Pedro Olalla_The Αmbassador

Συνέντευξη στην Κρυσταλία Πατούλη για το 2Board (p.111)

Κάτοικος Αθηνών. Βραβευμένος Πρεσβευτής του ελληνισμού. ο οραματιστής συγγραφέας και φιλόλογος, Pedro Olalla.

Ο Pedro Olalla Gonzalez de la Vega (Οβιέδο, Ισπανία 1966) είναι συγγραφέας, ελληνιστής, καθηγητής φιλολογίας, μεταφραστής και κινηματογραφιστής και σε αυτούς τους τομείς συνεργάζεται τακτικά με εκδοτικούς οίκους και εκπαιδευτικούς και πολιτιστικούς φορείς από διάφορες χώρες. Τα λογοτεχνικά και οπτικοακουστικά του έργα μελετούν και προβάλλουν τον ελληνικό πολιτισμό συνδυάζοντας, με έντονα προσωπική γλώσσα, λογοτεχνικά, επιστημονικά και εικαστικά στοιχεία. Για το έργο του στο χώρο της μελέτης και της προώθησης του ελληνικού πολιτισμού έχει αναγορευτεί Πρεσβευτής του Ελληνισμού από το ελληνικό κράτος (2010).

  • To 1994 μετοικήσατε στην Αθήνα. Πώς το αποφασίσατε;
    Έφυγα από την Ισπανία σε αναζήτηση νέων ερεθισμάτων και, επειδή ο ελληνικός πολιτισμός με έθελγε ανέκαθεν, αποφάσισα να έρθω στην Ελλάδα. Μετοίκησα στην Ελλάδα, γιατί δεν ήθελα να κάνω ελληνισμό «εξ αποστάσεως», αλλά ελληνισμό «επιτόπου». Γι’ αυτό ήρθα: για να είμαι σε συνεχή επαφή με την Ελλάδα του χθες και του σήμερα, με τις ιστορικές πηγές, με τη γλώσσα, με τους ανθρώπους και με τους τόπους. Για να μοιραστώ τη μοίρα μου μαζί της. Και δεν το έχω μετανιώσει ποτέ, ούτε σήμερα, που τρώει τα παιδιά της.
  • Τι είναι η Αθήνα για εσάς; Τι σας μαγεύει, ίσως, σε αυτήν την πόλη;
    Η Αθήνα είναι η πρωτεύουσα της Ελλάδας… και της ζωής μου! Ξέρετε κάτι; Υπάρχει ένα καίριο στοιχείο, που καθιστά τις πόλεις πολύ διαφορετικές: εμείς. Δεν είναι ίδια η Αθήνα του Σωκράτη με την Αθήνα του Διογένη ή η Βαρκελώνη του Δον Κιχώτη με τη Βαρκελώνη του Σάντσο. Κατά βάθος, είναι ζήτημα ανάφλεξης: εγώ στο Οβιέδο –η πόλη της εφηβείας μου– δεν φλέγομαι, γι’ αυτό έφυγα από εκεί, μετά από δύο χρόνια βαθιάς κατάθλιψης, προς άγραν νέων ερεθισμάτων. Από τότε έχω ένα μότο: οποιοδήποτε μέρος είναι καλό αν μπορείς να φύγεις.
    Το Οβιέδο με σκοτώνει. Η Αθήνα μου δίνει ζωή. Σίγουρα και οι δύο είναι θαυμάσιες πόλεις. Και οι δύο μπορούν να αποτελέσουν συνάμα παράδεισο και κόλαση, τόποι ικανοί να εμπνεύσουν νοσταλγία και απέχθεια, μέρη όπου μπορεί κάποιος να ανακαλύψει την αγάπη ή την ευτυχία. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι πόλεις είναι ίδιες, αλλά ότι η αξιολόγησή τους εξαρτάται από αυτήν την περίεργη ανάφλεξη.
    Στην περίπτωσή μου, η Αθήνα με φλέγει. Η Αθήνα μού δίνει ερεθίσματα τόσο μεροληπτικά και απλόχερα όσο σε άλλους μοιράζει εχθρότητα και αποθάρρυνση, ενώ ποτέ δεν βγήκα στους δρόμους της με σκυμμένο κεφάλι χωρίς να γυρίσω σπίτι μυστηριωδώς παρηγορημένος. Από τότε που την επέλεξα, η Αθήνα μού γεμίζει τις ημέρες. Αν μου ποζάρει, τη φωτογραφίζω, αν αφεθεί, τη φιλάω. Στη θαλπωρή της επωάζω τα σχέδιά μου, στην αγκαλιά της αγκαλιάζω τη ζωή. Την κοιτάζω σαν να είναι ακόμη νεαρή και τους θησαυρούς που μου προσφέρει φροντίζω να της τους επιστρέφω. Θα ήμουν βασανισμένη ψυχή αν μου στερούσα όσα οφείλω σε εκείνη και παντελώς άγνωστος αν τα χρόνια που πέρασα στο πλάι της τα είχα ζήσει στο Οβιέδο ή στη Νέα Υόρκη.
    Τι αγαπώ στην Αθήνα; Εκτός από το κλίμα και το φως, που δεν είναι ακριβώς αξιοκρατικά στοιχεία, δεν θα ήθελα να χαθεί σε αυτήν την πόλη η ύπαρξη μιας «μικρής κλίμακας». Όσo η Αθήνα –μια μεγάλη πρωτεύουσα– έχει ακόμη από χωριό, από γειτονιά, από ελάσσονα κλίμακα: από αυτά που κάνουν τη ζωή πιο ανθρώπινη, πιο πρόσχαρη. Και σε αυτήν αγαπάω… τη διαστρωμάτωση! Το γεγονός ότι υπήρξε και εξακολουθεί να υπάρχει θέατρο τόσο πολλών ιστοριών, κομματιών ιστορίας που δεν είναι μόνο της πόλης, αλλά του ανθρώπου ως όντος σε αναζήτηση νοήματος. Αυτό το στοιχείο υπάρχει και αλλού, βέβαια, αλλά στην Αθήνα είναι σύμφυτο, πυκνό, ακαταμάχητο.
    Και τι θα άλλαζα; Απλά πράγματα. Στην Αθήνα, όπως και παντού, η ζωή των ανθρώπων μπορεί να βελτιωθεί σημαντικά αλλάζοντας μονάχα απλά πράγματα. Καθημερινές χειρονομίες και συμπεριφορές που είναι λάθος. Εκτός από αυτό, ή μέσα από αυτό, θα μου άρεσε ο Αθηναίος –και ο Έλληνας– να γίνει περισσότερο πολίτης, λιγότερο ιδιώτης, να ενδιαφέρεται πιο ουσιαστικά και πιο ενεργώς για τα κοινά. Προς όφελός του και προς τιμήν της πιο αξιόλογης ιστορικής του ταυτότητας.
  • Πώς περνάτε τις ημέρες σας στην Αθήνα;
    Τα τελευταία χρόνια ταξιδεύω συχνά εκτός Ελλάδας, αλλά την Ελλάδα την έχω αλωνίσει και η Αθήνα εξακολουθεί να είναι για μένα ένας ομφαλός, ίσως ο μοναδικός που κατάφερα να δημιουργήσω και να διατηρήσω στη ζωή μου. Είναι η «ζώνη άνεσής» μου, όσο επισφαλής κι αν μου φαίνεται ενίοτε.
    Τις περιόδους που δεν ταξιδεύω, η Αθήνα λειτουργεί ως studiolo, ως προσωπικό εργαστήριο για τη δημιουργία και την έμπνευση. Δεν έχει σημασία αν είμαι σπίτι ή στους δρόμους: διατηρώ μια πνευματική κατάσταση χωρίς σύνορα.
    Η αγαπημένη μου βόλτα; Ύστερα από τόσα χρόνια δεν υπάρχει γωνιά σε αυτήν την πόλη που να μη συνδέεται με προσωπικές αναμνήσεις και βιώματα, ωστόσο προτιμώ το ιστορικό κέντρο, τις περιοχές γύρω από την Αρχαία Αγορά, τον Ιερό Βράχο και τους Λόφους των Νυμφών, των Μουσών και της Πνύκας. Αυτό είναι το τοπίο που εκφράζει καλύτερα την Ελλάδα που κουβαλάω μέσα μου.
  • Τα λογοτεχνικά και οπτικοακουστικά σας έργα μελετούν και προβάλλουν τον ελληνικό πολιτισμό. Τι σας εμπνέει σε αυτόν;
    Το γεγονός ότι ο ελληνικός πολιτισμός –νοούμενος ως ανθρωπιστικός πολιτισμός– δεν είναι απλώς ο πολιτισμός κάποιου λαού ή κάποιας χώρας: είναι ο κοινός πολιτισμός, μια πνευματική πατρίδα αιωνίως νέα, θρεμμένη με την ορμή των πιο λαμπρών και δίκαιων ανθρώπων, μια στάση υπέρ του ανθρώπου που διασχίζει την ιστορία όπως μια διαρκής επανάσταση ή, μάλλον, όπως μια διαρκής έλξη προς το βέλτιστο. Βεβαίως, πρέπει να είμαστε μετριόφρονες και να παραδεχτούμε ότι αυτή η στάση δεν είναι αποκλειστικά ελληνική, ότι κι άλλοι την έχουν κάνει δική τους δίχως να είναι Έλληνες, ότι έχει προδοθεί πολλές φορές από Έλληνες στο αίμα και στη γλώσσα, αλλά, για να είμαστε δίκαιοι, πρέπει επίσης να αναγνωρίσουμε ότι αυτή η ανθρωπιστική στάση έχει σφυρηλατηθεί, καλλιεργηθεί, υποστηριχθεί και ανακτηθεί, ξανά και ξανά, στον ρου της ιστορίας, με κύριο σημείο αναφοράς το ελληνικό στοιχείο. Εντέλει, η Ελλάδα που με τραβάει είναι αυτή που μας ωθεί ανέκαθεν στο να γίνουμε καλύτεροι, η Ελλάδα του ομηρικού αἰὲν ἀριστεύειν.

Inhabitant of Athens. Award-winning Ambassador of Hellenism. Pedro Olalla, A visionary writer and philologist.

Pedro Olalla Gonzalez de la Vega (Oviedo, Spain 1966) is a writer, Hellenist, literature professor, translator and filmmaker who regularly collaborates with publishing houses and educational and cultural institutions from a variety of countries. His literary and audiovisual works study and promote Greek culture by combining literary, scientific and artistic elements in a strong, personal voice. For his work in the field of studying and promoting Greek culture, he was been appointed Ambassador of Hellenism by the Greek government (2010).

  • You moved to Athens in 1994. How did you arrive at this decision?
    I left Spain in search of new stimuli, and because I was always attracted to Greek culture I decided to come to Greece. I moved here because I did not want to engage in “long distance” Hellenism, but rather “in locus”. That is what I came here for: to be in constant contact with Greece, of the past and the present, with the historical sources, the language, with the people and the places. To share my fate with her. And I have never regretted this decision – not even now, when Greece is eating its children.
  • What does Athens mean to you? What enchants you, perhaps, about this city?
    Athens is the capital of Greece… and of my life! You know, there is a crucial element that makes cities very different: us. Socrates’ Athens is not the same as Diogenes’ Athens; Don Quixote’s Barcelona as Sancho’s. Deep down, it is an issue of combustion: in Oviedo, the city of my teenage years, I do not combust, and that is why I left after two years of deep depression, to find new stimuli. Since then, I have the following motto: any place is good, as long as you can leave.
    Oviedo kills me; Athens gives me life. Certainly they are both wonderful cities. They can both be heaven and hell at the same time, places that can inspire nostalgia and repulsion, where one can discover love or happiness. That does not mean that all cities are the same, but that their appraisal depends on this bizarre combustion.
    In my case, Athens ignites me. It generously gives me favouring stimuli as it gives others animosity and discouragement, and I have never walked its streets with my head hanging low not to return home mysteriously comforted. Ever since I have chosen it, Athens fills my days. If she poses for me, I take her picture; if she lets go, I kiss her. In her comfort I incubate my plans, in her embrace I hug life. I look at her as if she were still young, and I make sure to return the treasures she offers me. I would be a tortured soul if I denied me everything I owe her, and a complete unknown had I spent the years I lived by her side in Oviedo or New York instead.
    What do I love about Athens? Apart from its climate and light, which are not really meritocratic features, I would not like the existence of the “small scale” to disappear from the city. Everything that Athens – a large capital city – still retains from the village, the neighbourhood, the minor scale: this is what makes life more humane, more cheerful. And I also love… its stratification! The fact that the city has been, and continues to be, the theatre of so many histories. Parts of history that do not only belong to the city, but also to humans in search of meaning. This element can be found elsewhere of course, but in Athens it is inherent, compact, irresistible.
    And what would I change? Simple things. In Athens, just like anywhere else, the life of people can be significantly improved by changing a few simple things. Daily gestures and behaviours that are wrong. Apart from that, or maybe even through that, I would like Athenians – and Greeks – to become more like citizens, and less like individuals; to show more essential and active interest in the common good. It is to their benefit, but also in honour of this more remarkable historical identity.
  • How do you spend your days in Athens?
    In recent years I travel abroad, but I have explored the whole of Greece and for me, Athens continues to be like an omphalos, maybe the only one I have managed to create and maintain in my life. It is my “comfort zone”, as precarious as this sometimes may seem to me.
    During the times when I am not travelling, Athens functions as a studiolo, a personal workshop for creativity and inspiration. It does not matter if I am home or walking the streets: I preserve a boundless spiritual condition.
    My favourite place to walk? After so many years, there is not a single corner of the city that is not connected with personal memories and experiences; regardless, I prefer the historic centre and the areas around the Ancient Agora, the Sacred Rock and the Hills of the Nymphs, of the Muses and the Pnyx. This is the landscape that best describes the Greece I carry within me.
  • Your literary and audiovisual works study and promote Greek culture. What about Greek culture inspires you?
    The fact that Greek culture and civilisation – understood as a humanist civilization – is not just the culture of a people or a single country; it is a common heritage, a spiritual homeland that is eternally young, nurtured with the impetus of the brightest and fairest people, an outlook in favour of man that experiences history as a constant revolution, or rather, as a constant appeal to the best in us. Of course, we need to be modest and admit that this attitude is not exclusively Greek, and that others have made it their own without being Greek; this outlook has many times also been betrayed by Greeks but to be fair, we must also recognize that this humanistic approach has been forged, developed, supported and regained, again and again in the river of history, with the Greek elements as a central point of reference. In the end, the Greece that appeals to me is the one that always urges us to become better, the Greece of Homer’s phrase “Ever to Excel”.

Καρυοφυλλιά Καραμπέτη: Αυτοί είναι οι ήρωές μου!

Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη στο Tvxs.gr: Αυτοί είναι οι ήρωές μου!

Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, παίζει και πάλι στην «Λούλου», ετοιμάζεται ξανά για τις «Τρεις Αδελφές», ενώ υποδύθηκε συγκλονιστικά την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου στον κινηματογράφο.

Η κορυφαία Ελληνίδα ηθοποιός, μιλά εφ’ όλης της ύλης στην Κρυσταλία Πατούλη για το Tvxs.gr. Η παιδική της ηλικία, τα πρώτα χρόνια στο σανίδι, οι παραστάσεις, οι ταινίες και τις τηλεοπτικές σειρές, οι δικοί της ήρωες, αλλά και πώς μπορεί κάποιος να «φωτίσει» το δρόμο της ζωής του…

  • Μια εικόνα από την παιδική σας ηλικία;

Μεγάλωσα σ’ ένα χωριό στον Έβρο, κοντά στη φύση, με πολύ αγάπη. Θυμάμαι τον πατέρα μου ν’ ανοίγει διάδρομο με το φτυάρι μέσα στα χιόνια, έξω από την πόρτα του σπιτιού μας, για να πάω σχολείο. Ήμουν παιδί, κι όλο αυτό το χιονισμένο τοπίο, ειδικά τις νύχτες με πανσέληνο, ήταν φαντασμαγορικό.

  • Και δώδεκα χρονών φύγατε για Θεσσαλονίκη;

Μετά από δύο σταθμούς: Μια στο αστικό κέντρο της περιοχής, κοντά στο χωριό μου, στην πόλη του Διδυμότειχου όπου πήγα στην 6η Δημοτικού, και ένα χρόνο στην Κομοτηνή και πάλι με την οικογένεια μου. Όλα αυτά, γιατί ο πατέρας μου ήθελε ένα καλύτερο μέλλον για τα παιδιά του, κι έτσι ξεριζώθηκε από το σπίτι του, τους συγγενείς του, τον τόπο του, για να δώσει αυτό που ονειρευόταν στα παιδιά του.

  • Και στη συνέχεια, μεγαλώνοντας, πως αποφασίζεται να σπουδάσετε στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος;

Υπήρχε έντονη επιθυμία από την παιδική μου ηλικία λόγω των ερεθισμάτων που είχα από τον ελληνικό κινηματογράφο, καθώς έφερναν στο χωριό ένα φορτηγάκι με ντουντούκα κι έκαναν προβολές στο καφενείο του πατέρα μου που ήταν στη πλατεία του χωριού, με μια πρόχειρη οθόνη από σεντόνι. Για μένα ήταν ένας κόσμος μαγικός, πόσο μάλλον που δεν υπήρχε τηλεόραση την δεκαετία του ’60, συν τα ερεθίσματα που έπαιρνα από το ραδιόφωνο που ήμουν κολλημένη σε κάθε θεατρική ραδιοφωνική εκπομπή, και άκουγα μεγάλα έργα, όπως των Ίψεν, Τένεσι Ουίλιαμς, Στρίντμπεργκ, Ευγένιου Ο’ Νιλ, και άλλων, παιγμένα από μεγάλους ηθοποιούς του ελληνικού θεάτρου: την Παξινού, τον Μιλωτή, την Ελένη Χατζηαργύρη, συν κάποιες παιδικές παραστάσεις στο Δημοτικό, στις Εθνικές Επετείους, που μού έδωσαν το πρώτο σκηνικό βάπτισμα και τη μεγάλη συγκίνηση που είχε αυτή η επικοινωνία με τον απλό κόσμο του χωριού. Γι’ αυτούς δεν υπήρχε άλλου τύπου διασκέδαση παρά μόνο εκείνες οι όμορφες, τρυφερές παραστάσεις των παιδιών τους στο σχολείο. Κι έτσι λοιπόν όταν ήμουν στη Θεσσαλονίκη, ενώ συνέχισαν αυτές οι παραστάσεις και στα χρόνια του Γυμνασίου, ήθελα τελειώνοντας να γίνω ηθοποιός.

Επειδή δεν γνώριζα ότι υπήρχε Δραματική Σχολή στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, έδωσα εισαγωγικές στο Πολυτεχνείο και δήλωσα πρώτα την Αθήνα γιατί ήθελα να μπω σε σχολή του Εθνικού Θεάτρου ή του Θεάτρου Τέχνης, παράλληλα. Όσο όμως περίμενα να βγουν τα αποτελέσματα των εξετάσεων στο Πανεπιστήμιο, έμαθα ότι υπάρχει Δραματική Σχολή του ΚΘΒΕ στη Θεσσαλονίκη, οπότε έδωσα εισαγωγικές, πέρασα, και είχα ήδη αρχίσει τα μαθήματα όταν ενημερώθηκα ότι πέρασα και στο Πολυτεχνείο και μάλιστα στην Αθήνα, στο Μετσόβιο, όπως ήταν ο αρχικός μου στόχος. Αλλά δεν υπήρχε πια λόγος να κατέβω στην Αθήνα και έτσι παρέμεινα άλλα τρία χρόνια μέχρι να τελειώσω τις σπουδές μου.

  • Και τότε, ξεκινάει η επαγγελματική σας σταδιοδρομία… 

Ναι, εκεί στη Θεσσαλονίκη, με τη «Δραματική Σκηνή» της «Τέχνης». Η λέξη «Τέχνης» μέσα σε εισαγωγικά, γιατί ήταν η «Δραματική Σκηνή» που ανήκε στον όμιλο «Τέχνη». Εκεί, λοιπόν, ήμουν από τα ιδρυτικά στελέχη, γιατί στο έτος το δικό μου, των αποφοίτων της δραματικής σχολής, μαζί με κάποιους απόφοιτους από το προηγούμενο έτος, ιδρύσαμε την «Δραματική Σκηνή».

  • Και από εκεί ξεκινάτε μια πολύ μεγάλη πορεία, στο Θέατρο, στον Κινηματογράφο, και με παραστάσεις στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, αλλά και σε μεγάλες σειρές της τηλεόρασης. Ποιες είναι οι σημαντικότερες παραστάσεις που σάς έχουν μείνει;

Τι να πρωτοπώ; Έχω παίξει πολλά έργα των Σαίξπηρ, Τσέχοφ, Μπρεχτ, δηλαδή πολύ κλασικό ρεπερτόριο, φυσικά και σε αρχαίες τραγωδίες, που είπατε. Το θέμα είναι ότι φεύγοντας από τη Θεσσαλονίκη, ήρθα στην Αθήνα συμμετέχοντας αρχικά στον θίασο του «Αεικινήτου»: Ένα θέατρο που φιλοδοξούσε να φέρει την αποκέντρωση στην Ελλάδα, όπου ήταν ο Κώστας Αρζόγλου, η Μάγια Λυμπεροπούλου, ο Μηνάς Χατζησάββας και σκηνοθετούσε ο Γιώργος Σεβαστίκογλου. Εκεί ανεβάσαμε τους «Αλλοπαρμένους» των Μίντλετον και Ρόουλεϋ. Αυτή ήταν και η πρώτη μου παράσταση στην Αθήνα, που γνώρισα τον Μηνά Ζατζησάββα, ο οποίος με σύστησε αργότερα στον Γιώργο Μιχαηλίδη, που εκείνη την εποχή, το 1984, έφτιαχνε το δεύτερο «Ανοιχτό Θέατρο», Κάλβου και Γκύζη, όπου ξεκινήσαμε με το «Πολύ Κακό για το Τίποτα» του Σαίξπηρ και στη συνέχεια έπαιξα σε εξαιρετικές παραστάσεις, μέσα σε ένα υπέροχο κλίμα.

Εκείνα, ήταν από τα πιο αγαπημένα χρόνια της ζωής μου, με αυτόν τον απίστευτο δάσκαλο, τον πνευματικό μας πατέρα, που υπήρξε ο Γιώργος Μιχαηλίδης, με έναν θίασο «οικογένεια», όπου υπήρχαν τεράστιοι δεσμοί φιλίας, κοινών ονείρων και κοινών στόχων. Τότε παίξαμε και το «Κρίμα που είμαι Πόρνη» του Τζον Φόρντ, την «Λούλου» του Βέντεκιντ, τις «Τρεις Αδελφές» του Τσέχοφ, την «Ανθή» του Αντρέγιεφ, την «Τρικυμία» και τον «Άμλετ» του Σαίξπηρ. Ήταν όλες υπέροχες παραστάσεις με αυτό τον μεγάλο δάσκαλο που είχε τόση μεγάλη σχέση με τις εικαστικές τέχνες, κι όλες αυτές οι παραστάσεις είχαν καταπληκτικά σκηνικά, που έχουν μείνει στην ιστορία του Ελληνικού Θεάτρου. Εκεί παρέμεινα οκτώ χρόνια, και όταν πια έκλεινε αυτός ο κύκλος, προέκυψε η τηλεόραση, μέσα από τον «Κίτρινο Φάκελο» του Καραγάτση το ’90-‘91, και τα «Βαμμένα Κόκκινα Μαλλιά» το ’92-’93, σε σκηνοθεσία και τα δύο του Κώστα Κουτσομύτη. Μετά ήρθε το «Η Αγάπη Άργησε μια Μέρα», το ’96-’97.

  • Ιστορικές σειρές της ελληνικής τηλεόρασης…

…που δυστυχώς δεν γίνονται σήμερα αντίστοιχες παραγωγές. Γιατί ήταν όλες μεταφορές λογοτεχνικών έργων, μυθιστορημάτων, έργα εποχής με καταπληκτική αναπαράσταση, με τρομερά σκηνικά, με φοβερούς ηθοποιούς και υπέροχα σενάρια. Ήταν η χρυσή εποχή της ελληνικής τηλεόρασης που δυστυχώς δεν υπάρχει πια. Μετά ήρθε και η κρίση και τα ισοπέδωσε όλα.   Ήταν εκείνες οι σειρές κάτι το ξεχωριστό και ξεχώριζαν σαν διαμάντια, μέσα σε ένα γενικά μέτριο προς κακό επίπεδο της τηλεόρασης γενικότερα, γι’ αυτό έχουν μείνει και κλασικές. Μετά στο θέατρο, συνέχισα με τον «Γλάρο» του Τσέχοφ, στον θίασο της Κάτιας Δανδουλάκη, όπου έπαιξα την Νίνα. Είχε προηγηθεί και η «Όπερα της Πεντάρας». Μετά έκανα με τον Κιμούλη την «Δεσποινίδα Τζούλια» σε σκηνοθεσία του Ανδρέα Βουτσινά και τον «Μάκβεθ» σε σκηνοθεσία του Άντριου Βισνιέφσκι, ενός Πολωνού σκηνοθέτη που δουλεύει στην Αγγλία. Και εκεί, το καλοκαίρι του ’95 ήρθε η πρώτη Τραγωδία, η πρώτη πρόταση από το Εθνικό Θέατρο και τον Μίνω Βολανάκη για την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή.

Την επόμενη χρονιά το ’96 ήταν η «Ελένη» του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία του Χουβαρδά με το Θέατρο του Νότου, στην Επίδαυρο. Το ’97 ήταν η «Μήδεια» του Ευριπίδη, με το Εθνικό Θέατρο, μια παράσταση που περιόδευσε σ’ όλο τον κόσμο για τρία χρόνια από το ’97 μέχρι το ’99, σε Ευρώπη, Αμερική, Αυστραλία, Κίνα, Ιαπωνία, Καναδά. Και μετά, μια συνεχής παρουσία στην Επίδαυρο όπου έκανα την «Ηλέκτρα» του Ευριπίδη, αργότερα τις «Κλυταιμνήστρες», την «Ορέστεια» και την «Ιφιγένεια εν Αυλίδη».

  • Και κάπως έτσι γίνατε η Ιέρεια του ποιείν ήθος…

Με την ευκαιρία, επειδή είναι κοινή παρεξήγηση, δεν είναι από το ήθος με την έννοια της ηθικής, αλλά τον χαρακτήρα. Ήθος, ίσον χαρακτήρας. Ηθοποιός είναι, λοιπόν, αυτός που πλάθει έναν χαρακτήρα. Χαρακτήρα, πάλι, εννοούμε έναν ήρωα σε ένα θεατρικό έργο έτσι όπως τον έχει αναπτύξει ένας συγγραφέας, όχι με την έννοια «αυτός ο άνθρωπος έχει καλό ή κακό χαρακτήρα». Αυτές είναι οι θεατρικές ορολογίες.

  • Και στη συνέχεια έρχεται και ο κινηματογράφος, με ταινίες που επίσης άφησαν το στίγμα τους.

Παλιότερα ήμουν σε ταινίες όπως ο «Μελισσοκόμος» του Αγγελόπουλου, το «Black Out» του Καραμαγγιώλη, τον «Εργένη» του Παναγιωτόπουλου, την «Ελεύθερη Κατάδυση» του Πανουσόπουλου.

  • Για τους ανθρώπους που σας επηρέασαν;

Η Μάγια Λυμπεροπούλου, ο Μιχαηλίδης, στον χώρο της τηλεόρασης ο Κουτσομύτης, ο Μηνάς Χατζησάββας εξαίρετος φίλος και συνάδελφος με τον οποίο παίξαμε πάρα πολλά έργα και ωριμάσαμε υποκριτικά και ως άνθρωποι μαζί, ήταν ο ηθοποιός με τον οποίο είχα την πιο ονειρεμένη σκηνική χημεία. Λείπει από όλους μας, λείπει από το ελληνικό θέατρο και τον κινηματογράφο και ειδικά στους ανθρώπους που έτυχε να τον έχουμε γνωρίσει και να είμαστε φίλοι μαζί του, σε ανθρώπινο επίπεδο. Αλλά και όλοι οι δάσκαλοι και σκηνοθέτες με τους οποίους συνεργάστηκα, από όλους πήρα και έμαθα πολλά. Από τον Μίνω Βολονάκη, τον Χουβαρδά με τον οποίο συνεχίζω την συνεργασία μου τα τελευταία χρόνια ακόμα πιο εντατικά, με τον Δημήτρη Καρατζά από τη νεότερη γενιά, με τον οποίο είμαι σε πρόβα για τις «Τρείς Αδελφές» στο θέατρο Βεάκη που ανεβαίνουν 5 μέρες μετά το κατέβασμα της Λούλου, δηλαδή 12 Ιανουαρίου 2020, κατεβαίνει η Λούλου, και τη Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2020, ανεβαίνουν οι «Τρεις Αδελφές», οπότε τώρα τρέχω από το ένα θέατρο στο άλλο.

Και βέβαια με τον Άρη Μπινιάρη, με τον οποίο έκανα τις «Βάκχες» στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, πριν από 2 χρόνια. Από όλους είχα να διδαχτώ πράγματα, και με επηρέασαν ο καθένας με τη δική του αισθητική, τη δική του θεατρική οπτική, για να δημιουργηθεί μέσα μου μια συνεχής μαθητεία και η οποία δεν τελειώνει ποτέ. Είμαστε ακόμα στη διαδρομή.

  • Για την ταινία «Ευτυχία»; Τι θα θέλατε να πείτε για αυτή τη γυναίκα;

Με όλα τα στοιχεία του χαρακτήρα της και με τις αντιφάσεις της, με τη μεγάλη της ψυχή, με το πνεύμα ελευθερίας που την διακατείχε, με το χιούμορ, με το γεγονός ότι υπερασπιζόταν ανθρώπους από περιθωριακές ομάδες, ότι βοηθούσε φτωχότερους ανθρώπους και ας μην είχε η ίδια να φάει, που είχαν μεγαλύτερη ανάγκη από την ίδια, το γεγονός ότι είχε ζήσει αυτές τις μεγάλες τραγωδίες τόσο σε επίπεδο ιστορικό όπως η Μικρασιατική καταστροφή, ο ξεριζωμός, η προσφυγιά, η φτώχεια, όσο και σε επίπεδο προσωπικό, όπως οι απώλειες των δικών της ανθρώπων και κυρίως της μεγαλύτερης κόρης της από καρκίνο στον εγκέφαλο, το οποίο είναι μια αξεπέραστη τραγωδία για κάθε μητέρα, όλα αυτά τα στοιχεία, ήταν που συνέθεταν αυτό το μεγάλο παζλ της προσωπικότητας της και η έκφραση ήταν ένα από αυτά τα στοιχεία που συνυπήρχε ταυτόχρονα, γιατί ήταν ποιήτρια, ήδη, από νωρίς.

Διάβαζε ποίηση, ήταν ένας πολύ μορφωμένος άνθρωπος, υπήρξε και δασκάλα, ήξερε ποιητές, ενώ την ίδια ώρα άλλοι αντίστοιχοι στιχουργοί  τής εποχής της δεν γνώριζαν καν τα ονόματα τους. Αγαπούσε, για παράδειγμα, πολύ, τον Νίκο Καββαδία, και έλεγε «Τι ποιητής είναι αυτός!» και «Θα ήθελα να γράφω σαν αυτόν», και στον Κώστα Κρυστάλλη είχε αφιερώσει ένα ποίημα της. Η γραφή, ήταν η τέχνη μέσα από την οποία διαμόρφωνε όλα αυτά τα συναισθήματα που αντλούσε από τη ζωή της, από τον περίγυρο της, από τους ανθρώπους του λαού, του οποίου ήταν και η ίδια κομμάτι και γνώριζε τους καημούς, τα προβλήματα του, αλλά τα περνούσε και μέσα από αυτή την απίστευτη αίσθηση του χιούμορ που είχε και έτσι αλάφραινε τις καταστάσεις και για τους γύρω της. Και επίσης αντιμετώπιζε τη ζωή σαν ένα πετεινό του ουρανού, που δε το νοιάζει το αύριο αλλά ζει το τώρα, το σήμερα, που είναι τόσο έντονο και δυνατό, και «για το αύριο βλέπουμε». Έτσι ζούσε τη ζωή της.

  • Και μέσα από αυτή την εξάρτηση του τζόγου, μπορούσε συγχρόνως να δημιουργεί αριστουργήματα. Παρόλα αυτά, έζησε χάνοντας. Χρήματα, τα πνευματικά της παιδιά, αγαπημένους ανθρώπους…

Το μυαλό, όμως, το πνεύμα της ήταν διαυγές. Η χαρτοπαιξία, όπως το δηλώνει και η ίδια στην ταινία, ήταν το καταφύγιο της, η παρηγοριά της, ειδικά μετά το θάνατο της κόρης της. Ξεχνιόταν εκεί, γι’ αυτό ίσως αναπτύχθηκε έντονα, αυτό το πάθος μέσα της.

  • Εσείς που έχετε υποδυθεί ήρωες αρχαίων Τραγωδιών, που έχετε πει πόσο ξεπερνάτε τον εαυτό σας όταν τους υποδύεστε, θεωρείται ότι και η Ευτυχία ήταν ένα τραγικό πρόσωπο;

Ναι, βεβαίως, αν και με έναν διαφορετικό τρόπο. Η Ευτυχία ήταν ένα πραγματικό πρόσωπο, ενώ τα πρόσωπα μιας  τραγωδίας είναι γραφή ενός μεγάλου συγγραφέα, είναι καλλιτεχνικά δημιουργήματα. Οπότε, υπάρχουν διαφορές. Σε ένα τραγικό ήρωα τα πάντα έχουν συμπυκνωθεί μέσα σε δύο ώρες ενός θεατρικού κειμένου. Η Ευτυχία έζησε 75 χρόνια μιας πολυτάραχης ζωής, με πολλές τραγικές στιγμές κατά τη διάρκεια αυτού του βίου. Αλλά από τη μια το γεγονός της καλλιτεχνικής διεξόδου, της ελευθερίας πνεύματος από την άλλη, αυτού του χιούμορ που διέσωζε, έδινε μια ελαφράδα στα πράγματα. Περισσότερο μάς μένει και γι’ αυτά τα στοιχεία. Και κυρίως φυσικά μέσα από το έργο της το οποίο ακριβώς λόγω αυτής της προσωπικότητας που διέθετε, είχε τέτοια δύναμη και μπορούσε να συνδυάσει κοινωνικό και ερωτικό στοιχείο μέσα σε τρία τετράστιχα και να μιλήσει με πολύ δυνατές λέξεις, που τις έβαζε δίπλα-δίπλα και δημιουργούσε συγκλονιστικά νοήματα. Το «Κι όσοι με πίκραναν πολύ τώρα που φεύγω από τη ζωή όλους τους συγχωρνάω», για παράδειγμα, είναι πολύ μεγάλη κουβέντα, δείχνει ένα μεγαλείο ψυχής απίστευτο.

  • Έχετε πει, ότι ήταν το πρώτο τραγούδι της Παπαγιαννοπούλου που ακούσατε μικρή;

Ναι, και πραγματικά ήταν αποκαλυπτικό, γιατί αυτοί οι στίχοι, ένα κομμάτι τέχνης, με έφεραν σε επαφή με το θάνατο. Τότε που στην παιδική μου ηλικία πρωτοβίωσα και γω το θάνατο, μέσα στο χωριό, με κάποιους θανάτους συγγενικών και φιλικών προσώπων. Αλλά μέσα από την τέχνη, ήταν αυτό το τραγούδι που το άκουσα και δεν ήξερα καν ποιος το είχε γράψει, και να που τόσα χρόνια μετά έχω την τιμή να την υποδυθώ.

  • Έχετε πει πως «αυτήν τη γραμμή ανάμεσα στη γέννηση και στον θάνατο να προσπαθείς να την κάνεις όσο πιο φωτεινή και σημαντική γίνεται». Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου οτιδήποτε την βασάνιζε το έκανε τέχνη, το μετουσίωνε, αυτό είναι κάτι που κάνετε και εσείς;

Για μένα η τέχνη είναι μια ευλογία, είναι μια διέξοδος, είναι το καταφύγιο, είναι το σημείο που αντλώ δύναμη και αισθάνομαι ότι προσφέρω με τον τρόπο μου στο κοινωνικό σύνολο. Γιατί η Τέχνη, πραγματικά, προσπαθεί να σκαλίσει τα μεγάλα υπαρξιακά ερωτήματα. Δεν μπορεί να δώσει απαντήσεις, θέτει όμως ερωτήματα και σίγουρα δημιουργεί ένα πλαίσιο στο οποίο συναντιούνται οι άνθρωποι για να βιώσουν κάτι κοινό, που θα τους δώσει συγκίνηση και αφορμή για σκέψη. Είναι ένας χώρος επικοινωνίας και έστω μιας στιγμιαίας λύτρωσης, μιας κάθαρσης που την έχουμε ανάγκη, γιατί μια τελική κάθαρση δεν μπορούμε να την έχουμε, η ζωή μάς φέρνει συνέχεια μπροστά σε αδιέξοδα, σε οδύνες, έχει τα πάνω και τα κάτω της, αλλά χρειαζόμαστε αυτές τις μικρές ανάσες που θα μας δώσουν δύναμη για να αντιμετωπίσουμε τα παρακάτω, να πάμε παρακάτω. Απλώς, όταν εγώ έλεγα «να την κάνεις όσο πιο φωτεινή» εννοούσα κι άλλα πράγματα, όχι μόνο μέσα από την τέχνη, ως προσωπικός μου δρόμος, αλλά κυρίως μέσα από την αγάπη, την καλοσύνη, την ευγένεια και τον σεβασμό απέναντι στους άλλους ανθρώπους. Να μην επιτρέπουμε στον εαυτό μας να γίνεται φορέας αρνητικών συναισθημάτων, να υποκύπτει σε μίση, στη βία, στην επιθετικότητα, στο ρατσισμό, στη μισαλλοδοξία, σε όλα αυτά τα πράγματα που είναι δηλητήριο για τον κόσμο των ανθρώπων.

  • Θα μας πείτε για τη «Λούλου» του Φρανκ Βέντεκιντ, που ξαναπαίζετε στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, σε διασκευή και σκηνοθεσία του Γιάννη Χουβαρδά;

Ενώ πριν από 30 χρόνια υποδυόμουν την ίδια την Λούλου, το ’88-‘89, τώρα υποδύομαι μια ομοφυλόφιλη αριστοκράτισσα την κόμισσα Γκέσβιτς, η οποία ερωτεύεται παράφορα την Λούλου και θυσιάζει τα πάντα σε αυτόν τον ανεκπλήρωτο έρωτα, γιατί η Λούλου δεν μπορεί να ανταποκριθεί σε αυτόν τον έρωτα. Και θυσιάζει την κοινωνική της θέση και όλη της την περιουσία, την ίδια της τη ζωή. Το 1893 όταν άρχιζε να γράφει το έργο ο Βέντεκιντ, συνέχισε για πολλά χρόνια να το αλλάζει, να το συμπληρώνει, ήταν μια επαναστατική πράξη για την αστική κοινωνία της εποχής του, να παρουσιάσει επί σκηνής μια ομοφυλόφιλη γυναίκα.

Στις μέρες μας, που έχουν γίνει πια θύματα ως προς την αποδοχή από ένα μεγαλύτερο ποσοστό ανθρώπων, ο Γιάννης Χουβαρδάς ήθελε να εστιάσει σ’ αυτό που δυνητικά σοκάρει σήμερα, άρα λοιπόν, όχι μια γοητευτική ομοφυλόφιλη γυναίκα αλλά ένα πλάσμα σχεδόν τερατικό, που είναι στα όρια των φύλων, εγκλωβισμένο σε λάθος σώμα, μέσα στο οποίο ασφυκτιά και δεν το έχει αποδεχτεί. Αυτό που στις μέρες μας γίνεται μεγάλη κουβέντα: το gender fluid και το non binary, που λένε. Μιλάω μέσα από την Γκέσβιτς για τα δικαιώματα αυτών των περιθωριακών ανθρώπων διεκδικώντας ακριβώς για τον κάθε άνθρωπο ανεξαρτήτως φύλου, καταγωγής, σεξουαλικού προσανατολισμού, φυλής, ράτσας, εθνικότητας, την ισοτιμία κάτω από τον ήλιο.

  • Και για τις «Τρεις Αδελφές» που έρχονται σύντομα στο Θέατρο Βεάκη;

Είναι κι αυτό ένα έργο που είχαμε ανεβάσει παλιά με τον Γιώργο Μιχαηλίδη. Είναι ένα από τα πολύ αγαπημένα έργα που είχαμε κάνει, και τότε ερμήνευα τη Μάσα, ενώ τώρα στη σκηνοθεσία του Δημήτρη Καρατζά παίζω την Όλγα, και παρόλο που τώρα πια έχω απομακρυνθεί από την ηλικία των «Τριών Αδελφών», όπως άλλωστε και οι άλλες δυο συνάδελφοι, η Μαρία Κεχαγιόγλου και η Αθηνά Μαξίμου, που είμαστε μεγαλύτερες από τις ηλικίες των 20-28 χρόνων, που είναι οι ηρωίδες στην Πρώτη Πράξη… Επίτηδες όμως έχει πάρει εμάς στο καστ, ακριβώς επειδή η παράσταση του στηρίζεται στην έννοια της μνήμης, του περάσματος του χρόνου, και της ματαίωσης της ύπαρξης. Είναι δηλαδή τρεις αδελφές πολύ μεγάλες πια σε ηλικία, δεν γνωρίζω βέβαια ακριβώς, γιατί έχουμε ακόμα αρκετό καιρό μέχρι την πρεμιέρα, αλλά απ’ ότι φαίνεται θα βγαίνουμε ακόμα πιο γερασμένες ηλικιακά.

Το λέω επιφυλακτικά γιατί μπορεί τελικά να μην ακολουθηθεί αυτό το στοιχείο, αλλά υπάρχει αυτή η σκέψη. Το θέμα είναι, πως ούτως ή άλλως είμαστε σε τόσο διαφορετικές ηλικίες από τις ηρωίδες αυτές, που όλο αυτό συμβαίνει σε ένα τοπίο μνήμης. Ανατρέχουμε σε εκείνο το χρονικό σημείο όπου υπήρχε ελπίδα και προσδοκία για τη ζωή και γι’ αυτά που μπορεί να φέρει: Οι τρεις αδελφές είχαν όνειρα, υπήρχε η προσδοκία του έρωτα, όλα αυτά, τα οποία όμως με το πέρασμα του χρόνου ένα-ένα διαψεύδονται, και στη Μόσχα δεν θα πάνε ποτέ… Το μόνο που τους μένει τώρα πια, είναι το να επιστρέφουν σ’ αυτή τη χρονική στιγμή αναπαράγοντας την και προσπαθώντας μέσα από ένα ταξίδι μνήμης να αναβιώσουν κάτι που δεν υπάρχει πια.

  • Μέσα από τους ρόλους σας, θα έλεγα, πως εμπνέετε και συγκλονίζετε ακατάπαυστα το κοινό, σαν όλους τους ανθρώπους που με το παράδειγμα του έργου τους δίνουν δύναμη και ελπίδα.

Τα λόγια σας με συγκινούν πολύ. Πολλοί άνθρωποι είναι έτσι, Νομίζω είμαστε πολύ περισσότεροι και δεν είναι μόνο αυτοί που φαίνονται, αλλά είναι και οι αφανείς ήρωες. Εκείνοι που δίνουν αγάπη, που ζουν δύσκολα, όπως οι εργαζόμενες μητέρες, οι μονογονεϊκές οικογένειες, που έχουν ήθος, έχουν ανθρωπιά. Υπάρχουν εθελοντές που προσφέρουν κοινωνικό έργο, φιλόζωοι, ακτιβιστές σε πολλούς τομείς, είτε κοινωνικά είτε για το περιβάλλον, αλλά και με πολλούς άλλους τρόπους, όπως, για παράδειγμα, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα. Αυτοί είναι οι ήρωες μου! Οι άνθρωποι που δεν είναι στα φώτα της δημοσιότητας, αλλά οι ζωές τους είναι πολύ σημαντικές και πολύ ουσιαστικές.

Φρανκ Βέντεκιντ

LULU

Διασκευή-Σκηνοθεσία: Γιάννης Χουβαρδάς
Μετάφραση: Γιώργος Δεπάστας
Σκηνικά: Εύα Μανιδάκη
Κοστούμια: Ιωάνννα Τσάμη
Μουσική: Θοδωρής Οικονόμου
Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος
Βοηθός σκηνοθέτη: Ειρήνη Φαναριώτη
Β’ Βοηθός σκηνοθέτη: Ιωάννα Πιταούλη

Παίζουν (με αλφαβητική σειρά): Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης, Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Γιώργος Μπινιάρης, Άλκηστις Πουλοπούλου, Άκης Σακελλαρίου, Αλέκος Συσσοβίτης, Χάρης Φραγκούλης, Νίκος Χατζόπουλος 

Info: Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης (Πειραιώς 206, (ύψος Χαμοστέρνας, Ταύρος, +302103418550 , mcf.gr) 6 Νοεμβρίου – 12 Ιανουαρίου 2020 – Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή & Κυριακή στις 20:30, Σάββατο στις 18:00 & στις 20:30, Τιμή εισιτηρίου: Είσοδος 17 – 25 ευρώ

Anton Chekhov

ΤΡΕΙΣ ΑΔΕΛΦΕΣ

Μετάφραση: Αλέξανδρος Ίσαρης, Γιώργος Δεπάστας
Σκηνοθεσία: Δημήτρης Καραντζάς

Παίζουν: Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Αιμίλιος Χειλάκης, Αθηνά Μαξίμου, Μαρία Κεχαγιόγλου, Ορφέας Αυγουστίδης, Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης, Σύρμω Κεκέ, Γιάννης Κλίνης, Αινείας Τσαμάτης, Ευδοξία Ανδρουλιδάκη, Νίκος Μάνεσης, Υβόννη Μαλτέζου, Δημήτρης Πιατάς

Βοηθός Σκηνοθετη: Ασημίνα Αναστασοπούλου
Σκηνικά: Μαρία Πανουργιά
Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη
Μουσική: Δημήτρης Καμαρωτός
Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου
Χορογραφία: Χρήστος Παπαδόπουλος
Φωτογραφίες: Γκέλυ Καλαμπάκα

Info: Από 17 Ιανουαρίου 2020 στο Θέατρο ΒΕΑΚΗ, Στουρνάρη 32 – 104 33 Αθήνα, 21 0522 3522. Τιμές Εισιτηρίων: 15€ – 25€. Παραστάσεις: Τετάρτη στις 19.00, Πέμπτη στις 20.00, Παρασκευή στις 21.00, Σάββατο στις 18.00 & στις 21.00, Κυριακή στις 19.00

ΕΥΤΥΧΙΑ

Eλληνική ταινία (δράμα – βιογραφία), σκηνοθεσία Άγγελος Φραντζής με τους: Κάτια Γκουλιώνη, Πυγμαλίωνα Δαδακαρίδη, Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Ντίνα Μιχαηλίδου, Θάνο Τοκάκη

Η Tanweer Productions και ο βραβευμένος Έλληνας σκηνοθέτης Άγγελος Φραντζής παρουσιάζουν την Ευτυχία, την μεγαλύτερη ελληνική παραγωγή του 2019.

Βασισμένη στον ταραχώδη βίο και το σπουδαίο έργο που κληρονόμησε η ελληνική μουσική από τη μεγαλειώδη πένα της στιχουργού Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, η ταινία, σε σενάριο της Κατερίνας Μπέη, αντλεί έμπνευση από τα πάθη και τις αδυναμίες αυτής της πληθωρικής, αντισυμβατικής και πρωτοπόρου γυναίκας, που άφησε ανεξίτηλο το σημάδι της στο λαϊκό τραγούδι. Η μοναδική της προσωπικότητα αποτυπώθηκε στους στίχους της που έγιναν μερικές από τις μεγαλύτερες και διαχρονικότερες επιτυχίες, όπως τα «Περασμένες μου αγάπες», «Όνειρο απατηλό», «Είμαι αϊτός χωρίς φτερά», «Ηλιοβασιλέματα», «Η φαντασία», «Είσαι η ζωή μου», «Μαντουμπάλα», «Στ΄ Αποστόλη το κουτούκι», «Πετραδάκι, πετραδάκι», «Μου σπάσανε τον μπαγλαμά», «Δύο πόρτες έχει η ζωή» («Το τελευταίο βράδυ μου»), «Ρίχτε στο γυαλί φαρμάκι».

 

Irvin Yalom: Αν οι ηγέτες μας μεγάλωναν με μεγαλύτερη αυτογνωσία…

Irvin Yalom: Αν όλοι οι ηγέτες μας μεγάλωναν με μεγαλύτερη αυτογνωσία, θα είχαν δυνατότητα να γίνουν περισσότερο ευγενικοί και εμπνευσμένοι προς τους άλλους, πιο γενναιόδωροι, πιο ικανοί να αγαπούν τον εαυτό τους, αλλά και τους άλλους, κι έτσι ο κόσμος θα ήταν μακράν καλύτερος

Από την αποκλειστική συνέντευξη του Irvin D. Yalom στην Κρυσταλία Πατούλη για το 2Board που μόλις κυκλοφόρησε:

No47 / Black & White Issue, November 2019 – January 2020 by Identity Media), επίσημο περιοδικό του αεροδρομίου Ελ. Βενιζέλος (236 pages, free press – bilingual, βραβευμένο ως το καλύτερο περιοδικό αεροδρομίων παγκοσμίως.

Περισσότερα: Σελ 176 – 177: https://issuu.com/identitymedia/docs/2board47

  • You are the world’s leading healer. What do you have to say about Psychology? How important is knowing oneself for the development of humanity?
    Tremendously important for us humans to know ourselves. If our leaders all grew more self-aware, more able to be kind and empathic to others, more generous, more able to love oneself and others the world would be a far kinder place.

 

 

Χάρις Κατάκη: Το παρελθόν μάς καθορίζει αλλά δεν μας καταδικάζει

Tvxs.gr

Υπογραμμίζοντας πως «το παρελθόν μάς καθορίζει αλλά δεν μας καταδικάζει», η ψυχολόγος Χάρις Κατάκη, ιδρύτρια του Εργαστηρίου Διερεύνησης Ανθρωπίνων Σχέσεων, μία εκ των κορυφαίων Ελλήνων θεραπευτών και ειδικών του χώρου της ψυχικής υγείας με διεθνή αναγνώριση, μιλά στη σύμβουλο ανθρωπίνων σχέσεων και δημοσιογράφο Κρυσταλία Πατούλη, για τις σχέσεις με τον εαυτό μας και τους άλλους, την ψυχοθεραπεία και τις μεθόδους της, την ελληνική οικογένεια, με αφορμή την επανέκδοση του τελευταίου της αυτοβιογραφικού βιβλίου: «Το ημερολόγιο ενός θεραπευτή» (εκδ. Πατάκη), που είναι σαν να «συνομιλεί» με το τελευταίο επίσης αυτοβιογραφικό βιβλίο του Ίρβιν Γιάλομ «Αυτό ήταν η ζωή; Τότε άλλη μια φορά!» (Εκδ. Άγρα)

Τι είναι πιο σημαντικό στις σχέσεις με τον εαυτό μας και τους άλλους;   

Στις  σχέσεις μας με τους άλλους σημαντικό είναι να ισορροπούμε το παίρνω και το δίνω. Να αποποιούμαστε τον ρόλο του θύματος αλλά και το θύτη γιατί  όταν αυτό δεν επιτυγχάνεται καθόμαστε σε άβολες τραμπάλες  και καταλήγουμε να γινόμαστε θύτες και θύματα. Όταν καταφέρνουμε να αγαπήσουμε, να συγχωρήσουμε και να φροντίσουμε τον εαυτό μας  είμαστε σε αρμονία και με το περιβάλλον μας.

Ποια είναι η μεγαλύτερη πρόκληση για έναν ψυχοθεραπευτή;  

Να αντιμετωπίσει επιτυχώς την  μετακίνηση από άκαμπτες, δυσλειτουργικές προσωπικές και συλλογικές κατασκευές που μπλοκάρουν την ψυχοθεραπευτική διαδικασία. Επειδή προσωπικά με κινητοποιούν οι προκλήσεις, έχω πολλές εμπειρίες όπου έγινα δημιουργική στην προσπάθειά μου να πέσουν τοίχοι που εμποδίζουν τη θέαση της ζωής από άλλη οπτική γωνία.

Τι θεωρείτε πιο σημαντικό στην ψυχοθεραπεία;

Την αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού. Η διερεύνηση του εγκεφάλου που τις τελευταίες δεκαετίες επιχειρούν οι νευροεπιστήμες, έχει δώσει ήδη σαφείς ενδείξεις βασισμένες σε διακλαδικές έρευνες για την πλαστικότητά του, που επιτρέπει στον άνθρωπο να μετακινείται από εμπλοκές και αγκυλώσεις και να αναζητάει τρόπους να πετυχαίνει μια πιο λειτουργική ύπαρξη και συνύπαρξη. Ένα από τα αποφθέγματά μου κυκλοφορούν στο διαδίκτυο λέει: Το παρελθόν μάς καθορίζει αλλά δεν μας καταδικάζει.

Πώς καταλαβαίνετε ότι μία θεραπεία -με ένα συγκεκριμένο αρχικό αίτημα- ολοκληρώνεται;  

Όπως δεν καλείται ο θεραπευτής να παίρνει αποφάσεις για τον θεραπευόμενό του και να του λέει τι να κάνει με τη ζωή του, έτσι δεν αποφασίζει μονομερώς αν ο θεραπευόμενός του έχει ολοκληρώσει τον κύκλο της θεραπείας του σε κάποια συγκεκριμένη φάση της εξελικτικής πορείας της ζωής του και της θεραπείας του. Μέσα από τον διάλογο με τον θεραπευόμενο και την ομάδα του αυτό που επιδιώκεται είναι να συνειδητοποιεί τους λόγους που εκείνος θεωρεί ότι είναι ώρα να ‘αποφοιτήσει’ ή να παραμείνει στην θεραπεία του. Επειδή όμως ένα από τα επιμέρους θεωρητικά μοντέλα που απαρτίζουν το συνθετικό μοντέλο θεραπείας, που έχω επεξεργαστεί, αφορά τα στάδια της θεραπείας ως μια αυτοαναφορική πορεία αυτοργάνωσης, η ολοκλήρωση της ψυχοθεραπείας συνδέεται με την απόφαση του θεραπευόμενου να ζήσει, έχοντας αναγνωρίσει τόσο τις θετικές πλευρές του εαυτού του όσο και τις αυτοκαταστροφικές εγγραφές που δεν σβύνουν αλλά καλούμαστε να μάθουμε να τις διαχειριζόμαστε.

Ως μία από τις σημαντικότερες και καινοτόμες ψυχολόγους της Ελλάδας, που δημιουργήσατε νέα σχολή παγκοσμίως, την Συνθετική Συστημική Ψυχοθεραπεία, στο Εργαστήριο Διερεύνησης Ανθρωπίνων Σχέσεων που -εκτός των άλλων- εκπαιδεύετε πλήθος ψυχοθεραπευτών και έχετε εκδώσει πολλά βιβλία δικά σας και άλλων, και συνεχίζετε την έρευνα, τι θα λέγατε για τη δύναμη της αυτογνωσίας, ένα από εκείνα που κερδίζει κάποιος με την ψυχοθεραπεία;  

Η αυτογνωσία, μια αρχετυπική ανάγκη που υπήρξε βασικό κίνητρο  για τις φιλοσοφικές και  θρησκευτικές αναζητήσεις του ανθρώπινου είδους αλλά και την δημιουργική έκφραση μέσω όλων των μορφών τέχνης,  στον σημερινό κόσμο που ανατρέπει συνεχώς τα σταθερά σημεία αναφοράς μας αποτελεί καίριο και γενικευμένο αίτημα του σύγχρονου  ανθρώπου που αναζητά κατευθυντήριες γραμμές μέσα στον ωκεανό των αντιφατικών και ασαφών προδιαγραφών για τη ζωή. Η ψυχοθεραπεία είναι το όχημα που οδηγεί στην αναζήτηση  απαντήσεων  σε ερωτήματα που αφορούν στους βαθύτερους λόγους που τον οδήγησαν στις επιλογές και τις εμπλοκές  οι οποίες  σφράγισαν  την πορεία της ζωής του. Με τη βουτιά στον εσωτερικό του κόσμο που  συνδέει το ορατό με το αόρατο, το συνειδητό με το ασυνείδητο, ο θεραπευόμενος αποκτά μια πιο ολοκληρωμένη και πιο συνεκτική εικόνα του εαυτού η οποία τον εφοδιάζει με  κατευθυντήριες γραμμές και νόημα ζωής.

Σε τι κυρίως διαφέρει το Συνθετικό Μοντέλο Συστημικής Ψυχοθεραπείας, από άλλες θεραπείες;   

Από τότε που άρχισα να ασχολούμαι θεωρητικά με την ψυχοθεραπεία και όσο εμβάθυνα στην  αναζήτηση μιας κοινής οπτικής για το τι είναι χρήσιμο και αποτελεσματικό στην ψυχοθεραπευτική διαδικασία, έβλεπα όλο και πιο καθαρά την ανάγκη για την ανάπτυξη μιας κοινής γλώσσας, η οποία να διευκολύνει την επικοινωνία ανάμεσα σε θεραπευτές που ανήκουν σε διαφορετικές σχολές και προσεγγίσεις. Το Συνθετικό μας μοντέλο  βασίζεται σε δύο πυλώνες: τη συστημική επιστημολογία και μία ευρύτερη συνθετική αντίληψη για τη ζωή και τη γνώση. Αυτός ο συνδυασμός οδήγησε σε  πρωτότυπα μοτίβα θεωρητικών εννοιών και αρχών καθώς και των εφαρμογών τους. Μέσα σ’ αυτό το ολιστικό πλαίσιο, ενσωματώνονται στη θεραπευτική μας πρακτική διαφορετικές θεραπευτικές προσεγγίσεις και παρεμβάσεις που αφορούν στη διάρκεια (π.χ. μακράς και βραχείας διάρκειας θεραπεία), στη μορφή (ατομική, οικογενειακή και ομαδική θεραπεία), στις μεθόδους και τις τεχνικές που έχουν αναπτυχθεί τόσο στον κλάδο της οικογενειακής θεραπείας όσο και στον ευρύτερο χώρο της ψυχοθεραπείας.

Με αφορμή την επανέκδοση του βιβλίου σας, «Το ημερολόγιο ενός θεραπευτή» από τις εκδόσεις Πατάκη, τι θα σχολιάζατε;  

Σκέπτομαι συχνά αν και πώς θα συνεχίσω να μοιράζομαι σκέψεις, θέσεις και βιώματα που μπορεί να βρίσκουν οι αναγνώστες χρήσιμα για την πορεία της δικής τους ζωής.  Εκείνο που είναι σίγουρο είναι ότι θα συνεχίσω να γράφω. Καινούργια βιβλία και διάφορες εκδοτικές δραστηριότητες είναι στα σκαριά.  Επειδή όμως όλα τα χρόνια που ασχολούμαι με την ψυχοθεραπεία ακούω συγκλονιστικές ανθρώπινες  αφηγήσεις,  σκέπτομαι καμμιά φορά αν  θα τολμήσω να εκπληρώσω το εφηβικό μου όνειρο να λέω και να γράφω ιστορίες.

Με αφορμή το τελευταίο και επίσης αυτοβιογραφικό βιβλίο του Ίρβιν Γιάλομ «Αυτό ήταν η ζωή; Τότε άλλη μια φορά!» (εκδ. Άγρα), τι είναι αυτό -νομίζετε- που τον έχει κάνει τόσο δημοφιλή στην Ελλάδα;   

Πιστεύω ότι η σύνδεση μας με τον Γιάλομ στηρίζεται σε κοινά πολιτισμικά στοιχεία. Τον αγαπήσαμε γιατί  κι εκείνος αγάπησε  τις βαθιές πολιτισμικές μας ρίζες που βρίσκονται εκεί πίσω στην Αρχαία Ελλάδα. Μέσα από τη γλώσσα μας που τη μιλάμε για χιλιετίες -και είμαστε οι μόνοι που τη μιλάμε- παραμένουμε συνδεδεμένοι με την αρχαιοελληνική  γραμματεία και τις τέχνες.

Έχετε συνομιλήσει και η ίδια με τον Ίρβιν Γιάλομ. Τι αποκομίσατε;  

Ο Γιάλομ ήταν ένας από τους  διάσημους επιστήμονες και ψυχοθεραπευτές με τους οποίους συνομιλήσαμε με αφορμή την διημερίδα που διοργανώσαμε πριν λίγα χρόνια για την επέτειο των τριάντα χρόνων από την ίδρυση του Κέντρου μας.  Παρόλο που οι θέσεις και οι πρακτικές του μεγαλύτερου ονόματος στο χώρο της ψυχοθεραπείας διεθνώς είναι  γνωστές, είναι πάντα μια πολύ ξεχωριστή εμπειρία να μιλάς απευθείας με κάποιον που έχεις αποδεχθεί ως αυθεντία. Πολλές από τις ερωτήσεις που του κάναμε μέσω skype έχουν απαντηθεί εκ των υστέρων στο αυτοβιογραφικό τελευταίο του βιβλίο.

Σε τι ίσως διαφέρει η ψυχοθεραπεία του Γιάλομ από τη δική σας μέθοδο;   

Μια που σε προηγούμενη ερώτηση αναφέρθηκα σε κοινά πολιτισμικά στοιχεία που μας συνδέουν, ας μιλήσουμε καλύτερα για τις κοινές θέσεις και πρακτικές. Κατ’ αρχήν η σημασία που και εμείς όπως και ο ίδιος έδωσε στην ομαδική ψυχοθεραπεία. Όπως είναι γνωστό, το βιβλίο του για την ομαδική θεραπεία είναι κάτι σαν τη βίβλο που διαβάζουν όλοι οι εκπαιδευόμενοι θεραπευτές σε όλο τον κόσμο. Σε μας,  από την άλλη μεριά, η ομαδική θεραπεία με οικογενειακό προσανατολισμό αποτέλεσε τον   βασικό άξονα του συνθετικού μοντέλου συστημικής θεραπείας το οποίο αναπτύξαμε και εφαρμόζουμε στη θεραπευτική μας δουλειά.  Και αυτό γιατί η  θεραπευτική πορεία μέσα σε ομάδες απαλλάσσει τον θεραπευόμενο από την μοναχική  διαδικασία της ατομικής ψυχοθεραπείας,  τον τροφοδοτεί με πλούσια γνωστικοσυγκινησιακά ερεθίσματα και έτσι καταργούνται πολλές από τις δυσλειτουργικές και άγονες διαστάσεις της ανθρώπινης επικοινωνίας. Παρακολουθώντας μια ομάδα να κατασκευάζει τις δικές της αλήθειες είναι σαν να παρακολουθεί κανείς ένα συλλογικό νου να δρα. Είναι αυτοί οι λόγοι που με οδήγησαν στο να ονομάσω αυτές τις ομάδες, σχολεία ζωής.

Μια άλλη κοινή θέση είναι ότι και εμείς όπως και ο Γιάλομ θεωρούμε την μακρόχρονη και βαθιά προσωπική θεραπεία των θεραπευτών απαραίτητη. Προσωπικά θεωρώ την θεραπεία των εκκολαπτόμενων θεραπευτών ως την πιο νευραλγική διάσταση της προετοιμασίας τους  για να αναλάβουν τον θεραπευτικό ρόλο. Με έναν άμεσο και βαθιά βιωματικό τρόπο, ο μελλοντικός θεραπευτής ζυμώνει την  προσωπική με τη θεωρητική και την πρακτική γνώση που συγκεντρώνει κατά τη διάρκεια της ειδίκευσής του και που συνεχίζει να συσσωρεύει καθ’ όλη τη διάρκεια της επαγγελματικής του πορείας. Μέσα από αυτή την προσωπική διαδρομή -πέρα από την ενίσχυση της αποτελεσματικότητάς του – ο μελλοντικός θεραπευτής προχωράει προς τη δημιουργία μιας συνθετικής προσωπικής και επαγγελματικής ταυτότητας που προσφέρει στον ίδιο κατεύθυνση αλλά και νόημα ζωής.

Μια διαφορά  που μπορώ να επισημάνω ανάμεσα στη δική του πρακτική και τη δική μας είναι ότι σύμφωνα με τον Γιάλομ οι καίριες, βαθιές  αλλαγές επιτυγχάνονται στο πλαίσιο της ατομικής ψυχοθεραπείας,  ενώ για μας επιτυγχάνονται στο πλαίσιο της μακρόχρονης ομαδικής θεραπείας με οικογενειακό προσανατολισμό. Ίσως γιατί εκείνος έχει πίσω του την ψυχανάλυση και εμείς τη συστημική οικογενειακή θεραπεία.

Υπάρχει κάτι που σας ανησυχεί σήμερα στην ελληνική οικογένεια;   

Έχοντας ασχοληθεί με την  ελληνική οικογένεια ερευνητικά, θεωρητικά και θεραπευτικά για πολλές δεκαετίες, θεωρώ ότι η οικογένεια στον τόπο μας καθορίζει, σε μεγάλο βαθμό, τις προσωπικές, τις οικογενειακές και τις εθνικές μας συμπεριφορές και επιλογές. Όμως, ενώ δε διανοούμαστε να απαρνηθούμε τις ευεργετικές επιδράσεις και τα σοβαρά πλεονεκτήματα της αλληλεγγύης και της αλληλεξάρτησης με τους κοντινούς μας ανθρώπους, στο επίπεδο της επικοινωνίας, τις τελευταίες δεκαετίες, οι διαπροσωπικές συγκρούσεις, οι διχασμοί και οι ρήξεις είναι σε ημερησία διάταξη. Σε μια εποχή που οι οικογενειακοί δεσμοί βασίζονται όλο και περισσότερο στην άυλη επικοινωνία και τους αόρατους κρίκους των συναισθηματικών δεσμών, το ζητούμενο είναι να καταφέρουμε να διατηρήσουμε τα εφόδια που μας προσφέρει το διαχρονικό μας κάστρο  οριοθετώντας συγχρόνως τον προσωπικό μας χώρο. Όπως λέει ένα δικό μου απόφθεγμα: Την πραγματική ελευθερία τη βρίσκεις μέσα στις δεσμεύσεις σου.

Τι θα θέλατε να μην ξεχνάνε οι άνθρωποι;   

Ότι  η θετική στάση προς τη ζωή μπορεί να οδηγήσει σε ανοιχτούς ορίζοντες.

Τι θα ευχόσασταν να μείνει στο μυαλό μας, από το… Ημερολόγιό σας; 

Αυτό που ήθελα να θυμούνται οι αναγνώστες του προσωπικού αυτού κειμένου είναι ότι το μοίρασμα και η ανοιχτή έκφραση εμπειριών, συναισθημάτων συμβάλουν σε μια πιο ποιοτική ζωή και τη δημιουργία ενός καλύτερου κόσμου. Στην εσωτερική σελίδα του βιβλίου υπάρχει ένας στίχος από ένα ποίημα: Δώσε μου το φτερούγισμα, χάρισμά σου η νίκη.


Η Χάρις Κατάκη, διδάκτωρ Ψυχολογίας, έχει ιδρύσει το Εργαστήριο Διερεύνησης Ανθρώπινων Σχέσεων, το οποίο, εδώ και πάνω από τριάντα χρόνια, προσφέρει θεραπευτικές και συμβουλευτικές υπηρεσίες σε άτομα, οικογένειες και ζευγάρια, εκπαίδευση και εποπτεία σε ευρύ φάσμα επαγγελματιών και οργανισμών, διοργανώνει σεμινάρια, ημερίδες και συνέδρια, ασχολείται με την έρευνα και τις εκδόσεις. Το 2010 εξήγγειλε το Εθελοντικό Πρόγραμμα Κοινωνικών Δράσεων ΓΕΦΥΡΕΣ ΠΑΝΤΟΥ του Εργαστηρίου το οποίο  υλοποιείται  σε διάφορες περιοχές της χώρας.
Η θεωρητική και η ερευνητική της εργασία, οδήγησε στη σύλληψη και στην ανάπτυξη του Συνθετικού Μοντέλου Συστημικής Θεραπείας (ΣΥΜΟΣΥΘ), το οποίο έχει παρουσιαστεί σε μεγάλο αριθμό δημοσιεύσεων σε ελληνικά και ξένα επιστημονικά περιοδικά και βιβλία  και αποτελεί το θεωρητικό υπόβαθρο όλων των εκπαιδευτικών προγραμμάτων του Εργαστηρίου.
Έχει διαδραματίσει πρωτεύοντα ρόλο στην ανάπτυξη και στη διάδοση της Ελληνικής Συστημικής Σκέψης μέσα από το θεωρητικό, ερευνητικό, εκπαιδευτικό και εποπτικό της ρόλο και την  συγγραφική και  εκδοτική της δραστηριότητα.
Με την εκπαιδευτική της ιδιότητα έχει εκπαιδεύσει μεγάλο αριθμό συστημικών θεραπευτών, πολλούς επαγγελματίες ψυχικής υγείας και συναφών ειδικοτήτων (εκπαιδευτικούς, επαγγελματίες παροχής υπηρεσιών υγείας).
Για δεκαετίες επισκέπτεται ως καλεσμένη ομιλήτρια πολλές πόλεις και περιοχές της χώρας και του εξωτερικού, κέντρα που παρέχουν εκπαίδευση σε επαγγελματίες του χώρου ψυχικής υγείας, πανεπιστήμια και άλλους οργανισμούς.
Έχει ιδρύσει και διευθύνει την γνωστή δημοφιλή  σειρά Ανθρώπινα Συστήματα στην οποία έχουν ενταχθεί πάνω από 30 βιβλία που απευθύνονται στο ευρύ κοινό, σε  κοινωνικούς επιστήμονες και επαγγελματίες που ασχολούνται με τον άνθρωπο όπως και αρκετά παιδικά βιβλία βασισμένα στο συστημικό τρόπο σκέψης.
Στην  σειρά αυτή ανήκουν και τα δικά της επτά βιβλία (Οι τρεις ταυτότητες της Ελληνικής οικογένειας,  Το μωβ υγρό, Το ήμερο φίδι του θεού, Το φυλαχτό, Με γόμα και καθρέφτη, Με χάρτη και πυξίδα, Το ημερολόγιο ενός θεραπευτή).
Επιπλέον, έχει παίξει πρωτεύοντα ρόλο σε πολλές επιστημονικές εταιρείες και οργανισμούς στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

Περικλής Κοροβέσης: Θα ψηφίσω τους ζωντανούς πολίτες

Tvxs.gr

Ο συγγραφέας και πολιτικός ακτιβιστής, Περικλής Κοροβέσης, με αφορμή την παράσταση «Ανθρωποφύλακες» μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη, για τον κίνδυνο του φασισμού, τις βιτρίνες της εξουσίας, και φυσικά τις επερχόμενες εκλογές.

Με αφορμή την παράσταση «Ανθρωποφύλακες» στο Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν, το θέμα της ακροδεξιάς και ο κίνδυνος του φασισμού πόσο μάς αφορά σήμερα;

Φέτος κλείνουνε 50 χρόνια από τότε που τυπώθηκε το βιβλίο*. Το γεγονός ότι ύστερα από 50 χρόνια, νέα παιδιά ανακαλύπτουν αυτό το βιβλίο και θεωρούν ότι είναι επίκαιρο, σημαίνει ότι η καταγγελία των βασανιστηρίων και του φασισμού παραμένει επίκαιρη σήμερα, όσο εδώ και 50 χρόνια.

Θλιβερό μεν, που δεν έχουν καταργηθεί στον κόσμο τα βασανιστήρια μετά από 50 χρόνια, ευτυχές δε, ότι νέα παιδιά παίρνουν το νήμα και με τον δικό τους τρόπο πολεμάνε το φασισμό.

Τι σάς κέντρισε το ενδιαφέρον σε αυτή την δεύτερη παράσταση γι’ αυτό το βιβλίο;

Ό,τι βρήκανε μια καλή λύση να δείξουνε τι γινόταν επί χούντας, δηλαδή τι βιτρίνα ήθελε να έχει η χούντα: χαρά, ευημερία, κλπ. Αυτό δηλαδή το fake society, και τι έκρυβε από πίσω. Κι αυτό που έκρυβε από πίσω, ήταν οι άνθρωποι που βασανιζόντουσαν στα μπουντρούμια της Ασφάλειας, και πέρα από την Ασφάλεια, οι φυλακές γεμάτες, οι εξορίες γεμάτες, και ως βιτρίνα είχανε τα χαζοχαρούμενα νούμερα, είτε της Επιθεώρησης, είτε όλα εκείνα που γίνονταν στις διάφορες γιορτές των Ελλήνων στο Στάδιο.

Αυτή η αντίθεση της βιτρίνας με την πραγματικότητα, ισχύει μέχρι σήμερα;

Ασφαλώς και ισχύει, με τη διαφορά ότι αλλάζουν λίγο οι ρόλοι. Δηλαδή σήμερα δεν έχουμε τέτοια βασανιστήρια στην Ασφάλεια, αλλά έχουμε βασανιστήρια αντίστοιχα στην κοινωνία. Δηλαδή, η ανεργία είναι μια βία. Το να είσαι άστεγος είναι μια βία. Το να μεταναστεύεις είναι μια βία.

Υπάρχει λοιπόν μια βία που εξαπλώνεται στην κοινωνία και που είναι με τη μορφή της στέρησης. Μέσα στα ανθρώπινα δικαιώματα όπως έχουν διατυπωθεί το 1948 στον ΟΗΕ, είναι η αξιοπρεπής ζωή. Και αξιοπρεπής ζωή, σημαίνει να έχεις σπίτι, να έχεις δουλειά, να έχεις παιδεία, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Όταν όλα αυτά λείπουνε, ασκείται μια βία συλλογικά στην κοινωνία, οπότε ως βιτρίνα, έχουμε το Master chef στην τηλεόραση, τις εκπομπές μόδας, για shopping, για το… σού ’πα και το μού ’πες.

Τότε είχαμε την επιθεώρηση, σήμερα έχουμε την τηλεόραση, που παίζει τον ίδιο ρόλο: Να μας δείξει μια κοινωνία που δεν υπάρχει και που καλύπτει την άλλη κοινωνία που υποφέρει.

Τι άλλο θα θέλατε να πείτε με αφορμή αυτήν την παράσταση;

Είναι συγκινητικό για μένα, σε αυτό το θέατρο που πήγαινα όταν ήμουν 16 χρονών, και μου άνοιξε μεγάλους ορίζοντες, γαλουχήθηκα σ’ αυτό το θέατρο, ότι παίζεται ένα δικό μου έργο, και ελπίζω με τη σειρά του να βοηθήσει τον αντίστοιχο δεκαεξάχρονο, εικοσάχρονο, να δει πως είναι τα πράγματα.

Και ενόψει των ευρωεκλογών, τι θα θέλατε να πείτε σε αυτούς τους νέους που ψηφίζουν για πρώτη φορά, αλλά και στους υπόλοιπους;

Πρέπει να καταλάβουμε ότι αυτές οι εκλογές είναι ένα θέατρο. Δηλαδή, είναι ποτέ δυνατόν να έχουμε ένα Ευρωπαϊκό κοινοβούλιο και να μην υπάρχει Ευρωπαϊκή κυβέρνηση; Υπάρχει ένα κοινοβούλιο στον κόσμο, που να έχει κυβέρνηση;

Ψηφίζουμε για ένα κοινοβούλιο που δεν έχει κυβέρνηση. Τότε, ποιός κυβερνάει; Πρέπει να ψάξουμε σε εξωθεσμικά όργανα, όπως είναι η Κομισιόν, όπως είναι η γραφειοκρατία των Βρυξελών, όπως είναι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, όπως είναι το λόμπι των βιομηχάνων. Όλα αυτά, συνιστούν μια άτυπη κυβέρνηση, βγάζουν αποφάσεις που είναι καθοριστικές, και το κοινοβούλιο τις επικυρώνει.

Από την άλλη πλευρά, και στις 28 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην ουσία οι Ευρωεκλογές είναι Εθνικές Εκλογές β΄ κατηγορίας. Ψηφίζουνε ή καταψηφίζουνε την κυβέρνηση που υπάρχει. Δεν έχει καμία σχέση με την Ευρώπη. Άρα, λοιπόν, είναι εκλογές-θέατρο, να φαίνεται ότι κάνουμε κάτι.

Και για τις Δημοτικές και Περιφερειακές εκλογές, τι θα λέγατε;

Για τις Δημοτικές εκλογές τα πράγματα είναι διαφορετικά. Επειδή είναι τοπικές κοινωνίες, υπάρχουν κινήσεις σχεδόν παντού, που έχουν μια άλλη πρόταση, πέρα από τα κατεστημένα κόμματα. Αυτές που ασχολούνται με τα προβλήματα της γειτονιάς, του περιβάλλοντος, δημιουργούν δομές αλληλεγγύης, μερικές από αυτές έχουν και συσσίτια, για άστεγους, ή άνεργους, κάνουν εκδηλώσεις, κ.ά.. Επομένως υπάρχει μια ακτίδα φωτός από αυτές τις κινήσεις των πολιτών που προτείνουν κάτι άλλο. Γι’ αυτό έχει μια σημασία η ψήφος, να ενισχυθούν αυτές οι κινήσεις.

Εσείς, με ποιόν γνώμονα θα επιλέξετε αυτούς που θα ψηφίσετε;

Παρόλο που δε δίνω καμία σημασία στην ψήφο, ψηφίζω πάντα. Γιατί ακόμα κι αυτή η ελάχιστη ευκαιρία πρέπει να αξιοποιηθεί. Θα ψηφίσω αυτούς που παραμένουν δραστήριοι στο δρόμο, και όχι στα παράθυρα της τηλεόρασης. Δηλαδή, όσους π.χ. κινούνται με τους πλειστηριασμούς για να μη γίνουν εξώσεις, ή που δημιουργούν κινήματα αλληλεγγύης στους μετανάστες, αυτοί που ασχολούνται με το περιβάλλον, αυτοί που είναι εναντίον των εξορύξεων των υδρογονανθράκων. Δηλαδή, θα ψηφίσω αυτούς που κινούνται στην κοινωνία, δηλαδή τους ζωντανούς και ενεργούς πολίτες, και όχι τους πολιτικούς που θέλουν να παίξουν τους ηγέτες μας.

*Διαβάστε στο Tvxs.gr για το βιβλίο/μαρτυρία του Περικλή Κοροβέση και την παράσταση «Ανθρωποφύλακες» στο Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν, σε σκηνοθεσία Μάνου Βαβαδάκη.

Λαοκράτης Βάσσης: Δεν υπάρχει οραματική πνοή για το μέλλον

Tvxs.gr

«Δεν υπάρχει οραματική πνοή για το μέλλον. Καθώς περίπου μοιάζουμε να μη ξέρουμε γιατί υπάρχουμε, παρά τους αιώνες και τις χιλιετίες πολιτισμού που έχουμε πίσω μας». Ο διανοούμενος νεοελληνιστής φιλόλογος και συγγραφέας Λαοκράτης Βάσσης μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη και το Tvxs.gr για Το επικυριαρχούμενο μέλλον μας, όπως τιτλοφορείται το νέο βιβλίο του, από τις εκδόσεις Ταξιδευτής.

Ποιο το κύριο θέμα του νέου σας βιβλίου;

Λ.Β.: Μοιάζει … πολυθεματικό, αφού περιλαμβάνει μικρές τομές σε οχτώ μεγάλα θέματα της ζωής του Τόπου μας, όπως, για παράδειγμα: ο μεταπολιτευτικός κι ο νέος «δοπολισμός», το ευρωπαϊκό μέλλον, η εθνική συνεννόηση, η παιδεία, η αριστεία αλλά και το «Μακεδονικό».  Στα οποία προστίθενται και τέσσερις οιονεί προσωπογραφίες: του Λυκούργου Καλλέργη, του Μανώλη Γλέζου, του Σάκη Καράγιωργα και του πρότυπου ήρωα της Εθνεγερσίας Μάρκου Μπότσαρη.  Κατά βάθος όμως το θέμα του είναι ένα:  το πού πάει ο δύσμοιρος ο Τόπος μας, που είναι και η ενοποιός αγωνία και των δώδεκα κειμένων του.

Γιατί μιλάτε για «επικυριαρχούμενο» μέλλον;

Λ.Β.: Δυστυχώς, μοιάζουμε να μη καταλαβαίνουμε πως η Χρεοκοπία της χώρας μας (Γ.Α.Π, Καστελόριζο, 2010) συνιστά βαθύ ρήγμα στην εθνική μας ζωή.  Καθώς έκτοτε μεταπέσαμε σε καθεστώς μετανεωτερικής αποικίας, εντός μάλιστα Ευρωζώνης.  Όπου, κι αυτή  είναι η διαφορά απ’ τις παλιές αποικίες, διαχειριζόμαστε οι ίδιοι, υπό την εποπτεία προφανώς των ευρωδυτικών επικυρίαρχών μας, τη νέα υποτέλειά μας.  Που σημαίνει πως, απ’ τη Χρεοκοπία μας και εντεύθεν, οι αντιπροσωπευτικοί μας θεσμοί είναι πια διαμεσολαβητικοί μεταξύ της ευρωδυτικής επικυριαρχίας και του λαού μας. Κι  όχι, όπως σε κάθε κανονική χώρα, αυθεντική έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας και συνακόλουθα της εθνικής μας αυτεξουσιότητας και ανεξαρτησίας.  Τα τρία «Μνημόνια»,  με τις μακροχρόνιες «ρήτρες» τους,  έχουν διαμορφώσει το στρατηγικό πλαίσιο της μετανεωτερικής εθνικής μας υποτέλειας.  Που είναι και  στρατηγικό πλαίσιο του επικυριαρχούμενου εθνικού μας μέλλοντος.  Με το τέλος, τον παρελθόντα Αύγουστο, του τρίτου Προγράμματος Στήριξης να μη σημαίνει και τέλος της Επικυριαρχίας, όπως αυτή προκύπτει απ’ τις παραμένουσες «ρήτρες» των Μνημονίων.

Τι ακριβώς εννοείτε με τον όρο: «διαχειριστικός νεο-διπολισμός»;

Λ.Β.: Στο πρώτο κείμενο του μικρού αυτού βιβλίου, απ’ όπου και ο τίτλος του, αναλύω: Αφενός, τον μεταπολιτευτικό «διπολισμό» (δικομματισμό), όπως αυτός αρχιτεκτονήθηκε απ’ τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, αλλά και όπως μετεξελίχθηκε επί Ανδρέα Παπανδρέου και των επιγόνων τους (με τη γρήγορη μετάπτωση της πολιτικής σε διαχειριστική νομή της εξουσίας!). Αφετέρου, τον εν εξελίξει «διαχειριστικό νεο-διπολισμό», όπως τον αποκαλώ και όπως αυτός σταδιακά προέκυψε κατά την άγονη, ως τώρα, οχταετή διαχείριση της Χρεοκοπίας.

Γιατί διαχειριστικός; Γιατί διαχειρίζεται τη Χρεοκοπία, οπότε και την μετανεωτερική υποτέλειά μας, με τη λογική του στρατηγικού πλαισίου της επικυριαρχίας μας, που είναι και λογική αναπαραγωγής και εδραίωσής της.  Δεν είναι δηλαδή πολιτική διαχείριση της Χρεοκοπίας με λογική υπέρβασής της, αλλά διαχειριστική πολιτική που έχει ενσωματωμένους στη λογική της τους όρους της επικυριαρχίας (όπως αυτοί ορίζονται απ’ τις μνημονιακές «ρήτρες»!).  Ο διαχειριστικός νεο-διπολισμός προκύπτει από τους όρους και για τους όρους της επικυριαρχίας.  Που, εντέλει,  σημαίνει πως είναι διαχειριστικός της επικυριαρχίας μας. Οπότε, το πολιτικό μας σύστημα είναι όργανό της , όσο δεν βγαίνει απ’ τη λογική της και δεν προετοιμάζει την υπέρβασή της, με τελικό στόχο την ανάκτηση της εθνικής μας αυτεξουσιότητας και της εθνικής μας ανεξαρτησίας.

Μιλάτε για «ανημπόρια» του πολιτικού συστήματος. Ποια τα καίρια θέματα που έγινε αντιληπτή;

Λ.Β.: Μίλησα για «ανημπόρια» με αφορμή τη Συμφωνία των Πρεσπών, που είναι ένα πολύ ανησυχητικό σύμπτωμά της.  Γιατί, χωρίς αυτή την «ανημπόρια» δεν θα υπογραφόταν ποτέ μια συμφωνία που αναγνωρίζει «Βόρεια Μακεδονία των…Μακεδόνων».  Με την «ανημπόρια» όμως του πολιτικού μας συστήματος, όπου «ενσωματώθηκε» και η «κυβερνώσα Αριστερά» απ’ το 2015 και εντεύθεν (Τρίτο Μνημόνιο), να είναι παρεπόμενο της εθνικής μας «ανημπόριας», της παρακμιακής δηλαδή κατάστασης της Ελλάδας και του Ελληνισμού. ΄Οπως αυτή προσδιορίζεται: πρώτον, απ’ την δημογραφική (βιολογική) μας κατάρρευση, δεύτερον, απ’ την βαθιά πολιτιστική μας κρίση, που έχει αγγίξει το ταυτοτικό πολιτιστικό μας κύτταρο και τρίτον, απ’ τη Χρεοκοπία μας και τη συνακόλουθή της απώλεια της εθνικής μας αυτεξουσιότητας και ανεξαρτησίας.  Που συνιστά, όσο κι αν το απωθούμε, αναίρεση του ανεξαρτησιακού διατακτικού της Εθνικής μας Παλιγγενεσίας, μια ανάσα πια απ’ τη διακοσιοστή της επέτειο.  Ξέρω πως είναι πολύ μελαγχολική η ανάγνωσή μου, αλλά με τρομάζει, πιο πολύ κι απ’ την ίδια την κακή εθνική μας πραγματικότητα, το ότι κλείνουμε τα μάτια μας μπροστά της (εθιζόμενοι σε ένα είδος παράξενου…νεο-ραγιαδισμού!).

Επίσης, γράφετε για «βαθιά πολιτιστική κρίση». Πως εκφράζεται;

Λ.Β.: Πρόκειται για το μέγα πρόβλημά μας, για το πρόβλημα των προβλημάτων μας, καθώς, όπως προανέφερα, αυτή η κρίση έχει αγγίξει το ταυτοτικό πολιτιστικό μας κύτταρο, οπότε και τη βαθύτερη υπαρξιακή μας ρίζα.  Γνωρίσαμε μακραίωνες δουλείες, αλλά αντέξαμε.  Άντεξε δηλαδή η «ψυχή» μας, η γλώσσα μας και ο εσώτατος αξιακός πυρήνας της ελληνικής μας ταυτότητας.  Σε τούτη την πολύ ύπουλη και ύποπτη καμπή της Ιστορίας μας, βάλλεται ο ίδιος ο αξιακός και ταυτοτικός πυρήνας της πολιτιστικής μας «ψυχής», όπως τον εκφράζουν στους νεότερους χρόνους του Ελληνισμού: ο Ρήγας, ο Σολωμός, ο Κάλβος, ο Σικελιανός…ο Σεφέρης, ο Ελύτης, ο Ρίτσος!  Με την έρπουσα «ιδεολογία» του …ανιστόρητου «ιστορικού αναθεωρητισμού», που αρνείται την ιστορικο/πολιτιστική μας συνέχεια, όλο και περισσότερο να «επισημοποιείται» (ως υποκατάστατη … εθνική ιδεολογία)  και να «επικάθεται» στους εθνικούς μας αρμούς, όπως η σκουριά στο σίδερο.  Αν πω πως η άμυνα της Ελλάδας και του Ελληνισμού, σ’ αυτή την πολύ κρίσιμη καμπή της Ιστορίας μας, αρχίζει απ’ την «ψυχή» μας, είναι δηλαδή πρωτίστως και πάνω απ’ όλα πολιτιστική άμυνα, να μη θεωρηθεί υπερβολή.

Πώς θα μπορούσαμε «να χαράξουμε μακρόπνοη στρατηγική ανασύνταξης της Ελλάδας και του Ελληνισμού, με κοινή, επιτέλους, γραμμή στα εθνικά μας θέματα», όπως αναφέρετε στο βιβλίο σας;

Λ.Β.: Θα μπορέσουμε, όπως διδάσκουν κι οι προγονικές μας αρετές, αν συνειδητοποιήσουμε την υπαρξιακή της αναγκαιότητα.  Που σημαίνει πως πρέπει, αποκτώντας ιστορική αυτοσυνείδηση και ιστορική αυτεπίγνωση, να συνειδητοποιήσουμε την υπαρξιακή αναγκαιότητα της στρατηγικής ανασύνταξης της Ελλάδας και του Ελληνισμού.  Καθώς έκλεισε ο κύκλος της Μεταπολίτευσης, ο κύκλος της μεταπολεμικής Ελλάδας, ακόμα κι ο μεγάλος κύκλος, έστω και καθ’ υπερβολήν,  των δύο αιώνων απ’ την Εθνική μας Παλιγγενεσία.   Η ιστορική όμως αυτοσυνείδηση και ιστορική αυτεπίγνωση προϋποθέτουν τολμηρή ανάγνωση τόσο του χαρακτήρα όσο και της βαθύτερης μεταπολιτευτικής αιτιότητας της Χρεοκοπίας, χωρίς ιησουίτικες αμφισημίες και συγκαλυπτικές (των αιτίων) ταχυδακτυλουργίες.  Γιατί, μόνο έτσι μπορεί να δοθεί και η αναγκαία καθαρή απάντηση στο ανελαστικό δίλημμά της: εθνική αξιοπρέπεια (εθνική αυτεξουσιότητα και εθνική ανεξαρτησία) ή διαχειριστική υποτέλεια.  Προφανώς υπέρ της εθνικής αξιοπρέπειας και των συνακόλουθών της, όπου και προτάσσεται η ανεξαρτησιακή εθνική στρατηγική.  Αλλιώς, θα μείνουμε στην τροχιά  της προδιαγεγραμμένης απ’ τα τρία Μνημόνια μακράς διαχειριστικής  υποτέλειας (ευρωδυτική επικυριαρχία!) και στην παρεπόμενή της ψευδαίσθηση πως είμαστε … εθνικά αυτεξούσιοι.

Ποια είναι η δική σας μεγαλύτερη αγωνία για τη χώρα;

Λ.Β.: Το ότι δεν υπάρχει οραματική πνοή για το μέλλον.  Καθώς περίπου μοιάζουμε να μη ξέρουμε γιατί υπάρχουμε, παρά τους αιώνες και τις χιλιετίες πολιτισμού που έχουμε πίσω μας.  Κι η αγωνία μου γίνεται μεγαλύτερη, όταν δεν βλέπω ούτε υποψία  πολιτικής παιδείας και πολιτισμού, που να  έχει τέτοια πνοή και που να διεμβολίζει το παγιδευτικό δίπολο: του νοσηρού ελληνοκεντρισμού (που γεννάει «χρυσαυγιτισμό!) και του νοσηρού αντι-ελληνοκεντρισμού (που γεννάει προοδευτικοφανή «αποεθνοποιητική α-τοπία»!). Εμπνευσμένη πολιτική παιδείας και πολιτισμού, που να  δίνει στροφές στην…ασθμαίνουσα φτερωτή της ιστορίας μας και να προετοιμάζει την ανάσχεση του παρακμιακού μας κατήφορου.  Όπως αυτός προσδιορίζεται απ΄το προαναφερθέν εφιαλτικό άθροισμα :  δημογραφική (βιολογική) κατάρρευση+ πολιτιστική κατάρρευση+ Χρεοκοπία  και Επικυριαρχία.

Στο προτελευταίο μάλιστα βιβλίο μου, Το Πολιτιστικό Αντίδοτο στη Χρεοκοπία, εκδ. Ταξιδευτής, σημείωνα:  Όταν  λιγοστεύουν τα αξιακά «καύσιμα» της ψυχής ενός λαού, λιγοστεύει και το «λάδι» στο καντήλι της Ιστορίας του . Κι εμάς έχουν πολύ λιγοστέψει και τα αξιακά «καύσιμα» στην ψυχή μας και το «λάδι» στο καντήλι της Ιστορίας μας. Αλίμονό μας αν δεν το συνειδητοποιήσουμε κι αν  δεν … αντιδράσουμε, όπως το, κατά Σβορώνο, αντιστασιακό μας κύτταρο «ορίζει»!.

Για τον Λαοκράτη Βάσση

Ο Λαοκράτης Βάσσης γεννήθηκε στο Ριζοβούνι Πρεβέζης το Μάρτιο του 1945. Είναι δάσκαλος (πτυχιούχος της Ζωσιμαίας Παιδαγωγικής Ακαδημίας Ιωαννίνων) και νεοελληνιστής φιλόλογος (πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Ιωαννίνων). Είναι πρόεδρος της Εταιρείας Παιδείας και Πολιτισμού «Εντελέχεια». Είναι επίτιμο μέλος του Δ.Σ. του Κ.Ε.Θ.Ε.Α. (Κέντρο Θεραπείας Εξαρτημένων Ατόμων). Διετέλεσε μέλος του Ε.Σ.Ρ. (Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης) και Διευθυντής Σπουδών των Εκπαιδευτηρίων Γείτονα (Βάρη Αττικής). Άρθρα και βιβλιοκριτικές του έχουν δημοσιευθεί σε εφημερίδες και περιοδικά, όπως «Αυγή», «Ελευθεροτυπία», «Καθημερινή», «Αντί», «Άρδην», «Το Παρόν». Έχει συμμετάσχει με εισηγήσεις του σε ημερίδες και συνέδρια για θέματα εκπαιδευτικά, πολιτιστικά και σύγχρονου γενικότερα προβληματισμού.

Περισσότερα από την εκπομπή «Μονόγραμμα» (ert.gr): Τέκνο της Ηπείρου, γεννήθηκε στο Ριζοβούνι Πρέβεζας το 1945. Ζυμωμένος με την ιστορία του τόπου, μεγαλωμένος με τα ήθη, τα έθιμα, τους ήχους των τραγουδιών της Ηπείρου, είχε δύσκολη μαθητική ηλικία λόγω του ονόματός του. Στην αντικομμουνιστική περίοδο που διήνυε τότε η Ελλάδα, το όνομά του (Λαοκράτης) ήταν κόκκινο πανί για τους δασκάλους. Ωστόσο είχε τη στήριξη του πατέρα του και δεν το άλλαξε, όπως του πρότειναν και όπως πολλοί άλλοι έπραξαν.

Πήρε το πτυχίο του από τη Ζωσιμαία Παιδαγωγική Ακαδημία Ιωαννίνων, αφού λόγω δύσκολης οικονομικής κατάστασης, δεν μπορούσε να φοιτήσει στη Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας. Για καλή του τύχη επί Γεωργίου Παπανδρέου και υπουργού Παιδείας Λουκή Ακρίτα, ιδρύεται τότε η Φιλοσοφική Σχολή Ιωαννίνων, όπου αμέσως έδωσε εξετάσεις και μπήκε. Στο πραξικόπημα της 21ης Απριλίου του 1967 ήταν από τους πρώτους που συνελήφθη. Την αντίστασή του την πλήρωσε τόσο αυτός όσο και η οικογένειά του. Ο πατέρας του αργότερα φυλακίστηκε, και στα αδέλφια του στη Γερμανία αφαιρέθηκαν τα διαβατήριά τους. Τη στρατιωτική του θητεία (με δύο πτυχία) την πέρασε ως «μουλαράς». Τον ξαναβρίσκουμε μετά, στην κατάληψη της Νομικής, και να συμμετέχει στα γεγονότα του Πολυτεχνείου, όταν ξεστόμισε το σύνθημα «Θάνατος στον τύραννο» που διαδόθηκε σαν φωτιά και ακούστηκε από χιλιάδες στόματα.

Στη μεταπολίτευση τον βρίσκουμε ως πολιτικά ενεργό άτομο να λαμβάνει μέρος στα πολιτικά τεκταινόμενα. Γρήγορα όμως η μεταπολίτευση απομυθοποιήθηκε μέσα του, αφού λειτουργούσε πάντα ως αιρετικός, ένα ανήσυχο πνεύμα σε διαρκή αναζήτηση. Έφυγε από κόμματα που διέψευσαν τις προσδοκίες του, διαγράφτηκε από κόμματα, συμμετείχε σε δημιουργία ελπιδοφόρων κινημάτων.

Στο βιβλίο του «Το Πολιτιστικό Αντίδοτο στη Χρεοκοπία», αναλύει διεξοδικά πώς τελικά «η πολιτιστική κρίση βρίσκεται κατά βάθος πίσω από τη χρεοκοπία μας». Ο Λαοκράτης Βάσσης δεν παρατηρούσε τις πολιτικές διεργασίες ως παρατηρητής έξω από την κοινωνία, αλλά εντός της. Έντονα πολιτικοποιημένος, εκτός των άλλων, έχει συμμετάσχει με εισηγήσεις του σε ημερίδες και συνέδρια για θέματα πολιτιστικά, πολιτικά, αλλά και σύγχρονου γενικότερα προβληματισμού.

Διετέλεσε μέλος του ΕΣΡ (Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης) και Διευθυντής Σπουδών των Εκπαιδευτηρίων Γείτονα (Βάρη Αττικής). Άρθρα και βιβλιοκριτικές του έχουν δημοσιευθεί σε εφημερίδες και περιοδικά, όπως «Αυγή», «Ελευθεροτυπία», «Καθημερινή», «Αντί», «Άρδην», «Το Παρόν». Η μεγάλη του όμως αγάπη είναι η σχέση του με τα παιδιά, τους μαθητές του. Σχέση δημιουργική. Η ιδιότητα του δασκάλου ήταν η κυρίαρχη ιδιότητα στη ζωή του γιατί «…το δασκαλίκι είναι μια μαγεία» λέει. «Δεν αντιλαμβάνονται πολλοί πως το δασκαλίκι δεν είναι ένας εκπεμπόμενος λόγος από τον διδάσκοντα αλλά είναι μια μαγική διαλεκτική σχέση μεταξύ διδάσκοντος και διδασκόμενων, έτσι που ο διδάσκων εκπέμπει μηνύματα αλλά και προσλαμβάνει μηνύματα με αποτέλεσμα να διαμορφώνεται ένα μαγικό σύνολο, ένα μαγικό μαγνητικό πεδίο, μέσω του οποίου ανεβαίνουν μαθητές και δάσκαλος…».

 

Director’s Cut – Θεόδωρος Τερζόπουλος

The brilliant theatre master, Theodororos Terzopoulos, recounts how he decided, 13 years ago, to base his theatre in the heart of the Metaxourghio district. / Ο ιδιοφυής μάστερ του θεάτρου, Θεόδωρος Τερζόπουλος, αφηγείται, πως αποφάσισε, πριν 13 χρόνια, να εγκαταστήσει το θέατρό του στην καρδιά του Μεταξουργείου.

“Since the founding of Attis Theatre in 1985, in Delphi, I was searching for a space in an area, that had really apparent traumas. When I first came in 1990, there were still bullets in the house walls from the German Occupation and the Greek civil wars. In this building, there was a long, narrow, low house in the courtyard, with small rooms, where workers who blew glass, lived. It was the courtyard of miracles. Previously, in the beginning of the century, the Asia Minor refugees had found shelter. But, there was also a middle class. I discovered that in this 3-story building lived the architect Zenetos, Lalaounis next door, while also it had been the brothel of the famous Pipitsa from Corfu at some point. I also found her bed – my guests now sleep in that bed. But also, in the period after the civil war, all the persecuted came and hid here and I found a lot of their objects, which I still preserve today. Also, at a later period (1970-80), it seems that the building had been taken over by drug addicts.

With these facts in mind, we installed Dionysus here, a man, a demigod, that never became a god and was also persecuted. So, this spot, was the best place for Attis theatre, to be in this area at the heart of Metaxourghio, which is a wound, but also a passage. A passage to somewhere else. This somewhere, for another place and another time, is constantly sought after in our workshop. This keeps me and my associates in a constant state of anxiety for the discovery of the unexpected, the non-articulated, the new and in this manner we strive after something diverse, different. And we clearly accept diversity and befriend the stranger, the other. That’s in our ideology. And because we befriend the other, we befriend ourselves. And that makes us better people, that try to serve Democracy.

This is why I found this shelter and here, in this space, I can say that we’ve created over the years performances that had 25.000 spectators, such as the performance Alarm. We have a steady audience of 15 to 20 thousand people. Downstairs, in the entrance, there is a permanent exhibition of Johanna Weber. In addition there have been exhibitions (in the theatre and on the stage) of Yannis Kounellis, Psychopaedis and others.

In the beginning I started with Ancient Tragedy as my basic working material, but did not remain there. I made other works, from contemporary and modern Greek authors and poets. We’ve staged up to 40 works and have collaborated with great artists. The running performance at Attis is ENCORE, then, I’m preparing Ibsen’s NORA, while after that I have many tours abroad and directing jobs, such as Yerma in the Taiwan National Theatre, the sixth Bacchae in the Modena state theatre in Italy, as the seventh will be done in Senegal in Swahili, completing the dedication to Dionysus: Seven Bacchae. Additionally, I”m directing a new work in the National Theatre of Russia and many others.”

«Από το1985 που ιδρύθηκε, στους Δελφούς, το θέατρο Άττις, αναζητούσα έναν χώρο σε μια περιοχή που να είναι πραγματικά φανερά τα τραύματα της. Το 1990 όταν πρωτοήρθα, υπήρχαν ακόμα σφαίρες στους τοίχους των σπιτιών, από την Κατοχή και τον ελληνικό εμφύλιο. Στο κτίριο αυτό, ήταν κι ένα μακρόστενο χαμόσπιτο στην αυλή, με δωματιάκια που κατοικούσαν εργάτες που δούλευαν το φυσητό γυαλί. Ήταν η αυλή των θαυμάτων. Παλαιότερα, στις αρχές του αιώνα, βρήκαν στέγη εδώ και Μικρασιάτες πρόσφυγες. Αλλά σίγουρα ζούσε και μια αστική τάξη. Ανακάλυψα ότι σ’ αυτό το τριώροφο κτίριο ζούσε ο αρχιτέκτονας Ζενέτος, δίπλα ο Λαλαούνης, αλλά εδώ κάποτε ήταν και το μπορντέλο της περίφημης Πιπίτσας από την Κέρκυρα. Βρήκα ακόμα και το κρεβάτι της – οι φιλοξενούμενοί μου κοιμούνται σήμερα σε αυτό το κρεβάτι. Ήταν όμως και η εποχή μετά τον εμφύλιο που όλοι οι κατατρεγμένοι ήρθαν και κρύφτηκαν εδώ και βρήκα πάρα πολλά αντικείμενα δικά τους τα οποία τα φυλάω μέχρι σήμερα, αλλά και μια άλλη μεταγενέστερη περίοδο (’70 – ’80) φαίνεται ότι το κτίριο είχε καταληφθεί και από χρήστες ναρκωτικών.

Μ’ αυτή την έννοια εδώ εγκαταστήσαμε τον Διόνυσο, έναν άνθρωπο, έναν ημίθεο, που δεν έγινε ποτέ θεός, κι ήταν κι αυτός κατατρεγμένος. Γι’ αυτό ήταν το ωραιότερο μέρος, αυτό το σημείο, για το θέατρο Άττις, να βρίσκεται σε αυτή τη περιοχή της καρδιάς του Μεταξουργείου, η οποία είναι το τραύμα, αλλά μαζί είναι και το πέρασμα. Ένα πέρασμα για κάπου αλλού. Αυτό το αλλού, αναζητείται διαρκώς, στο εργαστήριό μας, για έναν άλλο τόπο και έναν άλλο χρόνο. Αυτό με κρατάει κι εμένα και τους συνεργάτες μου σε μια διαρκή αγωνία για την αναζήτηση του απρόβλεπτου, του αδιατύπωτου, του καινούριου και μ’ αυτή την έννοια πασχίζουμε για κάτι αλλιώτικο, για το διαφορετικό. Και αποδεχόμαστε σαφώς την διαφορετικότητα και συμφιλιωνόμαστε πραγματικά με τον ξένο, με τον άλλον κι αυτό είναι μέσα στην ιδεολογία μας. Κι επειδή συμφιλιωνόμαστε με τον άλλον, συμφιλιωνόμαστε και με τον ίδιο τον εαυτό μας. Κι αυτό μας κάνει καλύτερους ανθρώπους που προσπαθούμε να υπηρετούμε την Δημοκρατία. Μ’ αυτή την έννοια βρήκα αυτό το καταφύγιο κι εδώ πια σ’ αυτό το χώρο, μπορώ να πω ότι έχουμε δημιουργήσει με τα χρόνια παραστάσεις που τις επισκέφθηκαν 25.000 θεατές, όπως την παράσταση Alarm, κι έχουμε 15 με 20 χιλιάδες σταθερό κοινό. Κάτω, στην είσοδο φιλοξενείται μόνιμα έκθεση της Γιοχάνες Βέμπερ, αλλά εδώ έχει εκθέσει (στο θέατρο και στη σκηνή) και ο Γιάννης Κουνέλλης, ο Ψυχοπαίδης, κι άλλοι πολλοί.

Στην αρχή ξεκίνησα με την Αρχαία Τραγωδία ως βασικό υλικό εργασίας, αλλά δεν έμεινα εκεί. Έκανα κι άλλα έργα, και σύγχρονους και νεοέλληνες και ποιητές. Έχουμε ανεβάσει έως και 40 έργα, κι έχουμε συνεργαστεί με μεγάλους καλλιτέχνες. Η τρέχουσα παράσταση στο θέατρο Άττις, είναι το ΑΝΚΟΡ, μετά ετοιμάζω τη ΝΟΡΑ του Ίψεν, αλλά κατόπιν έχω πολλές περιοδείες στο εξωτερικό, και σκηνοθεσίες όπως τη Γέρμα στο Εθνικό θέατρο της Ταϊβάν, τις έκτες Βάκχες στο κρατικό θέατρο της Μόντενα στην Ιταλία, γιατί οι έβδομες θα γίνουν στη Σενεγάλη στα σουαχίλι και θα ολοκληρωθεί το τάμα στο Διόνυσο: Στις επτά Βάκχες. Επιπλέον έχω μια νέα σκηνοθεσία στο Εθνικό Θέατρο της Ρωσίας, και πολλά άλλα.»

WHO IS WHO

He counts 47 years in theatre. He founded Attis theatre (attistheatre.com), which by now,  is an international educational centre of his method (which every year hosts actors and directors from all over the world and is being taught by approximately 30 Universities abroad) and in 33 years has presented 2100 performances at the most prestigious international festivals and theatres. He has been honoured with many awards in Greece and abroad and there are books about him and his theatre in ten different languages. He’s the Chairman of the Theatrical Olympics Committee, meets ministers of culture and frequently heads of state and is Honorary Professor at many Universities of the world, as well as at the University of Peloponnese and Patras in Greece.

Μετρά 47 χρόνια στο θέατρο. Ίδρυσε το θέατρο Άττις (attistheatre.com), ένα διεθνές, πλέον, κέντρο εκπαίδευσης της μεθόδου του (που κάθε χρόνο φιλοξενεί ηθοποιούς και σκηνοθέτες απ’ όλο τον κόσμο, ενώ διδάσκεται σε περίπου 30 Παν/μια του εξωτερικού) και μέσα σε 33 χρόνια έχει παρουσιάσει 2100 παραστάσεις στα σημαντικότερα διεθνή φεστιβάλ και θέατρα. Έχει τιμηθεί με πολλά βραβεία στην Ελλάδα και το εξωτερικό και κυκλοφορούν βιβλία για τον ίδιο και το θέατρό του σε 10 διαφορετικές γλώσσες. Είναι Chairman της Επιτροπής Θεατρικής Ολυμπιάδας, συναντά υπουργούς πολιτισμού, και πολλές φορές αρχηγούς κρατών, και είναι Επίτιμος Καθηγητής σε πολλά, Πανεπιστήμια του πλανήτη, όπως και στο Παν/μιο Πελοποννήσου και Πατρών στην Ελλάδα.


“After my book “The Return of Dionysus”, there will be a second, which will deal with sound in my method and the third which will be about perpetual improvisation” T. Terzopoulos / «Μετά το βιβλίο μου «Η Επιστροφή του Διόνυσου», έπεται το δεύτερο, το οποίο αφορά τον ήχο στην μέθοδο μου και το τρίτο που θα είναι για τον αέναο αυτοσχεδιασμό» Θ. Τερζόπουλος