H μόνη υπαρκτή διέξοδος. Του Άρη Μαραγκόπουλου

07:10, 25 Οκτ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/109460

«Μόνο σου τίποτε δεν κάνεις σ’ αυτή τη ζωή. Και μόνος σου ποτέ δεν είσαι. Αυτό είναι το κέρδος, αυτό το τίμημα κι αυτή η μόνη υπαρκτή διέξοδος από την ανθρωπιστική (με την κυριολεκτική έννοια του όρου) κρίση που ζούμε σήμερα.» ο συγγραφέας Άρης Μαραγκόπουλος, απαντά στην Κρυσταλία Πατούλη, με βάση το ερώτημα «Ποιές αιτίες μας έφεραν ως εδώ, και κυρίως τί πρέπει να κάνουμε;» συμμετέχοντας στο δημόσιο διάλογο του tvxs.

Πώς ζούμε σήμερα; Πώς ζούμε εδώ και μερικές δεκαετίες;
Ας βάλουμε τα πράγματα σε μια σειρά.

Ι. Η παγκοσμιοποιημένη Αγορά. Η παγκοσμιοποιημένη Αγορά καθορίζει την παραμικρή επιλογή του σύγχρονου πολίτη· η διεθνής αγορά, η αγορά των συγχωνευμένων υπερεταιριών και ομίλων, η χρηματιστηριακή αγορά. Από την τροφή ως την εκπαίδευση κι από το περιβάλλον έως την διασκέδαση. Όποια μορφή ανθρώπινης δραστηριότητας δεν έχει αφετηρία και τέλος αυτή την υπερσυγκεντρωτική αγορά καταδικάζεται σε ιστορικό θάνατο.

ΙΙ. Η άυλη ζωή. Στον κόσμο της παγκοσμιοποιημένης αγοράς τα πάντα μεταμφιέζονται ταχύτατα σε οικονομικό μέγεθος, σε μετρήσιμο προϊόν, σε ανταλλακτική αξία. Στοιχειώδεις ανθρωπιστικές αξίες και δικαιώματα του πολίτη, καταγράφονται μόνον ως ψηφία στους οικονομικούς και στατιστικούς πίνακες. Με τη σειρά τους αυτά ενσωματώνονται στον αναπτυξιακό δείκτη των κυβερνήσεων, των κρατών, των οργανισμών και αποκτούν βαθμιαία άυλη υπόσταση. Έτσι μεταμορφωμένα παρακάμπτουν τον λαϊκό έλεγχο, «ξεφεύγουν» από τις μαζικές διεκδικήσεις, αποσυνδέονται από τις ιστορικά κατοχυρωμένες κοινωνικές ανάγκες.

ΙΙΙ. Η εικονική πραγματικότητα. Όταν οι πραγματικές ανάγκες μεταμφιέζονται στην άυλη διάστασή τους, τότε η κριτική, η παρέμβαση, η συμμετοχή, η σύγκρουση, ο ανταγωνισμός, η αλήθεια, το ψέμα, το ηθικό, το ανήθικο, το νόμιμο, το παράνομο, ελαχιστοποιούνται στην εικονική τους εκδοχή: εφόσον δίκαιο είναι αποκλειστικά το δίκαιο της τηλεόρασης ή της όποιας μεντιατικής εικόνας, το θεσμικό δίκαιο, σε όποια εκδοχή του άσπρη, μαύρη, ή γκρι, συρρικνώνεται απελπιστικά: υποβιβάζεται σε είδηση, σε εφήμερη γραφή και αναλώσιμο λόγο, σε κάτι ολότελα αλλότριο από τη θεμελιώδη κοινωνική ανάγκη που το γέννησε.

ΙV. Η πολιτιστική «εξίσωση» (american dream). Σ’ αυτή την εικονική πραγματικότητα το μέσο είναι περισσότερο από ποτέ το μήνυμα: το 90% των εικόνων που κυριαρχεί στον πλανήτη (made in U.S.A.) κυβερνά ανεξέλεγκτα τον πλανήτη. Η γλώσσα με τη μεγαλύτερη διάδοση στον πλανήτη (made in U.S.A.) κυβερνά ανεξέλεγκτα τον πλανήτη. Ιστορικές κουλτούρες και κοινωνικές συμπεριφορές ισοπεδώνονται καθημερινά η μία μετά την άλλη. Πεθαίνουν χωρίς οι χρήστες τους να το συνειδητοποιούν. Η πολιτισμική διαφορετικότητα δεν απασχολεί κανέναν. Πολίτες, ή προλετάριοι ή καταναλωτές όλου του κόσμου, παραμένουμε όλοι απελπιστικά ίσοι, δούλοι υπό την κυριαρχία της μίας εικόνας, της μίας γλώσσας και του ενός εικονικού / αγοραίου πολιτισμού.

V. Το όπιο του λαού. Δεν είναι πια η θρησκεία. Το πραγματικό όπιο, η πραγματική θρησκεία είναι, εδώ και είκοσι τουλάχιστον χρόνια, το κέρδος που παράγεται (εύκολα, γρήγορα, ανέξοδα, ανήθικα) έξω από την πραγματική οικονομία. Όλο και μεγαλύτερες ομάδες πληθυσμού κερδίζουν πια τη ζωή τους μέσα από πρακτικές που στο παρελθόν θα φαίνονταν απλά εγκληματικές, ανήθικες, εκβιαστικές, ληστρικές, βάρβαρες, κλπ. Και παράλληλα, όλο και πιο μεγάλες ομάδες πληθυσμού έχουν προετοιμαστεί ψυχικά και ηθικά για να (ξε)πουλήσουν τα πάντα: το σώμα τους, το περιβάλλον, τη χώρα, την πολιτιστική κληρονομιά, την ηθική, την αισθητική, τις αξίες, την κόρη τους, τη γνώση, και πριν απ’ όλα, τις ελπίδες για έναν ανθρωπινότερο κόσμο.

Γι’ αυτό και:
Ποτέ πριν στην Ιστορία η ανοχή μεγάλων ομάδων του πληθυσμού στην πολιτική διαφθορά δεν είχε συντηρήσει τόσο εύκολα την πολιτική διαφθορά.

Γι’ αυτό και:
Ποτέ πριν το μυθοποιημένο american dream, δεν είχε κατακτήσει σε τέτοια οικουμενική έκταση τη μορφή πανανθρώπινης αξίας – όσο τις δύο τρεις τελευταίες δεκαετίες, μέσα από την εκφυλισμένη, μεταμοντέρνα εκδοχή του της politically correct συναίνεσης.

Γι’ αυτό και:
Ποτέ πριν η συνείδηση του πολίτη δεν είχε βιώσει τόση μοναξιά απέναντι στην αγριότητα του χρηματιστηριακού / τραπεζικού κέρδους. Δεν υπάρχει κανείς εκεί έξω να διεκδικήσει, να αγωνιστεί μέχρις εσχάτων μαζί σου εναντίον αυτής της αγριότητας. Επειδή κανένα κοινωνικό όραμα, καμία οικουμενική πίστη, καμία κοινωνική προσδοκία δεν σε οπλίζει πειστικά εναντίον του οικουμενικού εχθρού. Που και που ενώνεις τη φωνή σου με τις σποραδικές φωνές ευκαιριακών αγανακτισμένων που γρήγορα πνίγονται στην καταβόθρα του μεντιατικού θεάματος. Αλλά ξέρεις: Φωνή βοώντων.

Οπότε:
Ό,τι κι αν κάνω σήμερα, γνωρίζω πως αυτό: (σύμφωνα με το δεδομένο Ι) πρέπει οπωσδήποτε να είναι «ανταγωνιστικό» στην Αγορά· δεν μπορώ να κάνω πλέον κάτι επειδή με σπρώχνει μια απλή επιθυμία, μια ισχυρή πεποίθηση, μια δυνατή αγάπη, μια συγκλονιστική πίστη – ούτε καν από βιολογική ανάγκη, από απλή ανάγκη για γνώση, αλληλεγγύη, συγκίνηση, απόλαυση, ομορφιά. Αν κάνω κάτι επειδή θέλω να ικανοποιήσω κάποια από τις προηγούμενες ανάγκες, τότε: (σύμφωνα με το ΙΙ) η δραστηριότητά μου δεν θα μπορεί να μετρηθεί, να καταχωρηθεί, να εξυπηρετήσει, να «χρηματοδοτηθεί», να υπάρξει.

Αν τυχόν θελήσω να διαμαρτυρηθώ, τότε (σύμφωνα με το ΙΙΙ) θα γελοιοποιηθώ ή θα εξοντωθώ τάχιστα ως μεντιατικό θέαμα· αντιθέτως, αν θελήσω να παίξω με τους διεθνείς κανόνες του παγκοσμιοποιημένου παιχνιδιού τότε (σύμφωνα με το ΙV) θα ηττηθώ κατά κράτος από τον βομβαρδισμό του 90% της μιας εικόνας και γλώσσας. Κι ωστόσο, για να ζήσω κάπως, οφείλω να δεχθώ τον ύψιστο ρυθμιστικό κανόνα (τον V) συν τα άλλα δεδομένα της δουλείας – άλλη διέξοδος δεν υπάρχει. Συναινώ, άρα υπάρχω.

Τελικά (1):
Ιδού γιατί αυτά τα μυριοσυζητημένα δεδομένα της οικουμενικής ζωής δεσμεύουν τις καθημερινές μου αποφάσεις. Δεν μπορώ να τα αγνοήσω. Δεν μπορώ να υποκριθώ ότι είμαι απλώς απαισιόδοξος. Δεν μπορώ να επαναλάβω ότι τα ξέρω ως πασίγνωστα και άρα να επιστρέψω ήσυχος στις βιοτικές μου έγνοιες…

Υπάρχει άραγε μια πολιτική που βλέπει τον τόπο με τα μάτια αυτών των οικουμενικών δεδομένων; υπάρχει μια πολιτική που μετατρέπει αυτά τα δεδομένα σε στρατηγική της, σε μορφές αυξημένης επαγρύπνησης και διεκδίκησης; Υπάρχει μια πολιτική που μπορεί να ιδεί πιο πέρα από τα μικροπολιτικά συμπλέγματά της; Αν δεν υπάρχει αυτή η πολιτική, τότε δεν υπάρχει καμμία άλλη που να μπορεί να ονομαστεί αριστερή, ριζοσπαστική πολιτική.

Την εποχή της άγριας κερδοθηρίας, το να διεκδικείς περισσότερο χρήμα για συνταξιούχους που παίζουν τη σύνταξή τους στο χρηματιστήριο, περισσότερο χρήμα για αγρότες που ξεπουλάνε ασυνείδητα τα πάντα, περισσότερο χρήμα για εργαζόμενους που μαραίνουν τη ζωή τους σε σαράντα διαφορετικές δουλειές για να βάλουν πλακάκια «πολυτελείας» στο μπάνιο, περισσότερο χρήμα για ανθρώπους που πληρώνουν απίθανους λογαριασμούς στα κινητά, στη μόδα και στα μπουζούκια, είναι καθαρή απάτη.

Ευλογείς με τον παρωχημένο αντίλογό σου τη μικρή θεσούλα που σου εξασφάλισε η χρηματισμένη εποχή στο περιθώριο των εξελίξεων.

Η αριστερά σήμερα δεν έχει άλλη επιλογή: ή θα αρθεί στο ύψος αυτών των ασφυκτικών δεδομένων, συσπειρώνοντας τους πολίτες στην οικουμενική ουσία των πραγμάτων, ή θα καταποντιστεί στους μικρολογαριασμούς των συντεχνιών και στην ιστορική της αυταρέσκεια.

Τελικά (2):
Ιδού για ποιον λόγο κανείς και πουθενά δεν βλέπει σήμερα διέξοδο, πραγματική διέξοδο, από την κρίση. Ιδού γιατί η κρίση δεν είναι οικονομική αλλά κοινωνική, και δεν είναι ελληνική, αλλά οικουμενική. Ιδού γιατί όλοι αισθανόμαστε σήμερα αμήχανοι, απροστάτευτοι, ευνουχισμένοι, ανάπηροι, τραυματισμένοι, θλιμένοι. Και γιατί όλοι μαζί αισθανόμαστε απελπιστικά μόνοι.

Ιδού γιατί κάποιος κόσμος αρχίζει σιγά σιγά να ψελλίζει, όπου μπορεί, όπως μπορεί: Είμαστε όλοι Έλληνες. Αναζητούμε όλοι, παντού στον πλανήτη, μια νέου τύπου Αλληλεγγύη, μια νέα Solidarność που θα μας επιτρέψει να πολεμήσουμε μέχρις εσχάτων, ξανά και ξανά και ξανά, μέχρι να αλλάξουν αυτά τα απάνθρωπα δεδομένα της ζωής μας.-

Σε μια πρώτη εκδοχή, αλλά με τα ίδια ΑΚΡΙΒΩΣ δεδομένα, το παραπάνω κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Κυριακάτικη Αυγή το 2001 και στη συνέχεια ενσωματώθηκε με κάποιες μικροαλλαγές στην επιστολική νουβέλα Τα δεδομένα της ζωής μας (Μάρτιος 2002). Δώδεκα χρόνια μετά ξαναδιαβάζοντάς το προσπαθώ να δω τι άλλαξε από τότε.

Τώρα που το διάβασε και ο αναγνώστης καταλαβαίνει τι άλλαξε. Όλα σήμερα είναι πιο φανερά. Όλα σήμερα είναι πιο διεφθαρμένα στην κοινωνική ζωή. Η αγριότητα του χρηματιστηριακού κεφαλαίου έχει ξεπεράσει κάθε φαντασία.

Ο εκφασισμός της ζωής, φυσιολογικό επακόλουθο αυτών των δεδομένων, τώρα απασχολεί τους πάντες. Θυμάμαι ότι όταν εκδόθηκαν Τα δεδομένα της ζωής μερικοί κριτικοί ενοχλήθηκαν που έκανα τόσο εμφανή λόγο για πολιτική. Επειδή τότε κανείς δεν ήθελε να ακούει για πολιτική.

Μιλούσες για πολιτική πριν δέκα χρόνια και οι περισσότεροι σε κοιτούσαν ως εξωτικό ζώο. Επειδή κανείς δεν ήθελε να χάσει τη γλυκειά ψευδαίσθηση που του παρείχε η γκλαμουριά της τηλεόρασης και της κουλτούρας τύπου ΚΛΙΚ, και της ψευδοπολιτικής, και των Ολυμπιακών κ.λπ. κ.λπ. Κανείς δεν ενδιαφερόταν για την πολιτική επειδή η πολιτική είχε αναλάβει με λευκή επιταγή να διαχειρίζεται τα πράγματα γι’ αυτούς, όπως παλιότερα η 17η Νοέμβρη.

Αυτοί, οι βολεμένοι πολίτες, κάθονταν πάντα στον καναπέ και η εκδίκηση χτυπούσε γι’ αυτούς τον επιθυμητό στόχο. Όπως τώρα, οι (ξε)βολεμένοι πολίτες κάθονται αναπαυτικά στον τηλεοπτικό τους καναπέ και οι ναζιστές αναλαμβάνουν πάλι να χτυπήσουν γι’ αυτούς τον επιθυμητό στόχο…

Ίσως λοιπόν η πιο σημαντική διαφορά ανάμεσα στο τότε και στο τώρα να είναι ότι τώρα όλοι σιγά σιγά εμπλέκονται ξανά με την πολιτική, ξανασκέφτονται πολιτικά, καταλαβαίνουν ότι πρέπει να σκεφτούν, κι αυτό συμβαίνει επειδή για πρώτη φορά στη βολεμένη τους ζωή αισθάνονται ότι πρέπει οι ίδιοι να κάνουν κάτι. Το κυριότερο: για πρώτη φορά στη ζωή τους πρέπει να σκεφτούν οι ίδιοι για τον εαυτό τους.

Μάλλον εδώ υπάρχει μια ελπίδα, η τελευταία ελπίδα εμπρός σ’ αυτή την κρίση. Σ’ έναν κόσμο που καλόμαθε να μην σκέφτεται για τον διπλανό του, σ’ έναν κόσμο που ξέμαθε να διαβάζει, που ξέμαθε να συζητάει με επιχειρήματα, που ξέμαθε να ακούει τον άλλον, σ’ έναν κόσμο που ξέμαθε να σκέφτεται για τον εαυτό του, σ’ έναν κόσμο που συνήθισε να κρίνει τη ζωή με μοναδικό κριτήριο το κέρδος, το γρήγορο, εύκολο, κομπιναδόρικο κέρδος, σ’ έναν κόσμο που δεν ήθελε να αντικρύζει την ανθρώπινη δυστυχία και που εκτόνωνε τις ενοχές του με τηλεμαραθωνίους για παιδάκια και τσουνάμια, σ’ έναν κόσμο απαίδευτο, απελέκητο, απελπιστικά βολεμένο στη μικρότερη ή μεγαλύτερη εξάρτησή του από το Δημόσιο, σ’ έναν κόσμο απερίσκεπτο στην κυριολεξία όταν έκλεινε δάνεια κι όταν πλήρωνε με πλαστικό χρήμα, σ’ έναν τέτοιον αμόρφωτο, αγράμματο, νηπιώδη ως προς την κριτική σκέψη κόσμο, τώρα επιβάλλεται, ως τιμωρία σε αυτή την κοινωνική ύβρη, η ανάγκη να σκεφτεί, να ξανασκεφτεί, να τοποθετηθεί με κάποια μεγαλύτερη ευθύνη απέναντι στα υπαρκτά προβλήματα της ζωής.

Προβλήματα που δεν έχουν να κάνουν με το δεύτερο αυτοκίνητο και το εξοχικό και το ακριβό σχολείο και τα ακριβά ρούχα και όλον αυτόν τον φτηνό καταναλωτισμό για τον οποίο δεν χρέωσε μόνο τις κάρτες του αλλά την ίδια του τη ζωή, προβλήματα που έχουν να κάνουν με το ποιος είναι και πού πάει.

Και μόνον αν τα αντικρύσει κατάματα αυτά τα προβλήματα ο πρώην βολεμένος πολίτης αυτής της χώρας, μόνον τότε θα φοβηθεί ίσως, θα τρομάξει πιθανότατα, θα στερηθεί πολλά οπωσδήποτε, θα αντιμετωπίσει τη βία επίσης, αλλά θα μπορέσει επιτέλους να ανδρωθεί.

Πράγμα που με τη σειρά του σημαίνει: θα καταλάβει την απλή αλήθεια που λέει ότι δεν ζεις μόνος σου σ’ αυτή τη χώρα, βολεμένος στα τετραγωνικά σου και στις «οικονομίες» σου, ότι ζεις ως κοινωνικό ζώο, είτε σου αρέσει είτε όχι, ότι άρα οφείλεις να είσαι ανεκτικός στο διαφορετικό, είτε σου αρέσει είτε όχι, κι ακόμα ότι οφείλεις να είσαι αλληλέγγυος με τους πολλούς που έχουν ανάλογα προβλήματα με σένα.

Μόνο σου τίποτε δεν κάνεις σ’ αυτή τη ζωή. Και μόνος σου ποτέ δεν είσαι. Αυτό είναι το κέρδος, αυτό το τίμημα κι αυτή η μόνη υπαρκτή διέξοδος από την ανθρωπιστική (με την κυριολεκτική έννοια του όρου) κρίση που ζούμε σήμερα.-

Ο δημόσιος διάλογος που ξεκίνησε εθελοντικά η Κρυσταλία Πατούλη, και δημοσιεύεται στο tvxsαπό το 2010, συνεχίζεται για όσους επιθυμούν να συμμετάσχουν, και επίσης για όσους θέλουν να δώσουν επιπλέον απάντηση, εφόσον τα γεγονότα συνεχώς εξελίσσονται. Επικοινωνία: cpatouli@yahoo.gr

Advertisements

Η συλλογική πολιτική απείθεια ως έσχατη πολιτική στάση. Του Άρη Μαραγκόπουλου

06:10, 16 Οκτ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/108629

Τα τελευταία χρόνια, χρόνια της παγκοσμιοποίησης του θεάματος και του σταδιακού εκχρηματισμού της ζωής, με απασχολεί σοβαρά, πολύ σοβαρά το θέμα της πολιτικής απείθειας, της συλλογικής πολιτικής απείθειας ως έσχατη (αλλά και πραγματιστική) πολιτική στάση» ο συγγραφέας Άρης Μαραγκόπουλος, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη, για τη δημιουργική εμπειρία της συγγραφής –από την ιδέα μέχρι το τυπογραφείο– του μυθιστορήματος «Το χαστουκόδενδρο», που κυκλοφορεί την Πέμπτη 18 Οκτωβρίου 2012, από τις εκδόσεις Τόπος.

Κρ.Π.: Ποιά η ιστορία της συγγραφής του νέου σας βιβλίου «Το χαστουκόδενδρο», που θα κυκλοφορήσει σύντομα από τις εκδόσεις Τόπος;

Ά.Μ.: Τέσσερις σταθμοί χαρακτηρίζουν τη διαδρομή μου έως το τύπωμα του Χαστουκόδεντρου:

Πρώτος σταθμός, ο Μάης του ’68.
Έχω γεννηθεί και ανδρωθεί στα δύσκολα ελληνικά χρόνια στις δεκαετίες πενήντα και εξήντα. Έχω πιστέψει και έχω προδοθεί και έχω ξαναπιστέψει στα οράματα του Μάη του εξήντα οκτώ. Έχω μεγαλώσει με τον Μαρξ, τον Τζόις και τον Γκι Ντεμπόρ.

Τα τελευταία χρόνια, χρόνια της παγκοσμιοποίησης του θεάματος και του σταδιακού εκχρηματισμού της ζωής, με απασχολεί σοβαρά, πολύ σοβαρά το θέμα της πολιτικής απείθειας, της συλλογικής πολιτικής απείθειας ως έσχατη (αλλά και πραγματιστική) πολιτική στάση.

Δεύτερος σταθμός, είναι εμφύλιος θυμός.
Η επιστολική νουβέλα ΤΤα δεδομένα της ζωής μας,(εκδ. Ελληνικά Γράμματα), κιόλας από το 2002, έκανε λόγο για πολιτική ανυπακοή απέναντι στα κατασταλτικά δεδομένα της ζωής που έχουν ως μοναδικό άξονα το κέρδος. Κιόλας από το 2002.

Στη συνέχεια το μυθιστόρημα Η μανία με την άνοιξη, που εκδόθηκε το 2006 και επανεκδόθηκε το 2009 (εκδ. Τόπος) διόλου τυχαία έθιξε το θέμα της ένοπλης ανυπακοής, το θέμα της τρομοκρατίας στην Ελλάδα ως συνέπεια ενός εμφύλιου θυμού που απορρέει από ένα συλλογικό αίσθημα απογοήτευσης ως προς την εθνική/πολιτική χειραφέτηση της χώρας. Κι όλα αυτά πολύ πριν τον Γρηγορόπουλο, πολύ πριν το μνημόνιο.

Σήμερα ο εμφύλιος θυμός παίρνει πια μορφές άγριες, είναι περισσότερο εμφύλιος και λιγότερο θυμός. Ευκαιρία επομένως να θυμηθούμε από την αρχή την ιστορία. Την ιστορία του ελληνικού εικοστού αιώνα.

Τρίτος σταθμός, είναι η Ιστορία.
Βλέπετε, είμαι ένας άνθρωπος που μεγάλωσε με την Ιστορία, διδάχτηκα την ιστορία στο Παν/μιο, δίδαξα την ιστορία για πολλά χρόνια. Σήμερα περισσότερο από ποτέ αισθάνομαι την ανάγκη να μιλήσω μέσα από την Ιστορία, ιδιαίτερα στους νέους ανθρώπους.

Η λογοτεχνία διαθέτει μια σπουδαία ιδιότητα: διηγείται ψέματα για να πει αλήθειες. Αξιοποιώντας αυτή την ιδιότητα ο συγγραφέας μπορεί να ξαναμιλήσει για την Ιστορία, την επίσημη Ιστορία που κατά κανόνα κάνει το αντίθετο: διηγείται ψέματα για να κρύψει αλήθειες.

Κάπως έτσι φτάνουμε στο Χαστουκόδεντρο. Το μυθιστόρημά μου βασίζεται σ’ ένα υπέροχο ψέμα που συνέβη το 1963 και που οι πάντες αντιμετώπισαν ως αλήθεια.

Την αλήθεια που είχε ανάγκη η εποχή: να δει μια μεταπολίτευση, να φύγει η βασιλεία, να υπάρξει αληθινή δημοκρατία στην ταλαίπωρη χώρα…

Ένα ψέμα που μπορεί να ήταν και αλήθεια, μια πράξη πολιτική που έμοιαζε να προέρχεται από ένα άτομο, τη γενναία Μπέτι Αμπατιέλου, αλλά που εκπροσωπούσε μια αυθεντική συλλογική οργή, έναν αυθεντικό συλλογικό θυμό, μια αυθεντική ανάγκη για πολιτική αλλαγή…

Και τέταρτος σταθμός, είναι ο επαναστατικός έρωτας.
Το μυθιστόρημα διατρέχει η ερωτική σχέση δύο ανθρώπων, δύο κομμουνιστών της εποχής: του Τόνι Αμπατιέλου και της Μπέτι Μπάρτλετ. Επειδή ο πρώτος φυλακίζεται 17 ολόκληρα χρόνια για τα φρονήματά του, η γυναίκα του, η σύντροφός του η Μπέτι, κάνει ό,τι περνάει από το χέρι της για να τον ελευθερώσει. Ο Τόνι μπαίνει στη φυλακή στα 33 του και βγαίνει στα 50 του χρόνια. Και στη συνέχεια μένει όλη του τη ζωή μαζί με την Μπέτι.

Ναι, ο έρωτας είναι επαναστατικός, η αυθεντική αγάπη είναι επαναστατική, σπρώχνει τον κόσμο μπροστά, αυτό είναι ένα θέμα που πάντα με απασχολούσε και αυτό το βιβλίο επιχειρεί να το αποδείξει δείχνοντας παράπλευρα τη στενή σχέση έρωτα και πολιτικής.

Η πράξη πολιτικής απείθειας της Μπέτι δεν μπορεί να εξηγηθεί χωρίς τα αυθεντικά της αισθήματα για τον Τόνι. Δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο με τις πολιτικές της πεποιθήσεις.

Ιδού με… πολλά λόγια η προσωπική μου διαδρομή ως το Χαστουκόδεντρο.

Κρ.Π.: Είπατε ότι «Σήμερα ο εμφύλιος θυμός παίρνει πια μορφές άγριες, είναι περισσότερο εμφύλιος και λιγότερο θυμός» πώς το εννοείτε;

Ά.Μ.: Όταν στη ζωή σου κυριαρχεί ο διαρκής, παρατεταμένος Φόβος για την απώλεια (όχι μόνον της οικονομικής σου αντοχής αλλά και) των ελάχιστων ψηγμάτων αξιοπρέπειας και ατομικών δικαιωμάτων· όταν στη ζωή σου τα πάντα επαναπροσδιορίζονται, όχι από σένα, αλλά από δυνάμεις που δεν κατανοείς, που δεν ελέγχεις, που ούτε να καταγράψεις σε μια ιεραρχική σειρά δεν μπορείς· όταν, ακόμα, ο Φόβος για το μέλλον συρρικνώνεται στον χρόνο ενός εικοσιτετραώρου, τότε τις ψυχικές σου αντοχές καταλαμβάνει η Απόγνωση, η Απελπισία, το Σκότος.

Εμπρός σ’ αυτή την κατάσταση ο καθένας έχει να επιλέξει ανάμεσα σε δυο δρόμους:

1. Όσο του επιτίθεται ο Φόβος τόσο εκείνος του αντιστέκεται, τόσο απείθαρχος στέκεται απέναντί του, με όσα εφόδια κατέχει, με όσους αισθάνεται αλληλέγγυος, με όση αγάπη για τον άλλο, τον εξίσου ή τον περισσότερο αδύναμο απ’ αυτόν μπορεί να δείξει κ.λπ.

2. Είναι έτοιμος να παραδώσει τα πάντα στον Φόβο. Του ανοίγει το σπίτι, τον βάζει, να φάει μαζί του, να κοιμηθεί μαζί του, τον καθιστά συστατικό κομμάτι της φριχτής του ζωής ελπίζοντας ενδόμυχα ότι ο Φόβος δεν θα κάτσει για πολύ, θα κάνει τη δουλειά του, θα δει ότι του είναι πιστός υπήκοος και θα φύγει.

Αλλά ο Φόβος του ζητάει κάτι τελευταίο πριν φύγει: να μεταδώσει τον Φόβο στους άλλους, σ’ όποιον μπορεί. Να γίνει σύμμαχός του. Να γίνει δωσίλογος του Φόβου.Η ανάπηρη παιδεία, η καλλιέργεια του νεόπλουτου λάιφ στάιλ στη θέση της αυθεντικής ζωής στην Ελλάδα τις τρεις τελευταίες δεκαετίες και η όλη διαφθορά της κοινωνικής ζωής διαμόρφωσε έναν εσμό ρευστών συνειδήσεων που, εμπρός στο φάσμα του Φόβου (φόβου που καλλιεργούν τα ΜΜΕ με κάθε ευκαιρία) υποκλίνεται αμέσως στη δεύτερη επιλογή.

Αποτέλεσμα: τον δικό τους φόβο αυτοί οι άνθρωποι τον εξορκίζουν μισώντας τον καθένα που δεν στέκεται από τη δική τους πλευρά, τον καθένα που δεν «φοβάται» όπως αυτοί, τον καθένα που έχει ό,τι δεν έχουν αυτοί, τον καθένα που μπορεί ό,τι δεν μπορούν αυτοί, τον καθένα που βρίσκεται σε διαφορετική θέση απ’ αυτούς.

Πρόκειται για ένα εμφύλιο φόβο που εκφράζεται με παιγνιώδη «θυμό» για διάφορα ιερά και όσια στην ουσία όμως κρύβει μια άβυσσο ανάμεσα στη λογική και στο παράλογο, ανάμεσα στη δημοκρατία και στον φασισμό.

Είναι αυτός ο εμφύλιος που φόβος δημιουργεί κοινωνικά εκτρώματα, όπως πχ. της Χρυσής Αυγής.

Κρ.Π.: Εδώ και δεκαετίες, έχουμε συνηθίσει, όπως λέγεται από πολλούς, την πλειοψηφία του ελληνικού λαού, όχι μόνον να μην απειθεί στις πολιτικές αποφάσεις, αλλά ούτε καν να συμμετέχει σε αυτές (εκτός από το να ψηφίζει κάθε τέσσερα χρόνια εκείνους που αποφασίζουν). Πώς εννοείτε την «πολιτική απείθεια;».

Ά.Μ.:
Να εξηγηθώ για να μην παρεξηγηθώ: όταν κάνω λόγο για «πολιτική απείθεια» δεν εννοώ (και δεν δικαιολογώ) οποιασδήποτε μορφής αυτοδικία.

Στη Η μανία με την άνοιξη αυτό εξηγείται με το παραπάνω αλλά εξηγείται πολύ περισσότερο στο Χαστουκόδεντρο, όπου μόνο επιπόλαια η πράξη της Μπέτι μπορεί να θεωρηθεί ως ατομική αυτοδικία.

Θέλω να πω ότι η πολιτική απείθεια στην οποία εγώ αναφέρομαι έχει συλλογική πηγή και έμπνευση και συλλογική δράση.

Το να μην πάνε για δέκα μέρες, για δέκα μέρες (όχι για μια μερούλα με ήλιο και συζήτηση κατά μήκος της Σταδίου σαν να βρίσκονται σε δεξίωση) όλοι οι εργαζόμενοι στις δουλειές τους, ορίστε, αυτό είναι ένα πολύ πρόχειρο παράδειγμα πολιτικής απείθειας όπως την εννοώ εγώ.

Δεν έχει να κάνει με κανέναν εύκολο συνδικαλισμό με καμία εύκολη συσπείρωση κ.λπ.

Όχι, η πολιτική απείθεια, όπως την εννοώ εγώ, στην Ελλάδα τουλάχιστον, δεν έχει ακόμα αποκτήσει ευδιάκριτες μορφές όπως ας πούμε στην Ισπανία, ή στις ΗΠΑ με το Occupy Wall Street κ.λπ. Περιορίζεται σε μια ψευτο-αγανάκτηση που, κατά βάθος, κρύβει τον μύχιο φόβο απώλειας των μικροκεκτημένων εκείνων που «κατακτήθηκαν» στη μεταπολίτευση ως ύψιστες αξίες της ζωής για τον «μέσο Έλληνα»: του ακριβού αυτοκινήτου, του δεύτερου σπιτιού, των επώνυμων ρούχων κ.λπ. κ.λπ.

Κρ.Π.: Εκείνα τα θέματα, που, κυρίως, θέλατε να επικοινωνήσετε με το Χαστουκόδεντρο, φροντίζοντας να μην σας… ξεφύγουν ως το τέλος, ποιά ήταν;

Ά.Μ.: Γράφοντας το Χαστουκόδεντρο προσπάθησα να καταλάβω πρώτα απ’ όλα τι σημαίνει το ρήμα «αντέχω».

Τι σημαίνει δηλαδή να τρως απανωτά «χαστούκια», όπως συνέβη με χιλιάδες ανθρώπους στην Ελλάδα από τον πόλεμο ως το 1974, κι εσύ, ωστόσο, εκεί, ακλόνητος, εφ ω ετάχθης, να αντέχεις, να αντέχεις συνέχεια. Κι από την ανάποδη: τι σημαίνει για τη ζωή σου να αντέχεις τα «χαστούκια»;

Πώς γίνεται να μη ζεις σαν κανονικός άνθρωπος για να αντέξεις, πώς γίνεται να μένεις τις δυο πιο σημαντικές δεκαετίες της ζωής σου φυλακή, να μην υπογράφεις, εκεί, να ζεις τη ζωή κλεισμένος μέσα, να αγωνίζεσαι για «ένα καλύτερο αύριο» μέσα, η ζωή απέξω να προχωράει με τον όποιο βηματισμό της κι εσύ εκεί, ως Ριπ Βαν Ουίνκλ, να βγαίνεις μια μέρα στην πραγματικότητα που έχει αλλάξει χωρίς εσένα.

Και μαζί μ’ αυτό πώς γίνεται να έχεις ζήσει αυτή την υπεράνθρωπη «αντοχή» και μια μέρα να μαθαίνεις ότι μερικά απ’ όσα πίστευες, τα περισσότερα, δεν ήταν έτσι, δες ήταν ακριβώς έτσι, άλλο ένα χαστούκι, άλλη μια ήττα, άλλη μια φορά να πρέπει ν’ αντέξεις…

Κι ακόμα γράφοντας αυτό το μυθιστόρημα ήθελα να καταλάβω πώς γίνεται κι αυτά που συνέβαιναν τότε, όταν ήμουν παιδί, κι όταν ήμουν έφηβος κι όταν τέλειωσα το παν/μιο κ.λπ. να συμβαίνουν πάλι σήμερα, σε άλλες μορφές αλλά απαράλλαχτα ίδια.

Επειδή πάλι τρώμε χαστούκια, απίστευτα χαστούκια, και δεν μπορούμε ούτε μια καρπαζιά να δώσουμε. Είναι τώρα πιο αόρατος από ποτέ ο εχθρός. Πιο πολυμήχανος από ποτέ.

Κι εμείς είμαστε πάντα, πάντα ένας λαός πειραματόζωο με διεφθαρμένους πολιτικούς, ζούμε μια ζωή ως guinea pigs: μια χώρα που δεν αγαπάει τον εαυτό της, μια χώρα που σκοτώνει τον καλύτερο εαυτό της, μια χώρα σταθερά σε εμφύλια διαμάχη, το πιο συχνά για ένα τίποτε, για ένα άδειο πουκάμισο… Επειδή άλλοι, πάντα, αποφασίζουν πριν από μας για μας.

Και τέλος, ήθελα να δω με το μυθιστόρημα αυτό αν αληθεύει ότι η αγάπη, η συντροφική αγάπη μπορεί να κρατήσει όρθιο τον άνθρωπο, μπορεί να τον κάνει ν’ αντέχει, μπορεί να τον κάνει να αντιστέκεται.

Δεν βρήκα όλες τις απαντήσεις σ’ όλα αυτά, αλλά έκανα ό,τι μπορούσα. Ψάχνοντας εκείνο το παρελθόν ίσως βρούμε καινούριους, αχαρτογράφητους ακόμα δρόμους, προς το μέλλον. Αυτό ήταν η πυξίδα μου και η ελπίδα μου όσο έγραφα το Χαστουκόδεντρο.

Κρ.Π.: Ποιά είναι η ιστορία της ζωής σας και του έργου σας, αν θα μπορούσατε να την αφηγηθείτε με λίγα λόγια; (όχι όμως, ξεκινώντας από τις σπουδές, αμέσως μετά την αναφορά του τόπου γέννησης, όπως συνηθίζεται…).

Ά.Μ.: Υπήρξα τυχερός άνθρωπος. Γεννήθηκα ένα χρόνο πριν το τέλος του εμφυλίου σε ασφαλές αστικό περιβάλλον. Δεν μαρτύρησα πολύ, όπως άλλοι φίλοι μου, στη δικτατορία που με πρόλαβε στο πρώτο έτος στο Παν/μιο. Γνώρισα τον Μάη του ’68.

Δούλευα όλη μου τη ζωή, από παιδί. Δεν είχα ποτέ πολλά λεφτά κι ούτε επιδίωξα να έχω. Είμαι πολύ ευτυχής γι’ αυτό.

Μεγάλωσα με τον Μαρξ, τον Τζόις, τον Πικάσο και τον Πολ Λαφάργκ. (Ως προς τον τελευταίο, ναι, ακόμα θεωρώ το «Δικαίωμα στην Τεμπελιά» ως πιο σημαντικό πολιτικό κείμενο που έχει γραφεί ποτέ.) Έγραψα, μετέφρασα, έκρινα πολλά βιβλία ως τώρα. Αγάπησα και με αγάπησαν. Έχω δυο κόρες. Γενικά υπήρξα τυχερός άνθρωπος. Έχω ακόμα αντοχές και, όχι, δεν θα περάσει…

Κρ.Π.: Πώς διαλέξατε τον τίτλο «Το χαστουκόδεντρο»;

Ά.Μ.: O τίτλος κρύβει ένα μυστικό που δεν μπορεί να αποκαλυφθεί εδώ. Ο αναγνώστης το ανακαλύπτει προς το τέλος του μυθιστορήματος.

Στο μυθιστόρημα όμως «πέφτουν» καμιά διακοσαριά χαστούκια, δεξιά και αριστερά, στην κυριολεξία, δηλαδή επί δικαίων και αδίκων, όπως συμβαίνει και στην πραγματικότητα. Παραθέτω μια παράγραφο από το βιβλίο που κάπως φωτίζει τον τίτλο:

«… αυτό το ονειρεμένο Χαστουκόδεντρο υπήρχε πάντα εκεί[…]για να τρυγάει ο καθένας το μερίδιό του στα χαστούκια που του αναλογούν, όσα είναι άδικο και δίκαιο να λάβει κι όσα είναι άδικο και δίκαιο να δώσει, τα χαστούκια που μπορούν ελεύθερα να μοιραστούν σαν τη βροχή, επί δικαίων και αδίκων: στον άστοργο πατέρα και στον άστοργο δάσκαλο, στον ψεύτη παπά και στον ψεύτη ζωγράφο, στον ασυνείδητο αστυνόμο και στον ασυνείδητο εφοριακό, στον ανήθικο γιατρό και στον ανήθικο δικαστικό, στον δούλο γραμματέα και στον δούλο ποιητή, στον αγορασμένο πολιτικό και στον αγορασμένο οπαδό, στον αγάμητο στρατοκράτη και στον αγάμητο τεχνοκράτη, στον κλέφτη τραπεζίτη και στον κλέφτη πρωθυπουργό, δηλαδή στον καθένα δόλιο εξουσιαστή των ψυχών …».-

O Άρης Μαραγκόπουλος (γεν.: Αθήνα 1948) έχει εκδώσει περισσότερα από δέκα βιβλία πεζογραφίας και κριτικής, και ισάριθμες μεταφράσεις (από τα γαλλικά και τα αγγλικά). Γράφει κριτική βιβλίου και ιδεών στoν Tύπο και στα σχετικά με τη λογοτεχνία περιοδικά. Είναι ιδρυτικό στέλεχος των εκδόσεων Τόπος όπου και διευθύνει το τμήμα λογοτεχνίας.

Mερικά από τα πιο γνωστά του βιβλία: Ulysses, Oδηγός Ανάγνωσης (χρηστική ανάγνωση του Οδυσσέα του Τζέιμς Τζόις, Τόπος 2010). Oι Ωραίες Hμέρες του Bενιαμίν Σανιδόπουλου (μυθιστορία, Kέδρος 1998). Τα Δεδομένα της Ζωής μας (επιστολική νουβέλα, Ελλ. Γράμματα 2002). Αγάπη, Κήποι, Αχαριστία (μυθιστορία, Κέδρος 2002). Διαφθορείς, Eραστές, Παραβάτες (δοκίμιο για τη νεοελληνική πεζογραφία, Eλλ. Γράμματα 2005).

Ο συγγραφέας έχει εκδώσει επίσης φωτογραφικά λευκώματα όπως: Αγαπημένο Βρωμοδουβλίνο (Τζοϊσική περιήγηση στο Δουβλίνο, Κέδρος 1997), Pωσία, 100 Xρόνια (Pιζάρειο Ίδρυμα / Ίδρυμα Σταύρου Nιάρχου, 2002), το λεύκωμα με υλικό από το αρχείο Κ. Μεγαλοκονόμου Η άλλη Ελλάδα 1950-65 (Τόπος 2007). Tελευταία του βιβλία η νουβέλα True Love (Τόπος 2008) και το μυθιστόρημα H μανία με την Άνοιξη (Τόπος 2009).