Αλκίνοος Ιωαννίδης: Μόνο την ουτοπία ονειρεύομαι

[…] Μόνο την ουτοπία ονειρεύομαι. Σηκώνει κοροϊδία η στάση μου, το ξέρω, αλλά δεν αξίζει να ονειρευόμαστε κάτι λιγότερο […] Από εμάς πρέπει να περιμένουμε πρώτα. Από τα βιβλία που θα διαλέξουμε να διαβάσουμε, την τηλεόραση που θα σβήσουμε για να κοιταχτούμε με τους ανθρώπους μέσα στο ίδιο μας το σπίτι, από τις συγνώμες που θα πούμε, από τα όπλα που ο καθένας μας θα ανακαλύψει ξεχασμένα στην ψυχή του και στην αγκαλιά του άλλου. Δε βλέπεις τι γίνεται; Όποιος βγει να μοιραστεί κάτι, πέφτουμε όλοι να τον φάμε. Υπάρχει οργή και μίσος που δεν ξέρουμε πού να διοχετεύσουμε, και τα επιστρέφουμε απλόχερα στον εαυτό μας. Αποτελούμε την ευκαιρία ώστε η επιστημονική κοινότητα να επινοήσει, μετά την οικογενειακή ή την ομαδική ψυχοθεραπεία, την εθνική ψυχοθεραπεία […]
Ο συνθέτης, στιχουργός και ερμηνευτής Αλκίνοος Ιωαννίδης …ανοίγει τη Μικρή βαλίτσα* στην Κρυσταλία Πατούλη (*Τη νέα του δισκογραφική δουλειά μετά από πεντέμιση χρόνια)

«Και πού να πάω και πού να ‘ρθω
και πού να επιστρέψω
που ‘ναι τα ξένα μακρινά
κι είν’ τα δικά μου ξένα
και πού να επιστρέψω
[…] Μικρή βαλίτσα και βαριά
γεμάτη πέτρα κι ήλιο
είναι το εμπρός ανήλιαγο
κι είναι σκληρό το πίσω
και πού να σ’ ακουμπήσω»
Κρ.Π.: Μια «Μικρή βαλίτσα», τι, πως, και πόσα μπορεί να χωρέσει; 

Αλκ. Ι.: Μπορεί να χωρέσει τα απολύτως απαραίτητα. Αυτά που θα σε κάνουν να εξακολουθείς να βλέπεις το δικό σου πρόσωπο σε ξένο καθρέφτη. Τη μνήμη, το παρόν και την προσδοκία της μέρας που θα ‘ρθει. Μπορεί να χωρέσει δηλαδή όλα όσα μας αποτελούν στην ουσία μας.

***
Κρ.Π.: Μήπως αυτή η …μικρή βαλίτσα ήταν η αιτία που δεν έφυγες από την Ελλάδα, ενώ σου δόθηκαν τρεις ευκαιρίες τα τελευταία χρόνια -όπως έγραψες στο δίσκο;

Αλκ.Ι.: Υπήρχαν λόγοι αρκετά σοβαροί για να φύγουμε οικογενειακώς. Ο λόγος που παραμείναμε ήταν ότι, και τις τρεις φορές, ενώ ξεκινούσα με ενθουσιασμό να ψάχνω για σπίτι και σχολείο εκεί για τα παιδιά, όσο περνούσαν οι εβδομάδες βάραινα, αισθανόμουν ηττημένος και τελικά αδικαιολόγητος στο φευγιό μου.

Οι λόγοι της αναχώρησης έμοιαζαν ξαφνικά πολύ μικροί. Κι ας είναι η σύντροφός μου στην αναμονή χρόνια τώρα για μια ειδικότητα, κι ας ορμάει η μιζέρια και η αδικία του τόπου μας από κάθε χαραμάδα μες στο σπίτι, κι ας ήταν για μένα ευκαιρία να εντείνω τη μικρή παρουσία μου στην «ευρωπαϊκή αγορά», ή να κάνω παραγωγές που εδώ ούτε να τις σκεφτώ δεν δικαιούμαι.

Έβλεπα ξαφνικά πως το πιθανότερο θα ήταν να μην κάνω τίποτα το αληθινά δημιουργικό. Έβλεπα το κενό, το ενδεχόμενο της απόλυτης αποτυχίας, αφού δεν έφευγα με όνειρο αλλά με μια βαθιά αίσθηση ήττας.

Θύμιζα στον εαυτό μου πως δεν είμαι με κανέναν τρόπο ίδια περίπτωση με όσους φεύγουν επειδή εδώ είναι άνεργοι, άπραγοι, ανύπαρκτοι και δυστυχείς. Δεν ανήκω στην κατηγορία των ανθρώπων που ο τόπος τους δεν τους έδωσε τίποτα, που δεν τους ζήτησε τίποτα, που δεν ανέδειξε τις ικανότητες ή που δεν δέχτηκε τα όσα έχουν να δώσουν.

Ανταμείφθηκα πολλαπλά από τον τόπο, σε εποχές πιο «εύκολες». Δεν αναφέρομαι στο κράτος, αλλά στους ανθρώπους του τόπου, που μου έδωσαν πολλά, και κυρίως την καλλιτεχνική και δημιουργική μου ελευθερία. Λειτουργώντας σαν καλλιτέχνης, ακόμα και μέσα στη σημερινή δυσκολία, εξακολουθώ να παίρνω πράγματα από το κοινό πρωτόγνωρα.

Όσες συναυλίες και να κάνω στο εξωτερικό, εδώ είναι το σπίτι μου, η τραγουδοποιητική μου πηγή, η δημιουργική μου ομάδα, το κοινό που καταλαβαίνω, οι ακροατές που πραγματικά αισθάνονται σε τι αναφέρομαι κάθε φορά, οι άνθρωποι που μοιραζόμαστε μια κοινή γλώσσα πέραν της γλώσσας, τα βιώματα, οι αναμνήσεις, η ζωή και οι ελπίδες μου.

Μεγάλωσα. Δεν νομίζω πως θα μπορούσα να διαχειριστώ μέσα μου μια τέτοια αλλαγή πια, εκτός και αν δεν είχα άλλη επιλογή. Είχα όμως επιλογή: να μείνω, να ζήσω και να γράψω σε μια πραγματικά ενδιαφέρουσα περίοδο.

Γιατί, όσο τραγική κι αν είναι η κατάσταση, δεν μπορείς να την πεις αδιάφορη. Παλιά γκρινιάζαμε πως πέσαμε σε αδιάφορη εποχή. Πάρε λοιπόν γκρινιάρη μιαν ενδιαφέρουσα εποχή, να δούμε τι θα κάνεις…

Ίσως με κράτησε και η ψευδαίσθηση πως είμαι χρήσιμος εδώ… Μια αυτοκολακεία χωρίς περιεχόμενο δηλαδή, αφού στην πραγματικότητα δεν σε χρειάζεται κανείς. Εσύ πάντα χρειάζεσαι τους άλλους.

Προκειμένου όμως να γλιτώσω από το ενδεχόμενο να γεράσω μαραζωμένος και ηττημένος, χωρίς τους ανθρώπους μου, καλές είναι και οι ψευδαισθήσεις.

***
«Αν έχεις δόντι του φονιά και γούστα ματωμένα
αν μαύρισες τον ουρανό και θες να φας κι εμένα
μέσα στην καταιγίδα
θα γίνω αγκάθι στο λαιμό σου, σκόνη μες στο μάτι
μέσα στ’ αυτί σου ψίθυρος και σύγκρυο στην πλάτη
στη σιγουριά σου αγκίδα
Πάντα θα ξημερώνει […]»
Κρ.Π.: Το  τραγούδι «Πάντα θα ξημερώνει» το έγραψες μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα. Πώς;

Αλκ.Ι.: Ένιωσα τη μαυρίλα να με πνίγει από παντού. Και μαζί ένιωσα την ανάγκη να πω για τη μικρή, αγέννητη αχτίδα που στο βαθύ σκοτάδι συντηρεί την υπόσχεση μιας ολόφωτης μέρας. Να πω για τους ανθρώπους που χωρίς βία, καρφώνονται σαν ασήμαντες αγκίδες στη σκληρή φτέρνα των σίγουρων για την ανωτερότητα των απόψεών τους φονιάδων. Μια μικρή αγκίδα που ενοχλεί το στρατιωτικό, σιδερένιο βάδισμά τους, που τους αποδυναμώνει κι ας κρατάνε πολυβόλο.

Να τραγουδήσω επίσης για το πώς ένα λαϊκό, αισθαντικό παιδί, μπορεί να ζει μετά τον θάνατό του, αφού επηρεάζει ασταμάτητα τις ζωές και τις εξελίξεις γύρω μας. Με τρόπο που χιλιάδες πολιτικοί και διανοούμενοι μαζί, αδυνατούν να πράξουν. Και να κλείσω όλο αυτό με έναν θρήνο λίγων δευτερολέπτων από το κουαρτέτο εγχόρδων, μετά το τραγούδι, για το παιδί που χάθηκε και για όσους χάθηκαν με τον ίδιο τρόπο.

Κρ.Π.: «Ο δίσκος αφιερώνεται σε όσους αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τον τόπο τους και σε όσους εγκαταλείπονται από αυτόν». Με ποιόν τρόπο αλληλοσυνδέονται αυτά τα δύο; Και ποιο είναι – αν μπορούσαμε να πούμε- το χειρότερο; 

Αλκ.Ι.: Αυτά συμβαίνουν συνήθως ταυτόχρονα. Γιατί του οικονομικού προβλήματος ενός τόπου, προηγείται συνήθως ένα σύμπλεγμα άλλων προβλημάτων.

Ένας τόπος φροντίζει τους πολίτες του μέσα από την κοινωνία, μέσα από τις πολιτικές ηγεσίες του, μέσα από τις δομές του, μέσα από τις επιλογές που κάνει στη διάρκεια της ιστορίας, μέσα από την αντίληψή του για τη δικαιοσύνη, για την αξιοπρέπεια, για τον σεβασμό του πολίτη, μέσα από την αισθητική και το γενικότερο πνευματικό του επίπεδο, μέσα από την παιδεία που προσφέρει και το παράδειγμα που εκπέμπει ο λόγος και η πράξη των εκπροσώπων του.

Τότε, όποιος φεύγει, φεύγει γιατί το ποθεί η ψυχή του να ταξιδέψει και να ζήσει αλλού, ή γιατί το απαιτεί το επάγγελμα ή η μόρφωσή του, ή άλλοι δημιουργικοί, «θετικοί» ας τους πούμε, παράγοντες.

Όπως έφυγα από την Κύπρο, πριν από 25 χρόνια. Όχι εκδιωγμένος, αλλά λόγω σπουδών και με τη χαρά μιας ζωής που ανοιγόταν μπροστά μου.

Αυτός που δεν θέλει να φύγει, αλλά αναγκάζεται σε συνθήκες σχετικής ειρήνης να εγκαταλείψει τη μέχρι τώρα ζωή του, ο μετανάστης από ανάγκη δηλαδή, έχει ήδη εγκαταλειφθεί ή και ακόμα απορριφθεί από τον τόπο του, προτού φύγει, συχνά προτού καν γεννηθεί.

Κρ.Π.: Τι νέο έδωσες σ’ αυτόν το δίσκο, που δεν είχες δώσει μέχρι τώρα από τον Αλκίνοο, και τι πιθανά πήρες;

Αλκ.Ι.: Νομίζω πως για πρώτη φορά μίλησα τόσο αβίαστα και καθαρά για τα όσα με απασχολούν. Το είχα μεγάλη ανάγκη να μιλήσω καθαρά, τόσο στιχουργικά, όσο και μουσικά.

Προέκυψε ένας γυμνός δίσκος, χωρίς στολίδια, χωρίς ωραιοποιήσεις και εντυπωσιασμούς, περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Ένας δύσκολος στην υλοποίησή του δίσκος, άμεσος όμως στην ακρόασή του. Σκληρός στο βάθος του και ήσυχος στην επιφάνεια.

Συχνά, ένιωθα πως «σβήνω δίσκο», όχι πως «γράφω δίσκο». Έχτιζα και γκρέμιζα μεγάλα κομμάτια, λέξεις, νότες, όργανα, ήχους, χρόνους και ερμηνείες. Αφαίρεσα αρκετά ολοκληρωμένα τραγούδια από το υλικό, τραγούδια που τα δούλευα για μήνες, χωρίς να με νοιάζει αν είναι «καλά» ή «κακά», μόνο αν προσθέτουν στην αφήγηση ή όχι.

Δύσκολη διαδικασία… Αυτό κάνουμε όλοι όμως σήμερα: Κρατάμε τα άκρως απαραίτητα. Ακόμα και στις μεταξύ μας επαφές, οι περισσότεροι προτιμούμε τελευταίως να πηγαίνουμε κατ’ ευθείαν στην ουσία.

Η φλυαρία και ο χαριεντισμός της φούσκας σιγά-σιγά σβήνει. Αυτό έχω ανάγκη και από τους πολιτικούς: Αντί να φλυαρούν στομφωδώς, «κατακεραυνώνοντας» ο ένας τον άλλον, να μας πουν ήσυχα και καθαρά, μέσα στην καταιγίδα, την όποια αλήθεια τους. Χρειαζόμαστε συγκέντρωση και επικέντρωση, αλλιώς χαροπαλεύουμε μέσα στη σύγχυση, ενισχύοντάς την.

Ήταν όμως, για να επιστρέψω στην ερώτηση, μεγάλο το κέρδος για μένα από την όλη διαδικασία όσο και αν με δυσκόλεψε, γιατί αναγκάστηκα να επικεντρωθώ στην ουσία.

Είναι όπως ένας ήσυχος αναστεναγμός, ή ένα ουρλιαχτό, που για να δημιουργηθεί πρέπει να έχουν συμβεί πολλά, όταν όμως βγαίνει, τότε μπορεί να εκφράσει με απόλυτη ακρίβεια, ειλικρίνεια και βάθος, έννοιες, τις οποίες όσο και να προσπαθήσεις χρησιμοποιώντας περίτεχνα λόγια, αδυνατείς να περιγράψεις. Και για να το κάνει κανείς όλο αυτό τραγούδι, χωρίς αναστεναγμούς και ουρλιαχτά, χρειάζεται μια διαδικασία αρκετά περίπλοκη.

Κρ.Π.: Είναι από τους πρώτους δίσκους που εκφράζει στα περισσότερα τραγούδια του αυτό που ζούμε σήμερα, που τραγουδιέται το παρόν μας. Πόσο δύσκολο είναι να δοθεί η σύγχρονη πραγματικότητα μέσα από ποίηση και μουσική;

Αλκ.Ι.: Θέλει τον χρόνο της η ζωή για να γίνει τέχνη. Για να χωρέσει το μεγάλο παρόν στο μικρό μας τραγούδι, χρειάζεται χρόνος.

Το ανησυχητικό θα ήταν να βγαίναμε όλοι οι τραγουδοποιοί με το που ξεκίνησε η κρίση, μιλώντας όπως-όπως γι’ αυτήν, για να «πιάσουμε τον κόσμο». Είναι ένδειξη υγείας που άργησε αυτή η λειτουργία. Γιατί, δεν αρκεί να μεταφέρεις σε στίχους τα όσα ακούγονται στα καφενεία, ή τα όσα γράφονται στις εφημερίδες, για να εκφραστείς καλλιτεχνικά.

Πρέπει όλα αυτά, τα βιώματά σου, αυτά των συνανθρώπων σου, οι φόβοι, οι ενοχές, οι αβεβαιότητες, οι κλονισμοί σου, να μεταφραστούν σε μια γλώσσα ψυχής. Κι αυτό στους περισσότερους παίρνει χρόνο. Αλλιώς γράφουμε χρονογραφήματα, ή σχολιάζουμε έμμετρα την πραγματικότητα. Σεβαστά και αυτά, αλλά δεν είναι τραγούδια.

***
«Κανενός δεν ξεσηκώνεται η ψυχή
μα το σκυλί μου
το λέω Τσε
κι Άρη φωνάζω το υπέρβαρο γατί μου» (Στίχοι από το τραγούδι «Ο χορτάτος»).
Κρ.Π.: Αδιέξοδο;  Απογοήτευση; Πώς αντέχει κάποιος τόση …θλίψη;

Αλκ.Ι.: Οι περισσότεροι κοιτάμε τον εαυτό μας στον καθρέφτη και είτε τον λυπόμαστε, είτε τον σιχαινόμαστε. Παρατημένοι, πελαγωμένοι και μπερδεμένοι.

Αρκετοί από όσους στρέφονται σε κόμματα που δεν έχουν ακόμα κυβερνήσει (σίγουρα όχι όλοι, αλλά αρκετοί), το κάνουν από απελπισία, οργή και αδιέξοδο, χωρίς να αλλάζουν οι ίδιοι το αξιακό τους σύστημα, χωρίς αληθινή ελπίδα και χωρίς να κινούνται από ανάγκη για αξιοπρέπεια με επίγνωση του κόστους της. Χωρίς όραμα. Χωρίς αυτοκριτική για τις παλαιότερες επιλογές τους και την ως τώρα στάση τους. Μόλις δουν τα σκούρα (γιατί εύκολα δεν θα ‘ναι), θα ψαχτούν ξανά αλλού, οπουδήποτε. Κι εγώ μπερδεμένος είμαι, τι να πω…

Από τη μια το «Βία στη βία της εξουσίας» μου ακούγεται σαν «Νερό στο νερό της πλημμύρας» ή «Φλόγα στη φλόγα της πυρκαγιάς». Ενισχύει δηλαδή ό,τι αντιμάχεται.

Η ασχήμια δεν είναι ο τρόπος για να πολεμήσει κανείς την ασχήμια. Η οργή και η αγανάκτηση, όποτε δεν συνοδεύτηκαν από προσωπική και συλλογική καλλιέργεια, κοινό όραμα, ταυτόχρονη επίγνωση του μεγαλείου και της μικρότητάς μας και βαθιά, αληθινή αγάπη για τον άνθρωπο, έφεραν μόνο νέα καταπίεση και τραγωδίες, εξυπηρετώντας τις περισσότερες φορές, μετά από πολύ αίμα αθώων και ενόχων, όσα ξεκίνησαν να αντιπαλέψουν.

Από την άλλη, το να καθόμαστε άπραγοι, περιμένοντας τις «εξελίξεις»; Το να σιωπούμε σαν καλοχτενισμένα, φρόνιμα μαθητούδια στο κατηχητικό, περιμένοντας κάθε φορά οδηγίες, περιμένοντας να μας πούνε να πάμε να ψηφίσουμε; Κι αυτό με κάνει να αισθάνομαι άχρηστος, συνένοχος, βάρος της γης.

Και η άλλη λύση, αυτή της συλλογικής δράσης, της υγιούς προσφοράς, της αλληλεγγύης, της ανιδιοτελούς ανάμιξης με τα κοινά, να παραμένει ασύνδετη, διασπασμένη, ευάλωτη στο καπέλωμα, στην καχυποψία και στην τύχη, και παρά την αφοσίωση και τις θυσίες τόσων ανθρώπων και ομάδων να μην αποκτά συνολικό χαρακτήρα…

Και η μαυρίλα θεριεύει στην κυβέρνηση, στις τράπεζες, στις οθόνες, στους δρόμους, μέσα μας. Και πραγματικό, βαθύ, φεγγοβόλο όραμα στον καθένα μας και στην κοινωνία, πουθενά. Αυτό εκμεταλλεύονται και μας χώνουν όλο και βαθύτερα στη θανατηφόρα κακογουστιά τους οι κυβερνώντες.

Εναποθέτουμε τις ελπίδες μας στην όποια διεθνή συγκυρία, που, πώς τα καταφέρνουμε, πάντα εναντίον μας είναι, ή στην αλλαγή κυβέρνησης, σάμπως μπορεί κάποιος να αλλάξει τις ζωές μας χωρίς να έχει σύμμαχο τον καλύτερο εαυτό μας, ενώ ο καθένας μας παραμένει στην ουσία αυτό που ήταν. Αποκαρδιωτική η κατάσταση, πράγματι… Αλλά, τουλάχιστον την αναγνωρίζουμε πια.

Γιατί ακόμα θλιβερότερο ήταν όταν στην «καλή» εποχή δεν αναγνωρίζαμε την κατάστασή μας, πράγμα που, από αυτήν τουλάχιστον την άποψη, την καθιστούσε χειρότερη από τη σημερινή. Οπότε, περιέργως, μάλλον υπάρχει πρόοδος… Γιατί το να αναγνωρίσει κανείς την κατάστασή του είναι πάντα το πρώτο βήμα για τη βελτίωσή της. Το επόμενο βήμα πρέπει να γίνει γρήγορα, όχι όμως βιαστικά.

***
«Πού να πήγε τόση ζωή κι αυτά που ήταν να ‘ρθούνε
ούτε στο αύριο πετούν ούτε στο εδώ πατούνε» (στίχοι από το χασάπικο με τίτλο «Πού πεθαίνουν τόσα πουλιά», το πρώτο λαϊκό του δίσκου που έχει αναφορές στη λαϊκή μουσική της δεκαετίας του ’50 και του ’60)
Κρ.Π.: Ποιοί, πότε και πώς, θα απαντήσουν σε αυτό το ερώτημα;

Αλκ.Ι.: Η ζωή θα απαντήσει. Τις απαντήσεις τις δίνει πάντα η ζωή. Η δική μας υποχρέωση είναι να της θέτουμε τις σωστές ερωτήσεις. Αλλιώς, οι απαντήσεις που μας δίνει δεν ανταποκρίνονται στις ερωτήσεις που της θέσαμε. Είναι παντελώς άσχετες.

Και τότε δεν υπάρχει διάλογος, γιατί η συνομιλία μας με τη ζωή αποτελεί μιαν ασυναρτησία. Τότε, εμείς και οι ζωές μας, ζούμε σαν ξένοι που δεν γνώρισαν ποτέ ο ένας τον άλλον.

Κρ.Π.: Το δεύτερο λαϊκό του δίσκου με τίτλο «Μια χούφτα γη» γράφτηκε μετά το θάνατο του Παπάζογλου και έχει αναφορές στην Εκδίκηση της γυφτιάς, και στη Σχολή της Θεσσαλονίκης;

Αλκ.Ι.: Μέσα μου, έχει ξεκάθαρη αναφορά στον Νίκο Παπάζογλου. Μου κάνει εντύπωση που πέρασε τόσο αθόρυβα το φευγιό του. Έκανε σημαντικά πράγματα με έναν τρόπο τελείως δικό του και επηρέασε, μέσα από την τσιγκούνικα μικρή δισκογραφία του, αλλά και μέσα από τις παράπλευρες δραστηριότητές του, τον δρόμο όλων μας.

Φεύγει σχετικά νέος απ’ τη ζωή ένας τέτοιος άνθρωπος, και το μελάνι που χύνεται είναι απείρως λιγότερο από αυτό για τον νέο καλοκαιρινό έρωτα της τάδε φετινής τραγουδίστριας ή τηλε-περσόνας. Δε γκρινιάζω, με πιάνουν τα γέλια, έχει και την πλάκα του όλο αυτό. Μόνο στην πλάκα μπορείς να το πάρεις, αλλιώς χάθηκες… Τέλος πάντων…

Ενώ η «Μικρή Βαλίτσα» στηρίζεται στον ήχο του κουαρτέτου εγχόρδων, υπάρχουν κάποια λαϊκότροπα τραγούδια στον δίσκο, που αναφέρονται σε διαφορετικές εποχές του λαϊκού τραγουδιού, από τα παλιά ρεμπέτικα μέχρι το νεότερο λαϊκό. Οι αναφορές δεν είναι μόνο στο ύφος, αλλά και στον χαρακτήρα των εποχών αυτών, ακόμα και σε συγκεκριμένα τραγούδια, μαζί με μια εσωτερική σύνδεση με τον σημερινό εαυτό μου.

Όταν ο σημερινός εαυτός μας απουσιάζει από τα όσα φτιάχνουμε, τότε κάνουμε απλά αναπαράσταση. Το θέμα είναι να τον εντάξεις δημιουργικά και όχι απλά κραυγαλέα.

Κάθε φορά που ετοιμαζόμουν να φύγω απ’ τη χώρα, άκουγα μόνο δημοτικά και ρεμπέτικα. Αυτά θα έπαιρνα μαζί μου πρώτα, αν έφευγα. Όταν το συνειδητοποίησα, εγώ, ένας «έντεχνος τροβαδούρος» με «κλασικές ανησυχίες», ησύχασαν πολλά πράγματα μέσα μου.

Επίσης, η παρουσία τους στη «Μικρή Βαλίτσα» είναι και αποτέλεσμα της αγωνίας μου που το λαϊκό τραγούδι, από πεντακάθαρο, σπουδαίο μουσικό και ποιητικό είδος, ξέπεσε στα χέρια του λαμέ lifestyle,  της έντεχνης ανακατωσούρας, της επίδειξης ταχύτητας στο μπουζούκι, της χρήσης του απλά σαν «χρώμα» σε πιο «πειραματικές» δουλειές, της ανούσιας εκμετάλλευσής του από τρέντυ, ευχάριστα, νεο-ποπ, καλοκαιρινά εγχειρήματα και της «ωραιοποίησής» του προκειμένου να μπει στα μεγάλα σαλόνια. Μόνο σε κάποια λίγα ταπεινά ρεμπετάδικα, σε ελάχιστους καλλιτέχνες και σε κάποιες παρέες επιβιώνει η ουσία του, κι αυτή η επιβίωση κρέμεται από μια κλωστή.

Όχι πως μπορώ να βοηθήσω προσθέτοντας τρία ή τέσσερα τραγούδια στο ρεπερτόριο, αλλά το είχα προσωπική ανάγκη. Ίσως πάλι κάποιος πιτσιρικάς να ακούσει δυο νότες απ’ το τρίχορδο και να ενδιαφερθεί, να ψάξει και κάτι άλλο, παλαιότερο, να ακούσει στο κεφάλι του κάτι το αυριανό ή το παντοτινό.

Είναι απρόβλεπτοι οι πιτσιρικάδες… Πήγα δυο φορές στο παγκόσμιο φεστιβάλ των Κελτών, στη Γλασκόβη, τη μια για να παρακολουθήσω, την άλλη για να λάβω μέρος. Εκεί είδα μικρά παιδιά, Κελτάκια 10-15 χρονών, να γνωρίζουν και να συμμετέχουν με μεγάλη χαρά στην παράδοσή τους. Έπαιζαν στους δρόμους, τραγουδούσαν παντού, ανεπίσημα, παιδάκια που ήταν εξαιρετικά σύγχρονα και απόλυτα δεμένα με το παρελθόν τους.

Εκεί είδα και γνώρισα επίσης Κέλτες μπουζουξήδες, κυρίως Σκοτσέζους και Ιρλανδούς, αλλά και από άλλες χώρες. Όταν συνειδητοποίησα πόσο δημιουργικά και ελεύθερα έχουν εντάξει το μπουζούκι στην παράδοση αλλά και στη νέα δημιουργία τους, ντράπηκα που εμείς το έχουμε κάνει σημαία της παρακμής μας. Κι όταν άκουσα νέες μπάντες να εντάσσουν στους δίσκους και στις συναυλίες τους παλιά δικά τους λαϊκά τραγούδια, χωρίς καμία ενοχή και χωρίς να τα βιάζουν ώστε να ενθουσιάσουν τα πλήθη, ντράπηκα διπλά που εμείς σνομπάρουμε το είναι μας.

Κρ.Π.: Με φόντο μία κρίση ελληνική, ευρωπαϊκή και παγκόσμια, τι σε κινητοποίησε περισσότερο να γράψεις και να ολοκληρώσεις αυτόν τον δίσκο με κυρίως πολιτικό ύφος;

Αλκ.Ι.: Αυτό που με κινητοποιούσε πάντα: η ανάγκη μου να μοιραστώ με την τέχνη μου και με τους συνανθρώπους μου τα όσα είμαστε και τα όσα μας συμβαίνουν, έτσι όπως τα αισθάνομαι και τα καταλαβαίνω. Έκανα αυτό που έκανα πάντοτε. Ίσως πιο καθαρά και πιο άμεσα.

Κρ.Π.: Αυτά τα χρόνια έχεις παίξει σε συναυλίες ενάντια στην εξόρυξη χρυσού στη Χαλκιδική και για συμπαράσταση κρατουμένων που βασανίστηκαν. Υπάρχουν οι φωνές τους με κάποιον τρόπο μέσα σ’ αυτήν τη «Μικρή βαλίτσα»;

Αλκ.Ι.: Ναι, θα ήταν αδύνατον να εξαιρέσω αυτές τις περιπτώσεις από τα όσα μας συμβαίνουν, άρα και από τα όσα εμπεριέχει ο δίσκος. Οι φωνές που αντιστέκονται στο σκοτάδι, όπως μπορώ να τις ακούσω ο ίδιος τουλάχιστον, είναι σίγουρα μέρος του δίσκου.

Κρ.Π.: Η «μέρα που θα ‘ρθει» πώς θα ‘θελες – και θα ’λεγες- να είναι;

Αλκ.Ι.: Μόνο την ουτοπία ονειρεύομαι. Σηκώνει κοροϊδία η στάση μου, το ξέρω, αλλά δεν αξίζει να ονειρευόμαστε κάτι λιγότερο. Μπορούμε να επιθυμούμε καλύτερη ζωή, να διεκδικούμε περισσότερα δικαιώματα, να αγωνιζόμαστε για μια βελτίωση. Όλα αυτά όμως έχουν νόημα μόνο όταν το όνειρο εκτείνεται στο άπειρο. Αν το όνειρό σου δεν είναι η απόλυτη δικαιοσύνη (είτε υπάρχει φιλοσοφικά ως έννοια, είτε όχι), δεν μπορείς να ονειρεύεσαι λίγη περισσότερη δικαιοσύνη. Μπορείς να παλεύεις για λίγη περισσότερη δικαιοσύνη, αν την ονειρεύεσαι ολόκληρη.

Στο κέντρο της ύπαρξής σου θέτεις το ολόκληρο, όχι το λίγο περισσότερο. Έτσι, μπορείς ίσως να λες πως βαδίζεις προς τη σωστή κατεύθυνση, πως βήμα-βήμα και μάχη-μάχη το πλησιάζεις, κι ας ξέρεις πως ποτέ δεν θα φτάσεις, κι ας φτάσουν άλλοι, αιώνες μετά από σένα. Κι ας μη φτάσουν ούτε κι αυτοί, δεν έχει σημασία…

Κρ.Π.: Ποιο τραγούδι σου σε δυσκόλεψε περισσότερο να γράψεις τους στίχους του, όχι από άποψη τεχνική και πρακτική, αλλά κυρίως ψυχική, και γιατί;

Αλκ.Ι.: Ήταν όλα τα τραγούδια ανοιχτά σε αλλαγές. Ακόμη και μπροστά στο μικρόφωνο άλλαζα λέξεις ή νότες. Το υλικό επέδειξε εξαιρετική ευελιξία στις αλλαγές των βιωμάτων, των αισθημάτων και των αναγκών μου.

Γενικά, δεν μου αρέσει να λέω πως βασανίστηκα να γράψω κάτι. Είναι σαν τη μάνα που κρατάει το παιδί της και παραπονιέται για το πόσο πόνεσε όταν το γεννούσε. Κι απ’ την άλλη, τραγούδια είναι… Εδώ άλλοι σκάβουν όλη μέρα.

Μπορώ πάντως να σου πω πως η δημιουργική ομάδα, οι μουσικοί και οι τεχνικοί, χρειάστηκε να δώσουν πολύ πέραν του αναμενόμενου, σε ώρες, ενέργεια, ταλέντο και γνώση. Το έδωσαν ολόψυχα, παρά την εξάντληση. Αυτό το «ολόψυχα» αποτυπώθηκε στον δίσκο και θα το θυμάμαι για πάντα.

***
«Σαν είν’ τα όνειρα μικρά
μικραίνουνε μαζί και τα τραγούδια
μικραίνει ο τόπος κι η καρδιά
[…] Μια αλυσίδα σε κρατά
και τη γυαλίζεις και την ομορφαίνεις
δένεις γραβάτα τη θηλειά
[…] Σιγανά και ταπεινά
μα όχι σκυμμένα και ταπεινωμένα
γίνε η ζωή σου που περνά»
Κρ.Π.: Είναι τόσο αυτονόητα όλα αυτά, για να φτάσει κανείς στο «Τι περιμένεις πια», δηλαδή στον τίτλο αυτού του τραγουδιού. Νιώθεις σήμερα, πως ζούμε γενικά την αμφισβήτηση του «αυτονόητου» και την ανάγκη για τον επαναπροσδιορισμό του;

Αλκ.Ι.: Το αυτονόητο αποδείχτηκε καταστροφικό. Κι αν δεν είμαστε ακόμα έτοιμοι για το αδιανόητο, εύχομαι να μην παραμείνουμε στο ανόητο. Να πάμε ένα βήμα μπρος. Να πάρουμε την ευθύνη αυτού του βήματος. Με τη γνώση πως δεν θα είναι εύκολη δουλειά ο αγώνας για αξιοπρέπεια, με την επίγνωση πως δεν κάνουμε το βήμα για να βολευτούμε, αλλά για να ξεβολευτούμε δημιουργικά. Και δεν αναφέρομαι αποκλειστικά στην εκλογική διαδικασία.

Πρέπει να γίνει μια επανατοποθέτηση της κοινωνίας, γιατί φτάσαμε στο σημείο μηδέν. Το επίπεδο ζωής, το επίπεδο σκέψης, οι αντιλήψεις, οι αξίες, η αισθητική μας, είναι όλα σε ελεύθερη πτώση. Αναγνωρίζοντας την κατάστασή μας, έχουμε πολλή δουλειά ο καθένας με τον εαυτό του και όλοι μαζί για να μπορέσουμε να σταθούμε σαν προσωπικότητες και σαν σύνολο. Χωρίς θούριους και υψωμένες γροθιές, χωρίς να μετατραπούμε από τη μια μέρα στην άλλη από βολεμένοι δανειολήπτες σε οργισμένους πλην ευκαιριακούς επαναστάτες, αλλά με μεθοδικότητα, απόφαση και κόστος, ατομικά και συλλογικά, με «αίσθημα ευθύνης», που λένε και οι πιο ανεύθυνοι πολιτικοί μας, πρέπει κάποτε να αρχίσουμε την κίνηση προς τα εμπρός. Και με τη βεβαιότητα πως, αν αποτύχουμε, το θηρίο θα επανέλθει ακόμα πιο άγριο.

Κρ.Π.: Στο τραγούδι με τίτλο «Πολιτική τοποθέτηση» κάνεις ακτινογραφία του μέσου –προοδευτικού θεωρητικά- Έλληνα – και όχι μόνο… Λες, για παράδειγμα:
«Ρεύομαι σούσι κι ονειρεύομαι επανάσταση
καλοταϊσμένος περιμένω την ανάσταση
είμαι γελοίος
[…] Μικρός ορκίστηκα τον κόσμο να αλλάξω
μα στα σαράντα μου είμαι ο κόσμος
πού να ψάξω για τον ένοχο
[…] Μεγαλουργώ στα λόγια κι από πράξη τίποτα
[…] Ρεύομαι σούσι κι ονειρεύομαι επανάσταση
Είμαι επιτάφιος, με προσπέρασε η ανάσταση
κι ελπίδα δεν έχω». 

Από πού μπορούμε να περιμένουμε, κάτι, σήμερα; 

Αλκ.Ι.: Από εμάς τους ίδιους. Από κανέναν άλλον. Γιατί, και τον πιο ικανό, τον πιο άφθαρτο να ψηφίσουμε, αν του δώσουμε να οδηγήσει έναν σμπαραλιασμένο, μπερδεμένο θίασο, μόνο εμπόδιο θα του είμαστε.

Από εμάς πρέπει να περιμένουμε πρώτα. Από τα βιβλία που θα διαλέξουμε να διαβάσουμε, την τηλεόραση που θα σβήσουμε για να κοιταχτούμε με τους ανθρώπους μέσα στο ίδιο μας το σπίτι, από τις συγνώμες που θα πούμε, από τα όπλα που ο καθένας μας θα ανακαλύψει ξεχασμένα στην ψυχή του και στην αγκαλιά του άλλου. Δε βλέπεις τι γίνεται; Όποιος βγει να μοιραστεί κάτι, πέφτουμε όλοι να τον φάμε. Υπάρχει οργή και μίσος που δεν ξέρουμε πού να διοχετεύσουμε, και τα επιστρέφουμε απλόχερα στον εαυτό μας. Αποτελούμε την ευκαιρία ώστε η επιστημονική κοινότητα να επινοήσει, μετά την οικογενειακή ή την ομαδική ψυχοθεραπεία, την εθνική ψυχοθεραπεία.

Αν πρέπει να περιμένουμε κάτι, θα γεννηθεί από την ελπίδα, τη μοιρασιά, την ανεκτικότητα, την αγάπη μας για τον άνθρωπο, την αναζήτηση της ουσίας και την πίστη πως αξίζει να ζήσουμε πιο ουσιαστικά. Από τη συνείδηση πως δεν ζούμε μόνοι, ούτε σαν άτομα, ούτε σαν σύνολο, σ’ αυτόν τον πλανήτη, καθώς και από τη συνεχή αυτοκριτική μας: Ένας στίχος από το ίδιο τραγούδι, λέει «Στο διαδίκτυο απαγγέλλω το κενό μου, είμαι μεγάλος στο μικρό δωμάτιό μου». Αυτό ακριβώς κάνω λοιπόν αυτή τη στιγμή… Δε φτάνει.

Κρ.Π.: Τελικά ταξιδεύει η μικρή βαλίτσα… (με χασάπικα, ρεμπέτικα, ζεϊμπέκικα, ροκ, μπαλάντες, δημοτικά, λαϊκά, με αυτοκριτική, σάτιρα, ερωτισμό, αγάπη, κριτική, απογοήτευση, ελπίδα);

Αλκ.Ι.: Ναι, ταξιδεύει! Παίζουμε στο Γυάλινο τώρα, με τον Γιώργο Καλούδη στο τσέλο και τη λύρα, τον Φώτη Σιώτα στο βιολί και στη βιόλα, τον Δημήτρη Τσεκούρα στο κοντραμπάσο και βέβαια τον Μανόλη Πάππο στο μπουζούκι. Μετά θα πάμε στη Θεσσαλονίκη, όπως και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας. Την Άνοιξη στην Ευρώπη, το Καλοκαίρι ποιος ξέρει…

Ξεκίνησε το ταξίδι της η Μικρή Βαλίτσα κι ευτυχώς παίρνει κι εμάς μαζί. Όχι σαν αχθοφόρους, αλλά σαν συνταξιδιώτες.

Κρ.Π.: Θα ήθελα να κλείσει αυτή η συνέντευξή σου με τον «Τιμονιέρη». Είναι αυτός που μας οδηγεί σήμερα; Εντός μας και εκτός μας; Αν και απαντάς με τους στίχους σου, θα ήθελες να πεις κάτι περισσότερο γι’ αυτόν τον σημερινό «ήρωα» της κατάντιας μας;

Αλκ.Ι.: Μας γνωρίζει απ’ έξω κι ανακατωτά, μας παίρνει πατρικά απ’ το χεράκι και μας οδηγεί στην κάθε μέρα μας. Κι εμείς τον ξέρουμε άλλο τόσο καλά. Γιατί εμείς τον φτιάξαμε, κι ας το ξεχνάμε. Δεν θα ζήσω τη μέρα που θα τον γκρεμίσουμε ήσυχα και σίγουρα από το βάθρο του, μέσα και έξω μας. Έχουμε πολύ δρόμο ως τότε. Το επόμενο -και τελευταίο- τραγούδι του δίσκου λέγεται «Η μέρα που θα ‘ρθει» και αναφέρεται στην πτώση του. Και στη γέννηση ενός νέου κύκλου. Πιστεύω πως η μέρα θα ‘ρθει. Γι’ αυτό κάνω παιδιά. Κι ας ξέρω πως, την επομένη της νέας μέρας, θα αρχίσουμε οι άνθρωποι να δημιουργούμε τον «Τιμονιέρη» απ’ την αρχή.-

Ο τιμονιέρης

Μη λες πολλά, μη θες πολλά, μην κάνεις το δικό σου
μην πας ψηλά, μη θες πολλά, μείνε στο μερτικό σου
Μείνε στο μαύρο σου κενό, στη γκρίζα σου την πόλη
μην έχεις μνήμη, μη ρωτάς, κάνε όπως κάνουν όλοι

Βολέψου αναπαυτικά κι άσε μου το τιμόνι
παντρέψου στα περιοδικά, σμίξε με την οθόνη
Μέσ’ απ’ της κάλπης τη σχισμή ξεγέννα τα παιδιά σου
κι ήσυχος κλείσ’ τα μάτια σου κι από τον κόσμο χάσου

Σου δίνω Σάββατο να βγεις στη νύχτα του άλλου κόσμου
μια Κυριακή να βαρεθείς κι αύριο ξανά δικός μου
Ζήτα μου αν θέλεις δανεικά, στέγη, τροφή κι αμάξι
δική μου η γη που σε γεννά κι η γη που θα σε θάψει

Αν μου σταθείς αντίπαλος σου εκδίδω και βιβλίο
και καπετάνιο κάμνω σε σ’ ένα μεγάλο πλοίο
Στης πλάνης σου τ’ απόνερα ελεύθερος κολύμπα
και κάθε χρόνο μια φορά σπάσ’ τα και κάν’ τα λίμπα

Είμαι η ομίχλη στο μυαλό κι ο φράχτης στην καρδιά σου
και στο πανί του ύπνου σου προβάλλω τα όνειρά σου
Είμαι εσύ κι είσαι εγώ και πώς να με νικήσεις
χωρίς εμένα δεν μπορείς να ζήσεις ή να σβήσεις

[jwplayer | file=http://www.youtube.com/watch?v=L3dU6J2isxI]

Μικρή Βαλίτσα

Στίχοι, μουσική, ενορχήστρωση: Αλκίνοος Ιωαννίδης
Καλλιτεχνική παραγωγή, ηχοληψία, μίξη: Βαγγέλης Λάππας

Στο (8), στίχοι: Νίκος Γκάτσος. Στο (9), στίχοι: Άντης Ιωαννίδης
Ενορχήστρωση (4, 5, 6): Μ. Πάππος, Δ. Μυστακίδης, Α. Ιωαννίδης
Ενορχήστρωση (10): Γ. Καλούδης, Α. Ιωαννίδης

Ο δίσκος αφιερώνεται σε όσους αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τον τόπο τους και σε όσους εγκαταλείπονται από αυτόν.

1.   Πάντα θα ξημερώνει
2.   Ο χορτάτος
3.   Πολιτική τοποθέτηση
4.   Πού πεθαίνουν τόσα πουλιά
με την Ναταλία Λαμπαδάκη
5.   Μια χούφτα γη
6.   Η ωραία του χωριού
7.   Χωρισμός
8.   Χατζιδακιάς με την Μαρία Φαραντούρη
στίχοι: Νίκος Γκάτσος
9.   Η μάνα μου το Πάσχα
στίχοι: Άντης Ιωαννίδης
10. Τι περιμένεις πια
11. Μικρή βαλίτσα
12. Ο τιμονιέρης με τον Σωκράτη Μάλαμα
13. Η μέρα που θα ‘ρθει

Στίχοι των Τραγουδιών

Συνήχησαν:

Κουαρτέτο Los Tres Amigos (1, 2, 3, 7, 8, 9):
Μιλτιάδης Παπαστάμου – βιολί
Παύλος Μιχαηλίδης – βιολί
Φώτης Σιώτας – βιόλα
Γιώργος Καλούδης – τσέλο

Μανόλης Πάππος – μπουζούκι (4, 5, 6, 7, 8), μπαγλαμάς (5, 6, 7)
Χάρης Λαμπράκης – νέυ (13)
Γιώργος Καλούδης – κρητική λύρα (10), τσέλο (12, 13)
Δημήτρης Μυστακίδης – λαϊκή κιθάρα (4, 5, 6, 7)
Βαγγέλης Λάππας – κλασσική κιθάρα (2)
Δημήτρης Τσεκούρας – κοντραμπάσο (1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 12, 13)
Σωτήρης Λεμονίδης – πιάνο (3, 4, 8)
Φώτης Σιώτας – βιολί, βιόλα (12, 13)
Αλκίνοος Ιωαννίδης – κλασσική και ακουστική κιθάρα (1, 3, 7, 8, 9) κρητικό και στεριανό λαούτο (1, 10, 12)

Στην «Χατζιδακιάδα», έπαιξαν επίσης οι:
Μαριλένα Δωρή – φλάουτο
Σπύρος Τζέκος – κλαρινέτο
Σωκράτης Άνθης – τρομπέτα
Αντώνης Λαγός – κόρνο
Μιχάλης Διακογιώργης – τρίγωνο, πιατίνι

Οι ηχογραφήσεις έγιναν στο «Στούντιο Αισθητικής»
Οι πρόσθετες ηχογραφήσεις έγιναν στο «Studio Sierra» από τον Παναγιώτη Πετρονικολό και τον Βαγγέλη Λάππα
Οι μίξεις έγιναν στο «Studio Sierra»
Digital mastering: Adam Ayan, Gateway Mastering Studios, Inc.

Τεχνική επιμέλεια, βοηθός ηχολήπτη: Βασίλης Δρούγκας

Ζωγραφικό εξωφύλλου: Άντης Ιωαννίδης

Γραφιστική επιμέλεια: Άντης Ιωαννίδης, Νίκος Κυπαρίσσης
Φωτογραφία (Άγιος Λαυρέντιος Πηλίου): Νικόλας Χρυσός
Φωτογραφίες με κουστούμι (Μέγαρο Μουσικής Ευβοίας): Αιμιλία Μηλού
Φωτογραφίες από το «Στούντιο Αισθητικής»: Δημήτρης Τσεκούρας, Αλκίνοος Ιωαννίδης

Executive Producer: Χρίστος Όθωνος – Roll Out Vision Services (Εκτυλισσόμενες Οραματικές Διακονίες)

Παραγωγή: Cobalt Music

Ηχογράφηση και μίξη: Μάιος – Οκτώβριος 2014
Ημερομηνία κυκλοφορίας: 27 Οκτωβρίου 2014

Ευχαριστώ από καρδιάς όλους τους συντελεστές. Προσέφεραν χωρίς όρια και όρους, καθορίζοντας το αποτέλεσμα με την αισθητική, το αίσθημα, την αντοχή και τη γνώση τους.

Ευχαριστώ επίσης θερμά τους:

Παναγιώτη Πετρονικολό, Χρήστο Ζορμπά, Νίκο Καραπιπέρη, Σάιμον Χιλλ, Γιάννη Φώσκολο, Βασίλη Χριστοδούλου, Γιάννη Πασχαλίδη, Γιάννη Παρχαρίδη.

Τις «Αλουστίνες» και το «Αψέντι» στο Θησείο, την «Οδό Ονείρων» στη Χαλκίδα, το «Θέατρο Ριάλτο» στη Λεμεσό και τη μπουάτ «Απανεμιά» στην Πλάκα, όπου πρωτόπαιξα κάποια από τα τραγούδια.

Για τα όργανα που μας δάνεισαν, τους συναδέλφους: Γιάννη Σερεμέτη, Χρήστο Τόφα, Γιάννη Ζευγόλη, Πέτρο Βαρθακούρη, Νίκο Παραουλάκη, Σωτήρη Λεμονίδη, Γιώργο Μανωλάκη, Δημήτρη Βαρελόπουλο, Δημήτρη Ραπακούσιο, Βενιζέλο Λεβεντογιάννη, Μιχάλη και Ιάκωβο Μουντάκη.

Την Αγαθή Δημητρούκα για τους στίχους του Νίκου Γκάτσου στην «Χατζιδακιάδα».

Τις εκδόσεις Καστανιώτη για το απόσπασμα από τους «Άγριους ντετέκτιβ» του Ρομπέρτο Μπολάνιο, όπως και τον Γιώργο Χουρδάκη, που μου χάρισε το βιβλίο.

Οι στίχοι του πατέρα μου στο «Η μάνα μου το Πάσχα», μελοποιήθηκαν στο φοιτητικό μου δωμάτιο, στα Άνω Ιλίσια, το ‘89.

Ο «Χωρισμός» γράφτηκε στον Βύρωνα, στις αρχές της δεκαετίας του ’90.
Τα άλλα τρία λαϊκά τραγούδια γράφτηκαν το καλοκαίρι του ’13, όταν επιτέλους πήρα τρίχορδο, άσχετος, ακατάσχετος, πιθανότατα ενοχλητικός μπουζουξής παραλίας. Κάτω απ΄το ίδιο αρμυρίκι γράφτηκε και το «Τι περιμένεις πια».
Ο «Χορτάτος» γράφτηκε στην Κέρκυρα, τον Φεβρουάριο του ’11.
Η «Χατζιδακιάς» μελοποιήθηκε επίσης το ’11, για το αφιέρωμα που κάναμε με την Μαρία Φαραντούρη, τον Βασίλη Γισδάκη και τον Μίλτο Λογιάδη στα 100 χρόνια από τη γέννηση του Νίκου Γκάτσου.
Το «Πάντα θα ξημερώνει» γράφτηκε μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα.
Η «Μικρή βαλίτσα» γράφτηκε στην Εύβοια, ο «Τιμονιέρης» και η «Πολιτική τοποθέτηση» στα Κύθηρα και «Η μέρα που θα ‘ρθει» στην Αθήνα, το 2014.

Κόντεψα να φύγω από την Ελλάδα τρεις φορές τα τελευταία χρόνια. Τι θα έβαζα σε μια μικρή αποσκευή; Τι θα κρατούσα από τον τόπο, την εποχή και τον εαυτό που θα άφηνα; Πώς συσκευάζονται ο δρόμος, ο χρόνος και ο πόνος, όσα δηλαδή κάνουν τον κάθε έναν μας αυτό που είναι; Ποια είναι τα απολύτως απαραίτητα; Αυτά που, για να χωρέσουν, πρέπει να αφαιρεθεί κάτι άλλο;
Όπως, φεύγοντας βιαστικά οι πρόσφυγες, παίρνουν μαζί τα στέφανα και τις φωτογραφίες τους, έτσι έκλεισα στη Μικρή Βαλίτσα κάποια λαϊκά τραγούδια, μαζί με εικόνες του προσώπου και του καιρού μας. Επιστρέφοντας χωρίς να έχω φύγει, την ανοίγω πάλι, για να βρω μικρά κομμάτια μνήμης, τη θολή συνείδηση της τωρινής στιγμής και την προσμονή της μέρας που θα έρθει – κι ας μην έρθει. Όλα μαζί ανάκατα, μπερδεμένα, στριμωγμένα κι ακριβά.
Αλκίνοος Ιωαννίδης

http://tvxs.gr/news/moysiki/alkinoos-ioannidis-mono-tin-oytopia-oneireyomai

Αλκίνοος Ιωαννίδης: Δεν έχει ανάγκη η κοινωνία μας από στείρο και τυφλό μίσος

17:11, 03 Νοε 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/110253

«Δεν έχει ανάγκη αυτή τη στιγμή η κοινωνία μας από στείρο και τυφλό μίσος. Έχει ανάγκη από ανθρώπους που μέσα από συλλογικότητες θα μπορέσουν να προσφέρουν» ο συνθέτης, στιχουργός και ερμηνευτής Αλκίνοος Ιωαννίδης, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη με αφορμή την Πατρίδα*, συμμετέχοντας στον δημόσιο διάλογο του tvxs.

Κρ.Π.: Πώς έχεις βιώσει την σημερινή ελληνική κρίση; Πώς την έχεις αντιληφθεί, δηλαδή, με τη δική σου ματιά;

Αλκ.Ι.: Βιώνουμε αυτή την κρίση εδώ και πολλά χρόνια. Σίγουρα υπάρχουν νέα δεδομένα, αλλά δεν είναι κεραυνός εν αιθρία.

Είναι αποτέλεσμα χρόνιων ασθενειών. Βιώναμε τα συμπτώματά τους, κάποια τα συνηθίσαμε, για κάποια γκρινιάζαμε που και που, καμιά φορά κάναμε κάτι γι’ αυτά, καμιά φορά όχι… Ζήσαμε, και καλά ανύποπτοι, την πολυετή προετοιμασία της σημερινής κατάληξης. Δεν προέκυψε ξαφνικά.

Δεν αισθάνομαι, δηλαδή, ότι ζούσα σε μία υγιή χώρα, η οποία ξαφνικά αρρώστησε. Ίσα ίσα.

Δεχτήκαμε τόσα πράγματα όλα αυτά τα χρόνια, τα οποία δεν μας άγγιζαν, ίσως, ή –έστω- νομίζαμε ότι δεν μας άγγιζαν προσωπικά. Επιτρέπαμε, για παράδειγμα, στις πόλεις μας, να μην είναι φιλικές προς τα άτομα με αναπηρία, ή επιτρέπαμε στους εαυτούς μας και στους φίλους μας να ζουν χωρίς να νοιάζονται ουσιαστικά και έμπρακτα για τον διπλανό. Δεχόμαστε όλοι, δεκατρία χρόνια μετά τον σεισμό του ’99, τα ορφανά παιδιά του Χατζηκυριάκειου να ζουν σε κοντέινερ, αφού οι ζημιές στο κτήριο δεν έχουν ακόμη επισκευαστεί. Μα, ποιο μέλλον αξίζει σε μια κοινωνία που έχει τα ορφανά παιδιά της σε κοντέινερ;

Δεν ήταν καλά τα χρόνια που πέρασαν, κι ας μιλούν κάποιοι για τις «καλές εποχές». Ακόμα κι αν για κάποιους ήταν καλές όμως, δεν προετοιμαστήκαμε ούτε πνευματικά, ούτε πρακτικά, για τους δύσκολους καιρούς, που πάντοτε μπορούν να προκύψουν.

Υπήρχε φτώχεια γύρω και μέσα μας, από την οποία είχαμε πάψει να συγκινούμαστε. Όσοι δεν ήμασταν φτωχοί, όσοι καλύπταμε κουτσά-στραβά τις πραγματικές ή υπερβολικές μας ανάγκες, δεν δίναμε δεκάρα για τον διπλανό.

Με άλλα λόγια, δεν ένιωσα ποτέ πως ζω σε μια χώρα που υπόσχεται κάτι καλό. Νομίζω ότι πολλοί αναμέναμε ότι θα έρχονταν εποχές, όπου θα μας σκέπαζε το πέπλο αυτής της σημερινής μιζέριας. Και είναι κρίμα να κινητοποιούμαστε – όσο κινητοποιούμαστε, έστω αυτό το λίγο – μόνο αφότου έχει αγγίξει αυτή η υπόθεση το πορτοφόλι μας.

Κρ.Π.: Οι βασικότερες αιτίες που μας έφεραν στην σημερινή κατάσταση, ποιές είναι νομίζεις;

Αλκ.Ι.: Είναι πολύ σύνθετο το θέμα και ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για να απαντήσει σε αυτό, αλλά νομίζω ότι αφεθήκαμε, ζήσαμε μέσα στην ηλιθιότητα για δεκαετίες, ξεχάσαμε τι είναι σημαντικό και τι όχι, κι αυτό είναι αρκετό.

Υπάρχουν σίγουρα και άλλοι παράγοντες, εξωγενείς, όπως σίγουρα υπάρχουν «καρχαρίες» έτοιμοι να καταπιούν ότι ευάλωτο βρουν στο δρόμο τους, αλλά το ίδιο σίγουρα, υπάρχει και μια ευθύνη στη μεριά του θύματος.

Κρ.Π.: Υπάρχει ευθύνη, πιστεύεις, στη μεριά του θύματος;

Αλκ.Ι.: Βέβαια υπάρχει ευθύνη. Κατ’ αρχήν, ευθύνη υπάρχει στο ότι ανεχτήκαμε αυτού του είδους την πολιτική τόσα χρόνια.

Δηλαδή, αν είμαστε άβουλα όντα, τα οποία δεν έχουν καμία δύναμη και δεν μπορούν να καθορίσουν στο παραμικρό τις εξελίξεις, τότε ας το πάρουμε απόφαση κι ας ζήσουμε σαν δούλοι. Αλλά, αν δεν το δεχόμαστε αυτό, τότε σίγουρα έχουμε ευθύνη για όσα έχουν συμβεί.

Κρ.Π.: Με λίγα λόγια, δηλαδή, ο κάθε πολίτης δεν είναι μόνο για να πηγαίνει να ψηφίζει κάθε τέσσερα χρόνια;

Αλκ.Ι.: Ξέρεις, αυτό δεν είναι δημοκρατία, ακριβώς… Δημοκρατία είναι το να συμμετέχεις στα κοινά, κι αυτό να είναι μια σταθερή και αδιαπραγμάτευτη λειτουργία της ζωής.

Να μπορείς να αυτό-οργανώνεσαι, να συμμετέχεις σε δράσεις, να έχεις ιδέες οι οποίες να μπορούν να εφαρμόζονται μέσα από μια διαδικασία συλλογική, να μπορείς να δεχτείς τη διαφορετικότητα του άλλου και να την αξιοποιήσεις, να καταφέρεις να συνεργαστείς με αυτόν που έχει άλλη άποψη από τη δική σου, να συνεννοηθείς με τον φίλο, με τον γείτονά σου, με τη γυναίκα σου, με τα παιδιά σου.

Στο τέλος να μπορείς να συνεννοηθείς με τον εαυτό σου… Κάτι που δεν είναι καθόλου αυτονόητο στις εποχές που ζούμε. Όλα αυτά είναι δημοκρατία. Δεν είναι η μεγάλη «χάρη» που μας κάνουν, να ψηφίζουμε κάθε τέσσερα χρόνια.

Κρ.Π.: Και ίσως το θεωρούν και κάποιοι, τρομερό γεγονός, το ότι ψηφίζουν κάθε τέσσερα χρόνια;

Αλκ.Ι.: Η αλήθεια είναι ότι μοιάζει να νομίζουν ότι μας κάνουν πολύ μεγάλη χάρη, να μας παραχωρούν αυτό το προνόμιο. Το οποίο, όμως, στις εποχές που ζούμε, ακόμα και αυτό, υπάρχουν άνθρωποι που το αμφισβητούν.

Κρ.Π.: Δηλαδή;

Αλκ.Ι.: Θέλω να πω, ότι υπάρχουν αρκετοί που λένε «Α, ρε, Παπαδόπουλε!», ή «μια χούντα μας χρειάζεται», ως απάντηση στην σαπίλα που έφερε το… άλλο σύστημα, το δημοκρατικό.

Κρ.Π.: Ποιό θεωρείς το σημαντικότερο πρόβλημα, σήμερα, στην Ελλάδα;

Αλκ.Ι.: Η έλλειψη πολιτισμού. Αυτό είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα. Διότι, ακόμα και αν μας ρουφήξουν το αίμα, αν υπάρχει κάποια ελπίδα, μέσα σε όλη αυτή την ιστορία, δεν έρχεται ούτε από την πολιτική, ούτε από τους οικονομολόγους, ούτε από τους τραπεζίτες.

Αντίθετα, έρχεται από το επίπεδο του πολιτισμού των ανθρώπων που κατοικούν σε αυτόν τον τόπο. Γιατί, ακόμα και αν πάμε οικονομικά καλύτερα, για λόγους που δεν μπορώ να φανταστώ, τι νόημα θα έχει, αν παραμείνουμε πνευματικά στο επίπεδο των εποχών που μας έφεραν ως εδώ;

Κοιτούσαμε, χρόνια, υποτιμητικά τους ανατολικο-ευρωπαίους «υπηρέτες», κι ας ήξεραν εκατό ποιήματα επ’ έξω, κι ας είχαμε εμείς να διαβάσουμε ποίημα από το σχολείο.

Αυτό το πνευματικό επίπεδο, που μεταφράζεται σε ποιότητα σκέψης, πράξης και ζωής, που καθορίζει την ηθική και την αισθητική, που γίνεται πολιτικό με την πιο καθαρή έννοια της λέξης, κατάφεραν οι υπεύθυνοι, εδώ και δεκαετίες, να το κατεβάσουν πάρα πολύ. Και όταν λέω «υπεύθυνοι», δεν εννοώ μόνο τους Υπουργούς Παιδείας.

Εννοώ και εμάς τους καλλιτέχνες, και αυτούς που ονομάζουμε «πνευματικούς ανθρώπους» και τα ραδιόφωνα και τις τηλεοράσεις και τα περιοδικά. Εννοώ, όλους τους ανθρώπους που υποτίθεται ότι ασχολούνται με αυτό που ονομάζουμε «πολιτισμό», είτε κάνουμε πράγματι πολισμό είτε νομίζουμε ότι κάνουμε. Και, μαζί, φταίει και η πλειοψηφία του «κοινού». Όλοι, έχουμε την ευθύνη μας σ’ αυτό.

Κρ.Π.: Έλλειψη πολιτισμού δεν είναι το ότι η πλειοψηφία ενδιαφερόταν τόσα χρόνια κυρίως για το προσωπικό τους συμφέρον;

Αλκ.Ι.: Μα, νομίζουμε πως το προσωπικό μας συμφέρον είναι να περνάμε καλύτερα από τον γείτονα.

Το γεγονός ότι δεν μας απασχολεί ο άνθρωπος που πεινά δίπλα μας, και μας απασχολεί η πείνα μόνον όταν φτάσουμε να πεινάμε οι ίδιοι, ή το γεγονός ότι ανεχόμαστε ένα κράτος-δολοφόνο, που αφήνει τη γιαγιά να πεθάνει αβοήθητη, ενώ πλήρωνε τόσα χρόνια τους φόρους και την ασφάλειά της, ή το γεγονός που ανέφερα πριν, δηλαδή τα άτομα με αναπηρία, που δεν μπορούν να πάνε ούτε για έναν καφέ, πόσο μάλλον να εργαστούν.

Πηγαίνω στο εξωτερικό πολύ συχνά, είτε στην Ευρώπη, είτε στην Αμερική, και παρατηρώ άτομα σε καροτσάκι να κυκλοφορούν στο δρόμο, και καμιά φορά ξεχνιέμαι και λέω «Τί έγινε; Έπαθαν όλοι ατύχημα, εδώ;». Και μετά θυμάμαι ότι απλά, εκεί μπορούν να κυκλοφορήσουν…

Κρ.Π.: Δεν είναι δηλαδή περιθωριοποιημένοι, είναι μία μειοψηφία, που όμως έχει τα ίδια δικαιώματα με όλους…

Αλκ.Ι.: Είδες; Φτάσαμε να συζητάμε τα αυτονόητα: Το αν έχουν οι μειοψηφίες το δικαίωμα στη ζωή! Και αυτό δεν είναι αποτέλεσμα της κρίσης, των τελευταίων δύο ετών. Αυτό συνέβαινε και πριν από δέκα χρόνια.

Κρ.Π.: Ίσως πολύ νωρίτερα; Για παράδειγμα, από τον εμφύλιο και μετά, που ο περισσότερος κόσμος άρχισε να… ιδιωτεύει με έμφαση στο προσωπικό συμφέρον, και να δείχνει με το δάχτυλο (και όχι μόνον) ως κακό παράδειγμα τους παντός είδους αντιρρησίες και αγωνιστές;

Αλκ.Ι.: Δεν θέλω να αναφέρομαι καν στον εμφύλιο πια, ειδικά σε αυτή την περίοδο και σε αυτή την κατάσταση που ζούμε τον τελευταίο καιρό. Είναι επικίνδυνα πράγματα αυτά. Υπάρχουν τόσα άλλα παραδείγματα που μπορείς να πεις…

Νιώθω ότι θα πρέπει να υπάρχει μία σύνεση στο πώς αναφερόμαστε σε τέτοια θέματα, πώς τα χρησιμοποιούμε αυτή τη στιγμή. Και μια προσοχή, στο πώς εκμεταλλεύονται τέτοιες κουβέντες κάποιοι πολεμοχαρείς. Δεν το λέω από μετριοπάθεια. Κάθε άλλο.

Κρ.Π.: Το λες και ως ένας άνθρωπος του πολιτισμού, επώνυμος, με μεγαλύτερη ευθύνη;

Αλκ.Ι.: Όχι. Το λέω γιατί νοιάζομαι για τον τόπο μου. Νοιάζομαι για τους ανθρώπους μου. Για τα παιδιά μου, που μεγαλώνουν εδώ. Γι αυτό το λέω. Είναι εγωιστικό, προκειμένου να υποστηρίξουμε μια άποψή μας, να μπαίνουμε σε θέματα τα οποία ανάβουν φιτίλια σε εποχές που δεν τα αντέχουν.

Κρ.Π.: Και πώς πιστεύεις ότι μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τη σημερινή κατάσταση; Πιστεύεις π.χ. ότι είμαστε εκτός ελέγχου;

Αλκ.Ι.: Πιστεύω ότι έχουμε να ζήσουμε πολύ χειρότερα πράγματα. Είμαστε στην αρχή…

Δεν θεωρώ, δηλαδή, ότι μαγικά, π.χ. σε δύο χρόνια, όλα θα γίνουν καλύτερα, κι ότι ο κάθε άνθρωπος που σήμερα έχει οργή και βία μέσα του και είναι έτοιμος να την διοχετεύσει οπουδήποτε, ή να μισήσει οτιδήποτε του λένε πως αξίζει να μισηθεί, σε δύο χρόνια θα είναι ένας δημιουργικός άνθρωπος, που θα προχωράει πνευματικά και θα αναπτύσσεται.

Δεν νομίζω, δηλαδή, ότι η ανάκαμψη θα έρθει τόσο εύκολα και τόσο γρήγορα. Δυστυχώς.

Κρ.Π.: Και τί νομίζεις ότι θα έπρεπε να κάνουμε;

Αλκ.Ι.: Εδώ και χρόνια πίστευα ότι ζούσαμε σε μια εποχή που δεν ευνοούσε την συλλογικότητα.

Οι περισσότερες συλλογικότητες που είδα και που έζησα, μέσα στο μπερδεμένο, διασπασμένο, απρόσωπο, μεταπολιτευτικό τοπίο, παρά τις προσπάθειες και τις θυσίες πολλών, ήταν προβληματικές, ή αναποτελεσματικές, και άρα, χωρίς ουσιαστικό λόγο ύπαρξης.

Είχα λάθος, γιατί σήμερα υπάρχει μια προεργασία πολύτιμη. Πίστευα όμως, ότι η εποχή ήταν περισσότερο κατάλληλη για να μπορέσει ο καθένας να αναπτυχθεί προσωπικά, να μπορέσει ο καθένας να προχωρήσει σαν άνθρωπος, μέσα από μια προσωπική και ανένταχτη –όχι μόνο κομματικά- πορεία.

Τώρα βλέπω διάφορες συλλογικότητες να αρχίζουν να ανθούν γύρω, και αυτό με χαροποιεί. Και το αποτέλεσμα δεν είναι μόνο το έργο που παράγουν, π.χ. το αν θα φάνε φαγητό κάποιοι άστεγοι, ή αν θα πάρουν τα φάρμακά τους κάποιοι άνθρωποι που τα έχουν ανάγκη, ή αν θα υποστηριχθούν κάποιοι διωγμένοι από την κοινωνία, το οποίο είναι από μόνο του σπουδαίο. Αλλά είναι και το γεγονός, ότι διαμορφώνει τρόπο σκέψης και λειτουργίας, και χαρίζει την εμπειρία της έμπρακτης και δημιουργικής ένταξης στο σύνολο. Και αυτό είναι κάτι ανεκτίμητο.

Δεν μιλώ για την «φιλανθρωπία». Μου είναι φρικτή σαν έννοια, αυτή η –συχνά δημόσια- εκ του ασφαλούς «προσφορά» μέρους του υπερ-περισσεύματος, για λόγους συνήθως αυτάρεσκους ή ύποπτους. Άσε που η ίδια η λέξη μπάζει νερό. Γιατί, για να είναι κανείς φιλόζωος, πρέπει ο ίδιος να μην είναι ζώο. Για να είναι φιλέλληνας, να μην είναι Έλληνας.

Δεν υπάρχει «φιλόζωο ζώο», ούτε «φιλέλληνας Έλληνας». Έτσι, ούτε και «φιλάνθρωπος άνθρωπος». Οι φιλάνθρωποι, θέτουν εαυτούς εκτός του συνόλου των ανθρώπων. Γίνονται υπεράνω του ανθρώπου, κάτι σαν ημίθεοι. Το θέμα είναι να είσαι Άνθρωπος, όχι φιλάνθρωπος.

Μόνος του, ο κάθε ένας μας είναι τρελός και ελλιπής, και συνήθως ανίκανος, κι ας έχει τη μαγεία του ο μοναχικός δρόμος. Αλλά, μέσα από τη συλλογική δράση, κερδίζει το άτομο και μαζί όλη η κοινωνία. Υπάρχει μεγάλη ανάγκη στον καθένα μας σήμερα, να αισθανθεί ότι δεν είναι μόνος του, ότι λειτουργεί, παραμένοντας ελεύθερος, στα πλαίσια μιας συλλογικότητας, μιας ομάδας.

Αυτό λειτουργεί και ανάποδα: νέα παιδιά εντάσσονται σε ομάδες που το μόνο που τους ενώνει είναι το μίσος προς κάποιους άλλους. Κι αυτό είναι μια ένταξη, μια συντροφικότητα. Δεν είναι όμως μια δημιουργική διαδικασία, δεν λύνει προβλήματα, δημιουργεί καινούργια.

Δεν έχει ανάγκη αυτή τη στιγμή η κοινωνία μας από στείρο και τυφλό μίσος. Έχει ανάγκη από ανθρώπους που μέσα από συλλογικότητες θα μπορέσουν να προσφέρουν.

Κρ.Π.: Και αυτό είναι και η δημοκρατία; Δηλαδή, μία οργανωμένη συλλογικότητα. Τουλάχιστον αυτό θα έπρεπε να είναι…

Αλκ.Ι.: Ναι. Το βιώσαμε τραυματικά, γιατί οι συλλογικότητες που «έδρασαν» μαζικά στην κοινωνία μας για χρόνια, ήταν κυρίως τα πολιτικά κόμματα και οι ποδοσφαιρικές ομάδες.

Κρ.Π.: Και αυτές είναι κάθετες συλλογικότητες. Ενώ τώρα βλέπουμε ότι δημιουργούνται περισσότερο οριζόντιες συλλογικότητες.

Αλκ.Ι.: Ναι, αυτό έχει μεγάλο ενδιαφέρον. Ενδιαφέρον έχει και η ανάγκη μας να βρεί ο καθένας τη συντροφιά του. Να συνενωθεί και να συνεννοηθεί. Αρκετά ζήσαμε σπασμένοι σε κόμματα και κομματάκια.

Κρ.Π.: Για όλους αυτούς που είναι χωρίς δουλειά, χωρίς, τίποτα… τί έχεις να πεις;

Αλκ.Ι.: Τι να πω; Όσοι ζούμε με κάποια άνεση, είτε κλέψαμε είτε όχι, οφείλουμε μια απολογία σε όσους, το ίδιο σύστημα που εμάς μας άφησε να επιβιώσουμε, αυτούς τους εκμεταλλεύτηκε και τους εκμηδένισε. Όχι με τις ανόητες, δακρύβρεχτες ενοχές του χορτάτου, αλλά με την επίγνωση πως θα μπορούσε να ήμασταν εμείς στη θέση τους.

Δεν έχω να δώσω καμιά συμβουλή, ούτε κουράγιο να πω, ούτε με τα λόγια μπορεί να βοηθήσει κάποιος σε αυτή την ιστορία. Χρειάζονται πράξεις, στην καθημερινή ζωή του καθενός μας, και μόνο έτσι μπορείς να σταθείς δίπλα στους συνανθρώπους σου. Και δεν μιλώ για εντυπωσιακές πράξεις, που να αξίζουν προβολής, αλλά τον συγκεκριμένο, συνειδητό τρόπο που στέκεται ο καθένας μας απέναντι στον κάθε συνάνθρωπο και στο κοινωνικό σύνολο γενικότερα.

Κρ.Π.: Ο Μπέκετ είχε πει, πως όταν είμαστε μέχρι το λαιμό μες στα σκατά, δε μας μένει τίποτ’ άλλο, παρά να τραγουδήσουμε… Ποιό τραγούδι θα έλεγες σε αυτή την περίπτωση;

Αλκ.Ι.: Δεν μου αρέσουν τα οργισμένα τραγούδια. Δεν πιστεύω ότι εξυπηρετούν, στο τέλος, τίποτα. Με το πολιτικό τραγούδι, έτσι όπως το εννοούμε συνήθως, είμαι τσακωμένος γενικώς. Θεωρώ πως ούτε το τραγούδι υπηρετεί, τελικά, ούτε την πολιτική.

Και επειδή βλέπω ό,τι υπάρχει μεγάλη ανάγκη έκφρασης, σήμερα, αυτή η έκφραση δεν θα έρθει ουρλιάζοντας συνθήματα μέσα από τα τραγούδια. Θεωρώ μεγάλο επαναστάτη, για παράδειγμα, τον Χατζιδάκι. Κι ας λένε πως ήταν δεξιός, δεν πα’ νάταν ότι ήθελε; Δε με ενδιαφέρει καθόλου. Το γεγονός ότι έδωσε τόση ομορφιά στον κόσμο, έδωσε πρόσωπο και σχήμα σε εποχές άσχημες και μας βοήθησε να γίνουμε καλύτεροι, είναι η πιο επαναστατική πράξη που μπορεί να κάνει κανείς.

Δεν χρειαζόταν να γράψει εμφανώς «πολιτικά» τραγούδια. Όπως και ο Γκάτσος, με τον οποίο κυρίως συνεργάστηκε. Αν καθίσεις να διαβάσεις τους στίχους του θα δεις έναν πολύ ευαισθητοποιημένο, γύρω από τα κοινωνικά θέματα, άνθρωπο.

Υπήρξαν κάποιοι που δεν εκμεταλλεύτηκαν ποτέ τα πιστεύω τους μέσα από το έργο τους. Από την άλλη βέβαια, δεν πλήρωσαν και το τίμημα, όπως κάποιοι φανερά στρατευμένοι. Όμως, νοιάστηκαν βαθιά την τέχνη τους και τον άνθρωπο. Τα υπηρέτησαν και τα δύο, κάνοντας πάρα πολύ καλά τη δουλειά τους. Κι αυτό, νομίζω, είναι αρκετό.

Κρ.Π.: Όμως, ο κόσμος έχει ανάγκη να ακούσει τη θέση που έχει κάποιος που εκτιμά. Είναι σημαντικό να μιλάτε. Έστω και για να πείτε ακριβώς αυτό. Επίσης, με την ευκαιρία που αναφέρθηκες στην ανάγκη για έκφραση, δεν είναι σημαντική σε αυτή την περίοδο και η δημιουργικότητα; 

Αλκ.Ι.: Μα ναι! Δεν γίνεται αλλιώς. Δηλαδή, αν παραμείνουμε καταναλωτές, έτοιμοι να καταπιούμε σαν έτοιμη τροφή αυτό που δημιουργούν οι άλλοι για μάς, δεν βλέπω κανένα μέλλον.

Το θέμα είναι να μπορέσει σιγά σιγά ο καθένας να δημιουργήσει τα δικά του πράγματα, με αφοσίωση και αγάπη, για να μπορεί να τα δώσει. Ότι κι αν φτιάχνει. Μπορεί να μεγαλώνει παιδιά, ή να γράφει ποιήματα, ή να είναι αγρότης, ή να μαγειρεύει, ή, ακόμα και να δημιουργεί πράγματα ακόμη πιο σπάνια, όπως μια ωραία ερωτική σχέση…

Κρ.Π.: Μα δεν δημιουργείς όταν κάτι σε εμπνέει; Και ο Χατζιδάκις έδινε έμπνευση… Και το σημαντικότερο είναι να μπορείς να εμπνέεις, όπως συμβαίνει και στις σχέσεις… Πώς και από τι θα εμπνευστούμε, λοιπόν, σήμερα;

Αλκ.Ι.: Πήγα στους Ζαπατίστας, δεν άκουσα ένα οργισμένο τραγούδι, ποτέ. Τα επαναστατικά τραγούδια τους, είναι τραγούδια γεμάτα ομορφιά. Τόση ομορφιά που σε πονά.

Και μετά σκέφτομαι τα επαναστατικά τραγούδια των άλλων επαναστάσεων της Λατινικής Αμερικής, ή του ισπανικού εμφυλίου. Κανείς δεν ουρλιάζει τη μιζέρια του, ούτε βρίζει το σύστημα, ούτε τραγουδάει το μίσος. Τα ακούς και έχεις την ανάγκη να κάνεις τον κόσμο καλύτερο, όχι γιατί απλώς σιχαίνεσαι αυτόν που υπάρχει, αλλά γιατί τον ονειρεύεσαι αλλιώς. Και έτσι πολεμάνε. Όχι με μίσος, αλλά με όνειρο.

Το άλλο μου φαίνεται πολύ μίζερο. Το να παραθέτεις τα κακώς κείμενα της εποχής σ’ ένα τραγούδι, με φωνή βραχνή συνήθως, κουρασμένη από τους «πολλούς αγώνες» και τα τσιγάρα, ή στεντόρια, σε στυλ «εμπρός γενναίοι μου, οπισθοχώρηση»…

Όλοι οι και καλά σκεπτόμενοι σύγχρονοι καλλιτέχνες, δεν αποφεύγουμε αυτήν την παγίδα, αλλά το αποτέλεσμα μάλλον δεν έχει νόημα.

Κρ.Π.: Οπότε προτείνεις να ψάξουμε να βρούμε ή να δημιουργήσουμε, οτιδήποτε μας εμπνέει να ζήσουμε μια καλύτερη ζωή;

Αλκ.Ι.: Ναι. Αλλά αν δεν ασχοληθείς παράλληλα με τον διπλανό σου και μείνεις αποκλειστικά στο πρόβλημά σου, όπως τόσα χρόνια έμενες στην πάρτη σου, είναι αδύνατον να ζήσεις μια καλύτερη ζωή.

Ασκώ επάγγελμα που προϋποθέτει μεγάλες δόσεις εγωισμού. Παρ’ όλα αυτά, προσπαθώ να μάθω στα παιδιά μου ότι εάν ο διπλανός σου δεν ζει αξιοπρεπώς, ούτε κι εσύ μπορείς να είσαι αξιοπρεπής. Όταν γύρω σου υπάρχει δυστυχία, όσο κι αν ψήνεσαι πως είσαι ευτυχής, είναι αδύνατον να ζήσεις καλά. Αν ένας πάει στην κόλαση, κανείς δεν πάει στον παράδεισο.

Κρ.Π.: Τι θα έλεγες για το τραγούδι σου «Πατρίδα»;

Αλκ.Ι.: Γράφτηκε το 2008 και κυκλοφόρησε αρχές του 2009, πριν την «κρίση». Αναφέρεται σε εμπειρίες που έζησα ο ίδιος. Δεν παραθέτω ιστορικά στοιχεία που διάβασα κάπου ή που παρακολούθησα στην τηλεόραση. Τις περισσότερες από αυτές τις εμπειρίες, τις έζησα στην Κύπρο ή εδώ, στην Ελλάδα. Κάποιες άλλες, σε άλλα μέρη.

Είναι περισσότερο υπαρξιακό, παρά πολιτικό τραγούδι. Αναφέρει γεγονότα που καθόρισαν τις αντιλήψεις μου, τον τρόπο που αντιλαμβάνομαι τον κόσμο, τις βεβαιότητες, την άγνοια, το μπέρδεμα και την ύπαρξή μου γενικώς.

Κρ.Π.: Η πατρίδα είναι η γη του πατρός…

Αλκ.Ι.: Ακριβώς. Σε πολλές περιπτώσεις, η δική μου γη του πατρός, έγινε γη… του πυρός. Τα περιστατικά που αναφέρω μέσα στους στίχους του, αυτό –μάλλον- δείχνουν.

Λέω για τις μνήμες που έχω από την εισβολή το ’74 στην Κύπρο, από την προδοσία και την επακόλουθη Τουρκική εισβολή. Είχαν συλλάβει οι πραξικοπηματίες τη μητέρα μου, που εργαζόταν ως εκφωνήτρια στο ραδιόφωνο και της έβαζαν το πιστόλι στον κρόταφο για να κάνει τις ανακοινώσεις τους… μέχρι που μπήκαν οι Τούρκοι και η «δουλειά» τους ολοκληρώθηκε.

Στον βομβαρδισμό, είχαμε κρυφτεί κάτω από το τραπέζι, για να μην πέφτουν οι σοβάδες από το ταβάνι πάνω μας, και τρώγαμε με τον αδερφό μου σταφύλι. Όταν άρχισαν να πέφτουν οι Τούρκοι αλεξιπτωτιστές, με πήγε στο παράθυρο ο πατέρας μου να τους δω και για να μην τρομάξω μου έλεγε, «κοίταξε τί ωραίοι που είναι, τι ωραία που πέφτουν…»

Για τους ορφανούς γονείς μου – ο ένας παππούς σκοτώθηκε από τους ναζί, ο άλλος από τους συνεργάτες τους, Βούλγαρους εθνικιστές.

Μετά, άλλα γεγονότα, στον πόλεμο στην Γιουγκοσλαβία, όπου είχαμε φτάσει, μετά από ένα μεγάλο, επικίνδυνο και δύσκολο ταξίδι. Στο Βελιγράδι, το ξενοδοχείο που θα μέναμε ήταν βέβαια άδειο –ποιος θα πήγαινε να μείνει εκεί;- ήταν όμως ένας μπάτλερ στην υποδοχή, ντυμένος με φράκο, ένα εργαζόμενο φάντασμα… Έμεινα να κοιμάμαι ένα βράδυ μέσα στον βομβαρδισμό, δεν ξύπνησα από τις σειρήνες για να κατεβώ στο καταφύγειο, ούτε και οι βόμβες με ξύπνησαν, πάντα κοιμάμαι βαριά…

Την επομένη τραγούδησα στην πλατεία Δημοκρατίας, την κεντρική πλατεία της πόλης, μπροστά σε χιλιάδες χαμογελαστών ανθρώπων, που δεν ήξεραν αν θα ήταν ζωντανοί το επόμενο λεπτό, και ως τελευταία πράξη διάλεγαν να τραγουδήσουν. Την επομένη, είδα τα ανθρώπινα μέλη μέσα σε μπάζα στο Αλέξινατς, λίγες ώρες μετά τον βομβαρδισμό του.

Ή, το «Κ. Μαρούση», το κτήριο στη συμβολή Πανεπιστημίου και Ομόνοιας, όπου το είδα να καίγεται στη διάρκεια μεγάλης διαδήλωσης. Ήταν 10 Ιανουαρίου του 1991, μία μέρα μετά τη δολοφονία του Τεμπονέρα. Πήρε φωτιά το κτήριο, άλλοι λένε από μολότωφ, άλλοι από τα δακρυγόνα που έπεφταν ασταμάτητα. Άδειασε η λεωφόρος, ήρθε η πυροσβεστική, μείναμε λίγα άτομα να κοιτάμε ανήμπορα, αμίλητα.

Ανέβαιναν με σκάλες οι πυροσβέστες στα φλεγόμενα παράθυρα, όπου κρέμονταν άνθρωποι, ενώ οι αστυνομικοί πετούσαν από την Ομόνοια δακρυγόνα στους πυροσβέστες, εμποδίζοντάς τους. Τους περιγελούσαν και τους έβριζαν. Οι κάμερες των καναλιών γυρνούσαν αλλού το φακό. Κάηκαν τέσσερις άνθρωποι. Τους τρεις τους κλαίνε ακόμη οι δικοί τους. Ο τέταρτος δεν αναγνωρίστηκε και παραμένει άγνωστος. Ο άγνωστος Αθώος. Για μένα, ήταν μια καθοριστική στιγμή.

Ή, το «άνοιγμα» πριν από λίγα χρόνια της Πράσινης Γραμμής στην Κύπρο…

Η συγκίνηση κάποιων γερόντων που πήγαιναν μετά από τόσα χρόνια να δουν το σπίτι τους, άλλοι που δεν άντεχαν αυτή τη συγκίνηση και δεν πήγαιναν, και πονούσαν το ίδιο. Άλλοι που πήγαιναν στον τάφο των γονιών τους, για να τον βρουν ρημαγμένο. Και άλλοι, που πήγαιναν επειδή είχε καζίνο, ή επειδή ήταν φθηνότερα τα εστιατόρια, όχι δηλαδή σαν προσκυνητές, αλλά σαν καταναλωτές. Ανθρώπινα είναι όλα, αλλά δεν μπορώ να μην τα καταγράφω.

Κρ.Π.: Πατρίδα τί είναι για σένα;

Αλκ.Ι.: Η νοσταλγία. Αυτό είναι. Δεν υπάρχει κάτι άλλο στο οποίο να επιστρέφω τόσο συχνά. Όχι με τη ρομαντική της έννοια, αλλά με αυτή που σου σκίζει τα σωθικά, που σου φανερώνει ξανά το αληθινό σου πρόσωπο – το πρόσωπο που η ροή της καθημερινότητας σε κάνει να ξεχνάς – πριν σε εκσφενδονίσει πάλι μπροστά.

Ο τόπος, το χώμα του, το φως του και οι άνθρωποι που με καθόρισαν. Η νοσταλγία είναι η πατρίδα μου. Και τα παιδιά μου. Η μνήμη και η υπόσχεση.

Κρ.Π.: Λέγοντας για νοσταλγία, νιώθω ότι η πατρίδα που ήξερα, χάνεται. Μήπως θα ‘πρεπε ήδη, να είχαμε κάνει κάτι σημαντικότερο, με μεγαλύτερη συλλογικότητα; Δηλαδή, για παράδειγμα οι Ισπανοί, έφτιαξαν ένα καταστατικό, συμφώνησαν σε κάποια βασικά αιτήματα και τα διεκδικούν.

Αλκ.Ι.: Εμείς δεν ξέρουμε να είμαστε μαζί. Ενώ και οι Ισπανοί έζησαν έναν εμφύλιο, ίσως και εντονότερο από τον δικό μας, με κάποιον τρόπο καταφέρνουν σε κάποια βασικά πράγματα – ένα μεγάλο τουλάχιστον μέρος της κοινωνίας τους – να συνεννοούνται.

Εμείς ζούμε ο καθένας μέσα στο μικρό του κλουβάκι, που μπορεί να περιλαμβάνει και άλλους δυο-τρεις, αποφασίζουμε πως οι υπόλοιποι είναι μαλάκες και είμαστε ευχαριστημένοι.

Κρ.Π.: Και πολλοί πνευματικοί άνθρωποι της Ελλάδας, είναι… κρατικοδίαιτοι ή συμβιβασμένοι;

Αλκ.Ι.: Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Για παράδειγμα, επειδή αναφέραμε την Ισπανία, εκεί δεν υπάρχει ισπανικό μουσικό σχήμα που να βγαίνει να παίξει στο εξωτερικό και να μην έχει τη μικρή ή τη μεγάλη, πολλές φορές, στήριξη των πολιτιστικών υπηρεσιών της χώρας του. Το έχω ζήσει σε πολλά φεστιβάλ του εξωτερικού.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το κράτος τους λειτουργεί καλά, ή ότι δικαιολογούνται όλα αυτά που έχουν συμβεί στη χώρα τους, αλλά ότι κάποιοι άνθρωποι που είναι σε κάποιες θέσεις, πραγματικά ασχολούνται και αγαπάνε αυτό που κάνουν και αισθάνονται μια υποχρέωση να το κάνουν καλά. Εδώ, για να είχε κάποιος μια ανάλογη στήριξη από το κράτος, έπρεπε να… κοιμάται με το κράτος!

Κι όταν στρέφονται οι Ισπανοί κατά του κράτους τους, ξέρουν πολύ καλά ποια είναι εκείνα τα καλά που πρέπει να κρατήσουν και τι, αντίθετα, πρέπει να αλλάξει στη λειτουργία του.

Όταν κάποιος εδώ στρέφεται κατά του κράτους, ή το κάνει γιατί είναι αντικρατιστής, οπότε θεωρητικά θα το έκανε όπου και αν βρισκόταν, ή αλλιώς, η μεγάλη πλειοψηφία του κόσμου που ξαφνικά αποστρέφεται το κράτος και τον κρατικό μηχανισμό, το κάνει γιατί διαπιστώνει, το ίδιο ξαφνικά, πως του είναι ασύμφορο. Σάμπως τόσα χρόνια, λειτουργούσε για το συμφέρον του.

Δες, αν θέλεις, πόσο έντονη παρουσία έχουν τα πολιτιστικά κέντρα άλλων χωρών εδώ, στην Ελλάδα, σε μια μικρού δηλαδή ενδιαφέροντος χώρα, και φαντάσου πώς λειτουργούν στις χώρες που τους ενδιαφέρουν πραγματικά. Δες το ισπανικό Ινστιτούτο Θερβάντες. Δες το Γαλλικό, δες το Βρετανικό, το Γκαίτε των Γερμανών, ή το Πούσκιν των Ρώσων. Και δες και τα αντίστοιχα, συνήθως ανύπαρκτα, δικά μας, στις άλλες χώρες… Κωμικοτραγική η κατάσταση.

Όποτε έγινε σοβαρή δουλειά, έγινε με τη θυσία ή το ψώνιο κάποιων τρελαμένων που μετά τους ζήτησαν και τα ρέστα. Κατά τα άλλα, απέραντη σιωπή… Πληρωμένη δεκαετίες τώρα με τεράστια κονδύλια.

Έχουμε δρόμο μακρύ και δύσκολο. Κι αυτό είναι το καλό της υπόθεσης! Δεν πρέπει να μας απογοητεύει η απόσταση που έχουμε να διανύσουμε. Πρέπει να μας δίνει χαρά. Γιατί η οργή, από μόνη της, δεν δημιουργεί τίποτα. Δημιουργικό δεν είναι το να φτάσει ο κόσμος στο απροχώρητο, στην κορύφωση της μεγαλύτερης οργής. Η οργή χωρίς όνειρο θα σε ξανακάνει πρόβατο. Δεν αρκεί το να γκρεμίζεις. Θα ζήσουμε καλύτερα, όταν αποφασίσουμε τι θέλουμε να χτίσουμε στα ερείπια αυτού που θέλουμε να γκρεμίσουμε.

Κρ.Π.: Η οργή είναι και δευτερεύον συναίσθημα. Δηλαδή, πρώτα κάτι άλλο αισθάνθηκα και δεν το διαχειρίστηκα, έτσι ώστε έφτασα να οργιστώ, τελικά.

Αλκ.Ι.: Για να φτάσεις σ’ αυτό το συμπέρασμα, προϋποτίθεται μια συνομιλία με το βαθύτερο είναι σου. Μα δε μιλιόμαστε με τον εαυτό μας εδώ και δεκαετίες. Και δεν συνομιλούμε ουσιαστικά ούτε με τον διπλανό μας.

Αδιάφορες χαριτωμένες κουβεντούλες κάνουμε οι περισσότεροι, ή καυγαδάκια, στο σπίτι, στα καφέ, στις τηλεοράσεις και στη δουλειά, για να περνά η ώρα. Κι εμένα, με πιάνουν τα διαόλια μου και γίνομαι φλύαρος και ξερόλας, το αναγνωρίζω.

Αλλά ας μιλήσουμε, ας βγάλουμε τα κουσούρια μας ο καθένας στη φόρα, ας εκτεθούμε, ας γνωριστούμε, δεν πειράζει… Κι ας ακούσουμε και τον άλλον, τι έχει να μας πει.-

*Πατρίδα

Toυ Αλκίνοου Ιωαννίδη
(από τον δίσκο: Νεροποντή, 2009)

Λοιπόν,
αγρίεψε ο κόσμος σαν καζάνι που βράζει
σαν το αίμα που στάζει, σαν ιδρώτας θολός
Πότε πότε γελάμε, πότε κάνουμε χάζι
και στα γέλια μας μοιάζει να γλυκαίνει ο καιρός.

Μα όταν κοιτάζω τις νύχτες τις ειδήσεις να τρέχουν
ξέρω ότι δεν έχουν νέα για να μου πουν
Ήμουν εγώ στη φωτιά, ήμουν εγώ η φωτιά
είδα το τέλος με τα μάτια ανοιχτά.

Είδα τον πόλεμο φάτσα, τη «φυλή» και τη «ράτσα»
προδομένη από μέσα, απ’ τους πιο πατριώτες
Να χουν τη μάνα μου αιχμάλωτη με τ όπλο στο στόμα
Τα παιδιά τους στολίζουν σήμερα τη Βουλή.

Κάτω από ένα τραπέζι το θυμάμαι σαν τώρα
με μια κούπα σταφύλι στου βομβαρδισμού την ώρα
είδα αλεξίπτωτα χίλια στον ουρανό σαν λεκέδες
Μου μιλούσε ο πατέρας μου να μη φοβηθώ.

«Κοίταξε τι ωραία που πέφτουν!
Τι ωραία που πέφτουν…»

Είδα γονείς ορφανούς, ο ένας παππούς απ τη Σμύρνη
στη Δράμα πρόσφυγας πήγε να βρει βουλγάρικη σφαίρα
κι ο άλλος, Κύπριος φυγάς στο μαύρο τότε Λονδίνο
στα εικοσιεπτά του στα δύο τον κόψανε οι Ναζί.

Είδα μισή Λευκωσία, βουλιαγμένη Σερβία
στο Βελιγράδι ένα φάντασμα σ’ άδειο ξενοδοχείο
Αμερικάνικες βόμβες και εγώ να κοιμάμαι
αύριο θα τραγουδάμε στης πλατείας τη γιορτή.

Είδα κομμάτια το κρέας μες στα μπάζα μιας πόλης
είδα τα χέρια, τα πόδια πεταμένα στη γη
Είδα να τρέχουν στο δρόμο με τα παιδιά τους στον ώμο
κι εγώ τουρίστας με βίντεο και φωτογραφική.

Εδώ στην άσχημη πόλη που απ’ την ανάγκη κρατιέται
ένας λαός ρημαγμένος μετάλλια ντόπας ζητάει
Ολυμπιάδες κι η χώρα ένα γραφείο τελετών
θα σου ζητήσω συγγνώμη που σε μεγάλωσα εδώ.

Τους είχα δει να γελάνε οι μπάτσοι κι απ την Ομόνοια
να πετάν δακρυγόνα στο πυροσβεστικό
Στο παράθυρο εικόνισμα, άνθρωποι σαν λαμπάδες
και τα κανάλια αλλού να γυρνούν το φακό.

Και είδα ξεριζωμένους να περνούν τη Γραμμή
για μια πόρνη φτηνή ή για καζίνο και πούρα
Έτσι κι αλλιώς μπερδεμένη η πίστη μας η καημένη
ο Σολωμός με Armani και την καρδιά ανοιχτή.

Δεν θέλω ο εαυτός μου να ‘ναι τόπος δικός μου
Ξέρω πως όλα αν μου μοιάζαν θα ταν αγέννητη η γη
Δε με τρομάζει το τέρας, ούτε κι ο άγγελός μου
ούτε το τέλος του κόσμου, με τρομάζεις εσύ.

Με τρομάζεις ακόμα, οπαδέ της ομάδας
του κόμματος σκύλε, της οργάνωσης μάγκα
διερμηνέα του Θεού, ρασοφόρε γκουρού
τσολιαδάκι φτιαγμένο, προσκοπάκι χαμένο
Προσεύχεσαι και σκοτώνεις, τραυλίζεις ύμνους οργής
έχεις πατρίδα το φόβο, γυρεύεις να βρεις γονείς
μισείς τον μέσα σου ξένο κι όχι, δεν καταλαβαίνω
δεν ξέρω πού πατώ και πού πηγαίνω.