονωτισμού. Και ακόμη με το αίσθημα δικαιοσύνης, αντιλαμβάνονται επίσης ότι ο υπαίτιος για την κοινωνική και ανθρωπιστική καταστροφή στη χώρα μας θα πρέπει να αναλάβει και αυτός τις ευθύνες του και να αποζημιωσει επιτέλους τα θύματα των καταστροφικών επιλογών του.-


http://tvxs.gr/news/egrapsan-eipan/k-bergopoylos-i-koinonia-brisketai-kathilomeni-stis-kerkides-san-aplos-theatis

Costas Vergopoulos : L’Europe se révèle être la « tache noire » de l’économie mondiale

 

(στα ελληνικά)

[…] Ce que nous disions dès 2010 se vérifie actuellement de la manière la plus dramatique qui soit. L’Europe se révèle être la « tache noire » de l’économie mondiale, puisqu’elle est la seule qui, avec autant d’intransigeance, continue de proposer l’austérité en guise de politique face à la crise ! Il en résulte qu’elle ne lutte pas véritablement contre la crise. Au contraire, elle lui pave la voie. En revanche, les USA, le Japon, l’Angleterre, accordent la priorité à l’emploi, à la lutte contre le chômage qui est la clef, l’indicateur concernant l’état de l’économie […] Costas Vergopoulos, Professeur d’économie politique à l’Université Paris VII, parle à Crystalia Patouli, dans le cadre de l’Enquête sur la crise, à propos de la crise sociale en Grèce où 6,3 millions de Grecs sont en danger de pauvreté (3,8 millions) ou bien sous le seuil de pauvreté (2,5 millions) et où, en même temps, 1.300.000 de jeunes sont sans emploi.

Traduction du Grec : Cristine Cooreman

[…] Ce que nous disions dès 2010 se vérifie actuellement de la manière la plus dramatique qui soit. L’Europe se révèle être la « tache noire » de l’économie mondiale, puisqu’elle est la seule qui, avec autant d’intransigeance, continue de proposer l’austérité en guise de politique face à la crise ! Il en résulte qu’elle ne lutte pas véritablement contre la crise. Au contraire, elle lui pave la voie. Dans d’autres régions du monde, les choses ne se passent pas ainsi. Les USA, le Japon, l’Angleterre, par exemple, accordent la priorité à l’emploi, à la lutte contre le chômage qui est la clef, l’indicateur concernant l’état de l’économie.

La clef de la reprise consiste à assurer des emplois, fussent-ils temporaires, aux chômeurs. En Grèce, les chiffres du chômage flambent et, pour leur part, les politiciens au pouvoir n’estiment pas que cela est trop dramatique : ils les considèrent comme l’effet naturel du prétendu «assainissement» du secteur public qui, pour eux, représente la priorité absolue. […]

Cr.P. : Et, à propos de ce qui s’est produit en Grèce, avec la démission de Hollande, que diriez-vous ? Avant les élections, vous aviez dit qu’il était pour un programme contre l’austérité…

C.V. : Il n’a pas respecté les attentes qu’il avait créées, sans que l’on puisse dire qu’il les ait complètement abandonnées, pour autant. En effet, il chuchote encore qu’il est nécessaire de changer de politique et de la recadrer sur l’emploi. Mais, en ce moment, en Europe, l’Italien Renzi a pris les devants sur Hollande, il apparaît plus dynamique.

Et, la preuve que les européens peuvent adopter des décisions contraires à la volonté de l’Allemagne, c’est ce qui s’est produit à la Banque centrale européenne où, le 4 septembre dernier, tous les pays, y compris le Conseil de la Banque, ont approuvé la politique de son Président, M. Draghi, l’Allemagne étant la seule qui s’y opposait.

Ce n’est pas vrai que, en Europe, l’Allemagne peut faire ce qu’elle veut. Elle le fait tant que les autres la craignent et en acceptent la volonté sans y croire. S’ils osent s’opposer, l’Allemagne se retrouvera dans la minorité.

[…] Le gel des échanges commerciaux entre l’Europe et la Russie et les menaces dans le domaine de l’approvisionnement de l’Europe en gaz naturel russe aggravent, bien évidemment, le climat économique dans l’espace européen et alimente des perspectives encore plus sombres pour l’Europe qui devra réagir par un changement de politique et développer des initiatives de paix sur son côté est, de sorte à assurer l’avenir et à créer des perspectives dont la dynamique sera véritablement orientée vers la croissance et qui viseront véritablement la reprise.

[…] Il convient, en premier lieu, de stabiliser les économies, d’accélérer les rythmes de croissance et, ensuite, de réduire les déficits. Pas tant que l’économie sombre dans les rythmes négatifs dans toute l’Europe, Allemagne incluse !

[…] l’obstination avec laquelle l’Allemagne impose les réformes dites structurelles a créé un problème structurel insurmontable. Je tiens à répéter que nous nous n’avons cessé de relever ce problème au cours des cinq dernières années. Et, aujourd’hui, cela se vérifie. Et cela est étayé par la trajectoire différente des autres pays et régions du monde, tels les USA, l’Angleterre et le Japon.

Ainsi, ces pays n’accordent pas la priorité aux réformes dites structurelles mais bien à la reprise, à la lutte contre le chômage. Bien entendu, ils mettent en œuvre un programme de réformes, mais ils n’en font pas une priorité. C’est ce qui importe.

De plus en plus d’européens prennent actuellement conscience du problème structurel de la crise européenne qui devient plus clair. Bien que les politiciens soient les derniers à en prendre conscience. Les économistes, bien que l’on puisse les accuser de bien des choses, ont relevé ce problème depuis plusieurs années. De nos jours, les politiciens commencent à y voir, eux aussi, plus clair.

[…] De nos jours, il existe une perspective qui se dessine de plus en plus précisément : il faut changer de politique en Europe qui est actuellement arrivée, sans raison et par son propre choix, dans une impasse ! Et il ne s’agit pas uniquement de la Grèce et de l’Italie, voire, de la France. Il s’agit de la totalité de l’Europe, l’Allemagne incluse.

Toutes les autres régions du monde, les USA, la Chine, le Japon, les pays en développement, considèrent l’Europe comme un point noir qui entraîne l’économie mondiale vers le fond. C’est pourquoi elles exigent, ensemble, que la politique européenne actuelle change ! Les G7, G8, G20, tous se tournent vers l’Europe en exigeant : « Changez enfin de politique ! Ça ne va plus ! »

Depuis le 4 septembre, la Banque centrale européenne, elle-même, change rapidement de politique, suite aux propositions de son président, Mario Draghi. Les possibilités d’intervention dans le sens d’un changement de politique européenne vont croissantes tout comme la possibilité sérieuse de créer des alliances au sein de l’Europe, de sorte à ce que la construction européenne change de politique.

[…] Des gens se suicident, sont écrasés ! Les gouvernements, ont-ils jamais calculé le coût des effets dévastateurs en termes de pauvreté et d’épuisement, de morts et de suicides, de la politique actuelle ? Les gens de tous les jours ont besoin d’être soulagés dans l’immédiat, de respirer. Ils ne procèdent pas à des explorations d’ordre théorique quant à savoir quelle serait une véritable politique de gauche. Et, dans la conjoncture actuelle, cette question ne se pose pas. […]

  •  —

http://tvxs.gr/news/egrapsan-eipan/k-bergopoylos-i-eyropi-apobainei-i-mayri-kilida-tis-pagkosmias-oikonomias

 

 

 

«Η Ευρώπη αποβαίνει η μαύρη κηλίδα της παγκόσμιας οικονομίας»

07:35 | 26 Σεπ. 2014

[…] Αυτά που λέγαμε από το 2010 επαληθεύονται σήμερα με τον πιο δραματικό τρόπο. Η Ευρώπη αποβαίνει η «μαύρη κηλίδα» της παγκόσμιας οικονομίας, αφού είναι η μόνη που με τόση αδιαλλαξία προτάσσει την λιτότητα σαν πολιτική απέναντι στην κρίση! Με συνέπεια, να μην αντιμετωπίζει πραγματικά την κρίση, αλλά να της ανοίγει τον δρόμο. Αντιθέτως, η Αμερική, η Ιαπωνία, η Αγγλία, δίδουν προτεραιότητα στην απασχόληση, στην καταπολέμηση της ανεργίας, που είναι το κλειδί, ο δείκτης για την πορεία της οικονομίας […] Ο Κώστας Βεργόπουλος, καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο VIII του Παρισιού, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη, συμμετέχοντας στην Έρευνα για την κρίση, με αφορμή την περίφημη σταθερότητα της χώρας, όπου 6,3 εκ. Ελλήνων είναι, είτε σε κίνδυνο φτώχειας (3,8 εκ.), είτε κάτω από το όριο της φτώχειας (2,5 εκ.) και συγχρόνως 1.300.000 νέοι είναι στην ανεργία.

Κρ.Π.: Αν κάνετε μία αναδρομή από τότε που έγινε ορατή η κρίση μέχρι σήμερα, ποιο είναι εκείνο που δεν εννοούν οι κυβερνήσεις της Ελλάδας και της Ευρώπης, με αποτέλεσμα να χειροτερεύουν συνεχώς οι συνθήκες διαβίωσής μας;

Κ.Β.: Όταν ξεκινούσε αυτή η περίοδος το 2010, με τα μέτρα λιτότητας, από τότε πολλοί από εμάς το είχαμε καταγράψει ότι με τη λιτότητα τα πράγματα δεν διευκολύνονται, αλλά αντίθετα επιδεινώνονται και μάλιστα ανώφελα. Έκτοτε η λιτότητα εφαρμόστηκε και σε όλη την Ευρώπη, πράγμα που έκανε το πρόβλημα ακόμη πιο δύσκολο!

Διότι η κρίση δεν αντιμετωπίζεται με περιορισμό δαπανών, όπως συνιστούν και επιβάλλουν οι εγκέφαλοι του Βερολίνου, αλλά αντιθέτως σε παρόμοιες στιγμές χρειάζεται αύξηση των κρατικών δαπανών προς στήριξη της οικονομίας. Δεν είναι η ώρα για περιορισμό των ελλειμμάτων. Όσο τα ελλείμματα περιορίζονται, τόσο η οικονομία περιέρχεται σε βαθύτερη ύφεση.

Αυτά που λέγαμε από το 2010 επαληθεύονται σήμερα με τον πιο δραματικό τρόπο. Η Ευρώπη αποβαίνει η «μαύρη κηλίδα» της παγκόσμιας οικονομίας, αφού είναι η μόνη που με τόση αδιαλλαξία προτάσσει την λιτότητα σαν πολιτική απέναντι στην κρίση! Με συνέπεια, να μην αντιμετωπίζει πραγματικά την κρίση, αλλά να της ανοίγει τον δρόμο. Οι άλλες περιοχές του κόσμου δεν κάνουν αυτό. Αντιθέτως, η Αμερική, η Ιαπωνία, η Αγγλία, δίδουν προτεραιότητα στην απασχόληση, στην καταπολέμηση της ανεργίας, που είναι το κλειδί, ο δείκτης για την πορεία της οικονομίας.

Το κλειδί για την ανάκαμψη είναι η εξασφάλιση θέσεων εργασίας, έστω και προσωρινών, στους ανέργους. Στην Ελλάδα ο αριθμός των ανέργων έχει εκτιναχθεί και αυτό από τους κυβερνώντες δεν θεωρείται και τόσο δραματικό, γιατί αντιμετωπίζεται ως φυσιολογική συνέπεια της υποτιθέμενης «εξυγίανσης» του δημοσίου, την οποία προτάσσουν ως απόλυτη προτεραιότητα.

Ενώ, όσο το δημόσιο «εξυγιαίνεται», όσο συρρικνώνεται, ισοσκελίζεται, και μάλιστα βγαίνει και «πρωτογενές πλεόνασμα», τόσο οι επενδύσεις μειώνονται και τόσο αυξάνεται η δυσπιστία ακόμη και των ιδιωτών επενδυτών απέναντι στις προοπτικές της οικονομίας. Και βέβαια οι εργαζόμενοι την πληρώνουν πάντα, αφού όσο το δημόσιο «εξυγιαίνεται», τόσο η ανεργία δεν παύει να εκτινάσσεται.

Όσο η δημοσιονομική «εξυγίανση» προτάσσεται ως λύση για την απεμπλοκή από την ύφεση, τόσο αυτή βαθαίνει. Αυτό το έχουμε πει κατ’ επανάληψη και επαληθεύεται σήμερα.

Κρ.Π.: Γι’ αυτό που συνέβη στη Γαλλία με τον Ολάντ που παραιτήθηκε, τι θα λέγατε; Πριν εκλεγεί, είχατε πει ότι είναι υπέρ ενός προγράμματος κατά της λιτότητας…

Κ.Β.: Δεν τήρησε τις προσδοκίες που είχε αφήσει να δημιουργηθούν, αλλά δεν μπορούμε να πούμε και ότι τις έχει εγκαταλείψει τελείως, διότι ψελλίζει ακόμη την ανάγκη αλλαγής πολιτικής με επίκεντρο την απασχόληση. Όμως, αυτή τη στιγμή, στην Ευρώπη, προ του Ολάντ προηγείται ο Ιταλός Ρέντζι, που εμφανίζεται πιο μαχητικός.

Και απόδειξη ότι οι Ευρωπαίοι μπορούν να αποφασίσουν αντίθετα με την βούληση της Γερμανίας, είναι αυτό που συνέβη με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, όπου όλες οι χώρες μαζί στο Συμβούλιο της τράπεζας, ενέκριναν στις 4 Σεπτεμβρίου την πολιτική του προέδρου της Ντράγκι, με μοναδική αντίθεση της Γερμανίας.

Δεν είναι αλήθεια ότι στην Ευρώπη, η Γερμανία μπορεί να κάνει ό,τι θέλει. Κάνει ό,τι θέλει όσο οι υπόλοιποι την φοβούνται και αποδέχονται την βούληση της, χωρίς να την πιστεύουν. Αν τολμήσουν να αντιταχθούν, η Γερμανία θα βρεθεί σε μειοψηφία.

Κρ.Π.: Και σε ότι αφορά στα προβλήματα της Ευρώπης και της Αμερικής με τη Ρωσία;

Κ.Β.: Η διακοπή των εμπορικών σχέσεων της Ευρώπης με τη Ρωσία και οι απειλές στο ζήτημα της ενεργειακής τροφοδοσίας της Ευρώπης με το φυσικό αέριο της Ρωσίας επιδεινώνουν οπωσδήποτε το οικονομικό κλίμα στον ευρωπαϊκό χώρο και αυτό τροφοδοτεί ακόμη πιο σκοτεινές προοπτικές για την Ευρώπη, η οποία θα πρέπει να αντιδράσει με αλλαγή πολιτικής και να αναπτύξει φιλειρηνικές πρωτοβουλίες στην ανατολική της πλευρά, ώστε να εξασφαλιστεί για το μέλλον και επιπλέον να δημιουργήσει προοπτικές με πραγματικά αναπτυξιακή δυναμική και πραγματικά για την ανάκαμψη.

Η καταπολέμηση των δημοσίων ελλειμμάτων δεν χρειάζεται να εγκαταλειφθεί, αλλά επιβάλλεται να μετατεθεί για αργότερα. Τα δημόσια ελλείμματα δεν είναι καλό πράγμα αλλά δεν είναι η κατάλληλη στιγμή να καταπολεμηθούν στην σημερινή περίοδο ύφεσης.

Πρέπει πρώτα οι οικονομίες να σταθεροποιηθούν, να αυξηθούν οι ρυθμοί ανάπτυξης, και έπειτα θα μειωθούν τα ελλείμματα. Όχι ενόσω η οικονομία βρίσκεται σε αρνητικούς ρυθμούς σε ολόκληρη την Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένης και της Γερμανίας!

Κρ.Π.: Ακούσαμε π.χ. τον Τσίπρα να μιλά για δομική ευρωπαϊκή κρίση, κάτι που έχει αναφέρει ο ανθρωπολόγος Σωτήρης Δημητρίου ήδη από το 2010, στην Έρευνα για την κρίση.

Κ.Β.: Είναι πολύ σωστό, και έπρεπε από καιρό να έχει ήδη επισημανθεί. Η επιμονή με την οποία η Γερμανία επιβάλλει τις λεγόμενες δομικές μεταρρυθμίσεις, έχει δημιουργήσει ανυπέρβλητο δομικό πρόβλημα. Επαναλαμβάνω ότι έχουμε επισημάνει από πενταετίας αυτό το θέμα,. Και αυτό σήμερα επιβεβαιώνεται. Και επιβεβαιώνεται και από την διαφορετική πορεία των άλλων κρατών, όπως είπα, της Αμερικής, της Αγγλίας, της Ιαπωνίας.

Δηλαδή, αυτές οι χώρες δεν προτάσσουν τις συγκεκριμένες δομικές μεταρρυθμίσεις, αλλά προτάσσουν την ανάκαμψη, την καταπολέμηση της ανεργίας. Ακολουθούν βεβαίως πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων αλλά δεν το προτάσσουν. Αυτό έχει σημασία.

Το δομικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής κρίσης, όλο και περισσότεροι Ευρωπαίοι σήμερα το συνειδητοποιούν και γίνεται ξεκάθαρο. Μολονότι οι πολιτικοί είναι οι τελευταίοι σε αυτήν την συνειδητοποίηση. Οι οικονομολόγοι, αν και έχουν κατηγορηθεί για πολλά, έχουν επισημάνει αυτό το ζήτημα εδώ και πολλά χρόνια. Σήμερα αρχίζουν να το βλέπουν περισσότερο ξεκάθαρα και οι πολιτικοί.

Κρ.Π.: Και όταν μιλάμε για δομική κρίση, για να λυθούν τα προβλήματα πρέπει να αλλάξει δομικά και ο τρόπος της οικονομίας και της πολιτικής, άρα και του πολιτισμού, δηλαδή του τρόπου ζωής μας;

Κ.Β.: Πρώτα πρέπει να αλλάξουν οι προτεραιότητες. Να μην τίθεται ως πρώτος στόχος οι δομικές μεταρρυθμίσεις και μάλιστα με την έννοια της μείωσης των δημοσίων δαπανών και ειδικότερα των κοινωνικών δαπανών, δηλαδή εις βάρος των φτωχότερων και των ασθενέστερων κοινωνικά τάξεων. Αυτό είναι το μέγιστο λάθος. Δομικό λάθος, θα έλεγα! Διότι έτσι οι οικονομίες χάνουν τις ισορροπίες τους, αποσταθεροποιούνται και καταποντίζονται.

Ολόκληρη η ισορροπία του ευρωπαϊκού υποδείγματος, βασιζόταν μεταπολεμικά στο κοινωνικό κράτος! Όταν σήμερα αυτό ακριβώς πλήττεται κατά προτεραιότητα, επόμενο είναι ολόκληρη η οικονομία και η κοινωνία να τινάζονται στον αέρα! Αυτό λέγαμε από την αρχή της 5ετιας και αυτό σήμερα δικαιώνεται εκ των πραγμάτων.

Όταν μιλούν για διαθρωτικές μεταρρυθμίσεις οι πολιτικοί της Ευρώπης εννοούν να μειωθούν οι δαπάνες του δημοσίου, και επίσης να μειωθεί η εσωτερική κατανάλωση και να αυξηθούν οι εξαγωγές. Ωστόσο,  όταν αυτά υλοποιούνται, οι κοινωνίες καταβυθίζονται με επιτάχυνση.

Κρ.Π.: Στο εσωτερικό, τι θα λέγατε για το προγραμματικό συμβόλαιο του ΣΥΡΙΖΑ στην ομιλία του Αλέξη Τσίπρα στη ΔΕΘ;

Κ.Β.: Από τις κριτικές που εμφανίστηκαν γι’ αυτήν την ομιλία, η πρώτη ήταν για την ατελή κοστολόγηση του προγράμματός του. Το επιχείρημα αυτό προέρχεται κυρίως από την συντηρητική πλευρά, ωστόσο παραμένει ευάλωτο, στο μέτρο που η συντηρητική  κοστολόγηση λαμβάνει υπόψη της μόνο τους ήδη υπάρχοντες διαθέσιμους πόρους στη χώρα. Δεν υπολογίζει καθόλου τους πρόσθετους νέους πόρους που θα προκύψουν με την αποκατάσταση των ρυθμών της ανάπτυξης.

Η συντηρητική προσέγγιση παραμένει πάντα στατική, ενώ η προοδευτική είναι δυναμική. Η συντηρητική δεν λαμβάνει υπόψη της ότι με τις αλλαγές αυτές που επαγγέλλεται ο ΣΥΡΙΖΑ, θα πραγματοποιηθεί ραγδαία αύξηση του εισοδήματος και έτσι θα βρεθούν νέοι πρόσθετοι πόροι, ώστε το πρόβλημα της κοστολόγησης να τεθεί σε νέα βάση απείρως καλύτερη απ’ ότι σήμερα. Το πρόβλημα της ανάπτυξης επιβάλλει δυναμική προσέγγιση και όχι στατική.

Το περίεργο είναι ότι κυκλοφορεί μία κριτική από τα αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ, με κύριο επιχείρημα επίσης την «κοστολόγηση», δηλαδή το επιχείρημα της Δεξιάς, και μάλιστα με τον ίδιο στατικό τρόπο «Πού θα βρείτε τους πόρους;», για να καταλήξει, στην ίδια χιλιοειπωμένη, αλλά προ πολλού εξαντλημένη επωδό, ότι δηλαδή γι’ αυτό θα πρέπει η Ελλάδα να αποχωρήσει από την Ευρώπη και το ευρώ. Λες και αν βγούμε από την Ευρώπη και το ευρώ θα διαθέτει η χώρα πολύ περισσότερους πόρους από αυτούς που έχει σήμερα. Αυτό δεν είναι καθόλου βέβαιο και μάλιστα το ακριβώς αντίθετο είναι βέβαιο.

Με την έξοδο από την Ευρώπη, η χώρα θα διαθέτει αυτομάτως ασύγκριτα λιγότερους πόρους και δυνατότητες χρηματοδότησης, αλλά και κατά συνέπεια μειωμένες δυνατότητες δημιουργίας νέων πρόσθετων πόρων.

Επιπλέον, με ιδιαίτερη επιμονή οι ίδιοι συνιστούν να τεθεί από τώρα ο στόχος της εξόδου από την Ευρώπη και από το ευρώ, ή τουλάχιστον να υπάρχει από τώρα κάποιο «εναλλακτικό σχέδιο Β», όπως λένε ορισμένοι. Αλλά όσο με αφορά, δεν βλέπω πουθενά να υπάρχει σχέδιο B. Κανένας δεν το έχει παρουσιάσει από αυτούς που το διεκδικούν και το απαιτούν από τους άλλους!

Ουδείς μέχρι σήμερα έχει παρουσιάσει τέτοιο εναλλακτικό σχέδιο, που να λέει όχι μόνον ότι αποχωρούμε από την Ευρώπη, αλλά και ποια μέτρα, που η Ευρώπη μας απαγόρευε να λάβουμε, θα ληφθούν επιτέλους, προκειμένου να αυξηθούν οι διαθέσιμοι πόροι και δυνατότητες. Αυτό με κάνει να φοβάμαι, ότι με την ενδεχόμενη προτεραιότητα στην έξοδο από την Ευρώπη, η κατάσταση θα επιδεινωθεί στη χώρα μας ραγδαία και πολύ χειρότερα απ’ ότι είναι σήμερα.

Υπάρχει σήμερα μία προοπτική, η οποία όλο και περισσότερο αναδεικνύεται: να αλλάξει πολιτική η Ευρώπη, η οποία έχει περιέλθει σήμερα αναίτια και με δική της επιλογή σε αδιέξοδο! Και όχι μόνο για την Ελλάδα και Ιταλία, ακόμη και για την Γαλλία, αλλά και για ολόκληρη την Ευρώπη, της Γερμανίας συμπεριλαμβανομένης.

Όλες οι άλλες περιοχές του κόσμου, η Αμερική, η Κίνα, η Ιαπωνία, οι αναπτυσσόμενες χώρες, βλέπουν την Ευρώπη σαν βαρίδι, που σύρει όλη την παγκόσμια οικονομία προς το βυθό, και γι’ αυτό όλες μαζί απαιτούν να αλλάξει η σημερινή ευρωπαϊκή πολιτική! Οι G7, G8, G20, όλοι απευθύνονται προς την Ευρώπη και αξιώνουν: «Επιτέλους αλλάξτε πολιτική! Δεν πάει άλλο!»

Η ίδια η Κεντρική Τράπεζα της Ευρώπης αλλάζει ραγδαία πολιτική, ήδη από τις 4 Σεπτεμβρίου, με τις προτάσεις του προέδρου της Μάριο Ντράγκι. Υπάρχει αύξουσα δυνατότητα παρέμβασης για αλλαγή της ευρωπαϊκής πολιτικής και σοβαρή δυνατότητα για συμμαχίες μέσα στην Ευρώπη, ώστε να αλλάξει πολιτική το ευρωπαϊκό οικοδόμημα.

Ο κυριότερος λόγος για την αναγκαία αλλαγή, δεν είναι καν ότι τα θύματα νικούν, αλλά ότι νικά το βαθύ αδιέξοδο στο οποίο έχει εμπλακεί κυρίως η γερμανική πολιτική, με ανυπολόγιστο κόστος, ακόμη και για τους εμπνευστές της.

Από αυτή την πλευρά, ο ΣΥΡΙΖΑ κατακτά βαθμιαία μία κοινωνική εμπιστοσύνη. Γίνεται δεκτός ως φορέας μίας διαφορετικής προσέγγισης στα προβλήματα, στον δημόσιο και ευρωπαϊκό διάλογο, τόσο στην Ελλάδα, όσο και ακόμη περισσότερο διεθνώς. Δεν θα κινδύνευε η Ελλάδα να απομονωθεί με κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ.

Παρατηρώ επίσης ότι η τελευταία ομιλία, και γενικά οι πρόσφατες παρουσίες του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ, βρίσκουν μεγάλη απήχηση, πολύ μεγαλύτερη απ’ ότι θα περίμενε κανείς, και στην Ελλάδα και ακόμα πιο πολύ διεθνώς, όπου προεξοφλείται ήδη ως εν αναμονή πρωθυπουργός.

Στην ίδια την Ελλάδα συνειδητοποιείται ότι όλο και περισσότερο αυξάνεται αυτή η πιθανότητα, έστω και αν αυτό δεν εκφράζεται δημοσκοπικά. Η διαφορά ανάμεσα στα δυο πρώτα κόμματα συνεχίζει να διευρύνεται υπέρ του πρώτου και εις βάρος του δεύτερου.

Μια δεύτερη κριτική είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ περιορίζεται σε  πολιτική ανακούφισης των θυμάτων της τελευταίας πενταετίας, αλλά αυτό δεν συνιστά «αριστερή πολιτική». Αυτό κι είναι από τα άγραφα! Τα εκατομμύρια θύματα της κρίσης, δεν ενδιαφέρονται για το πόσο αριστερή είναι η πολιτική που τα ανακουφίζει. Το πιο επείγον είναι σήμερα η ανακούφισή τους και γενικό είναι το συναίσθημα ότι «δεν πάει άλλο», ότι υπάρχει άμεσο πρόβλημα επιβίωσης.

Κρ.Π.: Και όπως μαθαίνουμε η Ελλάδα είναι το μοναδικό κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης που δεν έχει υλοποιήσει το μέτρο του ελαχίστου εγγυημένου εισοδήματος, ενώ 6,3 εκ. Ελλήνων είναι, είτε σε κίνδυνο φτώχειας (3,8 εκ.), είτε κάτω από το όριο της φτώχειας (2,5 εκ.) και συγχρόνως 1.300.000 νέοι είναι στην ανεργία. Και σε αυτό το κλίμα, διάφοροι κυβερνητικοί παράγοντες συνεχώς επικαλούνται την… σταθερότητα και κατηγορούν την αντιπολίτευση ότι την υποσκάπτει… 

Κ.Β.: Άνθρωποι αυτοκτονούν, συντρίβονται! Υπολόγισαν ποτέ οι κυβερνώντες το κόστος από τις σαρωτικές συνέπειες σε ανθρώπινη φτώχεια και εξουθένωση, θανάτους και αυτοκτονίες, της σημερινής πολιτικής; Οι απλοί άνθρωποι χρειάζονται άμεση ανακούφιση, στοιχειώδη αναπνοή. Δεν έχουν θεωρητικές αναζητήσεις σχετικά με το ποια είναι η πραγματικά αριστερή πολιτική. Και στη συγκεκριμένη συγκύρια, αυτό το ζήτημα είναι ανύπαρκτο.

Η πρόταξη των ιδεολογικών θεμάτων αντί των πρακτικών και συγκεκριμένων έχει συρρικνώσει κάθε κοινωνική αξιοπιστία, ιδίως μετά το 2012, για τις οργανώσεις και οργανωσούλες που δεν λαμβάνουν υπόψη τους τις ανάγκες της καθημερινότητας στην σημερινή ελληνική κοινωνία. Αυτή την στιγμή, για την πολιτική που σώζει την χώρα από τον κατήφορο δεν υπάρχει πρόβλημα ονοματολογίας, αλλά πρόβλημα ουσίας.

Και είναι αριστερή πολιτική η άμεση ανακούφιση των θυμάτων! Τελεία και παύλα. Και αυτό εξηγεί αυτή τη στιγμή και την ανοδική απήχηση που βρίσκει ο ΣΥΡΙΖΑ με τις συγκεκριμένες προτάσεις του. H ενίσχυση των κοινωνικά αδύναμων δεν είναι μόνον ζήτημα κοινωνικό, αλλά ταυτόχρονα και εξόχως οικονομικό, αφού με αυτόν τον τρόπο και μόνον με αυτόν, η οικονομία επανεκκινεί.

Σε κάθε περίπτωση, αυτά που η συντηρητική πλευρά κατανοεί ως «παροχολογίες», στην πραγματικότητα δεν είναι παρά οι ελάχιστες προϋποθέσεις για την επανεκκίνηση της οικονομίας.

Κρ.Π.: Ένα παράδειγμα για τις νέες πηγές εσόδων που μπορούν να προκύψουν με αλλαγή πολιτικής όπως την εννοεί ο ΣΥΡΙΖΑ, μπορείτε να δώσετε;

Κ.Β.: Καταρχάς η Ευρωπαϊκή Τράπεζα προσφέρει εκατοντάδες δισεκατομμύρια για να αποτραπεί ο αποπληθωρισμός και να εξέλθει η Ευρώπη από την ύφεση. Η Ελλάδα επειδή καταγράφει τη μεγαλύτερη ανθρωπιστική καταστροφή σε όλη την Ευρώπη, δικαιούται να ζητήσει και το μεγαλύτερο μερίδιο αναλογικά με τις άλλες χώρες. Με τις αυξήσεις στα εισοδήματα θα ξυπνήσει η αγορά, που σήμερα έχει καταρρεύσει, θα κινηθούν οι επιχειρήσεις, θα προληφθούν οι άνεργοι και το εθνικό εισόδημα θα αυξηθεί.

Τους πόρους που σήμερα δεν διαθέτουμε και μάλιστα λόγω της λιτότητας και της απώλειας εθνικού εισοδήματος κατά 25%, θα τους έχουμε πολύ σύντομα, με την επανεκκίνησης της οικονομίας.

Έτσι κι αλλιώς, στην ιστορία του καπιταλισμού, καμία οικονομική δραστηριότητα δεν ενεργοποιήθηκε ποτέ, χωρίς «προκαταβολές». Την ανάγκη των προκαταβολών έχουν επισημάνει όλοι οι μεγάλοι πατέρες της οικονομικής επιστήμης, από τον Φρανσουά Κενέ μέχρι τον Άνταμ Σμιθ, τον Ντέηβιντ Ρικάρντο και τον Καρλ Μαρξ.

Εάν το εθνικό εισόδημα αρχίσει να αυξάνεται με 2-3% θα έχουμε αμέσως δεκάδες δισεκατομμυρίων επιπλέον πόρους, για να επιταχύνουμε τον ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας. Το μέγιστο μέρος της ανάπτυξης, πρέπει να γίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση προς την εσωτερική αγορά, και όχι προς το εξωτερικό. Διότι η Ελλάδα εξάγει στο εξωτερικό μόνον το ένα πέμπτο του εθνικού της προϊόντος. Τα τέσσερα πέμπτα καταναλώνονται στο εσωτερικό.

Όσο συνεχίζουν να υπερφορολογούνται τα εισοδήματα και να καταρρέει η αγορά, καταρρέουν επίσης και οι επιχειρήσεις που παράγουν για την εσωτερική αγορά. Προϋπόθεση για την επανεκκίνηση είναι η τόνωση των εισοδημάτων ώστε να ξυπνήσει η αγορά για να μπορέσουν να επανενεργοποιηθούν οι επιχειρήσεις και οι θέσεις απασχόλησης.

Κρ.Π.: Δεν θα έπρεπε να αξιοποιηθεί και η κρατική περιουσία, π.χ. άδεια κτίρια, ή ανεκμετάλλευτα κομμάτια γης, όπως έκαναν με τους πρόσφυγες από την Σμύρνη, κάποτε, κλπ.; 

Κ.Β.: Ε, ναι, όμως αυτό υποστηρίζει και ο ΣΥΡΙΖΑ. Υπάρχουν πόροι στην Ελλάδα οι οποίοι δεν αξιοποιούνται, υπολειτουργούν. Το κυριότερο πρόβλημα της Ελλάδας σήμερα είναι όχι τόσο το έλλειμμα επενδύσεων, όσο κυρίως η υπολειτουργία τους.

Υπάρχουν ήδη εγκατεστημένες επενδύσεις, μηχανήματα, εξοπλισμοί, που δεν λειτουργούν στο 100% της ικανότητός τους, αλλά στο 60% η και 50%, αφού απουσιάζει η επαρκής ζήτηση. Και ίσως δεν χρειάζονται καν νέες επενδύσεις. Με τις ήδη πραγματοποιημένες, μπορεί να υπάρξει απείρως καλύτερο αποτέλεσμα, αρκεί να τονωθεί η ζήτηση η οποία σήμερα εκ των άνω υπονομεύεται και αποβαίνει όλο και περισσότερο ανεπαρκής!

Κρ.Π.: Τι θα μπορούσε πιστεύετε να κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ, το οποίο δεν το κάνει; 

Κ.Β.: Αυτό που θα μπορούσε να κάνει, και νομίζω το προσπαθεί σήμερα, είναι να απευθυνθεί απευθείας στην κοινωνία. Γιατί δεν έχω την εντύπωση ότι έχει υλοποιηθεί η τόσο αναγκαία σύνδεση με την κοινωνία όσο θα έπρεπε και θα μπορούσε να έχει γίνει.

Αυτά τα δύο νέα στοιχεία, α) η απήχηση των συγκεκριμένων προτάσεων και β) η κοινωνική αφύπνιση, μοιάζουν να είναι ακόμη δύο ξεχωριστά πράγματα, ενώ θα έπρεπε να έλθουν σε επαφή, να συντονιστούν και στην πορεία να ταυτισθούν. Αυτό φυσικά δεν συμβαίνει μέχρι σήμερα, όμως αυτή είναι η απαράκαμπτη προϋπόθεση για την επιτυχία ενός προγράμματος αλλαγής στη χώρα μας.

Το γεγονός αυτό, κάνει τον κόσμο να τηρεί ακόμα κάποια επιφύλαξη και απόσταση και γι’ αυτό δεν ανεβαίνουν ακόμα περισσότερο τα ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά οφείλει και μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να μετατρέψει την απλή συμπάθεια και ανοχή της κοινωνίας, σε εμπιστοσύνη και θετική υποστήριξη!

Κρ.Π.: Τι έχετε να πείτε γι’ αυτό που απάντησε, σε σχετική ερώτηση των ευρωβουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ, ο Επίτροπος Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων της ΕΕ, Γ. Κατάϊνεν, ότι οι Έλληνες δεν δικαιούνται δημοκρατικών και κοινωνικών δικαιωμάτων και πως στην Ελλάδα και γενικά στις χώρες του Μνημονίου δεν ισχύει ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και το Δίκαιο της ΕΕ;  

Κ.Β. Έχω να πω ότι τα δικαιώματα των Ελλήνων εργαζομένων είναι κατοχυρωμένα από τις διεθνείς συμβάσεις ένταξης της χώρας στην ΕΕ και ο νεαρός και άπειρος Φιλανδός Επίτροπος δεν νομιμοποιείται καν να έχει διαφορετική γνώμη.

Τα δικαιώματα είναι ζήτημα των Συνθηκών και όχι της προσωπικής γνώμης του κάθε Επιτρόπου. Και όταν στην Ελλάδα αυτά παραβιάζονται, δικαιούται η κυβέρνηση να προσφύγει, ακόμη και οι απλοί εργαζόμενοι, στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για να αξιώσει την τήρηση των Συνθηκών και την τιμωρία όσων τα παραβιάζουν και όσων καλύπτουν τις παραβιάσεις με αυθαίρετες δήθεν «ερμηνείες». Δεν θα είναι η πρώτη φορά που το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο καταδικάζει την μη τήρηση των κατοχυρωμένων δικαιωμάτων των εργαζομένων.

Αλλά και πριν από την ευρωπαϊκή δικαιοσύνη, υπάρχει η εθνική. Στην Πορτογαλία, το Συμβούλιο της Επικρατείας ακύρωσε τις περισσότερες πράξεις νομοθετικού περιεχομένου που είχαν αποδοθεί στην τήρηση του Μνημονίου. Ομοίως, σε κάποια μικρότερη κλίμακα, και στη χώρα μας, το ΣτΕ έχει ακυρώσει κάποιες πράξεις που παραβιάζουν τα δικαιώματα της εργασίας.

Όμως και πέρα από τις Συνθήκες, τα Δικαστήρια και την νομολογία, υπάρχει η ουσία και αυτή είναι ότι τα ανθρώπινα και κοινωνικά δικαιώματα δεν αποτελούν αντικείμενο καμιάς απολύτως διαπραγμάτευσης, αφού μάλιστα έχουν κηρυχτεί οικουμενικής ισχύος.

Δεν υπάρχουν χώρες ούτε πολίτες δεύτερης κατηγορίας, ανάλογα με την ικανότητα αποπληρωμής των οφειλών τους. Αυτή η διάκριση έχει καταργηθεί οριστικά από τον Σόλωνα στην αρχαία Αθήνα τον 6ο π.Χ. αιώνα. Στην Δημοκρατία, όλοι οι πολίτες έχουν ισότητα δικαιωμάτων, είτε είναι δανειστές είτε οφειλέτες, είτε φερέγγυοι είτε αφερέγγυοι.

Και σήμερα, ο οφειλέτης δεν χάνει τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα του, αλλά αντίθετα προστατεύεται, ώστε να μπορέσει να εξέλθει από την δυσμενή οικονομική του κατάσταση. Οι δανειστές έχουν κάθε συμφέρον να βοηθούν τον οφειλέτη, να του εξασφαλίζουν εργασία και εισόδημα, αφού μόνον έτσι εξασφαλίζονται και οι ίδιοι. Ενώ αντίθετα, η συρρίκνωση των δικαιωμάτων του οφειλέτη, η υποβαθμισή του σε πολίτη δεύτερης κατηγορίας, δεν ωφελεί ούτε τους δανειστές του.-

(en français)

Κώστας Βεργόπουλος: Οι Αγανακτισμένοι κατέβασαν την πολιτική στην κοινωνία

07:17 | 03 Ιουλ. 2014
Κρυσταλία Πατούλη
————————————–

Οπωσδήποτε οι Αγανακτισμένοι έφεραν ένα κοσμοϊστορικό αποτέλεσμα. Αφ’ ενός επέσπευσαν την κατάρρευση κοινωνικής αξιοπιστίας του δικομματικού πολιτικού συστήματος και αφ’ετερου μετατόπισαν την αμφισβήτηση από το πολιτικό πεδίο στο κοινωνικό. Έβγαλαν την κοινωνική αμφισβήτηση από το μονοπώλιο των αριστερών πολιτικών κομμάτων, τη μετέτρεψαν σε ευρύτερο κοινωνικό διακύβευμα, και κατέβασαν την πολιτική στην κοινωνία…» Ο Κώστας Βεργόπουλος, καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο VIII του Παρισιού, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη με αφορμή την επέτειο της εξέγερσης των Αγανακτισμένων στην Ελλάδα, συμμετέχοντας στην Έρευνα για τις αιτίες και τις λύσεις της κρίσης.

«…Οπωσδήποτε επίσης, ανέδειξαν το ότι δεν προωθούν τα κόμματα τις κοινωνικές διεργασίες, αλλά το αντίθετο: τα κόμματα προσπαθούν να επωφεληθούν απο τις κοινωνικές διεργασίες που βρίσκονται σε εξέλιξη. Δεν «γέννησαν» αυτές για παράδειγμα την ΧΑ -όπως λέγεται από κάποιους- αλλά η τελευταία επωφελήθηκε από τις αδυναμίες των άλλων πολιτικών χώρων να συμβαδίσουν με την αυξανόμενη κοινωνική αμφισβήτηση και να αντλήσουν οφέλη απ’ αυτήν.

Μεχρι το 2011, η άρχουσα τάξη ενοχοποιούσε με επιτυχία τις αρχόμενες τάξεις για τις δικές της αστοχίες. Οι θύτες ενοχοποιούσαν τα θυματά τους.

Όμως έκτοτε, έχει αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση και τα θύματα απελευθερώνονται απο την κυρίαρχη ιδεολογία, συνειδητοποιούν ότι δεν ευθύνονται αυτά για τις επιλογές των κυβερνώντων, ότι έχουν δικαιώματα που δεν μπορούν να πετιούνται στα άχρηστα, με κανένα απολύτως πρόσχημα.

Παρόμοιες συνθήκες με τις ελληνικές και με την επιχείρηση της άρχουσας τάξης να επιρρίψει το κόστος της αποτυχίας της στις αρχόμενες τάξεις, δημιούργησαν και το φαινόμενο των Podemos στην Ισπανία.

Με την διαφορά ότι στην Ελλάδα, ο Σύριζα έχει φροντίσει από την αρχή της προηγούμενης δεκαετίας να συμπεριλάβει στους κόλπους του μεγάλο μέρος απο τα κοινωνικά κινήματα της νέας αμφισβήτησης, ενώ στην Ισπανία αυτά παραμένουν ακόμη εκτός της Ενωμένης Αριστεράς, παρ’όλο που συνεργάζονται θεματικά με αυτήν και έχουν ζητήσει πρόσφατα να ενταχθούν στην αυτή κοινοβουλευτική ομάδα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Σήμερα, φαίνεται οτι η ευρωπαϊκη Αριστερά αποτελεί μέρος του προβλήματος και όχι της λύσης του, σε αντίθεση με την ελληνική περίπτωση, που εν μέρει ξεπερνά τις ευρωπαϊκές αδυναμίες.

Το ζήτημα εντοπίζεται στο πόσο επιφυλακτική ή όχι είναι η Αριστερά έναντι των κοινωνικών κινημάτων. Όταν αυτά προβάλλουν την ανάγκη «σωτηρίας της χώρας» και η Αριστερά αντιπροβάλλει την δική της ανάγκη για ενότητα «όλων των αριστερών δυνάμεων», τότε είναι προφανές ότι δεν ομιλούν όλοι την ίδια γλώσσα.

Σε αυτή την περίπτωση, δεν είναι πρόβλημα προγράμματος, αλλά διαπιστώνεται έλλειμμα κατανόησης των πολιτικών σχηματισμών έναντι των νέων κοινωνικών αιτημάτων.

Το έλλειμμα «προγράμματος» της Αριστεράς δεν είναι τόσο καθοριστικό, όσο το άνοιγμα προς την κοινωνία, προς τις θεμιτές και νόμιμες προσδοκίες της, η ανοικτή γραμμή μόνιμης επικοινωνίας και ανταλλαγών με αυτήν. Η από κοινού αναδιαμόρφωση των προϋποθέσεων της επιτυχίας.

Η κοινωνία δεν διακρίνεται ανάμεσα σε «συνειδητοποιημένους» πολίτες πρώτης κατηγορίας και «ασυνειδητοποίητους» δεύτερης, με το αξίωμα ότι οι πρώτοι έχουν αποστολή να «καθοδηγούν» τους δεύτερους. Οι πολίτες δεν έχουν καμιά υποχρέωση να είναι μαρξιστές ούτε αριστεροί. Η κοινωνία δεν έχει υποχρέωση να μελετά τον μαρξισμό, αλλά ο μαρξισμός την κοινωνία.

Στην πραγματικότητα, οι απλοί άνθρωποι δημιουργούν ιστορικές καταστάσεις, συχνά απροσδόκητες, που οι «συνειδητοποιημένοι» οφείλουν να λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τους, αντί να προσπαθούν να τις εντάξουν στην δική τους κατανοητικότητα ή να τις απορρίψουν εκτός αυτής.

Το κίνημα των αγανακτισμένων ξεκίνησε από την Ισπανία στις 15 Μάη του 2011 με καταλήψεις των πλατειών και ακολούθησε πολύ σύντομα στην Ελλάδα.

Παρόμοια φαινόμενα επεκτάθηκαν και σε άλλες χώρες της Ευρώπης, ακόμη και στις ΗΠΑ, όπως το Occupy Wall Street.

Ένα νέο κοινωνικό και πολιτικό σκηνικό έχει αρχίσει να διαμορφώνεται με τα κινήματα κατά της παγκοσμιοποίησης και τα Φόρα των κοινωνικών κινημάτων, από την εποχή του Σηάτλ και του Πόρτο Αλέγκρε.

Κάποιοι πιστεύουν ότι αυτά δεν οδηγούν πουθενά και ότι έχουν πλέον ξεφουσκώσει. Εξ αρχής συνάντησαν κάποια δυσπιστία από πλευράς και των παραδοσιακών κομμάτων της Αριστεράς, στο μέτρο που στις συνελεύσεις των αγανακτισμένων μετείχαν άνθρωποι «παντός είδους» και οπωσδήποτε υπήρχε πολλές φορές κάποιο γενικό «μπάχαλο»: χωρίς οργάνωση, χωρίς στελέχωση και ιεραρχία, χωρίς συγκεκριμένη ιδεολογία και φυσικά χωρίς ολοκληρωμένο πρόγραμμα.

Συνελεύσεις ανοιχτές σε όλους τους ανέμους και εκτός ελέγχου. Πως να μην ανησυχήσουν αυτοί που φιλοδοξούν να ελέγχουν τα πάντα; Ωστόσο, η εμπειρία από το ιστορικό παρελθόν δείχνει ότι σε κάθε φάση ιστορικής επιτάχυνσης παρατηρούνται αυτά ακριβώς τα φαινόμενα.

Οι συνελεύσεις παρόμοιου τύπου αποτέλεσαν πράξεις αυθόρμητης αντίστασης της κοινωνίας στην τρέχουσα ολομέτωπη και χωρίς όρια επίθεση της ολιγαρχίας του μεγάλου χρήματος. Η κοινωνία εναντίον της ολιγαρχίας.


Η άνοδος των κινημάτων συνδέθηκε με την επιταχυνόμενη αναξιοπιστία, αποδόμηση και κατάρρευση των πολιτικών συστημάτων.

Τα δικομματικά συστήματα, που εγκαινιάστηκαν με την Μεταπολίτευση στην Ελλάδα από το 1974 και στην Ισπανία από το 1978, σήμερα έχουν καταπέσει.

Στη θέση τους δεν αναδύονται εναλλακτικές διορθωτικές μορφές, αλλά τα κινήματα αναδεικνύουν νέα κοινωνικά αιτήματα.


Εξ αρχής, τα νέα κινήματα αποφεύγουν τον «οργανωτικισμό», τον «οικονομισμό» και τον «ταξισμό» της παραδοσιακής Αριστεράς, προβάλλουν την έννοια της «λαϊκής ενότητας» προς αντιμετώπιση της νεοφιλελεύθερης εφόδου: «πραγματική δημοκρατία» και «κοινωνική δικαιοσύνη» για όλους τους πολίτες.

Υπερβαίνουν το οικονομικό αδιέξοδο αποδίδοντας έμφαση στην «ταπείνωση» που υφίσταται σήμερα ο πολίτης και στην ανάγκη του για στοιχειώδη «ανθρώπινη αξιοπρέπεια».

Όταν οι καθαρίστριες απολύονται, αυτό δεν συνιστά μόνον «ταξικό» πρόβλημα, αλλά ταυτόχρονα και ευρύτερο πρόβλημα του συνόλου της κοινωνίας.

Αποτέλεσμα της νέας πνοής είναι η άνθιση λαϊκών συνελεύσεων αλληλεγγύης στις συνοικίες της πρωτεύουσας και στις επαρχίες, με πρωτοβουλία και συμμετοχή των απλών πολιτών, ανεξάρτητα από ιδεολογίες και κομματικές προτιμήσεις.


Κάποιοι εφεκτικοί, δύσπιστοι και αμετάπειστοι, οι ίδιοι πάντα, προεξοφλούν ότι αυτού του τύπου τα κινήματα έχουν πλέον εξαντλήσει τα όρια τους, επικαλούμενοι γι’ αυτό την έλλειψη οργάνωσης, ιδεολογίας, προγράμματος.

Ωστόσο, φαίνεται ότι ο κύκλος τους, αντί να κλείνει, ανοίγει και διευρύνεται, αν κρίνουμε από την πρόσφατη και δριμύτερη επανεμφάνιση τους στην Ισπανία με το κίνημα των Podemos.

Όσο ο πολιτικός χώρος σύρεται στα ερείπια και κατοικείται από φαντάσματα του παρελθόντος, είτε οργανώσεις είτε ιδεολογίες, το έδαφος θα είναι γόνιμο για να αναπτύσσονται παρόμοια κινήματα που θα διεκδικούν την «επανίδρυση» της κοινωνίας σε νέες βάσεις.


Παράλληλα, όσο τα κινήματα αυτά επανέρχονται στο προσκήνιο, τόσο περισσότερες ασάφειες θα προσδιορίζονται.

Εκτός από το ζήτημα της «πραγματικής δημοκρατίας», που παραμένει φυσικά καίριο, στην Ισπανία οι Podemos διεκδικούν την συγκρότηση «νέας κοινωνικής συμμαχίας» με στόχο την ενίσχυση των «οινωνικών δικαιωμάτων» των πολιτών και την προάσπιση των δημοσίων υπηρεσιών, των δημοσίων και κοινωνικών αγαθών.

Το μέσο προς επίτευξη των στόχων είναι η κινητοποίηση της κοινωνίας «από τα κάτω», οι «ρήξεις» με το μέχρι σήμερα ισχύον σύστημα και οπωσδήποτε πάντα υπο την σημαία της «κοινωνικής δικαιοσύνης».

Με την επιμονή τους στην αντιπαράθεση ανάμεσα στην «λαϊκή ενότητα» και στην «ολιγαρχία», τα κινήματα δείχνουν ότι εμπνέονται απο τα ριζοσπαστικά κινήματα της Λατινικής Αμερικής, είτε του παρελθόντος, είτε του παρόντος, όπως στην Βενεζουέλα, την Βολιβία, τον Ισημερινό.


Ωστόσο, εξ’ αιτίας αυτού, εκτίθενται στο στίγμα του «λαϊκισμού», τόσο απο την συντηρητική όσο και από την αριστερή πλευρά.

Ο Περονισμός δεν ήταν η παράταξη του «λαϊκισμού» και της «δικαιοσύνης»; Παρόμοια δεν ήταν και αυτή του Ούγκο Τσάβες; Του Έβο Μοράλες; Του Ραφαέλ Κορρέα; Όμως ίσως η οξυμένη κοινωνική πόλωση στην εποχή της νεοφιλελεύθερης επίθεσης να ευθύνεται για την εγκατάσταση στην Ευρώπη κοινωνικού πεδίου λατινο-αμερικάνικου τύπου.

Το γεγονός είναι ότι οι εκκλήσεις για κοινωνική και λαϊκή ενότητα, για αντίσταση ενάντια στην ολιγαρχία, βρίσκουν σήμερα αύξουσα απήχηση στην πράξη, ενώ οι θεωρητικές ενστάσεις και αντιρρήσεις αποβαίνουν όλο και λιγότερο κατανοητές από τις κοινωνικές πλειοψηφίες.

Άλλωστε, είναι επίσης γεγονός πως όποια μορφή κινητοποιήσεων κατορθώνει να αποσπά υποστήριξη από πολλές πλευρές της κοινωνίας τίθεται αμέσως υπό την κατηγορία ότι είναι «πολυσυλλεκτική» και κατά συνέπεια «λαϊκίστικη».

Όμως, είναι επίσης γεγονός ότι οι ρήξεις με το παρελθόν, τα μεγάλα και ιστορικά βήματα κοινωνικής προόδου έχουν πάντοτε πραγματοποιηθεί με ευρύτερες κοινωνικές και δημοκρατικές συμμαχίες και όχι από ένα μόνον τμήμα της.

Και στην Ελλάδα, όσο ο Σύριζα αποκτά ευρύτερη απήχηση, τόσο περισσότερο εκτίθεται και αυτός στην ανησυχία του «λαϊκισμού».

Εάν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε το συμπέρασμα θα είναι όχι μόνον πως η ευρύτερη απήχηση προϋποθέτει τον «λαϊκισμό», αλλά και το αντίστροφο: ότι ο «λαϊκισμός» συνδέεται με την ευρύτερη απήχηση και επιτυχία. Ίσως αληθεύει η ρήση ότι ο αντιλαϊκισμός δεν είναι παρά η ανώτερη μορφή του λαϊκισμού.

Ο πρόσφατα εκλιπών Αργεντίνος μελετητής Ερνέστο Λακλάου, ενώ είχε ξεκινήσει ως απαιτητικός κριτικός του λαϊκισμού στη χώρα του, είχε καταλήξει στη συνέχεια σε αυτό το συμπέρασμα.

Και στην εποχή μας, όσο οι χώρες καταποντίζονται και απειλούνται με αφανισμό, αυτό θα συνεπάγεται ότι μοιραία και αναπόφευκτα θα τις στοιχειώνει το σύγχρονο φάντασμα της «πολυσυλλεκτικής δράσης».

Το πρόβλημα με τις πλατείες και τους αγανακτισμένους δεν είναι πίσω μας, αλλά μπροστά μας. Με την αφύπνιση τους, κλείνει και ο κύκλος της «φωτισμένης», αλλά «λαοφοβικής» Αριστεράς.

Κι αν ισχύει η ρήση του Ζιζέκ ότι σήμερα η Αριστερά αποτελεί την έσχατη ελπίδα της αστικής κοινωνίας, περισσότερη σημασία έχει το ουσιαστικό «κοινωνία», παρά το επίθετο «αστική».

Όταν η αστική τάξη φθάνει σε τέτοιο βαθμό εκφυλισμού, ώστε να υπονομεύει μόνη της τα θεμέλια της κοινωνίας από την οποία αναδεικνύεται η ίδια ως άρχουσα, τότε πράγματι οι αρχόμενες ταξεις αναλαμβάνουν το έργο της διάσωσης της κοινωνίας, της μεταρρύθμισης και προσαρμογής της στα νέα δεδομένα.

Και φυσικά, δεν θα είναι σήμερα η πρώτη φορά στην ιστορία που οι κοινωνίες διασώζονται από τα κάτω, παρά την αυτοκαταστροφική εμμονή και το αδιέξοδο των από τα επάνω. Αυτό είναι το μήνυμα που εκπέμπουν οι πλατείες και οι αγανακτισμένοι σε αναζήτηση πολιτικού αποδέκτη.-»

Κ. Βεργόπουλος: Η «χαμένη γενιά» θα νικήσει!

07:48 | 13 Ιουν. 2014

[…] οι αλαζονικά θεωρούμενοι και αυτοανακηρυγμένοι νικητές θα είναι οι πραγματικοί ηττημένοι! Κι αυτούς που σήμερα τους λένε χαμένους και ηττημένους, αυτοί θα είναι οι νικητές, σύμφωνα με όλα τα διδάγματα και εμπειρίες από την ιστορία όλων των εποχών! Η κοινωνία που προεξοφλεί ότι η νέα γενιά της είναι η χαμένη, η ίδια χάνεται! Διότι εάν η νέα γενιά είναι σήμερα χαμένη, περισσότερο και πριν από αυτήν χαμένη είναι η κοινωνία που την θυσιάζει […] Ο Κώστας Βεργόπουλος, καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο VIII του Παρισιού, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη με αφορμή τα αποτελέσματα των Ευρωεκλογών αλλά και του βιβλίου «Το μαύρο και το κόκκινο. ‘Η χαμένη γενιά’» (Εκδόσεις Λιβάνη), συμμετέχοντας στην Έρευνα για τις αιτίες και τις λύσεις της κρίσης.

Κρ.Π.: Σχετικά με τα αποτελέσματα των Ευρωεκλογών, τι έχετε να παρατηρήσετε;

Κ.Β.: Κατ’ αρχήν είναι επιτυχία του ΣΥΡΙΖΑ ότι βρέθηκε στην πρώτη θέση, αλλά μη λησμονούμε ότι τα κόμματα της συγκυβέρνησης, εφόσον προστεθούν οι ψήφοι τους, αυτά είναι πρώτα, δεν είναι ο ΣΥΡΙΖΑ. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι δεύτερος.

Αλλά εκτός του ότι η συγκυβέρνηση είναι ουσιαστικά πρώτη, απέκτησε και εφεδρείες που δεν είχε πριν. Ενώ οι δεξαμενές από τις οποίες ο ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσε να βρει εφεδρείες έχουν στερέψει. Αυτό είναι ένα σοβαρό πρόβλημα. Από που θα τις βρει εφεδρείες; Θα υπάρξουν από μόνες τους; Ή πρέπει να ανοιχτεί περισσότερο και χωρίς όρια προς την κοινωνία;

Για την πραγματική αλλαγή, δεν αρκεί η κυβερνητική εναλλαγή, προηγείται αυτής η κοινωνική αφύπνιση. Εξ άλλου, η πραγματική αλλαγή δεν είναι ποτέ ζήτημα ενός μόνον κόμματος, αλλά αποτελεί πάντοτε ζήτημα κοινωνικών συμμαχιών.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, εφόσον επαγγέλλεται την αλλαγή, οφείλει να δώσει μεγάλη σημασία στο ζήτημα των κοινωνικών συμμαχιών, να ανοιχτεί σε όλους που τον αντιμετωπίζουν με συμπάθεια και όχι να δυσπιστεί απέναντι τους με κομματικά κριτήρια.

Είναι γεγονός λοιπόν ότι συγκυβέρνηση απέκτησε αναπάντεχα συμμαχικές δυνάμεις, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ βρέθηκε με μειωμένες εφεδρείες. Τα μικρά κομματίδια της Άκρας Αριστεράς συρρικνώθηκαν, ενώ ο μεσαίος χώρος παραμένει αιωρούμενος στο κενό.

Σήμερα εμφανίζεται ένα παράδοξο φαινόμενο: Δεν υπάρχει στον κόσμο κυβέρνηση με 65% ανεργία των νέων, και 30% συνολική, που να μένει στη θέση της και να μη σαρώνεται από τη λαϊκή ψήφο, εκτός από την ελληνική. Όλες οι κυβερνήσεις στον κόσμο με παρόμοια δεδομένα, με τέτοια ανεργία, πέφτουν. Δεν υπάρχει κυβέρνηση με -25% ύφεση της οικονομίας, και να παραμένει στη θέση της, εκτός από την ελληνική! Θλιβερές επιδόσεις, αλλά είναι μόνον ελληνικές.

Κρ.Π.: Και πως τις εξηγείτε;

Κ.Β.: Υπάρχει πρόβλημα. Ασφαλώς στην πολιτική, όχι στην κοινωνία. Και το πρόβλημα είναι διπλό. Δεν είναι μόνον το πώς αντιμετωπίζουν τις εκλογές, όταν γίνονται, αλλά και το μετεκλογικό μέλλον. Εκεί χρειάζεται μια προοπτική, μία πολιτική προσέγγισης της κοινωνίας, όχι με την έννοια της απόσπασης κομματικών μελών από αυτήν, αλλά με την έννοια των κοινωνικών συμμαχιών. Όχι μόνο για την ψήφο στις εκλογές, αλλά για ένα σχέδιο για το μέλλον της κοινωνίας.

Κρ.Π.: Και σε σχέση με την Χρυσή Αυγή, και γενικά την άνοδο της ακροδεξιάς και του εθνικισμού στην Ευρώπη;

Κ.Β.: Η γνώμη μου είναι πως εάν ο Σαμαράς εμφανίσει κάποια ελάχιστα αποτελέσματα, η Χρυσή Αυγή θα συρρικνωθεί, αφού η ΧΑ αντλεί κυρίως από τα δεξιά.

Δεν πιστεύω ότι στην Ελλάδα μπορεί να ανθίσει ένα ναζιστικό φαινόμενο. Δεν ταιριάζει με την ελληνική ψυχολογία, ούτε υπήρξε ποτέ παρόμοιο κόμμα σε μαζική έκταση, όπως είχε συμβεί στις κοινωνίες της ανατολικής Ευρώπης.

Κρ.Π.: Σε αντιδιαστολή, τι θα λέγατε π.χ. για το ισπανικό κίνημα Podemos;

Κ.Β.: Το παρακολουθώ με μεγάλο ενδιαφέρον. Πρόκειται για κίνημα νέων κάτω των 30 ετών που έχει προκύψει από τις πλατειές και τους αγανακτισμένους, το οποίο αρνείται την προσχώρηση σε οποιοδήποτε πολιτικό κόμμα, μολονότι οι 5 ευρωβουλευτές του έσπευσαν να ενταχτούν στην ομάδα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς, παράλληλα με την επίσημη εκπρόσωπο της στην Ισπανία που είναι η Ενωμένη Αριστερά.

Χαρακτηριστικό του είναι ο κινηματικός χαρακτήρας, αντί της ιεραρχίας που διέπει τις κομματικές οργανώσεις. Σχηματίζονται παντού «κύκλοι» που δρουν σε συνθήκες αυτονομίας, πράγμα που θυμίζει τις λεγόμενες «επιτροπές δράσης» (Comités d’action) που είχαν ανθίσει τον Μάη του 68 στη Γαλλία, τόσο στο Παρίσι, όσο και στις γαλλικές επαρχίες.

Ίσως ζούμε σήμερα μια παρόμοια στιγμή κατά την οποία οι νέοι σηκώνουν κεφάλι στους τόπους που βρίσκονται, χωρίς να περιμένουν για αυτό κανένα κομματικό χρίσμα και μάλιστα να δυσπιστούν ακόμη και για ένα τέτοιο ενδεχόμενο.

Η κοινωνία στην εξουσία παρουσιάζει σήμερα πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον από οποιαδήποτε δυσεπίτευκτη, αλλά απλή κυβερνητική εναλλαγή. Οπωσδήποτε, η Ελλάδα παραμένει το ευρωπαϊκό και παγκόσμιο «εργαστήρι» στην εποχή μας, αλλά και η Ισπανία όχι λιγότερο.

Κρ.Π.: Με αφορμή και το πρόσφατο βιβλίο σας «Το μαύρο και το κόκκινο. Η «χαμένη γενιά» (Εκδόσεις Λιβάνη), τι θα λέγατε επιπλέον για τη νέα γενιά σήμερα;

Κ.Β.: Το χαρακτηριστικό βαθύ γνώρισμα της σημερινής κρίσης είναι ότι δεν πλήττονται εξίσου όλες οι κατηγορίες του πληθυσμού.

Εκτός του ότι τα υψηλά εισοδήματα συνεχίζουν να συσσωρεύουν πλούτο στη διάρκεια της κρίσης και μάλιστα εξ αιτίας της, ενώ η υπόλοιπη κοινωνία αποδομειται όλο και περισσότερο, υπάρχει και το γεγονός ότι οι νεανικοί πληθυσμοί πλήττονται ασύγκριτα περισσότερο από τους ενήλικους και ηλικιωμένους.

Στην Ελλάδα, ενώ η γενική ανεργία είναι 27% του πληθυσμού, η ανεργία των νέων υπερβαίνει το 65% των αντίστοιχων ηλικιών. Αυτό σημαίνει ότι η νεανική ανεργία και περιθωριοποίηση είναι τουλάχιστον τριπλάσια και τετραπλάσια αυτής των άλλων ηλικιών.

Το αυτό φαινόμενο εις βάρος των νέων σημειώνεται επίσης στην Ισπανία, αλλά και σε ολόκληρη την υπόλοιπη Ευρώπη, ακόμη και στην Γαλλία και τη Γερμανία.

Η κρίση φέρει κατεξοχήν αντινεανικό χαρακτήρα, ενώ συνεχίζουν να ωφελούνται από αυτήν οι κατηγορίες των ηλικιωμένων εισοδηματιών, που επενδύουν τα χρήματα τους σε υψηλές αποδόσεις στα χρηματιστήρια.

Υπ’αυτές τις συνθήκες, αναμενόμενο είναι ότι η ανατροπή του σημερινού αντινεανικού συστήματος θα προέλθει κυρίως από τους νέους, που είναι τα κύρια θύματα των σημερινών κυβερνητικών επίλογων. Όσο περισσότερο πλήττονται, τόσο σκληρότερη και πιο «ασεβής» θα είναι η αντίδραση τους.

Ούτε βέβαια ευσταθεί το ιδεολογικό σόφισμα ότι «θυσιάζουμε σήμερα τις νέες γενιές, προκειμένου να τους εξασφαλίσουμε το αύριο». Στην ιστορία, το μέλλον οικοδομείται πάντα από τους νέους, με την συμμετοχή τους και παραμένει αδύνατον να οικοδομηθεί οιοδήποτε μέλλον με τον αποκλεισμό τους.

Ο όρος «χαμένη γενιά» διαδίδεται σήμερα ευρέως εκ των άνω για την νέα γενιά της εποχής μας, αλλά δεν είναι πρώτη φορά στην ιστορία που αυτός ο όρος χρησιμοποιείται. Έχει κατ’επανάληψη χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν, ενώ υπήρξαν πολλές γενιές που θεωρήθηκαν χαμένες και όμως, αυτές τελικά κέρδισαν.

Πρώτη «χαμένη γενιά» θεωρήθηκε αυτή των 20 ετών κατά την έξοδο από το σφαγείο του Πρώτου Παγκόσμιου Πόλεμου, το 1920. Από αυτήν βγήκε ο όρος «lost generation». Αυτή η γενιά που είχε θεωρηθεί «χαμένη», έβγαλε τους μεγαλύτερους λογοτέχνες και καλλιτέχνες του 20ου αιώνα, κι έδωσε όλο το πνεύμα της νέας εποχής. Οι «χαμένοι» επικράτησαν! Οι ‘Ερνεστ Χέμινγουεϊ,  Σκοτ Φιτζέραλντ,  Τζον Ντος Πάσσος, Γερτρούδη Στάιν, Εζρα Πάουντ ήσαν όλοι προϊόντα της «χαμένης» γενιάς.

Όπως επίσης, με το τέλος των ναπολεόντειων πολέμων, την παλινόρθωση των Βουβώνων στη Γαλλία και την νοσταλγία της ηττημένης Επανάστασης, η «χαμένη γενιά» του 1830 έβγαλε τα μεγαλύτερα ονόματα της γαλλικής λογοτεχνίας: Βίκτωρ Ουγκώ, Στάνταρ, Μυσετ, Ζωρζ Σαντ, Ζεράρ ντε Nερβαλ, που προσδιόρισαν τα νέα σημεία αναφοράς για την εποχή τους.

Έπειτα από τις καταστροφές του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, οι νέοι είχαν πάλι θεωρηθεί «χαμένη γενιά». Από αυτήν την κατεστραμμένη γενιά, βγήκαν οι Σαρτρ, Καμύ, Μερλω Ποντι, Σιμον ντε Μποβουάρ.

Στα γράμματα, στον πολιτισμό, στον χαρακτήρα της κάθε εποχής κυριαρχούν πάντα όσοι εκ των άνω προεξοφλούνται ως «χαμένοι» και δεν υπολογίζονται, ενώ όσοι αλαζονικά πιστεύουν ότι είναι νικητές και κερδισμένοι τελικά καταλήγουν στα αζήτητα της ιστορίας.

Στην Ελλάδα από το 1920, με το τέλος των πολέμων και μετά την Μικρασιατική Καταστροφή (1922), όταν είχε θεωρηθεί ότι όλη η χώρα ήταν «χαμένη», η νέα γενιά της εποχής, έβγαλε τους καλύτερους εκπροσώπους. Καβάφης, Καρυωτάκης, Καββαδίας, και πλήθος άλλοι, θεωρήθηκαν «χαμένοι», πολεμήθηκαν και όμως αυτοί κυριάρχησαν και κυριαρχούν μέχρι σήμερα και ιδίως μεταξύ των νέων.

Γιατί άραγε να μη συμβεί και σήμερα το ίδιο; Και ακόμη: ο Όρος «χαμένη γενιά», όπως διευκρίνιζε ο Χέμινγουεϊ, δεν σημαίνει διόλου ότι η νέα γενιά χάνεται, αλλά αντίθετα ότι παραμένει ζωντανή και σε αναζήτηση νέων σημείων αναφοράς, αφού τα παλαιά έχουν ανεπανόρθωτα φθαρεί και χρεοκοπήσει.

Αυτό ακριβώς συμβαίνει και σήμερα. Η νέα γενιά αναζητά πυρετωδώς νέα σημεία αναφοράς και συνεπώς ανατροπής του κόσμου στον οποίο έχει βρεθεί.

Στην σημερινή Ελλάδα με τα 2/3 των νέων στην ανεργία και 35% του πληθυσμού στους κοινωνικούς αποκλεισμούς και κάτω από το ελάχιστο όριο της ένδειας, πως είναι δυνατόν οι κυβερνήσεις να ισχυρίζονται ότι οικοδομούν την κοινωνία του μέλλοντος; Πώς την οικοδομούν; Περιθωριοποιώντας όλο και περισσότερους νέους;

Επιπλέον προβάλλουν επιπλέον την άποψη ότι «Σε κάθε εποχή υπάρχουν νικητές και ηττημένοι. Όποιοι δεν προσαρμόζονται είναι ηττημένοι. Οι έξυπνοι, πονηροί και επιτήδειοι είναι οι νικητές». Ωστόσο, το μέλλον κάθε κοινωνίας καθορίζεται από την ικανότητά της να ενσωματώνει όλο και περισσότερους ανθρώπους, ακόμη και τους κοινωνικά αδύναμους, που όλοι μπορούν να συμβάλλουν στο κοινό όφελος. Ενώ αντίθετα, όταν η κοινωνία επιλέγει την μέθοδο του αποκλεισμού των αδύναμων, τότε η ίδια με αυτό τον τρόπο υπονομεύει το μέλλον της.

Στο βιβλίο αυτό δείχνω, ότι οι αλαζονικά θεωρούμενοι και αυτοανακηρυγμένοι νικητές θα είναι οι πραγματικοί ηττημένοι! Κι αυτούς που σήμερα τους λένε χαμένους και ηττημένους, αυτοί θα είναι οι νικητές, σύμφωνα με όλα τα διδάγματα και εμπειρίες από την ιστορία όλων των εποχών!

Η κοινωνία που προεξοφλεί ότι η νέα γενιά της είναι η χαμένη, η ίδια χάνεται! Η ίδια θα χαθεί, προτού –χαθεί η νέα γενιά της. Διότι εάν η νέα γενιά είναι σήμερα χαμένη, περισσότερο και πριν από αυτήν χαμένη είναι η κοινωνία που την θυσιάζει.

Κρ.Π.: Οπότε πιστεύετε ότι οι νέοι… που έχουμε να τους δούμε ουσιαστικά από τον Δεκέμβρη…

Κ.Β.: Το Δεκέμβρη του 2008, οι νέοι εμφανίστηκαν εντυπωσιακά και αυτό προκάλεσε την δυσπιστία όλων των πλευρών στους επαγγελματίες της πολιτικής. Τα κόμματα δεν αναγνωρίσθηκαν σ’ αυτήν τη νεανική εξέγερση.

Παράλληλα αμφισβητήθηκε  στους νέους το δικαίωμα να κατεβαίνουν στους δρόμους. Το ίδιο συνέβη αργότερα με τις πλατείες και με τους αγανακτισμένους. Από παντού υπήρχε διάχυτη και εκφρασμένη δυσπιστία και εχθρότητα απέναντι τους, επειδή το νεανικό φαινόμενο δεν βρισκόταν υπό τον έλεγχο κανενός κόμματος.

H νεανική αφύπνιση δεν είναι μόνον ελληνικό φαινόμενο, αλλά παγκόσμιο. Η νέα της φάση έχει ξεκινήσει από το Σηάτλ της Αμερικής τον Δεκέμβριο του 1999, πέρασε από τις παγκόσμιες συναθροίσεις κατά της παγκοσμιοποίησης, κατέπληξε τον κόσμο με την μορφή του «καταλάβατε την Γουώλ Στριτ» και σήμερα ακόμη συνεχίζεται με τις πιο απροσδόκητες μορφές.

Σήμερα, ένας κινητήρας επικοινωνίας των νέων είναι τα λεγόμενα κοινωνικά δίκτυα, μέσω των οποίων οι νέοι επικοινωνούν μεταξύ τους. Ακριβώς αυτή την νεανική επικοινωνία φοβούνται σήμερα όλα ανεξαιρέτως τα καθεστώτα, όχι μόνον τα ολοκληρωτικά και δικτατορικά, αλλά και τα θεωρούμενα ως δημοκρατικά. Στην Τουρκία, ο Ερντογάν προσπαθεί να τα απαγορεύσει. Στην Κίνα και στις αραβικές χώρες, η λειτουργία τους είναι προβληματική. Στις δυτικές κοινωνίες, τα πάντα παρακολουθούνται και εποπτεύονται. Ελευθερία υπό επιτήρηση.

Κι όμως, με τα κοινωνικά δίκτυα δημιουργείται σήμερα το σπέρμα της αντίστασης και ανατροπής. Καινούριοι τρόποι και απροσδόκητοι ατραποί απ’ τους οποίους τροφοδοτείται η απείθεια των νέων στην εποχή μας.

Κρ.Π.: … οπότε στην Ελλάδα οι νέοι πιστεύετε ότι προσπαθούν να διαχειριστούν αυτή την κατάσταση που περνά η χώρα γι’ αυτό και δεν έχει γίνει κάποιο μεγάλο κίνημα ακόμα;

Κ.Β.: Η νεανική δυσαρέσκεια υποβόσκει με αλματώδεις και σαρωτικούς ρυθμούς και εκφράζεται. Η Ελλάδα  κάθεται σήμερα επάνω σε κοινωνικό ηφαίστειο που θα εκραγεί. Όπως επίσης θα εκραγεί και στις υπόλοιπες χώρες, στην Ισπανία, ακόμη και στη Γαλλία.

Κρ.Π.: Ειδικά τα παιδιά, και οι έφηβοι, είναι ο καθρέφτης της κοινωνίας. Όμως είδαμε πάλι ότι στις φοιτητικές εκλογές βγήκε πρώτη η ΔΑΠ…

Κ.Β.: Το εκλογικό αποτέλεσμα δεν είναι οπωσδήποτε δηλωτικό του νεανικού αναβρασμού. Η αποχή υπήρξε τεράστια και πάντως πιο σημαντική από την συμμετοχή. Ίσως θα πρέπει να δεχτούμε ότι η σημερινή κοινωνική δυσπιστία θίγει και τα συνδικάτα, που σε μεγάλο βαθμό θεωρούνται κι αυτά μέρος της κατεστημένης τάξης πραγμάτων.

Στις Ευρωεκλογές το 47,46% των ψηφοφόρων δεν εψήφισαν. Πολλοί νέοι λοιπόν δεν συμμετέχουν στις εκλογές, ενώ παράλληλα συμμετέχουν σε κινητοποιήσεις.

Οι νέοι βρίσκονται σε εκρηκτική κατάσταση. Φεύγουν στο εξωτερικό όσοι μπορούν να φύγουν, όμως οι περισσότεροι δεν μπορούν να φύγουν, και μένουν, αφού το μέλλον τους εδώ κρίνεται.

Κρ.Π.: Αυτό το βιβλίο το γράψατε με στόχο για να διαβαστεί περισσότερο από τους νέους, ή από όλους;

Κ.Β.: Από όλους. Οι νέοι βέβαια για να αποκτήσουν περισσότερη επίγνωση και αυτοπεποίθηση, αλλά και οι μεγαλύτεροι, οι οποίοι όμως, αντί να ανοίγονται προς τους νέους, περιμένουν αντίθετα να ανοιχτούν αυτοί προς τους μεγαλύτερους. Φυσικά, αυτό δεν γίνεται. Αφού η ιστορία κινείται πάντα με την λογική των νέων και όχι των ηλικιωμένων.

Την δυσπιστία των νέων προς τις εμπειρίες των μεγαλύτερων, οι τελευταίοι αποδίδουν σε έλλειμμα πολιτικοποίησης, όμως αυτό είναι ιστορικό λάθος. Η νεανική απείθεια διέρχεται από δικούς της δρόμους, που οι μεγαλύτεροι δεν κατανοούν και τους χαρακτηρίζουν «απολιτικούς».

Όπως έγινε και στη δική μας εποχή, τις δεκαετίες του ’50, του ’60 και του ‘70. Οι γονείς δεν καταλάβαιναν τα παιδιά τους. Τα ονόμαζαν με εξωτικές ονομασίες, όπως «οργισμένα νειάτα». Τα κινήματα των Χίπις ήσαν από την αρχή ακατανόητα για τους μεγαλύτερους. Τα μουσικά κινήματα, τα κινήματα ανυπακοής το ίδιο.  Όπως και η αντίσταση κατά του πολέμου στο Βιετνάμ,  τα γεγονότα στο Μπέρκλεϋ της Καλιφόρνιας, οι διαδηλώσεις στο Βερολίνο με το Ρούντι Ντούσκε, ο Μάης του ’68, που κι αυτόν δεν τον κατάλαβαν ούτε πριν ούτε μετά.

Μέχρι τις παραμονές του Μάη του ’68, οι πάντες διαβεβαίωναν ότι δεν γίνεται απολύτως τίποτα, ότι δεν κουνιέται φύλλο, και αναρωτιόντουσαν σε τι εποχή ζούσαμε… Απροσδόκητα ξεπήδησε ένα κίνημα από το γεγονός ότι απαγόρεψαν επισκέψεις κοριτσιών στους πανεπιστημιακούς κοιτώνες αγοριών. Από ένα αναπάντεχο μονοπάτι ξεπήδησε το πνεύμα της εξέγερσης.

Στη συνέχεια προβλήθηκε σαν σύνθημα κάτι που έμοιαζε τελείως τρελό: «Η φαντασία στην εξουσία». Κανείς δεν είχε φανταστεί παρόμοιο σύνθημα εξέγερσης. Επιπλέον κυριάρχησε το σύνθημα κατά του καταναλωτισμού, ο οποίος καταγγέλθηκε ως μηχανισμός αλλοτρίωσης της ανθρώπινης ουσίας. Τα νεανικά συνθήματα ξεπερνούσαν την κατανοητικότητα των μεγαλύτερων!

Κρ.Π.: Επειδή κάποιοι λένε ότι αυτά τα κινήματα δεν έχουν νόημα ή και τι έγινε που βγήκαν στους δρόμους; Ή τι άλλαξε; Τί θα είχατε να τους πείτε;

Κ.Β.: Τα νεανικά κινήματα είναι τα μόνα που δημιουργούν τομή στην Ιστορία. Άλλο θέμα βέβαια το ποιος τα οικειοποιείται στη συνέχεια, αλλά αυτό εξαρτάται από τον συσχετισμό των κοινωνικών δυνάμεων.

Τα νεανικά κινήματα δημιουργούν ρήξη με το παρελθόν και θέτουν τα πράγματα σε νέες βάσεις. Αλλάζουν τα μυαλά, οι νοοτροπίες, και η κοινωνία περνά σε ένα άλλο στάδιο.

Ακόμη και αν το επόμενο στάδιο θεωρηθεί αβέβαιο, το βέβαιο είναι πως το σημερινό δεν μπορεί να συνεχίσει και το τέλος του είναι προ πολλού προδιαγεγραμμένο, η ρήξη με αυτό είναι βέβαιη.

Βρισκόμαστε σε μια ιστορική στιγμή ρήξης με το παρελθόν, αλλά το πότε και το πως αυτή θα πραγματοποιηθεί, το καθορίζουν οι νέοι, όχι οι ηλικιωμένοι.-

Κ. Βεργόπουλος: Η Ελλάδα τώρα ηγείται της Ευρωπαϊκής Αριστεράς

Tvxs Συνέντευξη

22:35 | 17 Μάιος. 2014

[…] Η μόνη πλευρά που καταθέτει προτάσεις συγκεκριμένες για μία διαφορετική Ευρώπη που να λειτουργεί σύμφωνα με το ιδρυτικό ευρωπαϊκό ιδεώδες, είναι η Αριστερά, με επικεφαλής το ελληνικό τμήμα. Η Ελλάδα ηγείται αυτή τη στιγμή της Ευρωπαϊκής Αριστεράς […] Ο Κώστας Βεργόπουλος, καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο VIII του Παρισιού, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη εν όψει των Ευρωεκλογών, συμμετέχοντας στην Έρευνα για τις αιτίες και τις λύσεις της κρίσης.

Κρ.Π.: Η κρίση μοιάζει να έχει ενισχύσει κυρίως την αντι-ευρωπαϊκή Άκρα Δεξιά;

Κ.Β.: Κάθε μεγάλη οικονομική και κοινωνική κρίση αποτελεί κρίση του κατεστημένου πολιτικού, οικονομικού και κοινωνικού συστήματος. Γενικευμένη κρίση σε όλα τα επίπεδα.

Από την ιστορική εμπειρία γνωρίζουμε ότι δεν υπάρχει ποτέ μια ένας και μοναδικός τρόπος αντιμετώπισης της κρίσης, αλλά πολλές και μεταξύ τους ανταγωνιστικές.

Το σύστημα προσπαθεί να τις οικειοποιηθεί όλες, αλλά γνωρίζουμε ότι μόνον η λύση που βασίζεται στην κοινωνία είναι σε θέση να υπερβεί το παλαιό σύστημα, ενώ οι άλλες, αργά ή γρήγορα προορίζονται να αποκαταστήσουν το προϋπάρχον σύστημα που έχει οδηγήσει στην κρίση.

Μπορεί στη σημερινή κρίση να αναπτύσσονται δυνάμεις προς την ακροδεξιά διαχείριση, όπως είχε συμβεί το 1930, κυρίως στη Γερμανία, στην Ιταλία και στις χώρες της ανατολικής Ευρώπης, όπου εμφανίστηκαν φασιστικά – ναζιστικά μορφώματα με λαϊκή υποστήριξη, και με τα καταστροφικά αποτελέσματα που όλοι γνωρίζουμε.

Ωστόσο, την ίδια ιστορική στιγμή, παράλληλα, στη δυτική Ευρώπη, η κρίση έδωσε αριστερές λύσεις, όπως στη Γαλλία και Ισπανία με τα λαϊκά μέτωπα. Η λαϊκή υποστήριξη κινήθηκε προς τα αριστερά σε αντίθεση με τη Γερμανία και την ανατολική Ευρώπη, που κινήθηκε προς τα δεξιά.

Βέβαια, υπάρχει και η περίπτωση του Γερμανικού ΚΚ, το οποίο το 1930 απέρριψε κάθε δυνατότητα συμμαχίας με άλλες δυνάμεις, τι οποίες μάλιστα στοχοποίησε ως «μεγαλύτερο κίνδυνο» από τον ναζισμό. Με αποτέλεσμα να ναυαγήσει η δυνατότητα δημοκρατικής συμμαχίας και να κατισχύσει τελικά ο ναζισμός.

Υπάρχει επίσης η περίπτωση των ΗΠΑ, όπου η κρίση οδήγησε σε κοινωνική διέξοδο με το Νιου Ντηλ (1935) του προέδρου Ρούζβελτ και που στη συνέχεια μεταφέρθηκε στη Βρετανία και μεταπολεμικά στη Δυτική Ευρώπη με το κοινωνικό κράτος. Στην Ελλάδα, η δικτατορία Μεταξά δεν ήταν λαϊκή επιλογή, αλλά πραξικόπημα εκ των άνω, ενώ ο λαός παρέμεινε δημοκρατικός και στη συνέχεια το απέδειξε με την προσχώρηση του στο ΕΑΜ.

Η ελληνική εμπειρία από την κρίση του ‘30 είναι περισσότερο παραπλήσια της δυτικής Ευρώπης, παρά της κεντρικής και ανατολικής.

Με την σημερινή κρίση, έχουμε ανάλογα φαινόμενα. Η άρχουσα τάξη βρίσκεται σε αδιέξοδο, σε όλα τα επίπεδα, οικονομικό, πολιτικό, κοινωνικό, ιδεολογικό και εμφανίζονται στο προσκήνιο  νέα μορφώματα.

Αφενός αναπτύσσεται ο αριστερός ριζοσπαστισμός που διεκδικεί την έξοδο από την κρίση με περισσότερη δημοκρατία και στήριξη του κοινωνικού κράτους και του βιοτικού επιπέδου των λαϊκών τάξεων, αφετέρου αναπτύσσεται ο δεξιός ριζοσπαστισμός που διεκδικεί αναδίπλωση στα εθνικά πλαίσια, με κατάλυση της δημοκρατίας, όξυνση του ρατσισμού, συρρίκνωση του βιοτικού επιπέδου και κατάλυση του κοινωνικού κράτους.

Κρ.Π.: Πώς εξηγείτε την άνοδο των ακροδεξιών κομμάτων σήμερα στην Ευρώπη;

Κ.Β.: Στην Ευρώπη, η Αριστερά βρίσκεται σήμερα σε αδυναμία, αφού παραμένει σε γενικής φύσεως συνταγές από το παρελθόν, με συνέπεια να  έχει προβάδισμα η Δεξιά και η άκρα Δεξιά.

Εμπλέκεται και περιορίζεται σε καθημερινή αντιδικία με την κυβέρνηση και δεν απευθύνεται αρκετά προς την κοινωνία και τον λαό. Όμως, από εκεί θα προσέλθει το ωστικό κύμα που θα της δώσει την ηγεμονία και την νίκη.

Επί του παρόντος, η δεξιά αμφισβήτηση της Ευρώπης δεν είναι κατά κυριολεξία ακόμη φασιστική, αλλά κυρίως εθνικιστική.

Ανέρχονται παντού οι δυνάμεις που αντιπαραθέτουν στην Ευρώπη την επιστροφή στις εθνικές κυριαρχίες. Είναι τα αντιευρωπαϊκά κινήματα. Η Ευρώπη σήμερα απογοητεύει και απελπίζει τις κοινωνίες της όλο και περισσότερο.

Τα συμπεράσματα που μπορεί να βγάλει κανείς από την ευρω-απελπισία, είναι δύο:

  • Ή θα πει «δεν θέλω την Ευρώπη και αναδιπλώνομαι στην εθνική κυριαρχία αντί της Ευρωπαϊκής»
  • ή θα πει «Αυτή η Ευρώπη είναι λάθος, αλλά μπορούμε να την αλλάξουμε».

Το πρώτο συμπέρασμα είναι της Ακροδεξιάς, το δεύτερο της Αριστεράς. Για παράδειγμα στη Γαλλία, η Λεπέν προβάλλει την έξοδο της χώρας από την Ευρώπη. Το ίδιο διεκδικεί  στην Αγγλία ο Φαράτζ. Ακόμα και στη Γερμανία το αυτό διεκδικούν οι Εναλλακτικοί.

Κρ.Π.: Σε ποιες χώρες ο αντι-ευρωπαϊσμός είναι περισσότερο σε έξαρση;

Κ.Β.: Είναι χαρακτηριστικό ότι η αντίδραση κατά της Ευρώπης καταγράφεται περισσότερο στις πλούσιες και πλεονασματικές χώρες παρά στις φτωχές και ελλειμματικές.

Οι δευτέρες έχουν κάθε συμφέρον να παραμείνουν στην Ευρώπη, υπό τον όρο όμως ν’ αλλάξει η Ένωση και να μην είναι αυτή που είναι σήμερα. Να θεμελιωθεί μία πραγματική Ευρωπαϊκή κυριαρχία, μια πραγματική Ομοσπονδία χωρών, στην οποία θα λειτουργούν δίκτυα αλληλεγγύης ανάμεσα στις περιοχές και στις χώρες μέλη.

Άλλωστε η Ευρώπη έχει δημιουργηθεί με την δέσμευση, ότι θα λειτουργεί ως κοινότητα αλληλέγγυων χωρών και όχι ως απλή Ένωση.

Η σημερινή λειτουργία της Ευρώπης είναι ελλειμματική, παραβιάζει τις ιδρυτικές αρχές και δεσμεύσεις της.

Γιατί άραγε να προεξοφλούμε ότι αυτή η Ευρώπη θα παραμένει αιωνίως αμετάβλητη, αφού αυτή ακριβώς βρίσκεται σήμερα σε κρίση και αδιέξοδο;

Η ευρωπαϊκή Αριστερά δεν επιδιώκει αποχώρηση από την Ευρώπη, αλλά αντιθέτως απαιτεί από αυτήν να τηρήσει τις ιδρυτικές αρχές και δεσμεύσεις της.

Κρ.Π.: Ποιό λοιπόν φαίνεται να είναι το πραγματικό δίλημμα και διακύβευμα των ευρωεκλογών;

Κ.Β.: Το σημερινό δίλημμα είναι πλέον:

  • εθνικισμός με εγκατάλειψη της Ευρώπης ή ενίσχυση των ευρωπαϊκών θεσμών και της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης;

Ο ανερχόμενος εθνικισμός επενδύει στο βαθύ αίσθημα απογοήτευσης που υπάρχει από την σημερινή Ευρώπη, προεξοφλώντας ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρξει άλλη, διαφορετική Ευρώπη.

Η ευρωπαϊκή Αριστερά πιστεύει ότι η διαφορετική Ευρώπη μπορεί να υπάρξει και για αυτό αγωνίζεται.
Καμία ευρωπαϊκή Αριστερά, ούτε άκρα ούτε μεσαία, δεν ζητά εγκατάλειψη της Ευρώπης. Η Αριστερά θεωρεί ότι δεν έχει εξαντληθεί η δυνατότητα για μια Ευρώπη της αλληλεγγύης.

Εάν βεβαίως κάποτε αποδειχθεί ότι έχει εξαντληθεί κάθε δυνατότητα, τότε προφανώς και αυτή θα απαιτήσει το ίδιο.

Κρ.Π.: Και ποιοι επενδύουν στον φόβο της άκρας Δεξιάς;

Κ.Β.: Αυτή τη στιγμή το δικομματικό σύστημα που κυβερνά την Ευρώπη, η Δεξιά με την Σοσιαλδημοκρατία, βρίσκονται σε πλήρη αμηχανία να υπερασπίσουν τον απολογισμό της Ευρώπης, διότι δεν είναι υπερασπίσιμος. Βρίσκονται σε αφασία, και το μόνο που διακινούν είναι «ο φόβος της ακροδεξιάς», «ψηφίστε μας, για να μην βγει η ακροδεξιά!»

Κρ.Π.: Από την άλλη πλευρά, η Ευρωπαϊκή Αριστερά τι αντιπαραθέτει;

Κ.Β.: Η μόνη πλευρά που καταθέτει προτάσεις συγκεκριμένες για μία διαφορετική Ευρώπη που να λειτουργεί σύμφωνα με το ιδρυτικό ευρωπαϊκό ιδεώδες, είναι η Αριστερά, με επικεφαλής το ελληνικό τμήμα. Η Ελλάδα ηγείται αυτή τη στιγμή της Ευρωπαϊκής Αριστεράς.

Κρ.Π.: Η ευρωπαϊκή Αριστερά όμως φαίνεται να αντιμετωπίζει πρόβλημα στο να πείσει πολλούς για τις θέσεις της;

Κ.Β.: Οπωσδήποτε, μέχρι σήμερα υπάρχει ένα πρόβλημα αξιοπιστίας απέναντι στην κοινωνία. Δεν αρκεί να πείθει μόνο τον δικό της κόσμο, αλλά πρέπει να πείσει και πολλούς άλλους, ολόκληρη την κοινωνία, ότι οι προτάσεις της είναι προς το συμφέρον όλων και όχι μόνον των δικών της.

Σε κάθε χώρα της Ευρώπης, η Αριστερά πρέπει να πείθει ότι ενεργεί προς όφελος ολόκληρης της κοινωνίας. Ότι το συμφέρον των εργαζομένων, όπως υπογράμμιζε ο Μαρξ, ταυτίζεται σήμερα με το συμφέρον ολόκληρης της κοινωνίας.

Δεν έχει κανένα συμφέρον να δημιουργεί αμφιβολίες και ανησυχίες σε κοινωνικές δυνάμεις που διάκεινται φιλικά απέναντι της.

Η Αριστερά, δεν έχει μόνο να υποστηρίξει τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και των πιο φτωχών –που αυτό είναι σίγουρο- αλλά πρέπει και να αποδείξει ότι υποστηρίζει το συμφέρον ολόκληρης της κοινωνίας. Ότι όλοι έχουν να επωφεληθούν από αυτό. Κι αυτό η Αριστερά οφείλει να μην το παραμελεί.

Κρ.Π.: Από τι κυρίως εξαρτάται το συμφέρον ολόκληρης της κοινωνίας;

Κ.Β.: Η ποιότητα μιας κοινωνίας αποτιμάται από το πώς μεταχειρίζεται να κατώτερά και περιθωριακά στρώματα, αυτά που σήμερα απορρίπτονται στο περιθώριο. Από αυτό το κριτήριο φαίνεται αν μια κοινωνία έχει μέλλον.
Η κοινωνία για να έχει μέλλον οφείλει να ενσωματώνει όλο και περισσότερους ανθρώπους, όχι να αποκλείει, όπως συμβαίνει σήμερα.

Αυτή τη στιγμή, η κοινωνία αποκλείει μαζικά, όλο και μεγαλύτερα τμήματα του πληθυσμού, με τις πολιτικές που ακολουθούν οι σημερινές κυβερνήσεις. Είτε στην Ελλάδα είτε στην Ευρώπη. Αποκλείουν, πετούν στο περιθώριο, και  κατεξοχήν τους νέους!

Η σημερινή κοινωνία με αυτές τις επιλογές δεν έχει μέλλον. Η ίδια υποσκάπτει το μέλλον της. Το μέλλον τής Ελλάδας βρίσκεται στο αν θα δώσει εργασία στους ανέργους και μάλιστα στους νέους ανέργους, αφού το μέλλον ανήκει σ’ αυτούς.

Εάν η ανεργία εκτινάσσεται καμία κοινωνία δεν στέκει, όλες προορίζονται να σαρωθούν.

Αυτή τη στιγμή μόνο η Αριστερά είναι σε θέση να αντιμετωπίσει αυτό το πρόβλημα, με τις προτάσεις για εγκατάλειψη της λιτότητας, για άμεση επάνοδο στην ανάπτυξη, με διαγραφή των χρεών και την συγκρότηση επενδυτικού πακέτου.

Οι άνθρωποι βρίσκονται σε απόγνωση, πετιούνται σαν στημένες λεμονόκουπες στο περιθώριο, ή βρίσκουν όλες τις πόρτες κλειστές. Ισχύει λοιπόν και σήμερα αυτό που έλεγε ο Μαρκούζε: «μόνη ελπίδα της κοινωνίας μας, προέρχεται από εκείνους που δεν έχουν καμία ελπίδα».

Κρ.Π.: Για να μπορέσει η κοινωνία να λειτουργήσει προς το συμφέρον της, τι είδους οικονομικό μοντέλο χρειάζεται να μπει σε εφαρμογή;

Κ.Β.: Όντως το ζήτημα είναι ποιό θα είναι το οικονομικό και κοινωνικό υπόδειγμα που θα ακολουθηθεί από δω και πέρα. Το σημερινό πρέπει οπωσδήποτε να αλλάξει, αφού αυτό βρίσκεται σήμερα σε κρίση και αδιέξοδο.

Όμως, οι διορθώσεις δεν εξασφαλίζονται με την σημερινή πολιτική λιτότητας, ύφεσης και υψηλής ανεργίας, αλλά απαιτείται πάνω από όλα αποκατάσταση των ρυθμών ανάπτυξης, ώστε να υπάρχει η απαιτούμενη ευελιξία για να πραγματοποιηθούν οι απαιτούμενες αλλαγές.

Με την ύφεση, όλες οι δαπάνες περικόπτονται και οι επενδύσεις ακόμη περισσότερο. Όπως επίσης, η σχέση χρέους και εθνικού εισοδήματος επιδεινώνεται ακόμη περισσότερο.

Κρ.Π.: Τι ανάπτυξη εννοείτε; Γιατί αυτή η λέξη σήμερα έχει αποκτήσει τρομακτικές διαστάσεις για το μέλλον ολόκληρου του πλανήτη.

Κ.Β.: Φυσικά μία ανάπτυξη που σέβεται τον άνθρωπο, την κοινωνία και τις αξίες της, τον φυσικό και πολιτισμικό πλούτο της κάθε χώρας, που δεν ξεπουλά τις παραλίες μέχρι τα βουνά, ούτε ιδιωτικοποιεί στα τυφλά τα δημόσια και κοινωνικά αγαθά, από το νερό, το ηλεκτρικό, μέχρι και τον αέρα που αναπνέουμε!

Επιπλέον, την οικονομική κρίση που ξεσπά, η κάθε κυβέρνηση πρέπει να την αντιμετωπίζει με πρόσφορα μέτρα και όχι  να παραδίδεται σ’ αυτήν και να της ανοίγει τον δρόμο για να πάει ακόμη πιο βαθειά, όπως συμβαίνει σήμερα.

Οι σημερινές κυβερνήσεις παραδίδονται στην κρίση και παίζουν το παιχνίδι της, γι’ αυτό και η κρίση βαθαίνει όλο και περισσότερο, ιδίως στην Ελλάδα.

Η χώρα έχει επείγουσα ανάγκη από μια αντίθετη πολιτική για να φράξει το δρόμο που σήμερα βαθαίνει την κρίση. Ενόσω συνεχίζεται η ίδια πολιτική που υπάρχει μέχρι τις μέρες μας, αυτό θα σημαίνει ότι η Ελλάδα θα σέρνεται με μηδενικούς και αρνητικούς ρυθμούς και ότι θα χρειαστούν 3 ή 4 ή 5 δεκαετίες για να επιστρέψουμε στα επίπεδα του 2008.-