«Κάθε φορά που θυμάμαι αλλάζω το παρελθόν»

[…] Ο άνθρωπος είναι το μόνο ζώο που αφηγείται ιστορίες. Κάνει το χρόνο να κυλά γραμμικά, θέτει τον εαυτό εντός της Ιστορίας. […] Όταν θυμάμαι ανακατεύω την τράπουλα και αναδιανέμω τους ρόλους, αλλάζω το παρελθόν μου εκ των υστέρων. […] Για κάθε ιστορία που γράφεται υπάρχει και μια άλλη, άγραφη. Ο συγγραφέας αφήνει να αναπτύσσονται ανάμεσα στις γραμμές τα λανθάνοντα νοήματα μιας κρυφής ιστορίας, τα οποία και σε αυτόν συμβαίνουν ασυνείδητα. […] Κάθε φορά που θυμάμαι αλλάζω το παρελθόν. Και χαίρομαι γιατί η ίδια η ενθύμηση μεταφέρει νόημα. Ανασυνθέτοντας την ιστορία μου μετασχηματίζω τον ψυχισμό μου. […]

«[…] Στο έργο τέχνης, αναζητά ο αναγνώστης να αισθανθεί ξανά σπίτι του, στον «ερμηνευμένο τούτο κόσμο». Ακολουθώντας με προσοχή τα ίχνη των αισθήσεων που άφησε ο καλλιτέχνης στο έργο, περιμένει να εμφανισθούν απρόσκλητοι επισκέπτες οι απορίες.

Στα μονοπάτια της μνήμης αναδημιουργεί στιγμές-νήματα που συνδέουν τον εξόριστο εαυτό με το πρωταρχικό αντικείμενό του. Το έργο τού θέτει ερωτήματα που αφορούν τους τρόπους της ζωής, το ήθος, την κουλτούρα του. Αφορούν το πλήθος της υποκειμενικότητάς του, το κοινό που μοιράζεται με τους άλλους, τη λαοθάλασα απ’ όπου αντλεί την αίσθηση του εαυτού και όπου καταθέτει κι αυτός το κατιτίς του.

Ο κόσμος δεν υπάρχει για να καταλήξει σε ένα βιβλίο. Το βιβλίο όμως χαράζει ένα σκοπό, δίνει στον κόσμο αρχή, μέση και τέλος. Αφηγείται μια ιστορία.

Διαβάζοντας το διήγημα του Παπαδιαμάντη «Οι ναυαγοσώσται», μεταφερόμαστε στην καρδιά της οδύνης μας (του άγχους και της ενοχής μας) σήμερα με σπαρακτική υπαινικτική ακρίβεια.

Η τέχνη του λόγου του μας δίνει ένα μέτρο να συλλαβίσουμε στοιχεία του χαρακτήρα και της κουλτούρας μας.

Μας δίνει λέξεις για να περισυλλέξουμε τα στοιχεία της επανάληψης με τα οποία παρουσιάζουμε τις ανεπεξέργαστες εμπειρίες στο παρόν, για να τους δώσουμε ένα νόημα, δηλαδή να τις θέσουμε μέσα στο χρόνο και να γίνουμε υποκείμενά τους.

Όσο διαβάζουμε, καταδυόμαστε στα έγκατα του ψυχισμού, πορευόμαστε ακολουθώντας τα ίχνη της μνήμης, καθώς αναπαράγει εντός του ψυχικού πεδίου και της ιστορίας του τις επαναλήψεις των ανεπεξέργαστων ιχνών.

[…] Πώς θα σωθούν τα ναυάγια; Ό,τι από εμάς είναι αποκομμένο από τον κόσμο των άλλων χάνεται. Αυτό που συνδέεται πλέκεται με άλλα-όμοια άτομα, βρίσκει μια θέση, αυτό-αναγνωρίζεται και βρίσκει τον κόσμο μέσα του.

[…] Στο ναυάγιο, κοντά στο τραύμα, συρρέουν τα πλήθη των επενδύσεων να πολεμήσουν τον ψυχικό θάνατο, να αποκαταστήσουν την ακεραιότητα εαυτού. […] Στο βαθμό που μια εμπειρία δεν έχει υποστεί μετασχηματισμούς και διαδικασίες εσωτερίκευσης, αποτυπώνεται πέραν του νοήματος. Τα ίχνη μένουν σαν ανεπεξέργαστα πράγματα στον βυθό.

[…] Γνωρίζουμε τη δύναμη που έχουν οι λέξεις. Με τις λέξεις μια οικογένεια μπορεί να δημιουργήσει μια φυλακή συνηθειών όπου θα εγκλειστούν τα μέλη της ισόβια.

Στην κοινωνία με έναν επαναληπτικό συγκεκριμένο λόγο δημιουργούμε την κουλτούρα που μας υποδουλώνει, μας στερεί την ανθρώπινη δυνατότητα να κάνουμε δοκιμές και λάθη, να αναθεωρούμε και να μαθαίνουμε από τις εμπειρίες.

Αναλαμβάνουμε εμείς την ευθύνη ή αποδίδουμε σε εξωτερικά αντικείμενα τις παντοδύναμες φαντασιώσεις μας; Είμαστε σε θέση να αναλάβουμε τις απώλειες και την οδύνη τους; Οι ιστορίες των «μη νεκρών υπάρξεων» μας βοηθούν να σκεφτούμε την οδυνηρή πορεία από την παντοδυναμία προς την εσωτερίκευση και την ενοχή.

Όταν δεν αφιερώνουμε χρόνο να αναλογιστούμε τι κάνουμε τώρα στις σχέσεις μας, δεν θέτουμε ένα τέλος στην επανάληψη. Πλέουμε ανερμάτιστοι στην αυταπάτη του μύθου μας. Φυλακισμένοι. Πολλαπλασιάζουμε το μαγικό, αλλά δεν πάμε πουθενά. Είμαστε στο βασίλειο των φαντασμάτων.

[…] Βγαίνουμε στον κόσμο όταν από τα αμύθητα πειρατικά πλούτη αρχίζουμε να χωρίζουμε, να μετράμε, να μοιραζόμαστε, να παίρνουμε και να δίνουμε, να επιστρέφουμε στον εαυτό μας, και να ανταλλάσσουμε μεταξύ μας συναισθήματα, φαντασιώσεις μαζί με μια «σταγόνα» που έχει εξαχθεί από το όλον, το αίμα, το σύστημα της συγχώνευσης.

Από τους άπειρους κύκλους της επανάληψης εξάγουμε ένα διακριτό νόημα. Βγαίνουμε στην αγορά όταν κάνουμε τη μετάβαση από το «είναι» στο «έχειν», δεχόμενοι τα όρια της πραγματικότητας.

Στην ανάγνωση του Παπαδιαμάντη βρίσκουμε ένα θέμα ηθικής τάξεως. Το θέμα είναι αν επαναλαμβάνουμε σε πράξεις τις έξεις του χαρακτήρα και της κουλτούρας μας ή αν μπορούμε να σταθούμε και να σκεφτούμε τι κάνουμε.

Οι μάζες δεν θυμούνται. Επαναλαμβάνουν. Οι μάζες παύουν τα άτομα. Συμμορφώνονται σαν αγέλη σε επαναληπτικά πρότυπα μαζικής ψυχολογίας. Δεν μαζεύουν σε απαρτία τα σκόρπια κομμάτια, να θυμηθούν. Κανένας δε λέει «Εγώ…», δεν έχει προσωπική ευθύνη, είναι αναρμόδιος.

[…] Αυτοί που αποφεύγουν να συνειδητοποιήσουν την απώλεια κάνουν ατέλειωτους κύκλους μέσα σε ναυάγια απωλειών. Κινούν αισθήσεις, αισθήματα, ενορμητικές αναζητήσεις, αλλά χωρίς επαρκείς συνδέσεις λέξεων που να τις φέρουν στο φως των νοημάτων.

Οι κινήσεις που δεν έχουν αναπαρασταθεί συνιστούν συναισθηματικές προδιαθέσεις, εικόνες και όχι σύμβολα. Εκφράζονται με ωμό τρόπο, ως συγκινήσεις. Δημιουργούν τον συναισθηματισμό και τον αισθησιασμό μιας κουλτούρας βασισμένης στις διεργασίες μελαγχολίας, στα κεντρικά δελτία ειδήσεων, στις καμπάνιες του μάρκετινγκ, όπου σώζεται η εικόνα, αλλά αδειάζει η αίσθηση του εαυτού.

[…] Οι τραυματισμένες κοινότητες παλινδρομούν και γίνονται ομάδες και άτομα που βυθίζονται σε καταστάσεις συγχώνευσης μεταξύ τους για να αποφύγουν τη συνειδητοποίηση της απώλειας. Παρασύρονται από μια μανιακή άμυνα ανέλκυσης των καταποντισμένων ναυαγίων.  […] Αναζητούν τα πρότυπα (τις κουλτούρες) της επικοινωνίας που έχουν χαθεί.

[…] Αυτά που αισθανόμαστε και δεν τα έχουμε επεξεργαστεί ψυχικά τα εναποθέτουμε (με διχοτομήσεις, προβολές, προβλητικές ταυτίσεις και πράξεις) και διαποτίζουμε τα υλικά και ψυχικά αντικείμενα που κατασκευάζουμε. Έτσι καθιστούμε το περιβάλλον μας οικείο. Αισθανόμαστε ότι το διαπερνά μια «καλή ή κακή αύρα», μια «θετική ή αρνητική ενέργεια».

[…] Όταν συμπεριλάβουμε τα μη απαρτιωμένα στοιχεία ενός βιώματος, τότε η δημιουργικότητά μας (οι επιρροές πάνω στην εξωτερική πραγματικότητα) φέρει το σπέρμα της πρωτότυπης σκέψης και με το έργο της μεταδίδει το πνεύμα της.

[…] Σήμερα παρακάμπτουμε τη σκέψη. Σημαδεύουμε την ύπαρξή μας με κωδικούς πρόσβασης. Φοβόμαστε το σπέρμα της δημιουργικότητας.

Δεν φερόμαστε σαν ιστορικά πρόσωπα αλλά σαν φαντάσματα ενός αόρατου «θιάσου» που στόχο έχει τη διάσωσή του. Αυτό που διασώζεται είναι ο χαρακτήρας των ατόμων και της κουλτούρας τους, μετά από ένα ναυάγιο της πορείας ανταλλαγών με τον κόσμο. Η διάσωση αρχίζει με «πράξεις πειρατείας», αρπαγής, λεηλασίας, ενσωμάτωσης.

[…] Ο κόπος του αφηγητή. Η ανταμοιβή του. Η ανάμνηση ανοίγει νέους δρόμους, επεκτείνει τον ψυχισμό προσαρτώντας νέα εδάφη στη δικαιοδοσία του υποκειμένου.

Η ανάγνωση συνοδεύεται από την άρση των αντιστάσεων στο νόημα και στην ανάμνηση. Όταν θυμάμαι ανακατεύω την τράπουλα και αναδιανέμω τους ρόλους, αλλάζω το παρελθόν μου εκ των υστέρων.

Η περιήγηση δημιουργεί την ιστορία. Η αφήγηση συνιστά μια επίσκεψη, μια ψυχική εργασία, επηρεάζει ακόμα και την κυτταρική αρχιτεκτονική.

Όταν θυμόμαστε, δεν γεμίζουμε κενά. Δημιουργικά μαζεύουμε τα σκόρπια υλικά και τα μεταλλάσσουμε σε νέες μορφές, ενώ τροποποιούμε την ψυχική οικονομία τους. Μεταφερόμαστε από τη μια σκηνή σε μια άλλη, θέτουμε σε λόγο τα πράγματα, σκεφτόμαστε, καθυστερούμε.

Ο άνθρωπος είναι το μόνο ζώο που αφηγείται ιστορίες. Κάνει το χρόνο να κυλά γραμμικά, θέτει τον εαυτό εντός της Ιστορίας.

Όταν αρχίζουμε να έχουμε το όνομά μας, θέλουμε να βαπτιστούμε, να ανήκουμε στο κοινό μιας ένωσης όπου καλλιεργείται ο παράδεισος.

[…] Αυτό που κάνω είναι να καταδυθώ στο ναυάγιο του δικού μου τραύματος, για να ανακτήσω κομμάτια της μνήμης.  Η μνήμη είναι ένας εύθραυστος, ασυνεχής, σφυγμός που για μια στιγμή μάς καθιστά ικανούς να ζήσουμε ένα θαύμα, να ανακτήσουμε συναισθήματα και σκέψεις. Δεν προσθέτουμε, αλλά αναδιατάσσουμε, συναθροίζουμε και συνταιριάζουμε εκ νέου, αναδιανέμουμε και ανασυνθέτουμε τον ψυχισμό μας.

Δεν ανακαλούμε απλώς ένα γεγονός, αφηγούμαστε, αναπλαισιώνουμε. Λέμε εγώ ως πρόσωπο στη θέση της επανάληψης του ανεπεξέργαστου πράγματος των βιωμάτων. Αυτή είναι μια βαθιά ηθική πράξη. Γίνομαι υποκείμενο των φαντασιώσεών μου. Αναλαμβάνω ενδοψυχικά την ευθύνη τους. Δεν εξαναγκάζω τους άλλους να τις πράξουν εκ μέρους μου.

Κάθε φορά που θυμάμαι αλλάζω το παρελθόν. Και χαίρομαι γιατί η ίδια η ενθύμηση μεταφέρει νόημα. Ανασυνθέτοντας την ιστορία μου μετασχηματίζω τον ψυχισμό μου.

[…] η χειρονομία μας αποκτά νόημα και ανοίγει ένα δρόμο προς το μέλλον, ενώ μας συνδέει με το παρελθόν, μια ανάμνηση, για να έχουμε να επιστρέφουμε.

Για κάθε ιστορία που γράφεται υπάρχει και μια άλλη, άγραφη. Ο συγγραφέας αφήνει να αναπτύσσονται ανάμεσα στις γραμμές τα λανθάνοντα νοήματα μιας κρυφής ιστορίας, τα οποία και σε αυτόν συμβαίνουν ασυνείδητα.

Ο λόγος είναι ότι ο συγγραφέας δεν αρχίζει με μια ήδη διαμορφωμένη γνώση, μια προκαθορισμένη θεωρία, μια ιδεολογία, μια ανακάλυψη που έχει ήδη γίνει και απλώς περιμένει από το χρόνο να την αποδείξει.

Ο Παπαδιαμάντης, μετρώντας το πλήθος των υποκειμενικών εμπειριών, αφήνει να εμφανιστούν από το πουθενά και υποδέχεται με φιλόξενη διάθεση, σαν απρόσκλητους επισκέπτες, τις απορίες, τα ερωτήματα, τις σκέψεις.»

Απόσπασμα από το κεφάλαιο: Οι «ναυαγοσώσται» του Παπαδιαμάντη. Μετρώντας το πλήθος της υποκειμενικότητας, του Σωτήρη Μανωλόπουλου, από το συλλογικό βιβλίο «Ψυχανάλυση και νεοελληνική λογοτεχνία: Σταυροδρόμια», με επιμέλεια – εισαγωγή του Θανάση Χατζόπουλου, Εκδόσεις Γαβριηλίδης
Οι «γραφές της ψυχανάλυσης» αποτυπώνουν κάθε φορά μια διαφορετική εκδοχή από τον πλούτο της κλινικής εμπειρίας της ψυχανάλυσης και του ιδιαίτερου τρόπου της να προσεγγίζει τα φαινόμενα της ζωής και του πολιτισμού. Τον πρώτο λόγο έχει εδώ η εκ-τροπή του ασυνειδήτου σε γραφή, ώστε -παραφράζοντας τη γνωστή φροϋδική προτροπή- «εκεί που ήταν αυτό να έρθει …η γραφή», αλλά και η τροποποίηση του πραγματικού δια της γραφής έτσι όπως μόνον μέσω αυτής μπορεί να επισυμβεί, χάρη στο δικό της ίχνος. Η σειρά απευθύνεται σε όλους όσους, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, έχουν αντιληφθεί ή υποψιάζονται πως ό,τι μας κινεί, και μας οδηγεί, σταθερά μας διαφεύγει. (Θ. Χ.)

Γράφουν:
η Κωνστάνς Αθανασιάδου για τον Γεώργιο Βιζυηνό
ο Αθανάσιος Αλεξανδρίδης για τον Ανδρέα Εμπειρίκο
ο Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης για τον Διονύσιο Σολωμό
ο Κώστας Γεμενετζής για τον Γιώργο Σεφέρη
ο Θανάσης Γεωργάς για τον Γιάννη Κιουρτσάκη
η Βιβή Θεοδοσάτου για τον Γιώργο Χειμωνά
ο Γιάννης Σ. Κόντος για τον Κ. Π. Καβάφη
ο Σωτήρης Μανωλόπουλος για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη
ο Νίκος Παπαχριστόπουλος για τον Γεώργιο Βιζυηνό
ο Νίκος Σιδέρης για τον Διονύσιο Σολωμό
ο Θανάσης Τζαβάρας και η Ελένη Τζαβάρα για τον Ανδρέα Εμπειρίκο.
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s