Μαθήματα θανάτου και ζωής. Της Φωτεινής Τσαλίκογλου

Tvxs.gr

Αν οι θάνατοι που συναντήσαμε στη διάρκεια της ζωής μας σημαδεύουν το «είναι» μας, οι θάνατοι των παιδικών μας χρόνων αφήνουν το ανεξίτηλο ίχνος που μας συνοδεύει σε όλη μας τη ζωή. Ένα ίχνος που αναζωπυρώνεται καθώς βαδίζουμε στο τέλος της δικής μας ζωής.

Στο μυαλό μου σχηματίζεται ένα παράξενο ερώτημα: Πες μου ποιον θάνατο συνάντησες στα παιδικά σου χρόνια να σου πω ποιος είσαι.

Έχω την αίσθηση ότι, αναζητώντας τους θανάτους που συνάντησε ο Γιάλομ στα παιδικά του χρόνια, τον τρόπο που τους διατήρησε στη μνήμη, τους κατέγραψε και τους αφηγήθηκε, αντλούμε ένα πολύτιμο υλικό. Μαθαίνουμε αλλιώς ποιος είναι ο Γιάλομ. Ποιος είναι και πώς μέσα από αυτό που είναι αντιμετωπίζει το γεγονός της θνητότητας και του θανάτου του.

Μέσα από την αφήγηση των παιδικών θανάτων, κάπου εβδομήντα χρόνια μετά, διατηρούνται ανέπαφα η απορία, η έκπληξη, ο τρόμος, αλλά και η συμφιλίωση, η αποδοχή της θνητότητας. Οι συναντήσεις του Γιάλομ με τους θανάτους των παιδικών του χρόνων είναι σαν να μας λένε:
«Είμαστε φθαρτοί, ας ζήσουμε».

Η Στράιπυ, η γάτα στο μπακάλικο του πατέρα του, ήταν ο πρώτος θάνατος που έζησε. Χτυπημένη από αυτοκίνητο, ξαπλωμένη στο πεζοδρόμιο, με μια λεπτή γραμμή αίματος να κυλάει από το στόμα της. Πώς ένα παιδί αντιδρά σε αυτή τη σκηνή; Ο πεντάχρονος Γιάλομ δεν φεύγει τρομαγμένος. Δεν μένει βουβός κι ασάλευτος. Ακουμπάει πλάι στο κεφάλι της ένα βόλο μπιφτέκι. Εβδομήντα χρόνια μετά, οι λεπτομέρειες του θανάτου της γάτας διατηρούνται μέσα του, όπως ο ίδιος ομολογεί, με μια «υπερφυσική καθαρότητα». Στη μνήμη του διατηρεί ολοζώντανη την «παραλυτική αδυναμία» που ένιωσε.

Συλλογίζομαι την τροφή που έτεινε ο μικρός Γιάλομ. Την κίνηση του πεντάχρονου αγοριού προς το ακίνητο σώμα. Ένα κομματάκι τροφής που ταράζει το αμετάκλητο του θανάτου, ένα κομματάκι τροφής που υπονομεύει και προσπαθεί να καταστήσει ψεύτικη την αλήθεια του θανάτου. Η γάτα θα φάει. Η γάτα θα αναστηθεί. Δεν υπάρχει θάνατος. Πόσοι βόλοι τροφής έκτοτε επινοήθηκαν, εκπορεύτηκαν, κατασκευάστηκαν, κερδήθηκαν από τον Γιάλομ στη διάρκεια της ζωής του; Μέσα από το επάγγελμά του, τη στοργική κατανόηση του άλλου, την ακατάπαυστη μελέτη των σημαινόντων «άνθρωπος» και «ψυχισμός»;

Πόσο εκείνη η πρώτη, η αρχετυπική «παραλυτική αδυναμία» μπροστά στο θάνατο, στο διάβα της δημιουργικής ζωής του, κατευνάζεται και μετουσιώνεται; Υποχωρεί ή μήπως με άλλους όρους και άλλους τρόπους επαναλαμβάνεται, ανανεώνεται και επανέρχεται; Σε ποιο βαθμό το γεγονός της θνητότητας και η γνώση του επικείμενου θανάτου του δεν αναζωπυρώνουν εκείνη την παλαιά «παραλυτική αδυναμία» ενός μικρού παιδιού μπροστά στην νεκρή γάτα;

Από το νοσοκομείο του Πάλο Άλτο σήμερα ο Γιάλομ απευθύνεται στους ασθενείς του.
«Δεν θέλω να τους τρομάξω», υποστηρίζει.
Άλλωστε, πριν από δεκατέσσερα σχεδόν χρόνια έγραφε:
«Καθώς γερνάω, ανακαλύπτω το παρελθόν να με συνοδεύει ακόμα περισσότερο… να ολοκληρώνω τον κύκλο, να εξομαλύνω κάποια τραχιά σημεία της ιστορίας μου, να αγκαλιάζω όλα όσα με δημιουργήσαν και όλα όσα έγινα».

Εξομάλυνση, αγκάλιασμα, δημιουργία. Να είναι εδώ που κρύβεται το μυστικό; Το μυστικό της απάλυνσης της παραλυτική αδυναμίας που γεννά η εικόνα, η σκέψη του θανάτου; Ο βόλος τροφής που θα δώσεις στην ασάλευτη γάτα. Το παρελθόν ποτέ δεν χάνεται στ’ αλήθεια, μπορώ να το επισκέπτομαι κατά βούληση. Και τότε ίσως εκείνη, η πεθαμένη, ως διά μαγείας αναστηθεί. Όμως δεν υπάρχουν θαύματα. Το μόνο θαύμα στο οποίο πιστεύει ο Γιάλομ είναι το θαύμα της ζωής και της δημιουργίας.

Χαρακτηριστική είναι η σκέψη του Γουίλιαμ Φώκνερ στην οποία αναφέρεται:

«Ο στόχος κάθε καλλιτέχνη είναι να συλλάβει την κίνηση, που είναι ζωή, με τεχνητά μέσα να την κρατήσει ακινητοποιημένη, έτσι ώστε έπειτα από εκατό χρόνια, όταν την κοιτάζει ένας άγνωστος, να κινηθεί και πάλι».

Ο Φώκνερ με βοηθά να διευκρινίσω τον τρόπο που αντιλαμβάνομαι την προσφορά του Γιάλομ. Έτσι, παραφράζοντας το παραπάνω απόσπασμα, θα σημείωνα:

Ο στόχος του ψυχοθεραπευτή Γιάλομ είναι να συλλάβει το ακίνητο που κομίζει ο θάνατος, και να μεταμορφώσει την «παραλυτική αδυναμία», που αυτό το ακίνητο γεννά, σε κίνηση, σε ζωή, σε δημιουργία. Με άλλα λόγια, σε βόλο από μπιφτέκι μπροστά σε μια ακίνητα νεκρή γάτα. Όλη η ζωή του Γιάλομ προσδιορίζεται από αυτή την κίνηση της μεταμόρφωσης.

Αν αληθεύει ότι «δεν έχουμε παρά ένα καταφύγιο ενάντια στο θάνατο: να κάνουμε Τέχνη πριν από αυτόν», για τον Γιάλομ το καταφύγιο αυτό είναι η στοργική κατανόηση με την οποία περιβάλλει την ψυχοθεραπεία της ύπαρξης.

«Η ίδια η πράξη της δημιουργίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ανησυχία για το πεπερασμένο της ύπαρξης».

«Το να κοιτάξεις κατάματα το θάνατο διαλύει καθετί το μακάβριο».

Αυτές οι δύο φράσεις ανάμεσα σε ένα πλήθος άλλων είναι χαρακτηριστικές του γιαλομικού τρόπου να πλησιάζεις και να ατενίζεις το θάνατό σου.

«Κι έκαναν το φόβο του θανάτου οίστρο της ζωής», μας θυμίζει ο Εμπειρίκος αναφερόμενος στους Έλληνες. Ίσως ο Γιάλομ να μας προτρέπει σε μια άλλη στάση: Όχι στο φόβο, αλλά στη θλίψη για το πεπερασμένο της ζωής. «Κι έκαναν τη θλίψη του θανάτου οίστρο της ζωής».

[…] Μια λύπη και όχι ένας φόβος. Ο θάνατος, ένα ευτυχισμένο κλάμα.

*Απόσπασμα από το βιβλίο: Μαθήματα θανάτου και ζωής, της Φωτεινής Τσαλίκογλου που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη. (Σελ. 54-59).

Επιμέλεια – Tvxs: Κρυσταλία Πατούλη


Μαθήματα θανάτου και ζωής
Ο Γιάλομ στην Αθήνα

Κάθε άνθρωπος πρέπει να επιλέγει πόση αλήθεια μπορεί να αντέξει. Η απελπισία είναι το τίμημα που πληρώνει για να φτάσει κανείς στην αυτογνωσία.
Η ψυχοθεραπεία δεν είναι μια απλή διαχείριση της οδύνης. Δεν έχει να κάνει με ένα χάπι ή με έναν λόγο που επουλώνει την πληγή. Με την ύπαρξή μας έχει να κάνει. Με τις δυσκολίες που αυτή συναντά στο ταξίδι του «υπάρχειν». Ο Γιάλομ με τη ζωή και το έργο του μας δείχνει ότι η ψυχοθεραπεία είναι πριν από όλα μια στοργική βαθιά ανθρώπινη συνάντηση μεταξύ δύο προσώπων.
Το βιβλίο, με αφορμή μια παλαιότερη επίσκεψή του στην Αθήνα, αναφέρεται στα μαθήματα θανάτου και ζωής, που ακατάπαυστα και μέχρι σήμερα, στα ογδόντα εφτά του χρόνια, ο Γιάλομ εξακολουθεί να προσφέρει, θυμίζοντάς μας πως οφείλουμε να πάψουμε να ελπίζουμε σε ένα καλύτερο χθες, δίχως να παραιτηθούμε από την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο.

Μια μικρή άγνωστη λύπη. Του Ηλία Γκότση

Tvxs.gr

Ο Ηλίας Γκότσης Κοινωνιολόγος – Οικογενειακός Ψυχοθεραπευτής & Επιστημονικά Υπεύθυνος Τμήματος Εκπαίδευσης ΟΚΑΝΑ, αφηγείται στην Κρυσταλία Πατούλη και το Tvxs.gr, τη δημιουργική εμπειρία –από την ιδέα μέχρι το τυπογραφείο- της συγγραφής του βιβλίου του «Μια μικρή άγνωστη λύπη» που μόλις κυκλοφόρησε από την εκδόσεις Αρμός.

«Το βιβλίο ξεκίνησε να γράφεται τον Αύγουστο του 2012, μέσα στην καρδιά  της κρίσης. Εκείνη η περίοδος χαρακτηριζόταν αφενός από τις μεγάλες διαδηλώσεις που είχαν προηγηθεί  ενάντια στα μνημόνια  και  οι οποίες αρχικά φάνηκε ότι θα αποτελούσαν μια συνέχεια της νεανικής εξέγερσης του 2008. Το 2012 ωστόσο είχε ήδη αρχίσει να διαφαίνεται η επερχόμενη ήττα των κινημάτων  και των  αφηγήσεων που προσπαθούσαν να αντιπαρατεθούν στις κυρίαρχες πολιτικές  επιλογές.

Τότε εξακολουθούσα να είμαι  Επιστημονικά Υπεύθυνος στην Μονάδας Εφήβων και Νέων ΑΤΡΑΠΟΣ ΟΚΑΝΑ και παράλληλα εργαζόμουν ως ατομικός, οικογενειακός και ομαδικός  ψυχοθεραπευτής. Το κυρίαρχο χαρακτηριστικό των οικογενειών που ζητούσαν βοήθεια από την ΑΤΡΑΠΟ ήταν ότι οι γονείς αισθάνονταν φοβισμένοι και ηττημένοι, αδύναμοι να διαχειριστούν τις επιδράσεις της χρήσης ουσιών  των παιδιών τους , συνηχώντας  με κάποιο τρόπο με το κυρίαρχο συλλογικό συναίσθημα εκείνης της περιόδου.

Από την μεριά μου είχα βιώσει σε προσωπικό επίπεδο απώλειες σημαντικών προσώπων και ταυτόχρονα προσπαθούσα μέσα από μια αυτό-αναφορική διαδικασία να επανα- τοποθετηθώ και να νοηματοδοτήσω εκ νέου τη θέση μου και την ταυτότητά μου τόσο στο  προσωπικό όσο και στο  επαγγελματικό πεδίο.

Τα ερωτήματα που με απασχολούσαν ήταν έντονα και συνδέονταν αρχικά με την διαχείριση της απώλειας, της ήττας, την επεξεργασία των συναισθημάτων, τη  ροή των προσωπικών και συλλογικών αφηγήσεων.

Παρά το γεγονός ότι μετά την έκδοση του βιβλίου οι περισσότεροι άνθρωποι που το διαβάζουν εστιάζουν στην απώλεια των προσώπων και στο πένθος που αυτή συνεπάγεται, η δική μου ανάγκη ήταν να μιλήσω για  το ελλιπές Φαντασιακό, για την απώλεια της ικανότητας των ανθρώπων να επιθυμούν και να ονειρεύονται ένα εναλλακτικό μέλλον, στο οποίο θα μπορούν να έχουν έναν σχετικό έλεγχο στις επιλογές και τα συναισθήματά τους  και να έρθουν πιο κοντά σε αυτό που ο Καστοριάδης αποκαλούσε ατομική και κοινωνική αυτονομία.

Μέσα σε αυτό το κλίμα με αφορμή ένα όνειρο στο οποίο κυριαρχούσε η συνάντηση με μια μικροσκοπική φιγούρα, την οποία ονόμασα αμέσως «Μια μικρή άγνωστη λύπη», ξεκίνησε σταδιακά να γράφεται ένα κείμενο που είχε ως αρχικό στόχο να απαντήσει στα προσωπικά ερωτήματα, στα οποία αναφέρθηκα.

Σταδιακά καθώς το κείμενο εδραιωνόταν, μέσα από μια αυτόματη γραφή που εμπνεόταν από την Πολυφωνία, τον Σουρεαλισμό, τον Μαγικό Ρεαλισμό και από την πρακτική της Αποδόμησης, προστίθεντο καινούργιες θεματικές οι οποίες αφορούσαν σε ερωτήματα και εσωτερικούς διαλόγους για την ενηλικίωση, τη νοσταλγία, τη διαχείριση της μνήμης, τους διαλόγους με τις εσωτερικές μας πλευρές και τη σχέση μας με τους εσωτερικευμένους άλλους.
Οι ήρωες του μυθιστορήματος, και εγώ μαζί τους, αναζητούν τη θέση τους στην ιστορία, μια θέση που θα τους επιτρέψει να εκφέρουν τη δική τους αφήγηση, τη δική τους εκδοχή για όσα συμβαίνουν τόσο μέσα τους όσο και στο περιβάλλον που ζουν.

Το κείμενο που προέκυψε είναι έντονα βιωματικό. Οι ιστορίες των ανθρώπων με τους οποίους έχω εργαστεί συναντώνται με τις δικές μου ιστορίες, οι συνηχήσεις φέρνουν στην επιφάνεια  κοινά συναισθήματα και βιώματα.
Το βιβλίο μιλά ακόμα για τη μνήμη και τους ανθρώπους που κουβαλάμε μέσα μας, για τη συμφιλίωση και τη συγχώρεση.

Η συγγραφή του ήταν μια δύσκολη και επώδυνη συναισθηματική διεργασία. Συχνά μετά το πέρας των θεραπευτικών συναντήσεων, αφηνόμουν να σκεφτώ αναστοχαστικά  πως οι ιστορίες και τα λόγια αυτών των ανθρώπων συνδέονταν με τις δικές μου ιστορίες. Συχνά επίσης μετά από όνειρα που έβλεπα, τα οποία κατέγραφα, προσπαθούσα μέσω μιας αυτό-ανάλυσης, να τα  συνδέσω με τα πρόσωπα του βιβλίου.

Καθώς ο χρόνος περνούσε το κείμενο προσκαλούσε σε συνομιλία σημαντικά βιβλία και συγγραφείς που έχουν επηρεάσει την επαγγελματική και προσωπική μου διαδρομή: Ο Μπαχτίν και η Διαλογικότητα, ο Ντοστογιέφσκι και το Έγκλημα και Τιμωρία, ο Καμύ και ο Ξένος, ο Μπορίς Βιάν και το Θα φτύσω στους τάφους σας, Ο Μαρκές  και τα Εκατό Χρόνια Μοναξιάς, ο Μπρετόν και οι Σουρεαλιστές , ο Σάμπατο και το Περί Ηρώων και Τάφων, ο Μανσέτ και η Πρηνήρης Στάση του Σκοπευτή, ο Κούντερα η Αβάσταχτη Ελαφρότητα του Είναι, και η Αθανασία, ο Τζόυς και ο Οδυσσέας, ο Μούζιλ και ο Άνθρωπος δίχως Ιδιότητες, ο Μπέργκμαν και η Έβδομη Σφραγίδα και ίσως περισσότερο από όλους ο Ταρκόφσκι με την Νοσταλγία, έρχονταν μέσα από μια ασυνείδητη διαδικασία, από μια κρύπτη, όπως ανέφερε και η Κατερίνα Μάτσα, στην παρουσίαση του βιβλίου, να εισβάλουν απροσκάλεστοι στον λόγο μου, στις λέξεις και τις ιδέες μου.

Τα ερωτήματα που φέρνει στην επιφάνεια αυτή η έκδοση, μπαίνουν συχνά στην κουβέντα με τους ανθρώπους σε μια ψυχοθεραπευτική σχέση και συνδέονται με το πώς τελικά ονειρευόμαστε, το πώς λαμβάνουμε τις αποφάσεις αλλά και το πώς πράττουμε για να υποστηρίξουμε τις ανάγκες και τις επιθυμίες μας.

Το βιβλίο είναι αυτό-αναφορικό, ένας εσωτερικός διάλογος για τις απώλειες και για τις προσωπικές ή συλλογικές ήττες, αλλά με ένα τρόπο προσκαλεί σε ένα διάλογο τους αναγνώστες να αναρωτηθούν για το πώς οι ίδιοι διαχειρίζονται την απώλεια, για το πώς αναγνωρίζουν και φροντίζουν την ιστορία τους και τα συναισθήματά τους, για το πώς επιτρέπουν στον εαυτό τους τη συγχώρεση και τη συμφιλίωση με τις εσωτερικές τους πλευρές και τους εσωτερικευμένους άλλους.
Το βιβλίο μας προσκαλεί εν τέλει να απαντήσουμε εάν εμείς είμαστε οι πρωταγωνιστές στις μικρές και τις μεγάλες αφηγήσεις μας.

Τον Ιούνιο 2017, μετά από μια συνάντηση με τον εκδότη του ΑΡΜΟΥ, κο Χατζηιακώβου, αποφασίστηκε η έκδοση του. Χρειάστηκαν πολλές εσωτερικές διαπραγματεύσεις για να καταλήξω σε μια τέτοια απόφαση.
Τα ερωτήματα που κυριαρχούν μέσα μου συνδέονται με την έκθεση σε μια κοινή θέα, κυρίως στους ανθρώπους με τους οποίους έχω εργαστεί θεραπευτικά, των συναισθημάτων και των προσωπικών απαντήσεων, για βασικά υπαρξιακά ερωτήματα, που αφήνω να διαφανούν στις σελίδες του.

Μετά την ολοκλήρωση και την έκδοσή του, μια θεραπευόμενη που το διάβασε, μού έθεσε ένα καίριο και σημαντικό ερώτημα, εάν ως θεραπευτής αφήνω τον εαυτό μου να κατακλυστώ από τις ιστορίες  των ανθρώπων με τους οποίους εργάζομαι.

Η απάντηση από ένα θεραπευτή, σε ένα τέτοιο ερώτημα είναι περισσότερο σύνθετη από ένα ναι ή ένα όχι.
Ίσως αφορά περισσότερο στο πως αυτός επιτρέπει στον εαυτό του να συνδέεται βαθειά με τα προσωπικά του βιώματα και εάν αυτή η καταβύθιση οδηγεί σε πιο αυθεντικές συναντήσεις και συνομιλίες με τους ανθρώπους με τους οποίους εργάζεται.

Εν κατακλείδι «Πολλά από όσα γράφω είναι λόγια των ανθρώπων που έχω δουλέψει μαζί τους εδώ και 22 χρόνια, άλλα είναι λόγια ποιητών και συγγραφέων που εισχώρησαν βαθιά μέσα μου, άλλα είναι δικά μου ή συνδέονται με τους σημαντικούς ανθρώπους της ζωής μου. Τώρα πια, μετά από όλα αυτά τα χρόνια, δεν μπορώ να ξεχωρίσω σε ποιόν ανήκουν.»

Υ.Σ.
Στην παρουσίαση του βιβλίου τόσο η Κατερίνα Μάτσα, όσο και η Φωτεινή Τσαλίκογλου, οι οποίες είχα την τιμή να παρουσιάσουν το βιβλίο μου, αναφέρθηκαν εκτενώς  στον Angelus Novus, του Klee  και στην αναφορά του Μπένζαμιν σε αυτό το έργο και στην σχέση του πίνακα με το βιβλίο. Πραγματικά τα πρόσωπα του βιβλίου είναι υπό την επήρεια μιας τρομακτικής καταιγίδας που έρχεται γενεογραμματικά από το παρελθόν τους, η οποία αποθέτει στα πόδια τους ένα σωρό από συντρίμμια, που προέρχονται  από ένα παράδεισο που ποτέ δεν υπήρξε, παρά τις επιθυμίες ή τις ματαιωμένες προσδοκίες τους.

Μέσα σε αυτό το εφιαλτικό σκηνικό,  σε αυτό το Δυστοπικό Τοπίο, όπου οι άνθρωποι είναι ηττημένοι τόσο ατομικά όσο και συλλογικά, τα πρόσωπα του βιβλίου προσπαθούν να ησυχάσουν, να αναγνωρίσουν και να τακτοποιήσουν τα τρομακτικά συναισθήματα που τους διαπερνούν, να βρούν μια θέση προσωπικής αφήγησης.

Η πορεία τους θα είναι επίπονη, ώσπου να κατορθώσουν να συμφιλιωθούν με τους ανθρώπους που τους εγκατέλειψαν, τους οποίους κουβαλούν αναπόφευκτα μέσα τους, δεμένοι μαζί τους με μια Αγάπη γεμάτη από ενοχή, επιμένοντας παρόλα αυτά να αναζητούν την Αγάπη της Αθωότητας, για να παραφράσω ένα σπουδαίο Ψυχοθεραπευτή, τον Hellinger».

Γκότσης Ηλίας
Κοινωνιολόγος –Συστημικός Ψυχοθεραπευτής –Οικογενειακός Ψυχοθεραπευτής
Επιστημονικά Υπεύθυνος Τμήματος Εκπαίδευσης ΟΚΑΝΑ


Μια Μικρή Άγνωστη Λύπη, Ηλίας Γκότσης, Εκδ. ΑΡΜΟΣ, 2018

Περίληψη

«Ο Αφηγητής είναι ένα πρόσωπο δίχως όνομα που αναζητά ιστορίες που θα του φανούν χρήσιμες στην συγγραφή ενός βιβλίου. Στην πορεία συναντά ένα νεαρό, τον Μιχάλη, ο οποίος μοιράζεται μαζί του τα σημαντικά γεγονότα της ζωής του, τα οποία ο Αφηγητής οικειοποιείται προκειμένου να γράψει το βιβλίο που ονειρεύεται. Στην εξέλιξη της ιστορίας, όλα τα σημαντικά πρόσωπα αναζητούν την δική τους θέση, την δική τους φωνή, συνθέτοντας ένα Πολυφωνικό Τοπίο Αφηγήσεων, στο οποίο οι φωνές, οι λέξεις και τα συναισθήματα αναζητούν επίσης την μοναδικότητά τους, έως ότου όλα τα πρόσωπα δικαιωθούν.»

Το παρόν βιβλίο είναι ένα βιωματικό μυθιστόρημα που μιλά για την σχέση μας με την απώλεια, τα συναισθήματα, τις αφηγήσεις για τον εαυτό μας και τη ζωή μας. Μιλά ακόμα για την μνήμη και τους ανθρώπους που κουβαλάμε μέσα μας, για την συμφιλίωση και την συγχώρεση.

Ο Ηλίας Γκότσης γεννήθηκε στη Μεσσηνία το 1967. Σπούδασε Κοινωνιολογία και στη συνέχεια εκπαιδεύτηκε στη Συστημική και Οικογενειακή Ψυχοθεραπεία.
Έχει δουλέψει για πολλά χρόνια ως οικογενειακός, ατομικός και ομαδικός ψυχοθεραπευτής. Από το 1995 εργάζεται στον ΟΚΑΝΑ, όπου το  2002  ίδρυσε την Μονάδα Απεξάρτησης Εφήβων και Νέων ΑΤΡΑΠΟΣ-ΟΚΑΝΑ, στην οποία υπήρξε Επιστημονικά Υπεύθυνος έως το 2015. Έκτοτε είναι υπεύθυνος για τις εκπαιδευτικές δράσεις του οργανισμού.
Το επιστημονικό του ενδιαφέρον εστιάζεται στις Βιωματικές Πρακτικές και στις  Αφηγηματικές και Συνεργατικές/Πολυφωνικές προσεγγίσεις στην Ψυχοθεραπεία και την εκπαίδευση. Είναι παντρεμένος και έχει μια κόρη.

Αλέκος Φασιανός: Θεωρώ ότι διαπράξαμε μια Εθνική αυτοκτονία

Tvxs.gr

[…] Θεωρώ ότι διαπράξαμε μια Εθνική αυτοκτονία. Και έτσι μπορούμε να υποκύψουμε με τη μεγαλύτερη ευκολία σε οποιαδήποτε ξενική επέμβαση και υποδούλωση. Γιατί πού είναι οι βωμοί και οι εστίες για να αμυνθούμε; […] 
Αλέκος Φασιανός*
Έτσι λοιπόν οι εικόνες οι παλιές της παιδικής-μας ηλικίας, οι σκιές και οι διάδρομοι στις αυλές, τα φαντάσματα μιας άλλης εποχής εξαιρετικά ωραίας έπεσαν από τις μπουλντόζες.
Κι ό,τι έμεινε τραγικά ωραίο: μισοσπασμένα ακροκέραμα, τοίχοι αποχρωματισμένοι, ωραίες αυλόπορτες, ωραία σπίτια απέριττα περιμένουν σα μελλοθάνατοι να τους δοθεί η αντιπαροχή, λέξη τρομερή συνυφασμένη με τη λαιμητόμο.
Ναι, οδυνηρή πραγματικότητα χωρίς αντικείμενα χωρίς αυλές και φοίνικες χωρίς κάμαρες με τα κουφωτά παράθυρα όπου ο ήλιος κρυφόμπαινε τα καλοκαιρινά απογεύματα και θώπευε την ψάθινη καρέκλα και την οβίδα.
Τραγικά σπίτια της Αθήνας καμιά καταστροφή, κανείς όλεθρος δεν φτάνει αυτόν που οι σημερινοί Έλληνες πραγματοποίησαν. Ύπουλα ύπουλα κάποιος σατανικός εγκέφαλος ξεκίνησε το φοβερό σχέδιο που σάρωσε με ταχύτητα ό,τι ωραίο ό,τι Ελληνικό της ιστορίας -μας και της Εθνικής- μας συνειδήσεως.
Και τώρα τι έχουμε να δείξουμε;
Τις τζαμένιες προσόψεις με τα συρόμενα αλουμίνια; Ή τα ηλεκτρικά ψυγεία και τα στερεοφωνικά;
Χωρίς περιβάλλοντα χώρο πώς μπορεί να δημιουργήσει ένας Λαός;
Πώς να ζήσουμε χωρίς τους αγαλματένιους Θεούς που ζούσανε στις στέγες;
Θεωρώ ότι διαπράξαμε μια Εθνική αυτοκτονία. Και έτσι μπορούμε να υποκύψουμε με τη μεγαλύτερη ευκολία σε οποιαδήποτε ξενική επέμβαση και υποδούλωση. Γιατί πού είναι οι βωμοί και οι εστίες για να αμυνθούμε;
Κι ο ψόγος ανήκει σε όλους τους Έλληνες και στους εκάστοτε κυβερνώντες που συνέβαλαν στην Άλωσι των Αθηνών. Και θα γυρνάμε μονότονα αναζητώντας ν’ αγγίξουμε λίγο σουβά από ασβέστη.
Αθήνα Οκτώβριος 1977
H Αθήνα ακόμα καταστρέφεται 
* Aπό το βιβλίο/λεύκωμα: «Νεοκλασικά ερείπια», Σ.Β.Σκοπελίτη, Εκδ. Βέργος 1977

Ο άνθρωπος που έκαψε την Ελλάδα. Του Βαγγέλη Ραπτόπουλου

Tvxs.gr

Στο βιβλίο «Ο άνθρωπος που έκαψε την Ελλάδα», που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κέδρος, ο συγγραφέας Βαγγέλης Ραπτόπουλος, μυθιστοριογραφεί για έναν άστεγο Αθηναίο ο οποίος πυροδοτεί μια πολύνεκρη λαϊκή εξέγερση στην Ελλάδα της οικονομικής κρίσης. Πρόκειται για έναν άνεργο δημοσιογράφο, με μια ικανότητα μεταξύ παραφυσικής και ψυχοπάθειας, γνωστή ως πυρογένεση. Μια πολιτική και ερωτική μαύρη κωμωδία, χτισμένη με τα υλικά του ψηφιακού κόσμου, που θέτει επιτακτικά το ερώτημα: πού ζούμε;

Όπως αναφέρει σε σημείωμά του ο συγγραφέας: «Στο βάθος, θα έλεγε κανείς ότι αυτό το μυθιστόρημα υπήρξε προϊόν του φόβου που βίωσα το 2012 ότι, εάν μείνει άστεγη η μεσαία τάξη, τότε θα καεί η Ελλάδα. Έμπνευσή μου υπήρξαν, επίσης, η νεύρωση της Αριστεράς με τις λαϊκές εξεγέρσεις, αλλά και το απωθημένο σχεδόν όλων των Νεοελλήνων να καούν όλα.  Ή, όπως θα το έθεταν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι, «γαία πυρί μειχθήτω» […] Είναι προφανές ότι ο κόσμος της ψηφιακής ενημέρωσης και επικοινωνίας, που καταδυναστεύει τη ζωή μας μεταβάλλοντάς τη σε μαύρη κωμωδία, αποτελεί εξίσου πηγή έμπνευσης αυτού του καλειδοσκοπικού μυθιστορήματος. Ένας κόσμος όπου το πρωτοσέλιδο μιας παραδοσιακής εφημερίδας και η ανάρτηση σε ένα τυχάρπαστο μπλογκ, το βίντεο ενός ενημερωτικού ρεπορτάζ και ένα post στο Facebook εξισώνονται επικίνδυνα. Όπως ακριβώς εξισώνoνται και μια πολύνεκρη λαϊκή εξέγερση με την πυρογένεση. Ω, τι κόσμος, μπαμπά!».

«Το χειρόγραφο του Δημήτρη Αποστολάκη αρχίζει με μια παιδική ανάμνηση, από την κηδεία της μητέρας του. Σύμφωνα με τον αφηγητή, τότε ήταν που του παρουσιάστηκαν τα πρώτα κρούσματα πυρογένεσης και πυροκίνησης. Ή τουλάχιστον, αυτά θυμάται ως πρώτα. Προφανώς εξαιτίας της υπερβολικής συναισθηματικής φόρτισης και της υπερδιέγερσης που του είχε προκαλέσει το τραυματικό συμβάν του θανάτου της Σωτηρίας, όπως την αποκαλεί και ο ίδιος μες στο γραπτό του.

Από το σημείο εκείνο – ένα είδος προϊστορίας ή προ-οικονομίας του κυρίως θέματος, αν προτιμάτε –, μέχρι το να αποδίδουμε στις όποιες ψυχικές ικανότητες του Αποστολάκη τις λεγόμενες Μαύρες Γιορτές, που συντάραξαν την Ελλάδα τα Χριστούγεννα του 2013, η απόσταση είναι και δεν είναι μεγάλη. Και για να βγάλει κανείς το σωστό συμπέρασμα, οφείλει να χειριστεί το όλο ζήτημα με εξαιρετική λεπτότητα και με άκρα προσοχή.

Ασφαλώς, έπαιξε ρόλο και το λαϊκό κίνημα, η κρίση είχε προετοιμάσει το έδαφος εξαθλιώνοντας ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού, κι αυτό ήταν το εύφλεκτο υλικό που πυρπόλησε ο Αποστολάκης, σ’ αυτό βρήκε την ευκαιρία να βάλει μπουρλότο. Άραγε, όμως, χωρίς εκείνον και την πυρογενετική ψυχική ικανότητά του, θα είχε γίνει ό,τι έγινε; Ο ίδιος πολύ αμφιβάλλει στο χειρόγραφό του, επιμένοντας σε αυτό κατηγορηματικά. Και, δυστυχώς ή ευτυχώς, φαίνεται να λέει την αλήθεια.

Σημειωτέον ότι οι ταραχές εκείνων των ημερών είχαν λάβει πανελλαδική έκταση, με αποτέλεσμα να χαρακτηρισθούν από μερίδα του Τύπου και των πολιτικών κομμάτων ακόμη και ως εξέγερση. Το ποια ήταν τα αληθινά αίτια, η ακριβής φύση των γεγονότων και ο πραγματικός χαρακτήρας τους, έγινε αντικείμενο πολιτικής και κοινωνικής τριβής και διχογνωμιών.

Ως γνωστόν, όλα ξεκίνησαν από ένα μπαράζ, κατά τα φαινόμενα συντονισμένων πυρκαγιών, που ξέσπασαν δύο μέρες πριν από τα Χριστούγεννα του ’13 στο κέντρο της Αθήνας. Τις φωτιές ακολούθησαν καταστροφές και πλιάτσικο καταστημάτων, οικιών και πολυτελών οχημάτων από ετερόκλητες ομάδες πολιτών, καθώς και συγκρούσεις διαδηλωτών με τις δυνάμεις καταστολής, ακόμα και καταλήψεις ραδιοτηλεοπτικών συχνοτήτων από αναρχοαυτόνομους.

Την επομένη, οι πυρκαγιές άναψαν ξανά στην Αθήνα, και οι ταραχές πήραν και πάλι μπρος, για να πλαισιωθούν σταδιακά μέσα στις μέρες που ακολούθησαν από φωτιές και λαϊκές αντιδράσεις σχεδόν σε όλες τις μεγάλες και μικρές ελληνικές πόλεις: Θεσσαλονίκη, Ιωάννινα, Πάτρα, Κόρινθος, Καβάλα, Κοζάνη, Λάρισα, Βόλος, Κομοτηνή, Ρόδος, Ηράκλειο, Ρέθυμνο, Μυτιλήνη. Παράλληλα, μικρότερης έντασης επεισόδια σημειώθηκαν σε Δράμα, Φλώρινα, Τρίκαλα, Κέρκυρα, Καρδίτσα, Αγρίνιο, Αργοστόλι, Χίο, Χανιά.

Προς το παρόν, ας αφήσουμε κατά μέρος τον βαρύ φόρο αίματος, μολονότι γι’ αυτόν θα έπρεπε προπαντός να μιλάμε, και ας εστιάσουμε, ας περιοριστούμε αποκλειστικά στα οικονομικά μεγέθη.

Οι εμπρηστικές επιθέσεις και οι πορείες διαμαρτυρίας που διοργανώθηκαν μέσα σε εκείνο το χρονικό διάστημα, οδήγησαν σε μεγάλες υλικές καταστροφές δημοσίων και ιδιωτικών κτιρίων, γραφείων, καταστημάτων και οχημάτων, τα περισσότερα εξ αυτών στην Αθήνα, όπου και σημειώθηκαν μακράν οι μεγαλύτερες ζημιές και τα πιο εκτεταμένα επεισόδια ανάμεσα σε διαδηλωτές και αστυνομικούς.

1453 επιχειρήσεις που απασχολούσαν συνολικά 13.500 εργαζομένους, επλήγησαν λίγο ή πολύ. 96 τράπεζες, 44 σουπερμάρκετ, 381 μεγάλα καταστήματα, 917 μεσαία ή μικρά, και 7 κινηματογράφοι. Από αυτές τις επιχειρήσεις, οι 101 υπέστησαν ολοσχερή καταστροφή, ανάμεσά τους και οι γνωστές εμπορικές φίρμες Sprider, Ysatis, Intersport, Glou και Benetton στην οδό Ερμού και το κατάστημα Πλαίσιο στην οδό Στουρνάρη.

Η απώλεια τζίρου που σημειώθηκε στα καταστήματα της Αθήνας ήταν της τάξης των 190 εκατομμυρίων ευρώ, ενώ οι καταναλωτές στράφηκαν για τις αγορές της εορταστικής περιόδου στα εμπορικά κέντρα των προαστίων, μακριά από το κέντρο της πόλης που ήταν σε κατάσταση πολιορκίας.

Οι Μαύρες Γιορτές, όπως συνηθίσαμε πια να τις λέμε, κράτησαν συνολικά εννιά μόλις μέρες, αλλά θεωρήθηκαν, και δικαίως, το μεγαλύτερο προανάκρουσμα εξέγερσης των κατεστραμμένων από την οικονομική κρίση μεσαίων στρωμάτων και της νεολαίας. Και, ασφαλώς, είναι ο μεγάλος αριθμός των θυμάτων εκείνο που υπογραμμίζει τη σοβαρότητα της κατάστασης: τα γεγονότα του Δεκεμβρίου 2013 στοίχισαν τη ζωή σε 83 ανθρώπους, ενώ παράλληλα είχαμε και εκατοντάδες τραυματίες.

Αυτός ο πολύνεκρος, μακάβριος απολογισμός – τα περισσότερα θύματα πέθαναν από ασφυξία ή απανθρακώθηκαν, εγκλωβισμένα σε φλεγόμενα κτίρια, ενώ αρκετοί βρήκαν το θάνατο στις συγκρούσεις με την Αστυνομία –, είναι για πολλούς ιερόσυλο, εάν όχι γελοίο, να συνδέεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο με έναν και μοναδικό άνθρωπο. Να υποτιμάται σε τέτοιο βαθμό ο κοινωνικός παράγων, και να αντιμετωπίζεται ως προϊόν της βούλησης ενός και μόνο ιδιώτη μια τέτοιας έκτασης συλλογική αναταραχή.

Κυριολεκτικά απορούν και εξίστανται: πώς είναι δυνατόν, ένα ιστορικής σημασίας γεγονός, ένας λαϊκός ξεσηκωμός, μια κορυφαία εκδήλωση του μαζικού κινήματος και της ταξικής πάλης, να αποδίδεται στις παραφυσικές, μεταφυσικές, και πάντως ανεπιβεβαίωτες και επιστημονικά αστήρικτες, και γιατί όχι, σχεδόν κομπογιανίτικες, ψυχικές ιδιότητες ενός πατέρα δύο κοριτσιών, άνεργου δημοσιογράφου, εν συνεχεία αστέγου, και τελικά αυτόχειρα, του οποίου απλώς βρέθηκε ένα είδος ημερολογίου, που αποφασίσαμε να αποκαλούμε «χειρόγραφο Αποστολάκη»

Και αρκεί, άραγε, η προσωπική μαρτυρία μου, εφόσον υπήρξα για χρόνια συνάδελφός του στην «Ελευθεροτυπία» (δουλεύαμε αμφότεροι στο ελεύθερο ρεπορτάζ) και στενός φίλος του, αρκεί η δική μου διαβεβαίωση για να πειστείς για το αντίθετο, αγαπητή αναγνώστρια και αγαπητέ αναγνώστη;»

(Απόσπασμα από την εισαγωγή του Γιώργου Χ. Θεοδωρίδη στο βιβλίο του Δημήτρη Αποστολάκη, «Πυροδοτώντας τις Μαύρες Γιορτές – Το χειρόγραφο του ανθρώπου που έκαψε την Ελλάδα» (εκδ. Εκλάμψεις, 2014), σελ. 13).

Ο άνθρωπος που έκαψε την Ελλάδα, Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Εκδόσεις Κέδρος, 2018