Director’s Cut – Θεόδωρος Τερζόπουλος

The brilliant theatre master, Theodororos Terzopoulos, recounts how he decided, 13 years ago, to base his theatre in the heart of the Metaxourghio district. / Ο ιδιοφυής μάστερ του θεάτρου, Θεόδωρος Τερζόπουλος, αφηγείται, πως αποφάσισε, πριν 13 χρόνια, να εγκαταστήσει το θέατρό του στην καρδιά του Μεταξουργείου.

“Since the founding of Attis Theatre in 1985, in Delphi, I was searching for a space in an area, that had really apparent traumas. When I first came in 1990, there were still bullets in the house walls from the German Occupation and the Greek civil wars. In this building, there was a long, narrow, low house in the courtyard, with small rooms, where workers who blew glass, lived. It was the courtyard of miracles. Previously, in the beginning of the century, the Asia Minor refugees had found shelter. But, there was also a middle class. I discovered that in this 3-story building lived the architect Zenetos, Lalaounis next door, while also it had been the brothel of the famous Pipitsa from Corfu at some point. I also found her bed – my guests now sleep in that bed. But also, in the period after the civil war, all the persecuted came and hid here and I found a lot of their objects, which I still preserve today. Also, at a later period (1970-80), it seems that the building had been taken over by drug addicts.

With these facts in mind, we installed Dionysus here, a man, a demigod, that never became a god and was also persecuted. So, this spot, was the best place for Attis theatre, to be in this area at the heart of Metaxourghio, which is a wound, but also a passage. A passage to somewhere else. This somewhere, for another place and another time, is constantly sought after in our workshop. This keeps me and my associates in a constant state of anxiety for the discovery of the unexpected, the non-articulated, the new and in this manner we strive after something diverse, different. And we clearly accept diversity and befriend the stranger, the other. That’s in our ideology. And because we befriend the other, we befriend ourselves. And that makes us better people, that try to serve Democracy.

This is why I found this shelter and here, in this space, I can say that we’ve created over the years performances that had 25.000 spectators, such as the performance Alarm. We have a steady audience of 15 to 20 thousand people. Downstairs, in the entrance, there is a permanent exhibition of Johanna Weber. In addition there have been exhibitions (in the theatre and on the stage) of Yannis Kounellis, Psychopaedis and others.

In the beginning I started with Ancient Tragedy as my basic working material, but did not remain there. I made other works, from contemporary and modern Greek authors and poets. We’ve staged up to 40 works and have collaborated with great artists. The running performance at Attis is ENCORE, then, I’m preparing Ibsen’s NORA, while after that I have many tours abroad and directing jobs, such as Yerma in the Taiwan National Theatre, the sixth Bacchae in the Modena state theatre in Italy, as the seventh will be done in Senegal in Swahili, completing the dedication to Dionysus: Seven Bacchae. Additionally, I”m directing a new work in the National Theatre of Russia and many others.”

«Από το1985 που ιδρύθηκε, στους Δελφούς, το θέατρο Άττις, αναζητούσα έναν χώρο σε μια περιοχή που να είναι πραγματικά φανερά τα τραύματα της. Το 1990 όταν πρωτοήρθα, υπήρχαν ακόμα σφαίρες στους τοίχους των σπιτιών, από την Κατοχή και τον ελληνικό εμφύλιο. Στο κτίριο αυτό, ήταν κι ένα μακρόστενο χαμόσπιτο στην αυλή, με δωματιάκια που κατοικούσαν εργάτες που δούλευαν το φυσητό γυαλί. Ήταν η αυλή των θαυμάτων. Παλαιότερα, στις αρχές του αιώνα, βρήκαν στέγη εδώ και Μικρασιάτες πρόσφυγες. Αλλά σίγουρα ζούσε και μια αστική τάξη. Ανακάλυψα ότι σ’ αυτό το τριώροφο κτίριο ζούσε ο αρχιτέκτονας Ζενέτος, δίπλα ο Λαλαούνης, αλλά εδώ κάποτε ήταν και το μπορντέλο της περίφημης Πιπίτσας από την Κέρκυρα. Βρήκα ακόμα και το κρεβάτι της – οι φιλοξενούμενοί μου κοιμούνται σήμερα σε αυτό το κρεβάτι. Ήταν όμως και η εποχή μετά τον εμφύλιο που όλοι οι κατατρεγμένοι ήρθαν και κρύφτηκαν εδώ και βρήκα πάρα πολλά αντικείμενα δικά τους τα οποία τα φυλάω μέχρι σήμερα, αλλά και μια άλλη μεταγενέστερη περίοδο (’70 – ’80) φαίνεται ότι το κτίριο είχε καταληφθεί και από χρήστες ναρκωτικών.

Μ’ αυτή την έννοια εδώ εγκαταστήσαμε τον Διόνυσο, έναν άνθρωπο, έναν ημίθεο, που δεν έγινε ποτέ θεός, κι ήταν κι αυτός κατατρεγμένος. Γι’ αυτό ήταν το ωραιότερο μέρος, αυτό το σημείο, για το θέατρο Άττις, να βρίσκεται σε αυτή τη περιοχή της καρδιάς του Μεταξουργείου, η οποία είναι το τραύμα, αλλά μαζί είναι και το πέρασμα. Ένα πέρασμα για κάπου αλλού. Αυτό το αλλού, αναζητείται διαρκώς, στο εργαστήριό μας, για έναν άλλο τόπο και έναν άλλο χρόνο. Αυτό με κρατάει κι εμένα και τους συνεργάτες μου σε μια διαρκή αγωνία για την αναζήτηση του απρόβλεπτου, του αδιατύπωτου, του καινούριου και μ’ αυτή την έννοια πασχίζουμε για κάτι αλλιώτικο, για το διαφορετικό. Και αποδεχόμαστε σαφώς την διαφορετικότητα και συμφιλιωνόμαστε πραγματικά με τον ξένο, με τον άλλον κι αυτό είναι μέσα στην ιδεολογία μας. Κι επειδή συμφιλιωνόμαστε με τον άλλον, συμφιλιωνόμαστε και με τον ίδιο τον εαυτό μας. Κι αυτό μας κάνει καλύτερους ανθρώπους που προσπαθούμε να υπηρετούμε την Δημοκρατία. Μ’ αυτή την έννοια βρήκα αυτό το καταφύγιο κι εδώ πια σ’ αυτό το χώρο, μπορώ να πω ότι έχουμε δημιουργήσει με τα χρόνια παραστάσεις που τις επισκέφθηκαν 25.000 θεατές, όπως την παράσταση Alarm, κι έχουμε 15 με 20 χιλιάδες σταθερό κοινό. Κάτω, στην είσοδο φιλοξενείται μόνιμα έκθεση της Γιοχάνες Βέμπερ, αλλά εδώ έχει εκθέσει (στο θέατρο και στη σκηνή) και ο Γιάννης Κουνέλλης, ο Ψυχοπαίδης, κι άλλοι πολλοί.

Στην αρχή ξεκίνησα με την Αρχαία Τραγωδία ως βασικό υλικό εργασίας, αλλά δεν έμεινα εκεί. Έκανα κι άλλα έργα, και σύγχρονους και νεοέλληνες και ποιητές. Έχουμε ανεβάσει έως και 40 έργα, κι έχουμε συνεργαστεί με μεγάλους καλλιτέχνες. Η τρέχουσα παράσταση στο θέατρο Άττις, είναι το ΑΝΚΟΡ, μετά ετοιμάζω τη ΝΟΡΑ του Ίψεν, αλλά κατόπιν έχω πολλές περιοδείες στο εξωτερικό, και σκηνοθεσίες όπως τη Γέρμα στο Εθνικό θέατρο της Ταϊβάν, τις έκτες Βάκχες στο κρατικό θέατρο της Μόντενα στην Ιταλία, γιατί οι έβδομες θα γίνουν στη Σενεγάλη στα σουαχίλι και θα ολοκληρωθεί το τάμα στο Διόνυσο: Στις επτά Βάκχες. Επιπλέον έχω μια νέα σκηνοθεσία στο Εθνικό Θέατρο της Ρωσίας, και πολλά άλλα.»

WHO IS WHO

He counts 47 years in theatre. He founded Attis theatre (attistheatre.com), which by now,  is an international educational centre of his method (which every year hosts actors and directors from all over the world and is being taught by approximately 30 Universities abroad) and in 33 years has presented 2100 performances at the most prestigious international festivals and theatres. He has been honoured with many awards in Greece and abroad and there are books about him and his theatre in ten different languages. He’s the Chairman of the Theatrical Olympics Committee, meets ministers of culture and frequently heads of state and is Honorary Professor at many Universities of the world, as well as at the University of Peloponnese and Patras in Greece.

Μετρά 47 χρόνια στο θέατρο. Ίδρυσε το θέατρο Άττις (attistheatre.com), ένα διεθνές, πλέον, κέντρο εκπαίδευσης της μεθόδου του (που κάθε χρόνο φιλοξενεί ηθοποιούς και σκηνοθέτες απ’ όλο τον κόσμο, ενώ διδάσκεται σε περίπου 30 Παν/μια του εξωτερικού) και μέσα σε 33 χρόνια έχει παρουσιάσει 2100 παραστάσεις στα σημαντικότερα διεθνή φεστιβάλ και θέατρα. Έχει τιμηθεί με πολλά βραβεία στην Ελλάδα και το εξωτερικό και κυκλοφορούν βιβλία για τον ίδιο και το θέατρό του σε 10 διαφορετικές γλώσσες. Είναι Chairman της Επιτροπής Θεατρικής Ολυμπιάδας, συναντά υπουργούς πολιτισμού, και πολλές φορές αρχηγούς κρατών, και είναι Επίτιμος Καθηγητής σε πολλά, Πανεπιστήμια του πλανήτη, όπως και στο Παν/μιο Πελοποννήσου και Πατρών στην Ελλάδα.


“After my book “The Return of Dionysus”, there will be a second, which will deal with sound in my method and the third which will be about perpetual improvisation” T. Terzopoulos / «Μετά το βιβλίο μου «Η Επιστροφή του Διόνυσου», έπεται το δεύτερο, το οποίο αφορά τον ήχο στην μέθοδο μου και το τρίτο που θα είναι για τον αέναο αυτοσχεδιασμό» Θ. Τερζόπουλος

 

 

 

 

Το Σπίτι της Λογοτεχνίας στη Χίο / The House of Literature in Chios

Το Σπίτι της Λογοτεχνίας στη Χίο / The House of Literature in Chios

Ο φυσικός καλλιεργητής και συγγραφέας, Γιάννης Μακριδάκης, μάς ξεναγεί στο Σπίτι της Λογοτεχνίας στη Χίο. /
The natural farmer and writer Yiannis MAKRIDAKIS, gives us a tour of the House of Literature in Chios.
By Crystalia Patouli / Thalassea 01

Photo: Stella Christodoulopoulou (stellachristo.com), Paris Tavitian / Lifo
«Οι σημαντικότεροι σταθμοί πριν από τη λογοτεχνία ήταν οι μαθηματικές σπουδές μου και το 1997 η ίδρυση του Κέντρου Χιακών Μελετών, με την κυκλοφορία επί 15 χρόνια του περιοδικού “Πελινναίο”, για τα οποία ασχολιόμουν με την κοινωνική ανθρωπολογία και την ιστορία του τόπου. Μέσα απ’ αυτές τις μελέτες, τις έρευνες και τις ηχογραφήσεις ανθρώπων που αφηγούνταν τις ιστορίες τους, αλλά και τις έρευνες στη Βιβλιοθήκη Κοραή, έγραψα το “Συρματένιοι, ξεσυρματένιοι· όλοι” και μετά το βιβλίο για την Ιστορία της νεοελληνικής Χίου “10.516 μέρες”, μια εργασία 10 χρόνων, η οποία έχτισε τις βάσεις για τη λογοτεχνία, για ν’ αρχίσω να γράφω μυθιστορήματα και νουβέλες αλλά και ν΄ αλλάξω στη συνέχεια τρόπο ζωής: έφυγα από την πόλη και πήγα στη Βολισσό για να ζήσω κοντά στη φύση. Κάτω απ’ αυτό το χωριό, στον Ροδώνα Βολισσού, έφτιαξα ένα κτήμα με ένα μικρό σπιτάκι, θέλοντας να συνδυάσω τη συγγραφή με τη γη. Ξεκίνησα να παραδίδω εργαστήρια φυσικής ζωής και φυσικής καλλιέργειας, όπως και εργαστήρια λογοτεχνίας, που συνεχίζονται μέχρι σήμερα και εμπεριέχουν βιωματικά μέσα τους τη φύση: συμβίωση λογοτεχνίας και ζωής στη φύση.
Οι άνθρωποι που έρχονται, μένουν στη Βολισσό, στο Σπίτι της Λογοτεχνίας -το οποίο διαθέτω σε χαμηλή τιμή-, και δουλεύουν κυρίως με το λόγο, με τα βιβλία: συγγραφείς, μεταφραστές, ποιητές, λογοτέχνες, όπως και αναγνώστες -αφού υπάρχει και βιβλιοθήκη με πολλά βιβλία.
Οι άνθρωποι που μένουν στο Σπίτι της Λογοτεχνίας, είτε για να γράψουν είτε για να διαβάσουν, είτε για να συμμετάσχουν στα εργαστήρια, μένουν σε ένα πολύ ωραίο χωριό, με διατροφή από όσα παράγουμε στο κτήμα φυσικής καλλιέργειας. Επιπλέον, έχω οργανώσει κι ένα εργαστήριο λογοτεχνίας στη Θεσσαλονίκη κι ένα στην πόλη της Χίου, που καλούμε λογοτέχνες, για να τους συναντήσουμε και να μιλήσουμε για τα βιβλία τους.
Το σημαντικότερο όμως είναι το λογοτεχνικό πρόγραμμα με σχολεία από όλη την Ελλάδα: οι καθηγητές ρωτούν ποια παιδιά -το πολύ 35 τον αριθμό- θα ήθελαν να συμμετάσχουν, τους δίνουν τα βιβλία μου και μετά από Σεπτέμβρη-Νοέμβρη επισκέπτομαι το κάθε σχολείο. Στη συνέχεια, το Μάρτη-Απρίλη, έρχονται εδώ και κάνουμε το λογοτεχνικό εργαστήρι. Αυτά τα προγράμματα τα παρέχω δωρεάν. Είναι ένα ολοκληρωμένο λογοτεχνικό πρόγραμμα και τα παιδιά έχω δει ότι φεύγουν  ενθουσιασμένα.
Κάπως έτσι λειτουργεί το Σπίτι της Λογοτεχνίας στη Χίο».

“The most important points in my life before literature, were my mathematical studies and then in 1997, the founding of the “Centre of Chios Studies”, with the circulation for 15 years of the magazine “Pelinneo”, which led me to study social anthropology and the history of the land. Through the studies, research, the recordings of people telling their stories and also research in the Korais Library, I wrote “Cabled, uncabled all”, then a book about the history of modern Greek Chios “10.516 days”, a work that took ten years and laid the foundations for the literature, to begin to write novels, but also subsequently to change the way I live. I left the city and went to Volissos, to live near nature. Below the village, in Rodonas of Volissos, I built a farm with a small house, in a desire to combine writing with the land. I began to teach natural life and natural farming workshops, as well as literature workshops that continue to this day, containing nature experientially inside them: a cohabitation of life and literature.

The people who come, stay in Volissos, in the House of Literature – which I provide at a low price – and work mainly in language, with books: writers, translators, poets as well as readers – as there’s a library with a lot of books.

The people that stay in the House of Literature, to write, to read or take part in the workshops, are staying in a very nice village, with the food coming from what we produce in the natural cultivation farm. I’ve also organised a literature workshop in Thessaloniki and one in the town of Chios, where we invite writers, to meet them and talk about their books.
What’s most important though, is the literature programme involving schools from all over Greece: The teachers ask which students – at most 35 in number – want to take part, they give them my books and then in September-November I visit every school. Then in March-April, they come here and do the literature workshop. I provide these programmes for free. It’s an integrated literary programme and I’ve seen that the students are enthusiastic.

That’s how the House of Literature in Chios works.” Yiannis Makridakis
Who is who
O Γιάννης Μακριδάκης (akridaki@gmail.com) γεννήθηκε το 1971 στη Χίο και σπούδασε μαθηματικά. Από το 1997, που ίδρυσε το Κέντρο Χιακών Μελετών, με σκοπό την έρευνα, αρχειοθέτηση, μελέτη και διάδοση των τεκμηρίων της Χίου, οργάνωνε τα ερευνητικά και εκπαιδευτικά προγράμματα του Κέντρου, επιμελούνταν τις εκδόσεις του και διηύθυνε το τριμηνιαίο περιοδικό «Πελινναίο» έως το 2011.
Κατόπιν άφησε τις πόλεις και μετακόμισε για μόνιμη διαμονή στη Βολισσό της ΒΔ Χίου. Εκεί, στράφηκε προς τη φυσική καλλιέργεια της γης κι έγινε παρατηρητής της αργής, αβίαστης φυσικής ανάπτυξης. Ίδρυσε το Απλεπιστήμιο Βολισσού, μέσα από το οποίο διοργανώνει σεμινάρια φυσικής καλλιέργειας και πολιτικής στάσης ζωής, με γνώμονα τον αντικαταναλωτισμό, την αποανάπτυξη και την πορεία της ανθρωπότητας προς τη μετακαταναλωτική εποχή. Επίσης, δημιούργησε το Σπίτι της Λογοτεχνίας στη Βολισσό και διοργανώνει λογοτεχνικά εργαστήρια στη Χίο, στη Θεσσαλονίκη και σε άλλες πόλεις.
Πολιτικά και φιλοσοφικά του κείμενα έχουν δημοσιευτεί στον διεθνή Tύπο, έντυπο και ηλεκτρονικό, στα γαλλικά, ισπανικά, ολλανδικά, σουηδικά, γερμανικά, αγγλικά. Έχει γράψει δύο ιστορικά βιβλία, τέσσερα μυθιστορήματα, εκ των οποίων τα τρία έχουν ανέβει στο θέατρο («Ήλιος με δόντια», «Η άλωση της Κωσταντίας» και «Ανάμισης ντενεκές») και τρία από αυτά, επίσης, έχουν μεταφραστεί στα γαλλικά και τουρκικά, όπως και έξι νουβέλες («Η δεξιά τσέπη του ράσου» πρόκειται να προβληθεί στον κινηματογράφο, και «Η πρώτη φλέβα» στο θέατρο), που κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Εστία. yiannismakridakis.gr

Yiannis Makridakis (akridaki@gmail.com) was born in 1971 in Chios and studied Μathematics. From 1997, when he founded the Chios Studies Centre, to research, document, study and spread the Chios records, he organised the research and education programmes of the Centre, curated its publications and directed the three-monthly magazine “Pelinneo” until 2011.
Subsequently, he left the cities and moved permanently to Volissos in NW Chios. There, he turned towards the natural cultivation of the soil and became an observer of slow, unforced natural development. He founded the Aplepistimio Volissou, through which he organises seminars on natural cultivation, a political stance based on anti-consumerism, degrowth and humanity’s march towards a post-consumer era. He also created the House of Literature in Volissos and organises literary workshops in Chios, Thessaloniki and other cities.
His political and philosophic writings have been published in the international press, printed and electronic, in French, Spanish, Dutch, Swedish, German, English.

He has written two historic books, four novels, three of which have been staged (“Sun with teeth”, “The sacking of Costantia” and “One and a half tin cans”) and three of which have been translated into French and Turkish. Also, six novellas (one of them,  “The right hand pocket of the cassock” will be shown in cinemas), published by Estia. yiannismakridakis.gr
Photos / Φωτογραφίες:
Υiannis Makridakis at the balcony of Book Home, which along with the Tree Home consist the House of Literature, overlooking
the Aegean Sea. / O Γιάννης Μακριδάκης στο μπαλκόνι του Book Home, που μαζί με το Tree Home αποτελούν το Σπίτι της Λογοτεχνίας στη Βολισσό, με θέα το Αιγαίο.

The House of Literature is interconnected with his natural cultivation farm at Rodonas, Volissos.
To Σπίτι της Λογοτεχνίας είναι συνδεδεμένο με το κτήμα φυσικής καλλιέργειας του Γιάννη Μακριδάκη στον Ροδώνα Βολισσού.

Richard Romanus and Anthea Sylbert: FROM HOLLYWOOD TO SKIATHOS

Συνέντευξη στην Κρυσταλία Πατούλη για το Grec14n Kavala – Lesvos & Skiathos

Περισσότερα στις σελίδες 120-127:

Mark Mazower: Η Θεσσαλονίκη είναι μια αληθινή πόλη

Mark Mazower: «Η Θεσσαλονίκη είναι μια αληθινή πόλη»

 O δημοφιλής Βρετανός ιστορικός, Μαρκ Μαζάουερ, από τους σημαντικότερους του αιώνα μας, μιλά για την Ελλάδα και τη Θεσσαλονίκη, που τον ενέπνευσαν να εντρυφήσει στην ιστορία τους.

Συνέντευξη στην Κρυσταλία Πατούλη για το Grec14n Thessaloniki

Mark Mazower: Η Θεσσαλονίκη, νομίζω πως είναι μια αληθινή πόλη. Ίσως η μόνη στην Ελλάδα. Η Αθήνα είναι μια πόλη με διαφορετικό τρόπο, ένα παραμεγαλωμένο χωριό – ή ίσως καλύτερα μια πόλη – αγορά. Η Θεσσαλονίκη έχει ένα απίστευτο ιστορικό βάθος. Το νιώθεις, νιώθεις τον τρόπο με τον οποίο συνεχώς αναδομεί τον εαυτό της. Είναι ανοικτή στον κόσμο με κάποιον τρόπο. Μου αρέσει αυτό. Μου αρέσει πολύ που υπάρχει μια ένταση μέσα σε όλο αυτό.
Περισσότερα στο Grec14n Thessaloniki: σελ 40-45, εδώ: https://issuu.com/identitymedia/docs/grec14n_skg_03

Γεράσιμος Στεφανάτος: Στη θέση του Οιδίπποδα, βασιλεύει πλέον ο Νάρκισσος

Ποιος ο στόχος και το νόημα της ψυχανάλυσης σήμερα, σε μια εποχή κρίσης, ειδικά στην Ελλάδα, που η κατανάλωση ψυχότροπων φαρμάκων είναι η μεγαλύτερη στην Ευρώπη;

Ο ψυχίατρος, ψυχαναλυτής και συγγραφέας, Γεράσιμος Στεφανάτος, μέλος της γαλλικής ψυχαναλυτικής εταιρείας Quatrieme Groupe O.P.L.F, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη και το Tvxs.gr, επισημαίνοντας, μεταξύ άλλων, πως: «Τίποτα δεν εγγυάται ότι ο έλεγχος που επιτελείται στις ατομικές και συλλογικές ορμές, μπορεί να υποσχεθεί και την πρόοδο των κοινωνιών. Ο πολιτισμός, δεν είναι work in progress, γι’ αυτό οποιαδήποτε στιγμή μπορεί να ανατραπεί», και ότι: «Η γενικότερη κατάσταση -κρίσης- που παρατηρούμε σε διεθνές επίπεδο, και όχι μόνο στη χώρα μας, οδηγεί σε νέες μορφές έκφρασης των διαφόρων ψυχοπαθολογιών του ανθρώπινου υποκειμένου. Δηλαδή, παρατηρούμε νέες μορφές παθολογίας που, αν αναφερθούμε στις κλασσικές φιγούρες της μυθολογίας μας, στη θέση του Οιδίπποδα, βασιλεύει πλέον ο Νάρκισσος».

Ποιο το νόημα της ψυχανάλυσης στη σημερινή εποχή της κρίσης;

Στο κοινωνικό πεδίο αντιλαμβανόμαστε μια δυσφορία στον πολιτισμό, όπως είναι ο τίτλος του περίφημου βιβλίου του Φρόυντ, «Ο πολιτισμός ως πηγή δυστυχίας», που παίρνει πλέον νέες μορφές, μέσα από:

  • την καταστρεπτικότητα και το μίσος που βλέπουμε να κυριαρχούν στις σύγχρονες κοινωνίες,
  • τα διάφορα γεγονότα της καθημερινής ζωής που διαβάζουμε στις εφημερίδες,
  • την άνοδο του ρατσισμού,
  • τους περίεργους πολέμους που δεν είναι όπως παλιά, όπως π.χ. ο οικονομικός πόλεμος,
  • τις μορφές περιθωριοποίησης, φτωχοποίησης των ανθρώπων, σε όλες τις χώρες της Ευρώπης (και μη μιλήσουμε για τις χώρες του Τρίτου κόσμου που είναι τραγικά τα πράγματα),
  • την έλλειψη στόχων – ιδανικών,
  • ή συγκεχυμένες, ακόμη, καταστάσεις που δεν μπορούμε να «διαβάσουμε» άμεσα, μας φαίνονται ανεξήγητες. Δηλαδή, κάποιες νέες μορφές δυσφορίας στον πολιτισμό που ο Φρόυντ δεν περιέγραψε, γιατί δεν υπήρχαν στην εποχή του.

Βεβαίως, ο Φρόυντ, γράφει ότι κάθε άνθρωπος είναι δυνητικά εχθρός του πολιτισμού. Θέλοντας να πει ότι, το τίμημα που οφείλει ο άνθρωπος να καταβάλλει για να ελέγξει τις ατομικές και συλλογικές ορμές, είναι τεράστιο, και κατά συνέπεια, ενώ θα ήθελε τον πολιτισμό, συγχρόνως τον αντιπαλεύει. Είναι σαν να λέει «ναι» στον πολιτισμό εξωτερικά και εσωτερικά να λέει «όχι».

Οπότε, τίποτα δεν εγγυάται ότι ο έλεγχος που επιτελείται στις ατομικές και συλλογικές ορμές, μπορεί να υποσχεθεί και την πρόοδο των κοινωνιών. Ο πολιτισμός, δεν είναι work in progress, γι’ αυτό οποιαδήποτε στιγμή μπορεί να ανατραπεί.

Τώρα, αυτή η γενικότερη κατάσταση -κρίσης- που παρατηρούμε σε διεθνές επίπεδο, και όχι μόνο στη χώρα μας, οδηγεί σε νέες μορφές έκφρασης των διαφόρων ψυχοπαθολογιών του ανθρώπινου υποκειμένου. Δηλαδή, παρατηρούμε νέες μορφές παθολογίας που, αν αναφερθούμε στις κλασσικές φιγούρες της μυθολογίας μας, στη θέση του Οιδίπποδα, βασιλεύει πλέον ο Νάρκισσος.

Εννοώ, ότι το Οιδιππόδειο σύμπλεγμα είναι ένα πλέγμα επιθυμιών αλλά και απαγορεύσεων που δομεί το υποκείμενο. Ενώ, ο ναρκισσισμός, είναι το κλείσιμο του υποκειμένου στην απατηλή εικόνα ενός αυτάρκους και παντοδύναμου εαυτού. Στο κοινωνικό επίπεδο εκφράζεται με ένα κλείσιμο σε πεποιθήσεις οι οποίες μπορεί να γίνουν και νοσηρές.

Έτσι, βλέπουμε κάποιες νέες μορφές ψυχοπαθολογίας που εκφράζονται κυρίως στο σώμα, με εξαρτήσεις, είτε από ουσίες, είτε από το σεξ, είτε από τις παθολογικές ανθρώπινες σχέσεις, αντί της δυνατότητας να συνευρεθεί κανείς αποδεχόμενος την ετερότητα του άλλου.

Το ερώτημα, λοιπόν, που τίθεται κατ’ επέκταση, θα ήταν: Πώς μπορεί ο σύγχρονος ψυχαναλυτής να υποδεχτεί αυτές τις νέες μορφές αιτημάτων; Τροποποιούν τη βασική δομή της ψυχαναλυτικής θεωρίας, ή όχι;

Υπάρχουν πολλές απαντήσεις. Η άποψή μου είναι, ότι η φροϋδική θεωρία πρέπει να διατηρηθεί στη βάση της, διότι μόνο με αυτήν ως κεντρική αναφορά μπορούμε να κατανοήσουμε και τις νέες μορφές παθολογιών. Έχοντας, δηλαδή, κάτι σταθερό, μπορούμε να αναγνωρίσουμε το καινούργιο και να προσαρμοστούμε ως προς τις απαντήσεις που δίνει.

Μια δεύτερη σειρά σκέψεων θα ήταν ότι ο σύγχρονος άνθρωπος μοιάζει, πάλι σε αναφορά με τους περιορισμούς και τις επιθυμίες του οιδιπποδείου, να ξεφεύγει από αυτό το σχήμα:

  • να μη δέχεται το άγχος (το άγχος είναι συστατικό της ανθρώπινης ύπαρξης),
  • να μη δέχεται τους αυτοπεριορισμούς,
  • να θέλει την ικανοποίηση της επιθυμίας του με κάθε κόστος,
  • και στις πιο απλές εκδοχές, για να κατανικήσει το άγχος, να καταφεύγει στην αλόγιστη χρήση ψυχοφαρμάκων. Το άγχος μπορεί να είναι, είτε δημιουργικό, είτε παθολογικό, αλλά εν πάση περιπτώσει το άγχος είναι κάτι προς εξέταση.

Τα φάρμακα, είναι αδιαμφισβήτητα πολλές φορές απαραίτητα, αλλά η αλόγιστη χρήση τους είναι εξαιρετικά επικίνδυνη και δυστυχώς η χρήση αυτή ευνοείται και από τους ασθενείς και από τους ψυχιάτρους.

Δηλαδή, αντί το άγχος να γίνεται αντικείμενο επεξεργασίας, με προσπάθεια μετατροπής του «κατακλυσμιαίου» –παθολογικού- άγχους, σε άγχος εντασσόμενο στην ανθρώπινη συνθήκη με δυνατότητες δημιουργικών διεξόδων, αντ’ αυτού το φάρμακο «βουλώνει», κατά κάποιον τρόπο, κλείνει το ρήγμα που θα μας πήγαινε ενδεχομένως σε κάτι άλλο, σε μια σημασία, σε ένα συναίσθημα, και σε τελευταία ανάλυση, σε ένα τραύμα που προϋπήρχε, αλλά μπορούμε εκ νέου να το επεξεργαστούμε.

Αντί να αφεθεί ελεύθερη αυτή η δίοδος προς το εσωτερικό της ψυχής, έρχονται τα ηρεμιστικά –που στη χώρα μας, έχουμε τις μεγαλύτερες καταναλώσεις στην Ευρώπη- να «ηρεμήσουν» -ειρωνικά το λέω, προφανώς- να κλείσουν, δηλαδή, τη δυνατότητα αναζήτησης της αλήθειας για τον άνθρωπο.

Ασχολούνται, μόνο με την καταστολή του συμπτώματος, δηλαδή, χωρίς να φτάνουν σε αυτό που το προκαλεί; (όπως συμβαίνει, συνήθως, και για τα κοινωνικά προβλήματα)

Ο Φρόυντ, λέει, ότι το σύμπτωμα τη στιγμή που εκδηλώνεται, αποτελεί πολλές φορές, το πιο ζωντανό σημείο του ψυχισμού. Δηλαδή, πολλές φορές ο άνθρωπος κατά βάθος εκφράζεται από το σύμπτωμά του. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα τον αφήσουμε να υποφέρει, αλλά δε θα του στερήσουμε, πάση θυσία, το νόημα που εμπεριέχει το σύμπτωμά του, όπως ακριβώς είπατε.

Και ποιος είναι, λοιπόν, ο στόχος της ψυχανάλυσης, σήμερα;

Ο στόχος της ψυχανάλυσης για τον Φρόυντ, είναι η περίφημη φράση του: «Εκεί που ήταν Αυτό, εγώ πρέπει να γίνω». Όπου, το Αυτό, είναι εν ολίγοις το ασυνείδητο, το ενορμητικό στοιχείο, που σημαίνει ότι το Εγώ του ανθρώπου, οφείλει να το λάβει σοβαρά υπόψη.

Κάτι που προφανώς δε σημαίνει ότι θα εξαφανιστούν οι ορμές, γιατί τότε το ανθρώπινο υποκείμενο θα γινόταν ρομπότ. Σημαίνει οτι το υποκείμενο μέσω της ψυχανάλυσης, θα αποκτήσει γνώση του ενορμητικού του κόσμου -του ασυνειδήτου του , το οποίο ποτέ δεν εξαντλείται- και αυτή η γνώση(που είναι συγχρόνως αποδοχή μιας αδυναμίας, ικανοποίησης επιθυμιών, κυριαρχίας επί του εαυτού), συνιστά συγχρόνως, μια δύναμη.

Σε αυτό το σημείο, γίνεται μία μετατροπή της σχέσης μεταξύ συνειδητού και ασυνειδήτου, μια βαθύτερη αλλαγή της προσωπικότητας, που οδηγεί σε θεραπευτικά αποτελέσματα.

Και ποια τα αποτελέσματα της ψυχανάλυσης;

Κατ’ αρχάς, τα θεραπευτικά αποτελέσματα στην ψυχανάλυση δεν μετριούνται, (όπως μας προτείνουν οι διάφορες τεχνοκρατικές μέθοδοι στατιστικού τύπου, που έχουν ισχύ σε άλλους τομείς). Η ψυχανάλυση έχει δικούς της κώδικες, τους οποίους αναγνωρίζει και ο άνθρωπος που είναι σε ψυχανάλυση και ο αναλυτής.

Τώρα, η αποτελεσματικότητα των θεραπειών είναι ένα μεγάλο ζήτημα, γιατί βοηθούντος του συντηρητισμού των σύγχρονων κοινωνιών, ζητάμε όλα να γίνονται γρήγορα και αποτελεσματικά. Κατά το περίφημο, time is money (ο χρόνος είναι χρήμα), μοιάζει να ζητούνται πλέον απτά και γρήγορα αποτελέσματα, που σίγουρα δεν προσφέρει η ψυχανάλυση. Απ’ την άλλη, μια τέτοια αποτελεσματικότητα, είναι ψευδής, υπό την έννοια ότι έχουμε επανεμφάνιση του συμπτώματος με άλλη μορφή, και όχι μία βαθύτερη αλλαγή της προσωπικότητας.

Πόσο σημαντικό είναι το γνωστικό πεδίο της ψυχανάλυσης, για τον άνθρωπο;

Η γνώση είναι κάτι το οποίο πάντα ανοίγει ορίζοντες, ωστόσο, σε σχέση με τη διεξαγωγή μιας ψυχανάλυσης η ακαδημαϊκή ή εκλαϊκευμένη ψυχολογική γνώση δεν βοηθά ιδιαιτέρως. Αντιστρόφως μπορεί να αποτελέσει και μια άμυνα. Για παράδειγμα όλοι μιλάνε γενικώς για το «οιδιπόδειο σύμπλεγμα», όταν όμως πρόκειται για  την προσωπική ασυνείδητη οιδιπόδεια προβληματική τους, στο πλαίσιο μιας ψυχανάλυσης , τότε τα πράγματα αλλάζουν και εμφανίζονται συχνά αξεπέραστες άμυνες.

Όσον αφορά βέβαια το επιστημονικό γνωστικό πεδίο της ψυχανάλυσης, ανοίγει μια μεγάλη συζήτηση, και για τους άλλους κλάδους. Δηλαδή, κατά πόσο η έννοια του ασυνειδήτου μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν εργαλείο έρευνας για τις άλλες επιστήμες του ανθρώπου. Πράγμα το οποίο συνήθως δεν το βλέπουμε να συμβαίνει.

Μιλάτε για τη διεπιστημονικότητα, και για το πώς οι διάφορες επιστήμες συνθέτουν γνώση και εμπειρία και από τις άλλες επιστήμες;

Ναι, ακριβώς. Και εκεί τίθεται περισσότερο το ζήτημα της γνώσης, που μου θέσατε, και βεβαίως και στον άνθρωπο με την έννοια ότι του δίνει ιδέες, του ανοίγει ορίζοντες.

Επανερχόμενος στο ζήτημα των αντιστάσεων απέναντι στον εσωτερικό – ενορμητικό κόσμο και στο ασυνείδητο, οφείλουμε θα έλεγα μια στάση ταπεινότητας που πρώτος υπέδειξε, και επωμίστηκε, ο Φρόυντ ως επιστήμονας, ως ψυχαναλυτής και ως άνθρωπος, μιλώντας ο ίδιος για τα όνειρά του. Ένα μεγάλο μέρος των ονείρων, που αναφέρονται στην «Ερμηνεία των Ονείρων», είναι όνειρα του ίδιου του Φρόυντ, στο πλαίσιο της αυτό-ανάλυσής του.

Η ψυχανάλυση, βασίζεται στην αφήγηση των αναλυόμενων. Πόσο σημαντικό είναι το να αφηγούνται τη ζωή τους οι άνθρωποι, στο πλαίσιο μιας ανάλυσης, αλλά και γενικά;

Εννοείτε, για τη δυνατότητα του ανθρώπου να μιλήσει για την ιστορία του, για το παρελθόν του, και σε τελευταία ανάλυση να κατασκευάσει ένα παρελθόν για τον εαυτό του; Εδώ ανοίγει μια άλλη μεγάλη συζήτηση. Συμφωνώ ότι είναι αναγκαίες αυτές οι αφηγήσεις, στο τέλος-τέλος μάς το επαληθεύει η ανάγνωση των μεγάλων κλασσικών μυθιστορημάτων, όπως του Μπαλζάκ ή του Ντοστογιέφσκι, που τώρα πια δεν υπάρχουν γιατί οι τρόποι αφήγησης έχουν αλλάξει, αλλά αυτό είναι και θέμα που αφορά την λογοτεχνία.

Όπως και να έχουν τα πράγματα, το ζήτημα της αφήγησης στο ατομικό, στο προσωπικό πεδίο που κυρίως μας ενδιαφέρει αποκτά μια διπλή σημασία: Από τη μία απαιτείται για τη συγκρότηση του υποκειμένου να κατασκευάσει ένα παρελθόν και μία ιστορία, από την άλλη θα πρέπει να ξεχωρίσουμε τη συνειδητή ιστορία των γεγονότων της ζωής, από την ψυχική τους εγγραφή. Ένας που συνέδεσε και τα δύο ήταν ο Προυστ, στο «Αναζητώντας το χαμένο χρόνο», αυτό το κλασσικό μυθιστόρημα που σημάδεψε την ιστορία της  λογοτεχνικής και ψυχικής έκφρασης κάθε αυτο-βιογραφούμενου υποκειμένου.

Εν κατακλείδι, σε μία ψυχανάλυση, έχουμε ανάγκη τη συμβαντολογική αφήγηση(την αφήγηση δηλαδή των συμβάντων, των γεγονότων), η οποία θα χρησιμεύσει σα βάση για να κατασκευαστεί η ασυνείδητη εκδοχή της ιστορίας του υποκειμένου…

Και πόσο σημαντικά είναι τα όνειρα στην ψυχανάλυση;

Αυτή η ερώτηση ανοίγει άλλο ζήτημα, που δεν περίμενε, βέβαια, εμάς για να συζητηθεί. Ο διάλογος έχει αρχίσει από την αρχαιότητα. Ο Φρόυντ στο πρώτο μέρος από την «Ερμηνεία των ονείρων», αναφέρεται στους αρχαίους πως ερμήνευαν τα όνειρα, στη συνέχεια τι έγινε με τους ονειροκρίτες. Θέλω να πώ ότι ο άνθρωπος έχει πάντα την ανάγκη να αναζητήσει νόημα μέσα από διάφορα ψυχικά μορφώματα που εμφανίζονται, όπως είναι κατεξοχήν τα όνειρα.

Είναι γνωστό αυτό που έλεγε ο Φρόυντ, ότι τα όνειρα αποτελούν τη βασιλική οδό προς το ασυνείδητο. Σ’ αυτό μπορούμε να προσθέσουμε ότι τα όνειρα μάς φέρνουν σε επαφή με τον εσωτερικό μας κόσμο και μας εμπλουτίζουν. Πολλές φορές σε διάφορες θεραπείες, όταν εμφανίζονται όνειρα –ανεξαρτήτως του περιεχομένου τους- είναι ένα καλό σημάδι, γιατί δείχνουν ότι το υποκείμενο τρόπον τινά αυτό-θεραπεύεται. Στρέφει δηλαδή την προσοχή του στον εσωτερικό του κόσμο, στρέφει το βλέμμα του, στο εσωτερικό της ψυχής, γεγονός που αποτελεί φροντίδα εαυτού.

Τι θα λέγατε για τη δεοντολογία, ή αλλιώς για την ηθική της ψυχανάλυσης, και για όσους ασκούν το επάγγελμα του ψυχαναλυτή, σε ότι αφορά την συνεχή εποπτεία τους, κλπ;

Με την έννοια της ηθικής βέβαια και όχι της ηθικολογίας. Με την έννοια της ηθικής της ψυχανάλυσης που επιβάλλει διάφορους κανόνες και τόσο για τον αναλυόμενο, όσο και για τον αναλυτή. Ο Φρόυντ έθεσε την προϋπόθεση του ελεύθερου συνειρμού για την διεξαγωγή μιας ψυχανάλυσης, αλλά κυρίως έθεσε για τον αναλυτή την απαίτηση της αποχής και της ουδετερότητας. Δηλαδή, σε μια ψυχανάλυση, να μη δοθεί η δυνατότητα άμεσης ενορμητικής ικανοποίησης, ούτε για το αναλυτή ούτε όμως και για τον αναλυόμενο.

Η ψυχανάλυση είναι μια δραστηριότητα μετουσιωτική η οποία στο πλαίσιο της επιτρέπει, ακριβώς, να έχουμε πρόσβαση στον ενορμητικό κόσμο, μόνον υπό όρους και προυποθέσεις. Που σημαίνει, ότι ο ψυχαναλυτής χρειάζεται-απαιτείται για την άσκηση του επαγγέλματός του, μία διαρκής αυτοανάλυση του ίδιου, σαν προέκταση της ατομικής του ψυχανάλυσης. Αυτό  του επιτρέπει να συνεχίζει να βρίσκεται στην ψυχαναλυτική πολυθρόνα, το υπογραμμίζω, ως ψυχαναλυτής.-

*Ο Γεράσιμος Στεφανάτος είναι ψυχίατρος, ψυχαναλυτής, μέλος της γαλλικής ψυχαναλυτικής εταιρείας Quatrieme Groupe O.P.L.F. Σπούδασε και εργάστηκε στο Παρίσι· Ancient Attache des Hopitaux  Psychiatriques, ασχολήθηκε με τη θεσμική και την ατομική ψυχοθεραπεία των ψυχώσεων και ήταν υπεύθυνος κλινικής διδασκαλίας στην Ιατρική Σχολή Lariboisiere-Saint Louis του Πανεπιστημίου Paris VIΙ . Από το 1989 ασκεί ιδιωτικά την ψυχανάλυση στην Αθήνα. Διετέλεσε Διευθυντής του Τμήματος Ψυχιατρικής Εφήβων και Νέων του ΠΝΑ Γ. Γεννηματάς και ίδρυσε την Εταιρεία Ψυχαναλυτικής Μελέτης της Εφηβείας Ένηβος. Συνεργάστηκε με το Ευρωπαϊκό Κέντρο Μετάφρασης, Λογοτεχνίας και Επιστημών του Ανθρώπου (ΕΚΕΜΕΛ) και δίδαξε στο Τμήμα Θεωρίας και Ιστορίας της Τέχνης της ΑΣΚΤ. Συνιδρυτής του περιοδικού Εκ των υστέρων,  μέλος του  comite de lecture του ψυχαναλυτικού περιοδικού Topique  και της Revue française  de psychanalyse , διευθύνει στις εκδόσεις της Εστίας τη σειρά Ψυχαναλυτικά.  Τελευταίο  βιβλίο του Κατασκευές της ψυχανάλυσης, κατασκευή του ψυχαναλυτή,  Εστία-2016.

Διαβάστε επισης στο Tvxs.gr:

Γεράσιμος Στεφανάτος: Κατασκευή μιας ιστορίας, επινόηση μιας ιστορίας
Η Πιέρα Ολανιέ για την εφηβεία: «Κατασκεύασε το παρελθόν σου

 

Ο Στέφανος Ροζάνης για τον Κορνήλιο Καστοριάδη

Ο καθηγητής φιλοσοφίας και συγγραφέας Στέφανος Ροζάνης, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη, και το Tvxs.gr, για τον Κορνήλιο Καστοριάδη, με αφορμή τα 20 χρόνια από την επέτειο του θανάτου του, το Δεκέμβριο του 1997.

Τι θα λέγατε για τον Κορνήλιο Καστοριάδη, με αφορμή τα 20 χρόνια από την επέτειο του θανάτου του;

Ο Κορνήλιος Καστοριάδης ήταν ένας κομβικός ευρωπαίος στοχαστής, ο οποίος πάντα προσπάθησε να είναι εξεγεργεσιακός. Προσπάθησε, επίσης, να διαβάσει τον μαρξισμό και την φιλοσοφία με ένα διαφορετικό τρόπο. Άφησε ένα πάρα πολύ μεγάλο και βαθύ ίχνος πάνω στη Μετανεωτερικότητα, από το Μάη του ’68 μέχρι σήμερα. Τα βιβλία του και κυριότατα για μένα «Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας», είναι πραγματικά ένα πάρα πολύ σημαντικό βιβλίο, όχι μόνον για την κριτική του παρελθόντος αλλά και του παρόντος και του μέλλοντος. Ένας άνθρωπος με τον οποίο προσωπικά μπορεί να διαφωνούσα σε πολλά σημεία, αλλά που ακόμα και τη διαφωνία την έκανε διάλογο, και ο διάλογος αυτός γεννούσε καινούργια ερωτήματα, καινούργιες αφορμές και εναύσματα για αναστοχασμό.

Είναι από τους λίγους αναστοχαστικούς φιλοσόφους της Ευρώπης, μαζί βέβαια με μια πλειάδα άλλων. Να αναφέρω μόνο τους Έλληνες που για μένα έχουν πολύ μεγάλη σημασία, όπως ο Κώστας Παπαϊωάννου και η Μιμίκα Κρανάκη, που όλοι μαζί συγκροτούν την εξορισμένη Ελλάδα, που παρήγαγε τελικά, σκέψη.

Η σκέψη, την εποχή εκείνη, παρήχθη εκτός της Ελλάδος, από Έλληνες. Δηλαδή, ουσιαστικά η γαλλική σκέψη, οδηγήθηκε – κατά κάποιον τρόπο, για να μην είμαι απόλυτος- από αυτούς τους Έλληνες της διασποράς που βρέθηκαν με το περίφημο «Ματαρόα» στο Παρίσι.

Βλέπω ακόμα και σήμερα, το πόσο οι νεώτεροι άνθρωποι ασχολούνται με τον Καστοριάδη, με αποτέλεσμα να έχουμε πάρα πολύ σημαντικά έργα από νέους Έλληνες διανοουμένους, τα οποία τελικά μιλούν για τον Καστοριάδη, σε μια μετακαστοριαδική εποχή. Ένα από αυτά τα βιβλία που κυκλοφόρησε πρόσφατα, είναι  το βιβλίο του Αλέξανδρου Σχισμένου και του Νίκου Ιωάννου: «Μετά τον Καστοριάδη. Δρόμοι της αυτονομίας στον 21ο αιώνα», των εκδόσεων Εξάρχεια, το οποίο είναι εξαιρετικά σημαντικό βιβλίο.

Κι εκείνο που είναι παρήγορο, γενικά, είναι πως υπάρχει μια ζύμωση των ιδεών του Καστοριάδη, μέσα σε μια καινούργια προοπτική. Που σημαίνει ότι το ίδιο το έργο του δημιούργησε αφορμές για καινούργιες αναγνώσεις. Και επίσης σημαίνει, ότι το έργο αυτού του στοχαστή – διότι προσωπικά, στοχαστή τον ονομάζω – είναι ένα έργο πολυστρωματικό, πολυδυναμικό, που συνέχεια ανανεώνεται μέσα από τα καινούργια κοινωνικά ρεύματα, μέσα από τις καινούργιες κοινωνικές καταστάσεις, όπως διαμορφώνονται στην Ευρώπη, και συνέχεια αποτελεί έναυσμα διαλόγου – κι αυτό είναι το πιο σημαντικό για μένα – που μπορεί να βασίζεται σε προκείμενες καστοριαδικές – όπως λέμε – αλλά που φεύγουν πέρα απ’ αυτό και προεκτείνουν το έργο του ίδιου του Καστοριάδη.

Ποια από εκείνα που έλεγε ο Καστοριάδης, θεωρείτε ότι μας αφορούν περισσότερο σήμερα;

Ουσιαστικά, τα σημαντικά κέντρα γύρω στα οποία κινήθηκε ο Καστοριάδης, είναι η έννοια του «φαντασιακού», την οποία συνέδεσε με το κοινωνικό φαντασιακό, με πάρα πολλά στοιχεία φαντασιακού-ρομαντικού, φέρνοντας τον Φίχτε, τον Χέρντερ και τον Σέλινγκ, πάλι μέσα στην επικαιρότητα, προκειμένου να ερευνήσει το τώρα, το κοινωνικό τώρα. Κι αυτή ακριβώς η επαναφορά, ο αναστοχασμός, πάνω στις παλιές φιλοσοφικές και κοινωνικές πηγές, δημιούργησε στον Καστοριάδη, εκείνο ακριβώς το περιβάλλον, το οποίο χρειαζόταν για να προσθέσει κάτι το οποίο είναι καινούργιο, εξεγερσιακό, ρηγματικό.

Ειδικά για την έννοια του «φαντασιακού», τι θα μπορούσατε, να πείτε, περισσότερο;

Η δική του ιδέα, είναι, ότι η θέσμιση μιας κοινωνίας, δεν είναι μια κοινωνική θέσμιση, αλλά μια φαντασιακή θέσμιση. Εκείνο το οποίο θεσμίζει είναι το φαντασιακό, όχι το εμπειρικό. Το εμπειρικό δεν μπορεί να θεσμίσει μέσα στην κοινωνία. Αυτό που θεσμίζει και προεκτείνει την κοινωνία, είναι το φαντασιακό.  Τώρα, το φαντασιακό του Καστοριάδη, όπως είπα, έχει κατ’ αρχάς, σημαντική προέλευση από τον Σέλινγκ, τον Χέρντερ και τον Φίχτε, αλλά προεκτείνεται σε μια κριτική σκέψη. Κριτική, όμως, του τώρα. Παίρνοντας το φαντασιακό ως κριτική αυτού που γίνεται σήμερα.

Το φαντασιακό, δεν είναι κάτι το οποίο επιλέγει το ανθρώπινο υποκείμενο. Το φαντασιακό του Καστοριάδη, περισσότερο συνδέεται με το συλλογικό ασυνείδητο του Γιουνγκ, παρά με οποιαδήποτε ελεύθερη βούληση και οποιαδήποτε κοινωνική επιλογή.

Τι έχετε κρατήσει από τον Κορνήλιο Καστοριάδη;

Από τον Καστοριάδη και από τις συζητήσεις που είχα μαζί του στο σπίτι του στη Rue de l’ Alboni, από την εποχή εκείνη του Παρισιού, έχω κρατήσει κάτι, κι αυτό το κάτι για μένα είναι πολύτιμο. Μπορεί να διαφωνούσαμε, στο κατά πόσον το φαντασιακό μπορεί να είναι ατομικό ή κοινωνικό. Είναι μια διαφωνία που είχαμε φιλοσοφικά. Πέραν, όμως, αυτού, εκείνο που για μένα έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία, είναι ότι αυτή η διαφωνία -σε εισαγωγικά ή χωρίς εισαγωγικά- γινόταν πάντα αφορμή αναστοχασμού, και δικού μου και δικού του. Μου έγραφε πάντα, ή μου έλεγε, ότι «διαφωνούμε ογκωδώς», χρησιμοποιούσε το επίρρημα «ογκωδώς». Αλλά παρόλα αυτά, έβλεπα πόσο ο ίδιος προσπαθούσε να αντλήσει από τη διαφωνία, και πόσο καλό μου έκανε, εμένα, να αντλήσω πάλι από τη δική του διαφωνία, και να προχωρήσω στη δική μου έρευνα.

Και σχετικά με αυτήν σας την έρευνα, ποια είναι η δική σας η κατάθεση;

Η δική μου η εργασία  είναι να προσπαθήσω να δείξω μια επικαιροποίηση του στοχασμού του 19ου αιώνα. Δηλαδή, να δείξω, πόσο η ρομαντική αντίληψη για την κοινωνία, για την ατομικότητα, για την υποκειμενικότητα, είναι αξίες οι οποίες επικαιροποιούνται σε κάθε πεδίο, σε κάθε χώρο, μέσα στο τώρα των κοινωνικών πραγμάτων. Των πραγμάτων, δηλαδή, τα οποία διαμορφώνονται, βρίσκονται υπό διαμόρφωση.

Μη ξεχνάτε ότι ακόμα και η θέση μου περί του εκφασισμού της Ευρώπης, πάλι βασίζεται σε ρομαντικές προκείμενες. Και προσπαθώ με τα βιβλία μου, να δείξω ακριβώς αυτό το πράγμα: Πόσο ο 19ος αιώνας, υπήρξε «προφητικός», ακόμα και για τον εκφασισμό που σήμερα υποφέρουμε όλοι.

Με ποιόν τρόπο υπήρξε προφητικός ο 19ος αιώνας;

Μέσα στον 20ο αιώνα, ήταν ο Χίτλερ ως απαύγασμα αυτού που λέγεται «αστικό πνεύμα». Θα πρέπει να το λάβουμε υπόψη μας σοβαρά αυτό, ότι ο Χίτλερ, ή ο φασισμός, δεν ήταν μια βαρβαρική επιδρομή, αλλά ήταν γέννημα-θρέμμα του ίδιου του ευρωπαϊκού πνεύματος. Αρκεί να διαβάσουμε συγγραφείς, όπως για παράδειγμα ο Στέφαν Τσβάιχ, ή κοινωνιολόγους όπως ο Μαξ Βέμπερ, ή ακόμα, με τις εμπειρίες του Καρλ Σμιτ, με τον κανόνα εξαίρεσης. Αυτό, δικαιολογεί, σήμερα, τον φασισμό. Όλα αυτά, είναι προϊόντα της σκέψης του 19ου αιώνα.

Υπό αυτή την έννοια, οι δικές μου έρευνες παίρνοντας ως έναυσμα και τον Κορνήλιο Καστοριάδη, προσπαθούν να συνεχιστούν μέχρι τώρα.

Στον Ρομαντισμό όμως βασίστηκε με κάποιον τρόπο και η θεωρία του ναζισμού για την αρία φυλή, κλπ.;

Θα αρκούσε κανείς να διαβάσει τα βιβλία του φίλου μου, Μικαέλ Λεβί, ο οποίος είναι ένας εξαιρετικός κοινωνιολόγος στοχαστής. Είχε, τέτοια, στοιχεία ο ρομαντισμός. Μονάχα που δεν είχε μόνον αυτά! Μέσα στον ρομαντισμό, εκτός από τα στοιχεία αυτά, τα οποία προμηνύουν μια φασιστική νοοτροπία, υπάρχουν άλλα στοιχεία τα οποία είναι εξαιρετικά, ιακωβινικά. Στοιχεία, δηλαδή, τα οποία δημιουργούν το ανθρώπινο υποκείμενο ως εξεγερσιακή οντότητα.

Ο «Homme Revolte» (Ο εξεγερμένος άνθρωπος) του Καμύ, δεν είναι τίποτα άλλο, παρά η σύνοψη αυτών των εξεγερσιακών στοιχείων του ρομαντισμού. Αυτά τα εξεγερσιακά στοιχεία του ρομαντισμού, προβάλλω, ως διαρκή επικαιρότητα του ρομαντισμού. Ο ρομαντισμός ως εξεγερσιακότητα. Αυτό υποστηρίζω σε όλα τα τελευταία βιβλία, όπως είναι τα «Δύο δοκίμια πολιτικής αισθητικής του ρομαντισμού», στις εκδόσεις Εξάρχεια, αυτό ακριβώς προσπαθώ να εδραιώσω και να υποστηρίξω. Και σ’ αυτό, πραγματικά, βρίσκω στον Μικαέλ Λεβί, μια πλήρη συμφωνία, παρόλο ότι διαφωνούμε, επειδή ο Μικαέλ επιμένει να μιλάει για επαναστατικό ρομαντισμό, ενώ εγώ τού αντιτείνω ότι ο ρομαντισμός (που βέβαια είναι επαναστατικός με την έννοια της κοινωνικής επανάστασης), παρόλο που προκάλεσε κοινωνικές επαναστάσεις, ουσιαστικά ήταν εξεγερσιακός.

Τι σημασία έχει, να θυμόμαστε σήμερα τον Κορνήλιο Καστοριάδη;

Θα πρέπει ο νέος στοχασμός, αυτός ο στοχασμός ο οποίος προκύπτει… και η Ελλάδα έχει στοχασμό, όπως έχει και η καινούργια Γαλλία, και η καινούργια Γερμανία. Ο Καστοριάδης είναι ένα σημείο αναφοράς. Δεν μπορεί να προχωρήσουμε σε έναν κοινωνικό αναστοχασμό, χωρίς ένα από τα σημεία αναφοράς μας να είναι ο Καστοριάδης. Όχι βέβαια το μοναδικό. Αλλά ωστόσο, παραμένει ένα σημείο αναφοράς.

Μίλησε και για την αυτονομία, και για την ελευθερία.

Ακριβώς, για την αυτονομία. Και εκεί διαφωνούσαμε, ως προς το πώς έβλεπε τις αρχαίες ελληνικές δημοκρατίες, και την αυτοδιαχειριζόμενη κοινωνία, αλλά εν πάση περιπτώσει, πέρα των επί μέρους διαφωνιών, τα σημεία αυτά, του Καστοριάδη, είναι κομβικά για τον σύγχρονο στοχασμό.

Κάτι που θα θυμάστε πάντα από τον ίδιο;

Πέρα από αυτές τις πάρα πολύ όμορφες συναντήσεις στη Rue de l’ Alboni, θυμάμαι τις πολύ ωραίες συζητήσεις που είχαμε κάνει πάνω στο βιβλίο του «Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας», θυμάμαι τις συζητήσεις που είχαμε κάνει για το το «Fait et à faire» που ήταν το τελευταίο του βιβλίο, το οποίο δεν έχει μεταφραστεί στην Ελλάδα, και στο οποίο συνόψιζε όλη την κοινωνική και φιλοσοφική προοπτική του.

Παρόλο που ήταν ένας άνθρωπος μάλλον είρων και μάλλον σκληρός στη συζήτηση που έκανε, θυμάμαι, πόσο πίσω από αυτή την ειρωνεία ή αυτήν την σκληρότητα, ήταν ένας άνθρωπος στοχαστικός, πραγματικά στοχαστικός. Όπως και με πόση ανοικτότητα δεχότανε τις δικές μου αντιρρήσεις και διαφωνίες, με πραγματικά μεγάλη ευρύτητα και ανοικτότητα.

Μιχάλης Παπαγγελής: Το πορτραίτο της εποχής μας

“Όλες οι καλές τέχνες ήρθαν και ενώθηκαν και γίναν αγκάθινο φωτοστέφανο, που λούζει τα μαλλιά σου με άρρωστο φως…”  Δημήτρης Ασημακόπουλος (2017)

Το πορτραίτο της Dora Maar, λάδι σε καμβά του 1936 (κεντρική φωτογραφία). Ένα πρόσωπο σφιγμένο, σχεδόν ικανοποιημένο. Δυο μάτια έξω από τις κόγχες, εστιάζουν απεγνωσμένα στoν εξωτερικό κόσμο. Πίσω από τα μάτια, δυο πύλες στα εσώτερα της ψυχής, που το φωτεινό χρώμα τους υποδηλώνει έναν κόσμο καυτό και παλλόμενο, που επίσης απεγνωσμένα επιχειρείται να αγνοηθεί. Το γνωρίζω αυτό το πρόσωπο! Καθρεφτίζει τους ανθρώπους της εποχής μας.

Ζούμε προσπαθώντας απελπισμένα να πιαστούμε από την εξωτερική πραγματικότητα. Προσπαθούμε να αντλήσουμε ικανοποίηση από αυτήν. Ταυτιζόμαστε μαζί της. Παραβλέπουμε επιδεικτικά εσωτερικές σκέψεις και συναισθήματα, γινόμαστε ξένοι απέναντι στον ίδιο τον εαυτό μας. Ποιο κίνητρο μας ωθεί σ’αυτήν την στάση;

Υπάρχει ένας κοινά αποδεκτός “ρεαλισμός”, στο όνομα του οποίου όλοι υποκλινόμαστε. Καλούμαστε κάθε στιγμή να επιλέξουμε, όχι ότι έχουμε ανάγκη πραγματικά, αλλά ότι είναι καλύτερο στις δεδομένες συνθήκες. Το “καλύτερο στις δεδομένες συνθήκες”, ενδεχομένως αποτελεί αυτονόητη στάση για όλους τους ανθρώπους σε όλες τις εποχές. Εκείνο που δημιουργεί το πρόβλημα  είναι οι “δεδομένες συνθήκες” της εποχής μας.

Tον τόνο της ιδιαίτερης υφής των “δεδομένων συνθηκών” στον πρώτο κόσμο, μας δίνει ο John Kenneth Galbraith, στο βιβλίο του “Η κοινωνία της αφθονίας” του 1958. Εκεί διαπιστώνει το γεγονός ότι:

“πολλές ανάγκες μας είναι συνθετικά δημιουργήματα των διαφημιστών… τους δίνει  σάρκα και οστά η τεχνική της πώλησης… πλάθονται και διαμορφώνονται σύμφωνα με την θέληση παρασκηνιακών δυνάμεων που αναλαμβάνουν να μας πείσουν για το τι θέλουμε…” και αλλού: “ στην πραγματικότητα η παραγωγή δημιουργεί η ίδια τις ανάγκες που έπειτα επιδιώκει να ικανοποιήσει…” και “η διαφήμιση παίζει έναν αποφασιστικό ρόλο μονάχα όταν απευθύνεται σε ανθρώπους που δεν ξέρουν καλά-καλά τι θέλουν…”.

Με αυτά τα λόγια, ο διαπρεπής οικονομολόγος, διαπιστώνει την ουσία της εποχής μας. Ένας παραγωγικός μηχανισμός, που έκτοτε έχει τελειοποιηθεί και έχει επικρατήσει παγκόσμια, επιβάλει μέσω της διαφήμισης, όχι την χρήση ενός προϊόντος, αλλά την υιοθέτηση ενός ολόκληρου τρόπου ζωής, σε ανθρώπους που δεν ξέρουν καλά – καλά τι θέλουν και απαιτεί την συμμετοχή με διπλό τρόπο:  ·  αφ’ ενός να  εργαζόμαστε γι’ αυτόν σε κάποιο τομέα του (που αυτό σήμερα γίνεται όλο και πιο δύσκολο)

·  και αφ’ ετέρου να καταναλώνουμε, ότι αυτός παράγει, στον ελεύθερο χρόνο μας και έτσι: “η σχέση μεταξύ ανθρώπινης ζωής και παραγωγής, υποβιβάζει την πρώτη σε εφήμερο επιφαινόμενο της δεύτερης”(Adorno).

Σ’ αυτές τις “δεδομένες συνθήκες” μας σπρώχνει να υποταχθούμε ο “ρεαλισμός” που αναφέραμε. Το δίλημμα είναι πραγματικό. Τι εναλλακτικές λύσεις υπάρχουν γι’ αυτούς που αρνούνται να ενταχθούν;

Η συντριπτική πλειοψηφία θα βυθιστεί σε ένα πολύ πιο μίζερο περιθώριο, όπου επικρατεί ένας τρισχειρότερος κομφορμισμός, εν πολλοίς ελεγχόμενος από τον ίδιο παραγωγικό μηχανισμό, κάποιοι θα χαθούν ή θα πεθάνουν και μόνο ελάχιστοι θα μπορέσουν να διασωθούν. Το να πιαστούμε από αυτόν τον κόσμο γίνεται όντως ζήτημα επιβίωσης. Σε αυτόν τον θεμελιώδη εκβιασμό αναγκαζόμαστε να υποκύψουμε.

Στο βιβλίο του “Η έκλειψη του λόγου” του 1947 (όμως τόσο επίκαιρου!) ο Max Horkheimer ονομάζει αυτήν την κυρίαρχη σκέψη της εποχής μας “υποκειμενικό λόγο”. Σύμφωνα με αυτόν, λογικό και αληθινό είναι το χρήσιμο για το κάθε υποκείμενο. Η λογική αυτή οδηγεί σε άκριτη “ρεαλιστική” αποδοχή αυτού που υπάρχει, οδηγεί σε μια αναγνώριση της αυθεντίας της επιστήμης, μιας επιστήμης όμως που όλο και περισσότερο εξαρτάται και καθορίζεται από τον κυρίαρχο παραγωγικό μηχανισμό, έχει σαν αποτέλεσμα την αυταρχική αντίληψη, ότι ο άνθρωπος δικαιούται να εκμεταλλεύεται ασύστολα το φυσικό περιβάλλον και τελικά, καθιστά αδύνατη την στοιχειοθέτηση κάποιας ηθικής.

Σε αυτόν τον τρόπο σκέψης ο Horkheimer αντιδιαστέλει αυτόν που ονομάζει “αντικειμενικό λόγο”. Εδώ η σκέψη προσπαθεί, να ανακαλύψει την αντικειμενική αλήθεια και ο άνθρωπος θεωρείται ένα κομμάτι του σύμπαντος. Κάθε δραστηριότητά του λοιπόν, ατομική, συλλογική ή επιστημονική, πρέπει να περιορίζεται από τους κανόνες, που διέπουν αυτήν την ολότητα. Οδηγούμαστε έτσι στον σεβασμό της Φύσης και στην υιοθέτηση κανόνων ηθικών.

Σε κάθε τομέα των σύγχρονων κοινωνιών αυτοί οι δύο τρόποι σκέψης συγκρούονται, με τον “υποκειμενικό λόγο” να εκτοπίζει τον “αντικειμενικό”, καθώς η κυρίαρχη παραγωγή επικρατεί σε όλα τα μήκη και τα πλάτη.

Ας πάρουμε σαν παράδειγμα τον τομέα της εκπαίδευσης. Ο αντικειμενικός λόγος αντιπροσωπεύεται εδώ από τον τύπο εκπαίδευσης, που ο Noam Chomsky, ονομάζει  “παραδοσιακή αναγεννησιακή αντίληψη”. Σύμφωνα με αυτήν, σκοπός της εκπαίδευσης, είναι να μάθει ο εκπαιδευόμενος να ερευνά, χρησιμοποιώντας την φαντασία και την “παρορμητική ελεύθερη ενασχόληση”, να κατανοεί με τον δικό του τρόπο τα πράγματα, να είναι έτοιμος να επανεξετάσει τις κατευθύνσεις και να απελευθερώνει την δημιουργικότητά του.

Αντίθετα τα  εκπαιδευτικά συστήματα, που καθορίζονται από τον υποκειμενικό λόγο, έχουν στόχο, σύμφωνα με τον Chomsky, την χειραγώγηση των εκπαιδευομένων, την εξειδίκευση, την επαγγελματική αποκατάσταση και τελικά την υποταγή χωρίς αμφισβήτηση στο υπάρχον. “Τι θέλουμε;”, αναρωτιέται ο Chomsky: “καλύτερους ανθρώπους ή ανθρώπους που θα ανεβάσουν το ΑΕΠ”; Η απάντηση σε αυτό το ρητορικό ερώτημα είναι αλλοίμονο εύλογη…

Σε κάθε επίπεδο της εκπαίδευσης έρχονται σε σύγκρουση, αυτοί οι δυο τρόποι σκέψης. Κατ’ αρχήν ακούγονται ηχηρές πολιτικές διακηρύξεις, ότι η εκπαίδευση πρέπει να απελευθερώνει την δημιουργικότητα και να πλάθει ελεύθερους ανθρώπους, αντάξιους ενός δημοκρατικού πολιτεύματος. Στην πραγματικότητα τα υφιστάμενα εκπαιδευτικά προγράμματα και τα εκπαιδευτικά συστήματα, προσαρμόζονται, όλο και περισσότερο στις απαιτήσεις του σύγχρονου παραγωγικού μηχανισμού.

Αυτό δεν συμβαίνει μόνο με άνωθεν εντολές, αλλά είναι και αίτημα των εκπαιδευτικών και των γονέων, που αγωνιώντας για την αποκατάσταση των παιδιών, θεωρούν αυτονόητο και ρεαλιστικό να τα πιέζουν να προσαρμοστούν στην υφιστάμενη τάξη. Δεν πρέπει να δημιουργεί έκπληξη λοιπόν η διαπίστωση του παιδαγωγού sir Ken Robinson, ότι με την πρόοδο της εκπαίδευσης τα παιδιά χάνουν την δημιουργικότητά τους, ούτε η επισήμανση  του Ευγένιου Τριβιζά, ότι:

“η εκπαίδευση, αντί να εμπνέει και να χαρίζει δημιουργικά φτερά, συνθλίβει και καταθλίβει, με την συσσώρευση γνώσεων το παιδί”. Αυτός είναι ο “ρεαλιστικός” στόχος!

Ωστόσο δίπλα σε όλα αυτά και κυρίως κάτω από όλα αυτά, υπόγεια, οι δημιουργικές πνοές των παιδαγωγών, των γονέων και των παιδιών, κάποτε σμίγουν και ίσως βρουν το πεδίο να εκφραστούν με έναν απροσδόκητο τρόπο, στο πρόσωπο του χαρισματικού δασκάλου, που λατρεύεται από τα παιδιά, σε αυτό του τολμηρού μεταρρυθμιστή, που κατορθώνει να θεσμοθετήσει προς δημιουργικές κατευθύνσεις και κυρίως στο “άφημα”, που εκδηλώνεται σε κάποιες προνομιακές στιγμές, των παιδαγωγών και των γονέων, να διδαχθούν από την άμεση και αμόλυντη από θεωρητικές μεσολαβήσεις θεώρηση του κόσμου από τα παιδιά, σεβόμενοι και ανεχόμενοι την αποκλίνουσα σκέψη τους, που ο Ken Robinson, θεωρεί, προϋπόθεση της δημιουργικότητας: “μου πήρε τέσσερα χρόνια να ζωγραφίσω σαν τον Ραφαήλ, αλλά μια ολόκληρη ζωή να ζωγραφίσω σαν παιδί…”, διατείνεται ο Picasso.

Πέρα όμως από αυτές τις περιφερικές εκδηλώσεις αμφισβήτησης, ο κανόνας παραμένει και απαιτεί την προσαρμογή και η προσαρμογή απαιτεί βία. Κάθε κοινωνία, σε κάθε ιστορική εποχή, εκπαιδεύει τα νέα μέλη της, ώστε να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις της. Αυτή η εκπαίδευση ενέχει πάντοτε ένα στοιχείο βίας, αφού οι αυθόρμητες επιθυμίες καταστέλλονται ή εκτρέπονται σε αποδεκτές κατευθύνσεις. Τελικά όμως υπάρχει η επιβράβευση της ενσωμάτωσης και της συμμετοχής στην κοινωνία των ενηλίκων.

Στην εποχή μας, η ενσωμάτωση στην κοινωνία των ενηλίκων, ακόμα και όταν είναι δυνατή, δεν είναι καθόλου ελκυστική. Στο συγκλονιστικό κείμενο της με τίτλο, “Για χάρη των παιδιών”, η ψυχολόγος Ελένη Νίνα, αναφερόμενη στις περιπτώσεις βίας, που ασκείται στα παιδιά, διαπιστώνει, ότι οι άνθρωποι δολοφονούν το μέλλον και αναρωτιέται μήπως: “Μια μυστική ρωγμή της ύπαρξης… ενέχει στους ανθρώπους την επιθυμία να εξαφανιστούν…”. Ίσως όμως αυτή η έκδηλη και οπωσδήποτε καταδικάσιμη βία, να αποτελεί απόρροια μιας άλλης βίας, θεμελιακής και νόμιμης, που κανένας εισαγγελέας ενηλίκων ή ανηλίκων δεν καταδικάζει.

Είναι η βία που σκοπό έχει να οδηγήσει στην προσαρμογή των ανθρώπων σε ένα απάνθρωπο παραγωγικό μηχανισμό. Ο “ρεαλισμός”, μέσα σε αυτήν την κατάσταση εξανδραποδισμού των ζωών μας, δείχνει ότι αυτός ο δρόμος, αυτή η βία, είναι η καλύτερη δυνατή λύση για τα ίδια τα παιδιά.

Είδαμε ότι εναλλακτικές λύσεις σχεδόν δεν υπάρχουν. Ακόμη και για τα δωδεκάχρονα της εξωτικής Ανατολής, που δουλεύουν σε εργοστάσια, που φέρουν δικτυωτό πλέγμα, στα παράθυρα, για να μην αυτοκτονήσουν, η επιλογή αυτή είναι “ρεαλιστική”, αφού διαφορετικά ή θα πεθάνουν από την πείνα ή θα εκδοθούν σε παιδεραστές!

Ίσως η “μυστική ρωγμή της ύπαρξης” να είναι η έκδηλη μορφοποίηση, μιας διεστραμμένης απώθησης, ότι πιο ζωντανού και δημιουργικού κρύβει μέσα του ο άνθρωπος, το τίμημα μιας ψευδούς ασφάλειας, που οδηγεί στον μαρασμό.

“Κάθε υποκείμενο πρέπει όχι μόνο να λάβει μέρος στην καθυπόταξη της εξωτερικής φύσης, ανθρώπινης ή μη, αλλά για να κατορθώσει κάτι τέτοιο, πρέπει να καθυποτάξει την φύση μέσα του…”, λέει ο Max Horkheimer. Ίσως η εκδίκηση της “φύσης μέσα του” να δημιουργεί τις καταστροφικές εκδηλώσεις των ανθρώπων, που εν μέσω του πολέμου, τρόμαξαν τόσο τον Freud, ώστε να τον οδηγήσουν να επινοήσει την θεωρητική έννοια του «ενστίκτου του θανάτου”…

Σε ένα πιο βαθύ επίπεδο, την βία αυτή συνοδεύει η σύγχρονη στάση απέναντι στον θάνατο. Ο Walter Benjamin στο κείμενό του “ο αφηγητής”, πριν έναν αιώνα, αφού διαπιστώσει πως μαζί με την παρακμή της χειροτεχνικής παραγωγής, παρακμάζει και η ικανότητα της αφήγησης και ότι “…o αφηγητής από τον θάνατο δανείστηκε την αυθεντία του…”, συνεχίζει:

“…Στη διάρκεια των νέων χρόνων το θνήσκειν εκτοπίζεται όλο και περισσότερο από τον αντιληπτικό κόσμο των ζωντανών. Κάποτε δεν υπήρχε κανένα σπίτι, ίσως και κανένα δωμάτιο, που να μην είχε πεθάνει κάποιος… Σήμερα οι αστοί είναι αποστειρωμένοι κάτοικοι της αιωνιότητας μέσα σε χώρους, που παρέμειναν καθαροί από τον θάνατο και οι κληρονόμοι θα τους στοιβάξουν, όταν θα φθάσει το τέλος τους, σε σανατόρια ή νοσοκομεία…”, ( θυμίζουν τίποτε τα λόγια αυτά; ).

Έτσι λοιπόν εκτοπίζεται από παντού, το βίωμα του θανάτου. Μέσα σε μια υπνωτιστική καταναλωτική αφέλεια, που θυμίζει την στάση των ιθαγενών της Αμερικής απέναντι στα καθρεφτάκια, που πρόσφεραν οι εισβολείς, ο θάνατος τοποθετείται σε ένα αόριστο μέλλον, κάποια μακρινή στιγμή, σαν κάτι που δεν μας αφορά, που αφορά πάντοτε κάποιον άλλον.

Αν κάποτε μας αγγίξει, με κάποια απώλεια, οριοθετείται άμεσα κάποια περίοδος πένθους και μετά επιτακτικά απαιτείται η επάνοδος στην “φυσιολογικότητα”.

Η σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα δεν ανέχεται την αίσθηση του εφήμερου, ούτε την αίσθηση του απείρου. Αυτό αντανακλάται και στην αγωγή και στην εκπαίδευση, καθώς μόνιμο μέλημα είναι να προστατεύσουμε τα παιδιά, από δυσάρεστες εμπειρίες.

Τι θα πούμε όμως στην μικρή του σχολείου που: “όταν μας έβαζε η δασκάλα έκθεση για την γιορτή του πατέρα εγώ έγραφα ψέματα, μυθοπλασία για το πώς μπορεί να είναι η γιορτή του πατέρα. Μου ήταν απολύτως αντιληπτό, ότι δεν μπορούσα να μοιραστώ τα βιώματά μου, όπως ότι την ημέρα της γιορτής του πατέρα μου, ετοιμάζομαι, γιατί θα πάμε στον τάφο του, θα τον πλύνουμε, θα τον φροντίσουμε, θα βάλουμε λουλούδια, θα ανάψουμε το καντήλι, θα μυρίσει λιβάνι, θα του κάνουμε τρισάγιο και όταν θα γυρίσουμε, θα μοιράσουμε, στην μνήμη του, κόλλυβα σε όλη την γειτονιά”…

Ο ανθρωπολόγος Georges Devereux, θεωρούσε την προσαρμοστικότητα ως την κατ’ εξοχήν ιδιότητα της ψυχικής υγείας. Προσαρμοστικότητα σημαίνει η ικανότητα να επιβιώνεις σε διαφορετικά περιβάλλοντα διατηρώντας την αίσθηση του εαυτού. Σημαίνει επίσης ότι δεν ταυτίζεσαι ολοκληρωτικά με κανένα περιβάλλον.

Αυτήν την προσαρμοστικότητα πρέπει να επιζητά η εκπαίδευση. Να δημιουργήσει ανθρώπους ικανούς να επιβιώνουν στην σύγχρονη κοινωνία. Ικανούς επίσης να βυθίζονται στην μισοφωτισμένη νύχτα, αναζητώντας την καρδιά της δημιουργίας, έτοιμοι αν αξίζει τον κόπο να χαθούν, ακολουθώντας μια επιθυμία ή ένα όνειρο…

ΥΓ: Τα αποσπάσματα του John Kenneth Galbraith είναι από το βιβλίο “H κοινωνία της αφθονίας” εκδόσεις Παπαζήση  1970, σε μετάφραση Κώστα Χατζηαργύρη. Τα αποσπάσματα του Horkheimer, από το βιβλίο “Η έκλειψη του λόγου” εκδόσεις κριτική 1987, σε μετάφραση της εκδότριας Θέμιδος Μίνογλου. Τα αποσπάσματα του Benjamin, είναι από το κείμενο “Ο αφηγητής” δημοσιευμένο στο περιοδικό Λεβιάθαν Νο 11 σε μετάφραση της Ουρανίας Νταρλαντάνη. Η προμετωπίδα είναι από ποίημα του Δημήτρη Ασημακόπουλου, που δεν έχει δημοσιεύσει ακόμη.

* Ο Μιχάλης Παπαγγελής, είναι ψυχίατρος  

Διαβάστε επίσης: Ψυχιατρική είναι… Του Μιχάλη Παπαγγελή