Ο Μίκης εξέφρασε το κοινό αίσθημα όλης της Ελλάδας!

Συναυλία αφιερωμένη στον Μίκη Θεοδωράκη στο Καλλιμάρμαρο Παναθηναϊκό Στάδιο στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου, 2017 / Tribute Concert to Mikis Theodorakis in the Panathenaic Stadium also known as Kallimarmaro in Athens, Greece on Jun. 19, 2017

«Ο άνθρωπος που δεν έκλαψε όταν του συνέθλιψαν το πόδι και όταν τον έθαψαν ζωντανό στη Μακρόνησο, όταν τον πέταξαν μέσα σε βόθρο στην Ικαρία, όταν τον πήγαιναν για εκτέλεση στην Τρίπολη, όταν έκανε αιμόπτυση στον Ωρωπό, μόλις έχει τελειώσει την διεύθυνση της «Άρνησης» και ένας λυγμός συγκίνησης του ξεφεύγει. Λυγίζουν και οι Γίγαντες!» Φίλοι του Μίκη Θεοδωράκη

«[…] Με τι καρδιά, με τι πνοή,
τι πόθους και τι πάθος
πήραμε τη ζωή μας· λάθος!
κι αλλάξαμε ζωή.»
Άρνηση, του Γιώργου Σεφέρη

Ο γίγαντας Μίκης Θεοδωράκης (σαν την Ελλάδα κάποτε), καθηλωμένος στην αναπηρική πολυθρόνα (σαν την Ελλάδα τώρα), δεν μπορεί να περπατήσει, να σταθεί όρθιος να διευθύνει την ορχήστρα του (σαν την Ελλάδα που δεν μπορεί να διευθύνει τη ζωή της).

Και ‘κεί που τελειώνει το τραγούδι [πήραμε τη ζωή μας΄ λάθος! κι αλλάξαμε ζωή] συγκινείται, δακρύζει, σκύβει και κρύβει το πρόσωπό του μέσα στα χέρια του.

Ακόμα και χωρίς να το συνειδητοποιήσει και προφανώς αθέλητα, ο παγκόσμιος έλληνας καλλιτέχνης για άλλη μια φορά, εκφράζει το κοινό αίσθημα ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ του σήμερα, όπως έκανε πάντα με τη μουσική του και την επιλογή των στίχων και των ποιημάτων γι’ αυτήν. Το κοινό αίσθημα που συνθέτει όλα τα συναισθήματα που έχει ζήσει κάθε ένας από μας και όλοι μαζί τα τελευταία χρόνια.

Γι’ αυτό τον ευγνωμονούμε, όχι μόνο για όσα μας χάρισε στο παρελθόν, μέσα από την τέχνη, τους αγώνες και τον λόγο του, μα και γι’ αυτή την συγκλονιστική στιγμή που θα μείνει στην ιστορία, για να θυμόμαστε και κυρίως για να μην ξεχνάμε, πόσο πονέσαμε, πόσο αγωνιστήκαμε, αλλά και πόσο καθηλωθήκαμε, χάσαμε το δρόμο μας, πόσο ξεχάσαμε να περπατάμε όρθιοι, αυτή την περίοδο της κρίσης.

Και αν δεν το νιώσουμε αυτό το αίσθημα, κι αν δεν κατανοήσουμε αυτά που έχουμε μέσα μας, δεν πρόκειται «ν’ αλλάξουμε ζωή», να σταθούμε στα πόδια μας και να γίνουμε μαέστροι τής ζωής μας.

Ας υπήρχε έστω κι ένας πρωθυπουργός αυτής της χώρας, να σκύψει, να δακρύσει, να κρύψει μέσα στα χέρια του το πρόσωπό του για την Ελλάδα (του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος). Έστω ένας. Τότε ίσως να υπήρχε ελπίδα.

Ο Μίκης Θεοδωράκης, δυο φορές γίγαντας αυτή τη φορά, μας έδειξε τι πρέπει να κάνουμε. Να σεβαστούμε ότι έχουμε, να δείξουμε ποιοί είμαστε, να νιώσουμε τη δύναμή μας, αλλά και την πραγματικότητά μας και να σηκώσουμε το ανάστημα και την ψυχή μας, τον πολιτισμό μας, τον τρόπο της ζωής μας.

Ευχαριστούμε περήφανε μαέστρο μας, πολύτιμο σύμβολο της ελευθερίας και του πολιτισμού της πατρίδας μας, που έδειξες συμβολικά -ακόμα και χωρίς να το θέλεις- με το μεγαλείο της ψυχής σου, απ’ άκρη σ’ άκρη, σε όλο τον κόσμο τι νιώθουμε, τι ζούμε. Που έδειξες ότι δύναμη δεν είναι να κρύβουμε, να ξεχνάμε, να κουκουλώνουμε, αλλά να αποδεχόμαστε, να τιμάμε, να εκφράζουμε, να μοιραζόμαστε, να θυμόμαστε, να νιώθουμε, να σκεφτόμαστε. Ευχαριστούμε!

Κρυσταλία Πατούλη
afigisizois.wordpress.com

*Φωτογραφία Μενέλαος Μυρίλλας

Διαβάστε επίσης:Για να αντέξουμε και να προχωράμε. Από την Σοφία Λαμπίκη

 

 

Advertisements

Η απουσία του πατέρα. Της Ελισάβετ Μπαρμπαλιού – Τι σημαίνει ανδρισμός σήμερα. Του Γιώργου Κίσσα

Tvxs.gr

[…] Η πατρική απουσία, ενώ αποτελεί ένα τεράστιο κεφάλαιο στην πορεία της ανθρωπότητας, μοιάζει με ομιχλώδες τοπίο του οποίου τα όρια είναι δυσδιάκριτα, καθώς μπορεί να πάρει πολλές μορφές και να ξεδιπλωθεί με τρόπους που δεν γίνονται εύκολα αντιληπτοί.

Ένας πατέρας μπορεί να είναι απών φυσικά ή συναισθηματικά, για μεγάλα ή μικρά χρονικά διαστήματα, μόνιμα ή προσωρινά, η δε ποιότητα της σχέσης που αναπτύσσει με τα παιδά του μπορεί να κάνει την απουσία του περισσότερο ή λιγότερο τραυματική.

[…] μέσα από τις προσωπικές καταθέσεις και περιγραφές ανδρών που αναζήτησαν λύσεις στα προσωπικά τους αδιέξοδα, θα εξετάσουμε την ανυπαρξία της ουσιαστικής σχέσης μεταξύ πατέρα και γιου, η οποία πηγάζει από την αδυναμία του πατέρα να συνεισφέρει ουσιαστικά στη δόμηση του ψυχισμού και της προσωπικότητας του γιου.

Μέσα από τα λόγια των γιων διακρίνουμε τη συναισθηματική απουσία του πατέρα, η οποία θα μπορούσε να αποδοθεί και ως μια ασυνείδητη επιλογή του να παραμένει στο περιθώριο, διατηρώντας μια στάση παθητικότητας και αδυναμίας που τον εμποδίζει να αναλάβει ενεργό ρόλο στη ζωή τους.

Βλέπουμε να διακρίνεται το περίγραμμα ενός αθέατου πατέρα, του οποίου το κύρος έχει μειωθεί δραματικά, ενώ ο ίδιος ζει εξόριστος μέσα στο σπίτι του, συναινώντας με έμμεσο τρόπο στο δράμα του γιου του.

Η μεγάλη πικρία των γιων σε κάθε περίπτωση αφορά τη σιωπή του πατέρα, μια σιωπή που υψώνεται σαν τοίχος ανάμεσά τους, εμποδίζοντάς τους να σχετιστούν, να γνωριστούν και να έρθουν κοντά.

Οι άνδρες αυτοί θυμούνται έναν πατέρα ο οποίος αποφεύγει να μιλά μαζί τους και αποκρύπτει τις σκέψεις και τα συναισθήματά του, υιοθετώντας τελικά στη ζωή του λίγο-πολύ τον τρόπο επικοινωνίας του δικού του πατέρα, που δεν ήταν άλλος από την απόσυρση και τη σιωπή, και κρατώντας τις διόδους της επικοινωνίας κλειστές.

Αυτή η σιωπή λειτουργεί σαν σαράκι που κατατρώει την ψυχή του γιου. Μόνος και αβοήθητος ο γιος, μεταφράζει τη σιωπή αυτή με πολλούς τρόπους, την εσωτερικεύει ως έλλειψη αγάπης και έγνοιας, ακόμα και ως σημάδι εγκατάλειψης, και αυτό τον κατακλύζει με βαριά και οδυνηρά συναισθήματα.

Ο Herzog (2001) εισήγαγε την έκφραση πείνα για πατέρα (father hunger) προκειμένου να δηλώσει τη βαθιά λαχτάρα του γιου για επιβεβαίωση και αποδοχή από τον πατέρα του, όπως επίσης την ανάγκη για ύπαρξη ορίων στη ζωή του, τα οποία θέτει ένας πατέρας για να τον προφυλάξει και να τον προστατεύσει.

Η απουσία αυτή, υποστηρίζει ο Herzog, τον εμποδίζει να ολοκληρωθεί ως άνδρας, καθώς δεν γνωρίζει πώς να διαχειριστεί τη δύναμη και τα επιθετικά του συναισθήματα, ενώ τραυματίζεται ανεπανόρθωτα σε συναισθηματικό επίπεδο.

Πάντα σύμφωνα με τον Herzog, η πείνα για πατέρα είναι μια καθολική επιθυμία για τον απόντα πατέρα, του οποίου η παρουσία θα μπορούσε να τον βοηθήσει να συγκρατήσει, να ενσωματώσει και να επαναδιοχετεύσει τις αδιαμόρφωτες ακόμη παιδικές επιθετικές ενορμήσεις και φαντασιώσεις.

Καθημερινά συναντώ τα αποτυπώματα της πατρικής στέρησης στη ζωή των θεραπευόμενών μου. Ο Νέστορας, ένας άνδρας σαράντα ετών με καταθλιπτικά στοιχεία, μιλώντας γεμάτος πίκρα για τον αφανή πατέρα του, αναφέρει:

«Ο πατέρας μου ήταν ένα φάντασμα. Έλειπε διαρκώς, αλλά και τις φορές που ήταν εκεί έμοιαζε με σκιά που πλανιόταν δίπλα μου (…), μια φωνή από το βάθος του πουθενά. Ήταν και δεν ήταν στο σπίτι. Ο πατέρας μου μού έλειπε τόσο πολύ. Προσδοκούσα να μου μιλήσει, να μου πει πως μ’ αγαπάει, να με συμβουλέψει πώς να φέρομαι σαν άντρας, αλλά ποτέ δεν το έκανε (…). Υπήρξα ένα στερημένο από αγάπη παιδί».

Ο γιος που έχει βιώσει την ανυπαρξία του πατέρα του συχνά εσωτερικεύει την πεποίθηση ενός άνδρα ανάξιου να αγαπηθεί. Αισθάνεται προδομένος από τον πατέρα-φάντασμα, ο οποίος δεν κατάφερε να είναι παρών στη ζωή του και να τον φροντίσει, όπως όφειλε. […]

Διαβάστε επίσης στο tvxs.gr: Τι σημαίνει ανδρισμός σήμερα

Η βία ως σημάδι αδυναμίας

Διερευνώντας τις σχέσεις στην πατρική του οικογένεια και με αφορμή τον θάνατο του άνδρα που του έμαθε τη δουλειά του και λειτούργησε ως υποκατάστατο πατέρα στη ζωή του, ο Ανέστης ανοίγει με δισταγμό στη θεραπευτική ομάδα το θέμα της σχέσης του με τον πατέρα του το οποίο απέφευγε να αγγίξει για πολύ καιρό.

Η δραματική ιστορία του πατέρα του ξεκινά την περίοδο της Κατοχής, όταν εκείνος ως έφηβος χάνει τον δικό του πατέρα στον πόλεμο και αργότερα τη μητέρα του την οποία εκτελούν οι Γερμανοί.

Μεγαλώνει ορφανός μέσα σε ιδιαίτερα σκληρές συνθήκες και σε μια εποχή όπου κυριαρχούν η πείνα και ο φόβος του θανάτου. \

Η επιβίωση αποτελεί τον καθημερινό του στόχο. Ζει και περιφέρεται μόνος του, έρμαιο των καταστάσεων. Την εσωτερική του οδύνη την ατσαλώνει με σιωπή για να αντέξει.

Παρόλο που αργότερα δημιουργεί τη δική του οικογένεια, η οδύνη παραμένει αγιάτρευτη και ο μη εκφρασμένος θυμός τού τρώει τα σωθικά.
Αποκτά δύο αγόρια: τον Ανέστη, που έχει το όνομα του πατέρα του, και τον Γιάννη.

Επεξεργαζόμενος την πατρική σχέση, ο Ανέστης, ανασύρει από τη μνήμη του επώδυνες καταστάσεις που έχει βιώσει με τον πατέρα του, συνειδητοποιώντας τη μεγάλη απουσία σε όλα τα στάδια της ζωής του […]

«Στα δεκατρία μου ένιωθα σαν ορφανός. Στις πέντε τα ξημερώματα έπαιρνα το λεωφορείο και πήγαινα για δουλειά. Βγαίνοντας από το σπίτι έτρεμα από τον φόβο μου, όμως τελικά πήγαινα πάντα ενάντια σ’ αυτό τον φόβο στη ζωή μου (…) Ο πατέρας μου ποτέ δεν με ρώτησε τι κάνω. Δεν είχε όνειρα για μένα. Ήταν σαν να μου είπε: «Βγες στη ζωή και βγάλ’ τα πέρα μόνος» (…) Το χειρότερο πράγμα όμως που θυμάμαι από εκείνον ήταν όταν με έδεσε σε ένα δέντρο και με άφησε εκεί για ώρες, εξευτελίζοντάς με μπροστά στους φίλους μου επειδή τον είχα βρίσει»

Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Κονέκτικατ Ronald Rohner, μελετώντας τη θεωρία της γονεϊκής αποδοχής-απόρριψης (PAR Theory), αναφέρει ότι, σύμφωνα με εκτεταμένες έρευνες, όταν οι άνθρωποι αισθάνονται απόρριψη, ενεργοποιούνται στον εγκέφαλό τους τα ίδια κυκλώματα που είναι υπεύθυνα και για τον δριμύ σωματικό πόνο.

Υποστηρίζει επίσης ότι, σε αντίθεση με τον σωματικό πόνο, οι άνθρωποι ξαναζούν τον ψυχολογικό πόνο της απόρριψης πολλές φορές στη ζωή τους.

Το επώδυνο αυτό συναίσθημα έχει διάρκεια, με αποτέλεσμα οι άνθρωποι στην παιδική ηλικία να κατακλύζονται από άγχος και ανασφάλεια, ενώ αργότερα ως ενήλικες να δυσκολεύονται να δημιουργήσουν στενές και ασφαλείς σχέσεις με τους άλλους.

Αποδίδοντας τη βαρύτητα της απόρριψης, στον ψυχισμό του ατόμου, ο Rohner αναφέρει ότι μέσα σε πενήντα χρόνια διεθνών ερευνών δεν έχει βρεθεί καμία άλλη μορφή εμπειρίας με τόσο σοβαρό αντίκτυπο στην προσωπικότητα του ατόμου όσο η εμπειρία της απόρριψης, ιδιαίτερα των γονέων προς τα παιδιά τους.

Υποστηρίζει επίσης ότι όλα τα παιδιά και οι ενήλικες, παρά τις διαφορές εθνότητας, κουλτούρας ή φύλου, έχουν την τάση να αντιδρούν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο όταν απορρίπτονται από τους φροντιστές τους και τα σημαντικά «πρόσωπα προσκόλλησης».
Όταν ο Ανέστης συνέδεσε τα συναισθήματα της θλίψης και της μοναξιάς που τον κατέκλυζαν με τη δυσλειτουργική συμπεριφορά του πατέρα του, αναγνώρισε πόσο πολύ είχε απορριφθεί από εκείνον.

Αντιλαμβανόμενος ότι δεν του δίδαξε έναν λειτουργικό τρόπο για να μπορεί να βγαίνει από τα αδιέξοδα της ζωής του και να διαχειρίζεται τις δυσκολίες του πιο αποτελεσματικά, έκλαψε γοερά.

Ο Ανέστης, μέσα από αυτή τη συνειδητοποίηση, βίωσε πολύ έντονα συναισθήματα, τα οποία τον κινητοποίησαν ώστε να αλλάξει σταδιακά τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούσε και σχετιζόταν με τους σημαντικούς άλλους. […]

*Απόσπασμα από  το βιβλίο: Η επιστροφή του άνδρα – Λύνοντας τη σιωπή αιώνων, της Ελισάβετ Μπαρμπαλιού, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Πεδίο. (Από τα υποκεφάλαια: «Ο αδύναμος πατέρας» και «Η βία ως σημάδι αδυναμίας», σελ. 220 – 228).

Tvxs – Επιμέλεια: Κρυσταλία Πατούλη

Το βιβλίο αυτό είναι αποτέλεσμα μιας μακράς πορείας κλινικής δουλειάς, μελέτης, έρευνας και σύνθεσης. Πραγματεύεται την ταυτότητα του έλληνα άνδρα, ο οποίος για αιώνες έδινε το στίγμα του μέσα από τη σιωπή και την απουσία του – ως πολεμιστής στη μάχη, ως ναυτικός στη θάλασσα, ως μετανάστης σε άγνωστους τόπους, ως σκληρά εργαζόμενος στους σύγχρονους καιρούς. Υφαίνοντας την ατομική του ταυτότητα με την ιστορία, την παράδοση και τις κυρίαρχες γεωγραφικές και κοινωνικές συνθήκες διαβίωσής του, ο έλληνας άνδρας μεταμορφώθηκε σε άνθρωπο σκληρό, δυνατό και ανθεκτικό, που χρειάστηκε να καταπνίξει τις ευαισθησίες και τις αδυναμίες του. Όσο για τον γιο του, αυτός μεγάλωνε και ανδρωνόταν χωρίς την ουσιαστική συμβολή του πατέρα στη ζωή του – φτάνοντας σήμερα, στον 21ο αιώνα, να κινείται πάνω στα χνάρια των προγόνων του και παράλληλα να προσπαθεί να απεγκλωβιστεί από τον φαύλο κύκλο που μόνο πόνο και δυστυχία προκαλεί στον ίδιο και στην οικογένειά του.

Το βιβλίο μοιάζει με ένα ταξίδι στον χρόνο. Με αφετηρία το παρόν, βάζει πλώρη για το παρελθόν και αγκυροβολεί τελικά στο μέλλον, προκειμένου να γνωρίσει εκ βαθέων τον έλληνα άνδρα και να αναδείξει τις αθέατες και εν πολλοίς παρεξηγημένες πλευρές του. Σήμερα οι άνδρες λύνουν τη σιωπή αιώνων και ανοίγουν την ψυχή τους, αποκαλύπτοντας τις πιο μύχιες σκέψεις τους στη θεραπευτική διαδικασία.

Αυτή είναι μια σημαντική περίοδος για την πορεία και εξέλιξη του άνδρα, που σαν σύγχρονος Οδυσσέας επιστρέφει στον «οίκο» του και διαμορφώνει σταδιακά μια νέα ταυτότητα. Μεταβαίνει σε μια καινούργια μορφή ύπαρξης και συνύπαρξης με τα σημαντικά πρόσωπα της ζωής του και δίνει διαφορετικό νόημα, μέσα από την πατρότητα, στην έννοια του ανδρισμού, προσφέροντας μια καινούργια προοπτική στις επόμενες γενιές.


Τι σημαίνει ανδρισμός σήμερα. Του Γιώργου Κίσσα

Το βιβλίο «Η επιστροφή του άνδρα» απευθύνεται σε ενήλικες. Μιλά για μια πραγματικότητα που μόνο ώριμοι ενήλικες μπορεί να αναγνωρίσουν.

Τα τρία τέταρτα του βιβλίου είναι αφιερωμένα σ΄αυτό που η συγγραφέας ονομάζει «απουσία του άνδρα». Το οποίο έχει σχέση με τις  «σκοτεινές» πλευρές του άνδρα οι οποίες ενυπάρχουν στο ρόλο του ως γιού, συζύγου – συντρόφου και πατέρα.

Να εξηγήσω τι εννοώ. Υπάρχουν άνθρωποι που αρνούνται να αποδεχθούν και να αντιμετωπίσουν τη σκοτεινή πλευρά της ζωής τους, ή των γονιών τους. Είναι προσκολλημένοι στις παιδικές τους ανάγκες για εξιδανίκευση και παντοδυναμία του εαυτού τους και των σημαντικών άλλων. Και όταν κάποτε αναγκαστούν να δούν τη σκοτεινή πλευρά που αρνιόντουσαν, σαν νεοφώτιστοι την δαιμονοποιούν και την ξορκίζουν, με την ίδια απολυτότητα , που την φωτεινή πλευρά είχαν προηγουμένως εξιδανικεύσει.

Για αρκετούς από αυτούς τους ανθρώπους η αποδοχή και η αντιμετώπιση αυτής της καταστάσεως θα πάρει χρόνια, για κάποιους, ίσως, παραμείνει για όλη τους τη ζωή απλησίαστος στόχος.

Το βιβλίο της Ελισσάβετ  Μπαρμπαλιού απευθύνεται αρχικά σε όσους άνδρες αρχίζουν να αναγνωρίζουν ότι δεν είναι ούτε οφείλουν να είναι τέλειοι και παντοδύναμοι.

Και αναγνωρίζουν επίσης ότι και οι πατέρες τους ούτε ήταν τέλειοι και παντοδύναμοι, αλλά ούτε ήταν κακοί και αποτυχημένοι, όταν για παράδειγμα, απουσίαζαν από τη ζωή τους.

Ότι το να κλαίς και να ζητάς αδύναμος βοήθεια δεν σου αφαιρεί από τον ανδρισμό σου, ούτε ότι σου προσθέτει κάτι, ο τριψήφιος αριθμός των γυναικών που έριξες στο κρεββάτι.

Το βιβλίο όμως απευθύνεται και σε όσους θέτουν το ερώτημα πως μπορείς να συνειδητοποιήσεις κάτι τέτοιο και μετά να αξιοποιήσεις αυτή τη γνώση. Από τις αρχικές αναφορές στην ελληνική μυθολογία μέχρι τα πάμπολλα, σύγχρονα, κλινικά παραδείγματα, η συγγραφέας φωτίζει τη σκοτεινή πλευρά του έλληνα άνδρα, χωρίς να τον λοιδορεί, να τον κατηγορεί ή να τον θυματοποιεί. Και αυτή η προσέγγιση της είναι ένα πλεονέκτημα του βιβλίου.

Το δεύτερο ενδιαφέρον στοιχείο του βιβλίου, είναι πώς μιλά για τους άνδρες μία γυναίκα. Για αιώνες είχαμε συνηθίσει άνδρες συνήθως να μιλούν και να νομοθετούν για τις γυναίκες. Και αυτό συνέβαινε σε όλες τις εποχές μέχρι προσφάτως.

Η φεμινιστική έκρηξη τα τελευταία διακόσια περίπου χρόνια έχει φέρει και στην Ελλάδα αλλαγή στην κοινωνική θέση της γυναίκας. Πάντα βέβαια οι γυναίκες μιλούσαν για τους άνδρες αναμεταξύ τους ή μιλούσαν ως μητέρες στα παιδιά τους.

Αξίζει να θυμόμαστε, πως παρά την κοινή ανθρώπινη φύση που μοιραζόμαστε αδιαφοροποίητα γυναίκες και άνδρες, υπάρχουν και διαχωρισμοί, όπως ο διαχωρισμός των φύλων και των γενεών, που δεν γίνεται να τους ξεπεράσεις χωρίς συνέπειες.

Το ζήτημα, θεωρώ,  μολονότι  άκρως επίκαιρο δεν είναι της παρούσης, αλλά αναφέρομαι  στο τι σημαίνει λόγος μιας γυναίκας για έναν άνδρα  και αντίστροφα. Να δώσω μερικά παραδείγματα για να εξηγήσω το διαφορετικό του λόγου ενός άνδρα ή μιας γυναίκας.

Πως αντιλαμβάνεται το σώμα της και την σεξουαλικότητά της μια γυναίκα που έχει κατά το πλείστον εσωτερικά, κρυμμένα μέσα στο σώμα της τα γεννητικά της όργανα και πως ένας άνδρας που τα έχει περισσότερο εξωτερικά και σε άμεσα ορατή θέση.

Πως καταλαβαίνει ένας άνδρας τι σημαίνει γυναίκα, τι σημαίνει να φέρεις μέσα σου για εννέα μήνες ένα ζωντανό πλάσμα, κάτι που ποτέ του δεν θα το νιώσει εκείνος.

Και αν προσθέσουμε σε αυτά το γεγονός ότι μέχρι τώρα αφ ενός μεν τα αγόρια εκπαιδεύονταν στο ότι γίνεσαι άνδρας αρνούμενος κάθε τι το θηλυκό απάνω σου (συναισθήματα, παθητικότητα, αδυναμία), τα δε κορίτσια αφ ετέρου ανέπτυξαν ειδικές δεξιότητες λόγω στέρησης κοινωνικής θέσης, έχει ενδιαφέρον να δούμε πως μια σημερινή ελληνίδα, μητέρα, ψυχολόγος – ψυχοθεραπεύτρια, μιλά για τους άνδρες, μέσα από  την κλινική της εμπειρία. Ο λόγος της, η ματιά της, έχει διαμορφωθεί, όπως είναι φυσικό, από τη δική της ιστορία με τους άνδρες και τις γυναίκες της ζωής της.

Δύο χαρακτηριστικά του λόγου της συγγραφέως θα σημειώσω. Τα άλλα σας αφήνω να τα διαπιστώσετε μόνοι σας μελετώντας το βιβλίο.

Το πρώτο. Μολονότι το θέμα της απουσίας και της επιστροφής του άνδρα ανακινεί έντονα συναισθήματα σε άνδρες και γυναίκες το ύφος όλου του βιβλίου είναι μετριοπαθές και αυτό το θεωρώ πλεονέκτημα. Όχι απόλυτο και δογματικό. Δεν υπάρχει κανένας δυισμός, ούτε απολυτοποίηση.

Ακόμα και όταν ένας πατέρας διαπιστώνει πως η απουσία του δικού του πατέρα από τη ζωή του συντελεί στις δυσκολίες της συζυγικής  του ζωής ή του πατρικού του ρόλου, δεν αντιμετωπίζεται ως θύμα μιας σατανικής στερημένης μητέρας που τον κρατά αφοσιωμένο εφ όρου ζωής κοντά της. Οι ευθύνες του καθενός αναγνωρίζονται ατόφιες και μόνο τότε υπάρχει ελπίδα αλλαγής.

Προχωρώντας ο αναγνώστης στη μελέτη του βιβλίου, σχηματίζει την εικόνα του σύγχρονου άνδρα. Χαμένος, μπερδεμένος μέσα στις αντιφάσεις του.

Αγνοεί ποιός πραγματικά είναι, μη έχοντας μάθει πώς να αναγνωρίζει τα συναισθήματά του και τις επιθυμίες του και να τα διαχειρίζεται, προσπαθεί να ανταποκριθεί από τη μια σε ό,τι παράδοση αιώνων του υπαγορεύει, από την άλλη στις ανάγκες της σύγχρονης πραγματικότητας.

Η εικόνα αυτή δίνεται με «στοργική» ματιά, όχι απορριπτική στάση ούτε κηρυκτική διάθεση. Αν θέλετε ένα παράδειγμα των παραπάνω, ανατρέξτε στις σελίδες του βιβλίου τις αφιερωμένες στον Μ. Αλέξανδρο.

Το δεύτερο στοιχείο του λόγου της Μπαρμπαλιού είναι ο έντονος ιστορικός και κοινωνικός χαρακτήρας του.

Συχνά οι ψυχολόγοι ανάγουμε τα πάντα σε ψυχολογικά ζητήματα. Σαν τα παιδιά, θαμπωμένοι από τα επιτεύγματα της σχετικά καινούριας επιστήμης μας, υποτιμούμε για παράδειγμα την βιολογία, την κοινωνική διάσταση των πραγμάτων ή την ιστορία.

Η ιστορική και κοινωνική παράμετρος  σε όλα τα ζητήματα  που διαπραγματεύεται το βιβλίο είναι πάντοτε εμφανής. Δεν είναι άσχετο το ότι σχεδόν στο μισό μέρος του βιβλίου η απουσία και η επιστροφή του έλληνα άνδρα μελετάται σε ιστορικοκοινωνική βάση, αρχίζοντας από τους μυθολογικούς χρόνους και φθάνοντας στο σήμερα.

Ειδικότερα σας παραπέμπω στο 2ο κεφάλαιο του πρώτου μέρους, εκεί που αναφέρεται στις σύγχρονες μορφές απουσίας του άνδρα κυρίως μέσα από την εργασία, και στο 2ο μέρος του βιβλίου που μιλά για τον κλονισμό της πατρικής εξουσίας.

Γιατί όμως ο σύγχρονος άνδρας βιώνει αυτή την κρίση; Ύστερα από αιώνες απουσίας είτε ως ναυτικός είτε ως πολεμιστής είτε ως μετανάστης, ο έλληνας άνδρας γυρνά στο σπίτι του – στην καινούρια του ταυτότητα, στον διαφορετικό του ρόλο στην οικογένεια – και αυτό τον κλονίζει συθέμελα.

Κάποιοι υποστηρίζουν πως η γυναίκα κάπως έχει βρεί τον βηματισμό της στην νέα πραγματικότητα, ενώ ο άνδρας ακόμη ψάχνεται ως προς το τι ορίζει τον ανδρισμό του, και ποιος ο ρόλος του στην οικογένεια. Εν τούτοις, η ασάφεια  στους ρόλους των φύλων στο ζευγάρι, την οικογένεια και την κοινωνία, αφορά και άνδρες και γυναίκες.

Ακούστε πως καθρεφτίζεται στα λόγια μιας θεραπευόμενης  που παραθέτει η συγγραφέας, στη σελίδα 287:

«Θα ήθελα έναν άνδρα στη ζωή μου, αλλά δεν ξέρω τι θα μπορούσα να τον κάνω, τι να περιμένω από αυτόν και τι ρόλο να του προσδώσω».

Το πώς θα ξεπεραστεί αυτή η ασάφεια δεν είναι απλώς ζήτημα χρόνου. Ο χρόνος από μόνος του δεν γιατρεύει πάντα. Νομίζω αν καταλάβουμε καλύτερα τα χαρακτηριστικά αυτής της ασάφειας, η επιστροφή του άνδρα στην επαφή με τον βαθύτερο εαυτό του, τη γυναίκα και τα παιδιά του θα είναι πληρέστερη.

Θα κλείσω με κάποιες  σκέψεις που θα πω, συμπληρώνοντας στο σημείο αυτό την προβληματική του βιβλίου. ¨Έχουν να κάνουν με ένα χαρακτηριστικό της σύγχρονης ελληνικής, και όχι μόνο, κοινωνίας, αλλά και την δυσκολία πολλών ανδρών, ως άτομα, να ενηλικιωθούν. Το κοινωνικό προσδιορίζει το ατομικό και αντίστροφα, με αποτέλεσμα η ασάφεια να επιτείνεται.

Το σύγχρονο κοινωνικό πλαίσιο είναι περισσότερο ρευστό από ότι πριν κάποιες δεκαετίες. Ένα χαρακτηριστικό της μαζικής δημοκρατίας που ζούμε, όπως έλεγε ο φιλόσοφος Παναγιώτης Κονδύλης, είναι το anything goes, «όλα πάνε με όλα» στα νεοελληνικά.  Έγραφε στο βιβλίο του «Η παρακμή του αστικού πολιτισμού» ( 2000, Αθήνα, εκδόσεις Θεμέλιο, σελ. 251, 265 και 267):

«Η νέα αντίληψη για το άτομο, …στηριζόταν σε μια προγραμματική αντικατάσταση των αξιών της αυτοπειθάρχησης από τις αξίες της αυτοπραγμάτωσης».

Και παρακάτω: «Το πρόβλημα της αλήθειας δεν τίθεται πια από την άποψη του περιεχομένου, και μάλιστα δεν τίθεται καθόλου, η αλήθεια γίνεται όλο και περισσότερο σύμβαση και ορίζεται ως προϊόν μιας συναίνεσης, σκοπός της οποίας είναι να ρυθμίσει ειρηνικά την κοινωνική συμβίωση».

Και συμπληρώνει: «Η ρευστοποίηση, διάλυση ή κατάτμηση των άλλοτε εδραίων και αυτοτελών, …γέννησε άπειρες δυνατότητες συνδυασμών, και η αξιοποίησή τους έγινε ο αυτονόητος τρόπος σκέψης και ζωής στη μαζική δημοκρατία. Τώρα τα πάντα μπορούν και επιτρέπεται  να συνδυασθούν με τα πάντα, στη μόδα, στην παιδεία, στην πνευματική παραγωγή ή στα όρια της προσωπικής ζωής.».

Αυτή η κοινωνία έχει έντονα ναρκισσιστικά στοιχεία. Ο ναρκισσισμός δεν είναι πλέον μια ατομική παθολογία, καθώς μοιάζει να πηγάζει απ ευθείας από την κουλτούρα.

Στις μέρες μας, και παρά την κρίση, «το να ζεις για τη στιγμή είναι το πάθος που επικρατεί παντού – να ζεις για τον εαυτό σου, όχι για τους προγόνους ή τους απογόνους σου. Χάνουμε αργά την αίσθηση της ιστορικής συνέχειας, την αίσθηση ότι ανήκουμε σε μια διαδοχή από γενιές που ξεκινά από το παρελθόν και συνεχίζει στο μέλλον.

Οι άνθρωποι σήμερα δεν διψούν για την προσωπική σωτηρία και πολύ περισσότερο για την αποκατάσταση μιας παλιάς ή τον ερχομό μιας μελλοντικής χρυσής εποχής, αλλά για την αίσθηση, την στιγμιαία ψευδαίσθηση της προσωπικής ευεξίας, υγείας και προσωπικής ασφάλειας».( Cristopher Lasch, The culture of narcissism, New York: Norton 1978).

Εκείνοι που δεν έχουν όλα όσα θέλουν είναι σχεδόν το ίδιο απογοητευμένοι με εκείνους που τα έχουν, αλλά ανακαλύπτουν ότι δεν τους κάνουν ευτυχισμένους.

Η ψυχοθεραπεία συχνά, σε μια τέτοια κοινωνία με βασικό σύνθημα «το χρωστάς στον εαυτό σου» έχει συνεισφέρει σημαντικά στον προσωπικό ναρκισσισμό.

Τα σλόγκαν αυτοβοήθειας ωθούν τους ανθρώπους με συνθήματα όπως: «πάρε όλη την αγάπη που αξίζεις», «απόκτησέ τα όλα», «να είσαι ο καλύτερος φίλος του εαυτού σου» και παρόμοια.

Ο Robert Bly, αμερικάνος ποιητής, δοκιμιογράφος και ακτιβιστής, στο βιβλίο του «The sibling society» (1996) περιγράφει ότι στόχος της ανθρώπινης ανάπτυξης έπαψε να είναι η επίτευξη χαρακτήρα, καλοσύνης και σχέσεων και είναι τώρα η επίτευξη δημοτικότητας και φήμης. Οι άνθρωποι δεν νοιάζονται πια αν αγαπούν σωστά τα αγαπημένα τους πρόσωπα ή αν τα αγαπημένα τους πρόσωπα ανταποδίδουν την αγάπη τους, φτάνει να τους αγαπούν οι ξένοι.

Δεν είναι τυχαίο ότι σε μια τέτοια κοινωνία εξιδανικεύεται η νεότητα και ιδίως η εφηβεία. Η λατρεία της εφηβείας οδηγεί στον ναρκισσισμό – την πεποίθηση ότι ο κόσμος υπάρχει για να σε υπηρετεί ή να σε λατρεύει, αντί ότι εσύ υπάρχεις για την αξία που έχεις για τους άλλους.

Έτσι από εκεί που η εφηβεία ήταν το μεταβατικό στάδιο από την παιδική ηλικία στην ενηλικίωση, σταδιακά επεκτάθηκε και μετά τα 20 και μετά τα 30 και τα 40; Και μέχρι πού;

Αρχικά ήταν ένα στάδιο από το οποίο περνούσαν όλοι, μετά όμως γινόταν όλο και περισσότερο ένας στόχος ζωής από μόνο του, μια ταυτότητα, μια ξεχωριστή κουλτούρα ή και ένα ξεχωριστό είδος, ακόμη και ο φυσικός εχθρός των ενηλίκων.

Και από εκεί που για πολλές γενιές, όπως χαρακτηριστικά τονίζει η Μπαρμπαλιού στο βιβλίο, οι άνδρες ανατρέφονταν έτσι που να ρισκάρουν τη ζωή τους για την αγάπη ή το καθήκον χωρίς να το σκεφθούν στιγμή, φθάσαμε στη σημερινή κατάσταση που πολλοί άνδρες κάθονται και σκέφτονται το πράγμα.

Επιλέγουν να μην πεθάνουν, πράγμα που φαίνεται συνετή επιλογή, μετά όμως επιλέγουν να μη ζήσουν επίσης – να μην αναλάβουν δεσμεύσεις, να μην αναπτύξουν προσωπικότητα, να μην εκπληρώσουν υποχρεώσεις, να μην μπούν στη διαδοχή των γενεών, να μην συντηρήσουν ούτε να βελτιώσουν τον πολιτισμό και να κάνουν τον κόσμο καλύτερο.

Σε έναν τέτοιο κόσμο, λοιπόν, τι μπορεί να βοηθήσει την επιστροφή του άνδρα, όπως τονίζει η Ε. Μπαρμπαλιού στο τελευταίο μέρος του βιβλίου της;

Στη δουλειά μου προσπαθώ να μάθω από τις γυναίκες τι έχει κάνει κάποιος άνδρας στη ζωή τους που να τις έκανε να τον αγαπήσουν και να τον εκτιμήσουν.

Ενώ οι περισσότεροι άνδρες νομίζουν ότι οι γυναίκες θέλουν άνδρες με μεγαλύτερο πορτοφόλι, μεγαλύτερο πέος ή μεγαλύτερα μπράτσα, όλες μου λένε πάνω κάτω τα ίδια πράγματα.

Θέλουν ένα άνδρα που να τους μιλά και να τις ακούει, να τους δείχνει προσοχή αντί να εισπνέει όλο το οξυγόνο στο δωμάτιο για λογαριασμό του.

Σίγουρα περιμένουν από τον άνδρα να δουλεύει και ελπίζουν να του αρέσει η δουλειά, αλλά αυτό δεν είναι το μοναδικό του καθήκον. Δεν χρειάζεται να είναι κυρίαρχος του σύμπαντος, απλώς ισότιμος σύντροφός τους. Και αυτό είναι αντίθετο σε πολλά από αυτά που έχει μάθει ο άνδρας ως τώρα.

Διαβάστε επίσης στο tvxs.gr: H απουσία του πατέρα

Τι σημαίνει ανδρισμός όμως σήμερα; Μέσα στη φυσική πορεία των πραγμάτων ο ανδρισμός μεταβιβάζεται από τον πατέρα στο γιό. Οι γυναίκες όσο υπέροχες και αν είναι, όση αγάπη και αν δίνουν, όσο ηρωικές και αν είναι, αυτό δεν μπορούν να το διδάξουν.

Αν δεν έχουμε πατέρα, θα πρέπει να έχουμε παππούδες, θείους, ή ίσως έναν καλό πατριό, ένα δάσκαλο, έναν πνευματικό, ένα μέντορα, που να μας μεγαλώσει και από αγόρια να μας κάνει άνδρες.

Αυτοί οι άνδρες θα διδάξουν ότι «σήμερα ο άνδρας δεν χρειάζεται να νιώθει ντροπή που δεν μπορεί να ανταπεξέλθει στους μύθους «μάτσο», αλλά ούτε και πρέπει να νιώθει ντροπή όταν βρίσκει μέσα του κάποια αρχέγονα ανδρικά χαρακτηριστικά και ορμές:

την αφοσίωση να τελειώσει τη δουλειά που έχει, ακόμα και αν τον πονάει˙ ένα πνεύμα περιπέτειας ακόμη και αν η περιπέτεια είναι επικίνδυνη˙  μια αγάπη για τη φύση και όλα τα γήινα, τραχιά και άγρια πράγματα˙ μια επιθυμία για σωματική δραστηριότητα και για μετατροπή σκέψεων και συναισθημάτων σε δράση˙ μια αρχέγονη ικανοποίηση με τη μυρωδιά του ιδρώτα και του αίματος˙ μια αγάπη για τα παιχνίδια˙ μια τάση να ταξινομεί τα πράγματα και να τα κάνει προβλέψιμα και τακτικά».

Και θα κλείσω την αναφορά μου στο τι σημαίνει ανδρισμός σήμερα, αντιγράφοντας τα λόγια του Frank Pittman, αμερικανού ψυχίατρου και οικογενειακού θεραπευτή, από το βιβλίο του, «Ενηλικιωθείτε»,(εκδόσεις Ασημάκης, 2000) σελ. 128(το παραπάνω παράθεμα) και σελ. 129:

«Η δουλειά σας ως ενήλικου άνδρα είναι να ξεπεράσετε τους ανταγωνισμούς της εφηβείας, να ανακηρύξετε τον εαυτό σας άνδρα ώστε να μη χρειάζεται να το αποδεικνύετε συνεχώς κι έτσι να καταπιαστείτε για να κάνετε τη δουλειά της ζωής σας και να δοθείτε στις περιπέτειες της ζωής. Δεν χρειάζεται να είστε κυρίαρχοι του σύμπαντος. Δεν χρειάζεται να είστε αφεντικά στο σπίτι ή τη δουλειά σας. Δε χρειάζεστε πάνω από μια γυναίκα, ούτε και μπορείτε να έχετε δύο ή  περισσότερες γυναίκες σαν ισότιμες συντρόφους. Δε χρειάζεται να πεθάνετε για τον ανδρισμό σας. Μπορείτε να ελαφρύνετε το υπόδειγμα του ανδρισμού που μάθατε μεγαλώνοντας. Είναι ξεπερασμένο. Εκείνο που χρειάζεται ο κόσμος από σας είναι να ζήσετε τη ζωή σας σαν άνδρας και να λέτε στα αγαπημένα σας πρόσωπα τι βιώνετε, τι μαθαίνετε και πως νιώθετε που είστε όπως είστε».

*Ομιλία του ψυχολόγου – ψυχοθεραπευτή Γιώργου Κίσσα, για την παρουσίαση του βιβλίου: Η επιστροφή του άνδρα – Λύνοντας τη σιωπή αιώνων, της Ελισάβετ Μπαρμπαλιού, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Πεδίο.