Διαβάζουμε και γράφουμε με τον χαρακτήρα μας

vanhove[…] Στα χρόνια όπου άρχιζα πια να δημιουργώ, αντιλήφθηκα σχεδόν με φρίκη τι πραγματικά μάς συμβαίνει, συχνά χωρίς καν να το συνειδητοποιούμε΄
γράφουμε μ’ αυτό που συνήθως προσπαθούμε να κρύψουμε: με τον χαρακτήρα μας! […]

«Παιδί, άκουγα τη μητέρα μου να λέει –και δεν πίστευα ποτέ ότι θα ερχόμουν στα λόγια της- πως όλα είναι ζήτημα χαρακτήρα. Έζησα χρόνια με την ψευδαίσθηση ότι μπορεί κανείς να κρυφτεί πίσω από τις λέξεις.

Αφέθηκα στη λογοτεχνία σαν να επρόκειτο για ένα παιχνίδι μεταμφιέσεων, όπου οι φόβοι, οι επιθυμίες και τα όνειρά μας ήταν οι συνήθεις μασκαράδες.

Πίστευα αφελώς πως ο συγγραφέας οχυρώνεται απόλυτα πίσω από τους μύθους, μεταμορφώνεται σαν άλλος Πρωτέας και διασκεδάζει παραπλανώντας τους αναγνώστες του.

Στα χρόνια όπου άρχιζα πια να δημιουργώ, αντιλήφθηκα σχεδόν με φρίκη τι πραγματικά μάς συμβαίνει, συχνά χωρίς καν να το συνειδητοποιούμε΄ γράφουμε μ’ αυτό που συνήθως προσπαθούμε να κρύψουμε: με τον χαρακτήρα μας!

Κάτι τέτοιο ίσως είχε στο μυαλό του κι ο Χέμινγουεϊ όταν έλεγε: «Δεν αλλάζουμε. Με τα χρόνια γινόμαστε απλώς πιο προσεκτικοί».  Ακόμη όμως και αν δεν σκεφτόταν το ίδιο πράγμα, η ρήση του παραμένει μια πολύτιμη οδηγία για μας τους συγγραφείς που στα βιβλία μα εκθέτουμε θέλοντας και μη τον εαυτό μας.

Οι πιο έμπειροι το ξέρουν κιόλας καλά κι έχουν μάθει πώς να αμβλύνουν τις αδυναμίες τους ή πώς να τις αξιοποιούν επ’ ωφελεία τους. Αλλά κι αυτοί πέφτουν συχνά στην πλάνη πως είναι αόρατοι και απροσπέλαστοι πίσω από λέξεις – οχυρά.

Έχουν την εντύπωση πως οι συνήθειες και οι κυρίαρχες τάσεις στη συμπεριφορά τους είναι καλά προστατευμένες ή δεν αφορούν κανένα. Κι έτσι διαπράττουν το ασυγχώρητο σφάλμα να αφήνουν ανοιχτή την πόρτα της ύπαρξής τους στον πρώτο τυχόντα.

Από την άλλη οι εγγενείς αδυναμίες τους, για τις οποίες συχνά υπερηφανεύονται, ζημιώνουν ανεπανόρθωτα τα γραπτά τους.

Πάρτε παράδειγμα κάποιον που μονίμως απολογείται. Του είναι αδύνατον να γράψει χωρίς να αναλωθεί σε υπερβολικές εξηγήσεις.

Όταν όμως εξηγείς πολλά, είναι σαν να υποτιμάς τη νοημοσύνη του αναγνώστη κι αυτό αργά ή γρήγορα το πληρώνεις.

Ένας καλός συγγραφέας, που συνηθίζει να προσεγγίζει με δυσπιστία τα κείμενά του, στην ουσία δυσπιστεί απέναντι στον χαρακτήρα του που τα διατρέχει.

Από την άλλη, και οι αναγνώστες ξεδιπλώνουν τον χαρακτήρα τους διαβάζοντας. Ένας ανυπόμονος άνθρωπος δυσκολεύεται πολύ να ακολουθήσει τους δαιδάλους της αφήγησης και δεν είναι λίγες οι φορές που συλλαμβάνεται να «πηδάει» σελίδες, μόνο και μόνο για να επιταχύνει πραξικοπηματικά τη δράση.

Ένας αμετανόητος χρησιμοθήρας θα περιφρονήσει την απόλαυση του κειμένου, αναζητώντας μόνο την απτή χρηστική του αξία, κι έτσι θα στερήσει τον εαυτό του από τους γλωσσικούς χυμούς της αφήγησης.

Όσο για τον εγωκεντρικό αναγνώστη –και ποιος από μας δεν είναι εγωκεντρικός;- θα επιθυμούσε να δει τη διήγηση της πεζής και αδιάφορης λογοτεχνικά ζωής του σε μυθιστόρημα, ειδάλλως να μην ανοίξει ποτέ του βιβλίο.

Η ανάγνωση, ωστόσο, είναι πράξη αυταπάρνησης υπό την έννοια ότι, περνώντας την πύλη της μυθοπλασίας, βγάζεις από πάνω σου το χιλιοφορεμένο πουκάμισο της ύπαρξής σου.

Σαν να σου δίνουν άλλα ρούχα και παπούτσια, άλλη ταυτότητα, άλλα χαρακτηριστικά, αλλιώς είναι αδύνατο να περπατήσεις στους ονειρικούς δρόμους του μύθου και να διασταυρωθείς με τους ήρωες για τη ζωή των οποίων διαβάζεις.

Όπως ακριβώς ένας καλός συγγραφέας μιμείται τον ηθοποιό που υποδύεται αμέτρητους ρόλους, έτσι κι ένας καλός αναγνώστης δοκιμάζει τα κοστούμια και τους χαρακτήρες που διαβάζει στο χαρτί.  Πασχίζει να μπει στο πετσί κάθε ήρωα, να συναισθανθεί τη θέση του, να μοιραστεί το πάθος, τα όνειρα ή τους φόβους του. Αφήνει συχνά τη θέση του αμέτοχου παρατηρητή και συμμετέχει στη δράση με τον δικό του νοερό τρόπο.

Πλανώνται όσοι νομίζουν ότι η ανάγνωση είναι εύκολο πράγμα. Κι αν θέλει κανείς να ευεργετηθεί από τη λογοτεχνία θα πρέπει κατά στιγμές να ξεχνά τον εαυτό του, γιατί είναι παρατηρημένο:  αυτό που μας εμποδίζει να αντιληφθούμε σε βάθος τα νοήματα ενός κειμένου είναι το ότι μπαίνουμε στις σελίδες ενός βιβλίου με αδιανόητες απαιτήσεις.

Προσδοκούμε κυρίως από το εκάστοτε ανάγνωσμα να επιβεβαιώσει όσα είμαστε, όσα πιστεύουμε, όσα έχουμε ζήσει.  Αυτός ο δυναστικός αναγνώστης με τη νοσηρή φιλαυτία στέκει αδιάφορος απέναντι στο καλό βιβλίο. Κατά τον ίδιο τρόπο αδιαφορεί και η καλή λογοτεχνία για αυτόν.»

*Απόσπασμα από το βιβλίο Πώς η λογοτεχνία σού αλλάζει τη ζωή του Δημήτρη Στεφανάκη, Εκδόσεις Ψυχογιός, 2016, 160 σελ.

TVXS – Επιμέλεια: Κρυσταλία Πατούλη

Η λογοτεχνία είναι μια απόδειξη
ότι η πραγματικότητα δεν αρκεί.
Φερνάντο Πεσσόα

Πώς η λογοτεχνία σου αλλάζει τη ζωή

«Αν επιμένουμε ακόμη να γράφουμε και, κυρίως, να διαβάζουμε λογοτεχνία στην εποχή μας, είναι γιατί πιστεύουμε σε αυτό που μας προσφέρει.

Δε θα καταφέρουμε ποτέ να αλλάξουμε τον κόσμο με την ποίηση και τα μυθιστορήματα, αξίζει όμως τον κόπο να δοκιμάσουμε την ευεργετική επίδρασή τους στη ζωή και στον χαρακτήρα μας.

Αναρωτιέται βέβαια κανείς τι κερδίζουμε από την ανάγνωση ενός βιβλίου, όταν μάλιστα έχουμε εκ προοιμίου απορρίψει κάθε έννοια διδακτισμού στη λογοτεχνία.

Ζητούμε από τους συγγραφείς να μας συναρπάσουν με τις ιστορίες τους, αλλά καλά θα κάνουν να μείνουν στην ικανότητά τους να αφηγούνται και ας αφήσουν σε εμάς το δικαίωμα να εξάγουμε συμπεράσματα.

          Ποια είναι λοιπόν η χρηστική αξία της λογοτεχνία αν αυτή δε μεταφέρει μηνύματα και πρακτικές συμβουλές στου αναγνώστες της;  Η απάντηση βρίσκεται στο βασικό εργαλείο της που δεν είναι άλλο από τη γλώσσα.

Όργανο επικοινωνίας και έκφρασης η γλώσσα αποτελεί πιστοποιητικό της ανθρώπινης νοημοσύνης. Είναι στην ουσία το διαβατήριο για την κοινωνική μας ζωή΄ το ρούχο που φοράμε. Κι όπως συμβαίνει πάντοτε με την ένδυση, το γούστο παίζει τον πρωτεύοντα ρόλο.

Αυτό που συνήθως υποτιμούμε στη σχέση μας με τη λογοτεχνία είναι το ζήτημα της αισθητικής. Κι είναι παράξενο, αν σκεφτούμε πως στην εποχή μας όλοι απευθύνονται στην αισθητική μας προκειμένου να κερδίσουν την καταναλωτική μας εύνοια.

Καλαίσθητα καταστήματα, καλαίσθητα προϊόντα, καλαίσθητες ρεκλάμες. Έχουμε εξορίσει την κακογουστιά από τη ζωή μας αλλά όχι και από τη λογοτεχνία.

Τα ευπώλητα αναγνώσματα του καιρού μας χαρακτηρίζονται συχνά από χοντροκοπιά και μετριότητα.

Λησμονούμε, φαίνεται πως οι καλοί συγγραφείς είναι σαν τους ευγενικούς επισκέπτες. Διακριτικοί, συνεσταλμένοι, αναποφάσιστοι, υπαινικτικοί, ψιθυρίζουν τις μεγάλες αλήθειες τους.  Εμείς όμως προτιμούμε τα εκκωφαντικά αναγνώσματα με τις ιδεολογικές κορόνες. Αναζητούμε κείμενα που δε μας αντιστέκονται, κείμενα που επιβεβαιώνουν έναν ανούσιο τρόπο ζωής.

Την ίδια στιγμή τα μεγάλα βιβλία μάς περιμένουν να τα ανακαλύψουμε. Στις σελίδες τους θα βρούμε δρόμους που οδηγούν πέρα από τα στενά όρια της καθημερινής συναναστροφής. Από αυτή την περιπλάνηση, επιστρέφουμε συνήθως με περισσότερη διακριτικότητα, ανοχή, κατανόηση αλλά και οξυδέρκεια.

Βλέπουμε πια τον κόσμο με άλλα μάτια και τότε αντιλαμβανόμαστε τι εννοεί ο αρχαίος φιλόσοφος λέγοντας: «Όταν δεις κάποιον να πίνει πολύ κρασί, μην σκεφτείς ότι κάνει άσχημα. Πες απλά πως πίνει πολύ κρασί. Γιατί πού ξέρεις, πριν καταλάβεις τι έχει στο μυαλό του, ότι δεν φέρεται σωστά;»

Στη ζωή τα πράγματα δεν είναι συνήθως όπως φαίνονται κι η λογοτεχνία θα βρίσκεται πάντα εδώ για να μας το θυμίζει.»

*Απόσπασμα από το βιβλίο Πώς η λογοτεχνία σού αλλάζει τη ζωή του Δημήτρη Στεφανάκη, Εκδόσεις Ψυχογιός, 2016, 160 σελ.


(Κεντρική εικονογράφιση: Francine Van Hove)

Δημοσιεύτηκε: http://tvxs.gr/news/biblio/diabazoyme-kai-grafoyme-me-ton-xaraktira-mas

Advertisements

One thought on “Διαβάζουμε και γράφουμε με τον χαρακτήρα μας

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s